RSS

Ο Όργουελ, το ΝΑΤΟ και ο πόλεμος κατά τής Λιβύης—D.Losurdo

07 Απρ.

Ντομένικο Λοζούρντο

(ιταλικά, γαλλικά 1, 2)

Έχουν ακόμα νόημα οι λέξεις; Διαβάζοντας στον αγγλοσαξονικό και ιταλικό τύπο άρθρα για τον πόλεμο στη Λιβύη, ο Ντομένικο Λοζούρντο εντυπωσιάζεται από την αντιστροφή των νοημάτων. Η νατοϊκή προπαγάνδα ξεκινά με ένα χονδροειδές σημασιολογικό τέχνασμα, όπως ακριβώς συμβαίνει και με την προπαγάνδα που περιγράφεται από τον Τζωρτζ Όργουελ στο περίφημο φουτουριστικό του μυθιστόρημα.

Το 1949, ενώ εμαίνετο ένας ψυχρός πόλεμος που κινδύνευε από στιγμή σε στιγμή να μετατραπεί σε πυρηνικό ολοκαύτωμα, δημοσιεύεται το 1984, το τελευταίο βιβλίο τού Τζωρτζ Όργουελ, το οποίο έμελλε να γίνει το διασημότερο μυθιστόρημά του. Αν και ο τίτλος παραπέμπει στο μέλλον, είναι σαφές ότι η στόχευση στρέφεται προς την κατεύθυνση τής Σοβιετικής Ένωσης — που συμβολίζεται από τον ολοκληρωτικό ηγέτη, τον «Μεγάλο Αδελφό» — που καταπνίγει κάθε δυνατότητα επικοινωνίας μέσω τής διαστρέβλωσης τής γλώσσας και τής δημιουργίας μιας «νεογλώσσας» (νιουσπίκ), στο πλαίσιο τής οποίας κάθε έννοια μετατρέπεται στο αντίθετό της. Η δημοσίευση τού μυθιστορήματος κατά το αυτό έτος τής ίδρυσης τού ΝΑΤΟ (ο στρατιωτικός οργανισμός που μάλιστα υποτίθεται ότι δημιουργήθηκε για την προάσπιση τής ηθικής και τής αλήθειας) αποτέλεσε τη γενναία συμβολή τού Όργουελ στην εκστρατεία των δυνάμεων τής Δύσης. Δεν θα μπορούσε βέβαια να φανταστεί ότι η καταγγελία του θα αποδεικνυόταν πολύ πιο κατάλληλη για την περιγραφή τής κατάστασης που, μόλις λίγα χρόνια μετά το 1984, θα διαμορφωνόταν με το τέλος τού ψυχρού πολέμου και τον θρίαμβο των ΗΠΑ. Όπως και στην περίπτωση τής στρατιωτικής υπερδύναμης τού μυθιστορήματος, η «πολυμιντιακή» υπερδύναμη τής Δύσης μοιάζει να μην συναντά κανένα εμπόδιο: η αντιστροφή τής αλήθειας επιβάλλεται σήμερα μέσω ενός πανταχού παρόντος και ακατάπαυστου πολυμιντιακού βομβαρδισμού με απόλυτα ολοκληρωτικό χαρακτήρα — πράγμα το οποίο προκύπτει σαφώς και από τον εν εξελίξει πόλεμο στη Λιβύη.

Πόλεμος

Πράγματι, έχει εδώ τεθεί σε κίνηση η ισχυρότερη στρατιωτική μηχανή που γνώρισε ποτέ η ιστορία· υπάρχουν, όπως άλλωστε αναμενόταν, άμαχοι θύματα των βομβαρδισμών τού ΝΑΤΟ· χρησιμοποιούνται όπλα (απεμπλουτισμένου ουρανίου) των οποίων οι επιπτώσεις προορίζονται να διαρκέσουν για χρόνια. Αφότου ξέσπασαν οι εχθροπραξίες, ως επικεφαλής των στρατιωτικών επιχειρήσεων, εκτός από τις ΗΠΑ, ξεχωρίζουν η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, χώρες με μακρά ιστορία αποικιακής επέκτασης και κυριαρχίας στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική. Επιπλέον βρισκόμαστε σε μια περιοχή πλούσια σε πετρέλαιο και οι πλέον έγκριτοι εμπειρογνώμονες, όπως και τα μέσα ενημέρωσης, ασχολούνται ήδη με την ανάλυση τής νέας γεωπολιτικής και γεωοικονομικής οργάνωσης. Και, ωστόσο — όπως διαβεβαιώνεται από τον Ομπάμα, τους συνεργάτες, τους συμμάχους και τους υποτελείς του — δεν πρόκειται για πόλεμο, αλλά για ανθρωπιστική επιχείρηση που αποβλέπει στην προστασία τού άμαχου πληθυσμού και η οποία επιπλέον έχει εξουσιοδοτηθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Στην πραγματικότητα, η στάση την οποία το ΝΑΤΟ τηρεί τόσο έναντι τής αλήθειας όσο και έναντι των θυμάτων του είναι απολύτως ηγεμονική. Πρέπει κατά πρώτο λόγο να επισημάνουμε ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των δυτικών δυνάμεων άρχισαν προ και άνευ τής εγκρίσεως τού ΟΗΕ. Στη Sunday Mirror, στο φύλλο τής 20 Μαρτίου, ο Μάικ Χάμιλτον αποκάλυψε ότι εδώ και «τρεις εβδομάδες» διεξάγουν ήδη επιχειρήσεις στη Λιβύη «εκατοντάδες» Βρετανοί στρατιώτες, πλαισιωμένοι από τις πλέον επίφοβες και προηγμένες στον κόσμο δυνάμεις στρατού (SAS), μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και «δύο ειδικές μονάδες που φέρουν την επωνυμία «Smash» λόγω των ιδιαιτέρων ικανοτήτων τους καταστροφής».[1] Επομένως, η επίθεση είχε ήδη ξεκινήσει, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι με τους εκατοντάδες Βρετανούς στρατιώτες βρίσκονταν ήδη σε συνεργασία «μικρές ομάδες τής CIA» στο πλαίσιο μιας «τεράστιας σκιώδους δυτικής δύναμης», στα καθήκοντα τής οποίας, σύμφωνα με τις επιθυμίες τής «κυβέρνησης Ομπάμα» και μάλιστα πριν «την έναρξη των εχθροπραξιών στις 19 Μαρτίου», περιλαμβάνονταν τόσο «ο ανεφοδιασμός των ανταρτών όσο και η ολοκληρωτική αφαίμαξη τού στρατού τού Καντάφι».[2] Ακόμη πιο αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις αυτές διεξάγονται σε μια ήδη εύθραυστη χώρα λόγω τής εθνοτικής της δομής και τής μακράς αντιπαράθεσης μεταξύ τής Τριπολίτιδας και τής Κυρηναϊκής.

Δεύτερον, ακόμη και όταν απευθύνονται στον ΟΗΕ, οι ΗΠΑ και οι άλλες δυτικές δυνάμεις εξακολουθούν να διατηρούν το δικαίωμα κήρυξης πολέμων χωρίς την έγκριση τού Συμβουλίου Ασφαλείας — όπως για παράδειγμα συνέβη στην περίπτωση τού πολέμου κατά τής Γιουγκοσλαβίας το 1999 και κατά τον δεύτερο πόλεμο κατά τού Ιράκ το 2003. Κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα μπορούσε σήμερα να χαρακτηρίσει ως «δημοκρατική» μια κυβέρνηση που θα απευθυνόταν ως εξής στο κοινοβούλιό της: «Σας καλούμε να μας δώσετε την ψήφο εμπιστοσύνη σας, αλλά ακόμα και χωρίς αυτή θα εξακολουθήσουμε να κυβερνούμε με τον τρόπο που εμείς θεωρούμε καλύτερο». … Είναι κατ’ αυτόν τον τρόπο που οι ΗΠΑ και οι άλλες δυτικές δυνάμεις απευθύνονται στον ΟΗΕ! Με άλλα λόγια, τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών που λαμβάνουν χώρα στο Συμβούλιο Ασφαλείας νοθεύονται συχνά λόγω των συνεχών εκβιασμών στους οποίους επιδίδονται οι ΗΠΑ και η Δύση.

Τρίτον, από την στιγμή που απέσπασαν από το Συμβούλιο Ασφαλείας (μέσω τού εκβιασμού που περιγράφεται πιο πάνω) την επιθυμητή απόφαση, οι ΗΠΑ και η Δύση έσπευσαν να την ερμηνεύσουν κατ’ «αυθεντικό» τρόπο: η εξουσιοδότηση επιβολής ζώνης απαγόρευσης πτήσεων πάνω από τη Λιβύη μετατρέπεται εκ των πραγμάτων σε εξουσιοδότηση εγκαθίδρυσης καθεστώτος προτεκτοράτου.

Ωστόσο, όσο ισχυρά και αν είναι τα πολυμιντιακά μέσα στη διάθεση των εισβολέων, δεν μπορούν να κρύψουν την πραγματικότητα τού πολέμου. Παρ’ όλ’ αυτά, η νεογλώσσα τους αρνείται πεισματικά το προφανές: προτιμά, αντιθέτως, να κάνει λόγο για διεθνή αστυνομική επιχείρηση. Είναι όμως ενδιαφέρον να θυμίσουμε την ιστορία αυτής τής κατηγορίας. Το 1904, στα πλαίσια τής αναβίωσης τού δόγματος Μονρόε, ο Αμερικανός πρόεδρος Θίοντορ Ρούσβελτ θα επιχειρήσει μια ριζοσπαστική επανερμηνεία του εν λόγω δόγματος αναπτύσσοντας τη θεωρία μιας «διεθνούς αστυνομικής εξουσίας» την οποία «η πολιτισμένη κοινωνία» θα όφειλε να ασκεί επί των αποικιοκρατούμενων λαών και τής οποίας φορέας, όσον αφορά τη Λατινική Αμερική, θα είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Να, λοιπόν, που επιστρέφουμε στην πραγματικότητα τής αποικιοκρατίας και των αποικιακών πολέμων — μια πραγματικότητα που η νεογλώσσα επιχειρεί να απωθήσει.

Διαπιστώνουμε δυστυχώς ότι στην πρώτη γραμμή τού εγχειρήματος αντιστροφής τής αλήθειας μέσω τής προώθησης τής νεογλώσσας εμπλέκεται ο Πρόεδρος τής Ιταλικής Δημοκρατίας, κ.Τζόρτζιο Ναπολιτάνο, ο οποίος επιστρατεύοντας την απαράμιλλη ρητορική του δεινότητα επιχειρηματολογεί υπέρ τής άποψης ότι αυτό που συμβαίνει σήμερα στη Λιβύη … δεν είναι πόλεμος! Αν προσπαθούσε, έστω και στοιχειωδώς, να ανατρέξει στις αναμνήσεις του ως κομμουνιστή αγωνιστή, θα αντιλαμβανόταν ότι η επιχειρούμενη απώθηση τής πραγματικότητας τού πολέμου δεν συνιστά στην πραγματικότητα παρά ομολογία. Όπως εξήγησε ο Λένιν στην εποχή του, οι μεγάλες δυνάμεις δεν θεωρούν τις αποικιακές τους εκστρατείες ως πολέμους, και τούτο όχι μόνο εξαιτίας τής τεράστιας ανισορροπίας στο συσχετισμό των αντιπάλων δυνάμεων στο πεδίο, αλλά και λόγω τού ότι τα θύματα «δεν αξίζουν καν να λέγονται λαοί (πώς θα μπορούσαν άλλωστε οι Ασιάτες και οι Αφρικανοί να λέγονται λαοί;)»[3]

Άμαχοι

Ο πόλεμος ή αλλιώς η επιχείρηση «διεθνούς αστυνόμευσης» που εξαπολύθηκε εναντίον τής Λιβύης έχει ως σκοπό να εμποδίσει την προγραμματισμένη από τον Καντάφι σφαγή των «αμάχων». Μόνο που αυτή η νεογλώσσα αμέσως διαψεύδεται και αναιρείται από τα ίδια τα όργανα του τύπου που έχουν επιφορτισθεί με την αναμετάδοσή της. Στο φύλλο τής 20ής Μαρτίου τής Corriere della Sera δημοσιεύεται η φωτογραφία τής κατάρριψης ενός αεροσκάφους που εμφανίζεται τυλιγμένο στις φλόγες στον ουρανό τής Βεγγάζης. Στη λεζάντα τής φωτογραφίας και στο αντίστοιχο άρθρο-σχόλιο (τού Lorenzo Cremonesi) διευκρινίζεται ότι επρόκειτο για «καταδιωκτικό» αεροσκάφος, ο κυβερνήτης τού οποίου ήταν ένας από τους «πιο έμπειρους πιλότους» που διέθεταν οι αντάρτες και ότι χτυπήθηκε από «πυραύλους εδάφους-αέρος τού Καντάφι». Κάθε άλλο παρά άοπλοι πολίτες, οι αντάρτες διαθέτουν προηγμένα όπλα και, όπως αποδεικνύεται, λαμβάνουν, από την αρχή, υποστήριξη από τη CIA και άλλες μυστικές υπηρεσίες, με άλλα λόγια, από «μια μεγάλη δυτική δύναμη που έχει αναλάβει σκιώδη δράση», καθώς επίσης και από επίφοβες, ειδικές βρετανικές μονάδες που φημίζονται για «τις ικανότητές τους καταστροφής». Αυτοί θα πρέπει, λοιπόν, να χαρακτηριστούν ως άμαχοι; Τώρα όμως, μετά την παρέμβαση μιας ισχυρής διεθνούς δύναμης, η αντίστροφη αυτή άποψη δεν θα έπρεπε μάλλον να θεωρηθεί ως ουσιαστικά εξουδετερωμένη;

Αλλά ένας περαιτέρω προβληματισμός θα μπορούσε να αποδειχθεί χρήσιμος σε σχέση με την υπό συζήτηση κατηγορία. Όπως επισημαίνει ο Avishai Margalit, καθηγητής στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο τής Ιερουσαλήμ, η ισραηλινή κυβέρνηση περιλαμβάνει επίσης την «εκτόξευση πετρών» στον επίσημο απολογισμό των «τρομοκρατικών εχθρικών επιθέσεων». Και, όπως γνωρίζουμε, έναντι των τρομοκρατών δεν μπορούμε να περιοριστούμε σε ημίμετρα. Στην φημισμένη αμερικανική εφημερίδα των ΗΠΑ, την International Herald Tribune, μπορούμε να διαβάσουμε την περιγραφή «εξοργιστικών σκηνών θανάτου», που διαδραματίζονται «ενώ ένα άρμα επίθεσης και ένα ισραηλινό ελικόπτερο ανοίγουν πυρ εναντίον μιας ομάδας παλαιστινίων διαδηλωτών, συμπεριλαμβανομένων και παιδιών, στον προσφυγικό καταυλισμό τής Ράφα». Βεβαίως, ακόμη και ένα παιδί που εκτοξεύει πέτρες εναντίον του στρατού κατοχής μπορεί να θεωρείται και να αντιμετωπίζεται ως «τρομοκράτης». Η ισραηλινή δικηγόρος Leah Tsemel, η οποία αναλαμβάνει την υπεράσπιση υποθέσεων στις οποίες εμπλέκονται Παλαιστίνιοι, αναφέρει την υπόθεση «ενός δεκάχρονου παιδιού που, ενώ έβγαινε από την Ιερουσαλήμ, σκοτώθηκε κοντά σε σημείο ελέγχου από έναν στρατιώτη στον οποίο είχε μόλις ρίξει μια πέτρα».[4] Εδώ βλέπουμε το αποκορύφωμα του θριάμβου τής νεογλώσσας: ενώ ένας εξειδικευμένος μάχιμος πιλότος που κυβερνά ένα στρατιωτικό αεροσκάφος μπορεί να χαρακτηριστεί ως απλός πολίτης, ένα παιδί που ρίχνει πέτρες εναντίον του στρατού κατοχής είναι άνευ άλλου τρομοκράτης!

Διεθνής Δικαιοσύνη

Αν οι υπέρμαχοι τού αγώνα κατά των Παλαιστίνιων παιδιών-τρομοκρατών μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι, εκείνοι που στρέφονται κατά των αμάχων που δρουν στη Λιβύη θα παραπεμφθούν ενώπιον τού Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Και δεν κινδυνεύουν να παραπεμφθούν (ή να καταδικαστούν) μόνον τα στρατιωτικά στελέχη και οι πολιτικοί που έχουν υπό τον έλεγχό τους τη στρατιωτική μηχανή. Όχι, στο στόχαστρο βρίσκεται μια πολύ μεγαλύτερη ομάδα. Όπως ήδη εξηγούν οι Patrick Wintour και Julian Borger στην εφημερίδα Guardian τής 25 Φεβρουαρίου: «Βρετανοί αξιωματούχοι βρίσκονται σε άμεση επικοινωνία με ανώτερους αξιωματούχους τής Λιβύης φέρνοντάς τους αντιμέτωπους με το δίλημμα: εγκαταλείψτε τον Καντάφι, αλλιώς θα δικαστείτε για εγκλήματα κατά τής ανθρωπότητας».[5] Πράγματι, οι κυβερνήσεις τού Λονδίνου και γενικότερα των άλλων κρατών τής Δύσης υπογραμμίζουν σε κάθε ευκαιρία το σημείο αυτό. Αντιμετωπίζουν το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο ως Κόζα Νόστρα, δηλαδή ως ένα μαφιόζικο «δικαστήριο». Όμως το πιο σημαντικό και εξωφρενικό σημείο εντοπίζεται στο εξής: τον κίνδυνο ισόβιας φυλάκισης αντιμετωπίζουν και Λίβυοι αξιωματούχοι οι οποίοι δεν κατηγορούνται για κανένα αδίκημα. Πράγμα που σημαίνει ότι αφότου παρενέβησαν σε μια εμφύλια σύρραξη την οποία κατά πάσα πιθανότητα υποκίνησαν — ή εν πάση περιπτώσει τροφοδότησαν με την ανάληψη τής στρατιωτικής δράσης πριν από το ψήφισμα του ΟΗΕ — ο Ομπάμα, ο Κάμερον, ο Σαρκοζί, κλπ. συνεχίζουν να παραβιάζουν τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, απειλώντας με βίαιη εκδίκηση, ακόμα και μετά τη λήξη των εχθροπραξιών, όσους δεν υποτάσσονται αμέσως στη εκφρασθείσα βούληση εξουσίας, κυριαρχίας και λεηλασίας τού ισχυρότερου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η ισχύουσα σήμερα νεογλώσσα μπορεί να μετατρέπει τα θύματα σε υπεύθυνους «εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας» και τους υπεύθυνους για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας σε θεράποντες τής «διεθνούς δικαιοσύνης».

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εκείνο που σήμερα εκδηλώνεται με ασυγκράτητη ορμή, μαζί με μια μηχανή θανάτου και καταστροφής χωρίς προηγούμενο στην ιστορία, είναι αυτή η νεογλώσσα: δηλαδή, η γλώσσα τής Αυτοκρατορίας.

[1] « Crack SAS troops hunt Gaddafi weapons inside Libya», Mike Hamilton, Sunday Mirror, 20/3/2011.
[2] « C.I.A. Agents in Libya Aid Airstrikes and Meet Rebels», Mark Mazzetti & Eric Schmitt, The New York Times, 30/3/2011.
[3] Λένιν, Άπαντα, τομ. 24, p. 416-17 (ιταλ. έκδοσ.).
[4] Επ’ αυτού δείτε, Il linguaggio dell’Impero, Domenico Losurdo, Laterza, Roma-Bari, 2007, κεφ. I, § 13.
[5] « Libya : UK officials tell Gaddafi loyalists to defect or face war crimes trial », Patrick Wintour & Julian Borger, The Guardian, 25/2/2011.

Advertisements
 
Σχολιάστε

Posted by στο 07/04/2011 in Αποικιοκρατία

 

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s