RSS

A.Badiou, Για σήμερα: Πλάτωνας! 20/5/2009

29 Ιαν.

Για Σήμερα: Πλάτωνας! (2.6)
Ανοικτό σεμινάριο τού Αλαίν Μπαντιού (2008-2009)
[Σημειώσεις τού Ντανιέλ Φισέρ]
20 Μαΐου 2009

Ανακεφαλαίωση των έξι κομβικών σημείων τής ερμηνείας τής «Αλληγορίας τού Σπηλαίου».

1. Ποιοι είναι οι φυλακισμένοι στο Σπήλαιο θεατές ; Για τον Πλάτωνα, είναι απλά μέλη τής ανθρωπότητας. Η κινηματογραφική αυτή αίθουσα, όπου βρίσκονται φυλακισμένοι, παρέχει μια πολύ χαρακτηριστική προοπτική τής κοινής ανθρωπότητας, μια προοπτική για τη ζωή συρρικνωμένη στο υπόστρωμά της: πρόκειται για μια μορφή ζωής που δεν μπορεί να διακριθεί από την επιβίωση, δηλ. για μια ζωή περιορισμένη στα όρια τής απλής και καθαρής διαιώνισής της. Πρόκειται για τη ζωή, εντελώς κοινή, εντελώς γυμνή (αφού δεν υπάρχει καμιά άλλη δυνατή μορφή ζωής), τής οποίας κρίσιμο γνώρισμα είναι το ότι έχει αποστερηθεί την Ιδέα (πράγμα το οποίο την προσδιορίζει ως επιβίωση). Αυτό εκφράζεται μεταφορικά με το στοιχείο τής επί τόπου ακινητοποίησης των θεατών.

2. Για τον Πλάτωνα, δεν υφίσταται κάποια αυθόρμητη κίνηση που θα προσανατόλιζε προς την κατεύθυνση τής εξόδου. Με άλλα λόγια, η ίδια η ζωή δεν διαθέτει το δυναμικό για τη ζωή. Αυτή είναι η αντι-βιταλιστική του θέση. Εκ των ένδον τής ίδιας τής ζωής, κάθε αυθορμητισμός οδηγεί μόνο στη μεταβολή των εικόνων και κάθε τυχόν διεκδίκηση θα αδυνατεί να υπερβεί τα όρια τής επιθυμίας για μια απλή αλλαγή τού προγράμματος.

3. Η πίστη στη δυνατότητα μιας μεταβολής που θα είναι μεν πραγματική, αλλά θα αφορά μόνο στο πρόγραμμα, με άλλα λόγια η πίστη στη δυνατότητα μιας ενδοσυστημικής μεταβολής, είναι, με τον τρόπο της, μια Ιδέα. Πιο συγκεκριμένα, είναι η Ιδέα τής δυνατότητας επιβίωσης που υποκαθιστά τη ζωή, η Ιδέα ότι η ζωή μπορεί να κάνει και χωρίς την έξοδο — πράγμα που ισοδυναμεί με το εξής: η ζωή δεν χρειάζεται την Ιδέα τού Αληθούς. Η ζωή μπορεί να αποποιηθεί την τελική αποσκίρτηση που αντιπροσωπεύει η Ιδέα τού Αληθούς (η οποία, σας υπενθυμίζω, στην πλατωνική ορολογία αποκαλείται «Ιδέα τού Αγαθού») και η οποία, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ταυτίζεται περίπου με την ιδέα τής ιδέας (είναι δηλ. εκείνο μέσω τού οποίου καθίσταται δυνατή η ιδεατότητα τής ιδέας). Το γεγονός ότι μπορεί κανείς αποποιηθεί την Ιδέα πρέπει να αποδοθεί στο ότι θεωρείται αρκετό να ερμηνεύεται η ιδεατότητα συσταλτικά, πράγμα που ακριβώς επιτρέπει έναν επί τόπου μετασχηματισμό, χωρίς διέξοδο. Όπως σας έχω ήδη αναφέρει, η Ιδέα μιας αποχώρησης από το εσωτερικό τής κατάστασης, παραμένοντας, όμως, στα πλαίσιά της (σαν να περνούσε κανείς μέσα από μια ψεύτικη πόρτα), η Ιδέα δηλ. μιας μορφής εμμενούς εξόδου, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί με τον όρο «αριστερά». Η αριστερά αποτελεί ουσιαστικά την εξιδανικευμένη μορφή υποδούλωσης η οποία συνοδεύει την εκτίμηση ότι υφίσταται κάποια δυνατότητα εμμενούς βελτίωσης των όρων της.

4. Η έξοδος προς την πραγματική ζωή είναι πάντοτε συνδεδεμένη με μια μορφή βίας που, κατά κύριο λόγο, επενεργεί πάνω στο ίδιο της το υποκείμενο. Κάποιο πράγμα έρχεται να απεικονίσει το επέκεινα (θέμα που συναντάμε σε πολλούς σύγχρονους διανοητές, και, ιδιαιτέρως, στον Φουκό και Ντελέζ, και το οποίο στα κείμενά μου — αλλά όχι μόνο — φέρει την ονομασία τού συμβάντος) και αυτή η απεικόνιση τού επέκεινα προκαλεί μια ενδοϋποκειμενική ασυνέχεια.

5. Αυτή η βία εμπερικλείει μια διπλή ρήξη: ρήξη αφενός με τη λογική των συμφερόντων που ρυθμίζουν την επιβίωση τού ατόμου, που είναι και η πλέον γνωστή μορφή ρήξης, και αφετέρου ρήξη με την Ιδέα κατά την οποία η πρώτη ρήξη μπορεί να πραγματοποιηθεί τηρώντας τους νόμους τού συγκεκριμένου κόσμου· η δεύτερη αυτή ρήξη συνιστά ρήξη με την αριστερά.

6. Τι είναι εκείνο που καθιστά δυνατή την αναγνώριση τού ερχόμενου από το επέκεινα «άλλου» εκ μέρους εκείνου που θα πειθαρχήσει στο κάλεσμά του ; Ή ακόμη: πώς συμβαίνει ο «άλλος» που κατεβαίνει ξανά στο Σπήλαιο να μην ενσωματώνεται πλήρως στην «κυρίαρχη παράσταση», αλλά απεναντίας να αποκλίνει σε σχέση μ’ αυτή ; Η απάντηση είναι ότι πρέπει να φέρει πάνω του τα στίγματα τής εξόδου, να έχει περιβληθεί μια ιδιότητα η οποία θα σηματοδοτεί το γεγονός ότι έχει πράγματι απελευθερωθεί. Μεταφράζοντας την ιδέα αυτή στο ιδίωμά μου, θα πω ότι κάθε συμβάν πρέπει να φέρει τα στίγματα ενός πρότερου συμβάντος. Θα πρέπει να διαλαλεί ότι έχει ήδη λάβει χώρα ένα άλλο συμβάν που το μεταγενέστερο συμβάν επικαλείται και μ’ αυτόν τον τρόπο ανακαλεί στη συλλογική μνήμη. Και είναι αυτό που δικαιολογεί, για παράδειγμα, το ότι οι οπαδοί τής Ρόζα Λούξεμπουργκ μπόρεσαν να ταυτιστούν με το όνομα «σπαρτακιστές», όνομα που μετά από πολλούς αιώνες λήθης κατάφερε να αναβιώσει την εξέγερση των σκλάβων τής αρχαιότητας. Κάθε έγερση είναι εξέγερση μόνον στο μέτρο που είναι και «νεκρέγερση». Και αυτό γιατί «εκείνος που κατεβαίνει ξανά» θα φέρει τα στίγματα τού επέκεινα, τα στίγματα, σε τελική ανάλυση, ενός συμβάντος που θα έχει ήδη λάβει χώρα — αντηχώντας ένα πρότερο συμβάν μέσω μιας άπειρης αναδρομής — και το οποίο θα είναι αδύνατο να αφομοιωθεί στο εσωτερικό τής «παράστασης».

*

Υπάρχει κάτι το ασαφές και σκοτεινό αναφορικά με το ερώτημα αυτό στο πλατωνικό κείμενο. Είναι βέβαιο ότι αργότερα ο Πλάτωνας πάλεψε σκληρά να ξεπεράσει τα προβλήματα τής θεωρίας του για τις Ιδέες (στον Παρμενίδη, στον Σοφιστή). Εντούτοις, η θέση μου είναι ότι παρέλειψε να στοχαστεί με θεωρητική πληρότητα το αποφασιστικό σημείο τής διπλής ρήξης: η ρήξη με ό,τι υπάρχει, η κρίσιμη αυτή «πρώτη ρήξη», πρέπει, στην πραγματικότητα, να συνοδεύεται από μια δεύτερη ρήξη με μια ορισμένη μορφή τής Ιδέας αναφορικά με ό,τι θα μπορούσε να υπάρξει, να συνοδεύεται, δηλαδή, από μια ρήξη μ’ ένα ορισμένο καθεστώς τής υπόσχεσης. Θα έλεγα ότι ως προς το σημείο αυτό η θεωρία τού Πλάτωνα είναι ότι το δυνατό δεν εξικνείται έως το αδύνατο. Το σύνθημα τού Ομπάμα «Ναι, μπορούμε !» επαναλαμβάνει εκ νέου τη θεωρία αυτή με έξοχο τρόπο. Με τον Ομπάμα, οι επαγγελίες είναι εσωτερικές τού χώρου, σύμφωνα με τον κανόνα τής συσταλτικά ερμηνευόμενης ιδεατότητας. Πράγματι, όπως είδαμε κατά την προεκλογική του εκστρατεία, αυτό το καθεστώς υποσχέσεων μπορεί να εμπνεύσει ένα γνήσιο αίσθημα μαζικού ενθουσιασμού· πράγμα που δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη, αφού διαφορετικά, αν φτάναμε δηλαδή μέχρι το αδύνατο, θα ήμαστε αναγκασμένοι να επιχειρήσουμε ένα βήμα στο άγνωστο, και μάλιστα αναλαμβάνοντας, σε ορισμένες στιγμές, υπέρμετρους κινδύνους. Είναι ευνόητο ότι μια τέτοια επιλογή μπορεί να προκαλεί δισταγμούς …

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα από την τωρινή κρίση. Το σλόγκαν «Να σώσουμε τις τράπεζες!» αποτέλεσε αντικείμενο μιας πολύ ευρείας συναίνεσης, τής οποίας η ίδια η ύπαρξη είναι ένα αξιοσημείωτο γεγονός. Και αυτό γιατί το εν λόγω σλόγκαν παραβιάζει με τρόπο προφανή τους νόμους τής αγοράς, οι οποίοι στην αμέσως προηγούμενη περίοδο αναγνωρίζονταν ως σχεδόν απαραβίαστοι. Μόνο μια μικρή μειοψηφία ιδεολόγων που παρέμεναν πιστοί στους νόμους αυτούς είχαν την άποψη ότι οι όποιες τυχόν απροσάρμοστες τραπεζικές επιχειρήσεις θα έπρεπε να αφεθούν να καταρρεύσουν και ότι θα είχαν έτσι την τύχη που τους άξιζε. Η στάση αυτή υιοθετήθηκε σε μία μόνο περίπτωση από το αμερικανικό κράτος και, κάτω από το βάρος τής γενικής κατακραυγής, δεν επαναλήφθηκε. Και αυτό επειδή η συλλογική κατάρρευση των μεγάλων τραπεζών θα προκαλούσε συστημική κρίση μεγάλης έκτασης, εκτός εάν αποφάσιζε το Κράτος να επιχειρήσει μια παρέμβαση σε μεγάλη κλίμακα (εθνικοποιήσεις). Και στις δυο περιπτώσεις, θα απαιτούνταν η έξοδος από τον χώρο. Ο ρόλος, όμως, τού Κράτους δεν είναι να φέρει σε πέρας την έξοδο από τον χώρο, αλλά αντιθέτως να διασφαλίζει τη φύλαξή του. Οι διαχειριστές τού χώρου είναι πρόθυμοι να ερωτοτροπήσουν με τη συσταλτικά ερμηνευόμενη ιδεατότητα (δηλ. την αριστερά) με σκοπό να κατοχυρώσουν τον ίδιο τον χώρο, ακόμη και αν αυτό σημαίνει την οικειοποίηση μιας σειράς θεμάτων όπως ο «καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» και τα συναφή.1

Ο Πλάτωνας κρατάει σκόπιμα ως εφεδρεία μια συγκεκριμένη περίπτωση όπου η έξοδος θα συνιστούσε, πράγματι, δυνατότητα τού ίδιου τού χώρου. Πρόκειται για την περίπτωση τής παιδείας, όπως αυτός την εννοεί. Επί τού σημείου αυτού, βλέπουμε ότι, συγκατανεύοντας στην περιστολή τής δεύτερης ρήξης, ο Πλάτωνας εκφράζει θέσεις συναφείς με εκείνες τής αριστεράς — εδώ εκδηλώνονται οι φιλόδοξες τάσεις του για μια πιθανή ανάληψη τής κρατικής εξουσίας (όπως γνωρίζετε, είχε ατυχείς εμπειρίες στον τομέα αυτό). Κατά τη γνώμη μου, εδώ πρέπει να αναζητηθεί και η απαρχή τής διπλής παρουσίασης, όπως σας έχω επισημάνει, από τον Πλάτωνα τού ίδιου μοτίβου: κατ’ αρχάς, μια μαθηματική παρουσίαση (για παράδειγμα, η θεωρία τής διαίρεσης τής γραμμής) και, στη συνέχεια, μια δεύτερη παραλλαγή με ποιητική μορφή (η αλληγορία τού Σπηλαίου). Η μαθηματική παρουσίαση οδηγεί σε μια συστηματική, εντοπισμένη παρουσίαση τού αδυνάτου: έτσι, τίθεται το θέμα τής εγκατάλειψης τού καθεστώτος τής εικόνας και τής αντικατάστασής του από εκείνο τής Ιδέας (και, συνακόλουθα, έρχεται στο προσκήνιο το ζήτημα τής πρώτης ρήξης), ενώ η πορεία που ακολουθείται ξεκινά από τη μη επιστήμη και καταλήγει, μέσω τής επιστήμης, στην Ιδέα. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, η διαδικασία αυτή συνιστά μια «διδακτική» (με την ίδια έννοια που απέδιδε στον όρο ο Μπρεχτ), εφόσον είναι πεπεισμένος ότι αυτή μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διδασκαλίας. Σε ό,τι αφορά στην ποιητική ανάπτυξη (την αλληγορία τού Σπηλαίου), έχουμε να κάνουμε μ’ ένα αφήγημα, και μάλιστα με το αφήγημα μιας εμπειρίας. Στη δεδομένη περίπτωση η διαδρομή είναι η ακόλουθη: από το εσωτερικό στο εξωτερικό τής κατάστασης μέσω τής μεσολάβησης μιας υπαρξιακής μεταστροφής· και το υπό πραγμάτευση θέμα είναι τώρα η δεύτερη ρήξη, η ρήξη με τη συσταλτικά ερμηνευόμενη ιδεατότητα (πράγμα που, επιπλέον, δείχνει ότι είναι αδύνατο να επέλθει ρήξη μ’ αυτή τη μορφή ιδεατότητας εντός τού πεδίου τής επιστήμης). Συνεπώς, ναι μεν οι δύο ρήξεις θεματοποιούνται, αφενός μέσω μιας «διδακτικής» και αφετέρου μέσω τής μεσολάβησης μιας μεταστροφής, πλην όμως η θεματοποίησή τους είναι συγκαλυμμένη, καθόσον οι δύο ρήξεις δεν θεματοποιούνται ως τέτοιες. Αντιθέτως, σ’ αυτή τη διατύπωση τού προβλήματος εκ μέρους τού Πλάτωνα ανάγεται η προέλευση ενός οξύμωρου με μακραίωνη και πολυσήμαντη ιστορία, αυτού τής διδακτικής τής μεταστροφής, και τής συνακόλουθης παθιασμένης συζήτησης γύρω από τη δυνατότητά της (στο πλαίσιο κυρίως τής θρησκείας). Συγκεκριμένα, το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: αν η προσήλωση (στην πίστη) προϋποθέτει να έχει προηγηθεί ένα μεταβατικό στάδιο ανάλυσης, δηλαδή κάποια κατήχηση, μπορεί αυτή να είναι αποτελεσματική χωρίς το στοιχείο τής υπαρξιακής μεταστροφής; Ή, αντιστρόφως, θα ήταν πράγματι εύλογο να δίνεται έμφαση στην υπαρξιακή μεταστροφή, χωρίς αυτή να συνοδεύεται από την απαίτηση να περάσει κανείς από τις στενωπούς τής κατήχησης ;2

Ας κρατήσουμε στη μνήμη ότι υπάρχει κάποια διάσταση μεταξύ μιας μετάδοσης με μαθηματικό προσανατολισμό και μιας άλλης με ποιητικό προσανατολισμό … αλλά, μετάδοση τίνος πράγματος ; Θα πρόκειται για μετάδοση τού ότι βιώθηκε εμπειρικά το αδύνατο, τού ότι βιώθηκε εμπειρικά μια απαρχή. Η μαθηματική «διδακτική» είναι πολύτιμη για την υλοποίηση τής πρώτης ρήξης (για την οποία οι ποιητές δεν είναι οι πλέον αρμόδιοι). Αντιθέτως, για τη δεύτερη ρήξη έχουμε ανάγκη ενός υπαρξιακού εγκωμίου τού επέκεινα, μιας επικής ή ηρωικής ιστορίας προηγούμενων εγχειρημάτων, διότι χρειαζόμαστε να συνειδητοποιήσουμε την ύπαρξη δυνατοτήτων που μέχρι τώρα θεωρούνταν αδύνατες· και, ως προς αυτό, το ποιητικό στοιχείο διαδραματίζει έναν αναντικατάστατο ρόλο.

Πλάτωνας 10. Η Καθολικότητα τής Παιδείας (Πολιτεία, 518b κε.)

Η παιδεία, συνεχίζει ο Σωκράτης, δεν είναι όπως την λένε μερικοί. Σκέφτομαι όλους αυτούς τους ψυχολόγους και τους παιδαγωγούς που κομπάζουν ότι ενσταλάζουν την επιστήμη εκεί που λείπει — σ’ ένα Υποκείμενο τάχα ανέγγιχτο από κάθε γνωστική προδιάθεση — ακριβώς σαν να μπολιάζαμε ένα τυφλό μάτι με τη δύναμη τής όρασης. Αλλά, απ’ όσα είπαμε ώς τώρα, καταλαβαίνουμε ότι σε κάθε Υποκείμενο ενοικεί και η δύναμη τής γνώσης και ο μηχανισμός που επιτρέπει την ενεργοποίηση τής δύναμης αυτής. Ας φανταστούμε ένα μάτι που να μην μπορεί να στραφεί από τη σκιά προς εκείνο που λάμπει παρά μόνο χάρη σε μια κίνηση ολόκληρου τού σώματος. Θα μπορούσαμε λοιπόν να σκεφτούμε ότι είναι μόνο χάρη στη συνολική ορμή τού Υποκειμένου3 που καταφέρνουμε να απαγκιστρωθούμε από τις περιπλοκές τού γίγνεσθαι, ώσπου να είμαστε σε θέση να αντέξουμε την αδιαίρετη εποπτεία τού είναι και τού εμμενούς φέγγους το οποίο αυτό κρύβει μέσα του — και που είναι το ίδιο πράγμα μ’ αυτό που ονομάζουμε Αλήθεια.

— Τι «συνολική ορμή» και κουραφέξαλα, μουρμουρίζει η Αμάντα.

— Η παιδεία δεν είναι λοιπόν αγγαρεία, αλλά υπόθεση προσανατολισμού. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι είναι μια τεχνική μεταστροφής. Το μόνο που έχει σημασία είναι να βρούμε τον πιο απλό και αποτελεσματικό τρόπο, για να πραγματοποιηθεί αυτή η αλλαγή πλεύσης τού Υποκειμένου. Δεν είναι θέμα να του επιβάλουμε να δει, αφού το Υποκείμενο είναι ήδη προικισμένο με τη δύναμη τής όρασης. Αλλά καθώς αυτή είναι σε λάθος κατεύθυνση και δεν στρέφεται προς τις κατάλληλες πραγματικότητες, πρέπει οπωσδήποτε να την αναπροσανατολίσουμε. […] Η ικανότητα που ονομάζουμε «σκέψη» εξαιρείται από κάθε παραλληλισμό μεταξύ τού Υποκειμένου και τού σωματικού του υπόβαθρου. Εφόσον η σκέψη ανήκει στο πεδίο τού Άλλου, είναι αδύνατο να απολέσει την προσίδια δύναμή της. Αν θα είναι χρήσιμη και ωφέλιμη ή, αντιθέτως, άχρηστη και βλαβερή, θα εξαρτάται αποκλειστικά από τον προσανατολισμό τής δύναμης αυτής. […] Και, γνωρίζοντας ότι μπορεί η σκέψη τού πρώτου τυχόντα να αξίζει άλλο τόσο όσο και τού κάθε άλλου, οφείλουμε να δημιουργήσουμε τις συνθήκες, ώστε να στραφούν οι μεγάλες μάζες των ανθρώπων προς την επιστήμη που έχουμε αναγνωρίσει ως θεμελιώδη, την επιστήμη εκείνη που προσανατολίζει στη θέαση τού Αληθινού. Ώστε, επιτέλους, όλος ο κόσμος να βγει, θέλοντας και μη, από το σπήλαιο ! Ώστε η ανάβαση στην ηλιόλουστη κορφή να είναι κοινή για όλους ! Κι αν πάλι κατάφερνε μια μειοψηφική αριστοκρατία μόνη της να ανέβει στην κορφή και να απολαύσει εκεί την Ιδέα τού Αληθινού, δεν θα τους επιτρέπαμε να κάνουν αυτό που σχεδόν ανέκαθεν τους επιτρεπόταν.

— Ποιο άραγε; τον ρωτάει ο Γλαύκος ταραγμένος.

— Δεν άκουσες ποτέ για κάποιες ολιγάριθμες εργατικές και διανοητικές ελίτ, που, έχοντας οργανωθεί σε στρατιωτικοποιημένα πολιτικά κόμματα, πραγματοποίησαν μια βίαιη έξοδο έναντι μεγάλων θυσιών και έπειτα θρονιάστηκαν στην κορυφή τού Κράτους, δίχως πλέον να νοιάζονται για τους ταπεινούς και τους καταφρονεμένους; Δίχως ποτέ να γυρίσουν πίσω στους εργάτες, στους υπαλλήλους ή στους αγρότες, για να ζήσουν μαζί μ’ αυτούς και να συμμεριστούν τις αγωνίες και τα μειονεκτήματά αυτών των ανθρώπων; Την ιδιωτική αυτή απόλαυση τού νέου κόσμου δεν πρόκειται να την ανεχτούμε. Πρέπει να κατέβουμε ξανά και να σταθούμε δίπλα σεκείνους που δεν μπόρεσαν να φύγουν ή που λιποψύχησαν στην ανάβαση. Πρέπει να μοιραστούμε μαζί τους, στο ριζοσπαστικό στοιχείο τής Ιδέας, τους εφήμερους μόχθους και τις ταπεινές τους ασχολίες.

— Αλλά, αντιλέγει ο Γλαύκος, δεν είναι άδικο να αρνηθούμε το δικαίωμα σε μια κάπως καλύτερη ζωή σαυτούς τους επαναστάτες που πλήρωσαν τίμημα βαρύ, για να υπερισχύσουν, για να καταργήσουν τον καταναγκαστικό εγκλεισμό;

— Γλαύκο μου, στο λεξιλόγιό μας δεν έχουν θέση ούτε «η νίκη», ούτε «η ανταμοιβή», ούτε ακόμη «η θυσία». Αρχή μας δεν είναι να εξασφαλίσουμε για μια ιδιαίτερη ομάδα συμπατριωτών μας, όσο άξιοι κι αν είναι, μια εξαιρετικά ικανοποιητική ζωή. Το πρόβλημα που τίθεται για εμάς είναι πώς μια τέτοια μορφή ζωής θα απλωθεί σολόκληρη τη χώρα. Θέλουμε να συσπειρώσουμε γύρω από αυτή την αρχή τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων, ευνοώντας τον διάλογο και την κατανόηση, χωρίς όμως να διστάζουμε, αν κριθεί αναγκαίο, να προσφύγουμε στη βία. Το ουσιώδες είναι να καταγίνονται όλοι με την ανταλλαγή και την αξιολόγηση των εμπειριών τους και την κοινοποίηση κάθε πράγματος που έχει αποκρυσταλλωθεί από αυτές και που μπορεί να προάγει τη γενική δράση. Και αν προκύψει, μέσα από συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες, μια φωτισμένη πρωτοπορία, ο λόγος δεν θα είναι ότι τα μέλη της κατεύθυναν τη δράση τους σύμφωνα με τις δικές του προτιμήσεις και προτεραιότητες, αλλά το ότι έθεσαν τους εαυτούς τους στην υπηρεσία μιας ανώτερης μορφής λαϊκής ενότητας.

— Πολύ ωραία εικόνα ! ψελλίζει η Αμάντα.

Σχόλια

Ας συγκρατήσουμε από την πρώτη παράγραφο ότι κάθε Υποκείμενο μπορεί να γνωρίζει. Η ουσία τής παιδείας δεν έγκειται στη μετάδοση. Δεν πρόκειται για εκμάθηση ή, ακόμη, για τη μάθηση τής μάθησης, αλλά για την ενεργοποίηση ενός προϋπάρχοντος στοιχείου που χαρακτηρίζεται ως «δύναμη τής γνώσης». Η ενεργοποίηση αυτή συνιστά μεταστροφή ολόκληρου τού υποκειμένου (πράγμα που εκφράζεται μεταφορικά μέσω τού ματιού «που δεν μπορεί να στραφεί από τη σκιά προς εκείνο που λάμπει παρά μόνο χάρη σε μια κίνηση ολόκληρου τού σώματος»). Στην πραγματικότητα, το ζήτημα που τίθεται αναφορικά µε τη γνώση δεν είναι η απόκτησή της, αλλά αφορά μάλλον το αναγκαίο υποκειμενικό σθένος — δηλ. τη δύναμη να αντέξουμε, μετά την έξοδο από το Σπήλαιο, «την αδιαίρετη εποπτεία τού είναι και τού εμμενούς φέγγους το οποίο αυτό κρύβει μέσα του». Πρόκειται για ζήτημα που τίθεται από πλευράς τού είναι και όχι από πλευράς τού έχειν. Εξάλλου, το μεγάλο ανθρώπινο πάθος δεν είναι η θέληση τής γνώσης, αλλά η θέληση τής άγνοιας. Το παράδοξο τού θέματος είναι ότι προσφέρουμε σε κάποιον κάτι για το οποίο γνωρίζουμε ότι εν μέρει τού είναι αβάσταχτο.

Στη δεύτερη παράγραφο προσδιορίζεται ότι η παιδεία είναι υπόθεση προσανατολισμού: «το μόνο που έχει σημασία είναι να βρούμε τον πιο απλό και αποτελεσματικό τρόπο, για να πραγματοποιηθεί αυτή η αλλαγή πλεύσης τού Υποκειμένου». Πρόκειται για τον αναπροσανατολισμό μιας ικανότητας η οποία υπάρχει ήδη στο Υποκείμενο (η διδασκαλία τής ανάμνησης, όπως εκτίθεται στο επεισόδιο με τον σκλάβο στον Μένωνα, έχει εδώ θεμελιώδη σημασία). Βλέπουμε στο σημείο αυτό τη συγγένεια τής σκέψης τού Πλάτωνα με τον Ζακοτό τού Αδαούς Δασκάλου, ο οποίος δεν είναι τόσο αντι-πλατωνικός, όσο τον παρουσιάζει ο Ζακ Ρανσιέρ. Η σκέψη ανήκει στο πεδίο τού Άλλου (σας υπενθυμίζω ότι, στη μετάφρασή μου, κάθε εμφάνιση τής λέξης «θεός» τού πλατωνικού κειμένου αποδίδεται συστηματικά με τον όρο «ο Άλλος»): η σκέψη δεν συνιστά ατομική ικανότητα (αφού «εξαιρείται από κάθε παραλληλισμό μεταξύ τού Υποκειμένου και τού σωματικού του υπόβαθρου»), θα έλεγα μάλλον ότι το άτομο αποτελεί πιθανό τόπο υποδοχής τής σκέψης. Η σκέψη είναι πράξη, είναι κάτι που συμβαίνει και, ως εκ τούτου, δεν είναι βάσιμο να πούμε ότι ανήκει σε κάποιον, αλλά ορθότερα θα λέγαμε ότι συμβαίνει μέσω κάποιου. Γι’ αυτό επίσης η σκέψη ανήκει στην πραγματικότητα σε όλους: είναι πανταχού παρούσα και συνάμα περιπλανώμενη, και είναι θέμα τύχης αν θα διανεμηθεί σε κάποιους. Η έξοδος είναι υπόθεση όλων μας. Η προσταγή «Βγείτε όλοι έξω!» αποτελεί τη θεμελιώδη μεταπολιτική φόρμουλα. Τι θα συμβεί, λοιπόν, «αν μια μειοψηφική αριστοκρατία κατάφερνε μόνη της να ανέβει στην κορφή και να απολαύσει εκεί την Ιδέα τού Αληθινού»;

Ο Πλάτωνας είναι κατηγορηματικός: αυτή η αριστοκρατική μειοψηφία οφείλει να κατέβει ξανά στο σπήλαιο. Δεν προσδιορίζει τι είδους παιδεία θα πρέπει να έχουν λάβει, ώστε να προτιμήσουν την κάθοδο. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι οφείλουν να επωμισθούν την καθολική τους ευθύνη, χωρίς να σκοτίζονται για τη «νίκη» ή την «ανταμοιβή» μιας «ιδιαίτερης ομάδας ανθρώπων». Πρέπει, εξάλλου, να αλλάξουμε την ίδια την έννοια τής «νίκης»: η νίκη συνιστά αναπόφευκτα καθολική νίκη, δεν θα μπορούσε να χρεωθεί σε μια «φωτισμένη πρωτοπορία». Η παιδεία των μελών τής τελευταίας θα πρέπει πάντως να στηρίζεται στα εξής τρία σημεία: α) πρέπει πρώτα να εγκαταλείψουν το «σπήλαιο»· β) στη συνέχεια, να κατέβουν ξανά και να μοιραστούν τα πάντα· και, γ) οφείλουν να εξασφαλίσουν περισσότερες εξόδους. Αναφορικά µε το τελευταίο σημείο, χρειάζεται να πασχίσουν για την υλοποίηση τού πρώτου τύπου ρήξεων, αλλά επίσης και ρήξεων τού δεύτερου τύπου, γιατί το μοιραίο λάθος για τους επαναστάτες θα ήταν να μετατραπούν σε μια νέα αριστοκρατία τής αριστεράς.

Όσον αφορά στην παιδεία αυτή, θα έπρεπε να αποκλεισθεί η δυνατότητα να διαχωρίζονται σαφώς τα μαθηματικά από την ποίηση· θα πρέπει να επινοήσουμε τον κανόνα μιας μικτής παιδείας που θα εφαρμόζει στην πράξη το οξύμωρο τού διπλού προσανατολισμού. Πρέπει να προσπαθήσουμε να ενισχύσουμε στο Υποκείμενο το αίσθημα τής βεβαιότητας ότι δεν πρέπει να υπάρχει διάζευξη ανάμεσα στην υπαρξιακή μεταστροφή και την εφαρμοσμένη επιστήμη. Θα έλεγα κυριολεκτώντας ότι πράγματι υφίσταται μια επιστήμη που κινείται ανάμεσα στα μαθηματικά και την ποίηση. Αναφέρομαι προφανώς στη φιλοσοφία.


[1] Προφανώς, όλ’ αυτά δεν βολεύουν την αριστερά, που εντελώς μουδιασμένη βλέπει να της κλέβουν οι άλλοι τα κόλπα.

[2] Στο παραπάνω απόσπασμα, θα μπορούσε να αντικατασταθεί η λέξη «κατήχηση» από τη φράση «κλασσικά κείμενα τού Μαρξισμού», χωρίς να αλλοιωθεί το συνολικό νόημα.

[3] Σημ. Μετ. Η φράση «συνολική ορμή τού Υποκειμένου» [élan total de Sujet] αντιστοιχεί στη φράση «σὺν ὅλῃ τῇ ψυχῇ» τού πρωτότυπου.

(WordCnt: 3239)
Εικόνα: http://areafutura.blogspot.com/2009/05/alexander-rodchenko.html

Advertisements
 
 

Ετικέτες: ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s