RSS

Ρουσσώ—Α.Badiou

23 Νοέ.

Στοχασμός 32
(Είναι και Συμβάν, σελ.379-389)

«[Α]ν αφαιρέσετε από τις επιμέρους βουλήσεις τα συν και τα πλην που αλληλοεξουδετερώνονται, θα απομείνει ως υπόλοιπο η γενική βούληση.»(*)
Το Κοινωνικό Συμβόλαιο

Ας έχουμε υπόψη ότι ο Ρουσσώ δεν ισχυρίζεται ότι δίνει λύση στο περίφημο ζήτημα που θέτει: «Ο άνθρωπος γεννήθηκε ελεύθερος και παντού βρίσκεται αλυσοδεμένος». Αν με τον όρο επίλυση εννοήσουμε την εξέταση των πραγματικών διαδικασιών μετάβασης από τη μια κατάσταση (τη φυσική ελευθερία) στην άλλη (την πολιτική υπακοή), είναι αλήθεια ότι ο Ρουσσώ επισημαίνει ρητά ότι δεν διαθέτει λύση: «Πώς συνέβη αυτή η μεταβολή; Το αγνοώ». Η μέθοδός του εδώ, όπως και αλλού, συνίσταται στο να αφήνει κατά μέρος κάθε εμπειρικό δεδομένο, προκειμένου να θέσει τα θεμέλια για την ανάπτυξη των λειτουργιών τής σκέψης. Το ζητούμενο είναι να προσδιοριστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη και θεμιτή η «μεταβολή» αυτή. Εδώ, όμως, η λέξη «νομιμοποίηση» περιέχει αναφορά στην ύπαρξη, και μάλιστα στην ύπαρξη τής πολιτικής. Ως εκ τούτου, σκοπός τού Ρουσσώ είναι να εξετάσει τα εννοιολογικά προαπαιτούμενα τής πολιτικής ή, με άλλα λόγια, να στοχαστεί το είναι τής πολιτικής. Σύμφωνα δε με τον ίδιο, η αλήθεια τού είναι της θα έγκειται «στην πράξη με την οποία [ένας λαός υπάρχει ως λαός]».

Η ταύτιση τής νομιμοποίησης με την ύπαρξη καθ’ εαυτήν τής πολιτικής προκύπτει από το ότι η εμπειρική πραγματικότητα των Κρατών και το φαινόμενο τής πολιτικής υπακοής ουδόλως αποδεικνύουν την ύπαρξη τής πολιτικής. Στον Ρουσσώ βρίσκουμε την πολύ ισχυρή ιδέα ότι, για να γίνει λόγος για πολιτική, δεν αρκεί η εμπειρική εμφάνιση μιας κυρίαρχης εξουσίας. Τα μεγάλα Κράτη είναι στην πλειοψηφία τους α-πολιτικά, καθότι βρίσκονται στο τελικό στάδιο τής διάλυσής τους. Στην περίπτωσή τους, «το κοινωνικό σύμφωνο έχει καταλυθεί». Παρατηρούμε, πράγματι, ότι «πολύ λίγα έθνη έχουν νόμους». Η πολιτική είναι σπάνια, τόσο λόγω τού ότι η προσήλωση σε ό,τι τη θεμελιώνει είναι επισφαλής, όσο και λόγω τής ύπαρξης «ενός εγγενούς και αναπόφευκτου ελαττώματος που, από τη γέννηση τού πολιτικού σώματος, το οδηγεί αναπόφευκτα στην καταστροφή του».

Μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε ότι, η πολιτική θεωρούμενη από την οπτική τού πολλαπλού της (δηλ. ως «πολιτικό σώμα» ή ως «λαός») θα στερείται οιουδήποτε δομικού ερείσματος, στο μέτρο που θα βρίσκεται διαρκώς στα όρια τής διάλυσής της. Ο λόγος για τον οποίο ο Ρουσσώ θεωρείται ως εκείνος που καθιέρωσε οριστικά τη νεωτερική έννοια τής πολιτικής είναι ότι υποστήριξε με τον πλέον ριζοσπαστικό τρόπο ότι η πολιτική αποτελεί διαδικασία που ανακύπτει σε συνάρτηση με την εμφάνιση ενός συμβάντος και όχι ως αποτέλεσμα μιας δομής που θεμελιώνεται στο είναι. Ο άνθρωπος δεν είναι φύσει πολιτικό ζώο, διότι το τυχαίο τής πολιτικής συνιστά υπερ-φυσικό συμβάν. Αυτό είναι άλλωστε το νόημα τού αποφθέγματος ότι «είναι πάντα αναγκαίο να ανατρέχουμε σε μια πρώτη σύμβαση». Το κοινωνικό συμβόλαιο δεν είναι ένα ιστορικά τεκμηριωμένο γεγονός, ενώ οι αναφορές τού Ρουσσώ στην Αρχαία Ελλάδα και την Ρώμη αποτελούν απλώς το επίχρισμα τής χρονικής αυτής απουσίας. Το κοινωνικό συμβόλαιο αποτελεί τη συμβαντική μορφή που πρέπει να προϋποτεθεί, προκειμένου να μπορέσουμε να στοχαστούμε την αλήθεια τού τυχαίου και αβέβαιου είναι τού πολιτικού σώματος. Με την έννοια τού κοινωνικού συμβολαίου, ψηλαφούμε τη συμβαντικότητα τού συμβάντος, όπου κάθε πολιτική διαδικασία έρχεται αντιμέτωπη με την αλήθεια της. Εκτός αυτού, το ότι το κοινωνικό συμβόλαιο δεν υπόκειται σε καμία αναγκαιότητα αποτελεί και την αιχμή τής κριτικής που στρέφεται εναντίον τού Χομπς. Η υπόθεση ότι το πολιτικό σύμφωνο προκύπτει από την αναγκαιότητα εξόδου από την κατάσταση ενός πολέμου όλων εναντίον όλων και επομένως ότι το συμβάν τελεί σε σχέση εξάρτησης προς τα φαινόμενα τής βίας και τού εξαναγκασμού θα ισοδυναμούσε με την αποδοχή τού ετεροπροσδιορισμού τής συμβαντικότητάς του. Οφείλουμε, αντιθέτως, να αποδεχτούμε την πλεοναστικότητα τού αρχικού κοινωνικού συμβολαίου, την απόλυτη μη-αναγκαιότητα και τον λογικό κίνδυνο που ενέχει η έλευσή του, η οποία, ωστόσο, μπορεί να καταστεί αναδρομικά αντικείμενο στοχασμού. Η πολιτική αποτελεί μια τοπική και εύθραυστη δημιουργία τής συλλογικής ανθρωπότητας και σε καμία περίπτωση αντιμετώπιση μιας ζωτικής αναγκαιότητας. Η αναγκαιότητα είναι πάντοτε απολιτική, είτε εξεταστεί εκ των προτέρων (στη «φυσική κατάσταση»), είτε εκ των υστέρων (κατά τη διάλυση τού Κράτους). Κατ’ ουσίαν η πολιτική δεν είναι σύστοιχη παρά μόνο προς το συμβάν που την εγκαινιάζει.

Εξετάζοντας τη φόρμουλα τού κοινωνικού συμβολαίου, τη λεκτική διατύπωση δυνάμει τής οποίας προγενεστέρως διεσπαρμένα φυσικά πρόσωπα συγκροτούνται σε λαό, διαπιστώνουμε ότι σ’ αυτή σκιαγραφείται μια απολύτως νέα έννοια που ονομάζεται γενική βούληση: «Καθένας από μας θέτει από κοινού το πρόσωπό του και όλη του τη δύναμη κάτω από την ανώτατη καθοδήγηση τής γενικής βούλησης». Στο συγκεκριμένο όρο εστίασαν δικαιολογημένα όλες οι κριτικές εναντίον τού Ρουσσώ. Κι αυτό γιατί στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» η γενική βούληση λαμβάνεται ως δεδομένη ακόμη και πριν από τη συγκρότησή της. Προ τής συνάψεως τού συμβολαίου δεν υπάρχουν παρά μόνο επιμέρους βουλήσεις. Μετά τη σύναψή του η πολιτική έχει ως αποκλειστικό σημείο αναφοράς τη γενική βούληση. Ωστόσο, το κοινωνικό συμβόλαιο είναι εκείνο που διατυπώνει ευκρινώς την υποταγή κάθε επιμέρους βούλησης στη γενική βούληση. Διακρίνουμε εδώ μια συστροφική δομή: από τη στιγμή που θα συγκροτηθεί η γενική βούληση, το είναι της θα θεωρείται ότι προϋπάρχει τής συγκρότησής της.

Η δομή αυτή μπορεί να αποσαφηνιστεί μόνο εάν θεωρήσουμε ότι το πολιτικό σώμα είναι ένα υπεράριθμο πολλαπλό, ότι δηλαδή ταυτίζεται με τον συμβαντικό πλεονασμό τού κοινωνικού συμβολαίου. Στην πραγματικότητα, το συμβόλαιο δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αυτοαναφορική σχέση τού συμβάντος προς τον εαυτόν του ως πολλαπλό — το ανήκειν εις εαυτόν ως ιδρυτικό συμβάν. Η φράση «γενική βούληση» εκφράζει τη διηνεκή αλήθεια τής εν λόγω αυτοναφορικότητας. «Αλλά εφόσον η ύπαρξη τού πολιτικού σώματος […] προέρχεται μόνον από το απαραβίαστο τού συμβολαίου, δεν μπορεί να υποχρεωθεί […] σε τίποτα που να παραβιάζει αυτή την πρωταρχική πράξη […] Η παραβίαση τής πράξης χάρη στην οποία υφίσταται ισοδυναμεί με την εκμηδένισή του, και το τίποτα παράγει τίποτα». Βλέπουμε ότι το είναι τής πολιτικής έχει την απαρχή του σε μια εμμενή σχέση προς εαυτόν. Η «μη παραβίαση» τής σχέσης αυτής — η πολιτική πιστότητα — αποτελεί το μοναδικό έρεισμα για την εκδίπλωση τής αλήθειας τής «πρωταρχικής αυτής πράξης». Με λίγα λόγια:

— το κοινωνικό συμβόλαιο ταυτίζεται με το συμβάν, όταν, λόγω συγκυρίας, αυτό λειτουργεί παραπληρωματικά προς τη φυσική κατάσταση·

— το πολιτικό σώμα ή ο λαός αποτελεί τον συμβαντικό πλεονασμό που παρεμβάλλεται ανάμεσα στο κενό — και ας μην ξεχνάμε ότι η φύση είναι το κενό τής πολιτικής — και στον ίδιο του τον εαυτό·

— η γενική βούληση είναι ο τελεστής τής πιστότητας που κατευθύνει μια γενολογική διαδικασία.

Όλες οι δυσκολίες εντοπίζονται στο τελευταίο αυτό σημείο. Θα υποστηρίξω εδώ ότι ο Ρουσσώ ναι μεν προσδιορίζει σαφώς ότι είναι αναγκαίο κάθε μορφή αυθεντικής πολιτικής να προσδεθεί σε κάποιο γενολογικό (μη διακρίσιμο) υποσύνολο τού συλλογικού σώματος, πλην όμως αδυνατεί να επιλύσει το πρόβλημα τής ίδιας τής πολιτικής διαδικασίας, στο μέτρο που εξακολουθεί να την υπάγει στον νόμο τού αριθμού (στην αρχή τής πλειοψηφίας).

Γνωρίζουμε ήδη ότι, από τη στιγμή που θα έχει ονοματοδοτηθεί μέσω τής παρέμβασης, το συμβάν θα θεμελιώνει τον χρόνο επί τη βάσει τής πρωταρχικής Δυάδας (Στοχασμός 20). Ο Ρουσσώ δίνει τυπική μορφή σ’ αυτό ακριβώς το στοιχείο προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η βούληση τέμνεται στα δύο από το συμβόλαιο-συμβάν. Ο όρος «πολίτης» προσδιορίζει τη συμμετοχή κάθε προσώπου στην κυριαρχία τής γενικής βούλησης, ενώ ο όρος «υπήκοος» την υποταγή του στους νόμους τού Κράτους. Μέτρο τής διάρκειας τής πολιτικής αποτελεί το αδιάλειπτο τής εν λόγω Δυάδας. Πολιτική υπάρχει όταν ένας εσωτερικευμένος συλλογικός τελεστής διαιρεί τις επιμέρους βουλήσεις. Φυσικά, η Δυάδα συνιστά την ουσία τού λαού, τού πραγματικού σώματος τής πολιτικής, νοούμενου ως υπεράριθμου πολλαπλού. Η υπακοή στην γενική βούληση αποτελεί τον τρόπο με τον οποίο πραγματώνεται η ελευθερία τού πολίτη. Σύμφωνα με την εξαιρετικά περιεκτική διατύπωση τού Ρουσσώ, «οι λέξεις υπήκοος και κυρίαρχος είναι ταυτόσημοι συσχετισμοί». Η «ταυτόσημη αυτή σχέση» προσδιορίζει ως θεμέλιο λίθο τού γενολογικού γίγνεσθαι τής πολιτικής τον πολίτη, τον αγωνιστή με την στενή έννοια τού όρου — εκείνον, δηλαδή, που έχει στρατευθεί στον πολιτικό αγώνα — πράγμα που από μόνο του αποτελεί επαρκή ένδειξη για την κατάφαση τής ύπαρξης τής πολιτικής. Ο «πολίτης-αγωνιστής», εκείνος, δηλαδή, που διαιρεί στα δύο την ατομική βούληση, συνιστά τη βάση τής επιτέλεσης τής πολιτικής, καθόσον αυτή παραμένει εντός των ορίων τής συμβα(ν)τικής θεμελίωσης τού χρόνου.

Ο Ρουσσώ διαπιστώνει επίσης με οξυδέρκεια ότι η ισότητα είναι ο κανόνας που διέπει τη γενική βούληση. Αυτό είναι ένα θεμελιώδες σημείο. Η γενική βούληση εκφράζει τη σχέση τής συλλογικής λαϊκής αυτοαναφορικότητας. Ως εκ τούτου, τόσο η καθολικότητα τής προέλευσης όσο και η καθολικότητα τού προορισμού της κρίνονται ως απολύτως απαραίτητα για την εκπλήρωσή της. Η μορφή με την οποία εκδηλώνεται είναι αυτή των νόμων που εκφράζουν μια «σχέση που αντιστοιχίζει ολόκληρο το αντικείμενο, από μια οπτική γωνία, σε ολόκληρο το αντικείμενο, από μια άλλη οπτική γωνία, χωρίς καμία διαίρεση τού όλου». Οι αποφάσεις πάνω σε επιμέρους ζητήματα είναι διατάγματα και όχι νόμοι, διότι δεν αποτελούν έκφραση και λειτουργία τής γενικής βούλησης. Η γενική βούληση δεν λαμβάνει ποτέ υπόψη ένα μεμονωμένο άτομο, ούτε μια επιμέρους πράξη. Συνδέεται λοιπόν με το μη-διακρίσιμο. Τα ζητήματα επί των οποίων αποφαίνεται δεν διακρίνονται βάσει των εκφερομένων τής γνώσης. Η γνώση αποτελεί το θεμέλιο των διαταγμάτων. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για τους νόμους, οι οποίοι έχουν να κάνουν αποκλειστικά και μόνο με την αλήθεια. Από αυτό συνάγεται σαφώς ότι η γενική βούληση έχει εγγενώς εξισωτικό χαρακτήρα, καθόσον δεν μπορεί να παράσχει προνομιακή μεταχείριση είτε σε πρόσωπα είτε σε περιουσιακά αγαθά. Συνακόλουθα, προκύπτει και ένας εγγενής προσδιορισμός όσον αφορά τη διάσπαση τής βούλησης: «η επιμέρους βούληση από τη φύση της τείνει σε διαφορετικές προτιμήσεις, ενώ η γενική βούληση προς την ισότητα». Ο Ρουσσώ στοχάζεται τον νεωτερικό θεμελιώδη δεσμό ανάμεσα στην ύπαρξη τής πολιτικής και τον κανόνα τής ισότητας. Ωστόσο, δεν είναι απόλυτα σωστό να κάνουμε λόγο για κανόνα. Ως εγγενής προσδιορισμός τής γενικής βούλησης, η ισότητα ταυτίζεται με την πολιτική, έτσι ώστε, εξ αντιδιαστολής, να προκύπτει ο αντι-πολιτικός χαρακτήρας κάθε ανεξαιρέτως ανισωτικού εκφερόμενου λόγου. Το πλέον αξιοσημείωτο στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» έγκειται στο ότι η κατάδειξη τής βαθύτερης σχέσης μεταξύ πολιτικής και ισότητας επιτυγχάνεται μέσω τής ρητής συνάρθρωσης μιας συμβαντικής θεμελίωσης και μιας διαδικασίας που εμπλέκει το μη-διακρίσιμο. Πράγματι, το γεγονός ότι η γενική βούληση έχει ως προορισμό της την ισότητα οφείλεται στο ότι το αντικείμενό της καθίσταται μη διακρίσιμο, με αποτέλεσμα να αποκλείεται η καταχώρισή του στις εγκυκλοπαίδειες τής γνώσης, ενώ, επιπλέον, το εν λόγω μη-διακρίσιμο παραπέμπει, με τη σειρά του, στον συμβαντικό χαρακτήρα τής πολιτικής δημιουργίας.

Τέλος, ο Ρουσσώ αποδεικνύει αδιάσειστα ότι η γενική βούληση δεν θα μπορούσε να αντιπροσωπευτεί, ούτε ακόμη και από το Κράτος: «[Ο] κυρίαρχος, ως συλλογική οντότητα, δεν είναι δυνατό να αντιπροσωπευτεί παρά μονάχα από τον εαυτό του. Η πολιτική ισχύς μπορεί κάλλιστα να μεταβιβαστεί, η βούληση όμως όχι». Αυτή η διάκριση μεταξύ (μεταβιβάσιμης) εξουσίας και (μη αντιπροσωπεύσιμης) βούλησης είναι απόλυτα θεμελιώδης, διότι αποκρατικοποιεί την πολιτική. Ως διαδικασία πιστότητας απέναντι στο συμβόλαιο-συμβάν, η πολιτική δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εκχώρησης ή αντιπροσώπευσης. Ανήκει ολοκληρωτικά στη «συλλογική οντότητα» που συγκροτούν οι πολίτες-αγωνιστές. Η εξουσία είναι, στην πραγματικότητα, παρεπόμενη τής ύπαρξης τής πολιτικής και συνεπώς δεν αποτελεί επαρκή εκδήλωση τής τελευταίας.

Από τα ανωτέρω προκύπτουν και δύο γνωρίσματα τής γενικής βούλησης, για τα οποία υπάρχει συχνά η υπόνοια ότι αποτελούν έκφραση «ολοκληρωτισμού». Πρόκειται, πιο συγκεκριμένα, για το αλάθητο και την αδιαιρετότητα τής γενικής βούλησης. Ο Ρουσσώ δεν μπορεί να δεχτεί τη λογική τής «διαίρεσης» ή τής «ισορροπίας» των εξουσιών — εφόσον με τον όρο «εξουσία» εννοείται η ίδια η ουσία τού πολιτικού φαινομένου, το οποίο ο Ρουσσώ προτιμά να χαρακτηρίζει ως «βούληση». Ως γενολογική διαδικασία η πολιτική αποτελεί μια αδιάρρηκτη ενότητα και μόνον η κατάτμησή της στο πλαίσιο τής δευτερεύουσας πολλαπλότητας των κυβερνητικών διαταγμάτων θα μας επέτρεπε ενδεχομένως να στοχαστούμε τη μορφή και τον τρόπο τής συγκρότησής της. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει παρά μόνο μία πολιτική, την οποία κανένα επιμέρους κυβερνητικό όργανο δεν μπορεί να αντιπροσωπεύσει ή να νεμηθεί, αποτελεί το εγχάραγμα τού συμβαντικού πλεονασμού επί τής πολιτικής. Κι αυτό γιατί, σε τελική ανάλυση, η πολιτική ταυτίζεται με την ίδια την ύπαρξη τού λαού. Ομοίως, «η γενική βούληση είναι πάντοτε ορθή και αποβλέπει στο δημόσιο συμφέρον». Άλλωστε, ποιον εξωτερικό κανόνα ή κριτήριο θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε, προκειμένου να αποφανθούμε ότι τα πράγματα δεν έχουν έτσι; Αν η πολιτική «αντανακλούσε» τον κοινωνικό δεσμό, τότε θα μπορούσαμε — με αφετηρία τον στοχασμό πάνω στον εν λόγω δεσμό — να αναρωτηθούμε αν είναι πιστή ή όχι η αντανάκλαση αυτή. Αλλά, ως δημιουργία παρεμβατικού χαρακτήρα, η πολιτική αποτελεί η ίδια το κριτήριο αποτίμησής της, που, όπως αναφέρθηκε, ταυτίζεται με τον κανόνα τής ισότητας, και, ως εκ τούτου, η μόνη υπόθεση που μπορεί να διατυπωθεί είναι ότι μια πολιτική βούληση που σφάλλει ή που αποδεικνύεται ολέθρια για έναν λαό δεν αποτελεί στην πραγματικότητα πολιτική — ή γενική — βούληση, αλλά είναι μια καιροσκοπική επιμέρους βούληση. Εστιάζοντας στην ουσία της, διαπιστώνουμε ότι η γενική βούληση έχει το αλάθητο, τόσο διότι εξαιρείται από κάθε επιμέρους γνώση, όσο και διότι έχει να κάνει αποκλειστικά με τη γενολογική ύπαρξη τού λαού.

Η εχθρότητα τού Ρουσσώ προς τα κόμματα και τις φράξιες — και συνεπώς προς κάθε μορφή κοινοβουλευτικής αντιπροσωπευτικότητας — είναι επακόλουθο τού γενολογικού χαρακτήρα τής πολιτικής. Το βασικό αξίωμα είναι το εξής: «για να εκφέρεται σωστά η γενική βούληση, [πρέπει] να μην υπάρχουν επιμέρους ομάδες μέσα στο κράτος». Εκείνο που χαρακτηρίζει μια «επιμέρους ομάδα» είναι η διακρισιμότητά της, το γεγονός δηλαδή ότι μπορεί να αυτονομηθεί, αθετώντας έτσι τις δεσμεύσεις της που απορρέουν από το συμβόλαιο-συμβάν. Όπως επισημαίνει ο Ρουσσώ, το πρωταρχικό συμβόλαιο είναι αποτέλεσμα «ομοφωνίας». Οι τυχόν διαφωνούντες τίθενται εξ ορισμού εκτός τού πολιτικού σώματος, «παραμένουν ξένοι μεταξύ των πολιτών». Κι αυτό διότι ο συμβαντικός πλεονασμός δεν μπορεί, φυσικά, να λάβει «πλειοψηφική» μορφή. Η συμβαντική πιστότητα προϋποθέτει αναγκαστικά τη συμμόρφωση κάθε γνήσιας πολιτικής απόφασης προς την αντίστοιχη εντελέχεια [effet-d’un] και, επομένως, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να εξαρτηθεί από τη — διακρίσιμη και απομονωμένη — βούληση ενός υποσυνόλου τού λαού. Κάθε υποσύνολο τού λαού, ακόμη κι αν τα μέλη του συσπειρώνονται γύρω από το πλέον πιεστικό αίτημα, παραμένει α-πολιτικό, δεδομένου τού ότι δύναται να καταχωρηθεί ως εγκυκλοπαιδικό λήμμα. Ανήκει επομένως στο πεδίο τής γνώσης και όχι σε αυτό τής αλήθειας.

Για τον ίδιο λόγο, αποκλείεται η πιθανότητα πραγμάτωσης τής πολιτικής μέσω τής εκλογής αντιπροσώπων, διότι «η γενική βούληση δεν αντιπροσωπεύεται με κανένα τρόπο». Οι βουλευτές μπορούν βεβαίως να διαθέτουν συγκεκριμένες εκτελεστικές αρμοδιότητες, αλλά δεν ασκούν καμία νομοθετική λειτουργία. Και αυτό γιατί «οι βουλευτές τού λαού δεν είναι, ούτε μπορούν να είναι αντιπρόσωποί του», ενώ επισημαίνεται επίσης ότι «κάθε νόμος τον οποίο δεν έχει επικυρώσει ο λαός ως πρόσωπο είναι άκυρος· δεν είναι νόμος». Ο Ρουσσώ δεν συγκινείται από τον αγγλικό κοινοβουλευτισμό. Θεωρεί μάλιστα ότι είναι ένα σύστημα που στερείται κάθε ίχνους πολιτικής. «Μόλις εκλεγούν» οι βουλευτές, ο αγγλικός λαός «είναι δούλος, δεν είναι τίποτα». Οφείλουμε να αντιληφθούμε ότι ο Ρουσσώ δεν επιχειρεί μια αξιολόγηση τού κοινοβουλευτισμού ως (καλής ή κακής) μορφής πολιτεύματος. Η ριζοσπαστικότητα τής κριτικής του έγκειται στο ότι απογυμνώνει τον κοινοβουλευτισμό από κάθε πολιτικό είναι.

Πρέπει πράγματι να γίνει κατανοητό ότι η γενική βούληση, όπως και κάθε άλλος τελεστής τής σχέσης πιστότητας, χρησιμεύει για την εκτίμηση τής συμμόρφωσης — ή τού βαθμού γειτνίασης — ενός εκφερόμενου λόγου προς το συμβόλαιο-συμβάν. Το ζητούμενο δεν είναι αν το εκφερόμενο είναι δείγμα καλής ή κακής πολιτικής, αριστερού ή δεξιού προσανατολισμού, αλλά αν έχει ή όχι πολιτικό χαρακτήρα καθ’ εαυτό: «Όταν προτείνεται ένας νόμος στη συνέλευση τού λαού, η ερώτηση δεν είναι ακριβώς αν αποδέχονται την πρόταση ή την απορρίπτουν, αλλά αν συμφωνεί ή όχι με τη γενική βούληση, που είναι η δική τους». Είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο ότι για τον Ρουσσώ η πολιτική απόφαση ισοδυναμεί με τον προσδιορισμό τού πολιτικού χαρακτήρα ενός εκφερόμενου λόγου, και σε καμία περίπτωση με την αρνητική ή θετική τοποθέτηση απέναντί του. Εδώ ο Ρουσσώ εισάγει μια ριζική διάκριση μεταξύ πολιτικής και γνώμης, η οποία προεικονίζει τη σύγχρονη διδασκαλία για την πολιτική ως αγωνιστική διαδικασία μάλλον παρά ως εναλλαγή στην εξουσία γνωμών και πλειοψηφιών. Η πρωτοποριακή αυτή σύλληψη θεμελιώνεται σε τελική ανάλυση στην επίγνωση ότι η πολιτική, νοούμενη ως γενολογική διαδικασία στα πλαίσια τής οποίας αναδεικνύεται με επιτακτικότητα η αλήθεια ενός λαού, δεν μπορεί να συναρτάται με την έμπειρη ταυτοποίηση και διάγνωση των κοινωνικών ή ιδεολογικών συνιστωσών ενός έθνους. Η συμβαντική αυτοναφορικότητα, δανειζόμενη το όνομα τού κοινωνικού συμβολαίου, ρυθμίζει κατά τρόπο κανονιστικό τη γενική βούληση εξαιρώντας την από κάθε διάγνωση αυτού τού είδους.

Ωστόσο, παραμένουν οι εξής δύο δυσκολίες:

— Το συμβάν δεν υπάρχει παρά κατά το μέτρο που το κατονομάζει μια παρέμβαση. Σε ποιον έχει ανατεθεί ο ρόλος τού παρεμβαίνοντος στο πλαίσιο τής διδασκαλίας τού Ρουσσώ; Στο σημείο αυτό εγείρεται το ακανθώδες ζήτημα τού νομοθέτη.

— Αν για τη σύναψη τού συμβολαίου είναι υποχρεωτική η ομοφωνία, δεν απαιτείται το ίδιο για την ψήφιση των μεταγενέστερων νόμων ή και για την ανάδειξη των αρχόντων. Πώς μπορεί να διατηρηθεί ο γενολογικός χαρακτήρας τής πολιτικής, από τη στιγμή που δεν ικανοποιείται η προϋπόθεση τής ομοφωνίας; Αυτό είναι το αδιέξοδο στο οποίο οδηγείται ο Ρουσσώ.

Στο πρόσωπο τού νομοθέτη η γενολογική ομοφωνία τού συμβάντος, θεωρούμενου από την οπτική τού πολλαπλού του είναι, αναστρέφεται σε απόλυτη ενικότητα. Ο νομοθέτης είναι εκείνος που, παρεμβαίνοντας στον τόπο μιας λαϊκής σύναξης, προβαίνει στην ονοματοθεσία τού συμβολαίου-συμβάντος μέσω τής θέσπισης των βασικών ή συνταγματικών νόμων. Η πλεοναστικότητα τής εν λόγω ονοματοθεσίας επισημαίνεται ως εξής: «Αυτό το αξίωμα [τού νομοθέτη], που συγκροτεί θεσμικά την πολιτεία, δεν υπεισέρχεται καθόλου στο σύνταγμά της». Η λειτουργία τού νομοθέτη δεν αποτελεί μέρος τής κατάστασης τής φύσης, δεδομένου τού ότι αυτός παρεμβαίνει στο συμβάν που καθιδρύει την πολιτική. Δεν ανήκει, όμως, ούτε στην πολιτική κατάσταση, διότι ο νομοθέτης, ο ρόλος τού οποίου συνίσταται στη θέσπιση των νόμων, δεν υπόκειται στους νόμους που ο ίδιος θεσπίζει. Η λειτουργία του είναι «ιδιαίτερη και υπέρτατη». Χρησιμοποιώντας τη μεταφορά τού οιονεί θεϊκού χαρακτήρα τού νομοθέτη, ο Ρουσσώ επιχειρεί στην πραγματικότητα να στοχαστεί την επίκληση τού κενού: ο νομοθέτης ανασπά από το φυσικό κενό την ευθυκρισία μιας νόμιμης κατονομασίας, η οποία, στη συνέχεια, επικυρώνεται δια ψηφοφορίας. Ο νομοθέτης προσανατολίζεται μεν προς το συμβάν, αλλά δεν δεσμεύεται από τις συνέπειές του: «Όποιος επομένως συντάσσει τους νόμους δεν έχει, ή δεν πρέπει να έχει, κανένα νομοθετικό δικαίωμα». Εφόσον απεκδύεται κάθε εξουσία, δεν μπορεί παρά να ανατρέχει σε μια προγενέστερη πιστότητα, στην προπολιτική πιστότητα απέναντι στους θεούς τής Φύσης. Ο νομοθέτης «βάζει τις αποφάσεις [του] στο στόμα των αθανάτων», διότι ο νόμος από τον οποίο διέπεται κάθε πιστότητα συνίσταται στην υποχρεωτική επίκληση μιας προγενέστερης πιστότητας, με σκοπό την κατονομασία τής συμβαντικής καινοφάνειας και την συνακόλουθη επεξεργασία κατάλληλων ονομάτων (εν προκειμένω, πρόκειται για τους νόμους που προσδιορίζουν ονομαστικά τη συγκρότηση ενός λαού σε πολιτική κοινωνία, το γεγονός δηλαδή τής έλευσης τής πολιτικής). Εύκολα θα αναγνωρίσουμε τη δράση μιας παρεμβαίνουσας πρωτοπορίας στη φράση με την οποία ο Ρουσσώ εξειδικεύει περαιτέρω το παράδοξο τού νομοθέτη: «[στο έργο τού νομοθέτη βρίσκουμε] ένα εγχείρημα ανώτερο από τις ανθρώπινες δυνάμεις και μηδαμινή αυθεντία για την εκτέλεσή του». Έχοντας επίγνωση τής συμβαντικής πλεοναστικότητας, ο νομοθέτης επιτελεί τη λειτουργία απόδοσης ονόματος στο συλλογικό συμβάν τού συμβολαίου, ούτως ώστε στο εξής η πολιτική να υφίσταται ως πιστότητα ή ως γενική βούληση. Ο νομοθέτης μετατρέπει τη συλλογική συγκυρία σε πολιτική αλληλουχία και συνέχεια. Είναι εκείνος που παρεμβαίνει στις παρυφές των λαϊκών συνάξεων.

Απομένει να αποσαφηνιστεί, υπό το πρίσμα τής συνέχειας, η ακριβής φύση τής πολιτικής διαδικασίας. Πώς εκδηλώνεται και πώς ασκείται η γενική βούληση; Σε τι συνίσταται η πρακτική εντοπισμού των θετικών συσχετισμών [ή αλλιώς των πολιτικών νόμων] μεταξύ συγκεκριμένων εκφερομένων λόγων και τού ονόματος τού συμβάντος, το οποίο επί τη βάσει τής λαϊκής ομοφωνίας θέτει σε κυκλοφορία ο νομοθέτης; Πρόκειται για το ζήτημα τής πολιτικής έννοιας τής πλειοψηφίας.

Σε μια σημείωση, ο Ρουσσώ παρατηρεί τα ακόλουθα: «Για να είναι μια βούληση γενική, δεν είναι πάντα αναγκαίο να είναι ομόφωνη. Ωστόσο, απαιτείται πάντοτε η καταμέτρηση όλων των ψήφων· κάθε ρητός αποκλεισμός αναιρεί το στοιχείο τής γενικότητας». Γνωρίζουμε την τύχη που επιφύλαξε η ιστορία σε εκτιμήσεις αυτού τού είδους. Αναφέρομαι, βεβαίως, στη φετιχοποίηση τής αρχής τής καθολικότητας τής ψήφου. Όπως και να έχει, όσον αφορά τον γενολογικό χαρακτήρα τής πολιτικής, η θέση αυτή δεν λέει και πολλά πράγματα. Απλώς επισημαίνεται ότι κάποιο μη-διακρίσιμο υποσύνολο τού πολιτικού σώματος — ας σημειωθεί παρενθετικά ότι η μη διακρισιμότητα είναι η υπαρκτή μορφή που οφείλει να έχει η γενική βούληση — πρέπει όντως να είναι υποσύνολο ολόκληρου τού πολιτικού σώματος και όχι ενός μόνο τμήματός του. Αυτή είναι η ένδειξη που, σε ένα δεδομένο στάδιο τής πολιτικής πιστότητας, παραπέμπει υποχρεωτικά στον ομόφωνο χαρακτήρα τού ίδιου τού συμβάντος ή στη σχέση τού λαού προς τον εαυτό του ως ολότητα.

Πιο κάτω ο Ρουσσώ γράφει ότι «η πλειοψηφία πάντα υποχρεώνει τους άλλους» και ότι «η εκδήλωση τής γενικής βούλησης συνάγεται από τον υπολογισμό των ψήφων». Ποια σχέση μπορεί να συνδέει τον «υπολογισμό των ψήφων» με τον γενικό χαρακτήρα τής βούλησης; Η υποκείμενη υπόθεση είναι βεβαίως ότι η πλειοψηφία ερμηνεύεται ως ουσιαστική έκφραση ενός οιουδήποτε — μη-διακρίσιμου — υποσυνόλου τού συλλογικού σώματος. Η μόνη σχετική εξήγηση που δίνει ο Ρουσσώ έγκειται στην αλληλοαναίρεση των επιμέρους αντιθετικών βουλήσεων: «[η βούληση όλων] είναι απλώς άθροισμα επιμέρους βουλήσεων. Ωστόσο, αν αφαιρέσετε από τις επιμέρους βουλήσεις τα συν και τα πλην που αλληλοεξουδετερώνονται, θα απομείνει ως υπόλοιπο η γενική βούληση». Δεν είναι όμως προφανές γιατί θα πρέπει αυτό το «υπόλοιπο» — που υποτίθεται δηλώνει τον μη διακρίσιμο ή μη μερικό χαρακτήρα τής πολιτικής βούλησης — να εμφανιστεί με την εμπειρική μορφή τής πλειοψηφίας. Άλλωστε, όπως διαπιστώνει κανείς στην περίπτωση των κοινοβουλευτικών καθεστώτων, το αποτέλεσμα τής ψηφοφορίας εξαρτάται σε τελική ανάλυση από μερικές αποκλίνουσες ψήφους. Για ποιον λόγο — πέραν τής αλληλοακύρωσης των επιμέρους βουλήσεων — θα έπρεπε οι αμφισβητούμενες αυτές αναμετρήσεις να εκφράζουν τον γενολογικό χαρακτήρα τής πολιτικής ή την πιστότητα στην ομόφωνη αποδοχή τού ιδρυτικού συμβάντος;

Η δυσκολία μετάβασης από το επίπεδο τής αρχής (όπου η αλήθεια τής πολιτικής εντοπίζεται αποκλειστικά σε ένα γενολογικό υποσύνολο τού λαού, λαμβανομένου υπόψιν ότι κάθε διακρίσιμο υποσύνολο δεν εκφράζει παρά ένα μερικό συμφέρον) σε αυτό τής υλοποίησής της (όπου η απόλυτη πλειοψηφία θεωρείται ως επαρκής ένδειξη τού γενολογικού) οδηγεί τον Ρουσσώ στην εισαγωγή τής διάκρισης μεταξύ σημαντικών και επειγουσών αποφάσεων: «Δύο γενικές πρακτικές αρχές μπορούν να χρησιμεύσουν για να ρυθμίσουν αυτές τις σχέσεις: πρώτον, ότι όσο πιο σημαντικές και κρίσιμες είναι οι διαβουλεύσεις τόσο περισσότερο πρέπει η υπερισχύουσα γνώμη να πλησιάζει στην ομοφωνία· δεύτερον, ότι όσο πιο επείγουσα είναι η εξεταζόμενη υπόθεση τόσο μικρότερη πρέπει να είναι η απαιτούμενη διαφορά στην ψηφοφορία· στις διαβουλεύσεις που χρειάζεται να τελειώνουμε άμεσα, η πλειοψηφία μιας και μόνο ψήφου θα πρέπει να επαρκεί.»

Βλέπουμε ότι ο Ρουσσώ δεν απολυτοποιεί την αυστηρώς νοούμενη αρχή τής απόλυτης πλειοψηφίας. Προβλέπει διαβαθμίσεις, καθιερώνοντας μάλιστα την έννοια που επρόκειτο να γίνει γνωστή ως «ενισχυμένη πλειοψηφία». Είναι γνωστό ότι ακόμη και σήμερα απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων για τη λήψη ορισμένων αποφάσεων, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση των συνταγματικών αναθεωρήσεων. Αυτές όμως οι διαφοροποιήσεις παραβιάζουν την αρχή τής γενολογικότητας τής βούλησης. Γιατί, ποιος είναι αυτός που θα κρίνει ότι μια υπόθεση έχει επείγοντα ή σημαντικό χαρακτήρα; Και με ποια πλειοψηφία; Είναι παράδοξο ότι η (ποσοτική) έκφραση τής γενικής βούλησης εμφανίζεται ξαφνικά εξαρτημένη από τον εμπειρικό χαρακτήρα των υπό εξέταση ζητημάτων. Στο σημείο αυτό η μη-διακρισιμότητα περιορίζεται και διαστρεβλώνεται από τη διακρισιμότητα των συγκυριών, από την κατά περίπτωση αντιμετώπισή τους, πράγμα που βεβαίως προϋποθέτει τη χρήση μιας ταξινομικής εγκυκλοπαίδειας των πολιτικών περιστάσεων. Όταν ο τρόπος άσκησης τής πολιτικής πιστότητας επηρεάζεται από την ιδιομορφία των κατά περίσταση συνθηκών και προσδένεται στις αντίστοιχες ορίζουσες μιας εγκυκλοπαίδειας, τότε αυτή χάνει τον γενολογικό της χαρακτήρα και μετατρέπεται σε τεχνική αξιολογικών προβλέψεων. Είναι, επιπλέον, δύσκολο να αντιληφθούμε πώς μπορεί να επιτευχθεί δια νόμου (όπως τον εννοεί ο Ρουσσώ) η πολιτική διευθέτηση των συνεπειών μιας τέτοιας τεχνικής.

Το αδιέξοδο αυτό γίνεται εμφανέστερο με την εξέταση μιας εκ πρώτης όψεως συναφούς επιπλοκής, που ο Ρουσσώ καταφέρνει ωστόσο να αντιμετωπίσει. Πρόκειται για την ανάδειξη τής κυβέρνησης (τής εκτελεστικής εξουσίας). Η πράξη σύστασης τής κυβέρνησης αφορά συγκεκριμένα πρόσωπα και, συνεπώς, δεν εμπίπτει στο πεδίο τής γενικής βούλησης. Το παράδοξο επομένως είναι ότι ο λαός οφείλει να επιτελέσει μια κυβερνητική ή εκτελεστική πράξη (διορισμό προσώπων), παρά το ότι δεν υπάρχει ακόμη κυβέρνηση. Το πρόβλημα αυτό επιλύεται κάνοντας την υπόθεση ότι ο λαός μετατρέπεται από κυρίαρχο (νομοθετικό) σώμα σε δημοκρατικό εκτελεστικό όργανο, δεδομένου ότι ο Ρουσσώ ορίζει τη δημοκρατία ως τη μορφή διακυβέρνησης όπου η εξουσία ασκείται από όλους. (Παρενθετικά να σημειωθεί ότι το στοιχείο αυτό υποδηλώνει ότι το ιδρυτικό συμβόλαιο δεν έχει δημοκρατικό χαρακτήρα, αφού η δημοκρατία αποτελεί μορφή τής εκτελεστικής εξουσίας. Το συμβόλαιο είναι ένα ομόφωνο συλλογικό συμβάν, και όχι ένα δημοκρατικό κυβερνητικό διάταγμα). Επομένως, όποια κι αν είναι η μορφή διακυβέρνησης, θα υπάρχει μια υποχρεωτική στιγμή δημοκρατίας, όταν δηλαδή ο λαός, δυνάμει «μιας απότομης μετατροπής τής κυριαρχίας σε δημοκρατία», αποκτά την εξουσία λήψης εξειδικευμένων αποφάσεων, όπως λόγου χάριν τού διορισμού των μελών τής κυβέρνησης. Ανακύπτει βέβαια το ζήτημα τού τρόπου με τον οποίον λαμβάνονται οι αποφάσεις αυτές. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν υπάρχει αντίφαση από το ότι αυτές λαμβάνονται κατά πλειοψηφία, δεδομένου ότι πρόκειται για διατάγματα και όχι για νόμους και, κατά συνέπεια, αποτελούν εκδήλωση μιας ιδιαίτερης βούλησης και όχι τής γενικής βούλησης τού λαού. Επιπλέον, δεν ευσταθεί η αντίρρηση ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με αποφάσεις των οποίων το αντικείμενο είναι διακρίσιμο (αφορούν δηλαδή συγκεκριμένα πρόσωπα, υποψηφίους κ.λπ.) και οι οποίες εμπίπτουν κατ’ ανάγκη στο ρυθμιστικό πεδίο τού αριθμού. Πράγματι, οι εν λόγω αποφάσεις είναι κυβερνητικές και όχι πολιτικές και, από την στιγμή που δεν τίθεται θέμα γενολογικού, αίρεται και το αδιέξοδο που σχετίζεται με την πλειοψηφική του έκφραση.

Ωστόσο, το πρόβλημα ανακύπτει με όλη του την οξύτητα, όταν τίθεται το ζήτημα τής πολιτικής, όταν δηλαδή πρόκειται για αποφάσεις επί θεμάτων στα οποία διακυβεύεται η σχέση τού λαού με τον εαυτόν του και οι οποίες, επομένως, φέρνουν στο προσκήνιο τη γενολογικότητα τής πολιτικής διαδικασίας, την εξαίρεσή της από κάθε εγκυκλοπαιδική καταγραφή και κατηγοριοποίηση. Η γενική βούληση, χαρακτηριστικό γνώρισμα τής οποίας είναι η μη διακρισιμότητα — το οποίο, άλλωστε, είναι το μόνο στοιχείο που τη συνδέει με το ιδρυτικό συμβάν και το οποίο θεμελιώνει την πολιτική ως αλήθεια — δεν επιδέχεται κανέναν αριθμητικό προσδιορισμό. Τελικά, η έντονη επίγνωση τού στοιχείου αυτού οδηγεί τον Ρουσσώ στην αναγνώριση ότι η τυχόν αναστολή τής ισχύος των νόμων καθιστά αναγκαία τη συγκέντρωση τής γενικής βούλησης και την εκδήλωσή της ως μονοπρόσωπης δικτατορικής εξουσίας. Όταν λοιπόν πρόκειται για τη «σωτηρία τής πατρίδας» και «ο μηχανισμός των νόμων» «στέκεται εμπόδιο» στην αντιμετώπιση τού κινδύνου, τότε είναι επιτρεπτός ο διορισμός (αλλά με ποιον τρόπο;) «ενός υπέρτατου αρχηγού που επιβάλλει σιγή σε όλους τους νόμους». Στην περίπτωση αυτή αναστέλλεται η κυρίαρχη αρχή, όχι επειδή η η γενική βούληση απουσιάζει, αλλά αντιθέτως επειδή αυτή «δεν αμφισβητείται», αφού «είναι προφανές ότι η κύρια επιδίωξη τού λαού είναι να μη διαλυθεί το κράτος». Εδώ συναντάμε ξανά το δομικό σχήμα τής στρέψης, όπου ο σκοπός στον οποίο αποβλέπει η πολιτική βούληση ταυτίζεται με την ίδια την πολιτική. Η δικτατορία είναι, εν προκειμένω, η κατάλληλη μορφή τής γενικής βούλησης, λόγω τού ότι αποτελεί το μόνο μέσο για τη διατήρηση και υπεράσπιση των συνθηκών ύπαρξης τής πολιτικής.

Είναι επιπλέον αξιοσημείωτο ότι η ανάγκη δικτατορικής αναστολής των νόμων ανακύπτει από την αντιπαράθεση τής γενικής βούλησης προς τα συμβάντα: «Η ακαμψία των νόμων, που τους εμποδίζει να υποχωρούν στα γεγονότα, μπορεί μερικές φορές να τους κάνεις ολέθριους». Για μία ακόμη φορά βλέπουμε να έρχεται σε αντίθεση ο συμβαντικός πλεονασμός με την σταθερότητα των τελεστών τής πιστότητας. Υπάρχει, λοιπόν, ανάγκη μιας καζουιστικής, προκειμένου να προσδιοριστεί, κατά περίπτωση, η ουσιαστική μορφή τής γενικής βούλησης (η οποία μπορεί να εκδηλωθεί ομόφωνα, όπως απαιτεί το αρχικό συμβόλαιο, ή ακόμα να πάρει τη μορφή τής δικτατορίας τού ενός, το οποίο καθίσταται αναγκαίο, όταν διακυβεύεται η συνέχιση μιας ήδη υπαρκτής πολιτικής). Αυτή η μορφική πλαστικότητα παραπέμπει στη μη-διακρισιμότητα τής πολιτικής βούλησης. Αν εξαρτάτο από μια κατηγορική πρόταση τής κατάστασης, η πολιτική θα συμμορφωνόταν προς ένα προδιαγεγραμμένο κανονιστικό σχήμα. Όμως, ως γενολογική αλήθεια που τελεί σε σχέση εξάρτησης από το συμβάν, η πολιτική είναι ένα υποσύνολο τής κατάστασης το οποίο εξαιρείται από τους κανόνες τής καθιερωμένης γλώσσας. Δεν είναι παρά μια ενδεχομενική μορφή, αφού αποτελεί δείκτη ύπαρξης και όχι προσδιορισμό μιας αντικειμενικής γνώσης. Η εκτύλιξη τής πολιτικής διαδικασίας εξαρτάται αποκλειστικά από τον ζήλο των πολιτών-αγωνιστών, η πίστη και η πιστότητα των οποίων παράγει μια άπειρη αλήθεια που καμία συνταγματική ή οργανωτική μορφή δεν μπορεί εκφράσει με επάρκεια.

Η μεγαλοφυΐα τού Ρουσσώ συνίσταται στο ότι σκιαγράφησε σε αδρές γραμμές τον γενολογικό χαρακτήρα τής πολιτικής διαδικασίας. Δέσμιος όμως τής κλασσικής προσέγγισης, που εστιάζει στη μορφή νομιμοποίησης τής κυριαρχίας, υποστήριξε — με αμήχανη επιφυλακτικότητα — την άποψη ότι η πλειοψηφία συνιστά, σε τελική ανάλυση, την εμπειρική μορφή τής νομιμοποίησης αυτής. Μη μπορώντας να θεμελιώσει τη θέση αυτή στην ίδια την ουσία τής πολιτικής, μας κληροδότησε το ακόλουθο ερώτημα: πώς διακρίνεται, πάνω στην ορατή επιφάνεια τής κατάστασης, η πολιτική διαδικασία;

Η ουσία όμως τού ζητήματος είναι να επιχειρήσουμε τη σύζευξη τής πολιτικής με την αλήθεια και όχι με τη νομιμότητα — με μόνο εμπόδιο το ότι όσοι τυχόν ενστερνίζονται τις αρχές αυτές «θα πρέπει δυστυχώς να λένε την αλήθεια και να κολακεύουν μόνο τον λαό». Όμως, παρατηρεί ο Ρουσσώ με κάποια δόση ρεαλιστικής μελαγχολίας, «η αλήθεια δεν οδηγεί στα πλούτη, και ο λαός δεν δίνει ούτε θέσεις πρεσβευτή, ούτε καθηγητικές έδρες, ούτε χορηγίες».

Αποσυνδεδεμένη από την εξουσία, ανώνυμη, καρτερικός εξαναγκασμός ενός μη-διακρίσιμου υποσυνόλου τής κατάστασης — η πολιτική δεν πρόκειται να σας απονείμει το αξίωμα τού πρέσβη τού λαού. Στην πολιτική υπηρετούμε μια αλήθεια — τής οποίας η ενσωμάτωση σ’ έναν μεταμορφωμένο κόσμο αποκλείει τον προσπορισμό προσωπικού οφέλους — απαράμιλλη, ακόμη και όταν λάβουμε ως μέτρο σύγκρισης τον αριθμό.

Η πολιτική είναι αυτοσκοπός· το τελικό της αποτέλεσμα ταυτίζεται με την ίδια την πολιτική — νοούμενη ως αλληλουχία των αληθών — αν και πάντα ανεπίγνωστων — λόγων οι οποίοι δύνανται να παραχθούν από μια συλλογική βούληση.


(*) Σημ.Μετ. Για τα παραθέματα από το έργο τού Ρουσσώ χρησιμοποιήθηκε η μετάφραση των Β.Γρηγοροπούλου και Α.Σταϊνχάουερ (2004)

Advertisements
 

Ετικέτες: ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s