RSS

Alain Badiou — Αμέντ Φιλόσοφος: Το Τίποτα

Αλαίν Μπαντιού: Ο Αμέντ Φιλόσοφος
[Οικογενειακό θέατρο, κατάλληλο για παιδιά άνω των δώδεκα ετών]
Σκετς 1. Το τίποτε

Αμέντ, Μουστάκιας
Ο Αμέντ ανεβαίνει στη σκηνή κραδαίνοντας απειλητικά το ρόπαλό του προς το μέρος των θεατών.

Αμέντ: Τι κοιτάτε, ρε; Δεν έχει τίποτα να δείτε δω. Εγώ, ο υποφαινόμενος, σάς δηλώνω υπεύθυνα πως είμαι ένα τίποτα. Με πλήρη γνώση των συνεπειών τού Νόμου σάς λέω ότι ο Αμέντ είναι ένα τίποτα, νούλα σκέτη, μηδέν εις το τετράγωνο και στον υπερθετικό βαθμό. Κι αν δεν το ξέρετε να σας πληροφορήσω ότι όταν αντικρίζετε το τίποτα αυτοπροσώπως είναι σαν να μη τρέχει τίποτα, απολύτως τίποτα. Να σας δείξω λίγο τι πα’ να πει να μην είστε τίποτα.

Αυτοσχεδιασμοί τού Αμέντ πάνω στο θέμα τού τίποτα, χάνεται σιγά σιγά στο μισοσκόταδο τής σκηνής.

Κι αν βρισκόταν ανάμεσά σας ένα σαΐνι τής μεταφυσικολογικής και τής θεοφιλοσοφίας, μια διάνοια υπερφιλοσοφική που θα μπορούσε καλύτερα απ’ τον Αϊνστάιν και τον Αμέντ μαζί να ξεμπερδέψει τους κόμπους όλους τού κόσμου τούτου, δεν θα ’χε δίκιο να γυρίσει και να πει μπροστά στα ελεεινά τα μούτρα μου «Κύριε Μηδενικέ Αμεντουλάκο, πώς είστε σίγουρος ότι είστε ο κανείς, ε; Μιας και γνωρίζεις μετά βεβαιότητος ότι είσαι ένα τίποτα, τότε κάτι είσαι, έτσι δεν είναι; Κι αυτό γιατί το τίποτα είναι απολύτως τίποτα και ως τίποτα δεν μπορεί να ξέρει και πολλά· και κυρίως δεν μπορεί να γνωρίζει τι εστί το Τίποτε. Για να γνωρίσει κανείς τι εστί το Τίποτε, οφείλει να είναι κάποιος και όχι κανείς και τίποτε». Ωχ, μ’ έσφαξε με το μπαμπακάκι ο θεοφιλόσοφος. Εν άλλοις λόγοις, δηλαδής, ήγουν, τουτέστι, ήτοι, ο μάγκας μ’ εκμηδένισε. Αλλά για στάσου, αδερφέ, το τίποτα έχει μπαμπακουλάκη; Έχω ακουστά για τους μπαμπάδες με το ρούμι — των Παπαθανασίου-Ρέππα, να πάτε να το δείτε όταν το ξανανεβάσουν — αλλά το τίποτα, ποιος γέννησε το τίποτα; Θέλω τη μαμά και τον μπαμπάκα μου! Ποιος είναι ο μπαμπάς κι η μαμά μου; Ρούμι ορφανό με αλκοόλ. βαθμούς ζερό, μοχίτο φοχίτο με κιτρολέμονο και δυόσμο…

Αυτοσχεδιάζει πάνω στο ρούμι και το τίποτα.

Τέλος πάντων, ένα είναι το σίγουρο. Αν δεν ήταν ο Θανασάκης ο Μουστάκιας, ποτέ μου δεν θα μάθαινα ότι είμαι κάτι άλλο απ’ το τίποτα. Ο Θανασάκης ο Μουστάκιας. Μεγάλος μάγκας ο Μουστάκιας, μουστακαλής με το κομπολόι στο χέρι, σημαίνον πρόσωπο στην Κρεατομυγοκουρουνιώτικη την κοινωνία. Δεν είναι ο πάσα ένας ο Μουστάκιας. Κάποια μέρα που λέτε… Καλύτερα να μην την πω εγώ την ιστορία. Ο Αμέντ δεν μπορεί να δώσει φωνή στο τίποτα· φυσιολογικά το τίποτα δεν διηγιέται τίποτε. Την ιστορία να σας την πει ο ίδιος. Μόνο όποιος είναι κάποιος μπορεί να σας πει κάτι τι συγκεκριμένο. Νορμάλ πράγματα. Μουστάκια! Μουστάκια, δεύρο έξω!

Ο Μουστάκιας μπαίνει στη σκηνή.

Μουστάκια, αγαπούλα μου, για πες τους λίγο τι σόι είµαι εγώ, ο Αμέντ, κι από που γενοκρατιέµαι.

Μουστάκιας: Συ, ρε, δεν είσαι ένας, σεις είστε μιλιούνια. Είσαι απ’ αυτούς, τους λαθραποτέτοιους που έπεσαν πάνω μας σαν ακρίδες από κάθε μεριά τής γης· Ανατολίτες κι Αράπηδες που, δε φτάνει που μας κλέβετε τις δουλειές, μας τρώτε και τα επιδόματα ανεργίας και κοκκαλάκι δεν αφήνετε για τους γηγενείς· και το ’χετε καβαλήσει το καλάμι και το σκασμό δεν βγάζετε ’πειδή τάχατες σας έπλασε ο μουσουλμανοθεός σας με τη μουτσούνα τη σαρακοστιανή την κλαψομούνικη· ιστορίες γι’ αράπηδες και τα μυαλά στα κάγκελα. Αν εσύ ρε ήσουν άνθρωπος, ποιος ξέρει, ίσως και να ’σουν κάποιος! Δόξα τον μεγαλοδύναμο, δεν είστε άνθρωποι, είστε ρεμπέτ ασκέρι. Μπουλούκι, σουρφετός! Όλοι για τα κάτεργα! Ε, όχι να μας περνάτε και για μαλάκες!1

Αμέντ: Με το μαλακό, ρε μπουνταλά! Μη σου ανέβει και η πίεση! Ώστε εγώ δεν είμαι κάποιος;

Μουστάκιας: Μα τι μου λες τώρα; Είστε όλοι σας ένα τίποτα, άτιμη φάρα, κοπρίτες και λιγότερ’ απ’ το τίποτα.

Αμέντ: Σας τα ’λεγα, δεν σας τα ’λεγα! Πιο λίγο κι απ’ το τίποτα! Όμως για περίμενε λίγο! Το λιγότερο απ’ το τίποτα δεν μπορεί να ’ναι τίποτα! Αυτό μάλιστα προκύπτει αδήριτα και δεδαρμένα απ’ το γεγονός ότι τόσο από πάνω όσο και κάτ’ απ’ το τίποτα υπάρχει πάντα κάτι.

Μουστάκιας: Αλλού αυτά, αλλοδαπέ! Κορόιδο δεν με πιάνεις! Το πιο λίγ’ απ’ το τίποτα είναι πιο τίποτα κι απ’ το τίποτα. Αυτό και τίποτ’ άλλο!

Αμέντ: Ρε μπουμπούνα, το τίποτα δεν αυξομειώνεται! Όσα τίποτα κι αν προσθαφαιρέσεις, δεν αλλάζει τίποτα, απολύτως τίποτα, αφού μέσα στο τίποτα δεν υπάρχει τίποτ’ από τίποτα, γκέγκε; Το τίποτα είναι άοσμο, άγευστο, αδρανές και ουδέτερο· είναι, πως να στο εξηγήσω, σαν το μηδέν τής αριθμητικής και τού θερμομέτρου. Πάνω απ’ το μηδέν ζεσταίνεσαι, κάτ’ απ’ το μηδέν παγώνεις. Αν όπως μου λες είμαι κάτ’ απ’ το μηδέν, θα κοκκαλώσω, θα ξυλιάσω απ’ το κρύο… Για κοίτα σύμπτωση! Ξύλο έγινε, θες να το πιάσεις; [του δείχνει το ρόπαλο]

Σ’ έπιασε σύγκρυο, Θανασάκη μου; Νιώθεις πως βρίσκεσαι υπό το μηδέν; Πάγωσες στους τριάντα εκατοστιαίους βαθμούς κάτω απ’ το τίποτα τής κλίμακας Κελσίου; Κρυώνει ο πισινούλης σου αντίκρυ στο λιγότερο απ’ το τίποτα;

Ο Μουστάκιας κρουσταλλιάζει, πετρώνει κυριολεκτικά.

Μουστάκιας: Γαμημένο κωλόπαιδο! Νιώθω σαν χιονάνθρωπος.

Αμέντ: Πω, πω τι πάθαμε! Παγοκολώνα έγινε ο Μουστάκιας! Στήλη άλατος! Δεν σας γελάω, στο εσωτερικό δεν βλέπω τίποτα, τίποτα και λιγότερο κι απ’ το τίποτα!

Μουστάκιας (με φωνή σαν να βγαίνει μέσα από τον τάφο): Ο Αράπης με μεταμόρφωσε σε φρεσκοκατεψυγμένο μπακαλιάρο.

Αμέντ: Για να δούμε αν ακούγεται κούφιος.

Ο Αμέντ δίνει στον Μουστάκια μια δυνατή ροπαλιά και τον κάνει χίλια κομμάτια.

Γαμώ το τίποτα! Την έκανα θρύψαλα την απόδειξη! Το Θανασάκη μου, τον μόνο μάρτυρα που θα μπορούσε να σας πείσει πως δεν είμαι τίποτα, πως είμαι λιγότερο απ’ το τίποτα! Ουφ, δεν είμαι πια σίγουρος για τίποτα! Μόνο το τίποτα δεν ξέρει τίποτα. Όπως κι αν είναι, το ρόπαλό μου δεν είναι και τίποτα το ασήμαντο, έτσι δεν είναι; Αν το τίποτα κρατάει ρόπαλο, ε κάτι είναι κι αυτό! Κι όταν σας λένε πως μπροστά τους είστε ένα τίποτα, δώστε τους μια ροπαλιά εν είδει αποδείξεως. Θα δείτε πόσο γρήγορα  θα κουλάρουν τα πνεύματα.

Αλλά αυτό δεν φτάνει, πρέπει να δω πως θα ξαναζεσταθώ.

Αυτοσχεδιασμοί τού Αμέντ πάνω στο θέμα τής αναθέρμανσης. Λόγω τής αφόρητης ζέστης που προκαλεί το ζέσταμα τού Αμέντ, ο Μουστάκιας ξαναγίνεται ολόκληρος και στέκεται όρθιος στα πόδια του.

Μουστάκιας: Πού βρίσκομαι; Ποιος είμαι; Πού πάω κι από πού έρχομαι; Ποιον θα …; Από πού, από πού ζεσταίνομαι; Ποιος άνοιξε τη θέρμανση;

Ο Αμέντ του ρίχνει άλλη μία με το ρόπαλο.

Αμέντ: Όποιος «τίποτα» αποκάλεσε το τίποτα τώρα να γίνει τίποτα.

Ο Μουστάκιας σωριάζεται πάλι χάμω.

Αμέντ (σκουπίζοντας το μέτωπό του): Δεν είναι και μικρό πράγμα να μην είσαι ένα τίποτα…


[1] «Envoyé, c’est pesé!»: από τον μύθο με τίτλο «Η αλεπού κι ο κόρακας» τού Λαφοντέν.

* Η φωτογραφία «The smallest, saddest snowman ever» είναι τής N.Power.

Advertisements
 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s