RSS

A.Badiou, Για σήμερα: Πλάτωνας! 27/1/2010

29 Ιαν.

Για Σήμερα: Πλάτωνας! (3.4)
Ανοικτό σεμινάριο τού Αλαίν Μπαντιού (2009-2010)

[Σημειώσεις τού Ντανιέλ Φισέρ]

27 Ιανουαρίου 2010

Η συλλογιστική στη φιλοσοφία

Στις προηγούμενες συναντήσεις μας, επισημάναμε τη σημασία που αποδίδει ο Πλάτωνας στον ρόλο τής παιδείας. Με αυτό ως αφετηρία, μπορούμε να προβληματιστούμε για τη θέση που κατέχει η ίδια η φιλοσοφική διαλογικότητα [discursivité]. Τι είναι αυτό που κάνω εγώ εδώ μπροστά σας; Ποια είναι η λειτουργία τής επιχειρηματολογίας (κρίσεις, αποφάνσεις, ανασκευές…) στον φιλοσοφικό λόγο;

Αυτό είναι ένα αίνιγμα. Στην ιστορία των φιλοσοφικών κειμένων, συναντά κανείς πολυάριθμα επιχειρήματα, ή ακόμα και αποδείξεις (για παράδειγμα, αποδείξεις τής ύπαρξης τού Θεού), που οφείλω να πω δεν φαίνεται να έπεισαν και πολλούς.

Αν εξετάσουμε τον φιλοσοφικό λόγο στη γενικότητά του, θα διαπιστώσουμε ότι αυτοπροσδιορίζεται ως μέθοδος που συντελεί στην οικοδόμηση μιας ελεύθερης ή χειραφετημένης ζωής, πράγμα που τον φέρνει αντιμέτωπο με το πρόβλημα των αληθειών (όπως θα θυμάστε, είχα προβάλλει τη θέση ότι το στοιχείο εκείνο που συνιστά την αληθινή ζωή για ένα άτομο είναι η αποδοχή εκ μέρους του τής ενσωμάτωσής του στο γίγνεσθαι μιας αλήθειας). Για το σκοπό αυτό, η φιλοσοφία περιλαμβάνει μια διαδικασία ταύτισης (ταύτισης με ό,τι είναι σημαντικό ή «ενδιαφέρον», σύμφωνα με τη διατύπωση τού Ντελέζ — ενώ, κατ’ εμέ, θα πρόκειται για την εντόπιση των συνθηκών τής αλήθειας στα πλαίσια που έχω καθορίσει: δηλαδή, στην τέχνη, τον έρωτα, την επιστήμη και την πολιτική)· η φιλοσοφία οφείλει επίσης να επινοήσει τα αναγκαία εργαλεία για να εξασφαλίσει τη συνοχή αυτής τής διαδικασίας εντόπισης — πράγμα που ο Ντελέζ χαρακτήριζε με τον όρο «δημιουργία εννοιών», όπου το ζητούμενο θα είναι ο προσδιορισμός των κοινών στοιχείων των διαφόρων αντικειμένων που θα έχουν εντοπισθεί. Ποιος είναι όμως ο ρόλος τής επιχειρηματολογίας;

Μπορούμε εδώ να φέρουμε σε πρώτο πλάνο τη διάκριση τού Πασκάλ ανάμεσα στην πειθώ και τον προσηλυτισμό. Θα έλεγα, χωρίς δισταγμό, ότι η φιλοσοφία τοποθετείται ανάμεσα στις δύο αυτές τροπικότητες. Εφόσον δεν είναι επιστήμη, δεν θα μπορούσε να έχει ως σκοπό τη δημιουργία βεβαιότητας. Από την άλλη, όμως, δεν θα μπορούσε να είναι επιτυχής στον προσηλυτισμό, για τον λόγο ότι δεν αποτελεί θρησκεία. Στην πραγματικότητα, ο φιλοσοφικός λόγος ενσωματώνει μεν και τις δύο αυτές διαστάσεις, χωρίς όμως αυτές να επιτελούν την ίδια λειτουργία (εξού και η ανομοιογένεια που είναι εγγενής σ’ αυτή μορφή τού λόγου).

«Η θρησκεία μας είναι σοφή και μωρή· σοφή, γιατί είναι η πλέον ειδήμων και η πλέον θεμελιωμένη στα θαύματα, τις προφητείες, και τα υπόλοιπα· μωρή, γιατί τίποτε από αυτά δεν μας κάνει μέλη της. Τούτο λειτουργεί ως αφορμή για την καταδίκη όσων δεν είναι μέλη της, όχι όμως και για την πίστη των μελών της. Είναι ο σταυρός που τους κάνει να πιστεύουν, ne evacuata sit crux.1 Έτσι ο Άγιος Παύλος, ο οποίος ήλθε εν σοφία και εν σημείοις, αρνείται ότι ήλθε εν σοφία και εν σημείοις, διότι ήλθε να προσηλυτίσει. Αλλά μόνο εκείνοι που έρχονται με σκοπό να πείσουν μπορούν να λέγουν ότι έρχονται εν σοφία και εν σημείοις2 (Σκέψη 588, εκδ. Brunschvicg)

Η θέση που υποστηρίζει ο Πασκάλ είναι ότι μόνο το πραγματικό μπορεί να προσηλυτίσει. Η σοφία, τα θαύματα και σημεία, μπορούν μεν να πείσουν, αλλά δεν είναι εκείνο από το οποίο απορρέει η αιφνίδια μεταστροφή τού υποκειμένου στην οποία παραπέμπει ο προσηλυτισμός. Με ποιο τρόπο υποδηλώνεται το πραγματικό; Μέσω κάποιας αλλοφροσύνης — εν προκειμένω, μέσω τής παραδοχής ότι ο Θεός πέθανε στον σταυρό σε συνθήκες εξαθλίωσης που θα ταίριαζαν μόνο σε σκλάβους. Μόνο ένα τέτοιο σκάνδαλο, κάτι το εντελώς απαράδεκτο από την άποψη των εγκόσμιων νόμων, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον προσηλυτισμό.

Ποιο είναι λοιπόν το αδύνατο σημείο τής φιλοσοφικής επιχειρηματολογίας; Όταν κανείς εξαναγκάζεται να εμπλακεί σε λεκτική διαμάχη (για παράδειγμα, με τους ελευθεριάζοντες), αδυνατεί εκ των πραγμάτων να κινηθεί πέρα από τα όρια και τις περιχαρακώσεις των αντιτιθέμενων γνωμών· μπορεί μεν να κερδίσει κάποιους πόντους στο γενικό πλαίσιο των προβαλλόμενων επιχειρημάτων, με άλλα λόγια, να επιτύχει τη δημιουργία πεποίθησης στους συνομιλητές του, όμως αυτή δεν θα αποτελεί παρά τον προθάλαμο τού προσηλυτισμού. Κι αυτό γιατί τίποτε δεν μπορεί να πιστοποιήσει ότι το επιχείρημά του δεν θα διέφερε από μια απλή γνώμη, δεδομένου ότι είναι εξ αντικειμένου αδύνατο η ασυμμετρία να αποτυπωθεί στο πλαίσιο τής αντιπαράθεσης γνωμών. Και, στη χειρότερη των περιπτώσεων, εύλογα θα ανησυχούσε κανείς για το ενδεχόμενο να μετατραπεί το επιχείρημά του σε απλή γνώμη κατά το πέρας τής συζήτησης. Μόνο το πραγματικό μπορεί να διαταράξει τη συμμετρία.

«Τίποτα δεν μας ευχαριστεί περισσότερο από τη διαμάχη, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τη νίκη: μας ευχαριστεί να βλέπουμε τα ζώα να παλεύουν μεταξύ τους, αλλά όχι το θέαμα τού νικητή να κατασπαράζει το νικημένο· τι άλλο θα περιμέναμε με αδημονία πάρεξ τον θρίαμβο; Και τη στιγμή τού θριάμβου νιώθουμε κορεσμό. Το ίδιο συμβαίνει και με τα τυχερά παιγνίδια, το ίδιο και με την αναζήτηση τής αλήθειας. Στις λογομαχίες, μας ευχαριστεί να βλέπουμε τη σύγκρουση απόψεων, αλλά καθόλου την ευρεθείσα αλήθεια· για να αντικρίσουμε την αλήθεια με ευχαρίστηση, θα πρέπει να την δούμε να γεννιέται μέσα από τη λογομαχία. Κατά τον ίδιο τρόπο και στην περίπτωση των παθών, μας τέρπει η σύγκρουση δύο αντίθετων· όμως, το να κυριαρχεί ένα μόνο πάθος δεν είναι παρά θηριωδία. Δεν αναζητάμε ποτέ τα πράγματα, αλλά την αναζήτηση των πραγμάτων.» (Σκέψη 135, εκδ. Brunschvicg)

Σύμφωνα με τον Πασκάλ, «τίποτα δεν μας ευχαριστεί περισσότερο από τη διαμάχη, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τη νίκη», πράγμα που είχαν απόλυτα συνειδητοποιήσει και οι Κινέζοι, όπως μαρτυρεί και το σλόγκαν «Τολμήστε να αγωνιστείτε, τολμήστε να νικήσετε».3 Τολμήστε να νικήσετε — αυτό είναι το δύσκολο. Το δέλεαρ που προσφέρει η λογομαχία δεν είναι η τέρψη που παρέχουν τα ίδια τα πράγματα, αλλά η διαδικασία τής αναζήτησης τους. Εν αντιθέσει, η θηριωδία τού πραγματικού είναι κάτι πολύ πιο δυσάρεστο.

«Ο λόγος προχωρά με βραδύτητα, υιοθετώντας συγχρόνως τόσες διαφορετικές θεωρήσεις και αρχές, οι οποίες μάλιστα οφείλουν να συνυπάρχουν, έτσι ώστε να αντιμετωπίζει κάθε στιγμή το ενδεχόμενο να πέσει σε νάρκη ή και να ξεστρατίσει, λόγω τού ότι είναι αδύνατο να είναι οι αρχές αυτές διαρκώς στη διάθεσή του. Το συναίσθημα ενεργεί διαφορετικά: δρα στιγμιαία και είναι πάντα σε ετοιμότητα. Πρέπει λοιπόν να στηρίξουμε την πίστη μας στο συναίσθημα· ειδάλλως, αυτή θα παραμένει πάντα αβέβαιη» (Σκέψη 252, εκδ. Brunschvicg). Για την υπέρβαση τής συμμετρίας που υφίσταται στο πλαίσιο τής αντιπαράθεσης γνωμών απαιτείται το πάθος τού πραγματικού (κάποιο συναίσθημα).

Και ο ίδιος ο Πλάτωνας καταλήγει στο γενικό συμπέρασμα ότι η σύγκρουση απόψεων είναι εχθρός τής αληθινής βεβαιότητας· και, εφόσον ο σοφιστής είναι ειδικός επί των γνωμών, ο γενικός κανόνας που προκύπτει είναι η δυσπιστία έναντι τής σοφιστικής και επιπλέον έναντι τής ίδιας τής «δημοκρατίας» ως εν γένει πεδίο όπου μπορεί κανείς να αποφασίσει με τη βοήθεια τής σοφιστικής μεταξύ παραπλήσιων γνωμών.

Η εντόπιση τής ασυμμετρίας αυτής ανάμεσα στις γνώμες και την αλήθεια οφείλει να γίνεται μέσω ετερογενών φαινομένων τού λόγου (μέσω τής χρήσης μύθων ή τής επιστήμης των μαθηματικών)· εν αντιθέσει, η σοφιστική προϋποθέτει μια γλώσσα η οποία θα εναρμονίζεται μ’ έναν γενικά αποδεκτό από τα αντίδικα μέρη κανόνα. Ο κίνδυνος που διατρέχει κανείς κατά την επιστροφή του στο Σπήλαιο (στιγμή που νοηματοδοτεί συνολικά το πλατωνικό κείμενο) έγκειται στη συμμετρικοποίησή του με τους τρωγλοδύτες που παρέμειναν εκεί. Όταν μάλιστα κάνει χρήση τού όρου «εκπαίδευση», ο Πλάτωνας διερευνά τη δυνατότητα μιας «πραγματικής» προπαγάνδας: μιας προπαγάνδας υπέρ και εξ αφορμής τού πραγματικού.

Ποια είναι εν προκειμένω η χρησιμότητα τού φιλοσοφικού συλλογισμού; Αυτός έχει ως σκοπό να επισημάνει την εμφάνιση τής ασυμμετρίας εντός τού πλαισίου τής συμμετρίας. Χρησιμοποιείται για να δείξει ότι μια αλήθεια μεταμφιεσμένη σε γνώμη μπορεί πράγματι να αποκαλυφθεί, όπως όταν οι ηθοποιοί σε μια γωνιά τής σκηνής ψιθυρίζουν κάτι στους θεατές, χωρίς να γίνονται τάχα αντιληπτοί από τα άλλα πρόσωπα τής παράστασης — ή όπως όταν ανακαλύπτουμε, για παράδειγμα, ότι ο μεταμφιεσμένος σε γυναίκα άνδρας είναι πράγματι άνδρας. Με τον ίδιο τρόπο, περιμένουμε να ξεμασκαρευτεί ο Σωκράτης στο τέλος τού φιλοσοφικού θεατρικού, για να φανεί γυμνή η αλήθεια. Όπως είπε και ο Πασκάλ, για να αντικρίσουμε την αλήθεια με ευχαρίστηση, θα πρέπει να την δούμε να γεννιέται μέσα από τη λογομαχία, όταν, δηλαδή, πίσω από το προσωπείο τής γνώμης, βλέπουμε την ασυμμετρία να αναδύεται μέσα από τη συμμετρία. Εκείνο που ενδιαφέρει τον Πλάτωνα είναι η γέννηση τής αλήθειας μέσα από την αντιπαλότητα, πράγμα το οποίο δικαιολογεί τον απορηματικό προσανατολισμό πολλών από τους διαλόγους του· η στιγμή τής απορίας αντιπροσωπεύει το κατώφλι τής δυνατότητας εμφάνισης τού αληθούς στο πλαίσιο, ακριβώς, τής πλαστότητας.

Η κακή πίστη η οποία είναι εμφανής σε πολλά από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί ο Σωκράτης αποτελεί μια εντελώς συνειδητή επιλογή από μέρους του· χρησιμεύει για να δείξει ότι μπορεί κανείς να υπερισχύσει σε μια λεκτική διαμάχη, χωρίς να απαιτείται η προσφυγή στη διαδικασία παρουσίασης τού Αληθούς. Συγχρόνως, ο φιλοσοφικός συλλογισμός έχει ως λειτουργία να επισημάνει ότι μπορεί κάποιος μέσω αυτού να αποτρέψει τη διαιώνιση τής συζήτησης, παραμένοντας εντός των ορίων που αυτή θέτει· προκαλεί δηλαδή έναν αποσυντονισμό που θέτει εκτός λειτουργίας τη διαδικασία τής ανταλλαγής απόψεων, για την οποία εξάλλου γνωρίζουμε ότι χαρακτηρίζεται εγγενώς από την αδυναμία εξαγωγής συμπεράσματος (αρκεί κανείς να δει τις τηλεοπτικές συζητήσεις). Αυτό, μάλιστα, είναι το κύριο μέλημα τού Πλάτωνα στο πρώτο βιβλίο τής Πολιτείας, όπου ο Σωκράτης και ο Θρασύμαχος έρχονται σε σύγκρουση με αφορμή τον ορισμό τής έννοιας τού δικαίου. Στο τέλος τού βιβλίου, όχι μόνο το πρόβλημα δεν βρίσκεται ούτε ένα βήμα πιο κοντά στην επίλυσή του, αλλά είναι επιπλέον σαφές ότι, εντός τού πλαισίου που ορίζει το ίδιο το πρωτόκολλο τής αντιπαράθεσης γνωμών, η συζήτηση καταλήγει σε αδιέξοδο· και είναι τότε που διαγράφεται η δυνατότητα να προκύψει κάτι το πραγματικό.

Ως εκ τούτου, τα επιχειρήματα τόσο τού Σωκράτη όσο και των άλλων συνομιλητών του δεν έχουν καμία αποδεικτική δύναμη. Μολονότι οι θέσεις τού Θρασύμαχου δεν έχουν αντικρουσθεί, βλέπουμε ότι αυτός αποστομώνεται, και μάλιστα όχι επειδή κάποιος τού έδωσε την εντολή να σιωπήσει, αλλά επειδή ακριβώς κανένας δεν του αφαίρεσε τον λόγο. Στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να γίνει διάκριση μεταξύ φιλοσοφικών και σοφιστικών επιχειρημάτων βάσει ενός τυπικού κριτηρίου, αλλά το στοιχείο που τα διαφοροποιεί είναι η ιδιαίτερη στρατηγική την οποία αυτά υποστηρίζουν, δηλαδή, σε τελική ανάλυση, διαφοροποιούνται βάσει των συγκεκριμένων προσανατολισμών και υποκειμενικοτήτων που επιστρατεύονται ανά περίπτωση.

Οι πρώιμοι πλατωνικοί διάλογοι ασχολούνται αποκλειστικά με το πρόβλημα ενός πρωτοκόλλου που θα χαρακτήριζα με τον όρο «τεχνική προπαρασκευή» και το οποίο έγκειται στον περιορισμό τού πεδίου ελιγμών τού αντίπαλου μέρους (και, ιδεωδώς, στην αφόπλισή του). Συναντάμε ξανά το ίδιο πρωτόκολλο στους όψιμους πλατωνικούς διαλόγους, όπου όμως απαντούν και δείγματα ασυμμετρίας (μεταμφιεσμένα σε γνώμες, και μάλιστα στο ίδιο το πλαίσιο τής αντιπαράθεσης), και τα οποία επιπλέον εμφανίζονται με τέτοια συχνότητα, ώστε να μπορεί κανείς να στηριχθεί επ’ αυτών (εν αντιθέσει προς τους πρώιμους διαλόγους, όπου η αλήθεια παραμένει κρυμμένη μέχρι τέλους).

*

Θα σας διαβάσω ένα απόσπασμα από το πρώτο βιβλίο τής Πολιτείας (345 κε.), σε μετάφραση για την οποία φέρω την αποκλειστική ευθύνη, όπου βλέπουμε τον Θρασύμαχο να αρχίζει να τα βρίσκει σκούρα απέναντι στο Σωκράτη.

Επομένως κάθε τεχνική, συνεχίζει ο Σωκράτης, μας παρέχει και μια ιδιαίτερη υπηρεσία. Για παράδειγμα, η ιατρική προάγει την υγεία, η αεροπλοΐα την ταχύτητα και ασφάλεια των αεροπορικών ταξιδιών, και το ίδιο συμβαίνει και με τις υπόλοιπες. Συμφωνείς ή όχι;

— Ναι! ωρύεται ο Θρασύμαχος χάνοντας την υπομονή του, τι θες τώρα δηλαδή, να βγω με τη ντουντούκα; Ναι, συμφωνώ!

— Και η τεχνική εκείνη… Α! Τώρα που το σκέφτομαι, δεν μου πολυαρέσει αυτή η μετάφραση τού όρου «τέχνη». Τη νύχτα θα σκαρφιστώ κάτι καλύτερο. Όπως και να’χει, το μόνο έργο που προσφέρει εκείνη η τεχνική που τη βλέπουμε παντού γύρω μας και που παλιά ονομαζόταν«μισθωτική», ενώ σήμερα τη λέμε «μισθωτή εργασία», είναι ο μισθός. Εξυπακούεται ότι δεν υπάρχει περίπτωση να μπερδέψεις έναν γιατρό με κάποιον που δουλεύει σαν πιλότος σε μια αεροπορική εταιρεία. Αφού είμαστε υποχρεωμένοι — σύμφωνα με την προϋπόθεση που εσύ, ο δηλωμένος οπαδός τής εκλεπτυσμένης ομιλίας, μας έχεις επιβάλει — να ορίσουμε κάθε λέξη που χρησιμοποιούμε με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, ώστε ποτέ δεν θα αποκαλέσουμε «γιατρό» τον πλοίαρχο ενός σκάφους, με τη δικαιολογία ότι οι επιβάτες του δείχνουν να είναι σε εξαιρετική φόρμα έχοντας αναζωογονηθεί από τον θαλασσινό αέρα, τότε σε ρωτώ θα μπορούσαμε να απονείμουμε τον τίτλο τού «γιατρού» σ’ έναν οποιοδήποτε μισθωτό, μόνο και μόνο επειδή αυτός αισθάνεται καλύτερα, όταν εισπράττει τον μισθό του;


— Πού θες να καταλήξεις μ
αυτές τις σαχλαμάρες; γρυλίζει ο Θρασύμαχος.

— Μην βιάζεσαι και θα ’ρθει και η στιγμή τής χαριστικής βολής, κάνε πρώτα υπομονή μέχρι να δέσει το πράγμα απ’όλες τις πλευρές και θα το δεις το φως το αληθινό. Δώσε βάση τώρα και πες μου, θα μπέρδευες την ιατρική με τη μισθωτή εργασία με τη δικαιολογία ότι ο γιατρός παίρνει αμοιβή, όταν γιατρεύει τους αρρώστους;

Θα ταν γελοίος όποιος το ’κανε.

— Παραδέχεσαι λοιπόν ότι κάθε τεχνική, αν ιδωθεί μεμονωμένα, μας προσφέρει μια υπηρεσία και ότι η υπηρεσία αυτή θα διαφέρει από εκείνη που μας παρέχει κάποια άλλη τεχνική. Αν τώρα συμβεί να μας προσφέρουν την ίδια υπηρεσία περισσότερες διαφορετικές τεχνικές, τότε είναι ολοφάνερο ότι αυτή θα προέρχεται από κάποιο κοινό στοιχείο που προστίθεται στο έργο που προσφέρει ξεχωριστά η καθεμία από τις εν λόγω τεχνικές. Είναι εύκολο να εφαρμόσουμε αυτή την αρχή στη συγκεκριμένη περίπτωση που μας απασχολεί: όταν, λοιπόν, κάποιος τεχνίτης εισπράττει μισθό, προσθέτει στην τεχνική στην οποία έχει ειδικευθεί αυτή την άλλη τεχνική γενικότερης υφής, που την ονομάσαμε μισθωτή εργασία. Κι αν τυχόν δεν εισπράττει μισθό, καθόλου δεν μειώνεται η αξία τής τεχνικής του επίδοσης από τον λόγο αυτό, αλλά αυτή μένει όπως ακριβώς είναι, δηλαδή κάτι το εντελώς ξεχωριστό από τον μισθό.

Ο Θρασύμαχος, νιώθοντας ότι κινδυνεύει να πιαστεί στη μέγκενη τού επιχειρήματος, τον κοιτάζει αφ υψηλού και απαντά ειρωνικά:

— Αφού το λες εσύ, Σωκράτη, πάω πάσο.

— Θες δεν θες, θα το κάνεις, αφού έγινε πλέον φανερό ότι κανένα αξίωμα και καμία τεχνική δεν αποβλέπει στο δικό της όφελος· αλλά, όπως έχουμε ήδη πει, η μόνη της φροντίδα και πρόταγμα, αν πρόκειται για τεχνική, είναι το όφελος εκείνου για τον οποίο είναι αρμόδια και τού οποίου τα συμφέροντα προασπίζει, ενώ αν πρόκειται για κάποιο αξίωμα, θα στοχεύει μόνο στην εξασφάλιση των συμφερόντων των εξουσιαζομένων. Γι’ αυτό λοιπόν κι εγώ, αγαπητέ Θρασύμαχε, έλεγα πριν από λίγο πως κανένας δεν θ’ αναλάμβανε από μόνος του διευθυντικό αξίωμα, ούτε και θα ’παιρνε πάνω του την ευθύνη να διορθώσει τα σπασμένα των αλλονών χωρίς πληρωμή, για τον λόγο ότι σε τέτοιες περιστάσεις απαιτείται κανείς να βάλει πάνω απόλα το συμφέρον τού ασθενέστερου και όχι τού ισχυρότερου. Το αποτέλεσμα, βέβαια, είναι να αξιώνουν όλοι κάποια αμοιβή. Και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς! Όποιος εξυπηρετεί έναν πελάτη εφαρμόζοντας με κατάλληλο και αποτελεσματικό τρόπο μια τεχνική, δεν κοιτάζει το δικό του συμφέρον, ούτε και δίνει εντολές για το σκοπό αυτό, αλλά φροντίζει μόνο για την ικανοποίηση των αναγκών τού ατόμου για το οποίο εργάζεται και έναντι τού οποίου υπερτερεί, λόγω τού ότι κατέχει τέλεια την τέχνη που ο άλλος αγνοεί. Και, προκειμένου να αρθεί αυτό το φανερό παράδοξο, το να είναι, δηλαδή, ο υπέρτερος στην υπηρεσία τού υποδεέστερου, υπάρχει σχεδόν πάντα ανάγκη να εξασφαλίζεται υψηλή αμοιβή, είτε με τη μορφή χρημάτων είτε με την απονομή διάφορων τιμητικών διακρίσεων, σε όποιον αποδέχεται μια ιεραρχικά ανώτερη θέση. Όσο για εκείνους που αρνούνται με πείσμα να το κάνουν, θα δρέψουν με τη μορφή ποινών τις αμοιβές που τους αξίζουν.

Ο Γλαύκος, βλέποντας ότι ο Θρασύμαχος απηυδισμένος ετοιμάζεται για στρατηγική υποχώρηση, θεωρεί υποχρέωσή του να αναζωπυρώσει τη συζήτηση λέγοντας:

Σωκράτη! Τι ακριβώς μας λέτε τώρα; Καταλαβαίνω πως η αμοιβή που αντιστοιχεί στη μισθωτή εργασία είναι διαφορετική από κείνη που ταιριάζει σε τεχνικές όπως η ιατρική ή αυτή τού διευθυντή των ανώτατων κρατικών λειτουργών, αλλά μου είναι αδύνατο να συλλάβω πώς μια ποινή και ποια άραγε; θα μπορούσε να αναπληρώσει το μισθό όποιου τυχόν αρνείται να αποδεχθεί μια θέση εργασίας και ο οποίος δεν θα δικαιούται αμοιβής, εφόσον δεν παρέχει καμία υπηρεσία.

— Για σκέψου ποια μπορεί να είναι η αμοιβή που αξίζει σέναν από τους άριστους συντρόφους μας, σέναν εξαιρετικό φιλόσοφο για παράδειγμα. Δεν καταλαβαίνεις για ποιον λόγο θα ενδώσει στην πίεση να αποδεχθεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα σημαντικό κρατικό αξίωμα; Δεν γνωρίζεις ότι ο καριερισμός και η απληστία είναι γι αυτόν ελαττώματα;

Η αλήθεια είναι ότι είναι ελαττώματα. Αλλά τι μ’ αυτό;

Μα εσείς ο ίδιος, συνεχίζει η Αμάντα, αν η μνήμη μου δεν με απατά, είχατε αποδεχθεί το αξίωμα τού πρύτανη τής Βουλής στην Αθήνα. Ήταν τότε περίπου που ο πολυαγαπημένος σας Αλκιβιάδης έφαγε τα μούτρα του στη ναυμαχία τού Νοτίου. Ποιος ήταν τότε ο μισθός σας;

— Κόρη μου, αυτά που λες μου ξαναφέρνουν στο νου επώδυνες μνήμες. Εν πάση περιπτώσει, όπως ίσως καταλαβαίνεις, ο λόγος δεν ήταν ο πόθος τής εξουσίας, ούτε τα οφέλη που αυτή συνεπάγεται. Στο αποκορύφωμα τής πολιτισμικής Επανάστασης, η ντιρεκτίβα που έδωσε ο Μάο Ζεντόνγκ ήταν «Πάρτε μέρος στις υποθέσεις τού Κράτους». Αν συμμορφωνόμαστε με την οδηγία αυτή, πρόθεση μας δεν είναι να μας αντιμετωπίζουν όπως τους μισθωτούς που απαιτούν πληρωμή για το αξίωμά τους, ούτε και θέλουμε να μας παίρνουν για κλέφτες που αποκομίζουν κρυφά κέρδη από τη θέση τους, και ακόμα λιγότερο θα επιδιώκαμε τιμές, γιατί κίνητρό μας δεν είναι η φιλοδοξία. Στην πραγματικότητα, εκείνο που πιστεύουμε όλοι εμείς οι κομουνιστές νέας κοπής είναι ότι η εκούσια συμμετοχή μας στην εξουσία τού Κράτους, όπως είναι σήμερα, όταν δεν το δικαιολογούν εξαιρετικές περιστάσεις, είναι εντελώς ασύμβατη με τις πολιτικές μας αρχές και, επομένως, είναι αναμενόμενο πως θα το κάναμε μόνο υπό την απειλή μιας εσωτερικής τιμωρίας που θα υπερβαίνει σε βαρύτητα ακόμα και την ντροπή που θα νιώθαμε, αν επιδιώκαμε αξιώματα και διακρίσεις. Άρα, στην περίπτωση αυτή, δεν θα συμφωνούσες μαζί μου ότι το πιο απαράδεκτο θα ήταν να μας κυβερνάνε κατεργαραίοι, μόνο και μόνο επειδή αρνηθήκαμε την εξουσία; Ο φόβος αυτής τής τιμωρίας είναι ο μόνος λόγος για τον οποίο δέχονται κατά καιρούς έντιμοι άνθρωποι να αναμιχθούν στις υποθέσεις τού Κράτους, και μάλιστα στα υψηλότερα κλιμάκια τής εξουσίας. Και είναι προφανές ότι δεν το κάνουν για το δικό τους συμφέρον, ούτε για την ευχαρίστησή τους, αλλά γιατί το θεωρούν αναγκαίο, λαμβάνοντας υπόψιν ότι είναι αδύνατο να βρεθούν, στα δύσκολα που περνάει το Κράτος, καλύτεροι ή έστω ισάξιοί τους υποψήφιοι για τα αξιώματα που καλούνται να αναλάβουν.

— Για σταθείτε λίγο! τον διακόπτει η Αμάντα. Μιλάτε εδώ για κάτι τελείως έξω από τα συνηθισμένα, για διορισμούς έντιμων ανθρώπων σ ένα αρκετά διεφθαρμένο Κράτος, όπου κυβερνούν κατά κανόνα οι καριερίστες, οι κερδοσκόποι και οι δημαγωγοί. Μια τέτοια αυταπάρνηση, άλλωστε, ποτέ δεν κατάφερε σπουδαία πράγματα. Αναρωτιέμαι όμως τι θα συνέβαινε σ ένα ιδεώδες Κράτος που θα το διέπουν δίκαιες αρχές.

— Αν έμελλε να υπάρξει ένα τέτοιο Κράτος, θα οργανώναμε αναμετρήσεις για τη μη ανάληψη τής εξουσίας, ακριβώς το αντίθετο από ό,τι συμβαίνει σήμερα.

— Αρνητικές εκλογές! Απίστευτο! καγχάζει ο Γλαύκος.

— Θα αισθανόταν περήφανος κανείς, αν τελικά κατάφερνε να μην εκλεγεί σε κάποιο αξίωμα·κι αυτό γιατί, σε μια τέτοια πολιτεία που θα διέπεται από την αρχή τής ισότητας και που μέλη της θα είναι ελεύθερες γυναίκες και άνδρες, όλοι θα συμφωνούν ότι ο αληθινός ηγέτης δεν ενδιαφέρεται για το δικό του συμφέρον, αλλά αποκλειστικά και μόνο για το συμφέρον όλου τού λαού, και έτσι οι κάτοικοι τής χώρας στο σύνολό τους θα προτιμούσαν να εμπιστευθούν, χωρίς πολλές σκοτούρες, την προσωπική τους μοίρα τους στα χέρια αξιόπιστων ανθρώπων από το να αναλάβουν οι ίδιοι τη διαχείριση τής τύχης τεράστιων πληθυσμών. Καθόλου λοιπόν δεν συμφωνώ με τον Θρασύμαχο: δεν είναι δίκαιο, ούτε και θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τέτοιο, το συμφέρον τού ισχυρότερου.

*

Σας θυμίζω ότι ο Θρασύμαχος είχε προηγουμένως παρέμβει για να ορίσει ως δίκαιο το συμφέρον τού ισχυροτέρου. Πρόκειται για επιχείρημα που προσιδιάζει στον χαρακτήρα τού κράτους: η εξουσία, ως είθισται, διακηρύσσει πως ό,τι είναι προς όφελός της είναι και δίκαιο. Η πρώτη απάντηση που έρχεται στο νου αναφορικά με τα επιχειρήματα αυτού τού είδους είναι να επισημάνουμε ότι, όταν ο Θρασύμαχος μιλάει για «δικαιοσύνη», θα πρόκειται για νομιναλιστική χρήση τού όρου, στον οποίο δεν θα αντιστοιχεί τίποτα το πραγματικό. Ο Σωκράτης όμως προτιμάει να μην ακολουθήσει αυτή την οδό, αλλά μια πολύ πιο πλάγια επιχειρηματολογική γραμμή. Κι αυτό γιατί, αν επέκρινε τη νομιναλιστική χρήση τού όρου εκ μέρους τού Θρασύμαχου, θα ήταν αναγκασμένος να ακολουθήσει μια υποστασιακή προσέγγιση λαμβάνοντας ως υπόθεση το ότι η συγκεκριμένη λέξη αντιστοιχεί σε κάποια πραγματικότητα. Ο Θρασύμαχος δεν θα έχανε την ευκαιρία να θέσει τότε το ερώτημα: «Ποια είναι λοιπόν αυτή η πραγματικότητα;». Έτσι, θα άνοιγε ο δρόμος για μια αντιπαράθεση γνωμών πάνω στο θέμα τής δικαιοσύνης. Αντιθέτως, ο Σωκράτης επιλέγει να επισημάνει ότι δεν θα μπορούσε κανείς να αποφανθεί οριστικά επί τού συγκεκριμένου θέματος στο πλαίσιο μιας αντιπαράθεσης γνωμών.

Ο Σωκράτης ξεκινάει προσδιορίζοντας την εξουσία ως τεχνική (ή τεχνογνωσία), πράγμα που, ενώ δεν είναι καθόλου αυτονόητο, γίνεται αποδεκτό από τον Θρασύμαχο. Στη συνέχεια, η τεχνική εξειδικεύεται βάσει τής ωφέλειας ή υπηρεσίας που παρέχει σ’ εκείνον για τον οποίο είναι αρμόδια και τού οποίου τα συμφέροντα προασπίζει. Από αυτό συνάγεται ότι, εφόσον η τεχνική περιστρέφεται γύρω από την επίλυση των προβλημάτων των ασθενεστέρων (υπό την έννοια ότι αυτοί δεν κατέχουν την τεχνική που ο «τεχνίτης» γνωρίζει τέλεια), είναι αδύνατο να ταυτίζεται με το συμφέρον τού ισχυροτέρου. Το τέχνασμα τού Σωκράτη συνίσταται στην εξομοίωση τής σχέσης που συνδέει τον τύραννο με τους υπηκόους του με την αντίστοιχη τού γιατρού προς τον ασθενή, πράγμα που, μεταξύ μας, είναι καθαρό σόφισμα. Και όμως, ο Θρασύμαχος αποδέχεται την πρόκληση, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα αποκαλυπτόταν ως υποστηρικτής μιας απόλυτα καταπιεστικής πολιτικής, υπό το πρίσμα τής οποίας δεν θα ήταν καθόλου αξιόμεμπτο αν ο τύραννος υπηρετούσε αποκλειστικά τα δικά του συμφέροντα και όχι τα συμφέροντα τού λαού. Και εδώ μπορούμε να προσδιορίσουμε επακριβώς τη γενική στρατηγική τού Σωκράτη, η οποία συνίσταται στο να εξαναγκάσει τον αντίπαλό του να συναινέσει σε παράλογες θέσεις, γιατί, αν τις αποδοκίμαζε, θα έδινε την εντύπωση ενός μισάνθρωπου.

Οι νεαροί συνομιλητές (Γλαύκος, Αμάντα) τού Σωκράτη φέρουν την αντίρρηση ότι, όταν κάποιος τεχνίτης, ένας γιατρός για παράδειγμα, ασκεί την τέχνη του, το κάνει επί πληρωμή και συνεπώς, σε τελική ανάλυση, εξυπηρετεί τα δικά του συμφέροντα, στο οποίο ο Σωκράτης απαντά λέγοντας ότι, ενόσω αυτός ενεργεί μόνο με την ιδιότητά του ως γιατρός, όταν δηλαδή παρέχει τις φροντίδες του με σκοπό τη θεραπεία τού ασθενούς, η αμοιβή του είναι άνευ σημασίας. Στο μέτρο που η αμοιβή λειτουργεί ως γενικό αντίτιμο, ως «ένα κοινό στοιχείο που προστίθεται στο έργο που προσφέρει η καθεμία ξεχωριστά από τις εν λόγω τεχνικές», δεν μπορεί να συνιστά την ειδοποιό διαφορά τους, αφού διαφορετικά δεν θα μπορούσε, για παράδειγμα, να διακριθεί η τέχνη τού υδραυλικού ή τού πιλότου αεροπλάνων από εκείνη τού γιατρού. Στην πραγματικότητα συναντάμε ανάμεσα στους μισθοσυντήρητους δύο μορφές υποκειμενικότητας: μια υποκειμενικότητα που αντιμετωπίζει την τεχνική υπό το πρίσμα τής εργαλειοποίησης και μια δεύτερη που χωρίς επιφυλάξεις αναλαμβάνει την αποστολή της προς όφελος τού άλλου. Το κρίσιμο σημείο έγκειται στην ύπαρξη ανομοιογενών υποκειμενικοτήτων και στο ότι μπορεί κανείς να επισημάνει την ύπαρξη ατόμων των οποίων η δράση είναι απόλυτα ανιδιοτελής. Και είναι μάλιστα η επίκληση αυτού τού σημείου που επιτρέπει στον Σωκράτη να αποστομώσει τον Θρασύμαχο.

Για να δείξουμε στα πλαίσια μια δημόσιας συζήτησης ότι είναι δυνατόν μια κοινωνία να διέπεται από μια αρχή διαφορετική από εκείνη τού προσωπικού συμφέροντος, ότι είναι δηλαδή δυνατή η ύπαρξη μιας κομουνιστικής κοινωνίας, είναι αναγκαίο η υπόθεση αυτή να παρεμβληθεί ως εξωτερικός προσανατολισμός, ως ίχνος εκείνου τού οποίου η δυνατότητα επίτευξης τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η φιλοσοφική επιχειρηματολογία διαφοροποιείται στρατηγικά από την απλή δημιουργία πεποίθησης, τη στιγμή που φέρνει στο φως μια ασυμμετρία που αντιπροσωπεύει πάντα μια ανομοιογενή ως προς την αντιπαράθεση γνωμών υποκειμενική μορφή.


[1] Παύλου τού Αποστόλου, Κορ. Ι.1.17 [ἵνα μὴ κενωθῇ ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ].

[2] Σημ. Μετ. (ελαφρά τροποποιημένη) από http://symvanta.blogspot.com/2009/04/badiou_3140.html.

[3] [People of the whole world, unite, defy difficulties, advance wave upon wave, dare to fight and dare to win victory. Then the whole world will belong to the people] (http://www.massline.org/PekingReview/PR1966/PR1966-36h.htm).

(WordCnt: 3957)
Εικόνα: ΜοΜΑ

Advertisements
 

Ετικέτες: , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s