RSS

«Νέα Βαβυλώνα» — новый Вавилон

 
Leave a comment

Αναρτήθηκε από τον/την στο 20/05/2012 in Κινηματογράφος, Μουσική

 

Sefiroth

Abre tu puerta serrada

2.

Read the rest of this entry »

 
1 Comment

Αναρτήθηκε από τον/την στο 18/05/2012 in Μουσική

 

Kammerflimmer Kollektief


3. Teufelskamin Jam # 1

Read the rest of this entry »

 
2 Comments

Αναρτήθηκε από τον/την στο 18/05/2012 in Μουσική

 

Ο ρατσισμός των διανοουμένων—Αλαίν Μπαντιού

Μετάφραση: Lenin Reloaded
Επιμέλεια μετάφρασης: dkoss
Πηγή
: Le Monde, αφιέρωμα στις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2012

Το μέγεθος της ψήφου υπέρ της Μαρίν Λε Πεν είναι αναπάντεχο και ανησυχητικό: αναζητούμε εξηγήσεις — η πολιτική τάξη προσφεύγει στην ίδια πάντα «πάσης χρήσεως» κοινωνιολογία: η Γαλλία των χαμηλών στρωμάτων — οι παραπλανημένοι επαρχιώτες, οι εργάτες, οι αμόρφωτοι, φοβισμένοι από την παγκοσμιοποίηση, την υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης, τη διάλυση των [βιομηχανικών] περιοχών τους, τους άγνωστους ξένους που στέκονται στις πόρτες τους — αναδιπλώνεται στον εθνικισμό και στην ξενοφοβία.

Επιπλέον, πρόκειται για τους ίδιους τους «καθυστερημένους» Γάλλους που κατηγορήθηκαν ότι ψήφισαν «Όχι» στο δημοψήφισμα για το Ευρωσύνταγμα — εκείνους που αντιπαραθέτουν με τις μορφωμένες, αστικές, σύγχρονες μεσαίες τάξεις που είναι το κοινωνικό αλάτι της μετριοπαθούς μας δημοκρατίας.

Ας πούμε ότι αυτή η Γαλλία των από κάτω είναι, εν προκειμένω, ο γάιδαρος του μύθου, ο ψωραλέος και άθλιος «λαϊκιστής» απ’ τον οποίο πηγάζει όλο το κακό της Λε Πεν. Έχοντας πει αυτό, όμως, αυτή η πολιτική-μιντιακή κλαψούρα για τον «λαϊκισμό» είναι παράξενη. Θα μπορούσε η δημοκρατική εξουσία, για την οποία είμαστε τόσο περήφανοι, να είναι αλλεργική προς την ιδέα ότι πρέπει να λάβει υπόψη τι σκέφτεται ο λαός; Αυτή, όπως και να ’χει, είναι η γνώμη του λαού, και μάλιστα όλο και περισσότερο. Όταν ρωτήθηκαν «νοιάζονται οι πολιτικοί για το τι σκέφτονται άνθρωποι σαν εσάς;», η εντελώς αρνητική απάντηση «καθόλου» αυξήθηκε από  15% του συνόλου το 1978 στο 42% το 2010! Όσο για το σύνολο των θετικών απαντήσεων  («Πολύ» ή «αρκετά»), αυτό μειώθηκε από 35% σε 17% (για αυτές και άλλες ενδιαφέρουσες στατιστικές ενδείξεις, συμβουλευτείτε το ειδικό τεύχος του La Pensée, «Ο λαός, η κρίση, η πολιτική» των Guy Michelat και Michel Simon). Το ότι η σχέση ανάμεσα στο λαό και στο κράτος δεν είναι σχέση εμπιστοσύνης είναι το ελάχιστο που μπορούμε να πούμε.

Δεν θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι το Κράτος μας δεν έχει τον λαό που του αξίζει, και ότι η σκοτεινή ψήφος υπέρ της Λε Πεν επιβεβαιώνει αυτή την ανεπάρκεια; Η ισχυροποίηση της δημοκρατίας θα απαιτούσε η κυβέρνηση να εκλέξει έναν άλλο λαό, όπως πρότεινε ειρωνικά ο Μπρεχτ…

Η θέση μου είναι ότι θα πρέπει να επικεντρωθούμε σε δύο άλλους ενόχους: στους διαδοχικούς ηγέτες της κρατικής εξουσίας, τόσο της αριστεράς όσο και της δεξιάς, και σ’ ένα σημαντικό τμήμα διανοουμένων.

Σε τελική ανάλυση, δεν είναι οι φτωχοί της επαρχίας που αποφάσισαν να περιορίσουν όσο γίνεται το βασικό δικαίωμα των εργατών σ’ αυτή τη χώρα, όποια κι αν είναι η προέλευσή τους, να ζουν εδώ με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Σοσιαλίστρια υπουργός το έκανε, και μετά όλοι αυτοί της δεξιάς που άρπαξαν την ευκαιρία. Δεν είναι ο αμόρφωτος επαρχιώτης που δήλωσε το 1983 πως οι απεργοί της Ρενώ – στην πλειοψηφία τους Αλγερινοί και Μαροκινοί– ήταν «μετανάστες (…) υποκινούμενοι από θρησκευτικές ή πολιτικές ομάδες που αυτοπροσδιορίζονται σε συνάρτηση με κριτήρια ασύμβατα με τις γαλλικές κοινωνικές πραγματικότητες

´Ήταν ένας σοσιαλιστής πρωθυπουργός, φυσικά προς τέρψιν των «εχθρών» του εκ δεξιών. Ποιος από μας είχε την φαεινή ιδέα να πει ότι ο Λε Πεν μιλά για πραγματικά προβλήματα; Μήπως ήταν ένας αλσατός αγωνιστής του Εθνικού Μετώπου; Όχι, ένας πρωθυπουργός τού Φρανσουά Μιτεράν. Δεν είναι ο καθυστερημένος πληθυσμός της επαρχιακής ενδοχώρας που δημιούργησε τα «κέντρα φιλοξενίας» που φυλακίζουν, πέραν κάθε έννοιας δικαίου,  όλους όσους επιπλέον στερούνται της δυνατότητας να αποκτήσουν νόμιμα χαρτιά βάσει  μόνο του γεγονότος ότι βρίσκονται εδώ.

Δεν είναι οι αγανακτισμένοι κάτοικοι των προαστίων των πόλεών μας που έβγαλαν γενικό φιρμάνι να εκδίδονται γαλλικές βίζες με το σταγονόμετρο, ενώ την ίδια στιγμή καθόριζαν ακόμα και τις ποσοστώσεις των απελάσεων που πρέπει πάση θυσία να γίνονται απ’ την αστυνομία. Η διαδοχή περιοριστικών νόμων που επιτίθενται στην ελευθερία και την ισότητα εκατομμυρίων ανθρώπων που ζουν και εργάζονται εδώ κάτω απ’ το πρόσχημα της αλλοδαπότητας δεν είναι έργο αποχαλινωμένων «λαϊκιστών».

Στο χειρισμό αυτών των νομίμων εγκλημάτων, βρίσκουμε απλούστατα το κράτος — όλες τις διαδοχικές κυβερνήσεις, αρχής γενομένης από τον Φρανσουά Μιτεράν και συμπεριλαμβανομένων όλων ανεξαιρέτως των διαδοχικών κυβερνήσεων μετά από αυτόν. Σε αυτό το θέμα, και αυτά είναι απλώς δύο παραδείγματα, ο σοσιαλιστής Λιονέλ Ζοσπέν γνωστοποίησε τη στιγμή που ήρθε στην εξουσία πως δεν ετίθετο ζήτημα ακύρωσης των ξενοφοβικών νόμων του Σαρλ Πασκά· και ο σοσιαλιστής Φρανσουά Ολλάντ έκανε γνωστό ότι όσον αφορά την πολιτική νομιμοποίησης των χωρίς χαρτιά μεταναστών δεν θα υπάρξει καμία διαφοροποίηση σε σχέση με όσα ίσχυαν κατά την προεδρία του Νικολά Σαρκοζί. Η συνέχεια κατεύθυνσης είναι ξεκάθαρη. Είναι αυτή η πεισματική ενθάρρυνση της ιταμότητας από την πλευρά του κράτους που διαμορφώνει την αντιδραστική και ρατσιστική γνώμη, και όχι το αντίθετο.

Δεν νομίζω, επίσης, πως είναι άγνωστο το γεγονός πως ο Νικολά Σαρκοζί και η συμμορία του βρισκόταν διαρκώς στο μέτωπο του πολιτισμικού ρατσισμού, υψώνοντας ψηλά το λάβαρο της «ανωτερότητας» του αγαπημένου μας δυτικού πολιτισμού και καταθέτοντας προς ψήφιση μια ατέλειωτη σειρά νομοθετικών διακρίσεων που η μοχθηρία τους μας ανατριχιάζει.

Αλλά, στο κάτω-κάτω, δεν βλέπουμε και την αριστερά να ξεσηκώνεται προκειμένου να αντισταθεί με το αναγκαίο σθένος για την αντιμετώπιση μιας τέτοιας αντιδραστικής μανίας. Η αριστερά έφτασε στο σημείο συχνά να δηλώνει ότι «κατανοεί» αυτή την απαίτηση για «ασφάλεια», και υπερψήφισε ψυχρά τέτοιες ανοιχτά παρανοϊκές αποφάσεις όπως αυτές που είχαν ως στόχο την αποβολή από τον δημόσιο χώρο οποιασδήποτε γυναίκας καλύπτει τα μαλλιά ή το σώμα της.

Οι υποψήφιοι της αριστεράς δηλώνουν σε κάθε ευκαιρία ότι θα ξεκινήσουν έναν αδυσώπητο πόλεμο, όχι τόσο ενάντια στη διαφθορά των καπιταλιστών και στη δικτατορία των προϋπολογισμών λιτότητας, αλλά ενάντια στους χωρίς χαρτιά εργάτες και τους ποινικά υπότροπους νεαρούς, ιδίως αν είναι μαύροι ή Άραβες. Στο πεδίο αυτό, η δεξιά και η αριστερά συγκερασμένες έχουν καταπατήσει κάθε αρχή. Πρόκειται πλέον, για όσους στερούνται χαρτιών, όχι για κράτος δικαίου, αλλά για κράτος εξαίρεσης, για κράτους του μη δικαίου. Αυτοί βρίσκονται σε κατάσταση ανασφάλειας και όχι οι εύποροι ντόπιοι. Αν αναγκαζόμασταν, ο Θεός να μας φυλάει, να απελάσουμε κόσμο, θα ήταν καλύτερα να απελάσουμε τους ηγέτες μας και όχι τους πολύ αξιοπρεπείς εργάτες απ’ το Μαρόκο ή το Μαλί.

Και πίσω απ’ όλα αυτά, για πολύ καιρό τώρα, για πάνω από είκοσι χρόνια, ποιον βρίσκουμε; Ποιοι είναι οι ένδοξοι επινοητές του «ισλαμικού κινδύνου», που, σύμφωνα με τους ίδιους, απειλεί να αποσυνθέσει την δυτική κοινωνία και την όμορφή μας Γαλλία; Ποιοι άλλοι από τους διανοούμενους που αφιερώνουν στο αποτρόπαιο αυτό έργο φλογερές επιφυλλίδες, διεστραμμένα βιβλία και κατά παραγγελία «κοινωνιολογικές έρευνες»; Είναι μήπως μια ομάδα από συνταξιούχους επαρχιώτες και εργάτες μικρών αποβιομηχανοποιημένων πόλεων που έχτισαν υπομονετικά όλη αυτή την υπόθεση της «σύγκρουσης πολιτισμών», της υπεράσπισης του «δημοκρατικού συμβολαίου», των απειλών κατά τής υπέροχης «κοσμικότητάς» μας, του «φεμινισμού» που προσβάλλεται από την καθημερινή ζωή των αράβων γυναικών;

Δεν είναι ατυχές ότι τα βέλη στρέφονται αποκλειστικά κατά των ηγετών της άκρας δεξιάς (οι οποίοι απλώς βγάζουν τα κάστανα απ’ τη φωτιά), χωρίς να αποκαλυφθεί ποτέ  η τεράστια ευθύνη όσων, στην υποτιθέμενη «αριστερά» — και ας σημειωθεί εδώ ότι πρόκειται τις περισσότερες φορές για καθηγητές φιλοσοφίας και όχι βεβαίως για ταμίες σουπερμάρκετ — επιχειρηματολογούσαν παθιασμένα πως οι Άραβες και οι μαύροι, και ιδιαίτερα οι νέοι, θα διέφθειραν το εκπαιδευτικό μας σύστημα, θα διέβρωναν τον χαρακτήρα των προαστίων μας, θα επιτίθεντο στις ελευθερίες μας και θα προσέβαλαν τις γυναίκες μας; Ή ότι «παραείχαμε πολλούς» στις ποδοσφαιρικές μας ομάδες; Ακριβώς όπως κάποτε μίλαγε κάποιος για Εβραίους και «μέτοικους», από τους οποίους η αιώνια Γαλλία απειλούνταν θανάσιμα.

Δεν αμφιβάλλω ότι εμφανίστηκαν κάποια φασιστικά γκρουπούσκουλα που δρούσαν στο όνομα του Ισλάμ. Αλλά υπάρχουν επίσης φασιστικά κινήματα που ταυτοποιούνται ως υπερασπιστές της Δύσης ή του Χριστού του Βασιλέως.  Αυτό το γεγονός δεν εμποδίζει κανέναν ισλαμοφοβικό διανοούμενο απ’ το να επαινεί ατελείωτα την ανώτερή μας «δυτική» ταυτότητα και να καταλήγει στο να εντοπίζει τις αξιοθαύμαστές μας «χριστιανικές ρίζες» στην λατρεία μιας κοσμικότητας, για την οποία η Μαρίν Λε Πεν (που ανήκει πλέον στους φανατικότερους οπαδούς του εν λόγω δόγματος) αποκάλυψε επιτέλους το είδος της πολιτικής που την εκκολάπτει.

Στην πραγματικότητα, οι διανοούμενοι είναι που επινόησαν την αντιλαϊκή βία, που έχει κύριο στόχο τη νεολαία των γκέτο, και που είναι το πραγματικό μυστικό της Ισλαμοφοβίας. Και είναι οι κυβερνήσεις, ανίκανες να χτίσουν μια πολιτική κοινωνία ειρήνης και δικαιοσύνης, που παρέδωσαν ως εξιλαστήρια θύματα στις συγχυσμένες και τρομαγμένες εκλογικές τους πελατείες τους ξένους, και κυρίως τους Άραβες εργάτες και τις οικογένειές τους. Όπως πάντα, η ιδέα — έστω και εγκληματική — έρχεται πριν απ’ την εξουσία, η οποία με τη σειρά της διαμορφώνει τη γνώμη που χρειάζεται. Ο διανοούμενος — τι κι αν είναι αξιοθρήνητος — έρχεται πριν από τον υπουργό, που κατασκευάζει τους οπαδούς του.

Το βιβλίο — ακόμα και όταν είναι για πέταμα — προηγείται της προπαγανδιστικής εικόνας, που αντί να διδάσκει, παραπλανεί. Και ως αποτέλεσμα τριάντα χρόνων υπομονετικών συγγραφικών προσπαθειών, η πολεμική και η «ανίδεη» εκλογική αναμέτρηση βρίσκουν την φρικτή ανταμοιβή τους στις βαριεστημένες συνειδήσεις και στην αγελαία ψήφο.

Ντροπή σ’ αυτές τις διαδοχικές κυβερνήσεις, που έχουν όλες τους διαγκωνισθεί γύρω από τα αλληλένδετα ζητήματα της «ασφάλειας» και του «μεταναστευτικού», ώστε να αποκρύψουν ότι εξυπηρετούσαν κυρίως τα συμφέροντα της οικονομικής ολιγαρχίας! Ντροπή στους νεορατσιστές και αδιόρθωτα εθνικιστές διανοούμενους, που επίμονα και συστηματικά συγκάλυπταν το κενό που άφησε στα λαϊκά στρώματα η παροδική έκλειψη της κομμουνιστικής υπόθεσης με ένα σωρό ανοησίες για τον ισλαμικό κίνδυνο και την καταστροφή των «αξιών» μας!  

Αυτοί πρέπει τώρα να απολογηθούν για την απειλή του καλπάζοντος φασισμού, του οποίου την ιδεολογική ανάπτυξη προώθησαν χωρίς σταματημό.

 

Ετικέτες:

«ΣΥΡΙΖΑ—Αντίπαλο Δέος;»: Για την επιστολή Τσίπρα

Ο Πρόεδρος τού ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας απευθύνει επιστολή προς τον Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο και την ηγεσία τής ΕΕ προσφέροντας τη συνεργασία του στη διάσωση τής Ελλάδας και τής Ευρώπης
(Solidarité Internationale PCF)

Ο Αλέξης Τσίπρας είναι το νέο ίνδαλμα των γαλλικών και ευρωπαϊκών μέσων ενημέρωσης. Προκαλεί απορία το γεγονός ότι ένας ηγέτης που υποτίθεται ότι ανήκει στη «ριζοσπαστική αριστερά» απολαμβάνει τής ανοχής των ταγμένων στην υπηρεσία τής κυρίαρχης ιδεολογίας μέσων μαζικής ενημέρωσης.

Πρέπει όμως να διαπιστώσουμε ότι οι δηλώσεις και οι προτάσεις τού ηγέτη τού ΣΥΡΙΖΑ κάθε άλλο παρά ανησυχούν την ελληνική και ευρωπαϊκή άρχουσα τάξη.

Πέραν των τακτικών ελιγμών και των μεταβαλλόμενων θέσεών τους ανάλογα με τις απαιτήσεις τής πολιτικής συγκυρίας, τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και ο ηγέτης του επιμένουν απαρέγκλιτα στις εξής αρχές: τη μεταρρύθμιση τού καπιταλιστικού συστήματος και την υπεράσπιση τής ΕΕ.

Μέσα στα στενά όρια ενός άρθρου είναι αδύνατο να απαριθμήσει κανείς όλες τις οπορτουνιστικές δηλώσεις τις οποίες έκανε τα τελευταία χρόνια ο Τσίπρας. Αν περιοριστούμε όμως στις δηλώσεις του των τελευταίων εβδομάδων, είναι διαφωτιστικό και χρήσιμο να αναφερθούμε αφενός στη συμβατότητα τής «ριζοσπαστικής» αυτής «αριστεράς» με το κυρίαρχο σύστημα και αφετέρου στον χαρακτήρα τού περιεχομένου των προτάσεων που απηύθυνε προς το ΚΚΕ για μια «κυβέρνηση τής αριστεράς».

Μια «κυβέρνηση τής αριστεράς» για το συμφέρον τού ελληνικού και ευρωπαϊκού κεφαλαίου

Μια «κυβέρνηση τής αριστεράς» σε συνεργασία με το μεγάλο κεφάλαιο: «Μια κυβέρνηση τής αριστεράς έχει ανάγκη από βιομήχανους και επενδυτές. Έχει ανάγκη από ένα υγιές επιχειρηματικό κλίμα. Έχει ανάγκη από αξιοκρατικούς νόμους [...] Οι επενδύσεις μπορούν να γίνουν και να είναι αποτελεσματικές σε ένα πεδίο αξιοκρατίας, συγκεκριμένων νόμων και όχι σε ένα πεδίο διαφθοράς και διαπλοκής.» (Αλέξης Τσίπρας στο κρατικό τηλεοπτικό κανάλι τής ΝΕΤ, 5 Μαΐου 2012)[1]

Μια «κυβέρνηση τής αριστεράς» διευρυμένης … ώστε να συμπεριλάβει και τη δεξιά: «Εάν, όμως, [...] εμείς [...] χρειαζόμαστε πέντε ψήφους τού Καμμένου (πρόεδρος των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, ενός νέου δεξιού φιλελευθέρου κόμματος) και έρθει να μας τις δώσει ως ανοχή ή ως στήριξη δε θα τον πετάξουμε, δε θα του πούμε δεν τις θέλουμε.» (Αλέξης Τσίπρας στο TVXS, 25 Απριλίου 2012)

Μια «κυβέρνηση τής αριστεράς» για τη διάσωση τής Ευρώπης τού κεφαλαίου: «Την ενωμένη Ευρώπη τής κοινωνικής συνοχής μπορεί να την εγγυηθεί μόνο η ευρωπαϊκή Αριστερά.» (Αλέξης Τσίπρας στα ΝΕΑ, 2 Μαΐου 2012).

Όταν ο ηγέτης τής «ριζοσπαστικής αριστεράς» προσφέρει τις υπηρεσίες του στους ιθύνοντες τής ΕΕ για τη σωτηρία τής Ευρώπης!

Ο Αλέξης Τσίπρας προχώρησε ένα βήμα πέρα από την απλή υιοθέτηση διακηρύξεων όσον αφορά την υποστήριξη τής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην επιστολή που απηύθυνε προσωπικά στους Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, Χέρμαν Βαν Ρομπάϊ και Μάριο Ντράγκι, φανερώνει την πραγματική του αποστολή: να προσφέρει την ενεργή του συμβολή στην προσπάθεια διάσωσης τής ΕΕ.

Όπως γίνεται εύκολα φανερό, η συγκεκριμένη δήλωση αιτιάσεων δεν συνιστά παρά πρόταση συνεργασίας προς τα ηγετικά κλιμάκια τής Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ξεκινά με τη διαπίστωση τής απόρριψης τού Μνημονίου και των κομμάτων που το υποστήριξαν στις εκλογές τής 6ης Μαΐου. Συνεχίζει υπογραμμίζοντας ότι «[οι μνημονιακές πολιτικές] έχουν αποτύχει να αντιμετωπίσουν τις δομικές ανισορροπίες και ανισότητες τής ελληνικής οικονομίας».

Δίδεται έτσι η ευκαιρία στο ΣΥΡΙΖΑ να προσφέρει τις υπηρεσίες του, αφού μάλιστα ήταν το μοναδικό πολιτικό κόμμα που «[είχε επισημάνει] τις ενδογενείς αδυναμίες τής [ελληνικής] οικονομίας», η κατάρρευση τής οποίας αποδίδεται στο ότι η ελληνική άρχουσα τάξη «αγνόησε τις προτάσεις [του] για συγκεκριμένες [διαρθρωτικές] μεταρρυθμίσεις».

Διαβάζοντας ανάμεσα στις γραμμές, το μήνυμα είναι το εξής: με τον ΣΥΡΙΖΑ στο τιμόνι, θα είναι εξασφαλισμένη η σταθερότητα τής ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας.

Ποια είναι η συνταγή για την οικονομία την οποία προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ; Στο κείμενο δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά σε κάποια από τα μέτρα εκείνα που ο ΣΥΡΙΖΑ ενίοτε θέτει ενώπιον τού ελληνικού λαού (αύξηση μισθών, κοινωνικές παροχές, κ.λπ.). Ο Τσίπρας επικαλείται απλώς την αναγκαιότητα «αντιστροφής [τής δυναμικής] τής λιτότητας και τής ύφεσης».

Υπό ποια έννοια οφείλει να μετριαστεί η λιτότητα τής οποίας θύμα είναι ο ελληνικός λαός;

Κατ’ αρχάς, προέχει να «[διασφαλιστεί] η οικονομική και κοινωνική σταθερότητα στη χώρα μας» — να διασφαλιστεί, με άλλα λόγια, το καπιταλιστικό σύστημα στην Ελλάδα.

Στη συνέχεια, επισημαίνεται η ανάγκη αποκατάστασης τής οικονομικής και κοινωνικής σταθερότητας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ως εκ τούτου, πρέπει να επανεξεταστεί «ολόκληρο το πλαίσιο τής υπάρχουσας στρατηγικής, δεδομένου ότι δεν απειλεί μόνο την κοινωνική συνοχή και τη σταθερότητα στην Ελλάδα, αλλά αποτελεί και πηγή αστάθειας για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη».

Ο Τσίπρας κλείνει με μια συγκινητική έκκληση συνεργασίας όλων των δυνάμεων τής ευρωπαϊκής προοπτικής για τη διάσωση τής Ευρώπης: «Το κοινό μέλλον των ευρωπαϊκών λαών βρίσκεται υπό την απειλή αυτών των καταστροφικών επιλογών. Είναι βαθιά η πίστη μας ότι το πρόβλημα τής κρίσης είναι ευρωπαϊκό, και άρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο πρέπει να βρεθεί η λύση».

Αποτελεί όντως άθλο των καθεστωτικών μέσων ενημέρωσης, τόσο στην Ελλάδα και στην Γαλλία, όσο και αλλού, το ότι μπόρεσαν να πλασάρουν έναν πρόθυμο υπάλληλο και υπηρέτη τής Ευρωπαϊκής Ένωσης τού κεφαλαίου — την καινούργια μορφή μιας δευτεροκλασάτης σοσιαλδημοκρατίας — ως τον υποτιθέμενο ηγέτη τής αριστερής αντιπολίτευσης στην κυρίαρχη φιλελεύθερη και ευρωπαϊστική συναίνεση.

Έχοντας απέναντί της μια τέτοια επίσημη αντιπολίτευση, η ευρωπαϊκή άρχουσα τάξη μπορεί να συνεχίσει ανενόχλητη τόσο την πολιτική υπερλιτότητας, εξουδετερώνοντας την εμφάνιση μιας εναλλακτικής πολιτικής πρότασης στο ληστρικό οικονομικό σύστημα τού καπιταλισμού, όσο και την περαιτέρω επίρρωση του αντιδημοκρατικού οικοδομήματος που ακούει στο όνομα «Ευρωπαϊκή Ένωση».

[1]   Οι δηλώσεις τού ΑΤ, εδώ και εδώ.

 
25 Comments

Αναρτήθηκε από τον/την στο 15/05/2012 in «Αριστερά», Πολιτική

 

Μετεκλογικά έωλα

Στην Ελλάδα, επιτυχία τής ριζοσπαστικής Αριστεράς, θεσμικό αδιέξοδο

Le camarade Staline peut reposer tranquillement dans sa tombe, le Parti communiste (PC) grec veille, bien décidé à poursuivre sa mission éternelle : servir la révolution ouvrière, guetter son arrivée, préparer les troupes, et surtout ne pas permettre aux sirènes de faire entendre le chant d’une victoire de la gauche. Pendant la courte campagne électorale, en Grèce, tous les invités communistes des plateaux de télévision insistaient sur une chose : nous sommes le PC, pas la gauche Cette fois, [Alexis] va aller plus loin, proposer des congrès communs, tendre la main aux écologistes (qui n’ont pas pu franchir le seuil de 3 %), aux maoïstes, aux léninistes, aux trotskistes, aux dissidents du PC, à toute la galaxie des partis de la gauche. But inavoué et vœu cher à tous les grecs de gauche, faire imploser le PC pour le reformer sur de nouvelles bases et donner à la gauche grecque sa juste position dans la société.

Ο σύντροφος Στάλιν μπορεί να αναπαύεται ήσυχα στον τάφο του, το ΚΚΕ επαγρυπνεί, αποφασισμένο να εκπληρώσει την αιώνια αποστολή του: να υπηρετήσει την εργατική επανάσταση, να σταθεί φρουρός τής άφιξής της[1], να προετοιμάσει τα στρατεύματα και πάνω από άλλα να μην αφήσει να ακουστεί το τραγούδι των σειρήνων που υπόσχονται νίκη τής αριστεράς. Κατά τη διάρκεια τής σύντομης προεκλογικής εκστρατείας στην Ελλάδα, όλοι οι κομουνιστές που προσκλήθηκαν να εμφανιστούν στα τηλεοπτικά πλατό επέμεναν σε ένα σημείο: είμαστε το Κομουνιστικό Κόμμα, και όχι «αριστερά». [...] Τώρα όμως, [ο Αλέξης-ΣΥΝ/ΡΙΖΑ] επιχειρεί ένα βήμα παραπάνω [το πρώτο ήταν το «μήνυμα ενότητας»], προτείνοντας [στις δυνάμεις τής αριστεράς] να κατεβάσουν κοινό ψηφοδέλτιο, [;[2]], τείνοντας το χέρι στους οικολόγους (που δεν μπόρεσαν να υπερβούν το εκλογικό κατώφλι τού 3%), στους μαοϊστές, τους λενινιστές, τους τροτσκιστές, τους διαφωνούντες τού ΚΚΕ [!!!!!], σε όλο τον «γαλαξία» των κομμάτων τής αριστεράς. Ανομολόγητος σκοπός και διακαής επιθυμία όλων των ελλήνων τής αριστεράς είναι η κατάρρευση τού ΚΚΕ με σκοπό τον μετασχηματισμό του σε νέες βάσεις, ούτως ώστε η ελληνική αριστερά να λάβει τη θέση που της αρμόζει στην ελληνική κοινωνία.

[1] [οι οπορτούνες έχουν πρόβλημα με τις μεταφορές, δεν φταίει ο μεταφραστής]
[2] [Αναφέρεται μάλλον σε αυτό: «Κι αν δεν καταφέρει και το τρίτο κόμμα, το ΠΑΣΟΚ, με τη διερευνητική εντολή, δεν καταφέρει και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να σχηματίσει κυβέρνηση με συνεννόηση, δεν ξέρω ποιόν, πάμε σε εκλογές, χωρίς δική μας ευθύνη και χωρίς να τις ζητάμε θα απευθύνουμε μήνυμα κάλεσμα στις δυνάμεις της Αριστεράς να κατεβάσουμε κοινό ψηφοδέλτιο, πήραμε 35% όλοι μαζί πρόκειται ιστορικά υψηλό ποσοστό για την Αριστερά, ώστε το πρώτο βήμα που κάναμε να έρθουμε δεύτερη δύναμη με νίκη της όλης Αριστεράς στις εκλογές να κάνουμε πράξη την Αριστερή κυβέρνηση» (Δ.Στρατούλης, Βήμα 8/5· δείτε και το εξής).

 
45 Comments

Αναρτήθηκε από τον/την στο 08/05/2012 in Έωλα

 

Κλειστό λόγω εκλογών

Songs of Exile

You don’t know, what love is

Read the rest of this entry »

 
25 Comments

Αναρτήθηκε από τον/την στο 28/04/2012 in Μουσική, Ποίηση

 

Tōru Takemitsu-Film Music


4.

Read the rest of this entry »

 
3 Comments

Αναρτήθηκε από τον/την στο 20/04/2012 in Μουσική

 

«Η λανθάνουσα εξέγερση»—Α.Badiou

Η λανθάνουσα εξέγερση
(Α.Μπαντιού, Το ξύπνημα τής Ιστορίας, κεφ. III, σελ.47-52)

Οι ιστορικές εξεγέρσεις τής εποχής μας — εκείνες δηλαδή που αποτελούν, όσον αφορά την πολιτική ιστορία, ένδειξη τής δυνατότητας για μια νέα κατάσταση πραγμάτων, χωρίς όμως να είναι προς το παρόν σε θέση να υλοποιήσουν τη δυνατότητα αυτή — δεν είναι άλλες από τις πολύμορφες εξεγέρσεις που ξέσπασαν σε πλήθος αραβικών χωρών. Βάσει αυτών θα ορίσω στο επόμενο κεφάλαιο επακριβώς την έννοια τής ιστορικής εξέγερσης, αντιδιαστέλλοντάς την τόσο από την άμεση εξέγερση, η οποία θα πρέπει να θεωρηθεί ως υποδεέστερη μορφή της, όσο και από το ανώτερο ποιοτικά στάδιο τής σε μεγάλη κλίμακα εμφάνισης μιας νέας πολιτικής.

Όμως, τι θα έλεγε κανείς για τις «δυτικές» χώρες;

Αποκαλώ «δυτικές» τις χώρες εκείνες που φέρουν με περηφάνια το όνομα αυτό. Πρόκειται για χώρες που πρωτοστάτησαν ιστορικά στην ανάπτυξη τού καπιταλισμού και που, συνεχίζοντας μια ακμαία πολεμική και ιμπεριαλιστική παράδοση, εξακολουθούν να διαθέτουν μεγάλη δύναμη κρούσης τόσο χρηματοοικονομική, μέσω τής οποίας μπορούν να εξαγοράζουν, σχεδόν παντού στον κόσμο, διεφθαρμένες κυβερνήσεις, όσο και στρατιωτική, πράγμα το οποίο τους επιτρέπει να ασκούν πολιτική εκφοβισμού σε βάρος των εν δυνάμει εχθρών τους, σε βάρος όλων όσων φιλοδοξούν να αμφισβητήσουν την κυριαρχία τους. Ας προσθέσουμε ότι οι χώρες αυτές είναι εξαιρετικά ικανοποιημένες με το πολιτειακό τους σύστημα, το οποίο αποκαλούν «δημοκρατία» και που, στην πραγματικότητα, είναι διαμορφωμένο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται σε μεγάλο βαθμό η ειρηνική συνύπαρξη των διαφόρων μερίδων τής κυβερνώσας ολιγαρχίας, οι οποίες, παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις τους, ομονοούν επί τής ουσίας (οικονομία τής αγοράς, κοινοβουλευτικό καθεστώς, ασίγαστη εχθρότητα απέναντι σε οποιονδήποτε και οτιδήποτε δεν ανήκει στις τάξεις τους, απέναντι σε ό,τι περιλαμβάνεται κάτω από τον γενολογικό όρο «κομμουνισμός»).

Οι δυτικές μας χώρες έχουν ήδη ζήσει την εμπειρία των άμεσων εξεγέρσεων, ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και στο μέλλον η εμπειρία αυτή θα επαναληφθεί σε πολύ μεγαλύτερη έκταση από ό,τι την τελευταία δεκαετία. Ωστόσο, εδώ και σαράντα περίπου χρόνια, δεν έχουμε ζήσει ακόμη μια ιστορική εξέγερση. Η γνώμη μου είναι ότι έχει πλέον εγκαινιαστεί αν όχι η εποχή τής δυνατότητάς της, τουλάχιστον αυτή τής συνθήκης τής δυνατότητάς της, και με αυτό εννοώ μια συμβαντική ρήξη που παρέχει την ιστορική δυνατότητα να εκδηλωθεί κατά τρόπο αιφνίδιο μια κάποια άμεση εξέγερση.

Το κίνητρό μου για να κάνω αυτή την (ομολογουμένως αισιόδοξη) υπόθεση θα έλεγα ότι είναι η διαπίστωση τής ύπαρξης μιας λανθάνουσας εξεγερσιακής υποκειμενικότητας στις αλαζονικές, εύπορες και συνάμα μίζερες χώρες μας — χώρες οι οποίες πλήττονται από την κρίση.

Θα ήθελα να ξεκινήσω δίνοντας ένα παράδειγμα.

Ανάμεσα στα αναρίθμητα ολέθρια αντιλαϊκά μέτρα που εφάρμοσε η κυβέρνηση Σαρκοζί — ίσως η αντιδραστικότερη κυβέρνηση που γνώρισε η Γαλλία από την εποχή τού Πετέν — περιλαμβάνεται, όπως όλοι γνωρίζουμε, και η μεταρρύθμιση τού συνταξιοδοτικού συστήματος. Η υιοθέτηση τού μέτρου από την κυβέρνηση ήρθε να ικανοποιήσει ένα πάγιο και πιεστικό αίτημα των «αγορών», αποδεικνύοντας έτσι ότι ο Σαρκοζί, πειθήνιο εκτελεστικό τους όργανο, σιτίζεται από τα αποφάγια τους. Η εν λόγω μεταρρύθμιση σήμαινε ουσιαστικά την επιμήκυνση τού χρόνου συνταξιοδότησης συνοδευόμενη συγχρόνως από μεγάλη μείωση των συντάξεων. Η «δυναμική απάντηση» που δόθηκε στο μέτρο αυτό υπό την αιγίδα των συνδικάτων ήταν μεν ιδιαίτερα μαζική, αλλά οπωσδήποτε ανεπαρκής. Εκατομμύρια άνθρωποι διαδήλωσαν κατά τής μεταρρύθμισης, αλλά ήταν προφανές ότι οι συνδικαλιστικές ηγεσίες είχαν προδιαγράψει την ήττα. Στην πραγματικότητα, ο στόχος τους περιοριζόταν στο να ελεγχθεί το μαζικό κίνημα και να αποφευχθούν τυχόν «ατοπήματα», εν μακαρία αναμονή των καλύτερων ημερών, που ίσως έρθουν με την εκλογή στην προεδρία ενός «αριστερού» απαρατσίκ.

Θα μπορούσε ωστόσο κανείς να διακρίνει εντός τού κινήματος — τη δράση τού οποίου υπονόμευσαν εκ των έσω οι ηγέτες του, όπως ακριβώς έκαναν και οι διοικητές των γαλλικών στρατευμάτων το 1940, οι οποίοι ας σημειωθεί, εμπιστεύονταν περισσότερο τον Χίτλερ παρά τους κομμουνιστές — πολλές έμμεσες ενδείξεις που επιβεβαίωναν την ύπαρξη μιας εξεγερσιακής τάσης. Καταρχάς, παρά τις «απολιτικές» εντολές και κατευθύνσεις των γραφειοκρατικών ηγεσιών, ακούσαμε πολλές φορές τους διαδηλωτές να επαναλαμβάνουν το σύνθημα «Σαρκοζί, παραιτήσου!» — σύνθημα που, όπως θα εξηγήσω πιο κάτω, χαρακτηρίζει τις ιστορικές εξεγέρσεις. Κατά δεύτερο λόγο, στις φάλαγγες των διαδηλωτών, ήταν εμφανής η απόκλιση από την κοινή γραμμή εκ μέρους συμπαγών και πολυάριθμων ομάδων συνδικαλιστών που διατύπωναν πολύ πιο επιθετικά αιτήματα από εκείνα των ηγεσιών, ζητώντας μάλιστα την άμεση ικανοποίησή τους. Πρέπει να περιλάβουμε εδώ και την απρόσμενη απόφαση τού σωματείου των εργαζομένων στα διυλιστήρια πετρελαίου να αναστείλουν για μερικές μέρες την τροφοδοσία βενζίνης, ιδιαίτερα σκληρή ενέργεια που θα μπορούσε να είχε σοβαρές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις (αρκεί και μόνο να αναφέρουμε ότι η αστυνομία παρενέβη χωρίς καθυστέρηση). Είναι πιθανό τα δεδομένα αυτά να πυροδότησαν το φαινόμενο που παρουσιάζεται πάντα σε περιόδους εξεγέρσεων: τη διάσπαση των κάθε είδους μηχανισμών κάτω από την υποκειμενική πίεση συνθημάτων μέσω των οποίων η συλλογική δράση συμβάλλει στην συσπείρωση και ενοποίηση τού λαού. Τέλος και σημαντικότερο, η επινόηση, έστω και σχετικά περιορισμένου εύρους, νέων μορφών δράσης με δυνάμει εξεγερσιακό χαρακτήρα έθεσε τις βάσεις για το μέλλον. Θα αναφέρω ειδικότερα την πρακτική διεξαγωγής «δωρεάν» απεργιών ή απεργιών «δι’ αντιπροσώπων»: σε κάποια εργοστάσια ή επιχειρήσεις διεξάγονται απεργίες, παρά το γεγονός ότι οι εργαζόμενοί τους χτυπάνε κάρτα. Αυτό συμβαίνει γιατί ένα εξωεργοστασιακό λαϊκό αγωνιστικό μπλοκ, αποτελούμενο κατά κύριο λόγο από ανθρώπους που δεν υποχρεούνται να εργαστούν (όπως, για παράδειγμα, συνταξιούχους, σπουδαστές, αδειούχους, ανέργους κ.λπ.), προχωρούν σε κατάληψη των χώρων εργασίας, προφανώς με τη συμφωνία των απεργών μισθωτών, προκειμένου να εμποδίσουν τη συνέχιση τής παραγωγής. Επομένως, έχουμε να κάνουμε με μια πραγματική απεργιακή κατάσταση, παρόλο που, από νομικής άποψης, οι εργαζόμενοι δεν βρίσκονται σε απεργία, με συνέπεια να δικαιούνται να εισπράττουν το μεροκάματο. Αυτή η διαδικασία επιτρέπει να συνεχιστούν για μεγάλο χρονικό διάστημα απεργίες με κατάληψη των χώρων εργασίας, η διάρκεια των οποίων κυρίως στις μέρες μας είναι, στις περισσότερες των περιπτώσεων, ολιγοήμερη. Και αυτό διότι αφενός μεν οι χαμηλόμισθοι τα βγάζουν πολύ δύσκολα πέρα, αφετέρου δε διότι τα συνδικάτα τους είναι πλέον υπερβολικά εξασθενημένα, με συνέπεια να μην είναι σε θέση να οργανώσουν ισχυρά απεργιακά ταμεία.

Για πολλούς λόγους, αυτή η μορφή δράσης έχει οιονεί εξεγερσιακό χαρακτήρα. Κατ’ αρχάς, επειδή αψηφά τη συνηθισμένη αντιδραστική γνώμη, σύμφωνα με την οποία οι υποθέσεις ενός εργασιακού χώρου αφορούν αποκλειστικά τους εργαζόμενους που απασχολούνται εκεί. Κατά δεύτερο λόγο, επειδή αντιπαρατίθεται σθεναρά στην εξίσου αντιδραστική αντίληψη ότι είναι ανήθικο να απεργεί κανείς, ενώ την ίδια στιγμή δηλώνει ότι εκτελεί κανονικά τα καθήκοντά του. Κατά τρίτον, επειδή συνδέει απόλυτα την «απεργία» με την «κατάληψη», που συνήθως θεωρείται ότι βρίσκεται μία τουλάχιστον βαθμίδα πάνω από την πρώτη όσον αφορά την κλιμάκωση των μορφών βίαιης δράσης. Κατ’ αυτόν δε τον τρόπο προκύπτει μια συμμεριστική εντοπιοποίηση και όχι απλώς μια περιορισμένη και συσταλτική τοπικοποίηση τής κοινής δράσης, όπως θα συνέβαινε αν στην κατάληψη συμμετείχαν αποκλειστικά οι εργαζόμενοι. Κατά τέταρτο λόγο, επειδή θα πρέπει να προετοιμάζεται για το αναπόφευκτο ενδεχόμενο επέμβασης τής αστυνομίας, με αποτέλεσμα να καθίσταται επίκαιρο και πιεστικό το κλασσικό εξεγερσιακό δίλημμα ανάμεσα στην ειρηνική και χωρίς αντίσταση εκκένωση τού κατειλημμένου χώρου και τη μαχητική συνέχιση τής κατάληψης. Τέλος και κυριότερο, χάρις σε αυτήν δίδεται έμπρακτη υπόσταση στον δεσμό μεταξύ περισσοτέρων κοινωνικών στρωμάτων που κατά κανόνα δεν έρχονται σε επαφή μεταξύ τους, έτσι ώστε να δημιουργείται επί τόπου ένας νέος τύπος υποκειμένου πέραν των διαιρέσεων τις οποίες διατηρούν ενεργές τόσο το Κράτος όσο και τα συνδικαλιστικά του παραρτήματα. Και η καλύτερη απόδειξη για αυτό είναι ότι τέτοιου είδους πρωτοβουλίες μεγάλης κλίμακας, όπως ήταν, για παράδειγμα, η κατάληψη αεροδρομίων ή η διακοπή τής λειτουργίας εργοστασίων επεξεργασίας απορριμμάτων, προετοιμάστηκαν και αποφασίστηκαν από ποικιλώνυμες μεν επιτροπές, που ωστόσο χαρακτηρίζονταν κατά κύριο λόγο από το γεγονός ότι συνένωναν σε κοινή δράση φοιτητές, νέους, μισθωτούς (συνδικαλισμένους και μη), συνταξιούχους, διανοούμενους κ.ο.κ. Με σκοπό μάλιστα την ανάληψη άμεσων δράσεων, κατέστη έτσι δυνατή η τοπική υλοποίηση μιας σημαντικής διάστασης των πλέον χαρακτηριστικών εξεγέρσεων: η δημιουργία ενός νέου τύπου λαϊκής ενότητας η οποία βρίσκεται σε απόσταση από τις κρατικές διαστρωματώσεις και προκύπτει ως επακόλουθο τής χάραξης φαινομενικά ετερόκλιτων υποκειμενικών διαδρομών.

Υπέρ τής ερμηνείας ότι οι εν λόγω δράσεις χαρακτηρίζονταν από μια λανθάνουσα εξεγερσιακότητα, αξίζει να συγκρατήσουμε στο νου μας και το ότι τα δεσπόζοντα ΜΜΕ, που, ως γνωστόν, είναι ταγμένα στην προάσπιση και προώθηση τής «δημοκρατικής σύνεσης» (άλλως ειπείν, τής ιδεολογίας τής Α.Δ.Κ.)[1] αγνόησαν επιδεικτικά το γεγονός ότι αυτές αντιπροσώπευαν το πραγματικά καινοτόμο στοιχείο τής κατάστασης — τη μόνη υπόσχεση για το μέλλον την οποία εμπεριείχε ένα εξαιρετικά μαζικό, αλλά, ωστόσο, ανεπαρκές κίνημα — και φρόντισαν ώστε το θέμα να πάρει όσο το δυνατόν µικρότερη δηµοσιότητα.

Μπορούμε επομένως να ισχυριστούμε ότι, παρά την επίφαση αποδοχής και παραίτησης, η «κινητοποίηση» (ατυχής ο όρος …) ενάντια στον συνταξιοδοτικό νόμο τού Σαρκοζί ενείχε μια λανθάνουσα εξεγερσιακότητα. Θα αρκούσε οπωσδήποτε μια σπίθα, ένα δραματικό περιστατικό, το ενδεχόμενο μιας παρανόησης ή βίαιης παρέκκλισης από την κατεύθυνση των συνδικαλιστικών εντολών, για να εισέλθει η εν λόγω «κινητοποίηση» σε δυναμικότερη τροχιά, να δημιουργήσει επί τόπου ένα ισχυρό ρήγμα στην καπιταλιστική-κοινοβουλευτική συναίνεση και να ορθώσει, τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα, απόρθητα λαϊκά αναχώματα.

Έτσι, ακόμη και στις πνιγηρές και καταθλιπτικές χώρες μας, που τείνουν να υποκύψουν στον πειρασμό τής πιο ακραίας αντίδρασης, η λανθάνουσα αυτή εξεγερσιακότητα αποτελεί τεκμήριο τού ότι η συγκυρία μπορεί να συμβάλει στην ανάδυση, μέσα από την ατονία τού κόσμου μας, ενός άλλου απρόβλεπτου κόσμου επέκεινα των νεκρωτικών μας «δημοκρατιών».


[1] [POL: Patrimoine, Occident et Laïcité = Ατομική Ιδιοκτησία, Δύση και Κοσμικότητα]. Αμετάφραστο λογοπαίγνιο, που παραπέμπει στην ιδεολογία τής κατασταλτικής αστυνόμευσης (P.O.L-ice). Στην ελληνική μετάφραση, το ακρώνυμο συνοψίζει την παρεπόμενη «έλλειψη δικαιοσύνης».

 
15 Comments

Αναρτήθηκε από τον/την στο 19/04/2012 in Βία, Δίκαιο, Κράτος, Πολιτική, Υποκείμενο

 

Ετικέτες:

Our Brother The Native

Read the rest of this entry »

 
1 Comment

Αναρτήθηκε από τον/την στο 12/04/2012 in Μουσική

 
 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.