RSS

Οι στρατηγικές τού οικονομικού πολέμου—M.Dinucci

02 Μάι.

Πίσω από την επίθεση στη Λιβύη κρύβονται οι στρατηγικές τού οικονομικού πολέμου
(Manlio Dinucci, il manifesto, 30/4 [γαλλική μετάφραση])

Σε αντίθεση με ό,τι ακούγεται, η εισβολή στη Λιβύη έχει ήδη ξεκινήσει από τις μονάδες τής δυτικής εμπροσθοφυλακής που εδώ και καιρό δραστηριοποιούνταν στη λιβυκή επικράτεια προετοιμάζοντας τον πόλεμο — τις ισχυρές πετρελαϊκές εταιρείες και τις αμερικανικές και ευρωπαϊκές τράπεζες επενδύσεων.

Ποια είναι τα διακυβευόμενα συμφέροντα; Την απάντηση μάς δίνει ένα άρθρο τής διάσημης οικονομικής και επιχειρηματικής εφημερίδας Wall Street Journal («Εκ μέρους των δυτικών πετρελαϊκών επιχειρήσεων καμιά συμπάθεια για τη Λιβύη»). Μετά την κατάργηση των κυρώσεων εναντίον τής Λιβύης το 2003 οι δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες έσπευσαν στη Λιβύη με μεγάλες προσδοκίες που όμως διαψεύστηκαν. Βάσει ενός συστήματος γνωστού με το όνομα Epsa-4, η λιβυκή κυβέρνηση χορηγούσε σε αλλοδαπές εταιρείες άδειες εκμετάλλευσης οι οποίες προέβλεπαν ότι το μεγαλύτερο ποσοστό τής αξίας τού εξορυσσόμενου πετρελαίου θα καταβαλλόταν στην κρατική εταιρεία πετρελαίων (την «National Oil Corporation of Libya» [Noc]): δεδομένου μάλιστα τού έντονου ανταγωνισμού, το ποσοστό αυτό ανερχόταν περίπου σε 90%. «Οι συμβάσεις Epsa-4 περιείχαν, σε παγκόσμιο επίπεδο, τους πιο επαχθείς για τις πετρελαϊκές εταιρείες όρους» δηλώνει ο Μπομπ Φρίκλαντ,[1] πρώην πρόεδρος τής αμερικανικής εταιρείας ConocoPhillips στη Λιβύη.[2]

Επομένως είναι προφανείς οι λόγοι για τους οποίους το Μεταβατικό Συμβούλιο — σε συµµόρφωση µε απόφαση η οποία είχε ήδη ληφθεί στην Ουάσιγκτον, το Λονδίνο και το Παρίσι, και όχι βεβαίως στη Βεγγάζη — συνέστησε την εταιρεία-κέλυφος με την επωνυμία «Λιβυκή Πετρελαϊκή Εταιρεία» [«Libyan Oil Company»—Loc]· πρόκειται για «έτοιμη» εταιρεία-φάντασμα, όμοια με εκείνες που χρησιμοποιούν οι επενδυτές των φορολογικών παραδείσων, η οποία προορίζεται να αντικαταστήσει την Noc, όταν οι «πρόθυμοι» θα έχουν θέσει υπό τον έλεγχό τους τις πετρελαιοφόρες ζώνες. Η αποστολή της συνίσταται στην εκχώρηση αδειών με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους υπέρ των αμερικανικών, βρετανικών και γαλλικών εταιρειών. Αντίθετα θα αντιμετωπίζονται δυσμενώς οι εταιρείες µε τα υψηλότερα επίπεδα παραγωγής πετρελαίου πριν από την έναρξη τού πολέμου: πρωτίστως η ιταλική Eni[3], η οποία είχε καταβάλει το 2007 ένα δισ. δολάρια προκειμένου να εξασφαλίσει την εκχώρηση δικαιωμάτων εκμετάλλευσης έως το 2042, και δευτερευόντως η γερμανική Wintershall. Όμως τη σοβαρότερη ζημιά θα υποστούν οι ρωσικές και κινεζικές εταιρείες στις οποίες ο Καντάφι υποσχέθηκε στις 14 Μαρτίου τού 2011 την μεταβίβαση των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης που αφαιρέθηκαν από τις ευρωπαϊκές και αμερικανικές εταιρείες. Τα σχέδια των «προθύμων» προβλέπουν επίσης την ιδιωτικοποίηση τής κρατικής εταιρείας πετρελαίου, μέτρο που πρόκειται να επιβληθεί από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ως αντάλλαγμα για την παροχή «βοήθειας» για την ανοικοδόμηση των βιομηχανιών και υποδομών που θα έχουν στο μεταξύ καταστραφεί από τους βομβαρδισμούς των «προθύμων».

Είναι επίσης προφανής ο σκοπός που επιδιώκεται με την ταυτόχρονη δημιουργία τής «Κεντρικής Τράπεζας τής Λιβύης» στη Βεγγάζη, ακόμα μία εταιρεία-κέλυφος στην οποία όμως έχει ανατεθεί μια σημαντική αποστολή για το μέλλον: η επίσημη διαχείριση των επενδεδυμένων στο εξωτερικό κρατικών κεφαλαίων τής Λιβύης, που ξεπερνούν τα 150 δισ. δολάρια, αφού θα έχει προηγηθεί η «αποδέσμευσή» τους από τις ΗΠΑ και τις ισχυρότερες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Όσο για την απάντηση στο ερώτημα ποιος τελικά θα διαχειριστεί τα κεφάλαια αυτά, αρκεί να στραφούμε στον βρετανικό τραπεζικό κολοσσό Hsbc, τον κύριο διαχειριστή και «θεματοφύλακα» των «παγωμένων» επενδυτικών κεφαλαίων τής Λιβύης στο Ηνωμένο Βασίλειο (περίπου 25 δισ. ευρώ): μια ομάδα υψηλόβαθμων στελεχών τής Hsbc εργάζεται ήδη στη Βεγγάζη με σκοπό το λανσάρισμα τής νέας «Κεντρικής Τράπεζας τής Λιβύης». Τόσο η Hsbc όσο και οι άλλες μεγάλες επενδυτικές τράπεζες θα μπορέσουν εύκολα να προσανατολίσουν τις λιβυκές επενδύσεις με γνώμονα τις δικές τους στρατηγικές.

Ένας από τους στόχους τους είναι η χρεοκοπία των χρηματοοικονομικών οργανισμών τής Αφρικανικής Ένωσης, η ίδρυση των οποίων κατέστη σε μεγάλο βαθμό δυνατή χάρις στις λιβυκές επενδύσεις — και πιο συγκεκριμένα τής Αφρικανικής Τράπεζας Επενδύσεων με έδρα την Τρίπολη, τής Κεντρικής Αφρικανικής Τράπεζας στην Αμπουτζά (Νιγηρία) και τού Αφρικανικού Νομισματικού Ταμείου με έδρα το Γιαουντέ (Καμερούν). Ο τελευταίος μάλιστα οργανισμός, ο οποίος επρόκειτο να προικοδοτηθεί με κεφάλαιο άνω των 40 δισ. δολαρίων, θα μπορούσε να παραμερίσει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που εξακολουθεί μέχρι σήμερα να εξουσιάζει τις αφρικανικές οικονομίες ανοίγοντας τον δρόμο για την είσοδο των πολυεθνικών και των αμερικανικών και ευρωπαϊκών επενδυτικών τραπεζών στις χώρες τής Αφρικής. Με την επίθεση κατά τής Λιβύης η συμμαχία των «προθύμων» επιδιώκει την καταστροφή των οργανισμών που θα μπορούσαν κάποτε να καταστήσουν δυνατή την οικονομική αυτονομία τής Αφρικής.


[1] [Robert Fryklund]
[2] Δείτε επίσης «Μονοπώλια και πόλεμος» (Ριζοσπάστης, 24/3)
[3] «Εθνική Εταιρεία Υδρογονανθράκων»

«Εξεγερσιακό» Έμβλημα-LOC

Advertisements
 

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s