RSS

A.Badiou, «Προσανατολισμός στη σκέψη, προσανατολισμός στην ύπαρξη» 19/10/05

27 Ιαν.

 

Προσανατολισμός στη Σκέψη, Προσανατολισμός στην Ύπαρξη
Ανοικτό σεμινάριο του Αλαίν Μπαντιού
II. 2005-2006

(Σημειώσεις τού Ντανιέλ Φισέρ)
19 Οκτωβρίου 2005

Ως χαρακτηρισμό τής σημερινής κατάστασης πραγμάτων είχα προηγουμένως προτείνει τον όρο «δημοκρατικό υλισμό» (πβ. Οκτώβριος 2003), η βασική θέση τού οποίου σας υπενθυμίζω είναι η ακόλουθη: υπάρχουν μόνον σώματα και γλώσσες. Με άλλα λόγια, το σύνολο των υπάρξεων απαρτίζεται από σώματα που σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό δέχονται την επίδραση γλωσσών.

Τον περασμένο χρόνο καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι έχει πλέον εκπνεύσει το σχήμα τής διαλεκτικής, εφόσον αυτό ερμηνευθεί ως σχήμα ταυτοποίησης τής εναντιότητας [l’adversité] [πρόκειται για σχήμα στο οποίο η καταπίεση αποτελεί προϋπόθεση τής χειραφέτησης, έτσι ώστε αυτή να εξασφαλίζεται με τη μορφή τής διπλής άρνησης· η ταυτότητά σας εκπορεύεται από τον « άλλον », η ταυτότητα και η εναντιότητα ανήκουν στο ίδιο γίγνεσθαι, το οποίο ταυτίζεται με το γίγνεσθαι τής αντίφασης]. Αν επιθυμούμε ένα επίκαιρο πρωτόκολλο ταυτοποίησης τού αντιπάλου, διαφοροποιούμενο από το κορεσμένο σχήμα τής διαλεκτικής, πρέπει να δομήσουμε ένα ιδεολογικό σκηνικό το οποίο θα παρεντεθεί στην κυριαρχία τού δημοκρατικού υλισμού.

Για το σκοπό αυτό θα αφιερώσουμε αυτό τον χρόνο στη δόμηση ενός νοητικού εξοπλισμού, που προτείνω να χαρακτηρίσουμε με τον όρο «υλιστική διαλεκτική» και τού οποίου ο συντακτικός τύπος είναι ο ακόλουθος: δεν υπάρχουν παρά μόνο σώματα και γλώσσες, με την επιφύλαξη όμως τής ύπαρξης αληθειών.

Δύο στάδια, λοιπόν: 1. μια λογική τής ύπαρξης· 2. μια λογική τής εξαίρεσης («με την επιφύλαξη»).

Η κύρια τάση τού δημοκρατικού υλισμού εκφράζεται ακριβώς από τη θέση ότι δεν υφίσταται καμία εξαίρεση. Σύμφωνα με τη θέση αυτή, υπάρχει μία μόνο αγορά, μία οικονομία, μία πολιτική, κ.λπ. και, σε τελική ανάλυση, δεν υπάρχει παρά μία μόνο τάξη πραγμάτων, προσθέτοντας ότι «έτσι είναι, είτε σας αρέσει είτε όχι». Σε σχέση με αυτήν την εικασία τού Ενός, ο δημοκρατικός υλισμός είναι εξάλλου απόλυτα συνεπής με τον εαυτό του: πράγματι, η εξαίρεση, ό,τι δηλ. διαφέρει από τα υπόλοιπα, δεν είναι στην ουσία της δημοκρατική … Η δύναμη (ή η πανουργία) τού δημοκρατικού υλισμού εντοπίζεται στο ότι η κατηγορία τού Ενός συγκαλύπτεται εδώ από την καθαρή πολλαπλότητα: το δίχως όρια πολλαπλό των σωμάτων και των γλωσσών (δεδομένου ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο), την ομόλογη πολλαπλότητα των πολιτισμών ή των σεξουαλικών προτιμήσεων και ταυτοτήτων, την αναγνώριση τού «άλλου» — όλα τα θέματα αυτά αποτελούν μαζί με την κανονιστική αποδοχή τους τον φυσιολογικό ορίζοντα τού δημοκρατικού υλισμού.

Με τον όρο «αλήθεια» θα χαρακτηρίσω τη διάρρηξη στο καθεστώς ύπαρξης [le il y a] που οφείλεται στην επιφύλαξη [le sinon que], τη διάρρηξη δηλ. τής εξαίρεσης, και, όσον αφορά στη λογική της, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το πρώτο τμήμα τού τύπου « δεν υπάρχουν παρά μόνο σώματα και γλώσσες, με την επιφύλαξη όμως τής ύπαρξης αληθειών » ανήκει από κοινού τόσο στη λογική τής διάρρηξης όσο και σε αυτή τού δημοκρατικού υλισμού (εφόσον και οι δύο είναι υλιστικές λογικές)· το έργο που πρέπει επομένως να εκτελεσθεί (και πρόκειται για έργο λογικής κατασκευής) συνίσταται στην παρεμβολή κατά εγγενή τρόπο μιας λογικής τής εξαίρεσης σε αυτήν τής ύπαρξης.

Υποστηρίζω ότι ο δημοκρατικός υλισμός είναι ιδεολογία. Αν είναι όντως έτσι, θα έχει χαρακτήρα εικονικό, φαντασιακό, απατηλό, κ.ο.κ. Η δυσκολία όμως έγκειται στο ότι πρόκειται για μια εικονικότητα η οποία ακριβώς ερείδεται στο πραγματικό. Είναι μια σχετικά πρωτόγνωρη κατάσταση. Όταν η ιδεολογία διαμορφωνόταν από τη θρησκεία, τα πράγματα ήταν πιο ξεκάθαρα, το ιδεολογικό επιχείρημα έβρισκε έρεισμα σε μια εξωτερικότητα ως προς το πραγματικό (σε μια υπερβατικότητα). Ο δημοκρατικός υλισμός υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο, δηλ. ότι η επίκληση μιας εξωτερικότητας ως προς το πραγματικό είναι καταλογιστέα σε καθετί άλλο εκτός από τον ίδιο και έτσι προκαλεί κάθε πιθανό αντίπαλο σε ομολογία τής ύπαρξης. Είναι η ιδεολογία που θα εμφανίζεται στο εξής ως το αντίθετο τού φαντασιακού ! Ανεξαρτήτως τού αν αυτό θα συνεπάγεται την επανάληψη τού φαντασιακού σχήματος τού Ενός και τού Όλου, μέσω εκείνου που σε τελική ανάλυση δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο πυρήνας τής λογικής τής ύπαρξης, μέσω δηλ. τού αποκλεισμού τής εξαίρεσης…

Ο δημοκρατικός υλισμός προβάλλει προς τα έξω μια εικονικότητα τού πραγματικού. Το θέμα είναι να στοχαστούμε το πραγματικό αυτής τής εικονικότητας τού πραγματικού, πράγμα δύσκολο — και αυτό γιατί, αν και είναι βέβαιο ότι το πραγματικό τού δημοκρατικού υλισμού έχει εικονικό χαρακτήρα (με άλλα λόγια, πρόκειται για φενάκη), απεναντίας, δεν είναι τόσο εύκολο να διακρίνουμε πού εντοπίζεται η πλάνη που συνίσταται στον αποκλεισμό τής εξαίρεσης. Δύσκολο ζήτημα, στο μέτρο που επιθυμούμε να αποφύγουμε να δώσουμε μια απάντηση α λα Μποντριγιάρ, πράγμα που σε τελική ανάλυση θα συνεπαγόταν ότι το πραγματικό τού δημοκρατικού υλισμού βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης προς το ομοίωμα, το δυνητικό [virtuel], κ.λπ. Πώς όμως συμβαίνει μια υλιστική θέση για την ύπαρξη — θέση την οποία είμαστε υποχρεωμένοι, όπως έχουμε πει, να συμμεριστούμε (εφόσον είναι αλήθεια ότι το σύνολο των υπάρξεων απαρτίζεται από σώματα και γλώσσες) — πώς συμβαίνει μια τέτοια θέση, που είναι κιόλας αρκετά δημοκρατική, να είναι ικανή να λειτουργεί ως ριζική πλάνη;

Πρέπει να κατασκευάσουμε μια θεωρία τού πραγματικού τής εικονικότητας, μια θεωρία τού πραγματικού τού φαίνεσθαι (και όχι τής φαινομενικότητας τού φαίνεσθαι, πβ. Μποντριγιάρ), τ.έ. χρειαζόμαστε μια νέα μεγάλη Λογική που να είναι σε θέση να αναπληρώσει τη διαλεκτική λογική. Το να μην είναι η ίδια η εξαίρεση οντολογικά εξαιρέσιμη από το καθεστώς τής ύπαρξης αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για τη θεωρία αυτή: ξεκινώντας από την παραδοχή ότι υπάρχουν μόνον σώματα και γλώσσες, οι αλήθειες (η εξαίρεση) οφείλουν επομένως να έχουν σώμα. Πρόκειται για σχήμα συστροφικό. Το σκηνικό των αληθειών δεν είναι μια « άλλη σκηνή », δεν εξαιρείται από το καθεστώς τής ίδιας τής ύπαρξης, αλλά συνιστά ενυπάρχουσα εξαίρεση. Είναι λοιπόν ανάγκη να καταπιαστούμε με το αποφασιστικό ζήτημα τού σώματος των αληθειών.

*

Όλ’ αυτά θα αναπτυχθούν εκτενώς στο βιβλίο που μόλις ολοκλήρωσα και το οποίο θα δημοσιευθεί την άνοιξη τού 2006 με τίτλο Λογικές των κόσμων.

Και, σε πρώτη εμφάνιση, ακολουθεί το πλήρες κείμενο τού συμπεράσματος που φέρει τον τίτλο Τι είναι ζωή;

Τι είναι ζωή;

0. Είμαστε τώρα σε θέση να προτείνουμε μια απάντηση σ’ εκείνο το ερώτημα που, σύμφωνα με τα λόγια ενός χαρακτήρα τού Ζυλιέν Γκρακ, προκαλούσε ανέκαθεν «δέος», στο ερώτημα στο οποίο η φιλοσοφία καλείται τελικά να απαντήσει, όσο και αν αποφεύγει να το αντιμετωπίσει χωρίς υπεκφυγές: Τι είναι ζωή; « Ζωή », όχι προφανώς με την έννοια τού δημοκρατικού υλισμού (το να εμμένει δηλ. κανείς στις ελεύθερες δυνητικότητες των σωμάτων), αλλά μάλλον με την έννοια τής αινιγματικής διατύπωσης τού Αριστοτέλη: χρὴ … ἀθανατίζειν.1

Μπορούμε εν πρώτοις να αναδιατυπώσουμε το αυστηρό σύστημα συνθηκών, προκειμένου να δοθεί μια καταφατική απάντηση τής μορφής: « Ναι ! Είναι παρούσα η αληθινή ζωή ».

1. Η δυνατότητα τής ζωής δεν συνάγεται από κάποιον κόσμο, προσδιορισμένο από τη λογική τής εμφάνισής του (το άπειρο των αντικειμένων και των μεταξύ τους σχέσεων) — με την επιφύλαξη ότι η ζωή θα είναι κάτι άλλο από την ύπαρξη. Η συναγωγή μιας τέτοιας δυνατότητας εξαρτάται από ό,τι ενεργεί, εντός τού κόσμου, ως ίχνος μιας κεραυνοβόλου αναδιάταξης που έχει συντελεσθεί στον κόσμο αυτόν, ως ίχνος δηλ. ενός εξαφανισθέντος συμβάντος. Ένα τέτοιο ίχνος είναι πάντα μια ύπαρξη με το μέγιστο βαθμό έντασης εντός τού κοσμικού φαίνεσθαι. Δυνάμει τής ενσωμάτωσης τού κοσμικού παρελθόντος στο παρόν που διανοίγεται από το ίχνος, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι, κατά το χρονικό διάστημα που προηγήθηκε τού συντελεσθέντος και μη υφισταμένου πλέον συμβάντος, οντολογικό υπόβαθρο τής έντονης αυτής ύπαρξης αποτέλεσε ένα μη υπαρκτό τού συγκεκριμένου κόσμου. Η ανάδυση μιας πολλαπλότητας στο φέγγος τού φαίνεσθαι, όπου ανήκε μέχρι τότε με αμυδρή μορφή, ενεργεί ως ενδοκοσμικό ίχνος και ως προοίμιο [signe] ζωής.

Η πρώτη φιλοσοφική οδηγία σ’ εκείνον που ζητά να μάθει πού βρίσκεται η αληθινή ζωή είναι λοιπόν η ακόλουθη: «Φρόντισε εκείνο που γεννιέται. Ρώτα τις αναλαμπές, βυθοσκόπησε το άδοξο παρελθόν τους. Μπορείς να ελπίζεις μόνο σ’ εκείνο που υπήρχε αφανέρωτο».

2. Δεν αρκεί μόνο να εντοπίσουμε ένα ίχνος. Απαιτείται επιπλέον ενσωμάτωση στις όποιες συνέπειες πιστοποιούνται βάσει αυτού. Το σημείο αυτό είναι κρίσιμο. Η ζωή συνίσταται στη δημιουργία ενός παρόντος, αλλά, όπως συμβαίνει και με τον κόσμο έναντι τού Θεού στον Καρτέσιο, η δημιουργία αυτή είναι αέναη. Γύρω από το ίχνος, γύρω από το ανώνυμο φέγγος μιας ανάδυσης στον κόσμο τού είναι-εκεί, συγκροτείται η συνοχή ενός σώματος, τού οποίου η ύπαρξη ήταν προηγουμένως κάτι το αδύνατο. Για να γίνουμε συγκαιρινοί τού παρόντος που έχει ως υλικό υπόβαθρο το σώμα αυτό, δεν αρκεί η ομολογία, η διακήρυξη αυτού τού σώματος. Απαιτείται επίσης συμμετοχή στη σύνθεσή του, η μετατροπή μας σε ενεργό στοιχείο τού σώματος αυτού. Η σχέση ενσωμάτωσης συνιστά τη μόνη πραγματική σχέση με το παρόν: ενσωμάτωση σ’ εκείνη τη συνεκτικότητα που ενυπάρχει στον κόσμο και η οποία απορρέει από το οντικό γίγνεσθαι του συμβαντικού ίχνους ως καινοφάνεια επέκεινα κάθε χρονικής περίστασης και ορόσημου.

3. Η εκτύλιξη των συνδεδεμένων με το συμβαντικό ίχνος συνεπειών, οι οποίες δημιουργούν ένα παρόν, πραγματώνεται μέσω τής επεξεργασίας κοσμικών σημείων· όχι μέσω τού συνεχούς τής τροχιάς που διαγράφει η αποτελεσματικότητα ενός σώματος, αλλά κατ’ αλληλουχία, σημείο προς σημείο. Κάθε παρόν είναι ινώδες [fibré]. Τα σημεία τού κόσμου, όπου το άπειρο εμφανίζεται ενώπιον τής Δυάδας τής επιλογής, δίνουν πράγματι την εντύπωση ότι είναι οι ίνες τού παρόντος, συγκροτώντας, με τον τρόπο αυτό, την ενδότατη υφή του μέσα στο κοσμικό γίγνεσθαι. Συνεπώς, για τη διάνοιξη ενός ζώντος παρόντος απαιτείται να μην είναι ο κόσμος ατονικός, απαιτείται να υπάρχουν σημεία στα οποία θα εδρασθεί η αποτελεσματικότητα τού σώματος, δίνοντας έτσι υφή στον δημιουργό χρόνο.

4. Η ζωή είναι υποκειμενική κατηγορία. Το σώμα είναι η υλικότητα που απαιτείται από αυτή, αλλά το γίγνεσθαι τού παρόντος εξαρτάται από τη συνάρμοση τού σώματος αυτού μ’ έναν υποκειμενικό φορμαλισμό: είτε αυτό συνεπάγεται την παραγωγή του (ο φορμαλισμός είναι πιστός, το σώμα τίθεται άμεσα «υπό» το συμβαντικό ίχνος),2 είτε την απάλειψή του (ο φορμαλισμός είναι αντιδραστικός, το σώμα βρίσκεται σε διπλή απόσταση από την άρνηση τού ίχνους),3 είτε τη συσκότισή του (η οποία ισοδυναμεί με την αποκήρυξη τού σώματος).4 Ούτε η αντιδραστική απάλειψη τού παρόντος, η οποία αρνείται την αξία τού συμβάντος, ούτε, κατά μείζονα λόγο, η θανάσιμη συσκότισή του, που προϋποθέτει ένα σώμα υπερβατικό ως προς τον κόσμο, επιτρέπουν την κατάφαση τής ζωής, που συνιστά ενσωμάτωση, σημείο προς σημείο, στο παρόν.

Η ζωή είναι λοιπόν ενσωμάτωση στο παρόν με τη μορφή τής υποκειμενικής πιστότητας. Εάν η ενσωμάτωση τεθεί υπό τον έλεγχο τής αντιδραστικής της μορφής, δεν κάνουμε λόγο για ζωή, αλλά για απλή συντήρηση [ή επιβίωση]. Πρόκειται ουσιαστικά για αυτοπροστασία έναντι των συνεπειών μιας γέννησης, για τη μη επανέναρξη τής ζωής καθ’ υπέρβαση των ορίων της. Εάν, όμως, η ενσωμάτωση κυριαρχείται από την σκοτεινή της μορφή, τότε θα κάνουμε λόγο για απονέκρωση. Σε τελική ανάλυση, η ζωή είναι το διακύβευμα, αναφορικά μ’ ένα σώμα τού οποίου τελεσφόρησε η έλευση στο φαίνεσθαι, ότι, χωρίς ενδοιασμούς, θα ανατεθεί σ’ αυτό η φύλαξη μιας νέας χρονικότητας — κρατώντας ίσες αποστάσεις τόσο από τη συντηρητική (την κακώς ονομαζόμενη ορμή τής «ζωής»), όσο και από τη νεκρωτική ορμή (το ένστικτο τού θανάτου). Η ζωή είναι εκείνο που αναδεικνύεται ισχυρότερο από τις ορμές.

5. Δεδομένου ότι αναδεικνύεται ισχυρότερη από τις ορμές, η ζωή ταυτίζεται υποχρεωτικά με τη σειριακή δημιουργία ενός παρόντος5 — δημιουργία που συστήνει και αφομοιώνει ένα παρελθόν νέου τύπου.

Για τον δημοκρατικό υλισμό, το παρόν δεν είναι ποτέ αποτέλεσμα δημιουργίας. Υποστηρίζει, και μάλιστα κατά τρόπο απόλυτα κατηγορηματικό, ότι σημασία έχει η συνέχιση τού παρόντος εντός των ορίων μιας άτονης πραγματικότητας. Και αυτό γιατί, για τον δημοκρατικό υλισμό, κάθε διαφορετική άποψη υποβάλλει τα σώματα στον αυταρχισμό μιας ιδεολογίας, αντί να τα αφήνει να περιπλανώνται ελεύθερα στην πολυμορφία των γλωσσών. Ο δημοκρατικός υλισμός προτείνει να ονομάσει «σκέψη» την καθαρή άλγεβρα τού φαίνεσθαι. Η άτονη αυτή αντίληψη για το παρόν οδηγεί σε μια φετιχοποίηση τού παρελθόντος ως αυτονομημένης [séparable] «κουλτούρας». Ο δημοκρατικός υλισμός έχει το πάθος τής ιστορίας, είναι όντως ο μόνος αυθεντικός ιστορικός υλισμός.

Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στη σταλινική εκδοχή τού μαρξισμού — τής οποίας κληρονόμος ναι μεν ήταν ο Αλτουσέρ, πλην όμως εκδήλωσε την αντίθεσή του σ’ αυτήν εκ των ένδον — είναι αποφασιστικής σημασίας η αποσύνδεση τής υλιστικής διαλεκτικής, που αποτελεί φιλοσοφία χειραφέτησης μέσω των αληθειών, από τον ιστορικό υλισμό, φιλοσοφία αλλοτρίωσης μέσω των σωμάτων-γλωσσών. Η ρήξη με τη λατρεία των γενεαλογιών και των αφηγημάτων ισοδυναμεί με την αποκατάσταση τού παρελθόντος ως εύρους τού παρόντος.

Όπως έγραψα στη Θεωρία τού υποκειμένου πριν από πάνω από είκοσι χρόνια: Η Ιστορία δεν υπάρχει. Υπάρχουν μόνο ετερόκλιτες [disparates] παροντικές στιγμές, των οποίων η ακτινοβολία αποτιμάται βάσει τής δύναμης που διαθέτουν να εκτυλίσσουν ένα παρελθόν αντάξιό τους.

Στον δημοκρατικό υλισμό, η ζωή των σωμάτων-γλωσσών εντοπίζεται στην συντηρητική ακολουθία των στιγμών τού άτονου κόσμου. Για τον λόγο αυτόν, το παρελθόν επιφορτίζεται να προικίσει τις στιγμές αυτές μ’ έναν εικονικό ορίζοντα, μ’ ένα πολιτισμικό βάθος. Γι’ αυτό εξάλλου η φετιχοποίηση τής ιστορίας συνοδεύεται από έναν λόγο που καταγίνεται με την καινοτομία, τη διαρκή αλλαγή, τον επιβεβλημένο εκσυγχρονισμό. Με το παρελθόν των πολιτισμικών στρωμάτων εναρμονίζεται το σκεδασμένο παρόν — μια σπασμωδικότητα [agitation] η οποία η ίδια στερείται παντελώς βάθους. Υπάρχουν μνημεία που επισκεπτόμαστε και ρημαγμένες στιγμές που στοιχειώνουμε [des instants dévastés qu’on habite]. Όλα αλλάζουν συνεχώς και είναι γι’ αυτό που απομένουμε να κοιτάζουμε τον επιβλητικό ιστορικό ορίζοντα εκείνων που παρέμειναν αμετάβλητα.

Για την υλιστική διαλεκτική, είναι σχεδόν το αντίθετο. Αυτό που προκαλεί κατ’ αρχάς εντύπωση είναι η λιμνάζουσα ακινησία, η στείρα ανησυχία, η βίαια επιβαλλόμενη ατονία τού κόσμου — για παράδειγμα, οι λίγες, ελάχιστες θεμελιώδεις αλλαγές στη φύση των ζητημάτων της σκέψης από την εποχή τού Πλάτωνα. Αλλά ξεκινώντας από ορισμένες διαδικασίες αλήθειας που εκδιπλώνουν, σημείο προς σημείο, σώματα ικανά να υποκειμενοποιηθούν, μπορούμε να ανασυνθέσουμε ένα διαφορετικό παρελθόν, μια ιστορία επιτευγμάτων, ανακαλύψεων, τομών, η οποία δεν ταυτίζεται καθόλου µε την πολιτισμική μνημειακότητα, αλλά συνιστά μια ευανάγνωστη ακολουθία σπαραγμάτων αιωνιότητας. Και αυτό γιατί ένα πιστό υποκείμενο δημιουργεί το παρόν με τη μορφή τού είναι-εκεί τής αιωνιότητας, έτσι ώστε η ενσωμάτωση σ’ αυτό το παρόν να ισοδυναμεί με τη διόραση του παρελθόντος τής ίδιας τής αιωνιότητας.

Συνεπώς, να ζει κανείς είναι πάντοτε το να έχει, επίσης, παρελθοντική εμπειρία τού αιώνιου εύρους ενός παρόντος και με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο η περίφημη ρήση τού Σπινόζα στο Σχόλιο τού Θεωρήματος ΚΓ´, Μέρος Ε´ τής Ηθικής: «αἰσθανόμεθα και ἐννοοῦμεν ὃτι εἴμεθα αἰώνιοι».6

6. Είναι ωστόσο σημαντικό να ονοματοθετήσουμε την εμπειρία [expérimentation] αυτή. Δεν ανήκει ούτε στην τάξη τού βιώματος ούτε σε αυτή της έκφρασης. Δεν αποτελεί την τελικώς επιτευχθείσα συμφωνία μεταξύ των ικανοτήτων ενός σώματος και των πόρων μιας γλώσσας, αλλά συνιστά ενσωμάτωση στην εξαίρεση μιας αλήθειας. Αν συμφωνήσουμε να αποκαλέσουμε «Ιδέα» εκείνο που εμφανίζεται στον κόσμο — εκείνο που διαρθρώνει το είναι-εκεί ενός σώματος — και που συγχρόνως συνιστά εξαίρεση στην υπερβατολογική του λογική, θα δηλώσουμε, ακολουθώντας το πρότυπο τού πλατωνισμού, ότι η παροντική εμπειρία τής αιωνιότητας που εξουσιοδοτεί τη δημιουργία αυτού τού παρόντος ταυτίζεται με την εμπειρία μιας Ιδέας. Οφείλουμε συνεπώς να αποδεχθούμε το εξής: «το να ζεις» και «το να ζεις για μια Ιδέα» είναι ένα και το αυτό.

Σε ό,τι θα προτιμούσε να χαρακτηρίσει ως ιδεολογική σύλληψη τής Ζωής, ο δημοκρατικός υλισμός δεν διακρίνει παρά φανατισμό και το ένστικτο τού θανάτου. Και, αν είναι αληθές ότι υπάρχουν μόνο σώματα και γλώσσες, τότε το να ζει κανείς για μια Ιδέα συνιστά αναγκαστικά αυθαίρετη απολυτοποίηση μιας γλώσσας, προς την οποία τα σώματα υποχρεούνται να συμμορφωθούν. Μόνον η ουσιαστική [matérielle] επίγνωση τής «επιφύλαξης» [sinon que] υπέρ των αληθειών μας επιτρέπει να δηλώσουμε, όχι βεβαίως ότι τα σώματα είναι αν μη τι άλλο υποταγμένα στην εξουσία μιας γλώσσας, αλλά ότι ένα νέο σώμα αποτελεί την οργάνωση στο παρόν μιας χωρίς προηγούμενο υποκειμενικής ζωής· και υποστηρίζω ότι η πραγματική εμπειρία μιας τέτοιας ζωής — είτε πρόκειται για την κατανόηση ενός θεωρήματος, είτε για τη σφοδρότητα μιας [ερωτικής] συνάντησης, τη θεώρηση ενός σκίτσου ή τον παλμό μιας συγκέντρωσης — θα λαμβάνει αναπόφευκτα καθολικό χαρακτήρα και μάλιστα έτσι ώστε η έλευση τής Ιδέας να βρίσκεται, όσον αφορά στη μορφή τής ενσωμάτωσης που της αντιστοιχεί, σε πλήρη αντίθεση με κάθε έννοια υποταγής· και, επιπλέον, η ενσωμάτωση αυτή, ανάλογα με τον αντίστοιχο τύπο αλήθειας, θα έχει τη μορφή τής χαράς, τής ευτυχίας, τής απόλαυσης ή τού ενθουσιασμού.7

7. Ο δημοκρατικός υλισμός παρουσιάζει ό,τι ονομάζει «τέλος των ιδεολογιών» ως αντικειμενικό δεδομένο, ως απόσταγμα τής ιστορικής εμπειρίας· αλλά, στην πραγματικότητα, μ’ αυτό υπονοείται μια ωμή υποκειμενική επιταγή τής οποίας το ουσιαστικό περιεχόμενο είναι: «Ζήσε χωρίς Ιδέα». Το παράγγελμα όμως αυτό πάσχει από ασυνέπεια [inconsistante].

Το ότι αυτή η επιταγή εξαναγκάζει τη σκέψη να οδηγηθεί στον σκεπτικιστικό σχετικισμό ήταν ανέκαθεν απόλυτα σαφές. Μας διαβεβαιώνουν, ωστόσο, ότι αυτό είναι το αντίτιμο που απαιτεί η ανοχή, ο σεβασμός τού Άλλου. Όμως, διαπιστώνουμε κάθε μέρα ότι αυτή η ίδια η ανοχή δεν είναι τίποτε άλλο από φανατισμός, καθόσον το εύρος της δεν καλύπτει παρά μόνο τη δική της ματαιότητα. Ο αυθεντικός σκεπτικισμός, ο σκεπτικισμός των Ελλήνων, ήταν στην πραγματικότητα μια απόλυτη θεωρία τής εξαίρεσης: εξήρε τις αλήθειες σε τέτοιο βαθμό, ώστε τις έκρινε ως απρόσιτες στον αδύναμο νου τού ανθρώπινου είδους. Συμβάδιζε επομένως με το κύριο ρεύμα τής αρχαίας φιλοσοφίας, που θεωρούσε ότι η προσπέλαση τού Αληθούς είναι προνόμιο τής αθάνατης μοίρας [part] των ανθρώπων, τού υπέρμετρου, μη ανθρώπινου στοιχείου τής ανθρωπότητας [de ce qu’il y a en l’homme d’inhumain par excès]. Ο σύγχρονος σκεπτικισμός, ο σχετικισμός των πολιτισμών, τής ιστορίας, τής αυτοέκφρασης, δεν είναι τού ίδιου διαμετρήματος. Είναι απλώς συμβιβασμός με τον ρητορισμό των στιγμών και την πολιτική των απόψεων. Συνεπώς, διαλύει κατ’ αρχάς το μη ανθρώπινο στο ανθρώπινο, εν συνεχεία το ανθρώπινο στην καθημερινότητα και, τελικά, την ίδια την καθημερινότητα (τη ζωώδη ζωή) στην κοσμική ατονία· και είναι αυτή η αποσύνθεση που οδηγεί στην αρνητική επιταγή «Να ζεις χωρίς Ιδέα» — πρόταγμα ασυνεπές, στο μέτρο που δεν προτείνει πλέον καμιά ιδέα για το τι μπορεί να είναι μια Ιδέα.

Αυτός είναι και ο λόγος που ο δημοκρατικός υλισμός ουσιαστικά επιδιώκει να καταστρέψει ό,τι βρίσκεται έξω από αυτόν. Όπως έχουμε επισημάνει πρόκειται για βίαιη και πολεμοχαρή ιδεολογία. Όπως κάθε νεκρωτικό σύμπτωμα, η βία αυτή προκύπτει από μια ουσιαστική ασυνέπεια [inconsistance essentielle]. Ο δημοκρατικός υλισμός αυτοπροβάλλεται ως ανθρωπιστικός (ανθρώπινα δικαιώματα, κ.λπ.), αλλά είναι αδύνατο να διαθέτει κανείς μια έννοια τού τι είναι «ανθρώπινο», αν δεν προσφύγει σ’ εκείνο το (αιώνιο, ιδεατό) μη ανθρώπινο στοιχείο, το οποίο επιτρέπει στον άνθρωπο να ενσωματωθεί στο παρόν υπό την αιγίδα τού ίχνους τού μεταβλητού. Στην περίπτωση που δεν αναγνωρισθούν οι συνέπειες των ιχνών αυτών, όπου το μη ανθρώπινο επιτάσσει στην ανθρωπότητα την υπέρβαση τού είναι-εκεί που της αναλογεί, τότε καθίσταται αναγκαία η εκμηδένιση τόσο των ιχνών αυτών όσο και των άπειρων συνεπειών τους, με στόχο ακριβώς τη διατήρηση μιας καθαρά ζωώδους και πραγματιστικής έννοιας τού ανθρώπινου είδους.

Ο δημοκρατικός υλισμός είναι αδυσώπητος και αδιάλλακτος εχθρός κάθε άξιας του ονόματός της ανθρώπινης — δηλ. μη ανθρώπινης — ζωής.

8. Η κοινότοπη αντίρρηση που προβάλλεται είναι ότι, εφόσον το να ζει κανείς εξαρτάται από το συμβάν, τότε η επαγγελία ζωής απευθύνεται μόνον σε όσους είχαν την καλή τύχη να το καλωσορίσουν. Ο δημοκράτης διακρίνει σ’ αυτή την «τύχη» το χαρακτηριστικό γνώρισμα ενός ελιτισμού ή ενός υπερβατικού αυταρχισμού: γνώρισμα ανέκαθεν συνδεδεμένο με τις διδασκαλίες περί θείας χάριτος. Ομολογώ ότι και εγώ ο ίδιος έχω πολλές φορές κάνει χρήση τής μεταφοράς τής χάριτος, για να επισημάνω ότι αυτό που αποκαλείται ζωή προϋποθέτει πάντοτε την ετοιμότητα να επωμιστεί κανείς στην πράξη τις (εν γένει πρωτόγνωρες) συνέπειες τού επερχόμενου.

Στην επανόρθωση της φαινόμενης αδικίας τού δωρήματος, τού απροσμέτρητου αυτού παραπληρώματος, απόρροια τού οποίου είναι ο υπερκέραση [relève] ενός μη υπαρκτού, έχουν από παλιά αφοσιωθεί οι υπερασπιστές του θεϊκού μάλλον παρά τού Θεού. Για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού, ο πιο πρόσφατος, πλέον προικισμένος και συνάμα παραγνωρισμένος εξ αυτών, ο Κεντέν Μεϊγιασού, επεξεργάζεται μια εντελώς νέα θεωρία για το «όχι ακόμη» τής θεϊκής ύπαρξης, η οποία συνοδεύεται από μια ορθολογική υπόσχεση αναφορικά με την ανάσταση των σωμάτων — πράγμα που καθιστά προφανές ότι το θέμα που αναγκαστικά τίθεται σ’ αυτή την υπόθεση άπτεται τού προβλήματος των νέων σωμάτων και τής γέννησης τους.

9. Πιστεύω στις αιώνιες αλήθειες και στην σπαραγματική τους δημιουργία στο παρόν των κόσμων. Ως προς το σημείο αυτό, η θέση μου είναι απόλυτα ισόμορφη με εκείνη τού Καρτέσιου: οι αλήθειες είναι αιώνιες, επειδή έχουν δημιουργηθεί και όχι επειδή υπήρχαν ανέκαθεν. Για τον Καρτέσιο, οι «αιώνιες αλήθειες» — τις οποίες, όπως υπενθύμισα στον πρόλογο, ο Καρτέσιος υπήγαγε σε καθεστώς εξαίρεσης ως προς τα σώματα και τις ιδέες — δεν θα μπορούσαν να είναι υπερβατικές σε σχέση με τη θεϊκή βούληση. Ακόμη και οι πλέον τυπικές, όπως αυτές των μαθηματικών και τής Λογικής, η αρχή τής αντιφάσεως, παραδείγματος χάριν, είναι προϊόν μιας ελεύθερης πράξης τού Θεού:

Είναι αδύνατον να έχει εξαναγκασθεί ο Θεός να ενεργήσει έτσι ώστε να αληθεύει το ότι δεν μπορούν να τεθούν ταυτόχρονα δύο αντιφατικοί όροι· συνεπώς, είχε τη δυνατότητα να πράξει το αντίθετο.8

Eίναι, βεβαίως, αυτονόητο ότι η διαδικασία δημιουργίας μιας αλήθειας, διαδικασία η οποία συγκροτεί το παρόν μέσω των συνεπειών ενός υποκειμενοποιηθέντος σώματος,9 διαφέρει κατά πολύ από την πράξη δημιουργίας εκ μέρους ενός Θεού, αλλά κατά βάθος πρόκειται για την ίδια ιδέα. Το γεγονός ότι μια αλήθεια είναι στην ουσία της αιώνια δεν αίρει την ανάγκη τόσο τής ενδόκοσμης εμφάνισής της όσο και τής μη ύπαρξής της σε χρόνο προγενέστερο τής εμφάνισης αυτής. Όσον αφορά στο σημείο αυτό, ο Καρτέσιος χρησιμοποιεί μια πολύ αξιόλογη διατύπωση:

Έστω και αν ο Θεός θέλησε ορισμένες αλήθειες να είναι αναγκαίες, αυτό δεν σημαίνει ότι τις θέλησε κατ’ ανάγκη.10

Η αιώνια νομοτέλεια προσιδιάζει στην αλήθεια καθ’ εαυτήν — είτε πρόκειται για το άπειρο πλήθος των πρώτων αριθμών, είτε για την εικαστική ομορφιά των αλόγων στο σπήλαιο τού Σοβέ, είτε για τις αρχές τού λαϊκού πολέμου, είτε τέλος για την εξομολόγηση τού έρωτα τού Αβελάρδου και τής Ελοϊζας — και όχι στην διαδικασία δημιουργίας της, στο μέτρο που η τελευταία συναρτάται με την ενδεχομενικότητα των κόσμων, το αβέβαιο ενός τόπου [l’aléatoire d’un site], την αποτελεσματικότητα των οργάνων ενός σώματος, τη σταθερότητα ενός υποκειμένου.

Ο Καρτέσιος δυσανασχετεί με το ενδεχόμενο να θεωρηθούν οι αλήθειες ως διαζευγμένες από τα υπόλοιπα δημιουργήματα, με αποτέλεσμα να μετατρέπονται, κατά κάποιον τρόπο, σε πεπρωμένο τού Θεού:

Οι αλήθειες των μαθηματικών, τις οποίες εσείς αποκαλείτε αιώνιες, έχουν θεμελιωθεί από τον Θεό και εξαρτώνται ολοκληρωτικά από αυτόν, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα υπόλοιπα πλάσματα. Πράγματι, εάν λέγατε ότι οι αλήθειες είναι ανεξάρτητες από αυτόν, τότε θα μιλούσατε για τον Θεό σαν να ήταν ο Δίας ή ο Κρόνος, ομολογώντας έτσι την υποτέλεια του στη Στύγα και στην ειμαρμένη.11

Και εγώ, επίσης, θεωρώ ότι όλες ανεξαιρέτως οι αλήθειες έχουν «θεμελιωθεί» από ένα υποκείμενο — μορφή σώματος, η αποτελεσματικότητα τού οποίου παράγει, σημείο προς σημείο, δημιουργικό έργο. Αλλά επιπλέον, όπως και ο Καρτέσιος, υποστηρίζω ότι η δημιουργία τους δεν είναι παρά το φαίνεσθαι τής αιωνιότητάς τους.

10. Αγανακτώ, λοιπόν, όπως και ο Καρτέσιος, κάθε φορά που το Αληθές υποβιβάζεται στο επίπεδο τής Στύγας και τής ειμαρμένης. Η αλήθεια είναι ότι είμαι διπλά εξοργισμένος. Ας σημειωθεί ότι η αξία τής ζωής απορρέει επίσης απ’ αυτήν την αντιπαράθεση σε δύο μέτωπα: κατ’ αρχάς, ενάντια σ’ εκείνους, ας τους ονομάσουμε, κουλτουραλιστές–κονστρουκτιβιστές ή σχετικιστές, ανθρώπους τής αμεσότητας των σωμάτων και τής διαθεσιμότητας των γλωσσών, οι οποίοι θεωρούν ότι η ιστορικότητα κάθε πράγματος αποκλείει την ύπαρξη των αιωνίων αληθειών και που συνεπώς αδυνατούν να κατανοήσουν αφενός ότι η βάσανος για μια αυθεντική δημιουργία, για μια ιστορικότητα τής εξαίρεσης, εντοπίζεται αποκλειστικά στη θεμελίωση, στο μεσοδιάστημα ετερόκλιτων κόσμων, τής βεβαιότητας μιας αιωνιότητας και αφετέρου ότι εκείνο που εμφανίζεται δεν αναδύεται στο φέγγος τής εμφάνισής του παρά μόνο στο μέτρο που απαλείφεται [se soustrait] από τους τοπικούς κανόνες τού φαίνεσθαι — μια δημιουργία είναι λοιπόν υπερ-λογική, για τον λόγο ότι το είναι της υπονομεύει το φαίνεσθαι που της αντιστοιχεί. Και, κατά δεύτερο λόγο, ενάντια σ’ εκείνους που διατείνονται ότι η καθολικότητα τού αληθούς λαμβάνει τη μορφή ενός υπερβατικού Νόμου, στην πειθαρχία τού οποίου υποχρεούμεθα, γονυπετείς, να προσαρμόσουμε τα σώματα και τα λόγια μας, και οι οποίοι επομένως δεν αντιλαμβάνονται ότι κάθε αιωνιότητα, κάθε καθολικότητα, οφείλει να εμφανισθεί σ’ έναν κόσμο και συνάμα να υλοποιηθεί εκεί «είτε καρτερικά είτε με αδημονία» — συνεπώς, μια δημιουργία είναι επιπλέον και λογική, λόγω τού ότι κάθε αλήθεια αποτελεί εμφάνιση τού είναι.

11. Αλλά δεν αισθάνομαι την ανάγκη ούτε κάποιου Θεού ούτε τού θεϊκού. Πιστεύω ότι η αφύπνισή μας, η έγερσή μας στην αθανασία, συμβαίνει εδώ και τώρα.

Ο άνθρωπος είναι το ζώο που διακρίνεται για την ικανότητά του να συμμετέχει σε εξαιρετικά πολυάριθμους κόσμους, να εμφανίζεται σε αναρίθμητους τόπους. Αυτού τού είδους η αντικειμενική πανταχού παρουσία, η οποία του επιτρέπει να διακινείται σχεδόν ακατάπαυστα από τον έναν κόσμο στον άλλο, πάνω στο φόντο τού απείρου των κόσμων αυτών και τής υπερβατολογικής τους οργάνωσης, είναι αφ’ εαυτής ένα δώρημα, χωρίς μάλιστα να υπάρχει ανάγκη για ένα θαύμα: είναι η καθαρά λογική χάρη τού αναρίθμητου φαίνεσθαι. Κάθε ανθρώπινο ζώο μπορεί να ισχυριστεί ότι αποκλείεται να βρίσκεται, παντού και πάντα, αντιμέτωπο μόνο με την ατονία, την αναποτελεσματικότητα τού σώματος ή την έλλειψη οργάνων ικανών να επεξεργασθούν σημεία τού σώματος αυτού. Σε κάποιο προσπελάσιμο κόσμο όλο και κάτι θα συμβαίνει. Συχνά, στη σύντομη ύπαρξή του, παρέχεται σε κάθε ανθρώπινο ζώο η ευκαιρία να ενσωματωθεί στο υποκειμενικό παρόν μιας αλήθειας. Σε όλους, και αναφορικά με μεγάλο αριθμό διαφορετικών διαδικασιών, διανέμεται το δώρημα τής ζωής προς χάριν μιας Ιδέας, το δώρημα, με άλλα λόγια, τής ίδιας τής ζωής.

Είναι το άπειρο των κόσμων που μας λυτρώνει από κάθε πεπερασμένη έκπτωση από την κατάσταση χάριτος [dis-grâce finie]. Το πεπερασμένο, τα ατέλειωτα αναμασήματα για το θνητό μας είναι, εν ολίγοις, ο φόβος τού θανάτου ως απαράμιλλο πάθος — αυτά είναι τα πικρά συστατικά τού δημοκρατικού υλισμού. Η υπερκέραση όλων αυτών γίνεται όταν οικειοποιηθούμε την ασυνεχή ποικιλία των κόσμων και τη συνύφανση των αντικειμένων [τους] υπό τις αδιάκοπα μεταβαλλόμενες συνθήκες τής εμφάνισής τους.

12. Είμαστε ανοιχτοί στο άπειρο των κόσμων. Η Ζωή είναι δυνατή. Συνεπώς, το μόνο που έχει σημασία είναι η (εκ νέου) έναρξη τής Ζωής.

13. Ακούω μερικές φορές να λέγεται ότι βλέπω τη φιλοσοφία μόνον ως μέσο για την αποκατάσταση τής πρωτοκαθεδρίας τού ηρωισμού ενάντια στο σύγχρονο εγκώμιο τού μάταιου και τού καθημερινού. Γιατί όχι; Ο αρχαίος ηρωισμός, ωστόσο, απέβλεπε στη δικαίωση τής ζωής μέσω τής θυσίας. Επιθυμία μου είναι να δώσω ύπαρξη στον ηρωισμό μέσα από την καταφάσκουσα χαρά που προξενεί, με τρόπο καθολικό, η πιστή παρακολούθηση των συνεπειών. Θα λέγαμε, μάλλον, ότι τον επικό ηρωισμό εκείνου που δίνει τη ζωή του διαδέχεται ο μαθηματικός ηρωισμός εκείνου που τη δημιουργεί, σημείο προς σημείο.12

14. Στην Ανθρώπινη Μοίρα, ο Μαλρώ παρατηρεί τα εξής για έναν από τους χαρακτήρες του: «Του είχε δοθεί η αίσθηση τού ηρωισμού με τη μορφή τής πειθαρχίας, όχι ως δικαίωση ζωής». Ουσιαστικά, ευθυγραμμίζω τον ηρωισμό με την πειθαρχία — το μόνο όπλο που έχουν στη διάθεση τους τόσο το Αληθές όσο και οι λαοί ενάντια στην εξουσία και τον πλούτο, ενάντια στην πνευματική αταξία και ματαιότητα. Η πειθαρχία αυτή πρέπει, ωστόσο, να επινοηθεί ως συνοχή ενός υποκειμενοποιήσιμου σώματος, ώστε να είναι αδύνατο να διακριθεί πλέον από την ίδια την επιθυμία μας για ζωή.

15. Μόνον υπό την προϋπόθεση τής συναίνεσής μας είναι δυνατόν να παραδοθούμε στη μορφή τού ζώου που, έχοντας απαλλαγεί από τις ψευδαισθήσεις του, έχει ως μοναδικό σημείο αναφοράς το εμπόρευμα. Όμως, από τον κίνδυνο τής συναίνεσης αυτής μας διαφυλάσσει η Ιδέα, ελιξήριο τού καθαρού παρόντος.

*

Θα ήθελα σήμερα να δώσω έμφαση σε δύο μόνο σημεία.

Στο απόσπασμα με αριθμό 4 διαβάζετε τα εξής: Η ζωή είναι εκείνο που αναδεικνύεται ισχυρότερο από τις ορμές. Εδώ αναφέρομαι συγκεκριμένα στην καταφάσκουσα ζωή, στη ζωή που με απόλυτη σαφήνεια έχει συστήσει τον αντίπαλό της, στη ζωή που δεν την στοιχειώνει πια ένας σκοτεινός, ασύλληπτος αντίπαλος (θα έχετε παρατηρήσει ότι ένα ζήτημα που προκαλεί μεγάλη δυσκολία για τη ζωή προκύπτει από το γεγονός ότι μας στοιχειώνει συνεχώς ένας εχθρός του οποίου αγνοούμε τη φύση ή και την ίδια του την ύπαρξη). Προϋπόθεση τής ενσωμάτωσης σ’ ένα παρόν αποτελεί η συμμετοχή μας στη γραμματική τής εξαίρεσης («με την επιφύλαξη»), το στοιχείο που ακριβώς επιτρέπει την υπερνίκηση των ορμών.

Το τελευταίο σημείο, με το οποίο και θα ολοκληρώσω, είναι το εξής (απόσπασμα αρ. 15): Μόνον υπό την προϋπόθεση τής συναίνεσής μας είναι δυνατόν να παραδοθούμε στη μορφή τού ζώου που, έχοντας απαλλαγεί από τις ψευδαισθήσεις του, έχει ως μοναδικό σημείο αναφοράς το εμπόρευμα. Όμως, από τον κίνδυνο τής συναίνεσης αυτής μας διαφυλάσσει η Ιδέα, ελιξήριο τού καθαρού παρόντος. Θα ήθελα να σχολιάσω τον όρο «συναίνεση». Εδώ έγκειται το ουσιώδες τής λειτουργίας τού δημοκρατικού υλισμού για τον λόγο που έχουμε ήδη αναφέρει: ο δημοκρατικός υλισμός δεν τροφοδοτείται με αυταπάτες και ψευδαισθήσεις. Στο μέτρο που είμαστε υλιστές, μοιραζόμαστε μ’ αυτόν τη φόρμουλα τής ύπαρξης που ο ίδιος χρησιμοποιεί, αποδεχόμαστε ότι δεν υπάρχουν παρά μόνο σώματα και γλώσσες, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι συμφωνούμε με τον παρεπόμενο αποκλεισμό τής εξαίρεσης. Είναι η Ιδέα που μας προστατεύει από τον κίνδυνο αυτής της συναίνεσης, η Ιδέα δηλ. ότι υπάρχει πράγματι ένα διαπιστώσιμο, νέο παρόν, το παρόν των αληθειών.

Την επόμενη φορά θα αρχίσουμε με την εξέταση των αποσπασμάτων με αριθμούς 5 και 6.


[1] Ἠθικὰ Νικομάχεια, K 1177β.32.
[εἰ δὴ θεῖον ὁ νοῦς πρὸς τὸν ἄνθρωπον, καὶ ὁ κατὰ τοῦτον βίος θεῖος πρὸς τὸν ἀνθρώπινον βίον, οὐ χρὴ δὲ κατὰ τοὺς παραινοῦντας ἀνθρώπινα φρονεῖν ἄνθρωπον ὄντα οὐδὲ θνητὰ τὸν θνητόν, ἀλλ᾽ ἐφ᾽ ὅσον ἐνδέχεται ἀθανατίζειν καὶ πάντα ποιεῖν πρὸς τὸ ζῆν κατὰ τὸ κράτιστον τῶν ἐν αὑτῷ: εἰ γὰρ καὶ τῷ ὄγκῳ μικρόν ἐστι, δυνάμει καὶ τιμιότητι πολὺ μᾶλλον πάντων ὑπερέχει.] (1177β.30‒1178α.1)

[2] Η αλγεβρική παράσταση που αντιστοιχεί στο πιστό υποκείμενο είναι η εξής:

όπου \varepsilon δηλώνει το συμβάν [événement], \pi το συμβαντικό ίχνος [trace événementielle] και c το σώμα [corps].»

[3] Σημ.Μετ. Το σώμα βρίσκεται κάτω από τη «δεύτερη» γραμμή τής κλασματικής αλγεβρικής παράστασης που αντιστοιχεί στο αντιδραστικό υποκείμενο:

[4] Σημ. Μετ. Η αντίστοιχη φόρμουλα για το «σκοτεινό» υποκείμενο είναι η ακόλουθη:

όπου C δηλώνει το «πλήρες» σώμα («υπερβατικό, αγνό, ανιστόρητο και αντι-συμβαντικό, π.χ. Πολιτεία, Θεός, Φυλή»).

[5] [la vie s’ordonne à la création séquentielle d’un présent]. Ο A. Toscano μεταφράζει: «life engages in the sequential creation of present …».

[6] Σπινόζα, Ηθική, μετάφραση Ν. Κουντουριώτου, 1913, σελ. 290.
(http://anemi.lib.uoc.gr/metadata/a/3/8/metadata-23-0000000.tkl).
Στο κείμενο τού Μπαντιού, η φράση έχει ως εξής: «Nous sentons et nous expérimentons que nous sommes éternels».

[7] Ειδικότερα, στο επιστημονικό υποκείμενο αντιστοιχεί ο τύπος ενσωμάτωσης που ο Μπαντιού χαρακτηρίζει «χαρά» [joie], στο υποκείμενο τού έρωτα η ενσωμάτωση τής «ευτυχίας» [bonheur], σ’ αυτό τής τέχνης η ενσωμάτωση τής «απόλαυσης» [plaisir], και στο το πολιτικό υποκείμενο ο «ενθουσιασμός» [enthousiasme].

[8] A.Koyré, Essai sur l’Idée de Dieu et les Preuves de son Existence chez Descartes
2. Lettre au P. Mesland, 2 mai 1644. vol. IV, p. 118-119 : « Pour la difficulté de concevoir comment il a été libre et indifférent à Dieu de faire qu’il ne fust pas vrai que les trois angles d’un triangle fussent égaux à deux droits, ou généralement que les contradictoires ne peuvent être ensemble, on la peut aisément oster, en considérant, que la puissance de Dieu est sans bornes; puis aussi en considérant que notre esprit est fini, et créé de telle nature qu’il peut concevoir comme possibles les choses que Dieu a voulu rendre véritablement possibles, mais non pas de telle, qu’il puisse aussi concevoir comme possibles celles que Dieu aurait pu rendre également possibles, mais qu’il a toutefois voulu rendre impossibles. Car la première considération nous fait connaître que Dieu ne peut avoir été déterminé à faire qu’il fust que les contradictoires ne peuvent être ensemble, et que par conséquent, il a pu faire le contraire, puis l’ autre nous assure que bien que ce la soit vray,nous ne devons pas tâcher de le comprendre pour ce que notre nature n’en est pas capable. Et encore que Dieu a voulu que quelques vérités fussent nécessaires,ce n’est pas à dire qu’il les ait nécessairement voulues, car c’est tout autre chose de vouloir qu’elles fussent nécessaires et de vouloir nécessairement ou d’estre nécessité à les vouloir: j’avoue bien qu’il va des contradictions qui sont si évidentes que nous ne les pouvons représenter à notre esprit, sans que nous les jugions entièrement impossibles, comme celle que vous proposez : Que Dieu aurait pu faire que les créatures ne fussent point dépendantes de lui. Mais nous ne les devons point représenter pour connaître l’immensité de sa puissance, ni concevoir aucune préférence entre son entendement et sa volonté.

[9] Ο A.Toscano μεταφράζει: «the process of creation of a truth, whose present is consituted by the consequences…». Το πρωτότυπο έχει ως εξής: «le procès de création d’une vérité, tel que s’en constitue le présent par les conséquences d’un corps subjectivé»· «tel que…» έχει θέση επεξήγησης και αναφέρεται στη «διαδικασία». Η φράση θα μπορούσε επίσης να μεταφρασθεί: «η διαδικασία δημιουργίας μιας αλήθειας, εκ τής οποίας συντίθεται το παρόν μέσω των συνεπειών ενός υποκειμενοποιηθέντος σώματος».

[10] Δες υποσ.8.

[11] Δες A.Mazure, Études du cartésianisme, 1828 (σελ.134, http://www.archive.org/details/tudesducartsian00mazugoog).

[12] Οι §§13-14 έχουν ήδη μεταφρασθεί στην ιστοσελίδα http://radicaldesire.blogspot.com/2009/05/blog-post_20.html. Η παρούσα μετφρ. αποκλίνει σε λίγα μόνο σημεία από την προαναφερθείσα μετφρ.

(WordCnt: 5455)

Εικόνα: http://www.poesie.net/michauxdes.jpg

Advertisements
 
Σχολιάστε

Posted by στο 27/01/2011 in Φιλοσοφία

 

Ετικέτες: , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s