RSS

Λίκνισμα—Σ.Μπέκετ

11 Νοέ.


[A]

(μετάφραση: Μ.Λαχανάς, 1990)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Φωτισμός στην πολυθρόνα. Η υπόλοιπη σκηνή στο σκοτάδι. Φωτισμός στο πρόσωπο, σταθερός σ’ όλη τη διάρκεια του έργου, συνεχής, ανεπηρέαστος. Ευρύ φάσμα για να περιλαμβάνει και τις κινήσεις της πολυθρόνα. Όταν η πολυθρόνα μένει ακίνητη, το φως εστιάζεται σ’ αυτήν. Όταν το πρόσωπο μιλάει, κινείται μέσα κι έξω από το φως. Με το άνοιγμα πρώτα φωτίζεται το πρόσωπο. Μακριά παύση, έπειτα το φως διαχέεται και στην πολυθρόνα. Στο τέλος το φως αποσύρεται αντίστροφα. Πολυθρόνα — μακριά παύση — το πρόσωπο σιγά σιγά χάνεται στο σκοτάδι.

ΓΥΝΑΙΚΑ: πρόωρα γερασμένη. Μακριά αχτένιστα γκρίζα μαλλιά. Τεράστια μάτια βαμμένα άσπρα. Πρόσωπο ανέκφραστο. Άσπρα χέρια ακουμπισμένα στα μπράτσα της πολυθρόνας.
ΜΑΤΙΑ: Κλειστά ή ανοιχτά. Κοιτάζει ανέκφραστα. Ανοιχτά στην περίοδο 1, έπειτα αρχίζουν να μισοκλείνουν στη περίοδο 2, και στο μέσο μεταξύ 3 και 4 περιόδου απόλυτα κλειστά.
ΚΟΥΣΤΟΥΜΙ: Βραδινή τουαλέτα, μαύρη από γυαλιστερό ύφασμα. Ψηλός γιακάς. Μακριά μανίκια. Κοσμήματα φανταχτερά που αστράφτουν στο λίκνισμα. Αταίριαστο μαντίλι στο κεφάλι με εξωφρενικές γαρνιτούρες και πούλιες που λάμπουν στο λίχνισμα.
ΣΤΑΣΗ: Απόλυτα ακίνητη, ώσπου να φωτιστεί η πολυθρόνα. Μόλις φωτίζεται αρχίζει να γέρνει και να λικνίζεται.
ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ: Ξύλο ξεθωριασμένο, αστραφτερά λουστραρισμένο για να αντανακλά το φως όταν κινείται. Πλάτη κάθετη. Μπράτσα καμπύλα για να προδιαθέτουν το σκούπισμα των χεριών.
ΛΙΚΝΙΣΜΑ: Ελαφρό, αργό. Η πολυθρόνα κινείται με μηχανισμό χωρίς τη βοήθεια της γυναίκας.
ΦΩΝΗ: Προς το τέλος της περιόδου 4, όταν λέει το «την ώρα που αυτή σταμάτησε» βαθμιαία απαλότερη. Όπου γράφεται με έντονα γράμματα, προφέρεται απ’ τη γυναίκα μαζί με τη Φωνή. Ακόμα πιο μαλακά, κάθε φορά που προφέρεται το «Ακόμα», από τη γυναίκα.


ΓΥΝΑΙΚΑ: Στην πολυθρόνα.
ΦΩΝΗ: Η φωνή της γυναίκας μαγνητοφωνημένη.
Φωτίζεται η γυναίκα, στο προσκήνιο, λίγο αριστερά από το κέντρο της σκηνής.

1.
ΓΥΝΑΙΚΑ:

Ακόμα.
(Παύση. Λίκνισμα και Φωνή συγχρόνως.)
ώσπου στο τέλος
ήρθε η μέρα
στο τέλος ήρθε
τέλος μιας μακρόσυρτης μέρας
όταν είπε
στον εαυτό της
ποιον άλλον
την ώρα που αυτή σταμάτησε
την ώρα που αυτή σταμάτησε
βηματίζοντας δώθε κείθε
όλη μάτια
ψάχνοντας παντού,
πάνω, κάτω
για κάποιον
κάποιον σαν κι αυτήν
κάποιο πλάσμα σαν κι αυτή
λίγο σαν κι αυτή
βηματίζοντας δώθε κείθε
όλη μάτια
ψάχνοντας παντού
πάνω κάτω
για κάποιον
ώσπου στο τέλος
τέλος μιας μακρόσυρτης μέρας
στον εαυτό της
ποιον άλλον
την ώρα που αυτή σταμάτησε
— την ώρα που αυτή σταμάτησε —
βηματίζοντας δώθε κείθε
όλη μάτια
ψάχνοντας παντού
για κάποιον
μια ζωντανή ψυχή
βηματίζοντας δώθε κείθε
όλο μάτια σαν κι αυτήν
ψάχνοντας παντού
πάνω κάτω
για κάποιον
κάποιον σαν κι αυτή
λίγο σαν κι αυτή
βηματίζοντας δώθε κείθε
ώσπου στο τέλος
τέλος μιας μακρόσυρτης μέρας
στον εαυτό της
ποιον άλλον
πηγαίνοντας δώθε κείθε
την ώρα που αυτή σταμάτησε
(Μαζί: ηχώ από τη φράση, «την ώρα που αυτή σταμάτησε» η πολυθρόνα σταματάει, χαμηλώνει ο φωτισμός.)

2.
ΓΥΝΑΙΚΑ:

Ακόμα
(Παύση. Λίκνισμα και Φωνή συγχρόνως.)

ΦΩΝΗ:

Ώσπου στο τέλος
τέλος μιας μακρόσυρτης μέρας
επέστρεψε στο
στο τέλος επέστρεφε στο
λέγοντας στον εαυτό της
ποιον άλλον
την ώρα που αυτή σταμάτησε
— την ώρα που αυτή σταμάτησε —
βηματίζοντας δώθε κείθε
τότε που πήγε και κάθησε
στο παράθυρό της
σιωπηλή στο παράθυρό της
απέναντι άλλα παράθυρα
έτσι στο τέλος
τέλος μιας ατέρμονης μέρας
στο τέλος πήγε και κάθησε
επέστρεψε και κάθησε
στο παράθυρό της
ανέβασε τις κουρτίνες και κάθησε
σιωπηλή στο παράθυρό της
στο παράθυρο
απέναντι άλλα παράθυρα
μόνο παράθυρα
όλη μάτια
ψάχνοντας παντού
πάνω κάτω
για κάποιον
στο παράθυρό της
κάποιον σαν κι αυτήν
λίγο σαν κι αυτή
μια ζωντανή ψυχή
μιαν άλλη ζωντανή ψυχή
στο παράθυρό της
επιστρέφοντας σαν κι αυτή
επιστρέφοντας πίσω
στο τέλος
τέλος μιας μακρόσυρτης μέρας
λέγοντας στον εαυτό της
ποιον άλλον
την ώρα που αυτή σταμάτησε
την ώρα που αυτή σταμάτησε
βηματίζοντας δώθε κείθε
την ώρα που πήγε και κάθησε
στο παράθυρο της
σιωπηλή στο παράθυρό της
στο παράθυρο
απέναντι άλλα παράθυρα
μόνο παράθυρα
όλη μάτια
ψάχνοντας παντού
πάνω κάτω
για κάποιον
κάποιον σαν κι αυτήν
λίγο σαν κι αυτή
μια ζωντανή ψυχή
μιαν άλλη ζωντανή ψυχή
(Μαζί: η ηχώ «ζωντανή ψυχή, σταματάει η πολυθρόνα, χαμηλώνει ο φωτισμός.)

[B]

3.
ΓΥΝΑΙΚΑ:

Ακόμα
(Παύση. Λίκνισμα και φωνή.)

ΦΩΝΗ:

ώσπου στο τέλος
ήρθε η μέρα
στο τέλος ήρθε
τέλος μιας μακρόσυρτης μέρας
καθισμένη στο παράθυρό της
σιωπηλή στο παράθυρό της
απέναντι άλλα παράθυρα
μόνο παράθυρα
όλες οι κουρτίνες κατεβασμένες
ποτέ ανεβασμένες
μόνο η δική της
ώσπου ήρθε η μέρα
στο τέλος ήρθε η μέρα
τέλος μιας μακρόσυρτης μέρας
καθισμένη στο παράθυρό της
σιωπηλή στο παράθυρο
όλη μάτια
ψάχνοντας παντού
πάνω κάτω
για μια ανεβασμένη κουρτίνα
ανεβασμένη κουρτίνα
τίποτε περισσότερο
δεν πειράζει
χωρίς πρόσωπο
πίσω από τα τζάμια
αχόρταγα μάτια
σαν τα δικά της
να δει
να τη δουν
όχι
καμιά κουρτίνα ανοιχτή
σαν τη δική της
λίγο σαν κι αυτή
τίποτε περισσότερο
μια ανοιχτή κουρτίνα
ένα άλλο πλάσμα εκεί
πίσω από το τζάμι
μια ζωντανή ψυχή
μια άλλη ζωντανή ψυχή
ώσπου ήρθε η μέρα
ήρθε στο τέλος
τέλος ατέρμονης μέρας
που είπε στον εαυτό της
ποιον άλλον
την ώρα που αυτή σταμάτησε
την ώρα που αυτή σταμάτησε
καθισμένη στο παράθυρό της
σιωπηλή στο παράθυρό της
στο παράθυρο
απέναντι άλλα παράθυρα
παράθυρα
όλη μάτια
ψάχνοντας παντού
πάνω κάτω
η ώρα που αυτή σταμάτησε
η ώρα που αυτή σταμάτησε
(Μαζί με την ηχώ, «η ώρα που αυτή σταμάτησε», σταματάει η πολυθρόνα, χαμηλώνει ο φωτισμός.)

4.
ΓΥΝΑΙΚΑ:

Ακόμα
(Παύση. Λίκνισμα και φωνή συγχρόνως)

ΦΩΝΗ:

έτσι στο τέλος
τέλος μιας μακρόσυρτης μέρας
έπεσε
στο τέλος έπεσε
έπεσε στη απότομη σκάλα
κατεβασμένες οι κουρτίνες
εντελώς
μέσ’ την παλιά πολυθρόνα
της μητέρας την πολυθρόνα
που λικνιζόταν η μητέρα
όλα τα χρόνια
στο σκοτάδι
βαθύ σκοτάδι
καθόταν και λικνιζόταν
ώσπου ήρθε το τέλος της
ήρθε στο τέλος
τρελή όπως είπαν
ξετρελαμένη
όμως άκακη
καμιά κακία σ’ αυτήν
πέθανε μια μέρα
όχι
νύχτα πέθανε μια νύχτα
στην πολυθρόνα
στο βαθύ της σκοτάδι
έγειρε το κεφάλι
κι η πολυθρόνα λικνιζόταν
λικνιζόταν
λικνιζόταν συνέχεια ως το τέλος
τέλος μιας ατέρμονης μέρας
έπεσε
στο τέλος έπεσε
στην απότομη σκάλα
κατεβασμένες οι κουρτίνες
εντελώς
μεσ’ στην παλιά πολυθρόνα
σ’ αυτά τα μπράτσα επιτέλους
και λικνιζόταν
λικνιζόταν
με κλειστά μάτια
αυτή τόσο καιρό όλη μάτια
αχόρταγα μάτια
ψάχνοντας παντού
πάνω κάτω
δώθε κείθε
στο παράθυρό της
να δει
να τη δουν
ώσπου στο τέλος
τέλος μιας μακρόσυρτης μέρας
στον εαυτό της
ποιον άλλον
την ώρα που αυτή σταμάτησε
κατέβασε τις κουρτίνες και σταμάτησε
την ώρα που έπεσε
στην απότομη σκάλα
την ώρα ακριβώς που έπεσε
αυτή η ίδια άλλη
αυτή μια άλλη ζωντανή ψυχή
έτσι στο τέλος
τέλος μιας μακρόσυρτης μέρας
έπεσε
κατέβασε τις κουρτίνες
εντελώς
μέσα στην παλιά πολυθρόνα
και λικνιζόταν
λικνιζόταν μιλώντας στον εαυτό της
όχι
παρατημένη
στην πολυθρόνα
στα μπράτσα της τέλος
μιλώντας στην πολυθρόνα
κουνώντας την
μάτια κλειστά
γαμήσου ζωή μάτια κλειστά
λικνίζεται
λικνίζεται
(Μαζί με την ηχώ «λικνίζεται» σταματάει η πολυθρόνα, σβήνει το φως.)

Advertisements
 
Σχολιάστε

Posted by στο 11/11/2011 in Θέατρο

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s