RSS

A.Badiou, Για σήμερα: Πλάτωνας! 8/4/2009

29 Ιαν.

Για Σήμερα: Πλάτωνας! (2.5)
Ανοικτό σεμινάριο τού Αλαίν Μπαντιού (2008-2009)
[Σημειώσεις τού Ντανιέλ Φισέρ]
8 Απριλίου 2009

Μιλήσαμε την περασμένη φορά για τη βία τής εξόδου από το Σπήλαιο, το οποίο δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε παρά μόνο κατ’ ανάγκη. Γνωρίζουμε ποιοι πραγματικά είναι οι «νταήδες» που έρχονται απ’ έξω και που χωρίς αναβολή αρπάζουν τους καθηλωμένους στη θέση τους θεατές: είναι πρώην δραπέτες που επιστρέφουν για να ξανασυναντήσουν τους παλιούς τους συντρόφους. Έχουμε εδώ, προφανώς, ένα λογικό κύκλο, διότι απουσιάζει η ενδολογική διασάφηση τής πρώτης εξόδου. Άρα, πρέπει να θεωρήσουμε ότι η έξοδος δεν είναι εγγεγραμμένη εντός των συστημικών δυνητικοτήτων [η δομική θεωρία υποστηρίζει ότι, αντιστρόφως, κάτι θα μπορούσε να συμβεί, υπό τον όρο όμως ότι αυτό θα έχει τεθεί εκτός τού εν λόγω κύκλου].

Το Κράτος τής κατάστασης αντιπροσωπεύει το σύστημα των περιορισμών που οριοθετούν τη δυνατότητα κάθε δυνατού. Μια διαδικασία αλήθειας συνιστά την οργάνωση των συνεπειών ενός ανυπολόγιστου συμβάντος. Αντιθέτως, ένα γεγονός δεν αποτελεί παρά συνέπεια τής ύπαρξης τού Κράτους. Μια αλήθεια δεν μπορεί λοιπόν να συνίσταται από καθαρά γεγονότα. Η Ιστορία, που είναι πάντα η Ιστορία τού Κράτους, συντίθεται από ιστορικά γεγονότα. Η Ιστορία αποτελεί μεθύστερη αφηγηματική κατασκευή αναφορικά με το Κράτος και, πιο συγκεκριμένα, μια συμβολική προβολή τού γίγνεσθαι τού Κράτους.

Ας επιστρέψουμε στον λακανικό ορισμό τής Ιδέας ως εκείνο που εκθέτει μια αλήθεια μέσα σε μια δομή μυθοπλασίας. Η Ιδέα θα προβάλλει ένα θραύσμα από το πραγματικό εντός τού συμβολικού1 τής Ιστορίας. Η προβολή αυτή δεν μπορεί λοιπόν παρά να είναι φαντασιακή, διότι κάθε πραγματικό είναι καθ’ εαυτό μη συμβολίσιμο. Θα έλεγα ότι η Ιδέα είναι η φαντασιακή λειτουργία στην οποίο ένα άτομο καταφεύγει για να συγκροτηθεί ως υποκείμενο προβάλλοντας ένα θραύσμα πραγματικού στη συμβολική αφήγηση μιας Ιστορίας. Συνεπώς, θα μπορούσε εύλογα να ειπωθεί ότι η Ιδέα είναι πάντοτε ιδεολογική — ή ότι η ιδεολογία, αντιστρόφως, αποτελεί την προβολή — πάντοτε φαντασιακή — ενός θραύσματος τού πραγματικού σε μια συμβολική Ιστορία.

Με εμπειρικούς όρους, η Ιδέα είναι, τελικά, εκείνο υπό τη σκέπη τού οποίου ένα άτομο ενσωματώνεται σε μια αλήθεια. Η Ιδέα δικαιολογεί, πράγματι, πώς μπορεί να φαντάζεται κανείς, ενώ συμμετέχει σε μια συνάθροιση τριών ατόμων, ότι βρίσκεται στο προσκήνιο τής Ιστορίας· πράγμα που δεν θα είναι απαραίτητα σωστό, αλλά ούτε και λάθος. Η θέση του θα εντοπιζόταν απλώς στο επίπεδο τής Ιδέας, στο μέτρο που η Ιδέα θα συναρτούσε την προσωπική του αποφασιστικότητα με τη διαδικασία αλήθειας — διαδικασία αλήθειας όχι υπό την έννοια τού μη συμβολίσιμου πραγματικού, αλλά ως δυνατή προβολή αυτού τού πραγματικού σε μια συμβολική τάξη που θα έχει τον χαρακτήρα τής Ιστορίας.2 Η Ιδέα τού κομμουνισμού συνίστατο στο εξής: ήταν εκείνο που προέβαλλε την πάντοτε θραυσματική Ιδέα κάποιων ακολουθιών τής επαναστατικής πολιτικής στο συμβολικό επίπεδο τής Ιστορίας. Καθώς το πολιτικό πραγματικό δεν είναι καθαυτό συμβολίσιμο — αλλά απλώς πορεύεται εντός τού πραγματικού —, το άτομο δύναται να ενσωματωθεί σ’ αυτό το πραγματικό μέσω τής διαμεσολάβησης τής Ιδέας, μπορεί δηλ. να είναι ιστορικός συντελεστής (και όχι απλώς ένα άτομο ενσωματωμένο σε μια διαδικασία) μόνον μέσω αυτής τής συμβολικής αναπαράστασης. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να θεωρηθεί ότι το εγχείρημα αυτό αποτελεί ψευδαίσθηση, ότι έχει απατηλό χαρακτήρα· αντιθέτως, το εγχείρημα αυτό έχει συνάφεια με την ίδια την στράτευση, κάθε ατομική στράτευση συντελείται στο επίπεδο τής Ιδέας.

Ή αλλιώς: η Ιδέα διαμεσολαβεί ανάμεσα στο άτομο και το υποκείμενο, εφόσον ονομάσουμε «υποκείμενο» εκείνο που προσανατολίζει το σώμα τής αλήθειας προς την κατεύθυνση τού μη εμπειρικού τμήματός της, τού τμήματός εκείνου που δεν δύναται να αναχθεί σε γεγονότα. Μπορούμε επομένως να πούμε ότι η Ιδέα παρουσιάζει την αλήθεια σαν να ήταν κάποιο γεγονός· ήταν έτσι δυνατόν να αναφερόμαστε σε μια «πατρίδα τού κομμουνισμού», πράγμα το οποίο επέτρεπε να αναπαρίσταται η διαδικασία τής αλήθειας μέσω τής εμπειρικής και κολοσσιαίας μορφής μιας κρατικής εξουσίας. Η Ιδέα αποτελεί την τελεστική διαμεσολάβηση ανάμεσα στο πραγματικό και το συμβολικό (η Ιστορία, ως συμβολική κατηγορία, είναι πάντα ιστορία τού Κράτους, ενώ το ίδιο το πραγματικό είναι μη συμβολίσιμο). Η Ιδέα παρουσιάζει στο άτομο κάτι που εντοπίζεται μεταξύ τού συμβάντος και τού γεγονότος ή κάτι που θα μπορούσε να είναι το εμπειρικό αντίστοιχο τού ίδιου τού συμβάντος — με άλλα λόγια, κάτι ανάμεσα στο τυχαίο και την αναγκαιότητα: το τυχαίο εξακολουθεί να παραμένει πράγματι τέτοιο, αλλά γίνεται, κατά κάποιον τρόπο, δεκτικό υπαγωγής σε μια ευρύτερη αναγκαιότητα.

Γιατί όμως είναι αναγκαία η Ιδέα; Γιατί η ιστορία κάθε συνηθισμένης ζωής, η ιστορία των υπάρξεων, διαδραματίζεται μέσα στο Κράτος. Η οικογένεια, η εργασία, η πατρίδα, αποτελούν τις κλασικές διαμεσολαβήσεις μέσω των οποίων η ζωή ως Ιστορία συνιστά τμήμα τής Ιστορίας τού Κράτους. Η προβολή ενός ατομικού ηρωισμού, η προβολή δηλ. τής δυνατότητας μιας εξαίρεσης μ’ όλα αυτά, προϋποθέτει αναγκαστικά την Ιδέα. Και αυτό για δύο λόγους: Πρώτον, διότι στο σημείο αυτό (στο σημείο τής εξαίρεσης) πρέπει επίσης να συμμετάσχουμε από κοινού με άλλους: εκείνο που πρόκειται να εμφανισθεί ως εξαίρεση οφείλει να είναι μια δυνατότητα που στο εξής θα είναι επίσης διαθέσιμη σε όλους. Η Ιδέα θα είναι, άρα, απαραίτητη, όποτε παρουσιάζεται η ανάγκη να να πείσουμε ένα φίλο, ένα συνάδελφο από το γραφείο, κ.λπ., να έρθει μαζί μας σε μια πολιτική συγκέντρωση ή στην έκθεση ενός καλλιτέχνη που τον θεωρούμε σημαντικό. Και αυτό γιατί η Ιδέα αποτελεί ουσιώδη και επιτακτική διαμεσολάβηση, μη αναγώγιμη στο ίδιο το πραγματικό, στο πραγματικό ως πραγματικό, σ’ εκείνο δηλ. στο οποίο θα πρέπει τελικά να ενσωματωθούμε. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι το συμβάν συνιστά έκπληξη και η Ιδέα αντιπροσωπεύει μια εξαιρετικά σημαντική δύναμη πρόβλεψης — πρόβλεψης όχι τού ίδιου τού συμβάντος, που παραμένει ακριβώς ανυπολόγιστο, αλλά τής υποδοχής του. Εντός τού πλαισίου τής Ιδέας, θα είστε προδιατεθειμένοι να στραφείτε, κατά κάποιον τρόπο, προς την κατεύθυνση τής υποδοχής τής συμβαντικής πρότασης. Η Ιδέα αποτελεί πάντοτε τη διαβεβαίωση τής ιστορικής δυνατότητας μιας νέας αλήθειας, τη διαβεβαίωση, με άλλα λόγια, ότι η γραμμή τής διχοτόμησης η οποία σημαδεύει τα όρια ανάμεσα στο δυνατό και το αδύνατο μπορεί για μια ακόμη φορά να μετατοπισθεί. Η μετατόπιση αυτή θα καταστεί δυνατή μέσω ενός συμβάντος το οποίο θα διαψεύσει κάθε πρόβλεψη και, ως εκ τούτου, η Ιδέα δεν μπορεί παρά να συνίσταται στην προσδοκώμενη υποκειμενοποίηση τής υποδοχής μιας τέτοιας απρόοπτης εμφάνισης. Αυτό είναι όμοιο με ό,τι συμβαίνει όταν υπολογίζετε με βεβαιότητα στη δυνατότητα τού έρωτα, πράγμα που όμως δεν συνεπάγεται ότι γνωρίζετε με βεβαιότητα την ταυτότητα τού προσώπου που τελικά θα ερωτευθείτε.

*

Απομένει το ζήτημα των υπόλοιπων υποκειμενικών μορφών. Τα σημεία που που εξετάσαμε μέχρι τώρα καλύπτουν αποκλειστικά το πιστό υποκείμενο. Για να να είμαστε όμως απόλυτα ακριβείς, οφείλουμε επίσης να παραδεχτούμε την ύπαρξη αντιδραστικών Ιδεών. Σας υπενθυμίζω (πβ. Λογικές των Κόσμων) ότι αντιδραστικό είναι εκείνο το υποκείμενο που προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι η νέα δυνατότητα δεν είναι στην πραγματικότητα νέα, ότι ανήκει ήδη στο εσωτερικό τής κατάστασης και, επομένως, η ενσωμάτωση σ’ αυτή αποτελεί μοιραίο λάθος· το αντιδραστικό υποκείμενο δεν έρχεται λοιπόν σε μετωπική αντίθεση με την καινοτομία, αλλά διατείνεται ότι «όπως και εσείς, είμαστε θετικά διακείμενοι απέναντι στην ισότητα, τους εργάτες και τη δημοκρατία, αλλά προσοχή ! Για να φτάσουμε εκεί, θα πρέπει να ξεκινήσουμε από το εσωτερικό τής κατάστασης, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την πραγματικότητα κ.λπ. ». Το αντιδραστικό υποκείμενο ενσαρκώνει έναν πραγματικό προσανατολισμό: είναι, με άλλα λόγια, εκείνο που θα επιβιβαστεί στο σώμα μιας νεοεμφανιζόμενης αλήθειας, με σκοπό να την ακινητοποιήσει στο αμαξοστάσιο. Οδηγεί επομένως σ’ έναν εμμενή επαναπροσανατολισμό τού σώματος τής αλήθειας προς την κατεύθυνση τής ίδιας τής κατάστασης μέσα από τον σταδιακό περιορισμό τού στοιχείου που αρχικώς εξαιρείτο από αυτήν, καταλήγοντας έτσι στην τιθάσευση τού στοιχείου αυτού, στη μετατροπή του σ’ ένα απλό γεγονός· πρόκειται, με άλλα λόγια, για ένα αποπροσανατολιστικό προσανατολισμό — για να ξαναχρησιμοποιήσω τον όρο που είχα προτείνει πριν από δύο χρόνια στο σεμινάριο αυτό.

Θα μπορούσαμε να δείξουμε ότι σε κάθε διαδικασία αλήθειας αντιστοιχεί μια αντιδραστική μορφή. Στην περίπτωση τής Γαλλικής Επανάστασης, η αντιδραστική φιγούρα διατείνεται ότι αυτή αποτέλεσε μάταιο εγχείρημα, επειδή, από πλευράς γενικού ιστορικού συμβολισμού, η Επανάσταση δεν απέφερε κανένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα που δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί, εάν αυτή δεν είχε συμβεί (εύκολα αναγνωρίζετε εδώ την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ο Φρανσουά Φυρέ). Η λειτουργία τού αντιδραστικού σχηματισμού έγκειται εδώ στην προβολή τού πραγματικού επί τής γενικής συμβολικής τάξης τής Ιστορίας με σκοπό την εξάντληση τού δυναμισμού του. Όταν, όμως, κάποιο πραγματικό αποκλίνει από το ιστορικό «κράτος» των πραγμάτων, η εξαίρεση αυτή δεν μπορεί βεβαίως να αφομοιωθεί σε μια συμβολική διαφορά. Σε τελική ανάλυση, η λειτουργία τού αντιδραστικού υποκειμένου συντελείται υπό το πρίσμα τής Ιδέας ότι η αλήθεια τού πραγματικού εξαντλείται στη συμβολική προβολή, ενώ η αντίστροφη Ιδέα είναι ακριβώς το ότι η αλήθεια εντοπίζεται στο ίδιο το πραγματικό τής συμβολικής προβολής, στο πραγματικό τής Ιστορίας. Έχουμε από τη μια μεριά τη διάβρωση τού πραγματικού από το συμβολικό και από την άλλη την εξύψωσή του από το τελευταίο. Η λειτουργία είναι και στις δύο περιπτώσεις η ίδια (προβολή στην Ιστορία), αλλά με αντίστροφο πρόσημο. Μπορούμε λοιπόν γενικά να πούμε ότι στο όνομα τής ιστορικής προβολής η αντιδραστική Ιδέα εκτρέπει το άτομο από την πορεία μιας πραγματικής ενσωμάτωσης (από τη σκοπιά τού αντιδραστικού σχηματισμού, η πραγματική εξαίρεση αποτελεί ανέφικτη ουτοπία· υπ’ αυτό το πρίσμα, η αποκήρυξή της θα αφορά πάντοτε στο ίδιο το πραγματικό της — αυτό εξάλλου σημαίνει «ουτοπία» — και θα συντελείται στο όνομα τής συμβολικής αναγκαιότητας τής Ιστορίας), ενώ απεναντίας η Ιδέα τού πιστού υποκειμένου εξαίρει στο όνομα τής συμβολικής προβολής, στο όνομα τής Ιστορίας, την πραγματική εξαίρεση.

Θα ήθελα να κλείσω το σημείο αυτό λέγοντας ότι η «αριστερά», εδώ και ενάμιση αιώνα (από την εποχή τής Κομούνας ;) είναι το όνομα τής αντιδραστικής μορφής στην πολιτική. Τα ίδια τα γεγονότα το αποδεικνύουν. Και εμφανίζεται πάντα η «αριστερά» … από τότε που υπάρχει κάποια αλήθεια. Αυτός είναι και ο λόγος που η «αριστερά» δεν μπορεί να εκλείψει: είναι το σύγχρονο όνομα τού αντιδραστικού υποκειμένου στο πολιτικό πεδίο, ενσωματωμένη στον κανονιστικό του πυρήνα3 (θα ήταν ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε τι είναι η «αριστερά» στην τέχνη, στον έρωτα, στην επιστήμη)4. Εάν η έξοδος από το Σπήλαιο πραγματοποιείται αναγκαστικά με βίαιο τρόπο, θα πρέπει πάνω απ’ όλα να γυρίσουμε την πλάτη στις υποκειμενικές μορφές υποδούλωσης· σε τελική ανάλυση, δηλαδή, να αρνηθούμε να συναινέσουμε στην αποδοχή τής ιδέας ότι μπορεί να βελτιωθεί το «κράτος» των πραγμάτων. Εν προκειμένω, το υποκειμενικά βίαιο στοιχείο έγκειται στη ρήξη με την «αριστερά». Και αυτό γιατί εκείνο που εμποδίζει τη γενίκευση τής χειραφετικής Ιδέας είναι το ότι στην πραγματικότητα δεν είναι η μόνη που προβάλλεται: την ακολουθεί πάντα σαν τη σκιά της η Ιδέα τής «αριστεράς», η Ιδέα δηλ. που προσποιείται ότι λέει ακριβώς τα ίδια με την χειραφετική Ιδέα, με τη μόνη διαφορά ότι η Ιδέα τής «αριστεράς» δεν μπαίνει στον μπελά να επιχειρήσει την έξοδο. Κάθε έξοδος περιλαμβάνει ουσιαστικά μια διπλή ρήξη: πρέπει κατ’ αρχάς να προσπελάσουμε το καθεστώς τής Ιδέας, δηλ. να αποδεχθούμε ότι κάτι πράγματι συμβαίνει· από τη στιγμή όμως που θα έχει επιτευχθεί η πρώτη αυτή ρήξη, χρειάζεται ακόμη να γυρίσουμε την πλάτη στην αντιδραστική οργάνωση, δηλ. στην Ιδέα ότι μπορούμε να εξασφαλίσουμε την έξοδο μέσω τής εμμενούς βελτίωσης αυτού που υπάρχει. Συνεπώς, δεν πρόκειται πλέον για αντιπαράθεση μεταξύ Ιδέας και φαινομένου, όπως συμβαίνει με την πρώτη ρήξη, αλλά για σύγκρουση μεταξύ δύο Ιδεών. Θα προτείνονται πράγματι πάντοτε δύο Ιδέες έναντι τού συμβάντος.

Το σημείο αυτό δεν διευκρινίζεται πλήρως στο πλατωνικό κείμενο. Όταν αναφύονται θέματα αποφασιστικής σημασίας, συναντάμε στον Πλάτωνα, όπως έχουμε δει, μια διττή παρουσίαση των πραγμάτων: μια εννοιολογική και μια αφηγηματική ή οιονεί ποιητική εκδοχή. Νομίζω ότι ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι, κάθε φορά που τίθενται κρίσιμα ερωτήματα, ο Πλάτωνας παλεύει ακριβώς με το ενδεχόμενο τής ύπαρξης δύο Ιδεών. Στην εννοιολογική ή γεωμετροποιημένη εκδοχή τού ερωτήματος, ο Πλάτωνας αγνοεί τη δεύτερη Ιδέα, την αντιδραστική Ιδέα: από τη στιγμή που θα αναφανεί η νέα δυνατότητα, όλα συμβαίνουν, σαν το παιχνίδι να έχει κερδηθεί (από εκείνον που εγώ αποκαλώ «πιστό υποκείμενο»). Απεναντίας, στην αφηγηματική εκδοχή ή στην εκδοχή με τη μορφή ποιήματος, τα πράγματα είναι περισσότερο ασαφή, περισσότερο συγκεχυμένα: το να έχουμε ένα πρωτόκολλο για την εξόδο από τα φαινόμενα δεν είναι καθόλου αρκετό· κάτι το διαφορετικό πρέπει να συμβεί· θα παρεμβάλλεται μια ακαθόριστη δυνατότητα, η οποία καθαυτή δεν θεματοποιείται. Ωστόσο, ο Πλάτωνας δεν φέρνει σε πέρας το εγχείρημα τής διασάφησης τής διττότητας τής Ιδέας· εν ολίγοις, δεν διαθέτει, μια συνεκτική θεωρία για το τι είναι «αριστερά».

Πλάτωνας, 9. Ποίημα και Μαθήμιο υπό το κριτήριο τής Ιδέας (Πολιτεία, 517b)

— Αγαπητοί μου φίλοι, είναι πλέον ηλίου φαεινότερον τι πρέπει να κάνουμε τώρα. Οφείλουμε να συγχωνεύσουμε τη φαντασιακή παράσταση των πραγμάτων που μόλις απολαύσαμε αυτήν την ιστορία για τον μεγάλο κοσμικό κινηματογράφο και για ’κείνον που δραπετεύει από ’κεί μέσακαι τη συμβολική ή, ακριβέστερα, τη γεωμετρική τους παράσταση, που προτείναμε πριν από μια ώρα: τη γραμμή, δηλαδή, όπου δείχνονται με άνισα τμήματα οι τέσσερεις μορφές σχέσης με το πραγματικό, αρχίζοντας από την εικόνα και καταλήγοντας στη διαλεκτική Ιδέα, με ενδιάμεσους σταθμούς τη δόξα και την αναλυτική Ιδέα.

— Αυτό δεν είναι και τόσο προφανές, παρατηρεί ο Γλαύκος. Από τη μια μεριά έχουμε δυο κόσμους και από την άλλη τέσσερεις διαδικασίες.

— Αυτό το τέσσερα, όμως, διαιρείται στα δύο, στο ορατό και στο νοητό. Σε γενικές γραμμές, μπορούμε κατ’ αρχάς να παραλληλίσουμε ό,τι εκδιπλώνεται ως ορατό φαινόμενο με τον κινηματογράφο, τη φυλακή των θεατών, και επιπλέον το φως των προβολέων με τη δύναμη τού ήλιου. Ας κάνουμε, στη συνέχεια, την παραδοχή ότι η ανάβαση τού δραπέτη στο βουνό και η ενατένιση των βουνοκορφών αντιπροσωπεύει την άνοδο τού Υποκειμένου στον τόπο τής καθαρής σκέψης.  Αυτές τις συγκρίσεις, νεαροί μου φίλοι, τις υπαγορεύουν οι προσδοκίες μου·άλλωστε, αυτό δεν είναι που ήρθατε εδώ για να μάθετε από μένα; Βέβαια, το αν οι προσδοκίες μου είναι βάσιμες ή όχι θα κριθεί από την άποψη τού Άλλου5 και όχι από την άποψη τού κάθε φουκαρά, δε μπα ναναι κι ο Σωκράτης. Οφείλω, ωστόσο, να πω βασιζόμενος στις ποικίλες εμπειρίες μου ότι η εμφάνιση κάθε πράγματος που γίνεται ορατό διέπεται από μία και μοναδική αρχή: στο έσχατο όριο τού επιστητού, αλλά έξω από το πεδίο του, βρίσκεται εκείνο που εγώ καταχρηστικά αποκαλώ «Ιδέα τής Αλήθειας». Λέω «καταχρηστικά», γιατί, όπως έχουμε δει, αυτή η υποτιθέμενη Ιδέα, τής οποίας λειτουργία είναι να υποβαστάζει την ιδεατότητα κάθε Ιδέας, δεν θα μπορούσε να είναι η ίδια μια Ιδέα σαν τις άλλες. Γιαυτό άλλωστε είναι δύσκολο να κατασκευάσουμε μια έννοια που να της αντιστοιχεί. Αν, ωστόσο, την προσπελάσουμε, είμαστε αναγκασμένοι να συμπεράνουμε ότι η ανάδυση οποιουδήποτε όντος στο φέγγος τού ορθού και τού ωραίου που εμπερικλείονται σαυτό γίνεται σύμφωνα μαυτήν την «Ιδέα». Και, ακολουθώντας το νήμα των παρομοιώσεών μας, θα πούμε ότι στο δώρο τού φωτός και στην ενέργεια τού κυρίου τού φωτός, την εμπειρία των οποίων βιώνουμε στο ορατό, αντιστοιχεί ακριβώς, στο επίπεδο τού νοητού, η έλευση σύμφωνα με την Ιδέα τής Αλήθειας τόσο των κατ’ιδίαν αληθειών όσο και τής σκέψης που αντιστοιχεί σε αυτές.

— Μα μου φαίνεται πως η παρομοίωση κάπως χωλαίνει, λέει σουφρώνοντας το μέτωπο η Αμάντα.

Άσκηση για την επόμενη φορά: γιατί χωλαίνει η παρομοίωση; Και γιατί άραγε συνιστά η «χωλότητα» αυτή τη βάση τού προβλήματος;


[1] Σημ. Μετ. Το λακανικό συμβολικό είναι γένους αρσενικού [le symbolique] (υπονοείται προφανώς η λέξη «τάξη» [l’ordre]). Όμως, στο κείμενο χρησιμοποιείται ο όρος [la symbolique] και υπονοείται μάλλον η λέξη «δομή» [la structure]. Επίσης, το ρήμα projeter συνήθως συντάσσεται με τις προθέσεις vers, sur [προς, επί, πάνω] και όχι με dans, όπως συμβαίνει εδώ.

[2] Η προβολή αυτή είναι δυνατή, τουλάχιστον φαντασιακά (και μάλιστα στο μέτρο που πρόκειται για μια Ιδέα), αλλά συνάμα αδύνατη, εφόσον το πραγματικό εξαιρείται πάντοτε από την Ιστορία τού Κράτους.

[3] Σημ. Μετ. Η φράση είναι δυσνόητη: [la gauche/le nom moderne du sujet réactif … est [en la matière] matriciel]. Να σημειωθεί ότι με τον όρο «principe matriciel» δηλώνεται η «κανονιστική μήτρα ή ο κανονιστικός πυρήνας» των συνταγματικών ελευθεριών στο Γαλλικό συνταγματικό δίκαιο. Είναι πιθανόν ο Μπαντιού να εξισώνει εδώ την «πολιτική» ως «δόξα» και την «αριστερά».

[4] Σημ. τού Ν. Φισέρ Eπί τού ενδιαφέροντος θέματος τής «αριστεράς» στον έρωτα, μπορούμε ίσως να βρούμε υλικό προς σκέψη στην τελευταία ταινία τού Τζέιμς Γκρέι, «Δύο εραστές».

[5] Σημ. Μετ. Ο Μπαντιού μεταφράζει τον όρο «θεός» στο πλατωνικό κείμενο ως «Άλλος».

WordCnt: 2698

Advertisements
 

Ετικέτες: ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s