RSS

A.Badiou, Για σήμερα: Πλάτωνας! 17/2/2010

29 Ιαν.

Για Σήμερα: Πλάτωνας! (3.5)

Ανοικτό σεμινάριο τού Αλαίν Μπαντιού (2009-2010)

[Σημειώσεις τού Ντανιέλ Φισέρ]

17 Φεβρουαρίου 2010

Ανακεφαλαίωση

Θα ξεκινήσουμε ανακεφαλαιώνοντας τα όσα έχουν προηγουμένως ειπωθεί.

1. Η θέση τού Πλάτωνα είναι ότι, εφόσον θεωρήσουμε ότι σ’ ένα συγκεκριμένο πεδίο υπάρχουν αλήθειες, πρέπει τότε να αποκλείεται η δημόσια αντιπαράθεση γνωμών.

Θέση που υιοθετεί και ο Άγιος Παύλος.

Πιστεύω ότι στον «δημοκρατικό» χώρο όπου βρισκόμαστε σήμερα, υπάρχει μια βαθιά συσχέτιση μεταξύ τής αρχής τής ελευθερογνωμίας, που υποτείνει τον χώρο αυτό, και τού αριθμητικού κριτηρίου θεωρούμενου ως αυταξίας. Η λειτουργία τού αριθμητικού κριτηρίου μπορεί να διαπιστωθεί τόσο στο επίπεδο τού ψήφου (ο αριθμός ισοδυναμεί με απόφαση, αφού είναι η πλειοψηφική απόφαση που τελικά υπερισχύει) όσο και στο επίπεδο τού «μοναδικού σημείου πώλησης» [largument de vente] («πηγαίνετε να δείτε αυτό το φιλμ που έχουν ήδη δει 100.000 θεατές» — επιχείρημα που, αν το καλοσκεφτούμε, είναι αρκετά περίεργο). Ποια είναι η φύση τής σχέσης ανάμεσα στην ελευθερογνωμίας και τον νόμο τού αριθμού; Οι γνώμες υπόκεινται στην αρχή τής ισοδυναμίας — κάθε γνώμη έχει την ίδια αξία με κάθε άλλη· οι γνώμες κυκλοφορούν όπως και το χρήμα (που είναι το γνήσιο πρότυπό τους) σ’ έναν χώρο γενικής υποκαταστασιμότητας όπου εκείνο που στην πραγματικότητα επιβάλλεται είναι η απόλυτη κυριαρχία τού εμπορεύματος. Το στοιχείο που εξασφαλίζει τον θρίαμβο μιας δεδομένης γνώμης είναι ο αριθμός της, δηλ. το ότι εκφράζει έναν συρφετό.

Η γνώμη συσχετίζει ένα συνονθύλευμα συμφερόντων (τα οποία εξυπηρετεί μέσω τής δημοσιοποίησης τους, χωρίς κατ’ ανάγκη να κατονομάζονται με σαφήνεια) με μια ρητορικότητα (την ρητορική οργάνωση τής παρουσίασής της). Η ρητορικότητα που τίθεται σε κίνηση άπτεται των συμφερόντων των ισχυρών, αλλ’ αυτό συντελείται με περίτεχνο τρόπο, έτσι ώστε να παρασιωπάται η αναφορά στα συμφέροντα αυτών. Πρόκειται για ένα κράμα ευπροσηγορίας και βαρβαρότητας. Ο Πλάτωνας προσδιορίζει το μείγμα αυτό με τον όρο σοφιστική. Η σοφιστική αποτελεί μηχανισμό μέσω τού οποίου δημιουργείται μια ασυμμετρία ισχύος στο πλαίσιο τής γενικής ισοδυναμίας των γνωμών.

Αντιστρόφως, μια αλήθεια συναρθρώνει ένα στοιχείο τυποποίησης (σας υπενθυμίζω ότι ο όρος «είδος» — μορφή — προσδιορίζει συγχρόνως την ιδέα), μια αρχή βεβαιότητας (η οποία μάλιστα δεν έχει ρητορικό χαρακτήρα) και μια ουσιαστική ανιδιοτέλεια (μια αλήθεια συγκροτείται μέσω τής ανιδιοτέλειας απέναντι στο αντικείμενό της). Αυτός είναι και ο λόγος που δεν μπορεί κανείς να επιστρατεύσει το σχήμα τής αλήθειας σε μια δημόσια αντιπαράθεση γνωμών. Άλλωστε, η κατηγορία που απευθύνεται πάντα στους επαναστάτες είναι ότι δεν σέβονται τη δημόσια συζήτηση, ότι είναι δεσποτικοί και αποτελούν συγχρόνως μειοψηφία. Ως εκ τούτου, ο Κ. Πόπερ μπόρεσε να υποστηρίξει ότι ο Πλάτωνας ήταν ο πρώτος διανοητής που θεωρήθηκε αυθεντία [θα επανέλθω στο σημείο αυτό σε λίγο, όταν θα αναφερθώ στο θέμα τής ασυμμετρίας].

2. Το υποκείμενο τής αλήθειας δεν ταυτίζεται με το υποκείμενο τής γνώμης

Θέση η οποία πρέπει να αντιδιασταλεί προς την άποψη σύμφωνα με την οποία το υποκείμενο μέσω τού οποίου διέρχεται μια αλήθεια δεν διαφέρει κατ’ ουσία από το υποκείμενο τής γνώμης. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, δεν πρόκειται για το ίδιο υποκείμενο (ανεξαρτήτως τού αν θα μπορεί ένα συγκεκριμένο άτομο να μετέχει συγχρόνως και στις δύο αυτές υποκειμενικότητες). Το υποκείμενο τής γνώμης ταυτίζεται με το δημοκρατικό άτομο· είναι επομένως καθαυτό υποκαταστήσιµο (όλοι οι πολίτες αξίζουν το ίδιο) και η γνώμη του αποτιμάται στο βαθμό που είναι δική του (η φράση «να τι σκέφτομαι» είναι η ίδια ένα επιχείρημα που βασίζεται στο ακόλουθο: «ο καθένας με τη γνώμη του»). Η απόφαση ψήφου πίσω από το εκλογικό παραβάν παράγεται μάλιστα με αυτόν τον τρόπο: καθένας σταθμίζει το δικό του συμφέρον, υιοθετώντας συγχρόνως μια συγκεκριμένη ρητορική. Από την άλλη μεριά, ως υποκείμενο μιας αλήθειας μπορεί να χαρακτηρισθεί, σύμφωνα τουλάχιστον με την ορολογία μου, αποκλειστικά το υποκείμενο εκείνο που κατευθύνει το πρωτόκολλο κατασκευής μιας αλήθειας, έχοντας ως αφετηρία ένα πρώτο συμβάν, τού οποίου συνάγει τις συνέπειες. Πρόκειται για δύο διακριτές υποκειμενικές εγγραφές. Η μορφή τού υποκειμένου μιας αλήθειας αντιδιαστέλλεται προς το υποκείμενο τής γνώμης, το οποίο πρέπει σαφώς να θεωρηθεί ως απότοκο τής ίδιας τής δημοκρατίας (ο θρίαμβος τού ατομικισμού, που μας τον παρουσιάζουν ως γνώρισμα των σύγχρονων καιρών, είναι σε μεγάλο βαθμό συγκρίσιμος με το αντίστοιχο φαινόμενο που ο Πλάτωνας περιέγραφε στην Πολιτεία ως ήδη συνδεδεμένο με τη δημοκρατική αθηναϊκή κοινωνία τής εποχής του). Εντούτοις, το υποκείμενο τής αλήθειας δεν υπάγεται στην εξαίρεση μιας υπερβατικότητας: η αλήθεια για την οποία αγωνίζεται είναι εμπειρία ανοικτή σε όλους (ο καθένας έχει επομένως την ευχέρεια να επαναλάβει τη διαδικασία μιας συγκεκριμένης μαθηματικής απόδειξης, όπως επίσης να παρατηρήσει έναν πίνακα ζωγραφικής, να συμμετάσχει σε μια πολιτική διαδήλωση ή να επωμισθεί τον κίνδυνο μιας ερωτικής σχέσης)· και πρότεινα μάλιστα να χρησιμοποιηθεί ο όρος «ιδεοποίηση» [idéation] αναφορικά με το ότι το άτομο ενσωματώνεται καθαυτό στη διαδικασία μιας αλήθειας (διαδικασία η οποία αποκλείει στο εξής την ταύτισή του ως «δημοκρατικού ατόμου»).

3. Η ασυμμετρία

Σε αντίθεση με ό,τι θα περιμέναμε, ο Πλάτωνας καλεί τους συνομιλητές των διαλόγων σε από κοινού συζήτηση … με σκοπό την αντιπαράθεση γνωμών. Ας επιχειρήσουμε να κατανοήσουμε τι συμβαίνει κάνοντας μια σύγκριση με τον Πασκάλ. Την περασμένη φορά σχολιάσαμε την σκέψη αρ.135: Στις λογομαχίες, μας ευχαριστεί να βλέπουμε τη σύγκρουση απόψεων, αλλά καθόλου δεν μας ευχαριστεί η θεώρηση τής ευρεθείσας αλήθειας· για να αντικρίσουμε την αλήθεια με ευχαρίστηση, θα πρέπει να την δούμε να γεννιέται μέσα από τη λογομαχία. Σύμφωνα με τον Πασκάλ, πρέπει να δούμε την αλήθεια να γεννιέται μέσα από τη σύγκρουση των απόψεων: η αλήθεια εν τω γεννάσθαι, η ασυμμετρία που ανακύπτει, είναι τα στοιχεία που προκαλούν ευχαρίστηση (και, όπως γνωρίζουμε, ο Πασκάλ ποτέ δεν διστάζει να προκαλέσει ευχαρίστηση, με σκοπό να αποσπάσει τη συναίνεση). Αντιθέτως, εκείνο που δεν θα μας ευχαριστούσε θα ήταν να βλέπουμε την αλήθεια να επαυξάνεται και να αναπτύσσεται καθ’ όλο το εύρος της. Ο Πλάτωνας βλέπει εντελώς διαφορετικά τα πράγματα. Ενώ δεν θα τον ενοχλούσε το στοιχείο τής απόλαυσης που επιστρατεύει ο Πασκάλ, η γέννηση τού αληθούς δεν είναι ωστόσο εκείνο που «εγείρει το ενδιαφέρον του» — όπως θα έλεγε και ο Ντελέζ — σε σχέση με την αντιπαράθεση γνωμών. Το ενδιαφέρον του εστιάζεται στην απορία, στην αναστολή τής διαδικασίας τής σημασιοποίησης, στον πρόσκαιρα απερημωμένο χώρο, όπου διεξάγεται η λογομαχία. Και αυτό γιατί στην πραγματικότητα, πριν ακόμη τεθεί σε κίνηση η θεατρική κατασκευή τού διαλόγου, θα έχει ήδη γεννηθεί κάτι που θα μοιάζει στη φύση του με την αλήθεια. Όπως έχουμε επισημάνει σε σχέση με την αλληγορία τού Σπηλαίου, κάποιος θα έχει ήδη βγει από το Σπήλαιο και, έχοντας ατενίσει τον Ήλιο τής αλήθειας, επιστρέφει ξανά εκεί, για να μιλήσει στους τρωγλοδύτες γι’ αυτόν. Στους πλατωνικούς διαλόγους, παρευρίσκεται ήδη ένα υποκείμενο τής αλήθειας: ο Σωκράτης, που, όσο και να λέει ότι δεν ξέρει τίποτε για κανένα από τα θέματα που συζητιούνται (πράγμα που κατά κάποιο τρόπο ευσταθεί, αφού θέλει μ’ αυτό να πει ότι «δεν έχει καμία γνώμη»), συμμετέχει στην λογομαχία οπλισμένος με την αλήθεια. Αλλά ενώ καμώνεται ότι συμμετέχει στη συζήτηση, ο αντικειμενικός του σκοπός είναι να κάνει τη συζήτηση να σταματήσει, για να παρουσιάσει στο πλαίσιό της για πρώτη φορά έναν κανόνα που δεν θα ταυτίζεται μ’ εκείνον που διέπει την λογομαχία. Σε αντίθεση με τον Πασκάλ, που επιχειρεί να θέλξει και να επιβληθεί μέσω τής πειθούς, ο Πλάτωνας επιδιώκει να δώσει τέλος στην συζήτηση. Και μόλις η συζήτηση σκοντάψει σε κάποια απορία, ο Σωκράτης θα αποφύγει να εκφέρει τη γνώμη του (μια και δεν έχει καμία γνώμη) [το ίδιο συμβαίνει και στην αισθητική κριτική: από τη στιγμή που απόψεις τού τύπου «αυτός ο πίνακας μού αρέσει» ή «δεν μου αρέσει και τόσο» θα έχουν αναχθεί στην αμοιβαία τους αντιφατικότητα, καθίσταται δυνατή η παγίωση μιας διαφορετικής υποκειμενοποίησης τού έργου τέχνης].

Εδώ βρισκόμαστε στις παρυφές τού θέματος τής τρομοκρατίας. Ας το αντιμετωπίσουμε ευθέως. Η σύγχρονη ιδεολογία υποστηρίζει ότι, αν ο κανόνας που ισχύει δεν είναι αυτός μιας ελευθερογνωμίας συναρτημένης προς τον νόμο τού αριθμού, τότε έχουμε να κάνουμε με τη βασιλεία τού τρόμου. Και δεν είναι ανακριβές ότι οι αλήθειες τρομοκρατούν, πράγματι, τις γνώμες. Υπ’ αυτήν την έννοια, ο Πλάτωνας θεωρήθηκε μάλιστα ως τρομοκράτης (πβ. τις εκτιμήσεις τού Κ. Πόπερ). Δεν χωρεί αμφιβολία ότι συγγενεύει περισσότερο μ’ αυτή την φιγούρα παρά με την απεικόνισή του ως καλοκάγαθου ανθρώπου που τάσσεται με το μέρος τού διαλεκτικού λόγου σε αντιπαράθεση προς τη βία. Θυμάμαι ότι πριν από πολλά χρόνια είχα εξεταστεί ως φοιτητής από τον Βλαντιμίρ Γιανκέλεβιτς πάνω στον Πλάτωνα. Είχα υποστηρίξει τότε, μεταξύ άλλων, ότι υπήρχε ένα στοιχείο βίας στον Σωκράτη, ως προς το οποίο δεν υστερούσε καθόλου έναντι τού Θρασύμαχου, και ότι αν αναγνωρίζαμε στον Σωκράτη τον ρόλο του ως διαλεγόμενου, θα μπορούσαμε να κάνουμε το ίδιο και για όλους τους συνομιλητές του (πράγμα που αποδεικνύει ότι υπάρχουν ζητήματα που μπορούν να απασχολούν κάποιον καθ’ όλη τη διάρκεια τής διανοητικής του πορείας). Αυτό πάντως δεν άρεσε καθόλου στον Γιανκέλεβιτς … Εξακολουθώ να υποστηρίζω ότι, σε τελική ανάλυση, το δημοκρατικό άτομο είναι κατ’ ανάγκη σκεπτικιστικό (πολιτισμικός σχετικισμός κ.λπ.)· από την άλλη μεριά, εάν υποτεθεί η ύπαρξη αληθειών, η δημιουργία τού υποκειμένου που είναι αναγκαίο για την πλήρη εκδίπλωσή τους θα είναι διαδικασία ανομοιογενής ως προς την αντιπαράθεση γνωμών, η οποία ας σημειωθεί ότι σύμφωνα με την αρχή που την διέπει είναι χωρίς τέλος (ένας πόντος για τη δεξιά, ένας για την αριστερά, άλλος ένας για τη δεξιά και ούτω καθεξής μέχρι τελικής πτώσεως). Η γενική επιταγή τού δημοκρατικού υλισμού «Ζήσε χωρίς ιδέα» μπορεί να διατυπωθεί και ως εξής: «Μην επιτρέψεις σε κανέναν να σε διακόψει κατά την διάρκεια τής ανταλλαγής απόψεων». Και αυτό επειδή η λογομαχία δεν γνωρίζει καμία διακοπή, πράγμα που σημαίνει ότι αγνοεί τη στιγμή τής ιδεοποίησης. Το κρίσιμο ερώτημα εδώ είναι το εξής: υπάρχει μια μη τρομοκρατική διαδικασία μέσω τής οποίας θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί μια αλήθεια; Οφείλω ειλικρινά να πω ότι ως προς αυτό διατηρώ κάποιες επιφυλάξεις. Ενώ πιστεύω ότι πρέπει χωρίς ενδοιασμούς να αποστασιοποιηθούμε από τα τρομοκρατικά Κράτη που γνωρίσαμε και τα οποία καταλήγουν σε αιματοβαμμένο αδιέξοδο, παραμένω ωστόσο πεπεισμένος ότι κάτι το βίαιο χαρακτηρίζει εγγενώς την ίδια την ορθολογικότητα.

4. Όταν φτάνει κανείς στο σημείο όπου προκύπτει μια απορία, η ασυμμετρία των υποκειμένων εκδηλώνεται μέσα από τη δυνατότητα τού υποκειμένου τής αλήθειας να προχωρήσει περαιτέρω, σε αντιδιαστολή προς το δημοκρατικό άτομο που πρέπει τότε να σωπάσει.

Ο λόγος για τον οποίο το δημοκρατικό άτομο θα υποχρεωθεί να σωπάσει είναι ότι δεν θα είναι πλέον δυνατό να διακρίνει κανένα συμφέρον που θα μπορούσε να επιδιώξει — ας θυμηθούμε ότι μια ρητορική τής ιδιοτέλειας συνιστά την κινητήρια δύναμη τού δημοκρατικού ατόμου. Για να το κάνουμε να προχωρήσει περαιτέρω, θα πρέπει να το εξαναγκάσουμε να αποποιηθεί τη ρητορική τού ίδιου συμφέροντος· με άλλα λόγια, να το απαλλάξουμε από την ιδιοτέλειά του με το ζόρι — βία που είναι εμφανής στο απόφθεγμα τού Ρουσσώ ότι οι άνθρωποι πρέπει «να υποχρεωθούν να είναι ελεύθεροι».

Μια οντολογία τής γνώμης

Αλλά σε τι ακριβώς συνίσταται μια γνώμη; Δεν το ξέρουμε με σιγουριά και γι’ αυτό έχουμε ανάγκη από μια οντολογία τής γνώμης.

Το ζήτημα αυτό πρέπει να εξετασθεί από δύο απόψεις. Από τη μια μεριά, ποια είναι η καταστατική θέση τού αντικειμενικού σημείου αναφοράς τής γνώμης (ποια είναι η φύση τής σχέσης που συνδέει μια γνώμη με το αντικείμενό της); Από την άλλη, ποια είναι η καταστατική θέση τής πράξης μέσω τής οποίας εκφράζεται η γνώμη; Η διάκριση αυτή μάς φέρνει στον νου τη διαφοροποίηση τού γλωσσικού συστήματος, που ο Λακάν αρεσκόταν να χρησιμοποιεί, τη διαφοροποίηση ανάμεσα στο λεχθέν και στο λέγειν.

Θα διαβάσουμε ένα απόσπασμα από το Βιβλίο Ε΄ τής Πολιτείας (477d-479a), που μοιάζει εκ πρώτης όψεως εύκολο να ερμηνευθεί, αλλά το οποίο, όπως θα δείτε, είναι πολύ πιο δυσκολονόητο απ’ ό,τι αρχικά φαίνεται.

Οι συνομιλητές τού διαλόγου είναι εντελώς απορροφημένοι με την εξέταση μιας θεωρίας που έχει ως αντικείμενο τις δυνάμεις· η χρήση τού όρου «δύναμη» δίνει το έναυσμα για έναν προβληματισμό γύρω από εκείνο το οποίο μάς επιτρέπει να αναφερθούμε σ’ ένα αντικείμενο και, με τον τρόπο αυτό, παρουσιάζεται για πρώτη φορά η διάκριση ανάμεσα στη γνώση, που αποτελεί τη δύναμη που μας παραπέμπει στο ον [l‘être], και την άγνοια που μας παραπέμπει στο μη ον [le nontre] — πράγμα το οποίο συνιστά μια λογική διάκριση, στο μέτρο που προσφεύγει στη χρήση τής άρνησης.

Πολιτεία (477d-479a)
— Λοιπόν, φίλτατε μου, συνεχίζει ο Σωκράτης, ας γυρίσουμε στο θέμα μας. Η επιστήμη λες ότι είναι δύναμη; Ή μήπως την κατατάσσεις διαφορετικά; Και τη δοξασία πού τη βάζεις;
— Έχω την εντύπωση, λέει ο Γλαύκος αναθαρρεύοντας, ότι η επιστήμη, τής οποίας η γενικότερη ονομασία είναι «γνώση», είναι βεβαίως δύναμη και μάλιστα η σπουδαιότερη απ’ όλες. Όσο για τη δοξασία, είναι κι αυτή αναμφίβολα δύναμη:
η δοξασία συνίσταται ακριβώς στην ικανότητα να εκφέρει κανείς τη γνώμη του.
— Εκτός αυτού, παραδέχτηκες πριν από λίγο πως κατά τη γνώμη σου η επιστήμη ή, αν προτιμάς, η γνώση δεν είναι το ίδιο πράγμα με τη δοξασία.
Ο Γλαύκος έχει πια πάρει τα πάνω του:
— Δεν μπορεί ένα σκεπτόμενο ον να υποστηρίζει ότι ταυτίζεται το αλάθητο με την πλάνη. Η απόλυτη γνώση διαφέρει αναγκαστικά από τη μεταβλητή γνώμη.
— Εφόσον οι δύο αυτές δυνάμεις διακρίνονται πράγματι με βάση τη διαδικασία τους, θα πρέπει επίσης να διακρίνονται και με βάση το αντικείμενο τής αναφοράς τους. Είναι ξεκάθαρο ότι η γνώση αναφέρεται στο υπαρκτό [
lexistant] και ότι προορίζεται να το γνωρίζει όπως ακριβώς είναι στην πραγματικότητα [dans son être]. Για τη δοξασία ξέρουμε μόνο ότι οργανώνει την εκφορά των γνωμών. Αλλά ποιο είναι το δικό της αντικείμενο; Είναι μήπως το ίδιο μ εκείνο τής γνώσης; Είναι δυνατόν το εγνωσμένο να είναι το αυτό μ εκείνο για το οποίο κανείς εκφέρει μόνο γνώμη;
Θα ήταν αδύνατο!, αναφωνεί ο Γλαύκος, σύμφωνα τουλάχιστον με τις παραδοχές που κάναμε. Εάν υποθέσουμε ότι το αντικείμενο στο οποίο αναφέρεται από τη φύση της κάθε ιδιαίτερη δύναμη είναι διαφορετικό από το αντικείμενο κάθε άλλης δύναμης και ότι η δοξασία και η γνώση είναι δυνάμεις διαφορετικές, τότε συμπεραίνουμε ότι το εγνωσμένο και το δοκούμενο δεν μπορούν να ταυτισθούν.
— Αν, λοιπόν, γνωστό μπορεί να γίνει μόνο το υπαρκτό, τότε εκείνο για το οποίο κανείς εκφέρει γνώμη είναι κάτι άλλο από το υπαρκτό.
— Συμφωνώ εκατό τοις εκατό.
— Υπ’ αυτές τις συνθήκες, συνεχίζει ο Σωκράτης, ξύνοντας το πηγούνι του, που ήταν πάντα σημάδι ότι βρισκόταν σε μεγάλη αμηχανία
πραγματική ή προσποιητή , πρέπει να συμπεράνουμε ότι, αφού θα αντιστοιχεί στο μέρος εκείνο τού είναι που απαλείφεται από την ύπαρξη, το αντικείμενο τής δοξασίας δεν θα είναι άλλο από το μη ον.
Ο Γλαύκος, με έπαρση, δηλώνει κατηγορηματικά:
— Απολύτως αδύνατο! Μα πώς θα μπορούσε κανείς να εκφέρει γνώμη για το μη ον, Σωκράτη! Το σκεφτήκατε καλά αυτό που λέτε; Όποιος εκφέρει γνώμη το κάνει αναφορικά με κάποιο πράγμα. Όταν λέει κανείς τη γνώμη του, δεν μπορεί να μιλάει για το τίποτα. Είναι, άρα, προφανές ότι οι εκφραστές γνώμης θ
αναφέρονται σε κάποιο πράγμα που λογίζεται ως ένα. Ωστόσο, το μη ον δεν είναι βέβαια ένα πράγμα, αλλά καν-ένα.
— Σωστά. Άλλωστε, έχοντας προηγουμένως αντιστοιχίσει το είναι με τη σκέψη, θεωρήσαμε ότι το μη ον δεν είναι αντικείμενο τής δοξασίας αλλά τής άγνοιας. Και ο μόνος λόγος που μπορέσαμε να κάνουμε την παραδοχή αυτή είναι ότι η άγνοια συνιστά καθαρά αρνητική δύναμη, σε αντίθεση προς τη δοξασία που καταφάσκει το αντικείμενό της.
— Αλλά, σε τελική ανάλυση, είναι κάπως περίεργο, συνεχίζει φανερά προβληματισμένος ο Γλαύκος, αφού μ
όλαυτά αποδεικνύουμε ότι, μη έχοντας καμία σχέση με το ον ή το μη ον, η δοξασία δεν συνιστά ούτε γνώση ούτε άγνοια.
Έτσι μπράβο! λέει περιχαρής ο Σωκράτης. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι υπερβαίνει κάποιο από τα όρια που προσδιορίζει η αντίθεση καθαρής σκέψης και άγνοιας; Ή μήπως ότι ξεπερνά τη γνώση ως προς τη σαφήνεια ή και την άγνοια ως προς την ασάφεια;
— Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι βρίσκεται έξω από τα όρια του πεδίου που προσδιορίζει η αντίθεση καθαρής σκέψης και άγνοιας, ότι δηλαδή ξεπερνά τη γνώση ως προς τη σαφήνεια ή ίσως και την άγνοια ως προς την ασάφεια;
— Τι είναι αυτά που λέτε; λέει ο Γλαύκος σηκώνοντας τους ώμους.
— Αν κρίνω από το ύφος σου, το θεωρείς βέβαιο ότι η γνώμη είναι είναι κάτι το σκοτεινότερο από τη γνώση, φωτεινότερο όμως από την άγνοια.
Ναι, σίγουρα έτσι είναι. Όπως έχουμε ήδη πει, βρίσκεται ανάμεσα στα δύο. Στο μέσο.
— Και προσθέσαμε επίσης ότι αν τύχαινε να βρούμε κάτι τού οποίου το φαίνεσθαι θα ανήκε και συνάμα δεν θα ανήκε στο είναι, τότε το πράγμα αυτό, κατέχοντας ενδιάμεση θέση μεταξύ τού καθαρού είναι και τής απόλυτης ανυπαρξίας, δεν θα υπαγόταν ούτε στη γνώση ούτε στην άγνοια, αλλά σε κάτι που θα βρισκόταν μεταξύ των δύο. Και τώρα πια βέβαια ξέρουμε ότι το διάμεσο αυτό είναι ό,τι αποκαλούσε «δοξασία».
— Το λύσαμε το πρόβλημα! λέει κατενθουσιασμένος ο Γλαύκος.
— Σιγά μην το βρήκατε το «πράγμα», στριγκλίζει η Αμάντα, το αντικείμενο τής γνώμης! Να το δω με τα ίδια μου τα μάτια, αυτό το «κάτι» ανάμεσα στο ον και στο μη ον, που δεν συμπίπτει απολύτως με κανένα από τα δύο. Δείξτε το μου!

Η γνώμη βρίσκεται λοιπόν στο διάμεσο ανάμεσα στο είναι και το μη είναι, με την επιφύλαξη (που εκφράζεται από την Αμάντα) ότι δεν γνωρίζουμε αν πράγματι υπάρχει ό,τι ενδεχομένως εντάσσεται στην κατηγορία αυτή. Παρ’ όλο που η κλασσική λογική (η οποία θεμελιώνεται στην άρνηση και στην αρχή τού αποκλειόμενου μέσου) επιτρέπει τη διάκριση ανάμεσα στη γνώση και την άγνοια, αποδεικνύεται κάθε άλλο παρά ικανή να συλλάβει τη φύση τής δοξασίας. Η δοξασία επαληθεύει την ύπαρξη μιας ετερότητας μη αναγώγιμης στην απλή άρνηση. Το θέμα αυτό περιπλέκεται από το ότι, στον Σοφιστή, ο Πλάτωνας θέτει το ζήτημα τής κατάφασης τής ύπαρξης τού Άλλου [θατέρου] ως Ιδέας και τελικά τής ίδιας τής ύπαρξης τού μη όντος.

Αυτό δικαιολογείται λόγω τής ύπαρξης περισσοτέρων μορφών άρνησης, και εν πάση περιπτώσει τουλάχιστον δύο: τής απλής άρνησης που, σε συνάρτηση με κάποιον όρο, προσδιορίζει την ταυτότητα ενός αντιθέτου όρου (η άγνοια ως άρνηση τής γνώσης) και τής μη απλής άρνηση που προσδιορίζει έναν (ημί)χωρο ή μία θέση μεταξύ δύο όρων (η δοξασία, στο μέτρο που θα εντοπίζεται κάπου ανάμεσα στη γνώση και την άγνοια σε μεγαλύτερη ή μικρότερη απόσταση από τη μία ή την άλλη). Η μη απλή άρνηση διαψεύδει μεν την αρχή τού αποκλειόμενου μέσου (οπότε δεν μπορούμε να πούμε αν μια γνώμη είναι αληθής ή ψευδής), αλλά επιβεβαιώνει ό,τι θα ονομαζόταν πολύ αργότερα διαισθητική λογική. Η γνώμη τείνει στο άπειρο: είναι επομένως δυνατό να υπάρχει ένας άπειρος αριθμός γνωμών ανάμεσα στη γνώση και στην άγνοια. Μεταξύ αυτών, εκείνη που προσεγγίζει όσο το δυνατόν περισσότερο τη γνώση αποκαλείται από τον Πλάτωνα ορθή γνώμη (ορθοδοξία). Το λεχθέν τής ορθής γνώμης δεν μπορεί να διακριθεί από το λεχθέν μιας γνώσης. Και είναι γι’ αυτό τον λόγο που μπορεί κάποιος να πει «2+2=4» αγνοώντας τις βάσεις τής αριθμητικής· από τη σκοπιά του, θα πρόκειται μόνο για μια γνώμη, που συν τοις άλλοις είναι και αληθινή. Συνιστά επομένως γνώμη που αγνοεί την αρχή στην οποία εδράζεται η αλήθεια της. Εκείνο που την διαφοροποιεί από τη γνώση δεν είναι λοιπόν το λεχθέν της, που ταυτίζεται αντικειμενικά μ’ εκείνο τής γνώσης, αλλά το λέγειν της. Συνεπώς, εμπλέκονται εδώ δύο διακριτές υποκειμενικότητες.

Η δυσκολία συνίσταται, λοιπόν, στο να μην ταυτίζουμε εσφαλμένα την ορθή γνώμη με τη γνώση. Πρέπει να μάθουμε να ακούμε το λέγειν στο λεχθέν.

Η αλήθεια τού λέγειν εξαρτάται από την ιδεοποίηση. Εκτός του πλαισίου τής ενσωμάτωσης σε μια διαδικασία αλήθειας, θα βρίσκεστε εντός τού επικοινωνιακού χώρου, όπου ύπαρξη έχει μόνο το λεχθέν και όπου το λέγειν είναι απόν και ασύλληπτο. Στο Ίντερνετ, για παράδειγμα, βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με μια αδιαφοροποίητη μάζα λεχθέντων.

Το να κρίνεται ότι είναι επαρκής η ορθή γνώμη αποτελεί πειρασμό για τους μεγάλους συλλογικούς μηχανισμούς (εκκλησίες, κόμματα …). Ένα από τα μείζονα προβλήματα (ή μάλλον σφάλματα) τού μαρξισμού-λενινισμού ήταν ότι θεωρήθηκε ότι, μέσω τής επιστράτευσης των ταξικών τους συμφερόντων, θα ήταν εφικτό τα μέλη των λαϊκών τάξεων να διαπνέονται από ορθές γνώμες. Τι παραπάνω θα ήθελε κάνεις; Η πρόσβαση στην Ιδέα θεωρήθηκε προνόμιο μιας αριστοκρατίας, μιας μειοψηφίας, η οποία ρύθμιζε το λέγειν και έθετε σε κυκλοφορία το λεχθέν που αντιστοιχούσε σ’ αυτό το λέγειν. Εδώ εντοπίζεται η απαρχή τής ιεροποίησης τού ηγετικού πυρήνα, τής τυποκρατίας και τού γραφειοκρατισμού του. «Δυστυχώς για μας, ο όλεθρος τού πιστού είναι να βρει την εκκλησία του, γιατί τότε θα πάψει να ‘ναι εκ βάθους αδερφικός» (Ρ. Σαρ, Σε μια αγωνιώδη γαλήνη).1 «Θα πάψει να ’ναι εκ βάθους αδερφικός», όπως το διατυπώνει ο Ρ. Σαρ, θέλοντας να πει ότι η αδελφικότητα δεν θα πηγάζει πλέον από το λέγειν. Και είναι στο σημείο αυτό που πρέπει να βελτιώσουμε τον Πλάτωνα. Ο αριστοκρατισμός αυτός πρέπει να διευρυνθεί, ώστε να συμπεριλάβει όλο τον κόσμο: ένας αριστοκρατισμός που προορίζεται για όλους.


[1] «La perte du croyant est de rencontrer son église, pour notre dommage, car il ne sera plus fraternel par le fond» (R. Char, A une sérénité crispée).

(WordCnt: 3443)
Εικόνα: MoMA

Advertisements
 

Ετικέτες: ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s