RSS

Α.Μπαντιού—Ρεμπό:«Δημοκράτες» χωρίς «Δημοκρατία»

10 Ιολ.

Σεμινάριο 4/12/02

«Δεν υπάρχει Παρόν», έγραφε ο Μαλλαρμέ λίγο μετά τη συντριβή τής Κομμούνας. Στις μέρες μας, μέσω μιας αδιάκοπης προπαγάνδας, επιδιώκεται να δημιουργηθεί η εντύπωση πως έτσι είναι τα πράγματα και πως έχουν καλώς έτσι όπως είναι. Η πλέον συνηθισμένη τακτική που χρησιμοποιείται στα πλαίσια αυτής τής πολεμικής κατά τής δυνατότητας ύπαρξης ενός αληθινού παρόντος — το οποίο, όπως έχουμε δει, αποτελεί υπέρθεση-συνέκταση ενός παρελθόντος και ενός μέλλοντος — συνίσταται στη διαγραφή ολόκληρων κομματιών τής ιστορικής πραγματικότητας. Πρόκειται εν προκειμένω για μια διαδικασία που επιδιώκει ειδικότερα να καταστήσει ακατανόητες μάλλον παρά απεχθείς τις επαναστατικές υποκειμενικότητες τού παρελθόντος — μια διαδικασία την οποία έχω ήδη χαρακτηρίσει ως «θερμιδοριανή» και που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με μια ολόκληρη παράδοση που ανάγεται τουλάχιστον μέχρι τον Πλούταρχο (πβ. Βίοι Παράλληλοι) και σύμφωνα με την οποία η κατάφαση τού παρόντος είναι δυνατή στα πλαίσια μιας προσπάθειας αποσαφήνισης των υποκειμενικών μορφών τού παρελθόντος. Επιπροσθέτως, επιδιώκουν να μας πείσουν με κάθε τρόπο ότι ο κόσμος μεταβάλλεται με ασύλληπτο ρυθμό και επομένως οποιαδήποτε απόπειρα αναδρομής στο παρελθόν αποτελεί δείγμα αναχρονισμού, περιχαράκωσης, ξεπερασμένων αντιλήψεων, κ.ο.κ. Είμαι τής γνώμης ότι τα φαινόμενα αυτά μπορούν να υπαχθούν στην έννοια τής παραχάραξης τού παρόντος, τής αδυναμίας συγκρότησής του υπό το φως τού παρελθόντος του. Θα ήθελα να επιµείνω στο σηµείο αυτό, διότι υπάρχει η αντίληψη ότι το παρελθόν έχει εξ ορισμού κάτι το συντηρητικό. Βεβαίως, συμφωνώ ότι υπάρχουν συντηρητικές νοσταλγίες και εξιδανικεύσεις τού παρελθόντος, αλλά εκείνο που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι ο αντιδραστικός χαρακτήρας τής διαδικασίας που περιγράφηκε ανωτέρω έγκειται ακριβώς στη συσκότιση τής σημασίας τού παρελθόντος. Όπως ήδη ανέφερα, ο βασικός άξονας γύρω από τον οποίο κινούνται οι προσπάθειες τού σύγχρονου προπαγανδιστικού μηχανισμού είναι η δημιουργία πεποίθησης για την ανυπαρξία τού παρόντος. Αυτό άλλωστε είναι το αναγκαίο υποκειμενικό προαπαιτούμενο για την παραίτηση των ανθρώπων στο καταναλωτικό τους πεπρωμένο. Ωστόσο, υποστηρίζω ότι η αντίθετη πεποίθηση θα οδηγούσε στην προτίμηση τού παρόντος εις βάρος τού προϊόντος — εδώ συνοψίζεται το οπτιμιστικό μου όραμα για την ανθρωπότητα … η ανθρωπότητα δεν διαθέτει πλέον το όπλο τού παρόντος. Χρειάζεται επομένως μια αντιπροπαγάνδα με στόχο την πιστοποίηση τής ύπαρξης στιγμών τού παρόντος· ας σημειωθεί ότι σ’ αυτό ακριβώς συνίστατο η αποστολή τής φιλοσοφίας ήδη από την εποχή τού Πλάτωνα.

[Ανάγνωση δύο ποιημάτων τού Ρεμπό με τίτλους αντίστοιχα «Δημοκρατία» & «Πόλεμος» από τη συλλογή «Εκλάμψεις»]

Δημοκρατία

Η σημαία τραβάει εμπρός στο βρωμερό τοπίο και η διάλεκτός μας πνίγει τον ήχο τού τυμπάνου. Στα κέντρα θα θρέψουμε την πιο κυνική πορνεία. Θα πνίξουμε στο αίμα τις λογικές εξεγέρσεις. Στις νοτερές, τις αρτυμένες χώρες! Στη μισθοδοσία των βιομηχανικών και στρατιωτικών κολοσσών. Καλή αντάμωση εδώ, οπουδήποτε. Νεοσύλλεκτοι τής αγαθής βούλησης, άγρια η φιλοσοφία μας· αμαθείς στην επιστήμη, επιδέξιοι στις ανέσεις μας· κι όσο για τον κόσμο γύρω μας, ας ψοφήσει. Αυτή είναι η αληθινή πρόοδος. Πρόσω ολοταχώς, στο δρόμο που χαράξαμε![1]

Γιατί ο Ρεμπό επέλεξε αυτόν τον τίτλο; Κατά κοινή ομολογία των εξηγητών, η λέξη «δημοκρατία» οφείλει να ερμηνευτεί με γνώμονα το αποικιοκρατικό συγκείμενο τού ποιήματος. Αρκεί να υπενθυμιστεί ότι, έχοντας καταταγεί στον ολλανδικό στρατό, ο Ρεμπώ είχε συμμετάσχει στην αποικιοκρατική αποστολή στη Σουμάτρα (το 1876(;)). Επομένως, είναι πολύ πιθανό το κείμενο να αποτυπώνει την εμπειρία αυτή. Η θέση τού Ρεμπό είναι ότι μόνο η άμεση εμπειρία τής ιμπεριαλιστικής στρατοκρατούμενης πραγματικότητας μάς επιτρέπει να γνωρίσουμε την πραγματική ουσία τής «δημοκρατίας» — ή τουλάχιστον τι κρύβεται πίσω από τη συμβατική αντίληψη τής εποχής για την έννοια αυτή. Υπό το πρίσμα δε τής εμπειρίας αυτής, ο Ρεμπό θα επιχειρήσει στη συνέχεια να επισημάνει σε τι συνίσταται το «δημοκρατικό υποκείμενο». Πιστεύω ότι πρόκειται για μια καλή μέθοδο: για να μάθουμε τι είναι στην πραγματικότητα το «δημοκρατικό» υποκείμενο, θα πρέπει να δούμε πώς συμπεριφέρεται ο «εκπατρισμένος» δημοκράτης, να περιγράψουμε πώς ενεργεί στην «αλλοδαπή», εκεί δηλ. όπου δεν υπάρχει δημοκρατία. Το αποτέλεσμα είναι μια «έκλαμψη»: η εικόνα τού «δημοκράτη» κάτω από το φως τής αποικιοκρατίας, ο «δημοκράτης» με στολή λεγεωναρίου. — Το ποίημα είναι λίγο-πολύ εύληπτο. Σε πρώτο πρόσωπο μιλάει ο «δημοκράτης» (ολόκληρο το κείµενο τίθεται εντός εισαγωγικών): η διάλεκτός μας πνίγει τον ήχο τού τυμπάνου: η πολιτισμένη γλώσσα μας πνίγει τη γλώσσα των ντόπιων·[2] στα [αστικά] κέντρα (— στις αποικιακές πόλεις· πιθανόν όµως να αναφέρεται και στα μητροπολιτικά κέντρα) θα θρέψουμε την πιο κυνική πορνεία (η λέξη «πορνεία» πρέπει να εκληφθεί τόσο µε την κυριολεκτική όσο και με την ευρύτερη σημασία της, αναφέρεται δηλ. σε κάθε είδους συναλλαγές και εμπόριο· πιο συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά στον αφανισμό των μικρών, «κατατμημένων», αυτόχθονων κοινωνιών, καθώς αυτές βυθίζονται στα «παγωμένα νερά τού εγωιστικού υπολογισμού» — για να θυμηθούμε εδώ την έκφραση που χρησιμοποίησε ο Μαρξ για την διαδικασία καταστροφής των παραδοσιακών κοινωνιών από το Κεφάλαιο)· θα πνίξουμε στο αίμα τις λογικές εξεγέρσεις (ακόμα και την ίδια την λογική, θα καταστρέψουμε την αρχή καθαυτή τής ελάχιστης συνεκτικότητας τής ανθρώπινης ύπαρξης). Στις νοτερές, τις αρτυμένες χώρες! (στις επαρχίες, μακριά από τα μεγάλα κέντρα) — στη μισθοδοσία των βιομηχανικών και στρατιωτικών κολοσσών [το ποίημα αποτελεί μια ωμή, κοινότοπη διαπίστωση τής φύσης τού δημοκρατικού ιμπεριαλισμού· αυτό άλλωστε είναι και το νόημα τής αρχικής φράσης «η σημαία τραβάει στο βρωμερό τοπίο»]. Καλή αντάμωση εδώ, οπουδήποτε: η ιμπεριαλιστική θηριωδία, ως δύναμη αφαίρεσης, μεταμορφώνει το «εδώ» σε «οπουδήποτε»· το «εδώ» δεν νοείται πλέον με την έννοια που του αποδίδουν όσοι κατοικούν «εκεί» και, επομένως, υπ’ αυτήν την προοπτική, η λογική τού σύγχρονου ιμπεριαλισμού είναι κάθε άλλο παρά μια λογική ιδιοποίησης ενός τόπου· αυτό μάλιστα αποτελεί τη βασική ειδοποιό διαφορά που τον διακρίνει από τον ιμπεριαλισμό τής αρχαιότητας: για παράδειγμα, στον ρωμαϊκό ιμπεριαλισμό, όσο έντονη και αν ήταν η βία που ασκούσε η Ρώμη με σκοπό την υποδούλωση των λαών — και δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι επρόκειτο για ένα επιθετικό‒ιμπεριαλιστικό κράτος που επιδιδόταν σε υπέρμετρη χρήση βίας — γινόταν προσπάθεια οι υποταγμένοι λαοί να ενσωματωθούν σε ένα ευρύτερο σύστημα, στα πλαίσια τού οποίου αναγνωρίζονταν τα ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά που τους διέκριναν· αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι, προκειμένου η αυτοκρατορία να μπορεί να επαίρεται για την πολιτισμική της ποικιλομορφία, δινόταν ιδιαίτερη έμφαση στις πολιτισμικές αυτές αποχρώσεις: έτσι, για παράδειγμα, η υπαγωγή τής Αιγύπτου στο νοµικό καθεστώς τής αυτοκρατορίας κάθε άλλο παρά συνεπαγόταν την απεμπόληση τού ιδιαίτερού της χαρακτήρα. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τον σύγχρονο ιμπεριαλισμό, η ουσία τού οποίου έγκειται στην παραγωγή ενός οικουμενικού «οπουδήποτε» τόσο εντός όσο και εκτός των ορίων του. Χαρακτηριστικό γνώρισμα τής σύγχρονης βαρβαρότητας είναι η αντιμετώπιση των τόπων ως μη-τόπων, η αντιμετώπισή τους ως ισοδύναμων σημείων ενός (πραγματικά ή εν δυνάμει) ομοιογενούς χώρου· κάθε τόπος υποτάσσεται στη λογική τού αεροδρομίου, στη λογική ενός απόλυτου «οπουδήποτε». Νεοσύλλεκτοι τής αγαθής βούλησης: εδώ νοείται η καντιανή καλή θέληση· αναφέρεται επομένως σε όσους έχουν στρατευθεί στην υπηρεσία τής αγαθής βούλησης, στους μαχητές τής κατηγορικής επιταγής· έχει δε κανείς την εντύπωση ότι πρόκειται για προαγγελία των σύγχρονων υπέρμαχων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των μαχητών τής αγαθής δημοκρατικής βούλησης — το απόσπασμα, γραμμένο πριν από 125 περίπου χρόνια, θα μπορούσε να έχει γραφτεί πριν από τρία χρόνια ή ακόμα και χθες, αλλά δεν είναι αυτό που περιμένει κανείς από τους ποιητές — μια προδρομική διατύπωση που προηγείται κατά δυο ή τρεις αιώνες των συγχρόνων αντιλήψεων; Εδώ το πρότυπο παρουσίασης είναι υποθετικό-παραγωγικό: αν η αγαθή βούληση, η ηθική, ο πολιτισμός εμφανίζονται με τη μορφή τού νεοσύλλεκτου, τού στρατιώτη, τής στρατιωτικής επέμβασης, αυτό σημαίνει κατά κάποιον τρόπο την εκβαρβάριση τής υποκείμενης φιλοσοφίας τής εν λόγω διαδικασίας (άγρια η φιλοσοφία μας), τη μεταβολή της σε μια φιλοσοφία αποθηρίωσης και τοπικής αδιαφοροποίησης. Ομοίως, αν είμαστε αμαθείς στην επιστήμη, η μόνη μας επιδεξιότητα θα συνίσταται στην απόλαυση των ανέσεων τού «πολιτισμένου» δυτικού ανθρώπου (επιδέξιοι στις ανέσεις μας).[3] Σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα είναι ένα: η απόλυτη αδιαφορία για τον κόσμο (κι όσο για τον κόσμο γύρω μας, ας ψοφήσει). Η ιδιοφυία τού Ρεμπό έγκειται στο ότι, έχοντας περάσει από τη βάσανο ενός πραγματικού, από τη δοκιμασία τού πραγματικού τού αποικιοκρατικού ιμπεριαλισμού, είχε τη διαίσθηση ότι πίσω από τη λέξη «δημοκρατία» κρύβεται τελικά μια συνολική στάση αδιαφορίας απέναντι στον κόσμο. Άλλωστε αυτό δεν επαναλαμβάνουν ακούραστα όλοι γύρω μας — ότι η νεωτερικότητα, ο εκσυγχρονισμός, η αληθινή πρόοδος, δεν είναι άλλο από ένα συνονθύλευμα θηριωδίας, άγνοιας και συμφέροντος;

Πόλεμος

Όταν ήμουνα παιδί, κάποιοι ουρανοί ακόνισαν την όρασή μου: όλοι οι χαρακτήρες χρωμάτισαν την προσωπικότητά μου. Αναδεύτηκαν τα Φαινόμενα. — Τώρα, η αιώνια μετατροπία των στιγμών και το άπειρο των μαθηματικών με διώχνουν απ’ αυτό τον κόσμο όπου υπομένω όλες τις επιτυχίες τού πολίτη, σεβαστός για την παράξενη παιδική μου ηλικία και για τα απέραντα πάθη. — Σκέπτομαι ένα πόλεμο, για το δίκιο ή για τη βία, με πολύ αναπάντεχη λογική.

Είναι τόσο απλό, όσο μια μουσική φράση.[4]

Στο κείμενο αυτό εκτίθεται ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα όσον αφορά την κατασκευή ενός σχήματος υποκειμενικότητας ετερογενούς ως προς τον κόσμο. Μέσω τού σχεδιαζόμενου πόλεμου, είτε θα πρόκειται για «δίκαιο» πόλεμο είτε για πόλεμο «ισχύος» — με άλλα λόγια, είναι αδιάφορο αν τελικά κριθεί αναγκαία η προσφυγή στη χρήση βίας — εγκαθιδρύεται μια λογική που καταλαμβάνει εξ απροόπτου τον υφιστάμενο κόσμο (έναν πόλεμο, για το δίκιο ή για τη βία, με πολύ αναπάντεχη λογική). Για τον Ρεμπό, το ερώτημα τού κόσμου είναι λογικής τάξης· εκείνο που προέχει είναι η δημιουργία μιας νέας αναπάντεχης λογικής προς αντικατάσταση εκείνων που, όπως μας είπε στη «Δημοκρατία», πνίγηκαν στο αίμα — και αυτό είναι κάτι που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Πρόσω ολοταχώς λοιπόν για μια νέα λογική! Ποια είναι τα εχέγγυα για το εγχείρημα αυτό; Κατ’ αρχάς, αναφέρεται στη διανοητική διαύγεια, στην όξυνση τής αντίληψης: κάποιοι ουρανοί ακόνισαν την όρασή μου — και αυτό, όπως μας λέει, έγινε με σκοπό την όσο το δυνατόν ευρύτερη κατανόηση τής υποκειμενικής πολλαπλότητας, με σκοπό δηλαδή την εξάντληση τής κλίμακας των υποκειμενικών αποχρώσεων, την κάλυψη ολόκληρου τού φάσματος των υποκειμενικών διαβαθμίσεων: όλοι οι χαρακτήρες χρωμάτισαν την προσωπικότητά μου· έχοντας κατακτήσει την ικανότητα αυτή θα μπορέσει στη συνέχεια να αποκριθεί ενσυναισθητικά στα φαινόμενα (αναδεύτηκαν τα Φαινόμενα). Η νέα αυτή λογική άπτεται όχι μόνο τής θεώρησης (τής αιώνιας μετατροπίας των στιγμών) και τής λειτουργίας τής απόδειξης (τού άπειρου των μαθηματικών), αλλά και τής ίδιας τής κίνησης των απέραντων παθών. Πιο συγκεκριμένα, έχουμε να κάνουμε με μια σειρά διαφορετικών υποκειμενικών υποθέσεων στην εμπειρική διερεύνηση και επαλήθευση των οποίων ο Ρεμπό αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά, αλλά τις οποίες απέρριψε διαδοχικά, τη μια μετά την άλλη, — κι εδώ έγκειται η ιδιορρυθμία του — με σκοπό τη διατύπωση και βιωματική επαλήθευση νέων υπαρξιακών υποθέσεων εξίσου απόλυτων με τις προηγούμενες. Μέτρησα φρενίτιδες, γράφει στην «Αλχημεία τής λέξης», «φρενίτιδες» τις οποίες άφηνε πίσω του, τη μια μετά την άλλη, ως υποθέσεις με παντοτινή αξία· κι όμως, έρχεται κάποτε η στιγμή που η μόνη υπόθεση τής οποίας η επαλήθευση ακόμα εκκρεμεί είναι η «μηδενική», η έσχατη υπαρξιακή υπόθεση, αυτή τού εμπόρου που ψάχνει την τύχη του στις αποικίες.

Είναι τόσο απλό, όσο μια μουσική φράση: σύμφωνα με τον Ρεμπό, όλες αυτές οι υπαρξιακές υποθέσεις θα πρέπει να είναι δυνατόν να αναχθούν σε μια ουσιαστική απλότητα. Κατ’ εμέ αυτή είναι η θέση που προβάλλεται από τους ποιητές. Πράγματι εκείνο που επιθυμούν οι ποιητές είναι η συστράτευση και συνένωση τού συνόλου των διαδικασιών τής τέχνης τους σε μια ενιαία ποιητική σύνθεση, ούτως ώστε αυτές να αποκαλυφθούν με την απλότητα και λιτότητα μιας μουσικής φράσης. Ωστόσο, ως προς αυτό θα ήθελα να εκφράσω την επιφυλακτικότητά μου. Ίσως αυτό φανεί επηρμένο, αλλά ό,τι προηγήθηκε δεν θα δίσταζα να το διαβάσω ως εάν να αφορούσε γεγονότα τής προσωπικής μου βιογραφίας. Αλλά όταν ο Ρεμπό μοιάζει να προτείνει την έλευση μιας νέας ανθρωπότητας υπό το έμβλημα μιας τελεσίδικης απλότητας, οφείλω να πάρω κάποιες αποστάσεις, κι αυτό στο όνομα τής ανεξάλειπτης πολλαπλότητας των διαδικασιών αλήθειας. Όπως έχω τονίσει κατ’ επανάληψη, αν θέλουμε να σώσουμε τον κόσμο, είμαστε υποχρεωμένοι να προχωρήσουμε βήμα προς βήμα. Είναι χιμαιρική η αναζήτηση μιας έσχατης μελωδίας πλήρως εναρμονισμένης προς αυτόν. Θα εισβάλουμε στις εξαίσιες πολιτείες, γράφει στο τέλος τής «εποχής στην κόλαση». Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά. Οι εκλάμψεις του δεν είναι παρά σκόρπια σπαράγματα. Το αδιέξοδο τού Ρεμπό οφείλεται στο γεγονός ότι η μοίρα τού ποιητή που αντίκρισε την πολλαπλότητα είναι να αρνηθεί κάποια στιγμή να υποκύψει στον πειρασμό τής ποιητικής απλότητας, να απαρνηθεί δηλαδή την επιθυμία τής αρμονικής φαεινότητας. Ωστόσο, από την ιδέα αυτή τής μουσικής φράσης θέλω να κρατήσω το στοιχείο τής επινοήσης ενός χώρου γαλήνης. Σε αντιπαράθεση με τις επικρατούσες συνθήκες εμπορευματικής υστερικοποίησης, ένας τέτοιος χώρος φαίνεται να συντελεί στη διαμόρφωση ευνοϊκών προϋποθέσεων για την καλλιέργεια και προστασία μιας νέας, εντελώς απρόβλεπτης λογικής. Θα ασχοληθώ την επόμενη φορά με το πρόβλημα τού εντοπισμού των κατάλληλων στρατηγικών και μέσων για την προαγωγή αυτής τής αίσθησης γαλήνης και αταραξίας. Αρκεί προς το παρόν να σημειώσω ότι πρόκειται για μέσα που επιτρέπουν την παρεμβολή ενός παράγοντα αδιαφορίας όσον αφορά συγκεκριµένα πράγµατα και καταστάσεις. Εδώ θα σας παρουσιάσω επιγραμματικά τα θεμελιώδη αυτά προαπαιτούμενα για τη δημιουργία ενός χώρου αταραξίας υπό τον γενικό τίτλο «πενταπλή αδιαφορία»: αδιαφορία ως προς τον αριθμό· ως προς το επικρατούν καθεστώς τού εφικτού· ως προς τις μερικότητες· ως προς την υποτιθέμενη αντινομία μεταξύ αυταρχικότητας και ανεκτικότητας· και τέλος αδιαφορία τόσο ως προς την επανάληψη τού παρελθόντος όσο και ως προς την έκταση ή προβολή στο μέλλον, στο μέτρο όμως που οι δυο αυτές έννοιες λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικά και όχι ταυτόχρονα. Τίθεται λοιπόν το εύλογο ερώτημα: οι «απάθειες» αυτές δεν μεταφράζονται σε μια γενικότερη αδιαφορία για τον νόμο; Όχι ακριβώς. Δεν προτείνω την κατάλυση κάθε έννοιας νόμου, αλλά την αποδοχή μιας μορφής αναστολής τής κανονιστικότητας των ταυτοτικών προσδιορισμών.


[1] — «Le drapeau va au paysage immonde, et notre patois étouffe le tambour. Aux centres nous alimenterons la plus cynique prostitution. Nous massacrerons les révoltes logiques. Aux pays poivrés et détrempés! Au service des plus monstrueuses exploitations industrielles ou militaires. Au revoir ici, n’importe où. Conscrits du bon vouloir, nous aurons la philosophie féroce; ignorants pour la science, roués pour le confort; la crevaison pour le monde qui va. C’est la vraie marche. En avant, route!»

Στο διαδίκτυο υπάρχουν δύο διαφορετικές μεταφράσεις (1,2), αλλά δυστυχώς δεν δεν αναφέρεται το όνομα μεταφραστ-ή/ριας.

[2] [Ο Ρεμπό παίρνει τα πράγματα ανάποδα: η γλώσσα τής αυτοκρατορίας, η γλώσσα των «πολιτισμένων», το μόνο μέτρο τής αληθινής ανθρωπότητας, είναι ένα χαλεπό ιδίωμα, μια γλώσσα οχληρή και ακατανόητη για τους ντόπιους πληθυσμούς, που ουδέποτε θέλησαν να τους μιλήσουν στη γλώσσα αυτή.]

[3] [Ο Ρεμπό κατόρθωσε, με εξαιρετική οξυδέρκεια, να αντιληφθεί ότι το διαρκές εγκώμιο τής επιστήμης και τής τεχνολογίας στον εξελιγμένο κόσμο δεν αποτελεί ένδειξη γνώσης, αλλά στην πραγματικότητα μια μορφή θηριώδους άγνοιας […] η υποταγή τής επιστήμης στην ικανοποίηση τού συμφέροντος οδηγεί στη μετατροπή της σε ένα είδος άγνοιας. Πρόκειται ουσιαστικά για μια υποκειμενική προδιάθεση που συναπαρτίζεται από μια μπασταρδεμένη ευφυία και μια επιτηδειότητα που περιορίζεται αποκλειστικά στην αμείωτη βελτίωση τού επιπέδου των ανέσεων, στη διαρκή ανάπτυξη των πολιτισμένων συνθηκών διαβίωσης τού δημοκρατικού δυτικού κόσμου.]

[4] «Enfant, certains ciels ont affiné mon optique : tous les caractères nuancèrent ma physionomie. Les Phénomènes s’émurent. – À présent, l’inflexion éternelle des moments et l’infini des mathématiques me chassent par ce monde où je subis tous les succès civils, respecté de l’enfance étrange et des affections énormes. – Je songe à une Guerre de droit ou de force, de logique bien imprévue. C’est aussi simple qu’une phrase musicale.» (η ελληνική μετάφραση (τροπ.) είναι των Εύα Μυλωνά – Αντώνη Κέπετζη.)

Advertisements
 

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s