RSS

Αρχείο Ετικετών: Badiou

Ο ρατσισμός των διανοουμένων—Αλαίν Μπαντιού

Μετάφραση: Lenin Reloaded
Επιμέλεια μετάφρασης: dkoss
Πηγή
: Le Monde, αφιέρωμα στις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2012

Το μέγεθος της ψήφου υπέρ της Μαρίν Λε Πεν είναι αναπάντεχο και ανησυχητικό: αναζητούμε εξηγήσεις — η πολιτική τάξη προσφεύγει στην ίδια πάντα «πάσης χρήσεως» κοινωνιολογία: η Γαλλία των χαμηλών στρωμάτων — οι παραπλανημένοι επαρχιώτες, οι εργάτες, οι αμόρφωτοι, φοβισμένοι από την παγκοσμιοποίηση, την υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης, τη διάλυση των [βιομηχανικών] περιοχών τους, τους άγνωστους ξένους που στέκονται στις πόρτες τους — αναδιπλώνεται στον εθνικισμό και στην ξενοφοβία.

Επιπλέον, πρόκειται για τους ίδιους τους «καθυστερημένους» Γάλλους που κατηγορήθηκαν ότι ψήφισαν «Όχι» στο δημοψήφισμα για το Ευρωσύνταγμα — εκείνους που αντιπαραθέτουν με τις μορφωμένες, αστικές, σύγχρονες μεσαίες τάξεις που είναι το κοινωνικό αλάτι της μετριοπαθούς μας δημοκρατίας.

Ας πούμε ότι αυτή η Γαλλία των από κάτω είναι, εν προκειμένω, ο γάιδαρος του μύθου, ο ψωραλέος και άθλιος «λαϊκιστής» απ’ τον οποίο πηγάζει όλο το κακό της Λε Πεν. Έχοντας πει αυτό, όμως, αυτή η πολιτική-μιντιακή κλαψούρα για τον «λαϊκισμό» είναι παράξενη. Θα μπορούσε η δημοκρατική εξουσία, για την οποία είμαστε τόσο περήφανοι, να είναι αλλεργική προς την ιδέα ότι πρέπει να λάβει υπόψη τι σκέφτεται ο λαός; Αυτή, όπως και να ’χει, είναι η γνώμη του λαού, και μάλιστα όλο και περισσότερο. Όταν ρωτήθηκαν «νοιάζονται οι πολιτικοί για το τι σκέφτονται άνθρωποι σαν εσάς;», η εντελώς αρνητική απάντηση «καθόλου» αυξήθηκε από  15% του συνόλου το 1978 στο 42% το 2010! Όσο για το σύνολο των θετικών απαντήσεων  («Πολύ» ή «αρκετά»), αυτό μειώθηκε από 35% σε 17% (για αυτές και άλλες ενδιαφέρουσες στατιστικές ενδείξεις, συμβουλευτείτε το ειδικό τεύχος του La Pensée, «Ο λαός, η κρίση, η πολιτική» των Guy Michelat και Michel Simon). Το ότι η σχέση ανάμεσα στο λαό και στο κράτος δεν είναι σχέση εμπιστοσύνης είναι το ελάχιστο που μπορούμε να πούμε.

Δεν θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι το Κράτος μας δεν έχει τον λαό που του αξίζει, και ότι η σκοτεινή ψήφος υπέρ της Λε Πεν επιβεβαιώνει αυτή την ανεπάρκεια; Η ισχυροποίηση της δημοκρατίας θα απαιτούσε η κυβέρνηση να εκλέξει έναν άλλο λαό, όπως πρότεινε ειρωνικά ο Μπρεχτ…

Η θέση μου είναι ότι θα πρέπει να επικεντρωθούμε σε δύο άλλους ενόχους: στους διαδοχικούς ηγέτες της κρατικής εξουσίας, τόσο της αριστεράς όσο και της δεξιάς, και σ’ ένα σημαντικό τμήμα διανοουμένων.

Σε τελική ανάλυση, δεν είναι οι φτωχοί της επαρχίας που αποφάσισαν να περιορίσουν όσο γίνεται το βασικό δικαίωμα των εργατών σ’ αυτή τη χώρα, όποια κι αν είναι η προέλευσή τους, να ζουν εδώ με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Σοσιαλίστρια υπουργός το έκανε, και μετά όλοι αυτοί της δεξιάς που άρπαξαν την ευκαιρία. Δεν είναι ο αμόρφωτος επαρχιώτης που δήλωσε το 1983 πως οι απεργοί της Ρενώ – στην πλειοψηφία τους Αλγερινοί και Μαροκινοί– ήταν «μετανάστες (…) υποκινούμενοι από θρησκευτικές ή πολιτικές ομάδες που αυτοπροσδιορίζονται σε συνάρτηση με κριτήρια ασύμβατα με τις γαλλικές κοινωνικές πραγματικότητες

´Ήταν ένας σοσιαλιστής πρωθυπουργός, φυσικά προς τέρψιν των «εχθρών» του εκ δεξιών. Ποιος από μας είχε την φαεινή ιδέα να πει ότι ο Λε Πεν μιλά για πραγματικά προβλήματα; Μήπως ήταν ένας αλσατός αγωνιστής του Εθνικού Μετώπου; Όχι, ένας πρωθυπουργός τού Φρανσουά Μιτεράν. Δεν είναι ο καθυστερημένος πληθυσμός της επαρχιακής ενδοχώρας που δημιούργησε τα «κέντρα φιλοξενίας» που φυλακίζουν, πέραν κάθε έννοιας δικαίου,  όλους όσους επιπλέον στερούνται της δυνατότητας να αποκτήσουν νόμιμα χαρτιά βάσει  μόνο του γεγονότος ότι βρίσκονται εδώ.

Δεν είναι οι αγανακτισμένοι κάτοικοι των προαστίων των πόλεών μας που έβγαλαν γενικό φιρμάνι να εκδίδονται γαλλικές βίζες με το σταγονόμετρο, ενώ την ίδια στιγμή καθόριζαν ακόμα και τις ποσοστώσεις των απελάσεων που πρέπει πάση θυσία να γίνονται απ’ την αστυνομία. Η διαδοχή περιοριστικών νόμων που επιτίθενται στην ελευθερία και την ισότητα εκατομμυρίων ανθρώπων που ζουν και εργάζονται εδώ κάτω απ’ το πρόσχημα της αλλοδαπότητας δεν είναι έργο αποχαλινωμένων «λαϊκιστών».

Στο χειρισμό αυτών των νομίμων εγκλημάτων, βρίσκουμε απλούστατα το κράτος — όλες τις διαδοχικές κυβερνήσεις, αρχής γενομένης από τον Φρανσουά Μιτεράν και συμπεριλαμβανομένων όλων ανεξαιρέτως των διαδοχικών κυβερνήσεων μετά από αυτόν. Σε αυτό το θέμα, και αυτά είναι απλώς δύο παραδείγματα, ο σοσιαλιστής Λιονέλ Ζοσπέν γνωστοποίησε τη στιγμή που ήρθε στην εξουσία πως δεν ετίθετο ζήτημα ακύρωσης των ξενοφοβικών νόμων του Σαρλ Πασκά· και ο σοσιαλιστής Φρανσουά Ολλάντ έκανε γνωστό ότι όσον αφορά την πολιτική νομιμοποίησης των χωρίς χαρτιά μεταναστών δεν θα υπάρξει καμία διαφοροποίηση σε σχέση με όσα ίσχυαν κατά την προεδρία του Νικολά Σαρκοζί. Η συνέχεια κατεύθυνσης είναι ξεκάθαρη. Είναι αυτή η πεισματική ενθάρρυνση της ιταμότητας από την πλευρά του κράτους που διαμορφώνει την αντιδραστική και ρατσιστική γνώμη, και όχι το αντίθετο.

Δεν νομίζω, επίσης, πως είναι άγνωστο το γεγονός πως ο Νικολά Σαρκοζί και η συμμορία του βρισκόταν διαρκώς στο μέτωπο του πολιτισμικού ρατσισμού, υψώνοντας ψηλά το λάβαρο της «ανωτερότητας» του αγαπημένου μας δυτικού πολιτισμού και καταθέτοντας προς ψήφιση μια ατέλειωτη σειρά νομοθετικών διακρίσεων που η μοχθηρία τους μας ανατριχιάζει.

Αλλά, στο κάτω-κάτω, δεν βλέπουμε και την αριστερά να ξεσηκώνεται προκειμένου να αντισταθεί με το αναγκαίο σθένος για την αντιμετώπιση μιας τέτοιας αντιδραστικής μανίας. Η αριστερά έφτασε στο σημείο συχνά να δηλώνει ότι «κατανοεί» αυτή την απαίτηση για «ασφάλεια», και υπερψήφισε ψυχρά τέτοιες ανοιχτά παρανοϊκές αποφάσεις όπως αυτές που είχαν ως στόχο την αποβολή από τον δημόσιο χώρο οποιασδήποτε γυναίκας καλύπτει τα μαλλιά ή το σώμα της.

Οι υποψήφιοι της αριστεράς δηλώνουν σε κάθε ευκαιρία ότι θα ξεκινήσουν έναν αδυσώπητο πόλεμο, όχι τόσο ενάντια στη διαφθορά των καπιταλιστών και στη δικτατορία των προϋπολογισμών λιτότητας, αλλά ενάντια στους χωρίς χαρτιά εργάτες και τους ποινικά υπότροπους νεαρούς, ιδίως αν είναι μαύροι ή Άραβες. Στο πεδίο αυτό, η δεξιά και η αριστερά συγκερασμένες έχουν καταπατήσει κάθε αρχή. Πρόκειται πλέον, για όσους στερούνται χαρτιών, όχι για κράτος δικαίου, αλλά για κράτος εξαίρεσης, για κράτους του μη δικαίου. Αυτοί βρίσκονται σε κατάσταση ανασφάλειας και όχι οι εύποροι ντόπιοι. Αν αναγκαζόμασταν, ο Θεός να μας φυλάει, να απελάσουμε κόσμο, θα ήταν καλύτερα να απελάσουμε τους ηγέτες μας και όχι τους πολύ αξιοπρεπείς εργάτες απ’ το Μαρόκο ή το Μαλί.

Και πίσω απ’ όλα αυτά, για πολύ καιρό τώρα, για πάνω από είκοσι χρόνια, ποιον βρίσκουμε; Ποιοι είναι οι ένδοξοι επινοητές του «ισλαμικού κινδύνου», που, σύμφωνα με τους ίδιους, απειλεί να αποσυνθέσει την δυτική κοινωνία και την όμορφή μας Γαλλία; Ποιοι άλλοι από τους διανοούμενους που αφιερώνουν στο αποτρόπαιο αυτό έργο φλογερές επιφυλλίδες, διεστραμμένα βιβλία και κατά παραγγελία «κοινωνιολογικές έρευνες»; Είναι μήπως μια ομάδα από συνταξιούχους επαρχιώτες και εργάτες μικρών αποβιομηχανοποιημένων πόλεων που έχτισαν υπομονετικά όλη αυτή την υπόθεση της «σύγκρουσης πολιτισμών», της υπεράσπισης του «δημοκρατικού συμβολαίου», των απειλών κατά τής υπέροχης «κοσμικότητάς» μας, του «φεμινισμού» που προσβάλλεται από την καθημερινή ζωή των αράβων γυναικών;

Δεν είναι ατυχές ότι τα βέλη στρέφονται αποκλειστικά κατά των ηγετών της άκρας δεξιάς (οι οποίοι απλώς βγάζουν τα κάστανα απ’ τη φωτιά), χωρίς να αποκαλυφθεί ποτέ  η τεράστια ευθύνη όσων, στην υποτιθέμενη «αριστερά» — και ας σημειωθεί εδώ ότι πρόκειται τις περισσότερες φορές για καθηγητές φιλοσοφίας και όχι βεβαίως για ταμίες σουπερμάρκετ — επιχειρηματολογούσαν παθιασμένα πως οι Άραβες και οι μαύροι, και ιδιαίτερα οι νέοι, θα διέφθειραν το εκπαιδευτικό μας σύστημα, θα διέβρωναν τον χαρακτήρα των προαστίων μας, θα επιτίθεντο στις ελευθερίες μας και θα προσέβαλαν τις γυναίκες μας; Ή ότι «παραείχαμε πολλούς» στις ποδοσφαιρικές μας ομάδες; Ακριβώς όπως κάποτε μίλαγε κάποιος για Εβραίους και «μέτοικους», από τους οποίους η αιώνια Γαλλία απειλούνταν θανάσιμα.

Δεν αμφιβάλλω ότι εμφανίστηκαν κάποια φασιστικά γκρουπούσκουλα που δρούσαν στο όνομα του Ισλάμ. Αλλά υπάρχουν επίσης φασιστικά κινήματα που ταυτοποιούνται ως υπερασπιστές της Δύσης ή του Χριστού του Βασιλέως.  Αυτό το γεγονός δεν εμποδίζει κανέναν ισλαμοφοβικό διανοούμενο απ’ το να επαινεί ατελείωτα την ανώτερή μας «δυτική» ταυτότητα και να καταλήγει στο να εντοπίζει τις αξιοθαύμαστές μας «χριστιανικές ρίζες» στην λατρεία μιας κοσμικότητας, για την οποία η Μαρίν Λε Πεν (που ανήκει πλέον στους φανατικότερους οπαδούς του εν λόγω δόγματος) αποκάλυψε επιτέλους το είδος της πολιτικής που την εκκολάπτει.

Στην πραγματικότητα, οι διανοούμενοι είναι που επινόησαν την αντιλαϊκή βία, που έχει κύριο στόχο τη νεολαία των γκέτο, και που είναι το πραγματικό μυστικό της Ισλαμοφοβίας. Και είναι οι κυβερνήσεις, ανίκανες να χτίσουν μια πολιτική κοινωνία ειρήνης και δικαιοσύνης, που παρέδωσαν ως εξιλαστήρια θύματα στις συγχυσμένες και τρομαγμένες εκλογικές τους πελατείες τους ξένους, και κυρίως τους Άραβες εργάτες και τις οικογένειές τους. Όπως πάντα, η ιδέα — έστω και εγκληματική — έρχεται πριν απ’ την εξουσία, η οποία με τη σειρά της διαμορφώνει τη γνώμη που χρειάζεται. Ο διανοούμενος — τι κι αν είναι αξιοθρήνητος — έρχεται πριν από τον υπουργό, που κατασκευάζει τους οπαδούς του.

Το βιβλίο — ακόμα και όταν είναι για πέταμα — προηγείται της προπαγανδιστικής εικόνας, που αντί να διδάσκει, παραπλανεί. Και ως αποτέλεσμα τριάντα χρόνων υπομονετικών συγγραφικών προσπαθειών, η πολεμική και η «ανίδεη» εκλογική αναμέτρηση βρίσκουν την φρικτή ανταμοιβή τους στις βαριεστημένες συνειδήσεις και στην αγελαία ψήφο.

Ντροπή σ’ αυτές τις διαδοχικές κυβερνήσεις, που έχουν όλες τους διαγκωνισθεί γύρω από τα αλληλένδετα ζητήματα της «ασφάλειας» και του «μεταναστευτικού», ώστε να αποκρύψουν ότι εξυπηρετούσαν κυρίως τα συμφέροντα της οικονομικής ολιγαρχίας! Ντροπή στους νεορατσιστές και αδιόρθωτα εθνικιστές διανοούμενους, που επίμονα και συστηματικά συγκάλυπταν το κενό που άφησε στα λαϊκά στρώματα η παροδική έκλειψη της κομμουνιστικής υπόθεσης με ένα σωρό ανοησίες για τον ισλαμικό κίνδυνο και την καταστροφή των «αξιών» μας!  

Αυτοί πρέπει τώρα να απολογηθούν για την απειλή του καλπάζοντος φασισμού, του οποίου την ιδεολογική ανάπτυξη προώθησαν χωρίς σταματημό.

 

Ετικέτες:

«Η λανθάνουσα εξέγερση»—Α.Badiou

Η λανθάνουσα εξέγερση
(Α.Μπαντιού, Το ξύπνημα τής Ιστορίας, κεφ. III, σελ.47-52)

Οι ιστορικές εξεγέρσεις τής εποχής μας — εκείνες δηλαδή που αποτελούν, όσον αφορά την πολιτική ιστορία, ένδειξη τής δυνατότητας για μια νέα κατάσταση πραγμάτων, χωρίς όμως να είναι προς το παρόν σε θέση να υλοποιήσουν τη δυνατότητα αυτή — δεν είναι άλλες από τις πολύμορφες εξεγέρσεις που ξέσπασαν σε πλήθος αραβικών χωρών. Βάσει αυτών θα ορίσω στο επόμενο κεφάλαιο επακριβώς την έννοια τής ιστορικής εξέγερσης, αντιδιαστέλλοντάς την τόσο από την άμεση εξέγερση, η οποία θα πρέπει να θεωρηθεί ως υποδεέστερη μορφή της, όσο και από το ανώτερο ποιοτικά στάδιο τής σε μεγάλη κλίμακα εμφάνισης μιας νέας πολιτικής.

Όμως, τι θα έλεγε κανείς για τις «δυτικές» χώρες;

Αποκαλώ «δυτικές» τις χώρες εκείνες που φέρουν με περηφάνια το όνομα αυτό. Πρόκειται για χώρες που πρωτοστάτησαν ιστορικά στην ανάπτυξη τού καπιταλισμού και που, συνεχίζοντας μια ακμαία πολεμική και ιμπεριαλιστική παράδοση, εξακολουθούν να διαθέτουν μεγάλη δύναμη κρούσης τόσο χρηματοοικονομική, μέσω τής οποίας μπορούν να εξαγοράζουν, σχεδόν παντού στον κόσμο, διεφθαρμένες κυβερνήσεις, όσο και στρατιωτική, πράγμα το οποίο τους επιτρέπει να ασκούν πολιτική εκφοβισμού σε βάρος των εν δυνάμει εχθρών τους, σε βάρος όλων όσων φιλοδοξούν να αμφισβητήσουν την κυριαρχία τους. Ας προσθέσουμε ότι οι χώρες αυτές είναι εξαιρετικά ικανοποιημένες με το πολιτειακό τους σύστημα, το οποίο αποκαλούν «δημοκρατία» και που, στην πραγματικότητα, είναι διαμορφωμένο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται σε μεγάλο βαθμό η ειρηνική συνύπαρξη των διαφόρων μερίδων τής κυβερνώσας ολιγαρχίας, οι οποίες, παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις τους, ομονοούν επί τής ουσίας (οικονομία τής αγοράς, κοινοβουλευτικό καθεστώς, ασίγαστη εχθρότητα απέναντι σε οποιονδήποτε και οτιδήποτε δεν ανήκει στις τάξεις τους, απέναντι σε ό,τι περιλαμβάνεται κάτω από τον γενολογικό όρο «κομμουνισμός»).

Οι δυτικές μας χώρες έχουν ήδη ζήσει την εμπειρία των άμεσων εξεγέρσεων, ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και στο μέλλον η εμπειρία αυτή θα επαναληφθεί σε πολύ μεγαλύτερη έκταση από ό,τι την τελευταία δεκαετία. Ωστόσο, εδώ και σαράντα περίπου χρόνια, δεν έχουμε ζήσει ακόμη μια ιστορική εξέγερση. Η γνώμη μου είναι ότι έχει πλέον εγκαινιαστεί αν όχι η εποχή τής δυνατότητάς της, τουλάχιστον αυτή τής συνθήκης τής δυνατότητάς της, και με αυτό εννοώ μια συμβαντική ρήξη που παρέχει την ιστορική δυνατότητα να εκδηλωθεί κατά τρόπο αιφνίδιο μια κάποια άμεση εξέγερση.

Το κίνητρό μου για να κάνω αυτή την (ομολογουμένως αισιόδοξη) υπόθεση θα έλεγα ότι είναι η διαπίστωση τής ύπαρξης μιας λανθάνουσας εξεγερσιακής υποκειμενικότητας στις αλαζονικές, εύπορες και συνάμα μίζερες χώρες μας — χώρες οι οποίες πλήττονται από την κρίση.

Θα ήθελα να ξεκινήσω δίνοντας ένα παράδειγμα.

Ανάμεσα στα αναρίθμητα ολέθρια αντιλαϊκά μέτρα που εφάρμοσε η κυβέρνηση Σαρκοζί — ίσως η αντιδραστικότερη κυβέρνηση που γνώρισε η Γαλλία από την εποχή τού Πετέν — περιλαμβάνεται, όπως όλοι γνωρίζουμε, και η μεταρρύθμιση τού συνταξιοδοτικού συστήματος. Η υιοθέτηση τού μέτρου από την κυβέρνηση ήρθε να ικανοποιήσει ένα πάγιο και πιεστικό αίτημα των «αγορών», αποδεικνύοντας έτσι ότι ο Σαρκοζί, πειθήνιο εκτελεστικό τους όργανο, σιτίζεται από τα αποφάγια τους. Η εν λόγω μεταρρύθμιση σήμαινε ουσιαστικά την επιμήκυνση τού χρόνου συνταξιοδότησης συνοδευόμενη συγχρόνως από μεγάλη μείωση των συντάξεων. Η «δυναμική απάντηση» που δόθηκε στο μέτρο αυτό υπό την αιγίδα των συνδικάτων ήταν μεν ιδιαίτερα μαζική, αλλά οπωσδήποτε ανεπαρκής. Εκατομμύρια άνθρωποι διαδήλωσαν κατά τής μεταρρύθμισης, αλλά ήταν προφανές ότι οι συνδικαλιστικές ηγεσίες είχαν προδιαγράψει την ήττα. Στην πραγματικότητα, ο στόχος τους περιοριζόταν στο να ελεγχθεί το μαζικό κίνημα και να αποφευχθούν τυχόν «ατοπήματα», εν μακαρία αναμονή των καλύτερων ημερών, που ίσως έρθουν με την εκλογή στην προεδρία ενός «αριστερού» απαρατσίκ.

Θα μπορούσε ωστόσο κανείς να διακρίνει εντός τού κινήματος — τη δράση τού οποίου υπονόμευσαν εκ των έσω οι ηγέτες του, όπως ακριβώς έκαναν και οι διοικητές των γαλλικών στρατευμάτων το 1940, οι οποίοι ας σημειωθεί, εμπιστεύονταν περισσότερο τον Χίτλερ παρά τους κομμουνιστές — πολλές έμμεσες ενδείξεις που επιβεβαίωναν την ύπαρξη μιας εξεγερσιακής τάσης. Καταρχάς, παρά τις «απολιτικές» εντολές και κατευθύνσεις των γραφειοκρατικών ηγεσιών, ακούσαμε πολλές φορές τους διαδηλωτές να επαναλαμβάνουν το σύνθημα «Σαρκοζί, παραιτήσου!» — σύνθημα που, όπως θα εξηγήσω πιο κάτω, χαρακτηρίζει τις ιστορικές εξεγέρσεις. Κατά δεύτερο λόγο, στις φάλαγγες των διαδηλωτών, ήταν εμφανής η απόκλιση από την κοινή γραμμή εκ μέρους συμπαγών και πολυάριθμων ομάδων συνδικαλιστών που διατύπωναν πολύ πιο επιθετικά αιτήματα από εκείνα των ηγεσιών, ζητώντας μάλιστα την άμεση ικανοποίησή τους. Πρέπει να περιλάβουμε εδώ και την απρόσμενη απόφαση τού σωματείου των εργαζομένων στα διυλιστήρια πετρελαίου να αναστείλουν για μερικές μέρες την τροφοδοσία βενζίνης, ιδιαίτερα σκληρή ενέργεια που θα μπορούσε να είχε σοβαρές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις (αρκεί και μόνο να αναφέρουμε ότι η αστυνομία παρενέβη χωρίς καθυστέρηση). Είναι πιθανό τα δεδομένα αυτά να πυροδότησαν το φαινόμενο που παρουσιάζεται πάντα σε περιόδους εξεγέρσεων: τη διάσπαση των κάθε είδους μηχανισμών κάτω από την υποκειμενική πίεση συνθημάτων μέσω των οποίων η συλλογική δράση συμβάλλει στην συσπείρωση και ενοποίηση τού λαού. Τέλος και σημαντικότερο, η επινόηση, έστω και σχετικά περιορισμένου εύρους, νέων μορφών δράσης με δυνάμει εξεγερσιακό χαρακτήρα έθεσε τις βάσεις για το μέλλον. Θα αναφέρω ειδικότερα την πρακτική διεξαγωγής «δωρεάν» απεργιών ή απεργιών «δι’ αντιπροσώπων»: σε κάποια εργοστάσια ή επιχειρήσεις διεξάγονται απεργίες, παρά το γεγονός ότι οι εργαζόμενοί τους χτυπάνε κάρτα. Αυτό συμβαίνει γιατί ένα εξωεργοστασιακό λαϊκό αγωνιστικό μπλοκ, αποτελούμενο κατά κύριο λόγο από ανθρώπους που δεν υποχρεούνται να εργαστούν (όπως, για παράδειγμα, συνταξιούχους, σπουδαστές, αδειούχους, ανέργους κ.λπ.), προχωρούν σε κατάληψη των χώρων εργασίας, προφανώς με τη συμφωνία των απεργών μισθωτών, προκειμένου να εμποδίσουν τη συνέχιση τής παραγωγής. Επομένως, έχουμε να κάνουμε με μια πραγματική απεργιακή κατάσταση, παρόλο που, από νομικής άποψης, οι εργαζόμενοι δεν βρίσκονται σε απεργία, με συνέπεια να δικαιούνται να εισπράττουν το μεροκάματο. Αυτή η διαδικασία επιτρέπει να συνεχιστούν για μεγάλο χρονικό διάστημα απεργίες με κατάληψη των χώρων εργασίας, η διάρκεια των οποίων κυρίως στις μέρες μας είναι, στις περισσότερες των περιπτώσεων, ολιγοήμερη. Και αυτό διότι αφενός μεν οι χαμηλόμισθοι τα βγάζουν πολύ δύσκολα πέρα, αφετέρου δε διότι τα συνδικάτα τους είναι πλέον υπερβολικά εξασθενημένα, με συνέπεια να μην είναι σε θέση να οργανώσουν ισχυρά απεργιακά ταμεία.

Για πολλούς λόγους, αυτή η μορφή δράσης έχει οιονεί εξεγερσιακό χαρακτήρα. Κατ’ αρχάς, επειδή αψηφά τη συνηθισμένη αντιδραστική γνώμη, σύμφωνα με την οποία οι υποθέσεις ενός εργασιακού χώρου αφορούν αποκλειστικά τους εργαζόμενους που απασχολούνται εκεί. Κατά δεύτερο λόγο, επειδή αντιπαρατίθεται σθεναρά στην εξίσου αντιδραστική αντίληψη ότι είναι ανήθικο να απεργεί κανείς, ενώ την ίδια στιγμή δηλώνει ότι εκτελεί κανονικά τα καθήκοντά του. Κατά τρίτον, επειδή συνδέει απόλυτα την «απεργία» με την «κατάληψη», που συνήθως θεωρείται ότι βρίσκεται μία τουλάχιστον βαθμίδα πάνω από την πρώτη όσον αφορά την κλιμάκωση των μορφών βίαιης δράσης. Κατ’ αυτόν δε τον τρόπο προκύπτει μια συμμεριστική εντοπιοποίηση και όχι απλώς μια περιορισμένη και συσταλτική τοπικοποίηση τής κοινής δράσης, όπως θα συνέβαινε αν στην κατάληψη συμμετείχαν αποκλειστικά οι εργαζόμενοι. Κατά τέταρτο λόγο, επειδή θα πρέπει να προετοιμάζεται για το αναπόφευκτο ενδεχόμενο επέμβασης τής αστυνομίας, με αποτέλεσμα να καθίσταται επίκαιρο και πιεστικό το κλασσικό εξεγερσιακό δίλημμα ανάμεσα στην ειρηνική και χωρίς αντίσταση εκκένωση τού κατειλημμένου χώρου και τη μαχητική συνέχιση τής κατάληψης. Τέλος και κυριότερο, χάρις σε αυτήν δίδεται έμπρακτη υπόσταση στον δεσμό μεταξύ περισσοτέρων κοινωνικών στρωμάτων που κατά κανόνα δεν έρχονται σε επαφή μεταξύ τους, έτσι ώστε να δημιουργείται επί τόπου ένας νέος τύπος υποκειμένου πέραν των διαιρέσεων τις οποίες διατηρούν ενεργές τόσο το Κράτος όσο και τα συνδικαλιστικά του παραρτήματα. Και η καλύτερη απόδειξη για αυτό είναι ότι τέτοιου είδους πρωτοβουλίες μεγάλης κλίμακας, όπως ήταν, για παράδειγμα, η κατάληψη αεροδρομίων ή η διακοπή τής λειτουργίας εργοστασίων επεξεργασίας απορριμμάτων, προετοιμάστηκαν και αποφασίστηκαν από ποικιλώνυμες μεν επιτροπές, που ωστόσο χαρακτηρίζονταν κατά κύριο λόγο από το γεγονός ότι συνένωναν σε κοινή δράση φοιτητές, νέους, μισθωτούς (συνδικαλισμένους και μη), συνταξιούχους, διανοούμενους κ.ο.κ. Με σκοπό μάλιστα την ανάληψη άμεσων δράσεων, κατέστη έτσι δυνατή η τοπική υλοποίηση μιας σημαντικής διάστασης των πλέον χαρακτηριστικών εξεγέρσεων: η δημιουργία ενός νέου τύπου λαϊκής ενότητας η οποία βρίσκεται σε απόσταση από τις κρατικές διαστρωματώσεις και προκύπτει ως επακόλουθο τής χάραξης φαινομενικά ετερόκλιτων υποκειμενικών διαδρομών.

Υπέρ τής ερμηνείας ότι οι εν λόγω δράσεις χαρακτηρίζονταν από μια λανθάνουσα εξεγερσιακότητα, αξίζει να συγκρατήσουμε στο νου μας και το ότι τα δεσπόζοντα ΜΜΕ, που, ως γνωστόν, είναι ταγμένα στην προάσπιση και προώθηση τής «δημοκρατικής σύνεσης» (άλλως ειπείν, τής ιδεολογίας τής Α.Δ.Κ.)[1] αγνόησαν επιδεικτικά το γεγονός ότι αυτές αντιπροσώπευαν το πραγματικά καινοτόμο στοιχείο τής κατάστασης — τη μόνη υπόσχεση για το μέλλον την οποία εμπεριείχε ένα εξαιρετικά μαζικό, αλλά, ωστόσο, ανεπαρκές κίνημα — και φρόντισαν ώστε το θέμα να πάρει όσο το δυνατόν µικρότερη δηµοσιότητα.

Μπορούμε επομένως να ισχυριστούμε ότι, παρά την επίφαση αποδοχής και παραίτησης, η «κινητοποίηση» (ατυχής ο όρος …) ενάντια στον συνταξιοδοτικό νόμο τού Σαρκοζί ενείχε μια λανθάνουσα εξεγερσιακότητα. Θα αρκούσε οπωσδήποτε μια σπίθα, ένα δραματικό περιστατικό, το ενδεχόμενο μιας παρανόησης ή βίαιης παρέκκλισης από την κατεύθυνση των συνδικαλιστικών εντολών, για να εισέλθει η εν λόγω «κινητοποίηση» σε δυναμικότερη τροχιά, να δημιουργήσει επί τόπου ένα ισχυρό ρήγμα στην καπιταλιστική-κοινοβουλευτική συναίνεση και να ορθώσει, τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα, απόρθητα λαϊκά αναχώματα.

Έτσι, ακόμη και στις πνιγηρές και καταθλιπτικές χώρες μας, που τείνουν να υποκύψουν στον πειρασμό τής πιο ακραίας αντίδρασης, η λανθάνουσα αυτή εξεγερσιακότητα αποτελεί τεκμήριο τού ότι η συγκυρία μπορεί να συμβάλει στην ανάδυση, μέσα από την ατονία τού κόσμου μας, ενός άλλου απρόβλεπτου κόσμου επέκεινα των νεκρωτικών μας «δημοκρατιών».


[1] [POL: Patrimoine, Occident et Laïcité = Ατομική Ιδιοκτησία, Δύση και Κοσμικότητα]. Αμετάφραστο λογοπαίγνιο, που παραπέμπει στην ιδεολογία τής κατασταλτικής αστυνόμευσης (P.O.L-ice). Στην ελληνική μετάφραση, το ακρώνυμο συνοψίζει την παρεπόμενη «έλλειψη δικαιοσύνης».

 
15 Comments

Αναρτήθηκε από τον/την στο 19/04/2012 in Βία, Δίκαιο, Κράτος, Πολιτική, Υποκείμενο

 

Ετικέτες:

«Η εξέγερση και η Δύση» —Α.Badiou

Η εξέγερση και η Δύση
(Α.Μπαντιού, Το ξύπνημα τής Ιστορίας, κεφ. V, σελ.71-81)

Μια ιστορική εξέγερση αποτελεί πρόκληση για το Κράτος, καθώς τις περισσότερες φορές, μέσω τού αιτήματος τής απομάκρυνσης των κυβερνώντων, εγείρεται ο κίνδυνος για μια απότομη και απροετοίμαστη αλλαγή ή ακόμη και η προοπτική τής ολοκληρωτικής του κατάρρευσης (όπως πράγματι συνέβη με το μοναρχικό καθεστώς τού Σάχη στο Ιράν πριν από τριάντα χρόνια). Από την άλλη πλευρά, πολύ δύσκολα θα υποστήριζε κανείς ότι η εξέγερση θα δώσει όλες τις απαντήσεις για τη φύση και την έκταση τής διαδικασίας πολιτικής αλλαγής στην οποία θα υποβληθεί το Κράτος μετά το ξέσπασμά της· η εξέγερση δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να προκαθορίσει τη μοίρα τού Κράτους.

Στα μαζικά κινήματα ιστορικών διαστάσεων, υπάρχουν βέβαια πάντα άνθρωποι που πιστεύουν ειλικρινά στο αντίθετο. Θεωρούν δηλαδή ότι οι λαϊκές δημοκρατικές πρακτικές τού κινήματος (μιας οποιασδήποτε ιστορικής εξέγερσης, ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου) συνιστούν, κατά κάποιο τρόπο, πρότυπο για το μελλοντικό Κράτος. Στις συνελεύσεις που διοργανώνονται οι παριστάμενοι συμμετέχουν επί ίσοις όροις, όλοι έχουν δικαίωμα λόγου, οι κοινωνικές, θρησκευτικές, φυλετικές, εθνοτικές, έμφυλες κ.λπ. διαφορές δεν έχουν πλέον καμιά σημασία, οι αποφάσεις λαμβάνονται πάντοτε συλλογικά κ.ο.κ. Φαινομενικά, τουλάχιστον. Διότι οι πιο έμπειροι αγωνιστές γνωρίζουν πώς να διοργανώσουν μια συνέλευση μέσω μιας ολιγομελούς, προκαταρκτικής συνάντησης, η οποία θα παραμείνει τελικά μυστική. Αυτό όμως λίγη σημασία έχει, καθώς η αλήθεια είναι ότι τις περισσότερες φορές η τελική απόφαση θα είναι ομόφωνη. Και αυτό διότι θα επικρατήσει, ως αποτέλεσμα τής συζήτησης, η ισχυρότερη και δικαιότερη πρόταση. Εν προκειμένω μπορούμε να πούμε ότι η «νομοθετική» εξουσία — η εξουσία διατύπωσης μιας νέας κατευθυντήριας οδηγίας — ταυτίζεται όχι μόνο με την εξουσία «εκτέλεσης» — την εξουσία εξειδίκευσης και εφαρμογής των προβλέψεών της — αλλά και με αυτήν τού ενεργού συλλογικού-λαϊκού υποκειμένου, που εκφράζεται συμβολικά από την ίδια τη συνέλευση.

Γιατί, λοιπόν, να μην διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής αυτών των στοιχείων τής μαζικής δημοκρατίας, που άλλωστε προκαλούν τόσο μεγάλο ενθουσιασμό, ώστε να συμπεριλάβει ολόκληρο το Κράτος; Αυτό αποκλείεται για τον απλό λόγο ότι μεταξύ τής εξεγερσιακής δημοκρατίας και τού μονότονα επαναληπτικού, τυφλού και καταπιεστικού συστήματος λήψης των κρατικών αποφάσεων — ακόμη και κυρίως όταν αυτές παρουσιάζονται ως «δημοκρατικές» — υπάρχει τόσο μεγάλο χάσμα, που κατά τον Μαρξ ο μόνος πιθανός τρόπος για την αναίρεσή του θα ήταν μέσω τής ολοκλήρωσης μιας διαδικασίας μαρασμού τού ίδιου τού Κράτους. Απαραίτητη δε προϋπόθεση για την ευόδωση τής διαδικασίας αυτής θα είναι όχι η καθολική εξάπλωση τής μαζικής δημοκρατίας, αλλά το διαλεκτικό της αντίθετο, η επιβολή μιας σφιχτής και αδυσώπητης μεταβατικής δικτατορίας.

Ως προς το σημείο αυτό, ο Μαρξ είχε χωρίς αμφιβολία δίκαιο και θα επανέλθω αργότερα στο λογικό αυτό παράδοξο, το οποίο σχετίζεται με την ύπαρξη μιας αναπόφευκτης συνέχειας μεταξύ, αφενός μεν, τής εξισωτικής δημοκρατίας που εγκαθιδρύεται εντός των κόλπων τής ίδιας τής ιστορικής εξέγερσης, αφετέρου δε, τής λαϊκής δικτατορίας που ασκείται προς τα έξω, προς την κατεύθυνση των εχθρών και των υπόπτων (πράγμα δια τού οποίου επιχειρείται η πολιτική πραγμάτωση τού καθήκοντος πίστης προς την εξέγερση).

Είναι όμως αρκετό, προς το παρόν, να παρατηρήσουμε ότι μια ιστορική εξέγερση δεν παρέχει αφ’ εαυτής καμία εναλλακτική λύση όσον αφορά την εξουσία την οποία σκοπεύει να ανατρέψει. Και εδώ διαπιστώνεται μια πολύ σημαντική διαφορά μεταξύ «ιστορικής εξέγερσης» και «επανάστασης», εάν ληφθεί υπόψη ότι, τουλάχιστον από την εποχή τού Λένιν, η τελευταία θεωρείται ότι διαθέτει από μόνη της τα μέσα για την επιτυχή και άμεση κατάληψη τής εξουσίας.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι εξεγερμένοι πάντα διαμαρτύρονται για το γεγονός ότι το νέο καθεστώς ταυτίζεται κατ’ ουσίαν με εκείνο που ανατράπηκε από την εξέγερση. Την αρχετυπική μορφή τής σχέσης αυτής ενσαρκώνει το καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε μετά την πτώση τού Ναπολέοντα Γ΄, ως συνέπεια τής στρατιωτικής ήττας και των ταραχών τής 4 Σεπτεμβρίου 1870, και στο οποίο κυρίαρχη θέση είχε το πολιτικό προσωπικό που προήλθε από την αποκαλούμενη «αντιπολίτευση» στο καθεστώς τής Αυτοκρατορίας. Η «νέα» αυτή εξουσία έδειξε ξεκάθαρα με το μέρος τίνος ήταν, όταν μερικούς μήνες αργότερα κατέσφαξε, χωρίς καμία τύψη, χιλιάδες εργάτες τής Παρισινής Κομμούνας, δείχνοντας έτσι το πραγματικό αντιλαϊκό και βάρβαρο πρόσωπό της.[1]

Το κομμουνιστικό κόμμα, με την έννοια που του έδωσε το ΣΔΕΚΡ[2] και κατόπιν η φράξια των Μπολσεβίκων, ήταν μια οργάνωση που, βάσει μιας διεξοδικής ανάλυσης τής Κομμούνας τού Παρισιού από τον Λένιν, κρίθηκε κατάλληλη να ενσαρκώσει μια εναλλακτική πρόταση εξουσίας και να θεμελιώσει ένα νέο Κράτος ύστερα από την ολοκληρωτική καταστροφή τού παλιού τσαρικού κρατικού μηχανισμού.

Όταν το εξεγερσιακό σχήμα μετατραπεί σε πολιτικό σχηματισμό, όταν, δηλαδή, θα διαθέτει το απαραίτητο πολιτικό προσωπικό, ώστε, σε γενικές γραμμές, να μην χρειάζεται πλέον να προσφύγει στους επαγγελματίες βετεράνους τής κρατικής πολιτικής, τότε μπορεί κανείς να πει ότι η μεσοδιαστηματική περίοδος έφτασε στο τέλος της. Και αυτό διότι μια νέα πολιτική θα έχει αδράξει την ευκαιρία που της παρουσιάστηκε μέσω τής αφύπνισης τής Ιστορίας, όπως αυτή εκφράστηκε, σε συμβολικό επίπεδο, με το ξέσπασμα μιας ιστορικής εξέγερσης.

Για να επιστρέψουμε στις ιστορικές εξεγέρσεις στον αραβικό κόσμο και ιδιαίτερα στην Αίγυπτο και στην Τυνησία, είναι ήδη προφανές ότι αυτές θα συνεχιστούν παρά ή, μάλλον, λόγω των εσωτερικών διαιρέσεων που θα προκύψουν. Μια μερίδα των εξεγερμένων — οι πιο νέοι, οι πιο αποφασισμένοι ή οι πιο οργανωμένοι — θα καταγγείλουν δημόσια ότι οι μεταβατικές κυβερνήσεις, που μόλις ανέλαβαν την εξουσία και πίσω από τις οποίες συχνά υποκρύπτεται η μονιμότητα και η συνέχεια των σημαντικότερων θεσμών και οργάνων τού παλαιού καθεστώτος (όπως είναι για παράδειγμα ο στρατός στην Αίγυπτο), είναι τόσο ξένες προς το λαϊκό κίνημα, ώστε να είναι εξίσου ανεπιθύμητες με τις κυβερνήσεις τού Μπεν Αλί ή τού Μουμπάρακ. Οι διαμαρτυρίες όμως αυτές δεν θα κατορθώσουν, τουλάχιστον προς το παρόν, να διαμορφώσουν την ιδέα βάσει τής οποίας θα μπορέσει να πάρει οργανωμένη μορφή η πιστότητα προς την ιστορική εξέγερση. Αυτό άλλωστε εξηγεί και την έντονη αμηχανία και αναποφασιστικότητα των εμπλεκομένων, στοιχείο το οποίο, υπό μια καθαρά τυπική θεώρηση των πραγμάτων, επιτρέπει τον παραλληλισμό τής σημερινής κατάστασης στον αραβικό κόσμο με αντίστοιχες καταστάσεις που συνέβησαν τον 19ο αιώνα.[3]

Μετά απ’ όλα αυτά, δεν μπορούμε να αποφύγουμε το ερώτημα: ποια είναι τα κριτήρια που επιτρέπουν να αξιολογηθεί η σημασία μιας εξέγερσης, να αποτιμηθεί το εύρος τής ιστορικής αφύπνισης που αυτή ενσαρκώνει;

Οι δυτικές δυνάμεις και τα εξαρτώμενα από αυτές μέσα ενημέρωσης είχαν εξ αρχής έτοιμη την απάντηση: σύμφωνα με την οπτική τους, οι εξεγέρσεις στις αραβικές χώρες διαπνέονται από την επιθυμία τής «ελευθερίας», με την έννοια που δίνουν στη λέξη αυτή οι κάτοικοι τής Δύσης, νοούμενης δηλαδή ως «ελευθερογνωμίας» — η οποία έχει όμως ως σταθερό σημείο αναφοράς αφενός τον αχαλίνωτο καπιταλισμό (την «ελευθερία τού επιχειρείν») και αφετέρου το πολίτευμα που θεμελιώνεται στην κοινοβουλευτική αντιπροσώπευση (μέσω τής διεξαγωγής «ελεύθερων εκλογών», οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα επιλογής διαχειριστών τού υπάρχοντος συστήματος ανάμεσα σε υποψήφιους που δεν διαφέρουν παρά ελάχιστα μεταξύ τους).

Όσον αφορά τις εξεγέρσεις στον αραβικό κόσμο, οι κυβερνώντες μας και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης προτείνουν ουσιαστικά ένα απλό ερμηνευτικό σχήμα. Εδώ υποτίθεται ότι εκδηλώνεται αυτό που θα μπορούσε να αποκληθεί επιθυμία για τη Δύση: με άλλα λόγια, η επιθυμία να «απολαύσουν» και αυτοί όλα όσα ήδη «απολαμβάνουμε» εμείς οι χορτασμένοι και απαθείς πολίτες των εύπορων χωρών· η επιθυμία τους να ενσωματωθούν, επιτέλους, στον «πολιτισμένο κόσμο»· τον κόσμο που οι Δυτικοί, αμετανόητοι απόγονοι ρατσιστών εποίκων, πιστεύουν ακράδαντα ότι εκπροσωπούν, και μάλιστα σε σημείο που να στήνουν διεθνή «δικαστήρια» για να δικάσουν εκείνους που πρεσβεύουν διαφορετικές αξίες και αρχές (έστω κι αν αυτές μερικές φορές είναι, πράγματι, ελάχιστα αξιέπαινες) ή ακόμα και όσους μοιάζουν απλώς να προσπαθούν να αποτινάξουν τη βαριά κηδεμονία τής «διεθνούς κοινότητας» (έστω κι αν ενίοτε ενεργούν με καθαρά ιδιοτελή κίνητρα). Ωστόσο, όταν οι Δυτικοί περιβάλλουν τις παρεμβάσεις του με τον μανδύα τού Νόμου, δείχνουν να ξεχνούν ότι η υποτιθέμενη εξουσία τους να υπαγορεύουν το Αγαθό δεν είναι παρά ένα εκσυγχρονισμένο όνομα για τον ιμπεριαλιστικό παρεμβατισμό.

Κάθε μαζικό κίνημα εκφράζει αναμφίβολα ένα επιτακτικό αίτημα ελευθερίας. Εφόσον μάλιστα πρόκειται για βαθιά διεφθαρμένα, αυταρχικά και απόλυτα υποταγμένα στις ιμπεριαλιστικές επιθυμίες καθεστώτα, όπως αυτά τού Μπεν Αλί και τού Μουμπάρακ, ένα τέτοιο αίτημα είναι απόλυτα θεμιτό και δικαιολογημένο. Από την άλλη, όμως, η άποψη ότι η εν λόγω επιθυμία συνιστά, κατ’ ουσίαν, επιθυμία για τη Δύση εμφανίζεται απείρως πιο προβληματική.

Πρέπει να θυμόμαστε ότι έως σήμερα δεν έχει υπάρξει απολύτως καμία ένδειξη για την πρόθεση τού Δυτικού Μπλοκ να μεριμνήσει για την υλοποίηση τής «ελευθερίας» στις χώρες όπου παρεμβαίνει, ενίοτε και ενόπλως. Εκείνο που έχει σημασία για εμάς τους «πολιτισμένους» είναι η απάντηση που δίνεται στο ερώτημα «είστε μαζί μας ή όχι;», εννοώντας, βεβαίως, με την έκφραση αυτή την εθελόδουλη ένταξή τους στο σύστημα τής παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, πράγμα που επιτυγχάνεται μέσω ενός διεφθαρμένου, ντόπιου πολιτικού προσωπικού το οποίο δραστηριοποιείται στο έδαφος των χωρών αυτών συνεργαζόμενο στενά με αντεπαναστατικές στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις, εκπαιδευμένες, εξοπλισμένες και πλαισιωμένες από δικούς μας στρατιωτικούς, πράκτορες μυστικών υπηρεσιών και εμπόρους εξοπλισμών. Αν και ορισμένες «φίλες χώρες» όπως η Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν, η Νιγηρία, το Μεξικό — και πολλές άλλες ακόμη — είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο διεφθαρμένες και αυταρχικές με την Τυνησία τού Μπεν Αλί και την Αίγυπτο τού Μπουμπάρακ, σπάνια ακούει κανείς να εκφέρουν γνώμη επί τού θέματος κάποιοι από εκείνους που, με αφορμή τα γεγονότα στην Τυνησία και την Αίγυπτο, εμφανίστηκαν ως θερμοί υποστηρικτές όλων ανεξαιρέτως των εξεγέρσεων υπέρ τής ελευθερίας. Δίνεται έτσι η εντύπωση ότι τα Κράτη μας προτιμούν την ηρεμία και την σταθερότητα που εξασφαλίζουν τα φιλικά δικτατορικά καθεστώτα από την αβεβαιότητα τής εξέγερσης. Από τη στιγμή, όμως, που αυτή θα ερμηνευθεί ως — ή, προτιμότερο, καταλήξει να αποτελεί — έκφραση τής επιθυμίας για τη Δύση, τότε οι πολιτικοί μας και τα μέσα ενημέρωσης θα σπεύσουν να τη χαιρετήσουν.

Μια τέτοια ωστόσο έκβαση δεν είναι εξασφαλισμένη. Και μόνο το γεγονός ότι, στη Λιβύη, οι Γάλλοι και οι Άγγλοι υποχρεώθηκαν (με τον Μπερνάρ-Ανρί Λεβί σε ρόλο κολαούζου και προπαγανδιστή) να φτιάξουν οι ίδιοι το «αντάρτικο» — μαζεύοντας ανθρώπους τού σκοινιού και τού παλουκιού, τους οποίους εξόπλισαν, οργάνωσαν και συνέδραμαν από αέρος και εκ των οποίων, όπως έγινε γνωστό, οι μόνοι αξιόμαχοι ήταν (άκουσον, άκουσον!) βετεράνοι τής Αλ Κάιντα που αποδείχθηκαν, έως τώρα τουλάχιστον, πειθήνια όργανα των Δυτικών (η Λιβύη είναι η μόνη χώρα στον κόσμο όπου κάποιοι είχαν την έμπνευση να επευφημήσουν τον Σαρκοζί) — δείχνει τελικά πόσο πολύ οι κυβερνώντες μας αγωνιούν για το ενδεχόμενο μήπως οι αληθινές εξεγέρσεις φέρουν στο φως κάτι άλλο από την άμετρη αγάπη των εξεγερμένων για τους αυτοκρατορικούς πολιτισμούς μας. Το να γίνεται λόγος για συγκλονιστική «νίκη των ανταρτών», μετά από πέντε μήνες στρατιωτικών επιχειρήσεων με τη συμμετοχή αγγλογαλλικών αεροπορικών δυνάμεων υπό αμερικανικό επιχειρησιακό έλεγχο, ελικοπτέρων εφόδου, στρατιωτικών στελεχών και πρακτόρων εδάφους, είναι ειλικρινά γελοίο.

Όμως, είναι αυτού τού είδους η νίκη που λατρεύουν οι Δυτικοί («Τη δουλειά την κάναμε εμείς», όπως ομολόγησε απερίφραστα ο ίδιος ο Ζιπέ), κι αυτό γιατί, σε περίπτωση που πρόκειται για γνήσιες λαϊκές εξεγέρσεις, θα τους βασανίζει συνέχεια η σκέψη πως ίσως τελικά έχουν να κάνουν με ανθρώπους που δεν θέλουν να γκαρίζουν για το χατίρι τού Κάμερον, τού Σαρκοζί και τού Ομπάμα. Μήπως — κι εδώ είναι ολοφάνερη η αγωνία τους — όλα όσα συμβαίνουν σχετίζονται με μια αδιαμόρφωτη ακόμη αλλά πολύ δυσάρεστη για αυτούς Ιδέα; Μήπως αναδεικνύουν μια αντίληψη για τη δημοκρατία εντελώς διαφορετική από τη δική τους; Εν μέσω τής αβεβαιότητας αυτής, το συμπέρασμα στο οποίο οδηγούνται είναι το ακόλουθο: «ας ξεσκονίσουμε, λοιπόν, τα όπλα μας, επιλέγοντας καναδυό στόχους για εξάσκηση».

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, πρέπει να προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τι είναι ή τι μπορεί να είναι ένα λαϊκό κίνημα που ανάγεται σε μια «επιθυμία τής Δύσης» και ποια μορφή θα μπορούσαν να λάβουν οι σημερινές εξεγέρσεις, εάν κατάφερναν να ξεπεράσουν τον θανάσιμο αυτό πειρασμό.

Μια πρώτη απόπειρα θα ήταν να πούμε ότι, όταν ενδίδει στην επιθυμία τής Δύσης, η εξέγερση θα προσδιορίζεται κατά άμεσο τρόπο από τον αντιαυταρχικό της χαρακτήρα, οπότε ναι μεν η αρνητική και λαϊκή της δύναμη θα πηγάζει από το συγκεντρωμένο πλήθος, πλην όμως ως δύναμη κατάφασης θα συμμορφώνεται αποκλειστικά και μόνο με τις αρχές και τα πρότυπα που αποτελούν το καύχημα τής Δύσης. Ένα λαϊκό κίνημα που ανταποκρίνεται στον ορισμό αυτό είναι πιθανό ότι θα διοχετεύσει όλο το δυναμικό του στην κατεύθυνση τής προώθησης ορισμένων ασήμαντων συνταγματικών μεταρρυθμίσεων και τής διεξαγωγής εκλογών υπό τη στενή εποπτεία τής «διεθνούς κοινότητας», στις οποίες, προς έκπληξη όλων των συμπαθούντων, θα κυριαρχήσουν είτε οι γνωστοί επαγγελματίες μισθοφόροι στην υπηρεσία των συμφερόντων τής Δύσης είτε μια ξαναζεσταμένη σούπα από «μετριοπαθείς ισλαμιστές», από τους οποίους, όπως γίνεται σιγά-σιγά αντιληπτό, δεν έχουν να φοβηθούν σχεδόν τίποτα οι κυβερνώντες μας. Αυτό που ισχυρίζομαι είναι ότι στο τέλος μιας τέτοιας διαδικασίας γινόμαστε μάρτυρες ενός φαινομένου υπαγωγής και προσάρτησης στη Δύση.

Σύμφωνα με την ερμηνεία που επικρατεί στα μέρη μας, το εν λόγω φαινόμενο, το οποίο περιγράφεται ως «νίκη τής δημοκρατίας», είναι η φυσιολογική και επιθυμητή κατάληξη των εξεγερσιακών διαδικασιών που εκτυλίσσονται στον αραβικό κόσμο.

Έτσι άλλωστε εξηγείται γιατί, στον τόπο μας, αντιθέτως, οι εξεγέρσεις προκαλούν τον αποτροπιασμό και αντιμετωπίζονται με βάρβαρη καταστολή. Αφού οι «καλές εξεγέρσεις» χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι διεκδικούν την υπαγωγή τους στη Δύση, γιατί να μπει κανείς στον κόπο να εξεγερθεί στις αναπτυγμένες και σταθερές δημοκρατίες μας, εκεί δηλαδή όπου η εν λόγω υπαγωγή αποτελεί πάγια κατάσταση; Οι άπλυτοι (οι Άραβες, οι Νέγροι, οι Ασιάτες και οι υπόλοιποι εργάτες στις χώρες-κολαστήρια) διατηρούν το «δικαίωμα» — από καιρού εις καιρό και χωρίς υπερβολές — να θέλουν να γίνουν «σαν και μας»· πόσο μάλλον όταν κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί στον αιώνα τον άπαντα και ενώ θα συνεχίζεται με διάφορες μορφές η πατροπαράδοτη πρακτική τής αποικιακής λεηλασίας, που τροφοδοτεί την αδιαφορία και την απάθειά μας. Από την άλλη, στις χώρες μας, τους παρέχεται το δικαίωμα τής εργασίας και τής ψήφου που οφείλουν να ασκούν σιωπηρώς και κατά μόνας. Κι άμα θέλουν, ας κάνουν αλλιώς! Ο Κάμερον με τα λονδρέζικα γκούλαγκ για τους νεαρούς των μεγαλουπόλεων και ο Σαρκοζί με την σκούπα πλυσίματος Κέρχερ για τις λέρες των προαστίων στέκονται ακοίμητοι φρουροί στις επάλξεις τού πολιτισμού.

Αν ισχύει η πρόβλεψη τού Μαρξ ότι το πεδίο πραγμάτωσης των χειραφετητικών ιδεών είναι παγκόσμιο (κάτι που, ειρήσθω εν παρόδω, δεν ίσχυε στην πραγματικότητα για τις επαναστάσεις τού 20ού αιώνα), τότε τέτοια φαινόμενα υπαγωγής στη Δύση δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν πραγματική αλλαγή. Αντιθέτως, η πραγματική αλλαγή θα συνίστατο, κατά κάποιο τρόπο, στην «αποδυτικοποίηση», στην αποχώρηση από τη Δύση, και μάλιστα με τη μορφή τού αποκλεισμού. Όνειρα, θα μου πείτε. Μπορεί να είναι κι έτσι, όνειρα που ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια μας. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, αυτό πρέπει να ονειρευόμαστε, γιατί μ’ αυτό το όνειρο μπορεί κανείς, χωρίς να υποκύψει στο μηδενισμό τού «no future» και χωρίς να απαρνηθεί τα πιστεύω του, να διατρέξει τα δύσκολα χρόνια μιας μεσοδιαστηματικής περιόδου.


[1] Είναι ουσιώδης η ανασύνθεση τού χρονικού τής γένεσης τής (κοινοβουλευτικής) έννοιας τής «αριστεράς» με αφετηρία την «ρεπουμπλικανική» της προέλευση, δηλαδή την κυβέρνηση που σχηματίστηκε από την αριστερή αντιπολίτευση στον Ναπολέοντα Γ΄ και η οποία ανήλθε στην εξουσία το 1870. Θλιβεροί πρωταγωνιστές αυτής τής υπόθεσης, που οδήγησε στη συνθηκολόγηση με τους Πρώσσους και κατόπιν στη βάρβαρη σφαγή των κομμουνάρων, ήταν οι Θιέρσοι και οι τρεις Ζυλ, όπως χαρακτηριστικά τους αποκαλεί ο Γκιγιεμέν (ο Ζυλ Φερί, ο Ζυλ Γκρεβί και ο Ζυλ Σιμόν). Η γαλλική αριστερά (τής αποικιοκρατίας, τής Ιερής Ένωσης τού 1914-18, τής ευρείας υποστήριξης στον Πετέν, τού πολέμου τής Αλγερίας, τής συμμετοχής στο πραξικόπημα τού Ντε Γκωλ το 1958, τής χρηματοοικονομικής παγκοσμιοποίησης υπό τον Μιτεράν, τής κατασταλτικής μεταχείρισης των εργατών αφρικανικής καταγωγής, και θα μπορούσα να συνεχίσω επί μακρόν τον κατάλογο …) παρέμεινε από τότε πιστή στις ρίζες της. Όσον αφορά τον προσδιορισμό τής λέξης «αριστερά» συναρτήσει μιας αντεπαναστατικής σταθεράς, δίνω ορισμένες αδρές κατευθύνσεις στο κεφάλαιο τής «Κομμουνιστικής Υπόθεσης», έ.α., που αφιερώνεται στην Κομμούνα τού Παρισιού.
[2] Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας. Επαναστατική μαρξιστική οργάνωση που ιδρύθηκε τον Μάρτιο τού 1898 και η οποία αργότερα διασπάστηκε σε δύο φράξιες, τους μπολσεβίκους και τους μενσεβίκους. [Σημ.Συντ.]
[3] Μεταξύ των διαλεκτικών ενδείξεων τού ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, επιστροφή στην καθαρή του μορφή — στον τρόπο δηλαδή με τον οποίο τον είδαμε να λειτουργεί κατά τα μέσα τού 19ου αιώνα — περιλαμβάνεται και η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ομοιότητα μεταξύ των εξεγέρσεων στον αραβικό κόσμο και τής ευρωπαϊκής «επανάστασης» τού 1848: η ίδια ή παρόμοια, φαινομενικά συνηθισμένη αφορμή, παρόμοιος γενικός ξεσηκωμός, παρόμοια διάδοση των εξεγέρσεων σε όλη την έκταση ενός ιστορικής σημασίας χώρου (οι εξεγέρσεις τού 1848 ξέσπασαν βέβαια στην Ευρώπη), παρόμοιες διαφοροποιήσεις ανά χώρα, παρόμοιες φλογερές αν και αόριστες συλλογικές διακηρύξεις, παρόμοιος αντιαυταρχικός προσανατολισμός, παρόμοιες αβεβαιότητες και αμφιβολίες, η ίδια υποβόσκουσα ένταση μεταξύ τής εργατικής και τής διανοουμενίστικης και μικροαστικής τους συνιστώσας κ.ο.κ. Γνωρίζουμε ότι στην πραγματικότητα καμία από αυτές δεν μπόρεσε να οδηγήσει σε μια νέα κοινωνικοκρατική κατάσταση πραγμάτων. Είναι, όμως, εξίσου γνωστό ότι χάρη σε αυτές άρχισε μια εντελώς νέα πολιτική ακολουθία, που δεν ολοκληρώθηκε παρά στη δεκαετία τού 1980. Και αυτό οφείλεται στο ότι η Ιδέα μπόρεσε να συναρμοστεί με τα ιστορικά συμβάντα. Πράγματι, αν και νικημένοι οδομάχοι των γερμανικών εξεγέρσεων, ο Μαρξ και ο Ένγκελς υπέγραψαν ένα από τα πιο θριαμβευτικά κείμενα τής Ιστορίας, το Μανιφέστο τού κομμουνιστικού κόμματος.

 
6 Comments

Αναρτήθηκε από τον/την στο 11/04/2012 in Βία, Κομμουνιστική Υπόθεση, Υποκείμενο, Φιλοσοφία

 

Ετικέτες:

«Ανακεφαλαίωση» —Α.Badiou

Θεωρητική ανακεφαλαίωση
(Α.Μπαντιού, Το ξύπνημα τής Ιστορίας, κεφ. ΙΧ, σελ.127-139)

Δεδομένου τού ότι η έννοια τής πολιτικής αλήθειας συνθέτει και ενσωματώνει ό,τι σημαίνει για μένα, υπό τις τρεις εκφάνσεις της, η αφύπνιση τής Ιστορίας, θα ήθελα να ξεκινήσω επαναλαμβάνοντας εδώ τον ορισμό της, με κάποιες όμως μικρές διαφοροποιήσεις. Μια πολιτική αλήθεια αποτελεί ακολουθία συνεπειών που οργανώνονται σε συνάρτηση με μια Ιδέα και οι οποίες απορρέουν από ένα μαζικό λαϊκό συμβάν, στο πλαίσιο τού οποίου οι παράγοντες τής όξυνσης, τής συστολής και τής τοπικοποίησης συντελούν στην υποκατάσταση ενός ταυτοτικού αντικειμένου και των συναφών με αυτό διαχωριστικών όρων από μια πραγματική παρουσίαση τής γενολογικής δύναμης τού πολλαπλού.

Θα αναδιατυπώσω, εν είδει ανακεφαλαίωσης, κάθε επιμέρους στοιχείο τού ορισμού με κάποιες νέες επισημάνσεις.

Μια πολιτική αλήθεια αποτελεί

Σύμφωνα με ένα σημαντικό ρεύμα τής πολιτικής φιλοσοφίας, ένα από τα χαρακτηριστικά τής πολιτικής είναι το ότι αυτή είναι και οφείλει να παραμείνει ξένη προς την έννοια τής αλήθειας. Η τάση αυτή, ιδιαίτερα επικρατούσα στις μέρες μας, υποστηρίζει ότι κάθε απόπειρα συσχέτισης τής πολιτικής διαδικασίας με την έννοια τής αλήθειας ενέχει τον κίνδυνο τής ολοκληρωτικής εκτροπής. Αυτό που συνάγεται από την εν λόγω αξιωματική παραδοχή — που αξίζει να σημειωθεί ότι αποτελεί στην πραγματικότητα φιλελεύθερο αξίωμα ή, για να ακριβολογήσω, αξίωμα τού «αριστερού» φιλελευθερισμού — είναι ότι στην πολιτική υπάρχουν μόνο γνώμες. Σε πιο εκλεπτυσμένη μορφή το αξίωμα αυτό μπορεί να διατυπωθεί και ως εξής: στην πολιτική υπάρχουν μόνο κρίσεις και οι αντίστοιχες συνθήκες εκφοράς τους.

Θα διαπιστώσετε ότι σε καμία περίπτωση οι υποστηρικτές τής άποψης αυτής δεν θα ισχυρίζονταν ότι, στην επιστήμη, στην τέχνη ή ακόμη και στη φιλοσοφία, υπάρχουν μόνο γνώμες. Πρόκειται λοιπόν για στάση που χαρακτηρίζει την πολιτική φιλοσοφία. Τις απαρχές τής σχετικής επιχειρηματολογίας θα πρέπει να τις αναζητήσουμε στη Χάνα Άρεντ, στους άγγλους φιλελεύθερους, ίσως και στον Μοντεσκιέ ή και τους έλληνες σοφιστές. Εκείνο που υποστηρίζεται είναι ότι η πολιτική (και εδώ, εξυπακούεται βέβαια η δημοκρατική πολιτική, αφού για τους φιλελεύθερους τής αριστεράς κάθε άλλη μορφή πολιτικής δεν συνιστά ουσιαστικά πολιτική), διακύβευμα τής οποίας είναι το συνυπάρχειν, οφείλει να δημιουργεί έναν ειρηνικό χώρο αντιπαράθεσης ποικίλων και συχνά αντιφατικών μεταξύ τους απόψεων, με την επιφύλαξη όμως τής συμφιλίωσης και τής εναρμόνισής τους — και εδώ εντοπίζεται η δυσκολία — με βάση έναν «κανόνα παιχνιδιού» που να επιτρέπει τον προσδιορισμό τής άποψης που θα επικρατήσει προσωρινά, χωρίς να απαιτείται βίαιη πάλη.

Όπως ήδη γνωρίζουμε, ο εν λόγω κανόνας δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από αυτόν τής καταμέτρησης των ψήφων. Οι φιλελεύθεροί μας διατείνονται ότι η ενδεχόμενη ύπαρξη μιας πολιτικής αλήθειας θα συνεπάγεται υποχρεωτικά την άσκηση καταπίεσης, η οποία στην καλύτερη περίπτωση θα έχει ελιτίστικο και στη χειρότερη τρομοκρατικό χαρακτήρα (αλλά ας μην ξεχνάμε ότι, από την οπτική των φιλελεύθερων, η μετάβαση από τη μια κατάσταση στην άλλη — η οποία μετάβαση λίγο‒πολύ ταυτίζεται με το πέρασμα από τον Λένιν στον Στάλιν — είναι σχεδόν επιβεβλημένη), σε βάρος τού σκοτεινού και ομιχλώδους καθεστώτος των γνωμών. Αυτή η αντίληψη εδραιώθηκε στους κύκλους τής δυτικής διανόησης τα τελευταία τριάντα χρόνια, με άλλα λόγια από την εγκαινίαση τής περιόδου τής αντίδρασης που έχω χαρακτηρίσει ως «μεσοδιαστηματική» και τής οποίας την έναρξη τοποθετώ στα τέλη τής δεκαετίας τού 1970.

Αλλά ίσως αυτό που θέλουν να μας πουν τόσοι λαοί και τόσες διαφορετικές καταστάσεις, χρησιμοποιώντας μια εξεγερσιακή γλώσσα που παραμένει σκοτεινή και δυσνόητη, είναι ότι η περίοδος αυτή έφτασε στο τέλος της, ότι υπήρξε, πράγματι, μια αφύπνιση τής Ιστορίας. Οφείλουμε λοιπόν, διδασκόμενοι από το συμβάν, να ανασύρουμε από τη μνήμη μας την επαναστατική Ιδέα, δίνοντάς της μια νέα μορφή.

Η αντίληψη ότι υπάρχουν πολιτικές αλήθειες και ότι η πολιτική δράση συνιστά αφ’ εαυτής έναν παρατεταμένο αγώνα τής αλήθειας κατά τού ψεύδους είναι αυτό ακριβώς που σε αφηρημένο επίπεδο, σε επίπεδο φιλοσοφίας, χαρακτηρίζει την πολιτικο-επαναστατική Ιδέα. Όταν κάνω λόγο για πολιτική αλήθεια, εννοώ βέβαια μια διαδικασία και όχι μια απλή κρίση: μια πολιτική αλήθεια δεν μπορεί να είναι τού τύπου «λέω ότι έχω δίκιο κι ότι ο άλλος έχει άδικο» ή «είναι σωστό να αισθάνομαι συμπάθεια για τον τάδε ηγέτη και να απεχθάνομαι τον αντίπαλό του». Η αλήθεια είναι κάτι που υφίσταται μόνο στο πλαίσιο τής ενεργού της διαδικασίας και εμφανίζεται, ως τέτοια, μέσα από τις διάφορες καταστάσεις από τις οποίες διέρχεται η διαδικασία αυτή. Οι αλήθειες δεν προϋπάρχουν των πολιτικών διαδικασιών και, ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα επαλήθευσης ή εφαρμογής τους. Οι αλήθειες ταυτίζονται με την ίδια την πραγματικότητα, νοούμενη ως πλέγμα διαδικασιών παραγωγής πολιτικών καινοτομιών, ακολουθιών, επαναστάσεων κ.τ.λ.

Αλήθειες — αλλά ποιου πράγματος; Αλήθειες για το τι πραγματικά είναι η συλλογική παρουσίαση τής ανθρωπότητας αυτής καθαυτής (το κοινό τού κομμουνισμού). Ή: αλήθεια για το τι είναι ικανά να πράξουν τα ανθρώπινα ζώα — πάνω και πέρα από τα συμφέροντα τα σχετικά με την επιβίωσή τους — για να δώσουν πραγματική υπόσταση στη δικαιοσύνη, την ισότητα, την καθολικότητα (σε όλα όσα συναποτελούν την πρακτική παρουσία των δυνατοτήτων που εμπεριέχονται στην Ιδέα). Εύκολα μπορούμε να αντιληφθούμε ότι η πολιτική καταπίεση συνίσταται σε μεγάλο βαθμό στην πεισματική άρνηση αναγνώρισης τής εν λόγω ικανότητας. Οι φιλελεύθεροί μας δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να διαιωνίζουν την κατάσταση αυτή: αν περιορίζονται να λένε πως υπάρχουν μόνο γνώμες, τούτο σημαίνει ότι αποδέχονται εμμέσως ότι η κυρίαρχη γνώμη, εκείνη που διαθέτει τα απαραίτητα υλικά, χρηματοοικονομικά, στρατιωτικά και μιντιακά μέσα για την επιβολή της, θα αναγνωριστεί τελικά ως η πλειοψηφούσα, θέτοντας έτσι το γενικό πλαίσιο εντός τού οποίου θα διαμορφώνονται και θα εκφράζονται οι υπόλοιπες γνώμες.

ακολουθία συνεπειών που οργανώνονται σε συνάρτηση με μια Ιδέα

Εκείνο που χαρακτηρίζει τη διαδικασία μιας πολιτικής αλήθειας είναι η ορθολογικότητά της και τίποτε άλλο. Κι αυτό γιατί επιχειρεί να εφαρμόσει, στο επίπεδο τού πραγματικού, τις επιμέρους συνέπειες εκείνων των αρχών που διακηρύσσονται — ή επαναδιακηρύσσονται — στο πλαίσιο των ιστορικών εξεγέρσεων. Ο σκοπός και η λειτουργία των νέων πολιτικών οργανώσεων, που αποτελούν μονίμως το πραγματικό σώμα μιας συνεχώς εξελισσόμενης αλήθειας, μπορεί, επομένως, να οριστεί ως εξής: στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου κόσμου, οι εν λόγω οργανώσεις επιδίδονται σε μια προσπάθεια εγγραφής και αποτύπωσης των πρακτικών συνεπειών ενός συμβάντος, με πίστη και αφοσίωση στις επιταγές που υπαγορεύει ο αγωνιστικός ορθολογισμός τής διαδικασίας αυτής, δεδομένου τού ότι πρόκειται για συνέπειες που συνάγονται κατά λογική αναγκαιότητα από μια κατευθυντήρια αρχή, η οποία συναρθρώνει τα πρακτικά διδάγματα μιας εξέγερσης με τις αναλαμπές μιας Ιδέας.

Για παράδειγμα, στην Αίγυπτο, βρίσκεται σε εξέλιξη, μεταξύ άλλων, μια σκληρή μάχη για το νέο σύνταγμα. Από τη μια μεριά, βλέπουμε τον στρατό, ανέπαφο υπόλειμμα τού προηγούμενου καθεστώτος, να προσπαθεί να διατηρήσει την εξουσία του, μη διστάζοντας, αν χρειαστεί, να εγκαταλείψει στη λαϊκή οργή την κλίκα τού Μουμπάρακ, και, από την άλλη, κάθε ενεργό στοιχείο που δρα με σκοπό τη δημιουργία μιας οργάνωσης πιστής στην ιστορική εξέγερση τής πλατείας Ταχρίρ. Ποιο ακριβώς είναι το νόημα τής αφοσίωσης αυτής; Πέραν τής κοινής δέσμευσης στον στόχο τής αντιμετώπισης τής κατάστασης και τής διατήρησης ζωντανής τής μνήμης μιας συλλογικής ιστορίας, θα πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό μείγμα όπου συναντώνται μια Ιδέα και ορισμένα στοιχεία τακτικής. Υπάρχει, αφενός μεν, η συλλογική βεβαιότητα ότι ο αιγυπτιακός λαός ζει και υπάρχει κατά τρόπο διαφορετικό από ό,τι μέχρι πρόσφατα, και μάλιστα κατά το πρότυπο τής γενολογικής του Ιδέας (στεκόμαστε όλοι ενωμένοι: η Ιδέα που έχουμε για τον ιστορικό προορισμό μας υπερβαίνει κάθε κοινωνική ή πολιτισμική διαφορά, όπως αποδείξαμε στην πράξη …), αφετέρου δε, ορισμένα συνθήματα τακτικής τα οποία συγκροτούν και οργανώνουν, εντός τής κατάστασης, ορισμένα σημεία κρίσης, μέσω των οποίων διέρχονται υποχρεωτικά οι συνέπειες τής Ιδέας, εφόσον, σε αντίθετη περίπτωση, υπάρχει κίνδυνος ματαίωσης τής ιστορικής αφύπνισης τής εξέγερσης. Για παράδειγμα: ο καθορισμός τής ημερομηνίας των εκλογών, το κοινωνικό περιεχόμενο τού συντάγματος, η λήψη άμεσων μέτρων υπέρ των φτωχών, το άνευ όρων άνοιγμα τού συνοριακού περάσματος ανάμεσα στη Λωρίδα τής Γάζας και την Αίγυπτο … Βήμα προς βήμα, σημείο προς σημείο, οι νίκες που επιτυγχάνονται αποσκοπούν να δείξουν ότι, από εδώ και στο εξής, ο συλλογικός χρόνος, συμπεριλαμβανομένου ακόμη και τού χρόνου τού ίδιου τού Κράτους, θα οργανώνεται βάσει των συνεπειών τής ιστορικής εξέγερσης και ότι το Κράτος δεν θα μπορεί πλέον να υπαγορεύει εκ των υστέρων τη σημασία της.

και οι οποίες απορρέουν από ένα μαζικό λαϊκό συμβάν

Νομίζω ότι έχω μιλήσει αρκετά επ’ αυτού. Ας επισημάνω μόνον ότι, παρόλο που κάθε πολιτική αλήθεια ριζώνει σ’ ένα μαζικό λαϊκό συμβάν, δεν μπορεί, ωστόσο, να υποστηριχθεί ότι εξαντλείται απλώς και μόνο σ’ αυτό. Μια πολιτική αλήθεια δεν μπορεί να είναι μια απλή στιγμή εξέγερσης. Και ναι μεν η διατύπωση περί τής σπανιότητας τής πολιτικής, που οφείλεται στον Σιλβέν Λαζαρίς, προκύπτει από το γεγονός ότι η σύζευξη ενός συμβάντος με μια Ιδέα είναι κάτι το σπάνιο, όμως αυτή η ιστορική σπανιότητα δεν είναι το καθοριστικό γνώρισμα τής πολιτικής αλήθειας.

Έχω μερικές φορές την εντύπωση ότι ο Ζακ Ρανσιέρ προτρέχει να προεξοφλήσει την αναγωγή τής πολιτικής στην ιστορία, όταν, ορίζοντας το περιεχόμενο τής πραγματικής ισότητας, υποστηρίζει ότι αυτή αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, ενεργό και στιγμιαία αναστολή τής εντεταλμένης από το Κράτος διαρκούς ανισότητας. Κατά τη γνώμη μου, το κρίσιμο σημείο είναι ο χρόνος τής οργάνωσης, ο χρόνος τής κατασκευής μιας εμπειρικής διάρκειας τής Ιδέας κατά το μετεξεγερσιακό της στάδιο, εκτός, βεβαίως, και αν γίνει δεκτό ότι το Κράτος διατηρεί εις το διηνεκές το μονοπώλιο τού καθορισμού τού πολιτικού χρόνου.

στο πλαίσιο τού οποίου οι παράγοντες τής όξυνσης, τής συστολής και τής τοπικοποίησης

Όξυνση: Κατά τη διάρκεια μιας μαζικής λαϊκής εξέγερσης, παρατηρείται μια γενική υποκειμενική όξυνση, ένα βίαιο πάθος για το Αληθινό, φαινόμενο που ο Καντ είχε ήδη επισημάνει κατά την Γαλλική Επανάσταση χρησιμοποιώντας τον όρο «ενθουσιασμός». Ο γενικός του χαρακτήρας προκύπτει τόσο από το ότι έχουμε να κάνουμε με όξυνση και ριζοσπαστικοποίηση των μορφών αγώνα, των πολιτικών θέσεων και των τοποθετήσεων, όσο και από το γεγονός τής δημιουργίας ενός έντονου χρόνου (είμαστε από το πρωί μέχρι το βράδυ στο πόδι, δεν έχει σημασία αν είναι μέρα ή νύχτα, η οργάνωση τού χρόνου έχει έρθει τα πάνω κάτω, αν και κατάκοποι, δεν νιώθουμε την κούραση κ.ο.κ.). Αυτή η όξυνση τής έντασης εξηγεί και τη γρήγορη φθορά που παρατηρείται σ’ αυτή την εξεγερσιακή φάση· εξηγεί, για παράδειγμα, την περίεργη απόσυρση τού Ροβεσπιέρου λίγο πριν από τον Θερμιδόρ, εξηγεί τη δήλωση τού Σεν-Ζιστ «η επανάσταση πάγωσε», εξηγεί γιατί, στο τέλος, στις πλατείες, στις απεργιακές πικετοφορίες μπροστά στα εργοστάσια, στα οδοφράγματα, απομένουν λίγες μόνο δυνάμεις αγωνιστών (αλλά είναι αυτοί που θα επωμισθούν το βάρος τής μελλοντικής ενεργοποίησης τής φάσης τής οργάνωσης). Με άλλα λόγια, μια τέτοια κατάσταση συλλογικής δημιουργικής έξαρσης δεν μπορεί να έχει χρόνιο χαρακτήρα. Γεννά, βεβαίως, την αιωνιότητα μέσω μιας περιβεβλημένης με δικτατορική ισχύ διαδικασίας που παίρνει τη μορφή τής ενεργού και αμοιβαίας προσαρμογής μεταξύ τής καθολικότητας τής Ιδέας και τής ιδιαιτερότητας τού τόπου και των περιστάσεων, χωρίς, ωστόσο, η ίδια να είναι αιώνια. Τα αποτελέσματα τού φαινομένου τής όξυνσης εξακολουθούν, εντούτοις, να γίνονται αισθητά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την εξαφάνιση τού συμβάντος στο οποίο οφείλεται η εμφάνισή του. Κι αν ακόμα οι περισσότεροι άνθρωποι επιστρέψουν στην καθημερινότητά τους, αφήνουν πίσω τους μια ενέργεια, η οποία σε μεταγενέστερο στάδιο θα επαναχρησιμοποιηθεί συστηματικά.

Συστολή: Η συστολή τής ιστορικής κατάστασης γύρω από μια ενεργό και σκεπτόμενη μειοψηφία ετερόκλιτης προέλευσης έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός δειγματοληπτικού διαγράμματος τού γενολογικού είναι ενός λαού, μιας, κατά κάποιο τρόπο, αφαιρετικής, άρτιας, αλλά περιορισμένου εύρους αυτοαπεικόνισης τής ίδιας τής κατάστασης. Η «βαθιά χώρα» εξαφανίζεται και το φως επικεντρώνεται αποκλειστικά σε μια μαζική μειοψηφία. Εδώ άλλωστε εντοπίζεται και η σημασία τής επαναστατικής-μαρξιστικής διάκρισης μεταξύ «τάξεων» και «μαζών». Ο πρώτος όρος προσδιορίζει το πεδίο τής λογικής κίνησης τής Ιστορίας, το πεδίο όπου εξελίσσεται η «πάλη των τάξεων» και όπου συγκρούονται οι (ταξικές) πολιτικές. Ο δεύτερος παραπέμπει σε μια πρωταρχικά κομμουνιστική διάσταση τής ενεργοποίησης τού λαϊκού παράγοντα, στη γενολογική της διάσταση, καθόσον πρόκειται για μια ιστορική εξέγερση. Ας μην εξαπατώμεθα: ο όρος «τάξη» λειτουργεί εδώ ως αναλυτική και περιγραφική — ως «ψυχρή» — έννοια, ενώ η «μάζα» χρησιμοποιείται, ως έννοια, για να υποδηλώσει την ενεργό αρχή των εξεγέρσεων, την πραγματική αλλαγή. Όπως άλλωστε συνήθιζε να επισημαίνει και ο ίδιος ο Μαρξ, η ταξική ανάλυση είναι αστική επινόηση, η πατρότητα τής οποίας ανήκει στους γάλλους ιστορικούς. Αλλά είναι οι μάζες που εμπνέουν τον φόβο, και μάλιστα στον βαθμό που η ταυτότητά τους παραμένει ακαθόριστη …

Τοπικοποίηση: Θα ήθελα μόνο να υπενθυμίσω το εξής: όσο διαρκεί η εξέγερση, οι μάζες δημιουργούν τόπους ενότητας και επιρροής, όπου το μαζικό συμβάν αποκαλύπτεται και υπάρχει απευθυνόμενο προς όλους. Είναι αδύνατο να υπάρξει ένα πολιτικό συμβάν που να λαμβάνει χώρα παντού. Ο τόπος είναι το μέσο δια τού οποίου επιτυγχάνεται η σύγκλιση και προσέγγιση τής λαϊκής γενολογικότητας με την ακόμα ασαφή Ιδέα. Μια μη τοπικοποιημένη Ιδέα είναι ανίσχυρη, ένας τόπος χωρίς Ιδέα δεν είναι άλλο από μια άμεση εξέγερση, ένα μηδενιστικό σκίρτημα.

συντελούν στην υποκατάσταση ενός ταυτοτικού αντικειμένου και των συναφών με αυτό διαχωριστικών όρων

Θα μπορούσαμε να ορίσουμε κατά προσέγγιση το Κράτος ως τον θεσμό εκείνο που διαθέτει τα μέσα για την εφαρμογή στο σύνολο ενός πληθυσμού των κανόνων που καθορίζουν τα θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο των αρμοδιοτήτων του, όπως επίσης και το περιεχόμενο των αντίστοιχα προβλεπομένων υποχρεώσεων και των χορηγουμένων από αυτό δικαιωμάτων. Στο πλαίσιο τού ορισμού αυτού, το Κράτος απεργάζεται ένα ταυτοτικό αντικείμενο (για παράδειγμα, τον «Γάλλο»), με το οποίο άτομα και ομάδες υποχρεούνται να μοιάζουν όσο το δυνατόν περισσότερο, ούτως ώστε να προκαλέσουν το θετικό ενδιαφέρον και τη μέριμνά του. Επιπλέον, οποιοσδήποτε θεωρείται ότι διαφέρει υπερβολικά από το ταυτοτικό αντικείμενο θα επισύρει εξίσου την προσοχή τού Κράτους (με την έννοια όμως τής υποψίας, τού ελέγχου, τής εγκάθειρξης, τής απέλασης …).

Κάθε διαχωριστικό όνομα θα υποδεικνύει έναν συγκεκριμένο τρόπο απόκλισης από το εικονικό ταυτοτικό αντικείμενο. Είναι το στοιχείο εκείνο που επιτρέπει στο Κράτος να απομονώσει από το κοινωνικό σύνολο έναν ορισμένο αριθμό ομάδων για να δικαιολογήσει την προσφυγή σε συγκεκριμένα κατασταλτικά μέτρα. Οι όροι αυτοί μπορεί να καλύπτουν ένα πλήρες φάσμα που αρχίζει από τους «μετανάστες», τους «ισλαμιστές», τους «μουσουλμάνους» ή τους «Ρομά», φθάνοντας μέχρι τους «νέους των προαστίων». Αξίζει να επισημανθεί ότι σήμερα γινόμαστε μάρτυρες τής ανάδειξης των ονομάτων «φτωχός» και «ψυχικά ασθενής» σε διαχωριστικούς όρους.

Αυτό που, σήμερα στη Γαλλία, το Κράτος ονομάζει «πολιτική» — καθόσον πρόκειται για πρωτοβουλίες που απευθύνονται στο κοινό, και όχι για αποφάσεις κεκλεισμένων των θυρών τις οποίες οι κυβερνώντες μας επιδιώκουν να δικαιολογήσουν εκ των υστέρων — συνίσταται κατά βάση στην ανακίνηση, με τρόπο αντιφατικό όσο και βίαιο, ορισμένων ζητημάτων που άπτονται τού ταυτοτικού αντικειμένου και των συναφών με αυτό διαχωριστικών ονομάτων.

από μια πραγματική παρουσίαση τής γενολογικής δύναμης τού πολλαπλού.

Η έλευση ενός μαζικού λαϊκού συμβάντος είναι από μόνη της ικανή να προκαλέσει την καταστροφή τού ταυτοτικού αντικειμένου και των διαχωριστικών ονομάτων που το συνοδεύουν. Στη θέση τους θα εμφανιστεί μια πραγματική παρουσίαση: η κατάφαση και αναγνώριση, αφενός μεν, τής ύπαρξης των παρευρισκομένων και από κοινού δρώντων ανθρώπων, και μάλιστα ανεξαρτήτως τού χαρακτηρισμού τους από το Κράτος, αφετέρου δε, τής απροϋπόθετης και δικτατορικής τους εξουσίας να διακηρύσσουν τι υπάρχει και τι θα έπρεπε να υπάρχει. Είναι υπό αυτή την έννοια που η ιστορική εξέγερση επιφέρει την κατεδάφιση των ονομάτων. Το κενό που θα δημιουργηθεί ως αποτέλεσμα τής άρσης τής ισχύος των διαχωριστικών όρων θα έρθει να καλύψει μια πολιτική οργάνωση η οποία θα αναπτύξει τις συνέπειες μιας νέας ύπαρξης: τής ύπαρξης τού μη προϋπάρχοντος, τής ύπαρξης τού ανώνυμου, τής καθαρά λαϊκής ύπαρξης ενός λαού.

Τέλος, για όλους αυτούς τους ανθρώπους, που από τη σκοπιά τού Κράτους δεν έχουν όνομα, θα πούμε ότι εκπροσωπούν ολόκληρη την ανθρωπότητα, λόγω τού ότι το κίνητρο τής συμμετοχής τους στην εντοπισμένη και ενθουσιώδη αυτή συνάθροιση είναι καθολικής σημασίας. Κι αυτό είναι κάτι που το καταλαβαίνουν όλοι. Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή οι παρευρισκομένοι κατασκευάζουν έναν χώρο όπου χάρη στην ανενεργοποίηση ή και την ολοσχερή κατάργηση τού εικονικού ταυτοτικού αντικειμένου αυτό που μετράει πλέον δεν είναι η ταυτότητα, αλλά η μη-ταυτότητα: η καθολική αξία τής Ιδέας, η γενολογική της ιδιότητα και δύναμη, αυτό, με άλλα λόγια, που συνεπαίρνει και συγκινεί την ανθρωπότητα εν γένει. Ο ενθουσιασμός που προκαλεί μια ιστορική εξέγερση συνδέεται ακριβώς μ’ αυτό το πάθος τού καθολικού, που μπορούμε ή, καλύτερα, πρέπει να πούμε ότι συνεπαίρνει και τους πιο συνηθισμένους — στα μάτια μας τουλάχιστον — ανθρώπους.

Μπορούμε να εμβαθύνουμε στην ανάλυση τού συλλογικού συμβαντικού πάθους προς μια άλλη κατεύθυνση και, πιο συγκεκριμένα, σε σχέση με την ιδιαίτερα έντονη εντύπωση βίαιης αλλαγής τού συσχετισμού ανάμεσα στο εφικτό και στο ανέφικτο. Τούτο οφείλεται στο ότι μέσω τού μαζικού λαϊκού συμβάντος συντελείται ένα είδος αποκρατικοποίησης όσον αφορά το ζήτημα τού εφικτού. Κατά κανόνα, το Κράτος οικειοποιείται το δικαίωμα να καθορίζει τι είναι εφικτό και τι όχι σε πολιτικό επίπεδο, πρόβλημα που εμφανίζεται με ιδιαίτερη οξύτητα τις τελευταίες δεκαετίες. Έτσι, ενώ, για παράδειγμα, υποστηρίζεται ότι το εγχείρημα «εξανθρώπισης» τού καπιταλισμού ή η προοπτική «διεύρυνσης» τής δημοκρατίας βρίσκονται εντός των ορίων τού εφικτού, η δημιουργία ενός παραγωγικού, θεσμικού και κοινωνικού συστήματος που θα διαπνέεται από την αρχή τής ισότητας και θα βρίσκεται πραγματικά υπό λαϊκή εξουσία και έλεγχο θεωρείται εντελώς ανέφικτη και απορρίπτεται ως επικίνδυνη και ολέθρια ουτοπία. Κατά τον ίδιο τρόπο (και εδώ φαίνεται καθαρά η χρησιμότητα τού ταυτοτικού αντικειμένου), ενώ μέχρι τώρα η Γαλλία μπορούσε να παρέχει τη ζεστή της φιλοξενία σε μερικούς φτωχούς μετανάστες από την Αφρική (και τι «φιλοξενία»! — τους αναγκάζαμε να δουλεύουν σαν σκλάβοι στις γραμμές συναρμολόγησης και να ζουν σε πανάθλιες συνθήκες, χωρίς καν να μπορούν να φέρουν τις οικογένειές τους μαζί τους· λεπτομέρειες θα μου πείτε…), μας είναι πλέον αδύνατο να προσφέρουμε την εν λόγω φιλοξενία σ’ όλους όσους δεν μοιράζονται τις «αξίες» μας· αφήστε που έχουν και παιδιά! Και πάει λέγοντας …

Αυτή η κανονιστική αρμοδιότητα όσον αφορά το εφικτό αφαιρείται, ιδεωδώς έστω, από το Κράτος μέσω τής έλευσης τού μαζικού λαϊκού συμβάντος και τής σταδιακής, βήμα προς βήμα επεξεργασίας, εκ μέρους τής πολιτικής οργάνωσης, των συνεπειών του. Όλοι όσοι δηλώνουν παρόντες — είτε ως συμμετέχοντες στη συνάθροιση, είτε και ως μέλη τής πολιτικής οργάνωσης — μπορούν τώρα να καθορίζουν, άνευ όρων, ποια θα είναι η φύση και το περιεχόμενο μιας νέας, πρωτόγνωρης δυνατότητας. Η υποκειμενική τους ενέργεια χαρακτηρίζεται ακριβώς από τη συστράτευση και συσπείρωσή τους γύρω από την ιδέα ότι εναπόκειται πλέον στους ίδιους να καθορίσουν — μ’ έναν εντελώς καινοτόμο τρόπο και χωρίς την προηγούμενη έγκριση τού Κράτους — τα όρια τού εφικτού.

Ήδη, όμως, στον αρχικό τόπο, στον τόπο των μεγάλων συγκεντρώσεων τής ιστορικής εξέγερσης, συμβαίνει κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως υποκειμενική αποτοπικοποίηση τού τόπου. Ό,τι λέγεται και ακούγεται στον νέο τόπο συνοδεύεται πάντοτε από την αναγνώριση ότι η αξία του ξεπερνά τα στενά όρια τού τόπου προς την κατεύθυνση τής καθολικότητας. Έτσι, για παράδειγμα, η «Πλατεία Ταχρίρ» αναδεικνύεται ως ο τόπος που μονοπωλεί το ενδιαφέρον ολόκληρου του πλανήτη. Η διάσταση αυτή τής αποτοπικοποίησης, που συνοδεύει την τοπική διεύρυνση, εκφράστηκε επιγραμματικά από τους ισπανούς αγανακτισμένους ως εξής: «Ναι μεν είμαστε εδώ, πλην όμως είναι ξεκάθαρο ότι κάτι παγκόσμιο συνέβη. Άρα, είμαστε παντού».

Κάποιοι λοιπόν άνθρωποι συγκεντρώνονται σ’ έναν τόπο, με αποτέλεσμα οι πράξεις και τα λεγόμενά τους να αποκτούν παντού την ίδια αξία. Αυτή η αρχική επέκταση γίνεται στη συνέχεια αντιληπτή προς τα έξω, με την έννοια ότι όποιος δεν είναι εκεί αρχίζει να σκέφτεται ότι «αφού συγκαταλέγομαι υποχρεωτικά στην κατηγορία τού «παντού», θα προσπαθήσω να μιμηθώ εκείνους που, αν και βρίσκονται εκεί, στον τόπο τους, δείχνουν, με τα λόγια και τις πράξεις τους, να πιστεύουν ότι βρίσκονται παντού». Εδώ υπάρχει ένα πηγαινέλα. Στο μέτρο, λοιπόν, που εκείνοι που ανέλαβαν την τολμηρή πρωτοβουλία τής ιστορικής εξέγερσης και τής οργάνωσης που ενδεχομένως προκύψει από αυτή θα εισαγάγουν στον ιδιαίτερο τόπο τους τη διάσταση τής καθολικότητας, θα παρέχεται, αντίστοιχα, στις — ακόμη υπόδουλες ή φοβισμένες — μάζες, σε οποιοδήποτε σημείο τού πλανήτη κι αν βρίσκονται, η δυνατότητα να ταυτιστούν με τους πρωτοπόρους, μ’ αυτούς που έδωσαν το έναυσμα για μια επανεκκίνηση τής Ιστορίας.

 

Ετικέτες:

«Κράτος και Πολιτική» —Α.Badiou


Κράτος και Πολιτική: Ταυτότητα και Γενολογικότητα
(Το ξύπνημα τής Ιστορίας, κεφ. VIΙΙ, σελ.109-123)

Το Κράτος αποτελεί ένα αξιοσημείωτο μηχανισμό για την απεργασία τού μη υπαρκτού. Μέσω τού θανάτου — η ιστορία των Κρατών είναι, ουσιαστικά, ιστορία σφαγών — αλλά όχι αποκλειστικά και μόνο. Το Κράτος έχει την ικανότητα να κατασκευάζει το μη υπαρκτό μέσω τής επιβολής ενός σχήματος ταυτοτικής κανονικότητας «εθνικού» ή άλλου χαρακτήρα. Πράγματι, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, το ταυτοτικό ζήτημα εξακολουθεί να μας στοιχειώνει. Ένα είδος πολιτισμικού ρατσισμού — που μάλιστα αντανακλά τον φόβο των αγανακτισμένων «μεσαίων τάξεων» (εκείνων δηλαδή που έδρεψαν τα οφέλη τής ιμπεριαλιστικής δυναμικής) μήπως και υποβιβαστούν στην κατηγορία των «κατοίκων των υποβαθμισμένων περιοχών» — μολύνει την κατάσταση μέχρι σημείου που να θολώνει το μυαλό ακόμα και κάποιων διανοουμένων που μέχρι πρότινος θεωρούνταν σεβαστοί και θαρραλέοι. Είναι αλήθεια ότι οι κυβερνώντες μας δίνουν πρώτοι το παράδειγμα. Να θυμίσω την πρόσφατη δήλωση ενός εκ των υπουργών: «Στην Γαλλία, υπάρχουν υπερβολικά πολλοί μουσουλμάνοι». «Υπερβολικά πολλοί» δεν σημαίνει παρά το εξής: κάποιοι από αυτούς είναι περιττοί. Ο υπουργός δηλώνει ευθέως ότι το είναι που προσήκει σ’ αυτούς τους ανθρώπους που περισσεύουν — στη χώρα μας, τουλάχιστον, όπου έχουν την ατυχία να βρίσκονται — οφείλει να μετατραπεί σε απλή και καθαρή ανυπαρξία. Περιττό να λεχθεί ότι ο υπουργός προσέθεσε ότι θα λάβει τα αναγκαία προς τούτο μέτρα. Η υπουργική δήλωση αφορά τη σχέση μεταξύ τού είναι και τής ύπαρξης. Πρόκειται, ως εκ τούτου, για οντολογική ρήση και όχι για αντιδραστικό ατόπημα.

Το Κράτος διαθέτει ένα ευρύ φάσμα λύσεων, προκειμένου να μετατρέψει οτιδήποτε βρίσκεται εδώ, μπροστά στα μάτια μας, σε κάτι ανύπαρκτο. Από την άρνηση παροχής νομιμοποιητικών εγγράφων σε μετανάστες, μέχρι τις αστυνομικές ωμότητες και τις δικαστικές απελάσεις, συμπεριλαμβανομένων και τής αδυναμίας περίθαλψης σε δημόσια νοσοκομεία, των επιδρομών στους σταθμούς άφιξης, των συλλήψεων ανηλίκων στις πόρτες τού σχολείου, τής απαγόρευσης στις γυναίκες να ντύνονται όπως θέλουν, των «καταυλισμών» κράτησης … Όλ’ αυτά τα μέτρα παρουσιάζονται ως η οριστική λύση τού «προβλήματος» που έθιξε ο υπουργός τού Σαρκοζί, ότι δηλαδή στη χώρα μας υπάρχουν «περιττοί» άνθρωποι.

Θα ήθελα όμως να υπενθυμίσω στους νεότερους και σ’ όσους έχουν μικρή μνήμη ότι την εποχή τού Μιτεράν ο τότε πρωθυπουργός Φαμπιίς είχε συμφωνήσει με την άποψη τού Λε Πεν ότι η «μετανάστευση» ήταν ένα πραγματικά υπαρκτό «πρόβλημα», διαβεβαιώνοντάς τον μάλιστα ότι ο ίδιος (ο Φαμπιίς — που εδώ θα πρέπει να εκληφθεί ως το όνομα μιας πεποίθησης που μοιράζονται οι κυβερνώντες μας, είτε αυτοί πρόσκεινται στη δεξιά είτε στην αριστερά) θα προσπαθούσε να βρει τα απαραίτητα μέσα για τη ριζική και, ει δυνατόν, οριστική αντιμετώπιση τού προβλήματος. Όπως και πράγματι έκανε: ήταν η κυβερνώσα σοσιαλιστική Αριστερά που προέβλεψε, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία των «καταυλισμών» κράτησης και την διενέργεια εξονυχιστικών ελέγχων στα πλαίσια τής άσκησης τού δικαιώματος τής οικογενειακής επανένωσης.

Οι επαναλαμβανόμενες αυτές δηλώσεις τόσο των μεν όσο και των δε δεν θα αποτελούσαν παρά μια ιδεολογική ανοησία, αν δεν στηρίζονταν σ’ έναν μηχανισμό που βρίσκεται σε διαρκή λειτουργία και με τη βοήθεια τού οποίου το Κράτος είναι σε θέση να κατασκευάσει μια φαντασματική «ταυτότητα».

Η λειτουργία αυτού τού μηχανισμού μπορεί να εκφραστεί σχηματικά μέσω ενός απλού και στοιχειώδους λογικού φορμαλισμού.[1]

Ισχύει πάντα ότι ένα οποιαδήποτε Κράτος επινοεί την ύπαρξη ενός φαντασιακού αντικειμένου που υποτίθεται ότι ενσαρκώνει έναν ταυτοτικό «μέσο όρο». Για παράδειγμα, ας ονομάσουμε για συντομία Γ («Γάλλος») το σύνολο των γνωρισμάτων που επιτρέπουν στο Κράτος να αναφέρεται διαρκώς στους «Γάλλους» και στις ιδιαιτερότητές τους, καθώς επίσης και στα αποκλειστικά τους δικαιώματα, τα οποία διακρίνονται απόλυτα από τα δικαιώματα όσων «δεν είναι» Γάλλοι — ως εάν να υπήρχε ένα απολύτως διακριτό αντικείμενο με το όνομα «είναι-Γάλλος».

Αυτό το φαντασιακό αντικείμενο αποτελείται από ασυνάρτητα μεταξύ τους κατηγορήματα. Ο «Γάλλος», ο μέσος Γ, είναι λόγου χάριν εκκοσμικευμένος, φεμινιστής, πολιτισμένος, υπάκουος μαθητής τού «σύγχρονου δημοκρατικού σχολείου», λευκός με πολύ καλά γαλλικά, θαρραλέος, μεγαλωμένος με χριστιανικές αρχές, αθεόφοβος, απείθαρχος, υπήκοος τής χώρας των δικαιωμάτων τού Ανθρώπου, λιγότερο ευσυνείδητος από τους Γερμανούς, πιο ανοιχτόμυαλος από τους Ελβετούς, περισσότερο εργατικός από τους Ιταλούς, δημοκράτης, καλός μάγειρας … και ένα σωρό άλλα ετερόκλιτα και αντιφατικά πράγματα, για τα οποία ωρύονται οι εθνικές προπαγάνδες ανάλογα με τις απαιτήσεις των περιστάσεων. Η ουσία όμως είναι ότι έτσι μπορεί κανείς να αναφέρεται στην μυθική αυτή οντότητα, στον μέσο «Γάλλο», σαν να ήταν υπαρκτό πρόσωπο.

Η υπέρμετρη σημασία που δίνεται από πλευράς Κράτους στις δημοσκοπήσεις οφείλεται αποκλειστικά στο ότι ως επιστήμη των στατιστικών μέσων όρων η δημοσκόπηση δίνει στον εικονικό μας Γάλλο αριθμητική ύπαρξη. Για παράδειγμα, σχολιάζοντας μια δημοσκόπηση σύμφωνα με την οποία το 51% των ερωτηθέντων θα προτιμούσε να ψηφίσει τον Ολλάντ παρά την Ομπρί, η κρατική προπαγάνδα δεν θα δίσταζε ούτε λεπτό να χρησιμοποιήσει εκφράσεις τού τύπου «οι Γάλλοι πιστεύουν ότι ο Ολλάντ είναι καλύτερος υποψήφιος έναντι τής Ομπρί». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η χιμαιρική οντότητα Γ αποκτά σιγά σιγά την ικανότητα να σκέφτεται, να αποφασίζει και να επιλέγει. Ο Γ προτιμά Ολλάντ, ο Γ είναι υπέρ τής γαλλικής επίθεσης εναντίον τής Λιβύης, ο Γ θεωρεί αναπόφευκτη τη μεταρρύθμιση των συντάξεων, ο Γ προτιμά το καμαμπέρ από το ροκφόρ …

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι, από τη στιγμή που θα έχει εξασφαλιστεί με βάση κάποια κατάλληλα επιλεγμένα κατηγορήµατα η ύπαρξη τού όρου Γ και κατά συνέπεια και η τρέχουσα ταυτότητα τού «Γάλλου», το Κράτος και οι θιασώτες του θα διαθέτουν μια μέθοδο για την αξιολόγηση και διάκριση τού φυσιολογικού από το παρεκκλίνον.

Για να μην μακρηγορώ, ας υποθέσουμε ότι έχουμε δύο άτομα και ότι ο βαθμός τής μεταξύ τους ομοιότητας υπολογίζεται σε μια κλίμακα με ελάχιστο, για παράδειγμα, το 0 και με μέγιστο το 10, όπως ακριβώς κάναμε στο σχολείο. Στην περίπτωσή μας ο βαθμός ομοιότητας τού x με τον y δηλώνεται με την έκφραση Id(x,y). Εάν Id(x,y)=10, τότε ο x και ο y μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό. Εάν Id(x,y)=0, τότε ουσιαστικά ο x και ο y δεν έχουν τίποτα το κοινό μεταξύ τους. Αν όμως ισχύει Id(x,y)=5, τότε λέμε ότι τα δύο αυτά άτομα είναι αρκετά όμοια και συγχρόνως αρκετά ανόμοια μεταξύ τους.

Το όλο ζήτημα είναι να εφαρμόσουμε τη λογική αυτή πράξη και επί τού όρου Γ, τού οποίου το «πραγματικό» το Κράτος αντιμετωπίζει ως κάτι το δεδομένο, σαν να είχε, δηλαδή, απέναντί του ένα υπαρκτό πρόσωπο, τον μέσο άνθρωπο, τον Γάλλο στην πιο ακραιφνή του μορφή.

Ας εξετάσουμε τώρα μια υποθετική περίπτωση, που απαιτεί ως ένα βαθμό την ενεργοποίηση ορισμένων προπαγανδιστικών μηχανισμών. Ισχύει γενικά ότι οι κύριοι παράμετροι για τη φαντασιακή κατασκευή τού «Γάλλου» αντλούνται από τον ασυνάρτητο κατάλογο των διαθέσιμων χαρακτηριστικών τού όρου Γ. Το Κράτος και οι προπαγανδιστικοί του μηχανισμοί επιλέγουν τα χαρακτηριστικά που θεωρούν κατάλληλα, προκειμένου είτε να ληφθούν κάποια μέτρα που κρίνονται αναγκαία είτε να δυσχερανθεί η θέση των αντιπολιτευόμενων δυνάμεων. Ας υποθέσουμε — πράγμα που δεν απέχει και πολύ από την τωρινή πραγματικότητα — ότι, επιδιώκοντας τη διαίρεση τού λαού (μα μήπως αυτός δεν είναι ο βασικός στόχος κάθε Κράτους;) σε «κανονικούς γάλλους μισθωτούς» και σε «ύποπτους αλλοδαπούς εργάτες», κρίνεται αναγκαίο να δοθεί έμφαση στις υποτιθέμενες «αξίες» τις οποίες ο, μην ξεχνάμε, ανύπαρκτος Γ εκτιμά ως πλέον σημαντικές. Η προπαγάνδα αρχίζει ισχυριζόμενη ότι, όσον αφορά κάποιον εμπειρικά υπαρκτό Γάλλο — ένα «τυχαίο» άτομο που βρίσκεται εδώ και που δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει τη χώρα — είναι φυσιολογικό, στην υπό εξέταση περίπτωση, το πρόσωπό του να ταυτίζεται από πλευράς αξιών σε σημαντικό βαθμό με το αντικείμενο Γ. Αυτό μπορεί να εκφραστεί και ως εξής: για κάθε «φυσιολογικό» άτομο x, έχουμε Id(x,Γ)=10 (ο βαθμός ομοιότητας τού x με το Γ βρίσκεται πολύ κοντά στο μέγιστο· ο x είναι ένας καθωσπρέπει μέσος Γάλλος, ο οποίος υπηρετεί έμπρακτα τις γαλλικές αξίες και αρχές). Όποιος παρεκκλίνει από τη συγκεκριμένη οιονεί-μέγιστη ομοιότητα προς το Γ, θα θεωρείται «μη-φυσιολογικός». Από τη σκοπιά όμως τού Κράτους και τής χειραγωγούμενης κοινής γνώμης, ό,τι δεν είναι φυσιολογικό αντιμετωπίζεται ήδη ως ύποπτο. Η φράση που ακούγεται συχνά ότι «αυτός δεν μοιράζεται τις αξίες μας» χρησιμοποιείται συνεπώς για να περιγράψει το άτομο εκείνο τού οποίου το ώδε-είναι, η σχέση του με την κατάσταση, κρίνεται ως μη «φυσιολογική», πράγμα που δεν σημαίνει παρά το εξής: ο βαθμός ομοιότητάς του με το αντικείμενο Γ δεν είναι ικανοποιητικός, υπολείπεται δηλαδή τού μέσου όρου, έχει, για παράδειγμα, τιμή μικρότερη τού 5. Τι άλλη απόδειξη χρειάζεται για να πειστεί κανείς ότι ο συγκεκριμένος είναι ξένος προς τις αξίες μας; Δεν βλέπετε που η ομοιότητά του με τον μέσο Γάλλο δεν φτάνει ούτε στο μισό! Είναι λοιπόν ανάγκη — επί ποινή απέλασης, λόγω διάπραξης εγκλήµατος που στρέφεται κατά τής ταυτότητας — να «ενσωματωθεί» το γρηγορότερο δυνατόν στην τοπική κοινωνία!

Ο φανταστικός όρος Γ, που λειτουργεί ως μέτρο τής κανονικότητας και ως πηγή υποψίας, όπως και κάθε στοιχείο που επιτελεί ανάλογη λειτουργία στα πλαίσια μιας οποιασδήποτε κρατικής δομής, έχει πάντοτε ταυτοτικό χαρακτήρα. Πρέπει, συνεπώς, να αντιληφθούμε ότι πρόκειται εν προκειμένω για το πρωταρχικό και θεμελιωδέστερο αποτέλεσμα τής κρατικής καταπίεσης. Όταν δε το στοιχείο αυτό εκδηλώνεται με ακραίο τρόπο, όταν, με άλλα λόγια, φτάνουμε στο σημείο να πρέπει όλοι να υποβάλλονται σε ατελείωτους «ελέγχους και δοκιμασίες», προκειμένου να διαπιστωθεί ότι η ομοιότητά τους με το φαντασιακό ταυτοτικό αντικείμενο (— με κλασσικό παράδειγμα, τον «άριο», χωρίς όμως να ξεχνάμε ότι, όπως έδειξε ο Πετέν, το ίδιο και χειρότερο συμβαίνει και με τον «γάλλο») είναι μέγιστη ή τουλάχιστον εξαιρετική (ποτέ κατώτερη τού 8…), τότε ερχόμαστε εν γένει αντιμέτωποι με ένα Κράτος που οδεύει στον φασισμό.

Μια σειρά συμπτωμάτων, που αφορούν κατ’ αρχάς το καθεστώς και τη θέση των οικογενειών αλλοδαπής προέλευσης και στα οποία θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και τις μεθοδευμένες κυβερνητικές προσπάθειες για τον «προσδιορισμό και εξειδίκευση» τού εικονικού αντικειμένου Γ με απώτερο σκοπό τη χάραξη μιας άτεγκτης διαχωριστικής γραμμής μεταξύ τού «φυσιολογικού» και τού «υπόπτου», φτάνοντας τελικά μέχρι την παραληρηματική ισλαμοφοβία στην οποία καταφεύγει ένα μεγάλο τμήμα τής ευρωπαϊκής ιντελιγκέντσιας, δείχνουν ότι, στα παλιά και φθαρμένα ιμπεριαλιστικά κράτη μας, τείνουμε αργά αλλά σταθερά να υποκύψουμε σ’ έναν τέτοιο πειρασμό.

Εν πάση περιπτώσει, από τη στιγμή που ο ταυτοτικός πυρετός μετατρέπει σε κοινοτοπία τη μνεία των φαντασιακών αντικειμένων τύπου Γ, αυτό που συμβαίνει είναι η εμφάνιση ονομάτων για τη συλλογική ταυτοποίηση των υπόπτων. Σήμερα στη Γαλλία υπάρχουν πολλά τέτοια ονόματα που όλα τους ενθαρρύνουν τον στιγματισμό ομάδων ανθρώπων με πρόσχημα ότι ο βαθμός ομοιότητάς τους με το κρατικό αντικείμενο Γ αποκλίνει από το «φυσιολογικό». Πρόκειται, λοιπόν, για χαρακτηρισμούς και ονομασίες που χρησιμοποιούνται για την εξειδικευμένη αναφορά σε ομάδες υπόπτων και τις οποίες στο εξής θα αποκαλώ «διαχωριστικά ονόματα».

Ας αναφέρουμε ορισμένα παραδείγματα τέτοιων διαχωριστικών ονομάτων από την παρούσα συγκυρία: «ισλαμιστής», «μπούρκα», «νεαρός από τα υποβαθμισμένα προάστια» ή, ακόμη, — σας θυμίζω την επονείδιστη στάση τού υπουργού τής Κυβέρνησης ή και τις πρόσφατες δηλώσεις τού ίδιου τού Σαρκοζύ — «μουσουλμάνος» και «Ρομά». Επιπλέον, ορισμένα ονόματα λειτουργούν υπογείως, υπό τον μανδύα των επίσημων ονομάτων, ως μυστικά σύμβολα σε αγεφύρωτη απόσταση από το ευπρεπές αντικείμενο Γ και τις αξίες του: πιο συγκεκριμένα, το όνομα «Άραβας» ή «Μαύρος» — το τελευταίο, μάλιστα, υποκαθιστά ή αναπληρώνει το πρωταρχικό απωθημένο, που δεν είναι άλλο από το όνομα «Νέγρος».

Να πούμε λοιπόν ευθέως ότι σήμερα ο όρος «δικαιοσύνη» θα πρέπει να αφορά επίσης ή κυρίως την ολοσχερή κατάργηση των διαχωριστικών όρων. Το ζητούμενο είναι η κατάφαση τής γενολογικότητας ή καθολικότητας κάθε πολιτικής αλήθειας· με άλλα λόγια, η αναγνώριση τού ότι η πολιτική αλήθεια δεν δύναται ποτέ να έχει χαρακτήρα ταυτοτικό. Εκείνο λοιπόν που προέχει είναι η εξάλειψη, μέσω των πραγματικών συνεπειών μιας αληθινής επιλογής, τής εικονικότητας τού ταυτοτικού αντικειμένου, τού «μέσου» κρατικού αντικειμένου, τού ίδιου τού Γ και όλων των ομοίων του. Το στοιχείο αυτό αποτελεί το επισφράγισμα μιας πολιτικής η οποία, σε ανοιχτή ρήξη με κάθε μορφής κρατικής καταπίεσης, επιθυμεί να παραμείνει πιστή στο συμβάν μιας ιστορικής εξέγερσης.

Πράγματι, όταν ένα χειραφετητικό συμβάν απλώνει τις ρίζες του σε μια ιστορική εξέγερση, παρατηρούμε ευθύς εξαρχής την εξάλειψη ή, τουλάχιστον, τη σημαντική αποδυνάμωση τής ισχύος των διαχωριστικών ονομάτων. Ενδεικτικά αναφέρω το πολύ γνωστό παράδειγμα των συνελεύσεων τής Γαλλικής Επανάστασης, στις οποίες αποφασίστηκε ότι οι εβραίοι και οι προτεστάντες θα έχουν τα ίδια πολιτικά δικαιώματα όπως όλοι οι άλλοι πολίτες. Θα ήθελα επίσης να αναφέρω ένα προσφιλές σε μένα απόσπασμα από το Σύνταγμα τού 1793 σύμφωνα με το οποίο: «η άσκηση των δικαιωμάτων τού Γάλλου πολίτη αναγνωρίζεται […] σε κάθε αλλοδαπό που έχει υιοθετήσει τέκνο ή συντηρεί ηλικιωμένο άτομο· και, τέλος, σε κάθε αλλοδαπό που, κατά τη γνώμη τού Νομοθετικού Σώματος, έχει προσφέρει θετική υπηρεσία στην ανθρωπότητα». Βλέπουμε ότι, αντί να είναι ταυτοτικός, ο κανόνας αποκτά γενολογικό χαρακτήρα: όποιος αποδεικνύει εμπράκτως ότι μεριμνά για το ανθρώπινο γένος, θα τυγχάνει ίσης μεταχείρισης, σαν να ήταν ένας από εμάς.

Οι μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις στην Αίγυπτο ανακαλούν αναγκαστικά στη μνήμη την αρχή αυτή, προσαρμόζοντάς την στις σημερινές ανάγκες. Κατά την εκτύλιξή τους, οι συναθροίσεις αυτές παρέκαμψαν επιδεικτικά κάθε ταυτοτική διάκριση και επιλογή. Είδαμε μουσουλμάνους να στέκονται ώμο με ώμο με κόπτες, άνδρες μαζί με γυναίκες, γυναίκες με μαντίλα δίπλα σε γυναίκες με ακάλυπτο το κεφάλι, διανοούμενους μαζί με εργάτες, μισθωτούς με ανέργους, νέους με γέρους κ.ο.κ. Αν και ανοιχτό σε όλες τις ταυτότητες, το ίδιο το κίνημα δεν μπορεί να αναχθεί σε μία από αυτές.

Επομένως, αυτό που θα ήθελα να προσθέσω είναι ότι αναγκαία προϋπόθεση για να υπάρξει οργάνωση και, κατά συνέπεια, και πολιτική είναι η διαφύλαξη τής δύναμης τού γενολογικού έξω από τα στενά πλαίσια τού εξεγερσιακού κινήματος. Πράγμα που σημαίνει ότι, όσον αφορά το τάδε ή το δείνα ζήτημα τής συλλογικής ζωής, ο τρόπος με τον οποίο ενεργεί μια οργάνωση πρέπει είναι τέτοιος ώστε, εν ονόματι τού γενολογικού, να μάχεται συνεχώς για την ανατροπή τής ισχύος τού ταυτοτικού μυθεύματος.

Κάθε πολιτική που έρχεται να καλύψει το χάσμα που άφησε πίσω της μια ιστορική εξέγερση θα αποτελεί, παραδόξως, οργάνωση τού γενολογικού. Παραδόξως, διότι θα υπάρχουν πάντα εκείνοι που θα υποστηρίζουν ότι, εφόσον το γενολογικό δεν συνιστά ταυτότητα, άλλα είναι, απεναντίας, το αντίθετό της, δεν χρήζει οργάνωσης, ότι πρέπει να αφεθεί να αναπτυχθεί ελεύθερα, ότι εκατό λουλούδια θα ανθίσουν από μόνα τους, και ούτω καθεξής. Η εμπειρία όμως δείχνει ότι το γενολογικό δεν επιβιώνει πέραν τού χρόνου τής εξέγερσης, ότι κανείς δεν μπορεί να το διαφυλάξει χωρίς την ενεργό συνδρομή μιας Ιδέας. Αν απουσιάζει το παράκαιρο που ενσαρκώνει η οργάνωση, είναι αναπόδραστη η κρατική παλινόρθωση των ταυτοτικών ψευδολογημάτων. Χρειάζεται, λοιπόν, να υπάρχει μια οργανωμένη πολιτική που να εξασφαλίζει τη διαφύλαξη τού γενολογικού.

Για παράδειγμα, η λέξη «προλεταριάτο» ήταν το όνομα που δόθηκε στη δύναμη τού γενολογικού. Με τον όρο αυτό ο Μαρξ εννοούσε τη δυνατότητα χειραφέτησης όλης τής ανθρωπότητας. Ωστόσο, από τη σκοπιά ενός λεγόμενου «αντικειμενικού» μαρξισμού, η συνώνυμη έκφραση «εργατική τάξη» ενείχε επίσης τη δυνατότητα μιας ταυτοτικής επανανοηματοδότησης, καθόσον ο όρος προσδιόριζε μια συνιστώσα τής κοινωνικής ανάλυσης ως την καθοδηγητική δύναμη τού επαναστατικού κινήματος (το κομμουνιστικό κόμμα ως «κόμμα τής εργατικής τάξης»). Οι μεγάλοι επαναστάτες φροντίζουν πάντα να αποτρέψουν την ταυτοτική διολίσθηση τής σημασίας τής λέξης. Στην επιστολή του με τίτλο «Η κρίση ωρίμασε», ο Λένιν υπογραμμίζει ότι, αν συντρέχουν οι συνθήκες τής εξέγερσης, αυτό οφείλεται στο ότι ξεσηκώθηκε μια σημαντική μερίδα τής αγροτιάς. Το επαναστατικό υποκείμενο ταυτίζεται λοιπόν με ολόκληρο τον ρωσικό λαό. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Μάο υπογραμμίζει τη γενολογική διάσταση τού όρου λέγοντας ότι το «προλεταριάτο» παραπέμπει όχι τόσο σε μια σαφώς προσδιορισμένη κοινωνική τάξη αλλά στους «φίλους τής Επανάστασης», δηλαδή σε ένα ιδιαίτερα πολύμορφο και μη αθροίσιμο σύνολο.

Ωστόσο, η παρέμβαση τού Λένιν και τού Μάο γίνεται στο πλαίσιο τής μορφής τού κόμματος. Αν όμως υποτεθεί ότι το οργανωτικό αυτό σχήμα έχει περιέλθει σε α-χρησία, τότε τίθεται το ερώτημα: ποιο είναι το νόημα μιας συστηματικά οργανωμένης διαδικασίας η οποία θα διατηρείται ενεργή συνεχίζοντας να υπηρετεί, με ακεραιότητα και αληθινή αφοσίωση, τον αγώνα τού πολιτικού γενολογικού — που εμφορείται από την αρχή τής ισότητας — ενάντια στους διαχωρισμούς και την καταστολή, που αποτελούν εγγενή στοιχεία τής κρατικής ταυτότητας; Αυτό είναι το κύριο πρόβλημα που μας κληροδότησε ο κρατικός κομμουνισμός τού περασμένου αιώνα. Οι όροι τού προβλήματος γίνονται και πάλι επίκαιροι μέσα από τις — άμεσες, λανθάνουσες ή ιστορικές — εξεγέρσεις που θέτουν ξανά σε κίνηση την Ιστορία. Είναι ένα πρόβλημα εξίσου, αν όχι περισσότερο, δυσεπίλυτο με ένα αφηρημένο μαθηματικό πρόβλημα. Έχουμε ήδη πίσω μας εντυπωσιακά πολιτικά πειράματα και εμπειρίες δύο αιώνων, στα πλαίσια των οποίων επιλύθηκαν πολλά ζητήματα, κυρίως όσον αφορά τη διαλεκτική σχέση μεταξύ εξέγερσης και πολιτικής, τη δύναμη τής Ιδέας, την απόλυτη ανάγκη να υπάρχει πλήρης πολιτική αυτοτέλεια, την κοινοβουλευτική φενάκη, τον διεθνισμό, την αγωνιστική σύνδεση με τις λαϊκές μάζες, την κατασκευή πολιτικών τόπων, την ιδεολογική πάλη … Να όμως που μετά τριάντα χρόνια αντίστασης, τοπικής κατάφασης και εγκαρτέρησης, εντυπωσιακών μεν αλλά περιορισμένης εμβέλειας επινοήσεων, οι ιστορικές εξεγέρσεις — η αφύπνιση τής Ιστορίας — σκιαγραφούν το περίγραμμα τής νέας εποχής που ανοίγεται μπροστά μας. Θα (ξανα)έρθει η ώρα μας. Και τότε το κύριο πρόβλημα για μας θα είναι αυτό τής πολιτικής οργάνωσης: το «παρά-καιρο» τής οργάνωσης θα πρέπει λοιπόν να αποκτήσει και τη σημασία τού «παρά-τῳ-κόμματι»,[2] αν βέβαια αληθεύει ότι η εποχή των κομμάτων — η οποία εγκαινιάστηκε με τη Λέσχη των Ιακωβίνων τής Γαλλικής Επανάστασης στα τέλη τού 18ου αιώνα, σηματοδοτήθηκε από τους αγώνες των «κομμουνιστών» στα πλαίσια τής ιδρυθείσας από τον Μαρξ Διεθνούς στα μέσα τού 19ου αιώνα, αποκρυσταλλώθηκε μέσω τού γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στη διάρκεια τής δεκαετίας του 1880 και απέκτησε ριζικά νέα χαρακτηριστικά με τη δημοσίευση τής μπροσούρας τού Λένιν «Τι πρέπει να γίνει;» στις απαρχές τού εικοστού αιώνα — ολοκλήρωσε τη δυναμική της, όταν, κατά την δεκαετία τού 1960, η Κινέζικη Πολιτιστική Επανάσταση απέτυχε να ενσαρκώσει το όραμα τού Μάο και των φοιτητών και εργατών επαναστατών για τη μετατροπή τού Κόμματος τής σοσιαλιστικής δικτατορίας σε Κόμμα τού κομμουνιστικού κινήματος.

Μπορούμε, εν πάση περιπτώσει, να διατυπώσουμε έναν ορισμό για το τι είναι μια πολιτική αλήθεια: πολιτική αλήθεια είναι η συστηματική συνέπεια ενός συμβάντος — μιας ιστορικής εξέγερσης — η οποία συντηρεί και ενσωματώνει τα στοιχεία τής επίτασης, τής συστολής και τής εντοπιοποίησης, κατά τρόπο ώστε να είναι δυνατή η υποκατάσταση ενός ταυτοτικού αντικειμένου και των συναφών με αυτό διαχωριστικών όρων από μια πραγματική παρουσίαση και έκθεση τής δύναμης τού γενολογικού, όπως αυτή εκδηλώθηκε και αποτυπώθηκε κατά την έλευση τού συμβάντος.

Λαμβάνοντας υπόψιν ότι το γενολογικό στην πιο ριζοσπαστική του μορφή είναι ασύμβατο με το Κράτος, που συντηρείται στη ζωή μόνο με ταυτοτικά ψευδολογήματα, οφείλουμε να συμπεράνουμε ότι κάθε πολιτική αλήθεια εμφανίζεται ως περιορισμός τής κρατικής ισχύος. Αυτή είναι, άλλωστε, η έννοια τού μαρξιστικού αξιώματος περί τής αναγκαιότητας τού μαρασμού τού Κράτους ως τεκμηρίου τής ισχύος τού κομμουνιστικού κινήματος. Το ίδιο νόημα είχε και το βασικό σύνθημα τής Organisation politique — στη δημιουργία τής οποίας συμμετείχα και εγώ ενεργά, εδώ στη Γαλλία, κατά τη δεκαετία τού ’80 και τού ’90 — σύνθημα που μπορεί να διατυπωθεί συνοπτικά ως εξής: στη θέση τής σχεδόν απελπισμένης έκκλησης που απηύθυνε ο Μάο κατά την πολιτιστική επανάσταση «Να παρέμβετε στις κρατικές υποθέσεις!» πρέπει να βάλουμε την ακόλουθη ντιρεκτίβα: «Αποφασίστε, μόνοι σας, τι θέλετε να κάνει το Κράτος και βρείτε τα μέσα για να αναγκαστεί το Κράτος να συμμορφωθεί προς τις αποφάσεις σας, αποφεύγοντας, σε κάθε περίπτωση, να υποβάλετε τις απόψεις σας στην αυθεντική κρίση των Αρχών, κρατώντας πάντα αποστάσεις από την Κρατική εξουσία και μη υποκύπτοντας στα δόλια καλέσματά της, πρωτίστως όσον αφορά τις εκλογικές διαδικασίες».

Εδώ πρέπει να επισημανθεί ότι, αν συμπεριλάβουμε στην έννοια τού Κράτους, πράγμα επιβεβλημένο, το σύνολο των εκφάνσεων τής κυριαρχίας τού κεφαλαίου στην κοινωνία, τότε η μαρξική θέση περί μαρασμού τού κράτους εμφανίζεται εκ διαμέτρου αντίθετη προς τη φιλελεύθερη αρχή για «λιγότερο κράτος», η οποία αποσκοπεί στην πλήρη κυριαρχία και επικράτηση όχι βέβαια τού κομμουνισμού αλλά μιας, ουσιαστικά, εγκληματικής επιθυμίας, αυτής τού κέρδους — πράγμα που βέβαια συνεπάγεται την επίταση των ανισοτήτων και τη συγκέντρωση τής εξουσίας και τής ιδιοκτησίας στα χέρια μιας ολιγαρχίας πλουσίων που απαλλάσσονται από κάθε έλεγχο, αλλά κυρίως από κάθε φόρο.

Η ανώνυμη γενολογικότητα, που χαρακτηρίζει τον συγκεντρωμένο λαό και κάθε τι που μένει πιστό στη σύναξή του, πρέπει να διαδεχτεί τον μεγαλοϊδιοκτήτη, τον τραπεζίτη, τον «οικονομικά επιτυχημένο», όπως ακριβώς, τουλάχιστον στα μάτια όσων επιθυμούν το αληθινό, το εγχείρημα τής πλατείας Ταχρίρ — όποια έκβαση κι αν έχει — διαδέχτηκε, για λίγο, τη συμμορία τού Μουμπάρακ.

Εν είδει παραδείγματος, ας δούμε το μοτίβο τού Μνημείου τού «Άγνωστου Στρατιώτη». Υπάρχει, αναντίρρητα, εδώ μια κάποια αναγνώριση τής δύναμης τού ανώνυμου, τής δύναμης τής ισότητας και τού γενολογικού. Η δύναμή του αυτή είναι μάλιστα τόσο μεγάλη, βρίσκει τέτοια απήχηση στις καρδιές όλων μας, που ακόμα και οι σφαγείς των λαών αισθάνονται υποχρεωμένοι να του στήσουν μνημείο. Φυσικά, η συγκεκριμένη χρήση τής δύναμης τού εξισωτικού μοτίβου συνιστά σφετερισμό και αντιστροφή τής έννοιάς του. Κι αυτό γιατί ο περίφημος Άγνωστος Στρατιώτης, σκεπασμένος με την τρίχρωμη σημαία, μετατρέπεται σε αντικείμενο εθνικής λατρείας, σε σύμβολο τού ταυτοτικού καθήκοντος για το οποίο κλήθηκε να θυσιαστεί. Δεν πέθανε εμπνεόμενος από το ιδανικό τής κατάφασης τού γενολογικού, αλλά έγινε θυσία στον βωμό τής επίλυσης, με αιματηρά μέσα, των ζοφερών αντιφάσεων μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων τής Γαλλίας, τής Αγγλίας και τής Γερμανίας. Στα πεδία των μαχών έχασαν τη ζωή τους με βάρβαρο τρόπο εκατομμύρια γνωστοί και άγνωστοι στρατιώτες. Ο λόγος για τον οποίον στη Γαλλία ένα μεγάλο μέρος τής αγροτικής νεολαίας πήγε εθελοντικά στη σφαγή προς όφελος αλλότριων συμφερόντων ήταν η πεποίθησή τους ότι αγωνίζονταν για το ιδεώδες τής ταυτότητας («Θάνατος στους Γερμαναράδες!»). Ο άγνωστος στρατιώτης προσέφερε τη ζωή του ως θυσία στον ταυτοτικό Μολώχ.

Μήπως κάτι ανάλογο, ένας παρόμοιος σφετερισμός, δεν συμβαίνει και με την προπαγάνδα για τη δημοκρατία στις χώρες μας; Θεωρητικά, ο όρος «δημοκρατία» παραπέμπει στη δύναμη τού ανώνυμου, τού κοινού θνητού, τού πρώτου τυχόντα — τού «χωρίς-μέρος», σύμφωνα με τον όρο τού Ρανσιέρ. Όμως, όπως όλοι γνωρίζουμε, στις κοινωνίες μας ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Δεν θα ’πρεπε τουλάχιστον να στηθεί κι ένα μνημείο προς τιμήν τού άγνωστου ψηφοφόρου, που καθ’ όλη τη διάρκεια τής μακραίωνης ιστορίας τού καπιταλισμού χειραγωγήθηκε και εξαπατήθηκε και που η «φωνή» του έγινε επίσης θυσία στον βωμό μιας «δημοκρατίας», στα πλαίσια τής οποίας απογυμνώνεται από κάθε εξουσία, ακριβώς τη στιγμή που ρίχνει την ψήφο του;

Όσο για τον εργάτη, τον οποιοδήποτε εργάτη, που συχνά η καταγωγή του είναι από το Μαρόκο, το Μάλι ή Ταμίλ, τον εργάτη χωρίς τον οποίο δεν νοείται κέρδος, ποιος θα του φτιάξει το μνημείο; Ποιος θα φροντίσει για τον άγνωστο εργάτη;

Όπως και να ’χει, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ μάς δίνει την ευκαιρία να τον θυμηθούμε. Ας παραθέσουμε το ποίημά του «Οδηγία στους ανώτερους»:[3]

Τη μέρα που ο άγνωστος νεκρός στρατιώτης με τιμητικές θάφτηκε ομοβροντίες, την ίδιαν ώρα τού καταμεσήμερου, απ’ το Λονδίνο κι ώς τη Σιγγαπούρη, ανάμεσα δώδεκα και δύο και δώδεκα και τέσσερα, για δύο λεπτά ολόκληρα, κάθε δουλειά σταμάτησε μόνο και μόνο για να τιμηθεί ο νεκρός Άγνωστος Στρατιώτης.

Μα ωστόσο διαταγές θα ’πρεπε ίσως να δοθούν και για μιαν άλλην επιτέλους τελετή που να τιμά τον Άγνωστο Εργάτη απ’ τις κοσμοπλημμυρισμένες πολιτείες των ηπείρων. Κάποιον μέσ’ απ’ τ’ ανθρώπινο το κουρνιαχτό που τη μορφή του κανένας δεν τη πρόσεξε που η μυστική του ύπαρξη πέρασε απαρατήρητη που ποτέ τ’ όνομά του δεν ακούστη καθαρά. Ένας τέτοιος άνθρωπος θα ’πρεπε, για ολονών μας το καλό, να τιμηθεί με σοβαρή μια τελετή, μ’ ένα ραδιοφωνικό μήνυμα «Στον Άγνωστο Εργάτη» και με σταμάτημα κάθε δουλειάς από την ανθρωπότητα όλη πέρα για πέρα στον πλανήτη.


[1] Για την εκτενέστερη ανάπτυξη τής θεωρίας των ταυτοτικών αντικειμένων και των διαχωριστικών ονομάτων χρήσιμη θα ήταν η συστηματική ενασχόληση με το γενικό πλαίσιο τής υπερβατολογικής θεωρίας των κόσμων, όπως εκτίθεται στις «Λογικές των Κόσμων» (Seuil, 2006).
[2] Σημ.Μετ. hors: à l’écart, en marge, à l’extérieur de, εν παραβολή, παραλλήλως προς κ.λπ.
[3] [Μετφρ. Μ.Πλωρίτη]

 
11 Comments

Αναρτήθηκε από τον/την στο 08/03/2012 in Κράτος, Κομμουνιστική Υπόθεση, Υποκείμενο, Φιλοσοφία

 

Ετικέτες:

«Συμβάν και Πολιτική Οργάνωση»—Α.Badiou


(Το ξύπνημα τής Ιστορίας, κεφ. VIΙ, σελ.97-106)

Η σύναξη αυτή, τοπικά περιορισμένη σε λεωφόρους, δρόμους, σ’ εργοστάσια, όπως και η ποσοτική συστολή ή η συμπαγοποίηση, παίζουν, λοιπόν, έναν ιδιαίτερο ρόλο υποκαθιστώντας, ουσιαστικά, το πραγματικό· και αυτό γιατί η κινητήρια δύναμή τους συνίσταται στην πλεοναστική, εντασιακή και υποκειμενοποιημένη ύπαρξη μιας προπολιτικής αλήθειας και, πιο συγκεκριμένα, στο γεγονός τής βίαιης άρσης και αναίρεσης ενός μη υπαρκτού στοιχείου, που, στην περίπτωση μάλιστα των ιστορικών εξεγέρσεων, συνοδεύεται επίσης και από την «καθαίρεση» ενός αριθμού κρατικών συμβόλων. Είναι κάτι που εμφανίζεται από το τίποτα, ένα φαινόμενο προικισμένο με τη δικτατορική δύναμη τής δημιουργίας εκ τού μηδενός. Αν τυχόν εμφανιστούν ίχνη τού συμβάντος πριν από την έλευσή του — προσυμβαντικές ενδείξεις που μπορούν να αναγνωριστούν ως τέτοιες εκ των υστέρων —, τότε βεβαίως τα συμβαντικά αυτά ίχνη θα μιμούνται ή θα προεικονίζουν τον συνδυασμό αυτών των δύο γνωρισμάτων· δηλαδή, τον συνδυασμό μιας εντασιακής πλεοναστικής ύπαρξης και μιας ποσοτικής συστολής. Τέτοιες ενδείξεις εμφανίστηκαν στην Αίγυπτο, όπως ακριβώς και πριν από την εξέγερση τού Μάη το ’68: αναφέρομαι πιο συγκεκριμένα στις πολύ ασυνήθιστες εργοστασιακές απεργίες κατά τη διάρκεια τού 1967 και στις αρχές τού 1968, που διακρίνονταν από το γεγονός ότι αποφασίστηκαν από εργάτες νεαρής ηλικίας χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των αντιπροσωπευτικών συνδικάτων (εδώ βλέπουμε το στοιχείο τής συσταλτικής απεικόνισης τού όλου — ή, όπως λένε οι ανήσυχοι δημοκράτες μας, τη διάσταση τής «ενεργητικής μειοψηφίας») και συνοδεύτηκαν από πολύ νωρίς, πριν καλά καλά συνειδητοποιήσουμε ότι επρόκειτο για απεργίες, από αιφνίδιες καταλήψεις των εργοστασίων (αυτή είναι η συνδεδεμένη με την κατάληψη τού χώρου διάσταση τής ακτιβιστικής όξυνσης).

Καθ’ ο μέτρο το συμβάν συνιστά επανέναρξη τής ιστορίας, ως φορείς τού μηνύματος τής έλευσής του θα εμφανίζονται τρία στοιχεία εγγενώς συνδεδεμένα με τις μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις: η όξυνση, η συστολή και η εντοπιοποίηση. Τα σημεία αυτά αφενός μεν αποτελούν τους αναγκαίους προπολιτικούς παράγοντες τής ιστορικής αφύπνισης, που συνιστά άμεση απόρροια εκείνων των εξεγέρσεων οι οποίες υπερβαίνουν τα όρια τής άμεσης εξέγερσης και τον βαθύ της μηδενισμό, αφετέρου δε δίνουν το αρχικό έναυσμα για το έργο τής νέας αλήθειας που, στο πεδίο, ειδικότερα, τής πολιτικής, αποκαλείται «οργάνωση».

Read the rest of this entry »

 
 

Ετικέτες:

«Εξέγερση, Συμβάν, Αλήθεια»—Α.Badiou


Το ξύπνημα τής Ιστορίας (κεφ. VI, σελ.85-93)

Θα πρέπει να έχει γίνει αντιληπτό ότι η ιδιαίτερη αξία που αποδίδεται στη σημερινή ταραχώδη αφύπνιση τής Ιστορίας απορρέει από τη δυνατότητα που αυτή διανοίγει για μορφές πολιτικής πιστότητας οι οποίες παραμένουν αδιάφορες και αμέτοχες στην επιθυμία τής Δύσης. Τι μπορεί να εγγυηθεί ότι, πράγματι, το συμβάν, η ιστορική εξέγερση, γεννά τη δυνατότητα αυτή; Ποιος θα μας προστατεύσει από την αδιαμφισβήτητη υποκειμενική δύναμη τής επιθυμίας τής Δύσης; Δεν μπορεί να δοθεί εδώ καμία σαφής απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. Η σχολαστική ανάλυση τής πολυσύνθετης και χρονοβόρου κρατικής διαδικασίας δεν θα ωφελούσε ιδιαίτερα, λόγου τού ότι η διαδικασία αυτή οδηγεί βραχυπρόθεσμα στη διεξαγωγή εκλογών, που όμως θα στερούνται αλήθειας. Αντιθέτως, εκείνο που απαιτείται είναι μια διεξοδική και επίμονη έρευνα πεδίου, με σκοπό τον εντοπισμό των ρήσεων που, κατά την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας υποχρεωτικής διαίρεσης, θα προκύψουν ως αποτέλεσμα τής ασύμμετρης διάσπασης τού κινήματος·[1] κι αυτό γιατί, ως γνωστόν, φορέας τής αλήθειας είναι πάντα η Δυάδα και όχι η Μονάδα.[2] Πρέπει, επομένως, να αναζητήσουμε τις ρήσεις εκείνες που δεν προσαρτώνται στο δυτικό σύμπαν. Όταν και εφόσον υπάρχουν, θα αναγνωρίζονται εύκολα. Και μόνο σε συνάρτηση με τις νεοφανείς αυτές ρήσεις είναι δυνατή η σύλληψη και η κατανόηση μιας διαδικασίας συστηματοποίησης των μορφών συλλογικής δράσης, που θα έρθει να σφραγίσει το πολιτικό τους γίγνεσθαι.

Μπορούμε τουλάχιστον να ισχυριστούμε ότι, στην περίπτωση τής αιγυπτιακής «ιστορικής εξέγερσης», που πρέπει να θεωρείται ως η σημαντικότερη και η συνεπέστερη όλων, τίποτα δεν μαρτυρεί κατηγορηματικά την ύπαρξη ενός διακαούς πόθου για τη Δύση. Όσοι διάβαζαν κάθε μέρα στα αραβικά τα συνθήματα που αναγράφονταν στα πανό των διαδηλωτών τής πλατείας Ταχρίρ, διαπίστωναν, συχνά προς μεγάλη τους έκπληξη, ότι η λέξη «δημοκρατία» δεν εμφανιζόταν σχεδόν ποτέ. Πέρα από το ομόφωνο «Σήκω και Φύγε!», τα βασικά τους στοιχεία ήταν τα εξής: η χώρα, η Αίγυπτος, η παράδοση τού ελέγχου της στον επαναστατημένο της λαό (πράγμα που εξηγεί και την παρουσία, παντού, τής εθνικής σημαίας), και επομένως το αίτημα ακριβώς τού τερματισμού τής δουλικής της εξάρτησης από τη Δύση και την ισραηλινή της συνιστώσα· το τέλος τής διαφθοράς και των τεράστιων ανισοτήτων ανάμεσα στα ολιγάριθμα μέλη μιας διεφθαρμένης κλίκας και τής μάζας των κοινών εργατών· η βούληση οικοδόμησης ενός κοινωνικού κράτους που θα βάλει τέλος στις πανάθλιες συνθήκες ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων. Ως φυσική συνέχεια τής διαδικασίας που έχω περιγράψει με τον όρο «κομμουνισμό τού κινήματος», που αποτελεί, μάλιστα, γνώρισμα αυτού τού είδους των αγώνων, τα εν λόγω προτάγματα μπορούν να ενσωματωθούν σε μια νέα μεγαλόπνοη πολιτική Ιδέα πολύ πιο εύκολα απ’ ό,τι στην απάτη τής εκλογικής κοινοβουλευτικής διαδικασίας, που πάντοτε χρησιμοποιείτο ως δέλεαρ για τη διαιώνιση τής καταπίεσης των λαών.

Read the rest of this entry »

 
39 Comments

Αναρτήθηκε από τον/την στο 01/02/2012 in Βία, Κράτος, Κομμουνιστική Υπόθεση, Υποκείμενο

 

Ετικέτες:

«Η άμεση εξέγερση»—Α.Badiou

Το ξύπνημα τής Ιστορίας (κεφ. ΙΙ, σελ.31-43) [pdf]

Τη στιγμή που γράφω αυτές τις σελίδες, ο βρετανός πρωθυπουργός Ντ. Κάμερον, που ήδη εμπλέκεται σε πολλές ύποπτες υποθέσεις, κάνει δημόσιες δηλώσεις σχετικά με τις ταραχές που ξέσπασαν στις φτωχογειτονιές τού Λονδίνου. Και εδώ προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση η επιστροφή στην αντιλαϊκή φρασεολογία τού 19ου αιώνα. Έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε απλώς και μόνο με συμμορίες, με αλήτες, με ανθρώπους τού σκοινιού και τού παλουκιού· κοντολογίς, με τις «επικίνδυνες τάξεις», κατά των οποίων σήμερα, όπως και στην βικτωριανή εποχή, εγείρεται η παθολογική λατρεία τού πλούτου και τής ιδιοκτησίας και η στοχοπροσήλωση στην προστασία των ατομικών αγαθών και στην ασφάλεια των «νοικοκυραίων» (εκείνων δηλ. που ό,τι και να γίνει δεν πρόκειται να ξεσηκωθούν ποτέ). Και το παζλ ολοκληρώνεται με την εξαγγελία μιας παρατεταμένης και αδυσώπητης εκστρατείας τυφλής και απηνούς καταστολής. Τουλάχιστον ως προς αυτό ο Κάμερον είναι πρόσωπο που εμπνέει εμπιστοσύνη: στο Ηνωμένο Βασίλειο — όπου κατά τη διακυβέρνηση τού «σοσιαλιστή» Μπλέαρ εισήχθη μια βάρβαρη νομοθεσία καταστολής, κατά το παράδειγμα τής αμερικανικής πολιτικής μαζικού εγκλεισμού, συνεπεία τής οποίας οι φυλακές των ΗΠΑ έχουν σχεδόν μετατραπεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης — ο συνολικός αριθμός των φυλακισμένων ξεπερνά, ως ποσοστό επί τού πληθυσμού, αυτόν τής Γαλλίας (όπου, ως γνωστόν, έχουμε μεγάλη πρεμούρα να στείλουμε στα σίδερα τής φυλακής όσον το δυνατόν περισσότερους νέους).

Για να εμφυσήσει τον τρόμο στο κοινό, η τηλεόραση επιδεικνύει αυτάρεσκα εικόνες θεαματικής βίας, όπου βλέπουμε αστυνομικούς-κομάντος, τραμπούκους οπλισμένους μέχρι τα δόντια, να ηδονίζονται, καθώς σπάζουν σε χίλια κομμάτια με πολιορκητικούς κριούς τις πόρτες διαμερισμάτων (εννοείται οι φτωχοί δεν δίνουν δεκάρα για τα υπάρχοντά τους), κι έπειτα να εφορμούν για να συλλάβουν κάποιο νεαρό — πιθανώς έπειτα από καταγγελία ενός ρουφιάνου ή με βάση το υλικό των καμερών ασφαλείας, που η κυβέρνηση τής Αυτής Μεγαλειότητας έσπειρε παντού στους δημόσιους χώρους, μετατρέποντάς τους σε μια γιγαντιαία σκηνή, με την αστυνομία να παίζει τον αιώνιο ρόλο τού οφθαλμοπόρνου. Την ίδια στιγμή τα δικαστήρια μοιράζουν δεξιά κι αριστερά φρικτές ποινές σ’ όσους πέταξαν μπουκάλια, σ’ όσους έκλεψαν βερνίκια παπουτσιών, σ’ όσους τόλμησαν να ρίξουν καμιά σφαλιάρα στις δυνάμεις τής τάξης, στους εμπρηστές σκουπιδοτενεκέδων, στους φωνακλάδες, σ’ όσους είχαν σουγιά στην τσέπη, σ’ όσους έβρισαν την κυβέρνηση, σ’ όσους συνελήφθησαν να τρέχουν, σ’ όσους έσπασαν βιτρίνες μιμούμενοι τον διπλανό τους, στους αθυρόστομους, σ’ όσους δεν κουνήθηκαν από τη θέση τους, σ’ όσους σφύριζαν με τα χέρια στις τσέπες — πράγμα πολύ ύποπτο — και τέλος σ’ όσους απουσίαζαν από τον τόπο των επεισοδίων — οι κινήσεις των οποίων είναι λογικό να απασχολούν ιδιαιτέρως τις δικαστικές αρχές. Πράγματι, κατά την εμπνευσμένη διατύπωση τού Κάμερον, που δε διστάζει να πλειοδοτεί σε αυστηρότητα ακόμη και έναντι των αστυνομικών αρχών: «Δεν επρόκειτο για ζήτημα δημόσιας τάξης, αλλά για καθαρή εγκληματικότητα». Αν πιστέψουμε τον Κάμερον, που θέλει να περάσουν από δίκη τρεις χιλιάδες άνθρωποι, και την αστυνομική του υπηρεσία, σύμφωνα με την οποία η λίστα των υπόπτων περιλαμβάνει τριάντα χιλιάδες ονόματα, συνέβη κάτι το περίεργο στους δρόμους των αγγλικών πόλεων, που ξαφνικά γέμισαν με δεκάδες χιλιάδες εγκληματίες.

Read the rest of this entry »

 
21 Comments

Αναρτήθηκε από τον/την στο 15/01/2012 in Βία, Κράτος, Κομμουνιστική Υπόθεση, Υποκείμενο

 

Ετικέτες:

«Δύο»—Α.Badiou

Στοχασμός 20
Η παρέμβαση: έκνομη επιλογή συμβαντικού ονόματος, λογική τής Δυάδας, χρονική θεμελίωση
(Είναι και Συμβάν, σελ.223-232) [pdf]

Η ανάλυση τού ζητήματος τού συμβάντος κατέληξε στο συμπέρασμα (στοχασμός 17) ότι η κατάσταση δεν παρέχει κανένα έρεισμα για να αποφασίσουμε αν το συμβάν ανήκει ή όχι σε αυτή. Αυτή η μη-αποφασισιμότητα συνιστά εγγενές γνώρισμά του, πράγμα που συνάγεται και από το μαθήμιο τού συμβάντος, στο οποίο αποτυπώνεται η μορφή του ως πολλαπλού. Έχω ήδη εκθέσει τις συνέπειες των δύο πιθανών επιλογών: εφόσον θεωρηθεί ότι το συμβάν δεν ανήκει στην κατάσταση και εφόσον, επιπλέον, τα στοιχεία τού τόπου του δεν παρουσιάζονται, τότε συμπεραίνουμε ότι δεν συνέβη τίποτε· αν όμως ανήκει στην κατάσταση, τότε θα παρεντίθεται μεταξύ τού κενού και τού εαυτού του και, κατά συνέπεια, θα ορίζεται ως υπεράριθμο.

Εφόσον ουσιαστικά το συμβάν είναι ένα πολλαπλό τού οποίου η ιδιότητα ως μέλους τής κατάστασης είναι μη-αποφασίσιμη, η απόφαση ότι αυτό ανήκει στην δομή τής κατάστασης ενέχει έναν κίνδυνο για τον αποφασίζοντα, ο οποίος δεν μπορεί παρά να ελπίζει ότι ο κίνδυνος αυτός δεν θα θεωρηθεί ποτέ ως εύλογος, αφού κάθε κρίση περί τού ευλόγου θα παρέπεμπε αναγκαστικά στη δομή τής κατάστασης. Θα είναι, βεβαίως, δυνατή η γνώση των συνεπειών τής απόφασης, αλλά η γνώση μας αυτή δεν δύναται να ανατρέξει σε χρόνο προγενέστερο τού συμβάντος με σκοπό την αναγωγή των συνεπειών της σε μια ήδη θεμελιωμένη αρχή. Όπως το έθεσε και ο Μαλλαρμέ, το στοίχημα ότι συνέβη κάτι δεν μπορεί να καταργήσει την τυχαιότητα τού συμβάντος.

Επιπροσθέτως, η διαδικασία τής απόφασης προϋποθέτει σε κάποιο βαθμό την αποστασιοποίηση από την κατάσταση, με άλλα λόγια τη συμβολή ενός παράγοντα εξαίρεσης από το καθεστώς τής ύπαρξης. Πράγματι, η ίδια η κατάσταση, παρά την αφθονία των πολλαπλών που παρουσιάζει ως παράγωγες μονάδες, αδυνατεί να παράσχει τους απαιτούμενους πόρους για την οργάνωση τής όλης διαδικασίας, διότι, αν συνέβαινε διαφορετικά, το πρόβλημα τής ένταξης τού συμβάντος στην κατάσταση θα ήταν αποφασίσιμο.

Για να το θέσω αλλιώς: είναι αδύνατον να υπάρξει μια ελεγχόμενη διαδικασία που θα τύγχανε υποχρεωτικής εφαρμογής και η οποία θα ήταν απόλυτα προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις τής απόφασης επί τού ζητήματος τής συμβαντικότητας ενός πολλαπλού. Συγκεκριμένα, όπως έχω ήδη επισημάνει, το κράτος τής κατάστασης δεν περιλαμβάνει κατ’ ανάγκη κανένα κανόνα αυτού τού είδους, δεδομένου τού ότι το κράτος δεν έρχεται εκ των υστέρων να διαπιστώσει ότι, όσον αφορά κάποιο συμβάν που εμφανίζεται σε έναν τόπο, δηλαδή σε ένα πολλαπλό στο χείλος τού κενού, συντρέχουν πράγματι οι προϋποθέσεις τής σχέσης εγκλεισμού. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να συναχθεί η ιδιότητά του ως μέλους τής κατάστασης απλώς και μόνο από το γεγονός ότι υφίσταται σχέση μέρους προς όλον.

Με τον όρο «παρέμβαση» αποκαλώ κάθε διαδικασία μέσω τής οποίας αναγνωρίζεται ως συμβάν κάποιο πολλαπλό.

Read the rest of this entry »

 
13 Comments

Αναρτήθηκε από τον/την στο 19/12/2011 in Κράτος, Κομμουνιστική Υπόθεση, Υποκείμενο, Φιλοσοφία

 

Ετικέτες:

«Προσωρινή Ηθική»—A.Badiou

Προσανατολισμός στη σκέψη, Προσανατολισμός στην ύπαρξη ΙΙΙ (1)
25 Οκτωβρίου 2006
(Βασισμένο στις σημειώσεις τού Ντ.Φισέρ)

Σας υπενθυμίζω ότι η φράση «προσανατολισμός στη σκέψη» προέρχεται από ένα άρθρο τού Καντ με τίτλο «Τι σημαίνει: προσανατολίζομαι στη σκέψη;», που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο τού 1786 [στο περιοδικό «Berlinische Monatschrift»]. Το δεύτερο σκέλος στον τίτλο των σεμιναρίων («προσανατολισμός στην ύπαρξη») είναι δική μου προσθήκη, με σκοπό να δοθεί το γενικότερο στίγμα τής έρευνάς μας. Τι σημαίνει, λοιπόν, η έκφραση αυτή; Είναι ενδιαφέρον να δούμε το ιστορικό πλαίσιο που αποτέλεσε αφορμή για τη δημοσίευση τού άρθρου. Πρόκειται για ένα κείμενο με το οποίο ο Καντ παίρνει θέση σε μια επίκαιρη αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο γερμανούς στοχαστές, και πιο συγκεκριμένα τον Γιακόμπι και τον Μέντελσον, αναφορικά με τη σημασία τού Διαφωτισμού. Στον ισχυρισμό τού Γιακόμπι ότι όσον αφορά τον Διαφωτισμό είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουμε μια ασυμβίβαστη αντίφαση μεταξύ ορθού λόγου και ηθικής, ο Μέντελσον αντέτεινε ότι είναι κατ’ αρχήν δυνατή η θεραπεία τής φαινομενικής αυτής αντίφασης, υπό τον όρο όμως μιας «ορθώς προσανατολισμένης» χρήσης τού Λόγου. Μετά τον θάνατο τού Μέντελσον, ο Καντ αναλαμβάνει (αν και με το ζόρι και με μισή καρδιά, όπως ο ίδιος εξομολογείται) την ευθύνη υπεράσπισης τού Διαφωτισμού. Αυτό είναι το γενικό πλαίσιο τής διαμάχης που αποτέλεσε αφορμή για τη γέννηση τού κειμένου, όπως άλλωστε αποτυπώνεται και στον τίτλο του, όπου γίνεται εσκεμμένη αναφορά στο κομβικό σημείο τού επιχειρήματος τού Μέντελσον, στη έννοια δηλαδή τού «προσανατολισμού».

Κατά την άποψή μου, είναι προφανής η αναλογία με τη σημερινή κατάσταση. Σήμερα αφήνουμε πίσω μας μια περίοδο κατά την οποία έχαιρε ιδιαίτερου κύρους η θέση τής ύπαρξης ενός επαναστατικού Λόγου· μια περίοδο κατά την οποία ο χώρος εκτύλιξης τής κατηγορίας τής επανάστασης ήταν εκτεθειμένος στο φως ενός «πολιτικού διαφωτισμού», η κύρια έκφραση τού οποίου ήταν η πεποίθηση ότι η ίδια η επαναστατική ρήξη μπορεί να γίνει αντικείμενο ορθολογικού στοχασμού. Ας σημειωθεί ότι το εν λόγω ρεύμα τού επαναστατικού διαφωτισμού, που εκδηλώθηκε υπό διάφορες ονομασίες και μορφές, μεταξύ των οποίων και ο μαρξισμός, εισήλθε, ήδη από τη δεκαετία τού εβδομήντα, σε μια μακρά περίοδο κρίσης. Το αξιοσημείωτο είναι ότι το σημαντικότερο επιχείρημα που σήμερα εγείρεται στο πλαίσιο τής αμφισβήτησης τού συγκεκριμένου ρεύματος είναι στην ουσία το ίδιο με εκείνο που προβλήθηκε από τον Γιακόμπι στην πολεμική του εναντίον τού Διαφωτισμού, ότι δηλαδή, υπό το συγκεκριμένο πρίσμα, η ενότητα πολιτικής και ηθικής αποτελεί κάτι το αδιανόητο. Θα μπορούσαμε μάλιστα να θεωρήσουμε ως επίγονους τού Γιακόμπι τους σύγχρονους υποστηρικτές τής άποψης ότι αποκλείεται κάθε πιθανότητα συμφιλίωσης ανάμεσα αφενός μεν στην κληρονομημένη από τον μαρξισμό διαλεκτική μορφή τής επαναστατικής ορθολογικότητας, αφετέρου δε στην υποχρέωση σεβασμού τής ανθρώπινης ζωής και των λοιπών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που εν προκειμένω θεωρούνται ότι αποτελούν τη σύγχρονη έκφραση τής ηθικής — πράγμα που βεβαίως οδηγεί αναπόφευκτα στην εκτόπιση τού επαναστατικού Λόγου, στην αποκήρυξη τού προγενέστερου συστήματος ορθολογικότητας λόγω τής υποτιθέμενης ασυμβατότητάς του με την ηθική.

Read the rest of this entry »

 
2 Comments

Αναρτήθηκε από τον/την στο 09/12/2011 in Βία, Κράτος, Κομμουνιστική Υπόθεση, Υποκείμενο, Φιλοσοφία

 

Ετικέτες: , ,

 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.