RSS

Το αόρατο τείχος—J.-P. Piérot

03 Σεπτ.

Jean-Paul Piérot (Ουμανιτέ, 1/9)

Το μεγάλο σαράκι που κατατρώει το γαλλικό πανεπιστήμιο είναι η ανικανότητά του να εκφράσει, σε όλο της το κοινωνιολογικό εύρος, την πραγματικότητα τής γαλλικής κοινωνίας. Πράγματι, απόδειξη τού ότι το πανεπιστήμιο λειτουργεί ως παραμορφωτικός καθρέφτης τής κοινωνικής πραγματικότητας είναι η αντιστρόφως ανάλογη σχέση μεταξύ τού αριθμού των φοιτητών που προέρχονται από εργατικές οικογένειες και τού αριθμού των συμφοιτητών τους με γονείς ελεύθερους επαγγελματίες ή ανώτερα εκτελεστικά στελέχη. Λίγο πάνω από δέκα τοις εκατό των φοιτητών είναι παιδιά εργατών, ενώ λιγότερο από έντεκα τοις εκατό είναι παιδιά μισθωτών — και αυτό παρά το γεγονός ότι οι δυο αυτές κατηγορίες αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία τού οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη και το γεγονός ότι μέσα σε μια πενταετία καταγράφηκε μείωση των ποσοστών αυτών περίπου κατά μία ποσοστιαία μονάδα, τότε οφείλουμε να παραδεχτούμε την ύπαρξη ενός απόλυτα αποτελεσματικού μηχανισμού αποκλεισμού των φτωχότερων στρωμάτων από την ανώτατη παιδεία. Τα στελέχη τής αυριανής κοινωνίας στρατολογούνται, κατά γενικό κανόνα, από τα ανώτερα στρώματα τής σημερινής μεσαίας τάξης. Το φαινόμενο δεν είναι βεβαίως νέο! Στα χρόνια μετά το 1968, γενιές ολόκληρες αγωνιστών τού φοιτητικού κινήματος δεν έπαψαν να μάχονται για ένα πανεπιστήμιο που θα προσέφερε στα παιδιά τής εργατικής τάξης προοπτικές περισσότερο συμβατές με την πραγματική σημασία τού κόσμου τής εργασίας. Ποιος θα μπορούσε τότε να φανταστεί ότι τριάντα ή σαράντα χρόνια αργότερα θα καθίστατο περισσότερο άτεγκτη η εφαρμογή τής αδιόρατης αυτής αρχής τού «κλειστού αριθμού» και ότι θα αυστηροποιούνταν ακόμα περισσότερο τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση;

Η ευθύνη για την κατάσταση αυτή δεν βαρύνει την πανεπιστημιακή κοινότητα, η οποία στη μεγάλη της πλειοψηφία συναινεί στην ανάγκη πραγματικής δημοκρατικοποίησης τής γνώσης, αλλά οφείλει να αποδοθεί στις πολιτικές που ακολουθήθηκαν τόσο στην τριτοβάθμια όσο και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Κατά τη διάρκεια μάλιστα τής καταστροφικής προεδρικής θητείας τού Νικολά Σαρκοζί αυτή η τάση υποβάθμισης και απαξίωσης τού δημόσιου χαρακτήρα τής εκπαίδευσης επιδεινώθηκε σε πρωτόγνωρο βαθμό. Δεν προκαλεί καμία έκπληξη το γεγονός ότι τόσοι νέοι και νέες δεν καταφέρνουν να περάσουν την πόρτα τού πανεπιστημίου, τη στιγμή που το κόστος τής φοιτητικής ζωής έχει γίνει απαγορευτικό για εκατομμύρια νοικοκυριά με μισθούς κάτω των 1.500 ευρώ, πόσω μάλλον για εκείνα τα νοικοκυριά που ζουν κάτω από το κατώφλι τής φτώχειας και που ήδη αριθμούν οκτώ εκατομμύρια μέλη. Γιατί, είτε αρέσει είτε όχι στον Φρεντερίκ Λεφέβρ, τα νοικοκυριά αυτά περιλαμβάνουν και παιδιά. Πριν καλά καλά αρχίσει το νέο ακαδημαϊκό έτος, η Εθνική Ένωση Φοιτητών[1] κατήγγειλε ήδη ότι το κόστος τής φοιτητικής στέγης στις πανεπιστημιακές πόλεις, σε συνδυασμό με την αύξηση των τελών εγγραφής, των διδάκτρων και των δαπανών σίτισης, αποτελούν δυσβάσταχτο βάρος για πολλούς σπουδαστές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το δικαίωμα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση καθίσταται μια διαρκής κούρσα μετ’ εμποδίων, που για κάποιους διεξάγεται με τις καλύτερες προϋποθέσεις, ενώ για τους υπόλοιπους η εξεύρεση μιας κακοπληρωμένης εργασίας για την χρηματοδότηση των σπουδών τους αποτελεί τη μόνη δυνατή επιλογή.

Τότε, για ποια «ισότητα ευκαιριών» μιλάμε, κατά την προσφιλή έκφραση των σαρκοζιστών, όταν οι γονείς πρέπει να ξοδέψουν 8.000 ευρώ για ετήσια δίδακτρα σε μια σχολή διοίκησης επιχειρήσεων;! Όταν το απολύτως απαγορευτικό κόστος για σπουδές σε κάποιο πολυτεχνείο αποθαρρύνει ακόμα περισσότερο τα παιδιά των εργατών που αντιπροσωπεύουν μόλις το 6% τού αριθμού των σπουδαστών στις σχολές αυτές! Αυτά είναι τα καταστροφικά αποτελέσματα μιας φιλελεύθερης αντίληψης για την παιδεία — αποτελέσματα που μάλιστα επιδεινώθηκαν συνεπεία τής απεμπλοκής τού Κράτους υπό την πρόφαση τής αυτονομίας των πανεπιστημίων. Η ενίσχυση των ανισοτήτων που υφίσταται η νεολαία των λαϊκών στρωμάτων συμβαδίζει με τον ρυθμό κατάργησης θέσεων εκπαιδευτικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (16.000 μόνο για το περασμένο έτος) στο πλαίσιο τής εφαρμογής τού κανόνα τής μίας πρόσληψης για κάθε δύο αποχωρήσεις λόγω συνταξιοδότησης.

Το πανεπιστήμιο και γενικότερα το σύστημα εκπαίδευσης βρίσκονται στον πυρήνα ενός πολιτικού και ιδεολογικού διακυβεύματος. Η σαρκοζική δεξιά αντιτείνει στην δημοκρατικοποίηση και την αναδιανομή τής γνώσης μια αντίληψη ταξικής ιδιοποίησης σε συνδυασμό με την επιλογή με «αξιοκρατικά» κριτήρια μιας μικρής μειοψηφίας προερχόµενης από τα λαϊκά στρώµατα. Το πλήρες ξήλωμα τής πολιτικής αυτής, κάνοντας μάλιστα αρχή με την αναδηµιουργία των θέσεων εκπαιδευτικού προσωπικού που ήδη καταργήθηκαν, θα πρέπει να αποτελέσει μία από τις προτεραιότητες τής αριστεράς. Δεν πρόκειται απλώς για ένα μεμονωμένο ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά για μια συνολική αντίληψη για την κοινωνική πρόοδο και συνοχή.

[1] Unef: Union nationale des étudiants de France.

Advertisements
 
Σχολιάστε

Posted by στο 03/09/2011 in Οικονομία, Παιδεία

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s