
Από το βιβλίο τού D.Losurdo, Η γλώσσα τής Αυτοκρατορίας
(μετφρ. Άβα Μπουλουμπάση, 2010, Α/συνέχεια, Αθήνα. σ.351-64, 370-75)
Μίσος απέναντι την Δύση
[...]
8. Ρήξη με τον αντισημιτισμό ή διαιώνιση του αποικιοκρατικού ρατσισμού;
[…] Τα δεινά που υπέστησαν τους τελευταίους αιώνες οι λαοί που υποτάχτηκαν στις μεγάλες αποικιοκρατικές δυνάμεις, δεν είχαν μόνο στρατιωτικό χαρακτήρα. Όπως επιχείρησα να εξηγήσω σε κάποιο άλλο σημείο, η Δύση εκπροσωπεί έναν πολιτισμό που με μεγάλη αποτελεσματικότητα θεωρητικοποιεί και εφαρμόζει πρακτικά μια εξουσία (υιοθετώντας πολιτικά καθεστώτα που λειτουργούν ως αδιαμφισβήτητα σημεία αναφοράς) που επιδόθηκε σε ευρεία κλίμακα και με επιτυχία στο δουλεμπόριο, στον εκτοπισμό, στον αποδεκατισμό και την εξόντωση των ιθαγενών λαών των αποικιών τους οποίους θεωρούσε άχρηστους ακόμη και για χειρωνακτική εργασία (επιβάλλοντας την απόλυτη εξουσία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο). Οι Ηνωμένες Πολιτείες ιδιαίτερα, και η Δύση συνολικά, εφάρμοσαν σε τοπικό και σε πλανητικό επίπεδο ένα καθεστώς Herrenvolk democracy,† δηλαδή μια «δημοκρατία των Κυρίων», στα πλαίσια της οποίας η διακυβέρνηση και οι νόμοι προς όφελος των μελών της συμβαδίζουν με την ανεξέλεγκτη βία ενάντια σε όσους δεν ανήκουν σ’ αυτήν.
Ο «αρνητισμός» της Δύσης και ιδιαίτερα της ηγέτιδας δύναμής της, προσπαθεί να αποσιωπήσει τον Herrenvolk χαρακτήρα της δημοκρατίας, για τον οποίο και οι δύο υπερηφανεύονται. Αυτό το ζήτημα δεν αφορά μόνο το παρελθόν: Τι κάνει αλήθεια η κυβέρνηση του νόμου και του δικαίου για τους κρατούμενους του Γκουαντάναμο, του Αμπού Γκράιμπ ή του αφγανικού στρατοπέδου συγκέντρωσης που πολλοί παρομοιάζουν με το Άουσβιτς; Τι κάνει η κυβέρνηση του νόμου και του δικαίου για τους ισλαμιστές που έχει παραδώσει η Ουάσινγκτον σε χώρες όπου επιτρέπονται τα βασανιστήρια, ή έχει απαγάγει και εξαφανίσει η CIA; Έτσι εξηγείται η εμμονή στον «αρνητισμό» που επιχειρούμε να αναλύσουμε: για να δικαιολογήσει και να νομιμοποιήσει την επιθετική και φιλοπόλεμη πολιτική της, η δημοκρατική Δύση, όπως και η χώρα που βρίσκεται επικεφαλής της, έχει περισσότερη ανάγκη από ποτέ να διαφυλάξει τον Herrenvolk χαρακτήρα της. Ας θυμηθούμε τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή: λένε συχνά πως υποστηρίζουν το Ισραήλ γιατί είναι η μόνη δημοκρατική χώρα της περιοχής. Η αποσιώπηση του γεγονότος ότι αυτή τη δημοκρατία την απολαμβάνουν μόνο οι λίγοι, δείχνει περίτρανα ότι τα ιδανικά της δημοκρατίας δεν χρησιμοποιούνται για να αμφισβητήσουν αλλά για να νομιμοποιήσουν τα δεινά του πολύπαθου παλαιστινιακού λαού.
Όποιος κρατάει ξεκάθαρη στάση κατά της πολιτικής του Ισραήλ, είναι ύποπτος για αντισημιτισμό. Αλλά γιατί να στρέφονται μονάχα προς τη μία πλευρά αυτές οι κατηγορίες; Ας δούμε για παράδειγμα έναν γνωστό ιταλό πολιτικό, τον Τζιανφράνκο Φίνι. Η προσέγγισή του προς το «εβραϊκό κράτος» έχει ξεκινήσει εδώ και πολλά χρόνια, όταν διαφωνούσε μόνο για τους αντισημιτικούς νόμους από τη συνολική πολιτική του Μουσολίνι: «Μέχρι το 1938, δηλαδή ακριβώς πριν την υπογραφή των ρατσιστικών (αντισημιτικών) νόμων, είναι πολύ δύσκολο να καταδικάσουμε συνολικά το φασισμό».726 Τι έχει να πει όμως για τους ρατσιστικούς νόμους κατά των «ιθαγενών» (Αράβων και μαύρων) της φασιστικής αποικιοκρατικής αυτοκρατορίας; Για τις σφαγές στην Αιθιοπία; Για τη μαζική χρήση υπερίτη και ασφυξιογόνων αερίων; Για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης; Όπως βλέπουμε, αυτός κριτικάρει μόνο τον αντισημιτισμό του φασισμού, ενώ δεν διαχωρίζεται καθόλου από τον επεκτατισμό ή τον αποικιοκρατικό ρατσισμό. Θα μπορούσαμε να πούμε πως οι παραπάνω δηλώσεις αποτελούν μόνο μια ενδιάμεση φάση στην πολιτική πορεία του Φίνι. Όμως δεν είναι έτσι. Αυτός, το 2004, ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, υποστήριζε με ενθουσιασμό την εισβολή και την κατοχή της Λιβύης, όπου «οι Ιταλοί, εκτός από δρόμους και εργασία, πρόσφεραν και τις αξίες, τον πολιτισμό, τα ιδεώδη που είναι ο φάρος του παγκόσμιου πολιτισμού και όχι μόνο του πολιτισμού της Δύσης».727 Δυστυχώς, κανείς δεν βρέθηκε να πει πως το γεγονός αυτό που τόσο εξυμνούσε ο επιφανής πολιτικός, συνοδεύτηκε από μαζικές δολοφονίες ή πως αναβίωσε τότε η ιδέα της «τελικής λύσης», ακόμη και ανάμεσα σε «διακεκριμένους και έντιμους αξιωματικούς».