RSS

Όταν η μετανάστευση είναι αδίκημα—L.d’Ambrosio

27 Ιαν.

Όταν η μετανάστευση είναι αδίκημα
τού Luca d’Ambrosio [30/11/2010]

Εδώ και πολλά χρόνια το κοινοτικό δίκαιο και το δίκαιο των κρατών μελών, ιδιαιτέρως τής Γαλλίας και Ιταλίας, θέτουν σε εφαρμογή μια ωφελιμιστική και κατασταλτική πολιτική ελέγχου τής μετανάστευσης. Η ποινικοποίηση των μεταναστευτικών πολιτικών αποτελεί ένδειξη τού γεγονότος ότι η ευρωπαϊκή συνεργασία ενδέχεται να είναι συνώνυμη με μια οπισθοδρόμηση τού δικαίου.

Ως συνέπεια τού μεταναστευτικού φαινομένου το δίκαιο έρχεται αντιμέτωπο με ένα παράδοξο. Παρά το ότι το δικαίωμα τής μετανάστευσης έχει αναγνωρισθεί ως το πρώτο μεταξύ των φυσικών και οικουμενικών δικαιωμάτων και ως θεμέλιο τού σύγχρονου διεθνούς δικαίου, εδώ και μερικά χρόνια γινόμαστε μάρτυρες τής σταδιακής εισαγωγής, στον ευρωπαϊκό δικαϊκό χώρο, μιας διαδικασίας σκλήρυνσης των μηχανισμών ελέγχου τής μετανάστευσης, με συνέπεια την υπονόμευση όχι μόνο τής άσκησης τού εν λόγω δικαιώματος αλλά και των κεκτημένων τού φιλελεύθερου νομικού πολιτισμού, όπως για παράδειγμα τής αρχής τής ισότητας και τού απαραβίαστου τής ανθρώπινης αξιοπρέπειας.1

Δικαίωμα μετανάστευσης και «οικουμενική φιλοξενία»

Η ανάπτυξη και επεξεργασία τού «δικαιώματος τής μετανάστευσης» γενικά ανάγεται στα τέλη τού δεκάτου έκτου αιώνα με την αναγνώριση τού συγκεκριμένου δικαιώματος από τον Ισπανό θεολόγο Φραγκίσκο ντε Βιτόρια βάσει μιας κοσμοπολίτικης ιδέας αναφορικά με τις σχέσεις μεταξύ των λαών, η οποία διαπνεόταν από το όραμα μιας «οικουμενικής αδελφότητας».2 Όπως υπενθύμισε πρόσφατα ο φιλόσοφος τού δικαίου Luigi Ferrajoli, είναι προφανές ότι η αναγνώριση τού συγκεκριμένου δικαιώματος άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας εργαλειοποίησής του, εφόσον χρησίμευε ως δικαιολογία για την εκμετάλλευση των χωρών και των λαών τού «νέου κόσμου» από τους Ευρωπαίους.3

Αν και ιστορικά «ασυμμετρικό», το δικαίωμα τής μετανάστευσης θα συνεχίσει ωστόσο να αποτελεί ορόσημο για την κλασσική φιλελεύθερη σκέψη — έτσι στα άρθρα τού σχεδίου για μια Αιώνια Ειρήνη, ο Καντ περιέλαβε όχι μόνο το δικαίωμα αποδημίας, αλλά και αυτό τής εγκατάστασης σε μια άλλη χώρα, ταυτίζοντας το εν γένει δικαίωμα με την αρχή τής «οικουμενικής φιλοξενίας»,4 ενώ έκτοτε έχει συμπεριληφθεί και στα κυριότερα διεθνή και εθνικά νοµικά κείµενα.5 Από το άρθρο 4 τού Συντάγματος τού 1793 («Η άσκηση των δικαιωμάτων τού Γάλλου πολίτη αναγνωρίζεται σε κάθε άνθρωπο που γεννήθηκε και κατοικεί στη Γαλλία και ο οποίος έχει συμπληρώσει το εικοστό πρώτο έτος τής ηλικίας του· σε κάθε αλλοδαπό που έχει συμπληρώσει το εικοστό πρώτο έτος τής ηλικίας του και, διαμένοντας έναν τουλάχιστον χρόνο στη Γαλλία, ασκεί βιοποριστικό επάγγελμα εκεί ή έχει Γαλλίδα σύζυγο ή έχει υιοθετήσει τέκνο ή συντηρεί ηλικιωμένο άτομο· και, τέλος, σε κάθε αλλοδαπό που, κατά τη γνώμη τού Νομοθετικού Σώματος, έχει προσφέρει θετική υπηρεσία στην ανθρωπότητα»), μέχρι και το άρθρο 13, εδάφιο 2, τής Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων τού Ανθρώπου («καθένας έχει το δικαίωμα να εγκαταλείπει οποιαδήποτε χώρα ακόμη και τη δική του και να επιστρέφει σε αυτή»), όπως επίσης και σε πληθώρα συνταγματικών κειμένων, το δικαίωμα μετανάστευσης αποτέλεσε μέρος τού καταλόγου των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στο άτομο.

Μετά από πέντε αιώνες αποικιοκρατίας και εκμετάλλευσης με πρωτεργάτες τους ευρωπαϊκούς λαούς, η ασυμμετρία αυτή έχει ωστόσο αναστραφεί. Εκείνοι που σήμερα εγκαταλείπουν τη γη τους για την Ευρώπη, αναζητώντας απλώς καλύτερες συνθήκες ζωής ή ακόμη και καταφύγιο από πολιτικές ή ανθρωπιστικές κρίσεις, είναι οι άλλοτε αποικιοκρατούμενοι και εκμεταλλευόμενοι λαοί. Ενώ η αναστροφή αυτή θα έπρεπε να υποχρεώσει τις ευρωπαϊκές χώρες να λάβουν επιτέλους «σοβαρά» υπόψη τους τον οικουμενικό χαρακτήρα τού δικαιώματος τής μετανάστευσης, γινόμαστε εντούτοις μάρτυρες τής σταδιακής άρνησής του: όπως έχει ήδη υπογραμμιστεί στην ανάλυση τής Χάνα Άρεντ για τον ιμπεριαλισμό, ο οικονομικός ή ο πολιτικός πρόσφυγας — που έχοντας αποστερηθεί τής ιδιαίτερης κοινωνικοπολιτικής του ταυτότητας θα έπρεπε να ενσαρκώνει τον ιδεώδη φορέα των (κατ’ όνομα μόνο) «οικουμενικών» ανθρωπίνων δικαιωμάτων — ουσιαστικά στερείται κάθε νομικής προστασίας, εφόσον είναι αδύνατον, πλέον, να θεωρηθεί πολίτης μιας συγκεκριμένης κοινότητας.6

Αλλά όπως αποδεικνύει η σύγχρονη ιστορία, η διαδικασία αυτή δεν σταματάει εδώ. Αιωρούμενο ανάμεσα στον οικουμενικό προορισμό του και την κυριαρχία των κρατών, το δικαίωμα τής μετανάστευσης μετατρέπεται εφεξής στο αντίθετό του: σε ποινικό αδίκημα. Η ποινικοποίηση τού μη καταγεγραμμένου αλλοδαπού φαίνεται να έχει γίνει το νέο τοτέμ τής Ευρώπης·7 εμφανιζόμενος και αντιμετωπιζόμενος ως «βάρβαρος», ως «άλλος» ή ακόμη και ως «κατ’ εξοχήν εγκληματίας», ο μη καταγεγραμμένος αλλοδαπός έχει γίνει ο αποδιοπομπαίος τράγος για τις φαντασιώσεις και προκαταλήψεις που τροφοδοτούνται από τις κοινωνίες τής διακινδύνευσης8 και τού φόβου9 στις οποίες ζούμε. Ακολουθώντας το παράδειγμα τής εμπειρίας των αρχών τού 20ού αιώνα στις ΗΠΑ, η ευρωπαϊκή πολιτική ελέγχου τής μετανάστευσης μετατράπηκε σταδιακά σε ποινική πολιτική — και μάλιστα σε ποινική πολιτική «συνοδευόμενη από κυρώσεις».10 Από τη στιγμή που ο «λαθραίος-εγκληματίας» διέλθει τα στρατικοποιημένα σύνορα των κρατών, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής μιας εξαιρετικής νομοθεσίας που αποβλέπει στην αποβολή του από το «εθνικό σώμα».

Όμως, πριν να γίνει αυτό, δηλαδή, πριν την αποβολή του από την κρατική επικράτεια, μεσολαβεί η παρέμβαση τού ποινικού δικαίου, ούτως ώστε να επιτευχθεί ο κοινωνικός αποκλεισμός και εξοστρακισμός του. Αυτός φαίνεται, επομένως, να είναι ο απώτερος σκοπός του «ποινικού δικαίου τής μετανάστευσης»: μέσω ενός νομικού εργαλείου, με ουσιωδώς εξαιρετικό και «εξοβελιστικό» χαρακτήρα, καταλήγουμε να μετατρέπουμε τον μη καταγεγραμμένο μετανάστη σε σύγχρονο homo sacer,11 σε κάποιον που, από νομική άποψη, θεωρείται ήδη εκτοπισμένος και εξόριστος — και μάλιστα πριν ακόμη συμβεί αυτό στην πραγματικότητα.

Μετανάστευση: μια «κοινή πολιτική»

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι μονοδιάστατα κρατικό: μέσω ενός πλέγματος αλληλεπιδράσεων τόσο φυγόκεντρων (με κατεύθυνση από τις εθνικές κυβερνήσεις προς τα υπερεθνικά θεσμικά όργανα) όσο και κεντρομόλων (με κατεύθυνση από τους υπερεθνικούς μηχανισμούς προς τις εθνικές νομοθεσίες), οι μεταναστευτικές πολιτικές που υιοθετούνται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης χαρακτηρίζονται από μια ολέθρια σύνδεση μεταξύ τού ελέγχου τής μετανάστευσης και τού ποινικού δικαίου. Πριν την μετατροπή τής μετανάστευσης σε «κοινή πολιτική» από τη Συνθήκη τής Λισσαβώνας (με σκοπό τη δημιουργία αφενός μεν ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων, αφετέρου δε ενός κοινού καθεστώτος ασύλου και διαχείρισης τής παράνομης μετανάστευσης), το στοιχείο που συντέλεσε στην επιτάχυνση τής ενεργοποίησης μιας ωφελιμιστικής και κατασταλτικής πολιτικής ελέγχου τής μετανάστευσης ήταν η έγκριση τού Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη μετανάστευση και το άσυλο υπό τη γαλλική προεδρία, το 2008.

Επιπλέον, οι πρώτοι μηχανισμοί που θεσμοθετήθηκαν στο πλαίσιο αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνουν τους δύο αυτούς πυλώνες τής ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής. Από τη μια μεριά, η οδηγία για την «μπλε ευρωπαϊκή κάρτα» ενθαρρύνει την είσοδο και διαμονή εξωκοινοτικών αλλοδαπών προς ανάληψη υψηλά εξειδικευμένης εργασίας. Από την άλλη μεριά, η οδηγία «επιστροφής» [2008/115/ΕΚ] προβλέπει τη δυνατότητα προσφυγής στο μέτρο κράτησης αλλοδαπών ενόψει τής απομάκρυνσής τους από την κρατική επικράτεια για διάστημα μέχρι και δεκαοχτώ μήνες, που μπορεί μάλιστα να συνοδεύεται από την «απαγόρευση επιστροφής» [ή εισόδου], η διάρκεια τής οποίας δεν θα υπερβαίνει τα πέντε χρόνια και η οποία θα αφορά ολόκληρη τη ζώνη τού Σένγκεν (όπου περιλαμβάνονται, ούτε λίγο ούτε πολύ είκοσι πέντε κράτη, εκ των οποίων είκοσι δύο είναι μέλη τής Ευρωπαϊκής Ένωσης), εγείροντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, έναντι των «ανεπιθύμητων» αλλοδαπών τα νέα τείχη τού «φρουρίου Ευρώπη».12

Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι υπό το πρόσχημα των υποχρεώσεών της που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο η γαλλική κυβέρνηση πρότεινε πρόσφατα σχέδιο νόμου για την μετανάστευση. Το εν λόγω νομοσχέδιο, που αποτελεί την πέμπτη κατά σειρά μεταρρύθμιση τα τελευταία εφτά χρόνια13 και το οποίο υιοθετήθηκε από την εθνοσυνέλευση στις αρχές του Οκτωβρίου τού 2010, αποβλέπει στην ενίσχυση τού διοικητικού καθεστώτος που ισχύει για τους μη καταγεγραμμένους αλλοδαπούς. Χρησιμοποίησα σκοπίμως τον όρο «πρόσχημα», διότι η εθνική νομοθεσία, αν και φαίνεται να συμμορφώνεται στο πνεύμα των υπερεθνικών ρυθμίσεων, δεν ενσωματώνει, ωστόσο, τις προβλεπόμενες προστατευτικές δικλίδες για την οριοθέτηση των πλέον επαχθών διατάξεων.

Εάν, επομένως, εγκριθεί η μεταρρύθμιση (όπως κατά πάσα πιθανότητα θα συμβεί), οι διοικητικές αρχές θα μπορούν να δημιουργούν ζώνες παραμονής «α λα καρτ», δηλ. όχι μόνον σε καθορισμένους συνοριακούς σταθμούς, αλλά όπου τυχόν εντοπιστεί μια νεοαφιχθείσα σε γαλλικό έδαφος «ομάδα αλλοδαπών». Συγχρόνως, το ελάχιστο «απαιτούμενο» χρονικό διάστημα κράτησης των αλλοδαπών εν αναμονή τής απομάκρυνσής τους παρατείνεται από 32 σε 45 ημέρες. Αλλά υπάρχει κίνδυνος οι ζώνες παραμονής και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης να μετατραπούν σε «εκτός νόμου χώρους». Πράγματι, στο σχέδιο νόμου περιθωριοποιείται ο ρόλος τού αρμόδιου για τις ατομικές ελευθερίες δικαστή: μόνο μετά την πάροδο πέντε ημερών θα δύναται να αποφασίζει εάν ο αλλοδαπός θα αφεθεί ελεύθερος ή αν θα παραμείνει υπό κράτηση (ενώ μέχρι σήμερα προβλέπεται προθεσμία 48 ωρών), και αποκλειστικά βάσει τής διαπίστωσης ότι συντρέχουν «ουσιώδεις» διαδικαστικές πλημμέλειες που έχουν «ως αποτέλεσμα να θίγονται τα δικαιώματα τού αλλοδαπού».14

Η ποινικοποίηση τού δικαίου τής μετανάστευσης

Αν από τη μία μεριά οι πολιτικές και τα συστήματα απομάκρυνσης περνούν στην αρμοδιότητα τής διοίκησης με σκοπό την παράκαμψη των εγγυήσεων που προβλέπονται στο ποινικό δίκαιο, από την άλλη μεριά το ποινικό δίκαιο είναι αυτό που καλείται να χαράξει μια πολιτική «καμένης γης» γύρω από τους μη καταγεγραμμένους αλλοδαπούς που διαμένουν παράνομα στην εθνική επικράτεια. Και αυτό γιατί στη Γαλλία η ποινικοποίηση τής ιδιότητας τού «λαθρομετανάστη» δεν ήταν ποτέ ταμπού, όπως ίσως συμβαίνει σε άλλες χώρες τής Ευρώπης. Η γαλλική νομική τάξη προβλέπει ποινικές ευθύνες όχι μόνο για την παράτυπη είσοδο και διαμονή, αλλά επίσης και για «κάθε άτομο που, μέσω άμεσης ή έμμεσης βοήθειας, διευκολύνει ή αποπειράται να διευκολύνει την παράτυπη είσοδο, κυκλοφορία ή διαμονή ενός αλλοδαπού στη Γαλλία». Το ποινικό αυτό αδίκημα, το οποίο μάλιστα χαρακτηρίζεται ως «έγκλημα αλληλεγγύης», θεσπίστηκε με νομοθετικό διάταγμα τού 193815 και ενσωματώθηκε το 2005 στον Κώδικα Εισόδου και Διαμονής Αλλοδαπών και Δικαιώματος Ασύλου (CESEDA), όπου προβλέπονται δρακόντειες ποινές φυλάκισης πέντε χρόνων και προστίμου ύψους 30.000 ευρώ. Σήμερα χρησιμοποιείται κυρίως για τον εκφοβισμό όσων θα επέλεγαν να συναναστραφούν παράτυπους αλλοδαπούς προσφέροντάς τους βοήθεια για την αντιμετώπιση των καθημερινών τους αναγκών.

Ωστόσο, οι παραβάσεις αυτές δεν αποτελούν παρά τμήμα τού ποινικού οπλοστασίου που χρησιμοποιείται με σκοπό την απομόνωση των παράτυπων αλλοδαπών. Κι αυτό γιατί πρέπει εδώ να συμπεριλάβουμε και τα εγκλήματα τής εξύβρισης, τής προσβολής τής προσωπικότητας, τής δυσφήμισης ή ακόμα και τής παρεμπόδισης πτήσης αεροσκάφους, που χρησιμοποιούνται με σκοπό αφενός μεν τη στέρηση κάθε μορφής υποστήριξης προς αλλοδαπούς που εισέρχονται ή διαμένουν παράνομα στη Γαλλία, αφετέρου δε την αποστολή μηνύματος σε ολόκληρο τον λαό ότι κανείς δεν μπορεί ατιμωρητί να εναντιωθεί στην μεροληπτική και ανοιχτά αυταρχική πολιτική που θέτει σε εφαρμογή μια αποθρασυμένη κυβέρνηση.16

Ακολουθώντας το ίδιο πνεύμα κοινωνικού αποκλεισμού ο Ιταλός νομοθέτης καταφεύγει επίσης στη χρήση τού ποινικού δικαίου όσον αφορά θέματα μετανάστευσης. Η πρώτη «δέσμη μέτρων για την ασφάλεια» [pacchetto sicurezza], που εγκρίθηκε με νομοθετικό διάταγμα το 2008 μέσα σε κλίμα έντονης συγκινησιακής φόρτισης που προκάλεσαν ορισμένα περιστατικά τής επικαιρότητας, προβλέπει για πρώτη φορά την επιβαρυντική περίσταση τής ιδιότητας τού «λαθραίου». Ενώ αρχικά η πρόβλεψη αυτή κάλυπτε όλους τους παρανόμως διαμένοντες σε ιταλικό έδαφος αλλοδαπούς που διέπραξαν κάποια παράβαση, το πεδίο εφαρμογής της περιορίστηκε στη συνέχεια μόνον σε εξωκοινοτικούς αλλοδαπούς, προκειμένου να αποφευχθεί η παραβίαση τού δικαίου τής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, κατά τον νομοθέτη, η επιβαρυντική αυτή περίσταση υποτίθεται ότι βρίσκει νομικό έρεισμα σε ένα τεκμήριο επικινδυνότητας σε συνάρτηση με την παραβίαση τής διοικητικής πειθαρχίας σε θέματα μετανάστευσης.

Χωρίς κανένα εμπειρικό υπόβαθρο και έχοντας προφανώς ως κίνητρο πρόθεση διάκρισης βάσει «γεωπολιτικών» ή και «εθνικών» κριτηρίων,17 η επιβαρυντική αυτή περίσταση τής ιδιότητας τού «λαθραίου» ακυρώθηκε, ωστόσο, ως αντισυνταγματική από το ιταλικό συνταγματικό δικαστήριο το 2010. Υπενθυμίζοντας τη νομολογία του, κατά την οποία η έλλειψη τίτλου νόμιμης διαμονής αλλοδαπού στο έδαφος τού κράτους δεν μπορεί να θεωρηθεί άνευ άλλου τινός ότι συνιστά «στοιχείο ενδεικτικό τής κοινωνικής επικινδυνότητας τού αλλοδαπού», το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το γενικό και απόλυτο τεκμήριο επικινδυνότητας παράνομου αλλοδαπού ως προϋπόθεση επιβάρυνσης ποινών οι οποίες επιβάλλονται σύμφωνα με «μια τυπολογία τού δράστη», χωρίς να συνεκτιμώνται οι συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η παράβαση, «συνιστά παραβίαση τής αρχής nulla poena sine lege, η οποία προβλέπει απαρεγκλίτως ότι αξιόποινες κρίνονται μόνον οι πράξεις και όχι η ατομική κατάσταση τού προσώπου».18

Τόσο στην Ιταλία όσο και στη Γαλλία, το ποινικό αυτό καθεστώς αποκλεισμού αποτελεί, ωστόσο, σαφή ένδειξη μιας ανησυχητικής εναντίωσης και αντίστασης στις θεμελιώδεις αρχές τού δικαίου. Η θέσπιση τού αδικήματος τής «παράνομης εισόδου και διαμονής αλλοδαπών» το 2009 στο ιταλικό δίκαιο αποτελεί μία ακόμα απόδειξη τού γεγονότος αυτού. Παρά το ότι αποτέλεσε αντικείμενο σφοδρής κριτικής από την νομική κοινότητα, το συνταγματικό δικαστήριο επικύρωσε τελικά την επίμαχη διάταξη με απόφασή του που εκδόθηκε την ίδια ημέρα με την ακυρωτική απόφαση αναφορικά με την επιβαρυντική περίσταση τής ιδιότητας τού «λαθραίου».19

Η πόλωση αυτή τού ποινικού δικαίου επέρχεται μέσω τής θέσπισης νομικών κανόνων και προτύπων που αντίκεινται στις αναγνωρισμένες αρχές τόσο τού συνταγματικού όσο και τού κοινού δικαίου: όσον αφορά την κατάφαση τής ενοχής, κρίνονται αξιόποινες υποκειμενικές περιστάσεις που θεωρούνται κοινωνικά επικίνδυνες (με συνέπεια να μεταβαίνουμε από την αρχή τού καταλογισμού σε αυτήν τής επικινδυνότητας), ενώ, όσον αφορά την ποινή, εγκαταλείπεται κάθε πρόθεση επανένταξης και επανακοινωνικοποίησης τού κατάδικου υπέρ τού αποκλεισμού και τής εξουδετέρωσής του (με αποτέλεσμα οι ποινές να τείνουν να αντικαθίστανται από μέτρα ασφαλείας). Τέλος, σε διαδικαστικό επίπεδο, μέσω τού ποινικού δικαίου τού εχθρού παρακάμπτεται ο ρόλος τού δικαστή και ο αμερόληπτος έλεγχος που αυτός θα μπορούσε να ασκήσει: ως εκ τούτου, γίνεται καταχρηστική χρήση των παραποινικών μέσων πρόληψης και ελέγχου, τής διοικητικής κράτησης και των αστυνομικών επιχειρήσεων (πράγμα που συνεπάγεται την αλλοίωση τού χαρακτήρα τού ποινικού δικαίου και την ποινικοποίηση των διοικητικών ελέγχων). Και, ενώ αυτή η αντίληψη για το ποινικό δίκαιο ανάγεται σε μια θεωρητική συζήτηση που αναπτύχθηκε αρχικά στην Γερμανία και στη νότια Αμερική, οφείλει ωστόσο πολλά στις αντιτρομοκρατικές πρακτικές τής περιόδου μετά την επίθεση στις 11 Σεπτεμβρίου και τον συσχετισμό που σταδιακά (επαν-)εδραιώθηκε μεταξύ συγκεκριμένων προσώπων και τής έννοιας τής επικινδυνότητας.20

Όμως ο κυβερνητικός ακτιβισμός που υποκινείται από λόγους καθαρής εκλογοθηρίας ματαιώνει κάθε απόπειρα στοχασμού ή και θεωρητικής κατηγοριοποίησης. Η ίδια η νομική έννοια τής υπηκοότητας φαίνεται ότι δεν αποτελεί πλέον επαρκή εγγύηση εφαρμογής ενός «ποινικού δικαίου τού φίλου»: η πρόσφατη πρόταση αφαίρεσης τής γαλλικής ιθαγένειας από πολίτες αλλοδαπής καταγωγής που έθεσαν σε κίνδυνο τη ζωή οργάνων τής δημόσιας εξουσίας, οι μαζικές απελάσεις των Ρομά και η καταστρατήγηση των δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας και εγκατάστασης που τους έχουν αναγνωριστεί και απολαμβάνουν ως Ευρωπαίοι πολίτες, τέλος, η θέση σε ισχύ, χάριν της συλλογικής ασφάλειας, τής απόλυτης και γενικής απαγόρευσης εμφάνισης με μπούρκα σε κάθε δημόσιο χώρο στην Γαλλία, αποδεικνύουν σε ποιο βαθμό ο ποινικός έλεγχος τής μετανάστευσης μπορεί να υποστεί στρέβλωση, ολισθαίνοντας προς την κατεύθυνση της «ποινικής κηδεμονίας τής ταυτότητας».21

Παρά το γεγονός ότι η ρητορεία της «ταυτότητας» δεν δομείται πλέον γύρω από τής έννοια τής φυλής, το ιστορικό παρελθόν τόσο τής Γαλλίας όσο και τής Ιταλίας — που γνώρισαν και οι δύο, σε διαφορετική κλίμακα, τον κρατικό ρατσισμό — μάς αναγκάζει να θυμηθούμε ότι, τη συγκεκριμένη εποχή, «η εκλογίκευση των ανισοτήτων» επιτεύχθηκε με την συνδρομή ενός διοικητικού δικαίου ενισχυμένου με πλέγμα διατάξεων ποινικού δικαίου.22 Με την υποβοήθηση των εξαναγκαστικών µηχανισµών τής ευρωπαϊκής νομικής ολοκλήρωσης, η κυκλοφορία και διάδοση αυτών των συστημάτων αποκλεισμού ενέχει τον κίνδυνο να δυναμιτίσει το οικοδόμημα μιας πραγματικής «ευρωπαϊκής κοινότητας»: απέναντι στους μετανάστες, αυτή η Ευρώπη, η οποία υποτίθεται θα εγκαινίαζε μια εποχή ανταλλαγών και ευημερίας, μοιάζει στην πραγματικότητα να αθετεί την υπόσχεσή της, χτίζοντας πάνω στον φόβο τείχη που, όπως ακριβώς και τα όρια [limes] τής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μαρτυρούν την ανικανότητά της να οραματιστεί «άλλους ορίζοντες και ένα διαφορετικό μέλλον».23


[1] Για την σκλήρυνση των ελεγκτικών μηχανισμών όσον αφορά την μετανάστευση στην Γαλλία και την Ευρώπη, δες, αντίστοιχα, Danièle Lochak & Carine Fouteau, Immigrés sous contrôle. Les droits des étrangers : un État des lieux, Le Cavalier Bleu, 2008 και Helene Toner, Elspeth Guide & Anneliese Baldaccini (συντάκτ.), Whose Freedom, Security and Justice ? EU immigration and Asylum Law and Policy (Essays in European law), Hart Publishing, Oxford, 2007.
[2] Francisco de Vitoria, De Indis et de iure belli relectiones. Relectiones theologicae XII, στο Ernest Nys (συντάκτ.), Classics of international Law, Carnegie Institution of Washington, Washington, 1917.
[3] Luigi Ferrajoli, « La criminalizzazione degli immigrati (Note a margine della legge n° 94/2009) », Questione giustizia, n° 5, 2009, σελ. 9 και επόμενα.
[4] Αυτόθι. Εμμανουήλ Καντ, Projet pour la paix perpétuelle, Gallimard, « Bibliothèque de la Pléiade », 1986, τόμος. III, σελ. 350.
[5] Για τη Γαλλία, δες Patrick Weil, Qu’est-ce qu’un Français ? Histoire de la nationalité française depuis la Révolution, Gallimard, 2005.
[6] Hannah Arendt, L’impérialisme, Seuil, 2006.
[7] Για μια εποπτική θεώρηση των ποινικών νομοθεσιών που έχουν υιοθετηθεί στην Ευρώπη σε σχέση με την μετανάστευση και τις επιπτώσεις τους για τα ανθρώπινα δικαιώματα, δες La criminalisation des migrations en Europe : quelles incidences pour les droits de l’homme ?, Document thématique du Commissaire aux droits de l’homme du Conseil d’Europe, [Η ποινικοποίηση των µεταναστεύσεων στην Ευρώπη : Ποιες οι επιπτώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα; Θεματικό κείμενο τού Επιτρόπου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα τού Συμβουλίου τής Ευρώπης], Φεβρουάριος 2010. Η σύντομη ανάλυσή μας θα περιοριστεί αναγκαστικά στο Eυρωπαϊκό Δίκαιο, αλλά το φαινόμενο αυτό αφορά επίσης τη Βόρεια Αμερική, την Αυστραλία και την Ιαπωνία, καθώς και τις χώρες αποδημίας και διέλευσης (και κυρίως τη μεταχείριση μεταναστών που διέρχονται από την επικράτεια τής Λιβύης).
[8] Ulrich Beck, La société du risque. Sur la voie d’une autre modernité, Flammarion, 2003.
[9] Mireille Delmas-Marty, Libertés et sûreté dans un monde dangereux, Seuil, 2010.
[10] Για μια ενδιαφέρουσα σύγκριση, δες Michele Pifferi, « La doppia negazione dello ius migrandi tra otto e novecento », στο Orsetta Giolo & Michele Pifferi (συντάκτ.), Diritto contro. Meccanismi giuridici di esclusione dello straniero, Giappichelli, 2009.
[11] Για την έννοια τού «homo sacer» [ιερού άνδρα], δες Giorgio Agamben, Homo sacer. Le pouvoir souverain et la vie nue. Τόμος 1, Seuil, 1997.
[12] Η απαγόρευση επιστροφής είναι δυνατόν, ωστόσο, να υπερβαίνει την πενταετία, αν ο υπήκοος τής τρίτης χώρας αντιπροσωπεύει σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την εθνική ασφάλεια.
[13] Δες τους νόμους για «τον ελέγχο τής μετανάστευσης, την διαμονή και την ιθαγένεια των αλλοδαπών στη Γαλλία» και «για το δικαίωμα ασύλου», που ψηφίστηκαν το 2003· τον νόμο «για την μετανάστευση και την ενσωμάτωση» τού 2006, και τον νόμο «για τον ελέγχο τής μετανάστευσης, την ενσωμάτωση και το άσυλο» τού 2007.
[14] Σημ.Μετ. Για εκτενέστερη ανάλυση τού σχεδίου νόμου και συγκριτική θεώρηση τής ενσωμάτωσης τής οδηγίας στα κράτη μέλη τής ΕΕ, δες επίσης εξἠς (όπου, για παράδειγμα, αναφέρεται ότι στη Βουλγαρία το «απαιτούμενο» χρονικό διάστημα κράτησης αλλοδαπών εν αναμονή απομάκρυνσης είναι 18 μήνες, αν και υπήρξε περίπτωση αλλοδαπού που κρατήθηκε «εν αναμονή» για 45 μήνες).
[15] Άρθρο 4 τού νομοθετικού διατάγματος τής 2ας Μαΐου τού 1938 για την αστυνομία αλλοδαπών.
[16] Δείτε τον φάκελλο «Τα εγκλήματα αλληλεγγύης», διαθέσιμο στον ιστοχώρο τής GISTI.
[17] Δανείζομαι την εύστοχη αυτή έκφραση από το άρθρο τού Massimo Donini, « Il cittadino extracomunitario da oggetto materiale a tipo d’autore nel controllo penale dell’immigrazione », Questione giustizia, n° 1, 2009, σελ. 101 κ.ε. (κυρίως σελ. 118-119).
[18] Συνταγματικό Δικαστήριο, απόφαση n° 249, 8 Ιουλίου 2010.
[19] Συνταγματικό δικαστήριο, απόφαση n° 250, 8 Ιουλίου 2010. Νέο αίτημα ελέγχου τής συνταγματικότητας για παραβίαση των αρχών τής νομιμότητας και ισότητας υποβλήθηκε από το δικαστήριο τής Μοντένα (πβ. απόφαση n° 140/2010, δημοσιευθείσα στην Gazzetta Ufficiale στις 26 Μαΐου 2010, n° 21).
[20] Δες κυρίως Mireille Delmas-Marty, Libertés et sûreté dans un monde dangereux, ό.π. Για τις επιπτώσεις που είχε ο «ολικός πόλεμος κατά τής τρομοκρατίας» μετά τις 11 Σεπτεμβρίου 2001 στην ποινικοποίηση των μεταναστών, δες Cristina Fernandez, Alejandra Manavella et José Maria Ortuño, «The effects of exceptional legislation on criminalization of immigrants and people suspected of terrorism», διαθέσιμο στον ιστοχώρο www.libertysecurity.org.
[21] Για την έκφραση αυτή, δες Marco Pellissero, « Il vagabondo oltre confine. Lo statuto penale dell’immigrato irregolare nello Stato di prevenzione », δακτυλογρ. αντίτυπο.
[22] Για την ποινική πολιτική στα αυταρχικά καθεστώτα τής Ιταλίας και Γαλλίας, δες αντίστοιχα Guido Neppi-Modona et Marco Pelissero, « La politica criminale durante il fascismo », στο Luciano Violante (συντάκτ.), Storia d’Italia, Annali 12, La criminalità, Einaudi, 1997 και Danièle Lochak, Le droit et les juifs en France depuis la Révolution, Dalloz, 2009. Για τη σχέση ανάμεσα στην εθνική ταυτότητα και την μετανάστευση, δες Séverine Dessajan, Nicolas Hossard και Elsa Ramos, Immigration et identité nationale : Une altérité revisitée, L’Harmattan, 2009 ; Agnès Maillot, Identité nationale et immigration : La liaison dangereuse, Éditions Les Carnets de l’Info, 2008.
[23] Aldo Schiavone, L’Histoire brisée. La Rome antique et l’Occident moderne, Βερολίνο, 1996, σελ. 233. Δες επίσης Mireille Delmas-Marty, Vers une communauté des valeurs?, Seuil, προς δημοσίευση, 2011, σελ. 387-390. Για τα τείχη ως σύμβολο τής παρακμής τού έθνους-κράτους, δες Wendy Brown, Murs. Les murs de séparation et le déclin de la souveraineté Étatique, Les Prairies Ordinaires, 2009.

(WordCnt:3280)

Εικόνα: http://farm3.static.flickr.com/2180/2401873178_6e47875898_b.jpg

Advertisements
 

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s