RSS

Φιλικές Δικτατορίες—Ignacio Ramonet

06 Φεβ.


Φιλικές Δικτατορίες
Ignacio Ramonet

Η Τυνησία δικτατορία; Η Αίγυπτος δικτατορία; Βλέποντας σήμερα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης να τέρπονται με τη λέξη «δικτατορία», όσον αφορά το καθεστώς τού Μπεν Αλί στην Τυνησία και τού Μουμπάρακ στην Αίγυπτο, οι Γάλλοι θα πρέπει να αναρωτιούνται αν άκουσαν καλά. Δεν είναι τα ίδια μίντια και οι ίδιοι δημοσιογράφοι που για δεκαετίες μας σφυροκοπούσαν τα αυτιά επαναλαμβάνοντας ασταμάτητα πως οι δύο αυτές «φιλικές χώρες» ήταν «μετριοπαθή κράτη»; Μετά την πτώση τής «φρικτής τυραννίας» τού Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ, δεν χρησιμοποιούσαμε την κακόηχη λέξη «δικτατορία», σε σχέση με τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο, για να αναφερθούμε αποκλειστικά και μόνο στο ιρανικό καθεστώς; Πώς είπατε; Υπήρχαν και άλλες δικτατορίες στην περιοχή; Και τα εθνικά μίντια το κρατούσαν κρυφό, παρ’ όλο που η Γαλλία αποτελεί πρότυπο δημοκρατίας;

Εν πάση περιπτώσει, το ότι μπορούμε τώρα να δούμε ξεκάθαρα το οφείλουμε στον εξεγερμένο λαό τής Τύνιδας. Η μεγαλειώδης νίκη του απάλλαξε τους Ευρωπαίους από τη «ρητορική τής υποκρισίας και φαρισαϊσμού» — ρητορική η οποία έχει μεγάλη πέραση στις πρεσβείες μας και στα δυτικά μέσα ενημέρωσης που, έχοντας αναγκαστεί να αποκαλύψουν το πραγματικό τους πρόσωπο, υποκρίνονται ότι μόλις τώρα ανακάλυψαν αυτό που γνωρίζαμε όλοι μας εδώ και χρόνια,[1] ότι δηλ. «οι φιλικές δικτατορίες» δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ό,τι λέει το όνομά τους: καθεστώτα καταπίεσης. Στο θέμα αυτό, τα μέσα ενημέρωσης ακολουθούν πιστά την «επίσημη γραμμή»: κλείνουν τα μάτια ή αποστρέφουν το βλέμμα, επιβεβαιώνοντας έτσι την ιδέα πως η ελευθερία τού τύπου ασκείται μόνο σε βάρος των αδύναμων και των περιθωριοποιημένων. Ο Νικολά Σαρκοζί δεν είχε, άλλωστε, το θράσος να πει, αναφερόμενος στο μαφιόζικο καθεστώς τής κλίκας των Μπεν Αλί—Τραμπελσί, πως στην Τυνησία «υπήρχε απόγνωση, δεινά, ένα αίσθημα ασφυξίας, μια κατάσταση που ομολογούμε πως δεν εκτιμήσαμε ορθά»;

«Μια κατάσταση, λοιπόν, που δεν εκτιμήσαμε ορθά …» Για τα τελευταία 23 χρόνια … Παρά την επιτόπια παρουσία διπλωματικών υπηρεσιών περισσότερο αποτελεσματικών σε σύγκριση με οποιασδήποτε άλλης χώρας… Παρά τη συνεργασία σε όλους τους τομείς τής ασφάλειας (αστυνομία, χωροφυλακή, τη συλλογή πληροφοριών …). Παρά τις τακτικές επισκέψεις υψηλόβαθμων πολιτικών αξιωματούχων και στελεχών των μίντια που χωρίς καμία αναστολή είχαν επιλέξει την Τυνησία ως τόπο διακοπών[2] … Παρά την παρουσία στη Γαλλία εξόριστων ηγετών τής τυνησιακής αντιπολίτευσης που οι γαλλικές αρχές τους αντιμετώπιζαν σαν λεπρούς και που ήταν λίγο-πολύ αποκλεισμένοι από τα μέσα ενημέρωσης … Ολοκληρωτική καταστροφή τής δημοκρατίας.

Η αλήθεια είναι ότι τα εν λόγω αυταρχικά καθεστώτα τού αραβικού κόσμου, τόσο στο παρελθόν όσο και σήμερα, τυγχάνουν τής αμέριστης υποστήριξης των ευρωπαϊκών δημοκρατιών, που κατ’ αυτόν τον τρόπο επιδεικνύουν πλήρη περιφρόνηση για τις αξίες που πρεσβεύουν, με το πρόσχημα ότι τα καθεστώτα αυτά αποτελούν προπύργια έναντι τού ριζοσπαστικού Ισλάμ[3]. Πρόκειται για το ίδιο κυνικό επιχείρημα που προβλήθηκε κατά διάρκεια τού ψυχρού πολέμου από τη Δύση, ο ισχυρισμός δηλ. ότι η υποστήριξη των στρατιωτικών δικτατοριών στην Ευρώπη (Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα, Τουρκία) και τη Λατινική Αμερική ήταν επιβεβλημένη με σκοπό την αποτροπή τού κινδύνου ανάληψης τής εξουσίας από τον κομμουνισμό.

Αλήθεια, πόσο σπουδαίο μάθημα δίνουν οι εξεγερμένες αραβικές κοινωνίες σ’ εκείνους τους Ευρωπαίους που τις αντιμετώπιζαν με μανιχαϊστικούς όρους, είτε δηλ. ως πειθήνιες μάζες που κυβερνιούνται από διεφθαρμένους ανατολίτες σατράπες, είτε ως υστερικά πλήθη που διακατέχονται από θρησκευτικό φανατισμό! Να λοιπόν, όμως, που τους βλέπουμε να εμφανίζονται ξαφνικά στις οθόνες των υπολογιστών ή στις τηλεοράσεις μας (πβ. την αξιοθαύμαστη δουλειά τού καναλιού Al-Jazeera), να εκφράζουν τις ανησυχίες τους για την κοινωνική πρόοδο, χωρίς καμία εμμονή στο θρησκευτικό ζήτημα, διψασμένοι για ελευθερία, αγανακτισμένοι με τη διαφθορά, δηλώνοντας την απέχθειά τους για τις ανισότητες και απαιτώντας μια δημοκρατία που θα ισχύει για όλους ανεξαιρέτως.

Κάθε άλλο παρά ασπρόμαυρες καρικατούρες, οι άνθρωποι αυτοί δεν συνιστούν κάποιου είδους «εξαίρεση από τον αραβικό κανόνα», αλλά δείχνουν να μοιάζουν, όσον αφορά τους πολιτικούς τους πόθους, με τους μορφωμένους πολίτες των άλλων σύγχρονων αστικών κοινωνιών. Το ένα τρίτο των Τυνησίων και σχεδόν το ένα τέταρτο των Αυγυπτίων σερφάρουν τακτικά στο Ίντερνετ. Όπως δηλώνει ο Moulay Hicham El Alaoui: «Τα νέα κινήματα δεν χαρακτηρίζονται πλέον από τους παλιούς ανταγωνισμούς, λόγου χάρη, τον αντι-ιμπεριαλισμό, την αντι-αποικιοκρατία ή την αντίθεση στην εκκοσμίκευση. Οι διαδηλώσεις τής Τύνιδας και τού Καΐρου στερούνται κάθε θρησκευτικού συμβολισμού. Πρόκειται για μια ρήξη μεταξύ των γενεών που διαψεύδει τη θέση τού αραβικού εξεψιοναλισμού. Επιπλέον, τα κινήματα αυτά αντλούν έμπνευση από τις νέες τεχνολογίες των διαδικτυακών επικοινωνιών, προτάσσοντας ένα όραμα μιας νέας κοινωνίας των πολιτών, όπου η απόρριψη τού αυταρχισμού συνδέεται άρρηκτα με την απόρριψη τής διαφθοράς[4].»

Χάρη στα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης, οι κοινωνίες τόσο τής Τυνησίας όσο και τής Αιγύπτου μπόρεσαν να κινητοποιηθούν με πολύ μεγάλη ταχύτητα και να ανατρέψουν την εξουσία σε χρόνο ρεκόρ, πριν ακόμα μάλιστα τα κινήματα αυτά προλάβουν να «ωριμάσουν», πράγμα πού υποτίθεται θα ευνοούσε την ανάδειξη στους κόλπους τους νέων ηγετών. Είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις που ο δυναμισμός τής οργής των μαζών αρκεί από μόνος τους — χωρίς δηλαδή κεντρική οργάνωση και χωρίς κάποιο πρόγραμμα — για να θριαμβεύσει μια επανάσταση.

Βρισκόμαστε τώρα σε μια εύθραυστη φάση και αναμφίβολα οι κυβερνώντες και οι ισχυροί, ιδιαίτερα στην Αίγυπτο, κάνουν ήδη ό,τι είναι δυνατόν ώστε να αποδείξουν την αλήθεια τής ρήσης τού Γατόπαρδου: «όλα αλλάζουν ώστε να μπορούν να παραμείνουν το ίδιο». Οι λαοί αυτοί πρέπει να μάχονται για την κατάκτηση των ελευθεριών τους έχοντας κατά νου την προειδοποίηση τού Μπαλζάκ: «Όπως συμβαίνει και με τον λαό, η απελευθέρωση τού τύπου θα σημάνει το θάνατό του.[5]» Σε σύγκριση με τις παλιές δικτατορίες, οι «δημοκρατίες τής επιτήρησης» στις οποίες ζούμε χρησιμοποιούν, κατά τρόπο απόλυτα θεμιτό, απείρως περισσότερα τεχνάσματα για την καθυπόταξη τού λαού. Αλλά αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για τη διατήρηση των τυραννιών, ούτε πρέπει να χρησιμοποιείται για να ανακόψει την ορμή όσων μάχονται για την ανατροπή τους. Η κατάρρευση τής δικτατορίας τής Τυνησίας έγινε τόσο γρήγορα, ώστε οι λαοί των άλλων αραβικών χωρών και των χωρών τού Μαγκρέμπ μπόρεσαν να διαπιστώσουν ότι οι δεσποτείες αυτές — από τις αρχαιότερες στον κόσμο — στηρίζονται, στην πραγματικότητα, σε σαθρά θεμέλια, δεν είναι παρά «χάρτινες τίγρεις». Το ίδιο αποδεικνύουν και τα γεγονότα στην Αίγυπτο.

Έτσι άλλωστε εξηγείται η εντυπωσιακή μαζική κινητοποίηση των αραβικών λαών — στην Ιορδανία, την Υεμένη, την Αλγερία, τη Συρία, τη Σαουδική Αραβία, το Σουδάν και το Μαρόκο — που φέρνει αναπόφευκτα στο νου τα μεγάλα επαναστατικά κινήματα που άνθισαν σε όλη την Ευρώπη το 1848.

Να σημειωθεί ότι στο Μαρόκο, όπου το πολίτευμα είναι απόλυτη μοναρχία, το αποτέλεσμα των (πάντα νοθευμένων) «εκλογών» καθορίζεται από τον ανώτατο άρχοντα που διορίζει κατά βούληση τους ούτως αποκαλούμενους «υπουργούς επικρατείας» [ministres de «souveraineté»], ενώ μερικές δεκάδες οικογένειες πλησίον τού θρόνου συνεχίζουν να καρπώνονται το μεγαλύτερο μέρος τού πλούτου[6]. Όπως αποκαλύφθηκε από το περιεχόμενο των τηλεγραφημάτων που δημοσίευσε το Wikileaks, η διαφθορά στη χώρα έχει φθάσει σε κολοσσιαία επίπεδα — υψηλότερα ακόμα και σε σχέση με την Τυνησία τού Μπεν Αλί — ενώ τα μαφιόζικα κυκλώματα καταλήγουν πάντοτε στο Παλάτι. Πρόκειται, επιπλέον, για μια χώρα όπου τα βασανιστήρια και η φίμωση τού τύπου είναι γενικευμένες πρακτικές.

Ωστόσο, όπως συνέβαινε και στην περίπτωση τής Τυνησίας τού Μπεν Αλί, η «φιλική» αυτή «δικτατορία» απολαμβάνει, σε μεγάλο βαθμό, τής ανοχής των μέσων ενημέρωσης και των περισσότερων των πολιτικών μας ιθυνόντων,[7] που προσπαθούν με κάθε τρόπο να καθησυχάσουν τις ανησυχίες για τυχόν μετάδοση τής εξέγερσης. Ήδη σημειώθηκαν τέσσερα περιστατικά αυτοπυρπόλησης, ενώ έγιναν επίσης διαδηλώσεις αλληλεγγύης προς τους εξεγερμένους τής Τυνησίας και τής Αιγύπτου στην Ταγγέρη, Φεζ και το Ραμπάτ [8]. Τρομαγμένες οι αρχές αποφάσισαν, προληπτικά, την επιδότηση των τιμών των βασικών ειδών διατροφής για να αποφύγουν τυχόν «εξεγέρσεις για το ψωμί». Σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις επρόκειτο να αποσυρθούν από τη Δυτική Σαχάρα και να σταλούν εσπευσμένα στο Ραμπάτ και την Καζαμπλάνκα. Ο βασιλιάς τού Μαρόκου Μοχάμεντ ΣΤ΄, συνοδεία συνεργατών του, επρόκειτο να πραγματοποιήσει ειδική επίσκεψη στη Γαλλία το σαββατοκύριακο τής 29 Ιανουαρίου, όπου θα συμμετείχε σε σύσκεψη με ειδικούς σε θέματα αστυνόμευσης και τήρησης τής τάξης τού γαλλικού Υπουργείου Εσωτερικών [9].

Παρά τη διάψευση από τις αρχές των δύο προαναφερθεισών πληροφοριών, είναι σαφές ότι η μαροκινή κοινωνία παρακολουθεί με ενθουσιασμό τα γεγονότα στην Τυνησία και την Αίγυπτο, έτοιμη να μοιραστεί τον επαναστατικό ζήλο των λαών αυτών, ώστε να αποτινάξει επιτέλους το φεουδαρχικό ζυγό και να φέρει προ των ευθυνών τους όλους εκείνους στην Ευρώπη που, για δεκαετίες, προσέφεραν εγκληματική στήριξη στα «φιλικά προσκείμενα δικτατορικά καθεστώτα».


[1] Δείτε, π.χ., Jacqueline Boucher, «La société tunisienne privée de parole», και Ignacio Ramonet, «Main de fer en Tunisie», που δηµοσιεύθηκαν, αντιστοίχως, στην Monde diplomatique τού Φεβρουαρίου και τού Ιουλίου 1996.

[2] Παρά την αυτοπυρπόληση τού Μοχάμεντ Μπουαζίζι στις 17 Δεκεμβρίου 2010 και παρά το γεγονός ότι η εξέγερση εξαπλωνόταν σε ολόκληρη τη χώρα με δεκάδες νεκρούς μεταξύ των Τυνήσιων εξεγερμένων, θύματα τής καταστολής τού καθεστώτος τού Μπεν Αλί, ο δήμαρχος τού Παρισιού Μπερτράν Ντελανοέ και η Υπουργός Εξωτερικών, Μισέλ Αλιό-Μαρί, θεώρησαν απόλυτα φυσιολογικό να επιλέξουν την Τυνησία για το γιορτινό τους ρεβεγιόν.

[3] Την ίδια στιγμή, και προφανώς χωρίς να αντιλαμβάνονται το μέγεθος τής αντίφασης, η κυβέρνηση στην Ουάσιγκτον και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί της εξακολουθούν να στηρίζουν το θεοκρατικό και τυραννικό καθεστώς τής Σαουδικής Αραβίας, το, κατ’ εξοχήν, επίσημο κέντρο τής πλέον σκοταδιστικής και επεκτατικής εκδοχή τού Ισλάμ.

[4] http://www.medelu.org/spip.php?article710

[5] Honoré de Balzac, Monographie de la presse parisienne, Παρίσι, 1843.

[6] Δείτε Ignacio Ramonet, «La poudrière Maroc»,  Mémoire des luttes, Σεπτέμβριος 2008. (http://www.medelu.org/spip.php?article111)

[7] Τα τελευταία χρόνια, από τον Νικολά Σαρκοζί μέχρι την Σεγκολέν Ρουαγιάλ, χωρίς να παραλείψουμε να αναφέρουμε και τον Ντομινίκ Στρος-Καν, ιδιοκτήτη παραδοσιακού «ριάντ» στο Μαρακές, τα μέλη τής γαλλικής πολιτικής ηγεσίας δεν είχαν κανένα ενδοιασμό να επιλέξουν αυτή τη «φιλική δικτατορία» ως προορισμό για τις διακοπές τους.

[8El País, 30 Ιανουαρίου 2011

[9] País, 30 Ιανουαρίου 2011 και Pierre Haski, «Le discret voyage du roi du Maroc dans son château de l’Oise», Rue89, 29 Ιανουαρίου 2011.

(WordCnt:1610)

Advertisements
 
Σχολιάστε

Posted by στο 06/02/2011 in Βία, Κράτος, Πολιτική

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s