RSS

Επιβολή ποινών για τις ταραχές: απόπειρα παραβίασης των δικονομικών εγγυήσεων

21 Αυγ.

Επιβολή ποινών για τις ταραχές: απόπειρα παραβίασης των δικονομικών εγγυήσεων με δυσοίωνες συνέπειες
Vera Baird (από την «προοδευτική» Guardian)

Η απέχθεια τής κοινής γνώμης και η λαϊκή απαίτηση για τιμωρία ενέχουν ιδιαίτερους κινδύνους, στο μέτρο που ανοίγοντας το δρόμο για την καταστρατήγηση των νομικών κανόνων ευνοούν περιπτώσεις επιλεκτικής και άδικης απονομής τής δικαιοσύνης, όπως, για παράδειγμα, στις υποθέσεις των τεσσάρων τού Γκίλφορντ και των έξι τού Μπέρμιγχαμ στη δεκαετία τού ογδόντα. Στη διάρκεια τής απεργίας των ανθρακωρύχων η Μάργκαρετ Θάτσερ χαρακτήρισε, κάποια στιγμή, τη NUM[1] ως «εσωτερικό εχθρό», γεγονός που κατέστησε σχεδόν αδύνατη την αμερόληπτη αστυνόμευση ή την διασφάλιση των αρχών τής δίκαιης δίκης για τους ανθρακωρύχους.

Σε ποιο βαθμό αρχίζει να διαγράφεται ξανά στον ορίζοντα ο κίνδυνος αυτός, όταν βλέπουμε τον Ντέιβιντ Κάμερον να δηλώνει ότι όποιος είχε ανάμειξη στα επεισόδια, έστω και σε ασήμαντο βαθμό, θα πρέπει να λογαριάζει ότι θα πάει φυλακή, όταν εκατό χιλιάδες άτομα έχουν ήδη υπογράψει αίτημα προς την κυβέρνηση ζητώντας την αφαίρεση των κοινωνικών επιδομάτων όσων κριθούν ένοχοι και όταν μια σειρά δημοτικών συμβουλίων προτίθενται να προχωρήσουν σε έξωση των δικαιούχων κοινωνικής στέγης που συγκατοικούν με δράστες των επεισοδίων, με μόνη αιτιολογία ότι είναι αδέρφια ή παππούδες των ταραχοποιών;

Όπως αναφέρθηκε την εβδομάδα αυτή στην Guardian, «ανώτερος κυβερνητικός υπάλληλος» απεύθυνε «συστάσεις» σε γραμματείς πταισματοδικείων[2] να υποδείξουν στους δικάζοντες δικαστές να αγνοήσουν όλες τις κατευθυντήριες οδηγίες όσον αφορά την επιμέτρηση των ποινών και να φυλακίσουν κάθε κατηγορούμενο για τα επεισόδια. Όπως φαίνεται, πρόκειται για εγκύκλιο πολιτικής που εκδόθηκε από την Δικαστική Υπηρεσία, η οποία είναι αρμόδια για την οργάνωση και διοίκηση των δικαστηρίων, και όχι από πρεσβύτερα μέλη τού δικαστικού σώματος, που, ας σημειωθεί, έλαβαν αμέσως αποστάσεις από την εν λόγω εγκύκλιο.

Πληροφορηθήκαμε την ύπαρξη τής εγκυκλίου μόνο και μόνο λόγω τής άστοχης ανακοίνωσης τής πρόεδρου τού δικαστηρίου τού Κάμπεργουελ Γκριν, Νοβέλο Νοάντες, η οποία αρχικά την αποκάλεσε «κυβερνητική οδηγία», αλλά στη συνέχεια ανακάλεσε τον χαρακτηρισμό, όταν προφανώς κάποιος τής θύμισε ότι ως δικαστικός λειτουργός απολαμβάνει ανεξαρτησίας κατά την άσκηση των καθηκόντων της.

Αν και το Υπουργείο Δικαιοσύνης αποποιήθηκε τη σχετική ευθύνη, η «οδηγία» δίνει έκφραση στο αίσθημα αποστροφής μεγάλου μέρους τής κοινής γνώμης, το οποίο τροφοδοτήθηκε από τις δηλώσεις κυβερνητικών εκπροσώπων, με σκοπό ειδικότερα τον επηρεασμό τής Δικαιοσύνης. Η δικαιολογημένη κοινωνική αγανάκτηση υπαγορεύει βεβαίως την υποχρέωση των δικαστικών λειτουργών να επιβάλουν στους «ταραχοποιούς» ποινές στερητικές τής ελευθερίας αυστηρότερες από εκείνες που συνήθως προβλέπονται για τα ίδια εγκλήματα. Ωστόσο, και παρά τις δηλώσεις τού πρωθυπουργού, ο ρόλος των δικαστών είναι να απονέμουν δικαιοσύνη λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις τής κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Οφείλουν δηλαδή να διαχωρίζουν τον κατ’ επάγγελμα εγκληματία από εκείνον που απλώς παρασύρεται στο έγκλημα, αλλά και να διακρίνουν όλους τους ενδιάμεσους βαθμούς ενοχής, ούτως ώστε να διασφαλίζονται οι προϋποθέσεις τής εξατομικευμένης ποινικής μεταχείρισης.

Η εν λόγω όμως «κυβερνητική οδηγία», εφόσον ερμηνευθεί με την ευρεία της έννοια, συνιστά απόπειρα ανατροπής τού πλαισίου αυτού. Συνεπάγεται, ουσιαστικά, για τους ταραχοποιούς την κατάργηση των χρηματικών προστίμων και των ποινών κοινωφελούς εργασίας και την αναστολή τής προσεκτικά δομημένης διαδικασίας επιμέτρησης των ποινών, που σύμφωνα με τις σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες θα οδηγούσε  σε ορισμένες περιπτώσεις στην υποχρεωτική υιοθέτηση μη στερητικών τής ελευθερίας ποινών. Όλες οι οδηγίες αυτές αναγνωρίζουν μεγάλα περιθώρια ευχέρειας όσον αφορά την επιμέτρηση τής ποινής ακόμη και στις σοβαρότερες των περιπτώσεων. Οι πλέον συναφείς στην προκειμένη περίσταση διατυπώθηκαν μετά τα επεισόδια στο Μπράντφορντ το 2001. Οι κατευθυντήριες αυτές οδηγίες δημοσιεύονται από την επιτροπή ποινών που απαρτίζεται από δικαστικούς, ακαδηµαϊκούς και επαγγελματίες εμπειρογνώμονες και τής οποίας προΐσταται ο λόρδος αρχιδικαστής τής Αγγλίας και τής Ουαλίας. Η συγκεκριμένη επιτροπή έχει ως στόχους τη χάραξη μιας συνεπούς και περιεκτικής πολιτικής με ταυτόχρονη διασφάλιση τής δικαστικής ανεξαρτησίας.

Επιπλέον, οι οδηγίες στην οριστική τους μορφή έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα. Για παράδειγμα, για το αδίκημα τής αποδοχής κλοπιμαίων αξίας μικρότερης των 1.000 λιρών ως αφετηρία για τη δικαστική επιμέτρηση τής ποινής τίθενται συνήθως η ποινή τού χρηματικού προστίμου ή οι λιγότερο επαχθείς ποινές κοινωφελούς εργασίας, ενώ οι επιλογές διευρύνονται σε περίπτωση επιβαρυντικών περιστάσεων που σχετίζονται με τον τρόπο απόκτησης των αντικειμένων, οπότε μπορεί να επιβληθεί και ποινή φυλάκισης διάρκειας μέχρι 12 εβδομάδων. Πρόκειται κατεξοχήν για περιπτώσεις απόκτησης αντικειμένων ως αποτέλεσμα εξαιρετικά σοβαρής και βίαιης διάρρηξης. Η βαρύτητα τής ζημίας και η ένταση τής ενοχής τού δράστη είναι οι δύο φράσεις-κλειδιά που θα βοηθήσουν τον δικαστή στο έργο τής αναζήτησης ελαφρυντικών. Η ομολογία τής ενοχής σε πρώιμο στάδιο τής διαδικασίας, η εκδήλωση μεταμέλειας και η εξοικονόμηση των εξόδων για την εκδίκαση τής υπόθεσης αποτελούν επίσης λόγους που επιτρέπουν στον δικαστή να προβεί στη μείωση μέχρι τού ενός τρίτου τής ποινής. Βλέπουμε ότι αυτή η προσεκτικά προσανατολισμένη ανάλυση οδηγεί, βήμα με βήμα, στη λήψη απόφασης σχετικά με το ύψος τής ποινής με τρόπο συμβατό με την ισχύουσα νομοθεσία και σε αντιστοιχία με τους εξής πέντε στόχους τού ποινικού κολασμού: τιμωρία, προστασία τού κοινού, αποτροπή τού εγκλήματος, αναμόρφωση και επανένταξη τού δράστη και επανόρθωση τής κοινωνικής ζημίας.

Επομένως, η απόπειρα παράκαμψης των δικονομικών εγγυήσεων και η μετατροπή των προβλεπομένων ποινών σε ενιαία ποινή φυλάκισης φαίνεται να οδηγεί σε δυσμενείς καταστάσεις. Αν έχει ακόμη κάποιο νόημα η αρχή τής διάκρισης των εξουσιών, αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από το ότι τα δικαστήρια είναι ανεξάρτητα από την κυβέρνηση. Οι υπερβολικές ποινές των τελευταίων ημερών — συμπεριλαμβανομένων τής πεντάμηνης φυλάκισης που επιβλήθηκε σε μια ανύπαντρη μητέρα λόγω τού ότι βρέθηκε στην κατοχή της ένα κλεμμένο σορτσάκι, τής εξάμηνης φυλάκισης σε πατέρα για αποδοχή δύο κλεμμένων ρακετών τού τένις και τής φυλάκισης πολλών ανήλικων παιδιών — δείχνουν ξεκάθαρα ότι η εν λόγω «κυβερνητική οδηγία» επηρέασε την έκβαση των υποθέσεων. Οι σοβαρές περιπτώσεις εγκλημάτων πρέπει βεβαίως να επισύρουν αυστηρές ποινές. Αλλά αυτή είναι μια αρχή με γενική ισχύ. Όπως αναμενόταν, οι πρώτες αποφάσεις που εξέδωσε το Δικαστήριο τού Στέμματος ήταν αυστηρές. Αυτό είναι ένα σημείο που ίσως πρέπει να υπογραμμίσουμε, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι εφέσεις κατηγορουμένων όπως αυτών που, κατά πάσα πιθανότητα, θα γίνουν γνωστοί ως οι «δύο τού Φέισμπουκ» θα οδηγήσουν στην ευνοϊκότερη ποινική τους μεταχείριση. Λιγότερο αυστηρές ποινές επιβλήθηκαν από δικαστή τού Μάντσεστερ, που όμως δήλωσε, πιθανώς ως ένδειξη αλληλεγγύης προς τους συναδέλφους του, ότι αποφάσισε και αυτός να υπερβεί τα όρια που θέτουν οι κατευθυντήριες οδηγίες.

Ποιες είναι λοιπόν οι μελλοντικές προοπτικές διασφάλισης αμερόληπτης κρίσης σε αμφισβητούμενες υποθέσεις, εάν κάποιοι ευεπηρέαστοι λαϊκοί δικαστές διατίθενται να συναινέσουν σε κρυφές πολιτικές ατζέντες; Το ότι η κοινωνία διψά για τιμωρία είναι πλέον κοινό μυστικό, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στο παρελθόν η ενστικτώδης αυτή αντίδραση οδήγησε σε φαινόμενα εσφαλμένης απονομής δικαιοσύνης. Όμως η ιστορία μάς διδάσκει και κάτι άλλο. Κατά τη διάρκεια τής απεργίας των ανθρακωρύχων ήταν πολύ δύσκολο να εξασφαλιστεί η δίκαιη εκδίκαση των υποθέσεών τους και η αθώωσή τους από τα πρωτοβάθμια δικαστήρια. Ωστόσο, μετά τη λήξη τής απεργίας, ήταν επίσης δύσκολο, σε ορισμένες ανθρακοφόρες περιοχές, να πειστούν οι ένορκοι να εκδώσουν καταδικαστική ετυμηγορία στις σχετικές υποθέσεις — πράγμα που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εκδίκηση των τοπικών κοινοτήτων για την πρότερη στάση των αρχών, δηλαδή ως αντίδραση στις μεροληπτικές πρακτικές των δικαστηρίων και τις επονείδιστες μεθόδους αστυνόμευσης.

Αν και οι ταραχές ήταν μια ανατριχιαστική ματιά στο απόλυτο χάος που ακολουθεί την κατάλυση τής τάξης, όμως σχεδόν εξίσου ανατριχιαστικό είναι και το αίσθημα τής έλλειψης δικαιοσύνης.

[1] Εθνική Ένωση Ανθρακωρύχων.
[2] Court clerks: νομικοί σύμβουλοι και όχι απλοί δικαστικοί υπάλληλοι.

Advertisements
 
Σχολιάστε

Posted by στο 21/08/2011 in Βία, Δίκαιο, Κράτος

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s