RSS

Εισαγωγικό σημείωμα για την έννοια τής δημοκρατίας—Τζ. Αγκάμπεν

10 Φεβ.

Εισαγωγικό σημείωμα για την έννοια τής δημοκρατίας

Τζ. Αγκάμπεν

Στις μέρες μας, κάθε φορά που ακούμε σε μια δημόσια συζήτηση να γίνεται λόγος για τη δημοκρατία, ο όρος ηχεί παράφωνα λόγω μιας αρχικής ασάφειας που οδηγεί αναπόφευκτα σε παρανόηση. Για ποιο πράγμα μιλάμε, όταν μιλάμε για δημοκρατία; Ποιο είναι το υποκρυπτόμενο σκεπτικό; Ο προσεκτικός ακροατής δεν θα αργήσει να συνειδητοποιήσει ότι, κάθε φορά που γίνεται επίκλησή της, η λέξη ενδέχεται να παραπέμπει σε δύο διαφορετικά αντικείμενα: είτε σ’ έναν τρόπο συγκρότησης τού πολιτικού σώματος (οπότε σημείο αναφοράς μας θα είναι το δημόσιο δίκαιο), είτε σε μια τεχνική τού κυβερνάν (οπότε ως ορίζοντα αναφοράς θα έχουμε την πρακτική τής διοίκησης). Ή, για να το θέσω διαφορετικά: ο όρος «δημοκρατία» παραπέμπει τόσο στη μορφή νομιμοποίησης τής εξουσίας όσο και στον τρόπο άσκησής της. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι είναι απολύτως σαφές σε όλους ότι στο σύγχρονο πολιτικό λόγο επικρατούσα είναι η τελευταία σημασία, ότι δηλ. η λέξη δημοκρατία στις περισσότερες περιπτώσεις χρησιμοποιείται για να παραπέμψει σε μια τεχνική τού κυβερνάν (πράγμα που από μόνο του θα αποτελούσε αφορμή για ανησυχία), είναι εύκολο να κατανοήσει κανείς τον λόγο για τον οποίο ενδέχεται να αισθάνονται μια κάποια δυσφορία όσοι επιμένουν, καλή τη πίστει, να κάνουν χρήση τού όρου προκειμένου να παραπέμψουν στην πρώτη του σημασία. Μεταξύ των δύο αυτών εννοιακών επίπεδων (τού νομικο-πολιτικού και οικονομικο-διαχειριστικού) υπήρχε αλληλοεπικάλυψη από τη στιγμή τής γένεσης τής πολιτικής, τής πολιτικής σκέψης και τής δημοκρατίας στην αρχαία ελληνική πόλιν ή πόλη-κράτος, πράγμα που δυσχεραίνει κάθε απόπειρα διαχωρισμού τους. Προκειμένου να γίνω σαφής, θα παραθέσω το εξής παράδειγμα: η βασική έννοια πολιτεία ίσως να μην ακούγεται οικεία σε όσους αναγνώστες δεν γνωρίζουν ελληνικά, αλλά την έχουν ήδη συναντήσει μεταφρασμένη ως «republic/république» [Πολιτεία], τίτλος τού διασημότερου διαλόγου τού Πλάτωνα. Ωστόσο, η μετάφραση «republic/république» [δημοκρατία/πολιτεία] δεν εξαντλεί το σημασιολογικό εύρος τού όρου. Όταν ο όρος πολιτεία εμφανίζεται στους κλασικούς συγγραφείς, ακολουθεί συνήθως μια συζήτηση όσον αφορά τρεις τύπους ή μορφές πολιτείας: την μοναρχία, την ολιγαρχία και την «δημοκρατία» (ή, εναλλακτικά, έξι, αν συμπεριλάβουμε και τις τρεις αντίστοιχες παρεκβάσεις ή εκτροπές τους). Ορισμένες, όμως, φορές ο όρος πολιτεία αποδίδεται ως «πολίτευμα» ή ακόμη και ως «κυβέρνηση». Για παράδειγμα, ο Αριστοτέλης, στην «Αθηναίων Πολιτεία» (κεφάλαιο 27), περιγράφει ως εξής τη «δημαγωγία» τού Περικλή: δημοτικωτέραν ἔτι συνέβη γενέσθαι τὴν πολιτείαν· σε μια τυπική μετάφραση στα αγγλικά το απόσπασμα αυτό αποδίδεται ως εξής: «το πολίτευμα εκδημοκρατικοποιήθηκε περισσότερο». Ο Αριστοτέλης συνεχίζει προσθέτοντας: ἅπασαν τὴν πολιτείαν μᾶλλον ἄγειν εἰς αὑτούς, το οποίο ο ίδιος μεταφραστής αποδίδει ως: «[το πλήθος] συγκέντρωσε σε μεγαλύτερο βαθμό όλες τις κυβερνητικές εξουσίες στα χέρια του». Θα ήταν συνεπέστερο να είχε γράψει «το πολίτευμα απέκτησε περισσότερο συγκεντρωτικό χαρακτήρα» — αλλά, προφανώς, αυτό θα δημιουργούσε ορισμένες δυσκολίες.

Εάν ο ίδιος βασικός πολιτικός όρος αποδίδεται άλλοτε με την έννοια τού πολιτεύματος και άλλοτε με την έννοια τής [δια-]κυβέρνησης, αυτό σημαίνει ότι δεν βρισκόμαστε στο πεδίο τής απλής ασάφειας, αλλά κινούμαστε πλέον στον νεφελώδη χώρο τής αμφιβολογίας (όρος τής γραμματικής και τής ρητορικής που δηλώνει τη σηµασιολογική απροσδιοριστία). Ας προσπαθήσουμε να εξασκήσουμε το βλέμμα μας σε δύο ακόμα αποσπάσματα τα οποία προέρχονται από δύο κλασσικά κείμενα τής δυτικής πολιτικής σκέψης, τα Πολιτικά τού Αριστοτέλη και το Κοινωνικό Συμβόλαιο τού Ρουσό, και στα οποία, όπως θα δούμε στη συνέχεια, η συγκεκριμένη απροσδιοριστία παρουσιάζεται με ιδιαίτερη ένταση. Στα Πολιτικά ο Αριστοτέλης δηλώνει την πρόθεσή του να ταξινομήσει και να αναλύσει τα διαφορετικά «πολιτεύματα» ή «μορφές διακυβέρνησης» [τὰς πολιτείας]: «Αφού λοιπόν «πολιτεία» και «πολίτευμα» είναι ταυτόσημα, το πολίτευμα δε είναι η κυρίαρχος των πόλεων εξουσία [τὸ κύριον τῶν πόλεων], κατ’ ανάγκην δε η κυρίαρχος αύτη εξουσία εκπροσωπείται ή υπό τού ενός ή υπό των ολίγων ή υπό των πολλών» (Πολιτικά, 1279a 25 κ.επ.).[1] Σύγχρονες μεταφράσεις τού αποσπάσματος δεν αποκλίνουν κατά πολύ από την εξής απόδοση: «Δεδομένου ότι πολιτεία και διακυβέρνηση σημαίνουν το ίδιο πράγμα και δεδομένου ότι η διακυβέρνηση είναι η υπέρτατη εξουσία τού κράτους…». Μια πιστότερη μετάφραση θα διατηρούσε τη σημασιολογική εγγύτητα μεταξύ των όρων πολιτεία (πολιτική δραστηριότητα) και πολίτευμα (το προκύπτον πολιτικό αποτέλεσμα). Ωστόσο, εκτός αυτού, είναι προφανές ότι το βασικό πρόβλημα με το εν λόγω απόσπασμα εντοπίζεται στην προσπάθεια τού Αριστοτέλη να αναιρέσει την αμφιβολογία μέσω τής χρήσης τού όρου κύριον. Μέσω μιας κάπως βίαιης ερμηνευτικής χειρονομίας, θα μπορούσαμε να παραφράσουμε σε σύγχρονο ιδίωμα το απόσπασμα ως εξής: η συντακτική εξουσία (πολιτεία) και η συντεταγμένη εξουσία (πολίτευμα) συνενώνονται σε μια ενιαία, κυρίαρχη (κύριον) εξουσία, που φαίνεται να είναι το στοιχείο εκείνο το οποίο εξασφαλίζει τη συνοχή μεταξύ των δύο πλευρών τής πολιτικής. Γιατί όμως να υφίσταται στο εσωτερικό τής πολιτικής αυτό το ρήγμα, που με δραματικό τρόπο υπογραμμίζει — και συγχρόνως συγκαλύπτει — η χρήση τής λέξης «κύριον»;

Στις παραδόσεις που έδωσε το 1977-1978 στο Κολέζ ντε Φρανς, ο Μισέλ Φουκό έδειξε ότι, όσον αφορά το Κοινωνικό Συμβόλαιο, σκοπός τού Ρουσό ήταν ακριβώς να συμβιβάσει νομικούς και συνταγματικούς όρους, όπως, για παράδειγμα, σύμβαση, γενική βούληση και κυριαρχία, με μια τέχνη τού κυβερνάν. Για το θέμα μας, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διάκριση — που αποτελεί βασικό στοιχείο τής πολιτικής σκέψης τού Ρουσό — μεταξύ κυριαρχίας και κυβέρνησης, όπως επίσης και οι τρόποι αλληλεπίδρασής τους. Στο άρθρο του για την «Πολιτική Οικονομία», που έγραψε μετά από παραγγελία των συντακτών τής Εγκυκλοπαίδειας, ο Ρουσό επισημαίνει τα εξής: «Θα ήθελα να παρακαλέσω τους αναγνώστες μου να διακρίνουν σαφώς ανάμεσα στο αντικείμενο που πραγματεύεται το παρόν άρθρο και το οποίο είναι η δημόσια οικονομία — ή, διαφορετικά, αυτό που εγώ αποκαλώ «κυβέρνηση» — και την υπέρτατη εξουσία ή ό,τι εγώ αποκαλώ «κυριαρχία». Η διαφορά έγκειται στο εξής: η κυρίαρχη εξουσία έχει το δικαίωμα τού νομοθετείν (le droit legislatif) … ενώ η κυβέρνηση έχει απλώς εκτελεστική εξουσία».

Στο Κοινωνικό Συμβόλαιο διατυπώνεται εκ νέου η διάκριση μεταξύ, αφενός μεν, τής γενικής βούλησης και τής νομοθετικής ικανότητας, αφετέρου δε, τής κυβέρνησης και τής εκτελεστικής εξουσίας, αλλά ο Ρουσό βρίσκεται τώρα αντιμέτωπος με την πρόκληση τής παρουσίασης των δύο αυτών στοιχειών ως διακριτά μεταξύ τους, αλλά συγχρόνως και ως αλληλένδετα — ως συνδεόμενα με δεσμό αμοιβαίας εξάρτησης, ως στενά συνυφασμένα μεταξύ τους. Ως εκ τούτου, βρίσκεται αναγκασμένος να απορρίψει σθεναρά κάθε ενδεχόμενο διαίρεσης στους κόλπους τής κυρίαρχης εξουσίας, και μάλιστα τη στιγμή ακριβώς που εκλαμβάνει ως δεδομένη τη διάκριση αυτή. Όπως και στον Αριστοτέλη, έτσι κι εδώ η κυριαρχία, ό,τι δηλ. είναι κύριον ή υπέρτατο, συνιστά τον έναν από τους δύο όρους τής διάκρισης, αλλά συγχρόνως και τον άρρηκτο δεσμό μεταξύ πολιτείας και κυβέρνησης.

Σήμερα παρατηρούμε τη συντριπτική υπερίσχυση τής διακυβέρνησης και τής οικονομίας έναντι κάθε έννοιας λαϊκής κυριαρχίας — έκφραση που στερείται πλέον νοήματος. Είναι ίσως το τίμημα που καλούνται να πληρώσουν οι δυτικές δημοκρατίες για μια φιλοσοφική κληρονομία που παρέλειψαν, για μεγάλο χρονικό διάστημα, να επανεξετάσουν με προσοχή. Το να αντιλαμβάνεται κανείς τη διακυβέρνηση απλώς ως εκτελεστική εξουσία είναι σφάλμα και μάλιστα ένα από τα σημαντικότερα στην ιστορία τής δυτικής πολιτικής. Αυτό εξηγεί γιατί η σύγχρονη πολιτική σκέψη εκτρέπεται σε κενές αφαιρέσεις, όπως είναι, για παράδειγμα, οι έννοιες «δίκαιο», «γενική βούληση», «λαϊκή κυριαρχία», αποτυγχάνοντας εντελώς να αντιμετωπίσει το κεντρικό πρόβλημα τής διακυβέρνησης στη συνάρτησή της, όπως θα έλεγε και ο Ρουσό, με την κυρίαρχη εξουσία ή τη θέση τής κυριαρχίας. Σε πρόσφατο βιβλίο μου προσπάθησα να δείξω ότι το κεντρικό αίνιγμα τής πολιτικής δεν είναι η κυριαρχία, αλλά η διακυβέρνηση· δεν είναι ο Θεός, αλλά οι άγγελοί του· δεν είναι ο μονάρχης, αλλά ο υπουργός του· δεν είναι το δίκαιο, αλλά η αστυνομία — ή, μάλλον, ο διττός κυβερνητικός μηχανισμός τον οποίο συναποτελούν και θέτουν σε κίνηση τα δύο αυτά στοιχεία.

Το δυτικό πολιτικό σύστημα προκύπτει από τη σύζευξη δύο ετερογενών στοιχείων, μιας πολιτικο-νομικής και μιας οικονομικο-κυβερνητικής ορθολογικότητας, μιας «πολιτειακής μορφής» και μιας «μορφής διακυβέρνησης». Και ναι μεν τα δύο αυτά στοιχεία μπορεί να είναι ασύμμετρα μεταξύ τους, παρέχουν όμως το ένα στο άλλο νομιμοποίηση και αμοιβαία συνοχή. Γιατί η πολιτεία καταλήγει να παγιδεύεται σ’ αυτή την αμφισημία; Τι είναι αυτό που παρέχει στο στοιχείο τής κυριαρχίας [κύριον] την εξουσία να εξασφαλίζει και να εγγυάται τη νομιμοποίηση τής ένωσής τους; Τι θα σήμαινε αν αυτό ήταν απλώς μυθοπλασία, ένα προπέτασμα για τη συγκάλυψη τού γεγονότος ότι στο κέντρο υπάρχει ένα κενό και ότι είναι αδύνατη κάθε συνάρθρωση των δύο αυτών στοιχείων, των δύο αυτών ορθολογικοτήτων; Τι θα σήμαινε αν το καθήκον που μας έχει ανατεθεί συνίσταται στη διάρρηξη τού δεσμού τους, ώστε να αναδυθεί βίαια το «μη-κυβερνήσιμο» στοιχείο, που αποτελεί πηγή και ταυτόχρονα σημείο φυγής κάθε ανεξαιρέτως πολιτικής;

Όσο η σκέψη αποφεύγει πεισματικά να αντιμετωπίσει το ακανθώδες αυτό πρόβλημα και τη συνακόλουθη αμφιβολογία του, κάθε συζήτηση για τη δημοκρατία, είτε ως μορφή πολιτεύματος, είτε ως κυβερνητική τεχνική, δεν είναι μάλλον παρά άσκοπη φλυαρία.

(Από τη συλλογή Démocratie, dans quel état?)


[1] «Διωρισμένων δὲ τούτων ἐχόμενόν ἐστι τὰς πολιτείας ἐπισκέψασθαι, πόσαι τὸν ἀριθμὸν καὶ τίνες εἰσί, καὶ πρῶτον τὰς ὀρθὰς αὐτῶν· καὶ γὰρ αἱ παρεκβάσεις ἔσονται (25) φανεραὶ τούτων διορισθεισῶν. ἐπεὶ δὲ πολιτεία μὲν καὶ πολίτευμα σημαίνει ταὐτόν, πολίτευμα δ’ ἐστὶ τὸ κύριον τῶν πόλεων, ἀνάγκη δ’ εἶναι κύριον ἢ ἕνα ἢ ὀλίγους ἢ τοὺς πολλούς…»

Χρησιμοποίησα τη μετάφραση Λεκατσά: «Επακριβώς δε καθορισθέντων τούτων, συνακολουθεί το προς έρευναν περί τας πολιτείας ζήτημα, πόσαι τον αριθμόν και ποίαι την φύσιν είναι, και κατά πρώτον αι ορθαί εκ τούτων· διότι αι παρεκβάσεις θα καταδειχθούν (25) ακριβώς εξ αυτού του καθορισμού των ορθών πολιτειών. Αφού λοιπόν «πολιτεία» και «πολίτευμα» είναι ταυτόσημα, το πολίτευμα δε είναι η κυρίαρχος των πόλεων εξουσία, κατ’ ανάγκην δε η κυρίαρχος αύτη εξουσία εκπροσωπείται ή υπό του ενός ή υπό των ολίγων ή υπό των πολλών…»

WordCnt:1566
Εικόνα: http://www.zozuedzech.com/noisepics/wp-content/uploads/File-9.jpg

Advertisements
 

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s