RSS

«Προσωρινή Ηθική»—A.Badiou

09 Δεκ.

I.Kant—Τι σημαίνει: Προσανατολίζομαι στη σκέψη[1]
(μετάφραση Ε.Π. Παπανούτσου, 1971)

Όσο ψηλά και να τοποθετούμε τις έννοιές μας, ακόμη και όταν για να επιτύχομε κάνομε όσο γίνεται μεγαλύτερη αφαίρεση τής αισθητότητας, πάντοτε βρίσκονται απάνω τους κρεμασμένες παραστάσεις εικονικές, που κύριος προορισμός τους είναι τις έννοιες αυτές, που κατά τα άλλα δεν έχουν παραχθεί από την εμπειρία, να τις κάνουν κατάλληλες για χρήση εμπειρική. Γιατί πώς θα μπορούσαμε να δώσομε στις έννοιές μας νόημα και σημασία, εάν δεν έμπαινε από κάτω τους μια οποιαδήποτε εποπτεία (που, στα τελευταία, πρέπει να είναι πάντα ένα παράδειγμα από μια κάποια δυνατή εμπειρία); Κατά ταύτα, εάν απ’ αυτή τη συγκεκριμένη επιχείρηση τού νου παραμερίσομε την ανάμειξη τής εικόνας, πρώτα τής τυχαίας αντίληψης με τις αισθήσεις, έπειτα και αυτήν ακόμη την καθαρή εποπτεία γενικά, θα μείνει ως κατάλοιπο εκείνη η καθαρή έννοια τής διάνοιας, που το πλάτος της έχει τώρα επεκταθεί, και περιέχει έναν κανόνα τής σκέψης γενικά, Με αυτό τον τρόπο έχει δημιουργηθεί η ίδια η γενική Λογική· και κάμποσες ευριστικές μέθοδοι για τη σκέψη βρίσκονται ίσως ακόμη κρυμμένες μέσα στην εμπειρική χρήση τής διανοίας μας και τού Λόγου, που αν ξέραμε να τις συναγάγομε προσεκτικά από ’κείνη την εμπειρία, θα μπορούσαν ασφαλώς να πλουτίσουν τη φιλοσοφία με κάμποσους ωφέλιμους κανόνες, ακόμη και για την αφηρημένη σκέψη.

Αυτού τού είδους είναι η βασική αρχή, που ρητά την παραδέχτηκε ο αείμνηστος Mendelssohn, καθόσο γνωρίζω, μόνο στα τελευταία του συγγράμματα (στις «Morgenstunden»,[2] σ.164-165 και στην επιστολή «Προς του φίλους τού Lessing»,[3] σ. 33 και 67)· δηλαδή ο κανόνας τής αναγκαιότητας, στη φιλοσοφική (spekulativen) χρήση τού Λόγου (προς την οποία άλλωστε, όταν αποβλέπει στη γνώση υπεραισθητών αντικειμένων, ο ίδιος είχε πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη, ακόμη και έως την προφάνεια τής απόδειξης), να προσανατολίζεται κανείς με ένα ορισμένο οδηγητικό μέσον, που το ονόμαζε άλλοτε κοινήν αίσθηση («Morgenstunden»), άλλοτε υγιή Λόγο, και άλλοτε απλό ανθρώπινο νου («Προς του φίλους τού Lessing»). Ποιος θα μπορούσε να διανοηθεί ότι αυτή η ομολογία όχι μόνο θα γινόταν τόσο επιζήμια στην προσοντούχο γνώμη του για τη δύναμη τής φιλοσοφικής χρήσης τού Λόγου στα θέματα τής Θεολογίας (πράγμα που όντως ήταν αναπόφευκτο)· αλλά και ότι ο κοινός υγιής Λόγος, με τη διφορούμενη σημασία που άφηνε να πάρει η άσκηση αυτής τής ικανότητας σε αντίθεση προς τη Φιλοσοφία, θα έμπαινε στον κίνδυνο να χρησιμέψει ως βασική αρχή τής φαντασιοπληξίας και τού ολοκληρωτικού εκθρονισμού τού Λόγου; Και όμως έγινε τούτο στη διένεξη μεταξύ Mendelssohn και Jacobi,[4] ιδίως με τα όχι ασήμαντα συμπεράσματα τού προικισμένου με οξύνοια συγγραφέα των «Resultate»·[5] εγώ πάντως δεν θέλω να αποδώσω σε κανέναν από τους δύο την πρόθεση να εισαγάγει μια τόσο επιζήμια νοοτροπία, αλλά το εγχείρημα τού τελευταίου το βλέπω μάλλον σαν «επιχείρημα κατ’ άνθρωπον», που βέβαια έχει κανείς το δικαίωμα να το μεταχειρίζεται απλώς για την άμυνά του, για να επωφελείται, εις βάρος τού αντιπάλου του, από τη γυμνότητα που ο ίδιος προσφέρει. Εξάλλου θα δείξω ότι στην πραγματικότητα μόνο ο Λόγος, όχι μια δήθεν απόκρυφη αίσθηση τής αλήθειας, καμιά εξαίσια εποπτεία με το όνομα τής πίστης, όπου μπορεί να ενοφθαλμιστεί η παράδοση ή η αποκάλυψη χωρίς τη συναίνεση τού Λόγου, αλλά, όπως ο Mendelssohn υποστήριζε σταθερά και με δικαιολογημένο ζήλο, μόνο ο καθαυτό καθαρός ανθρώπινος Λόγος είναι αυτός με τον οποίο εκείνος [ο Mendelssohn] θεωρούσε αναγκαίο και άξιο να προσανατολίζεται κανείς: με όλο που βέβαια εδώ πρέπει να απορριφτεί η υψηλή αξίωση τής φιλοσοφικής ικανότητας τού Λόγου, προπάντων η μόνο προστάζουσα αίγλη του (με αποδείξεις), και να μη του μείνει, ενόσω είναι φιλοσοφικός, τίποτε περισσότερο από το έργο τού καθαρμού τής κοινής έννοιας τού Λόγου από αντιφάσεις και η άμυνα απέναντι στις δικές του σοφιστικές επιθέσεις εναντίον των παραγγελμάτων ενός υγιούς Λόγου. — Η εκτεταμένη και ακριβέστερα καθορισμένη έννοια τού προσανατολίζεσθαι μπορεί να μας βοηθήσει να εκθέσομε με σαφήνεια τον [δεοντικό] κανόνα τού υγιούς Λόγου στις επεξεργασίες του που σκοπό έχουν τη γνώση υπεραισθητών αντικειμένων.

Προσανατολίζομαι, κατά την κύρια σημασία τής λέξης, σημαίνει: από ένα δεδομένο τόπο τού κόσμου (σε τέσσερις τομείς διαιρούμε τον ορίζοντα) βρίσκω τους άλλους, ονομαστικά την ανατολή. Όταν βλέπω τον ήλιο στον ουρανό και ξέρω ότι είναι μεσημέρι, μπορώ να βρω τη δύση, το βορρά και την ανατολή. Γι’ αυτόν όμως το σκοπό χρειάζομαι εντελώς το συναίσθημα μιας διαφοράς στο ίδιο το υποκείμενό μου, δηλαδή στο δεξί και αριστερό χέρι. Το ονομάζω συναίσθημα, γιατί αυτές οι δύο πλευρές εξωτερικά δεν δείχνουν καμιάν αισθητή διαφορά στην εποπτεία. Χωρίς αυτή την ικανότητα [ενν. το συναίσθημα τής διαφοράς] κατά τη χάραξη ενός κύκλου να ξεχωρίζω, δίχως να χρειάζομαι σ’ αυτόν κάποια διαφορά των αντικειμένων, την κίνηση από τα αριστερά προς τα δεξιά από την αντίθετη διεύθυνση, κι έτσι να καθορίζω a priori μια διαφορά στη θέση των αντικειμένων, δεν θα ήξερα εάν πρέπει να βάλω τη δύση προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά τού σημείου τού νότου στον ορίζοντα και έτσι να ολοκληρώσω τον κύκλο με το βορρά και την ανατολή έως το νότο πάλι. Ώστε γεωγραφικά προσανατολίζομαι, οποιαδήποτε κι’ αν είναι τα αντικειμενικά δεδομένα στον ουρανό, μόνο με έναν υποκειμενικό διαφοριστικό λόγο· και αν μια μέρα, με κάποιο θαύμα, όλες οι εικόνες των αστεριών διατηρήσουν κατά τα άλλα το ίδιο σχήμα και ακριβώς την ίδια θέση μεταξύ τους, αλλά μόνο η διεύθυνσή τους, που άλλοτε ήταν ανατολική, γίνει τώρα δυτική, την επόμενη αστροφεγγιάτικη νύχτα κανένα ανθρώπινο μάτι δεν θα παρατηρήσει την παραμικρότερη αλλαγή, και αυτός ακόμη ο αστρονόμος, εάν δώσει προσοχή απλώς σ’ αυτό που βλέπει, όχι ταυτόχρονα και σ’ αυτό που συναισθάνεται, αναπόφευκτα θα χάσει τον προσανατολισμό. Τότε όμως θα ’ρθεί εντελώς φυσικά σε βοήθειά του η από τη Φύση βέβαια δοσμένη, αλλά με τη συχνή άσκηση εθισμένη διαφοριστική ικανότητα με το συναίσθημα τού δεξιού και τού αριστερού χεριού· και θα μπορέσει, άμα και μόνο κοιτάξει τον πολικό αστέρα, όχι μόνο να παρατηρήσει τη μεταβολή που έγινε, αλλά και, χωρίς να την προσέξει, να προσανατολιστεί.

Αυτή τη γεωγραφική έννοια τής διαδικασίας τού προσανατολισμού μπορώ τώρα να την επεκτείνω και με αυτήν να εννοώ: προσανατολίζομαι μέσα σ’ ένα δεδομένο χώρο γενικά, δηλαδή απλώς μαθηματικά. Στα σκοτεινά προσανατολίζομαι μέσα σ’ ένα γνωστό μου δωμάτιο, όταν μπορώ να πιάσω ένα και μόνο αντικείμενο που θυμάμαι τη θέση του. Αλλά εδώ ολοφάνερα τίποτ’ άλλο δεν με βοηθεί παρά η προσδιοριστική ικανότητα των θέσεων σύμφωνα με ένα υποκειμενικό διαφοριστικό λόγο· γιατί δεν βλέπω καθόλου τα αντικείμενα που έχω να βρω τη θέση τους· και αν κανείς, για να μου κάνει ένα αστείο, είχε τοποθετήσει όλα τα αντικείμενα στην ίδια τάξη μεταξύ τους, αλλά αριστερά εκείνο που πρωτύτερα ήταν δεξιά, δεν θα μπορούσα καθόλου να αναγνωρίσω το δωμάτιο όπου βρίσκομαι, ενώ όλοι οι τοίχοι θα ήσαν κατά τα άλλα εντελώς οι ίδιοι. Σε λίγο όμως προσανατολίζομαι και πάλι με το απλό συναίσθημα μιας διαφοράς των δύο πλευρών μου, τής δεξιάς και τής αριστερής. Τούτο ακριβώς συμβαίνει, όταν τη νύχτα βαδίζω σε γνωστούς μου δρόμους και πρέπει να στρίψω σε ορισμένο σημείο, με όλο που τώρα δεν διακρίνω κανένα σπίτι.

Μπορώ τέλος να επεκτείνω αυτή την έννοια ακόμη περισσότερο, οπότε θα έγκειται στην ικανότητά μου να προσανατολίζομαι όχι απλώς στο χώρο, δηλαδή μαθηματικά, αλλά γενικά στη σκέψη, δηλαδή λογικά. Εύκολα μαντεύεται με την αναλογία ότι τούτο θα είναι έργο τού καθαρού Λόγου, να διευθύνει τη χρήση του, όταν, ξεκινώντας από γνωστά αντικείμενα (τής εμπειρίας), θέλει να απλωθεί πέρα από όλα τα όρια τής εμπειρίας και δεν βρίσκει κανένα απολύτως αντικείμενο τής εποπτείας, αλλά απλώς χώρο γι’ αυτήν· εκείνος τότε δεν είναι πια σε θέση να υπαγάγει τις κρίσεις του σ’ έναν ορισμένο [δεοντικό] κανόνα, σύμφωνα με αντικειμενικούς λόγους τής γνώσης, παρά μόνο σύμφωνα με έναν υποκειμενικό διαφοριστικό λόγο που θα καθορίζει την κριτική του ικανότητα.[6] Αυτό το υποκειμενικό μέσον που απομένει ακόμη τότε, δεν είναι άλλο παρά το συναίσθημα μιας ανάγκης που έχει ο ίδιος ο Λόγος. Μπορούμε να εξασφαλιστούμε από κάθε πλάνη, όταν δεν επιχειρούμε να κρίνομε εκεί όπου δεν ξέρομε τόσα όσα απαιτούνται για μιαν οριστική κρίση. Είναι λοιπόν η άγνοια καθεαυτήν η αιτία των περιορισμών, όχι και των πλανών στη γνώση μας. Όπου όμως δεν έγκειται τόσο στη θέλησή μας το να κρίνομε ή το να μη κρίνομε για κάτι οριστικά, όπου δηλ. την κρίση την κάνει αναγκαία μια πραγματική ανάγκη, και μάλιστα μια τέτοια που βρίσκεται στον ίδιο το Λόγο καθεαυτόν, με όλο που μας περιορίζει η έλλειψη τής γνώσης σε ό,τι αφορά τα απαιτούμενα για την κρίση στοιχεία — εκεί χρειάζεται ένας [δεοντικός] κανόνας σύμφωνα με τον οποίο να εκφέρομε την κρίση μας, γιατί ο Λόγος θέλει επιτέλους να ικανοποιηθεί. Εάν τώρα έχει από πριν γίνει παραδεκτό ότι εδώ δεν μπορεί να υπάρχει καμιά εποπτεία αντικειμένου, ούτε καν κάτι παρόμοιο με τούτο, ώστε μ’ αυτό να μπορούμε να εκθέσομε για τις επεκτεταμένες έννοιές μας το σύστοιχο με αυτές αντικείμενο, και επομένως να τις εξασφαλίσομε ως προς τη δυνατότητά τους στα πράγματα — άλλο τίποτε δεν μένει πια για μας να κάνομε παρά πρώτα την έννοια, με την οποία θέλομε να ριψοκινδυνέψομε υπερβαίνοντας κάθε δυνατήν εμπειρία, να την εξετάσομε αν είναι επίσης απαλλαγμένη από αντιφάσεις· και έπειτα να υπαγάγομε τουλάχιστο τη σχέση τού αντικειμένου προς τα αντικείμενα τής εμπειρίας σε μια καθαρή έννοια τής διάνοιας, με την οποία [έννοια] δεν το αισθητοποιούμε ακόμα καθόλου, ωστόσο όμως στοχαζόμαστε κάτι υπεραισθητό ως κατάλληλο τουλάχιστο για την εμπειρική χρήση τού Λόγου μας· γιατί χωρίς αυτή την προσοχή δεν θα μπορούσαμε να κάνομε καμιάν εντελώς χρήση μιας τέτοιας έννοιας, παρά θα φαντασιοπληκτούσαμε αντί να σκεπτόμαστε.

Μόνο που με τούτο, δηλαδή με την απλή έννοια, τίποτα ακόμη δεν ρυθμίζεται ως προς την ύπαρξη αυτού τού αντικειμένου και τον πραγματικό δεσμό του με τον κόσμο (το σύνολο όλων των αντικειμένων δυνατής εμπειρίας). Εδώ παρουσιάζεται το δικαίωμα τής ανάγκης τού Λόγου, ως στηρίγματος υποκειμενικού, να υποθέσει και να παραδεχτεί κάτι που δεν του επιτρέπεται να έχει την αξίωση ότι το γνωρίζει με αντικειμενικά στηρίγματα: και επομένως νοερά [στη σκέψη], στο απροσμέτρητο και για μας με πηχτό σκοτάδι γεμάτο χώρο τού υπεραισθητού, να προσανατολιστεί απλώς και μόνο με τη δική του ανάγκη.

Πολλά υπεραισθητά νοούνται (γιατί βέβαια τα αντικείμενα των αισθήσεων δεν γεμίζουν ολόκληρο το πεδίο τής δυνατότητας) όπου ωστόσο ο Λόγος δεν αισθάνεται καμιάν ανάγκη να απλωθεί έως αυτά, πολύ λιγότερο: να παραδεχτεί την ύπαρξή τους. Στις αιτίες τού κόσμου που αποκαλύπτονται στις αισθήσεις (ή που είναι τουλάχιστο τού ίδιου είδους μ’ εκείνα που αποκαλύπτονται σ’ αυτές), ο Λόγος βρίσκει αρκετήν απασχόληση, ώστε να μη χρειάζεται γι’ αυτό το σκοπό την επίδραση καθαρά πνευματικών όντων τής Φύσης, που η παραδοχή τους θα ήταν μάλλον επιζήμια στη χρήση του. Γιατί, αφού για τους νόμους, σύμφωνα με τους οποίους υποτίθεται θα ενεργούν τέτοια όντα, δεν ξέρομε τίποτα, για ’κείνα όμως, δηλαδή για τα αντικείμενα των αισθήσεων, γνωρίζομε, ή τουλάχιστο μπορούμε ακόμη να ελπίζομε ότι θα μάθομε πολλά, μια τέτοια προϋπόθεση δυσχέρειες μάλλον θα έφερνε στη χρήση τού Λόγου. Να ερευνούμε λοιπόν γι’ αυτά τα πράγματα ή να παίζομε με τέτοια κατασκευάσματα τού μυαλού δεν είναι καθόλου ανάγκη, είναι μάλλον καθαρή περιέργεια που σε τίποτ’ άλλο δεν οδηγεί παρά στην ονειροπόληση. Εντελώς διαφορετική είναι η κατάσταση με την έννοια ενός πρώτου αρχι-όντος, ως υπέρτατης διάνοιας και συνάμα ως τού ύψιστου αγαθού. Γιατί όχι μόνο ο Λόγος αισθάνεται ήδη μιαν ανάγκη να θέσει ως βάση τής έννοιας τού κάθε περιορισμένου, άρα όλων των άλλων πραγμάτων,[7] την έννοια τού απεριόριστου, αλλά η ανάγκη αυτή επεκτείνεται και στην προϋπόθεση ακόμη τής ύπαρξης εκείνου τού όντος, χωρίς την οποία ο Λόγος δεν μπορεί να δώσει καμιάν ικανοποιητικήν εξήγηση στη συμπτωματικότητα τής ύπαρξης των αντικειμένων μέσα στον κόσμο, και πολύ λιγότερο στη σκοπιμότητα και στην τάξη που συναντούμε παντού σε τόσον αξιοθαύμαστο βαθμό (στα μικρά, επειδή είναι κοντά μας, και πολύ περισσότερο ακόμη στα μεγάλα). Εάν δεν παραδεχτούμε ένα με κατανόηση προικισμένο δημιουργό, δεν είναι δυνατόν, χωρίς να περιπέσομε σε καθαρά άτοπα, να δοθεί στο γεγονός τούτο κανείς κατανοητός τουλάχιστο λόγος· και με όλο που δεν μπορούμε να αποδείξομε το αδύνατον μιας τέτοιας σκοπιμότητας χωρίς μια πρώτη κατανοητήν αιτία (γιατί τότε θα είχαμε επαρκείς αντικειμενικούς λόγους γι’ αυτή την υπόθεση και δεν θα χρειαζόμαστε να επικαλεστούμε υποκειμενικούς), εντούτοις, σ ’ αυτή την έλλειψη [λογικής] ενόρασης, παραμένει ένας επαρκής υποκειμενικός λόγος τής παραδοχής σε τούτο, ότι ο Λόγος έχει ανάγκη να προϋποθέσει κάτι που του είναι κατανοητό, για να εξηγήσει το δεδομένο φαινόμενο από τούτο, αφού όλα εκείνα με τα οποία και μόνο μπορεί να συνδέσει μιαν έννοια, δεν βοηθούν στην ικανοποίηση αυτής τής ανάγκης.

Αλλά μπορούμε την ανάγκη τού Λόγου να τη θεωρήσουμε διπλή: πρώτα κατά τη θεωρητική, δεύτερο κατά την πρακτική χρήση του. Την πρώτη ανάγκη την ανάφερα τώρα μόλις· το βλέπομε βέβαια ότι είναι υπό όρους, δηλαδή οφείλομε να δεχτούμε την ύπαρξη τού Θεού, εάν θέλομε να κρίνομε για τις πρώτες αιτίες κάθε συμπτωματικού πράγματος [=συμβεβηκότος], κατά προτίμηση μέσα στην τάξη των σκοπών που έχουν πραγματικά τεθεί μέσα στον κόσμο. Πολύ σπουδαιότερη είναι η ανάγκη τού Λόγου κατά την πρακτική χρήση του, επειδή είναι δίχως όρους, οπότε είμαστε αναγκασμένοι να υποθέσομε την ύπαρξη τού Θεού όχι απλώς εάν θέλομε να κρίνομε, αλλά επειδή οφείλομε να κρίνομε. Γιατί η καθαρή πρακτική χρήση τού Λόγου έγκειται στο παράγγελμα των ηθικών νόμων. Όλοι όμως αυτοί οι νόμοι αναφέρονται στην ιδέα τού ύψιστου αγαθού, που είναι μέσα στον κόσμο δυνατόν ενόσω είναι μόνο με την ελευθερία δυνατόν: στην ηθικότητα· από το άλλο μέρος, αναφέρονται επίσης σ’ εκείνο που δεν είναι απλώς έργο τής ανθρώπινης ελευθερίας, αλλά και τής Φύσης, δηλαδή στη μέγιστη ευδαιμονία, ενόσω αυτή μοιράζεται με τρόπον ανάλογο προς την πρώτη [την ηθικότητα]. Ο Λόγος έχει ανάγκη να παραδεχτεί ένα τέτοιο εξαρτημένο ύψιστο αγαθό και, για τούτο το σκοπό, μιαν υπέρτατη διάνοια ως ύψιστο ανεξάρτητο αγαθό· όχι βέβαια για να παραγάγει απ’ αυτό λογικά το δεσμευτικό κύρος των ηθικών νόμων, ή τα ελατήρια για την τήρησή τους (γιατί οι νόμοι αυτοί δεν θα είχαν καμιάν ηθική αξία, αν το κίνητρό τους παραγόταν από κάτι άλλο και όχι από τον ίδιο το νόμο, που καθ’ εαυτόν είναι αποδεικτικά βέβαιος)· αλλά μόνο για να δώσει αντικειμενική πραγματικότητα στην έννοια τού ύψιστου αγαθού, δηλαδή για να εμποδίσει να θεωρείται τούτο, μαζί με ολόκληρη την ηθικότητα, απλώς σαν ιδεώδες, μια και δεν θα υπάρχει πουθενά εκείνο που η ιδέα του συνοδεύει αδιαχώριστα την ηθικότητα.

Αυτό λοιπόν είναι όχι γνώση, αλλά συναισθητή[8] ανάγκη τού Λόγου· με την ανάγκη αυτή προσανατολιζόταν στη φιλοσοφική σκέψη ο Mendelssohn (χωρίς να το ξέρει). Και αφού τούτο το οδηγητικό μέσο είναι όχι μια αντικειμενική αρχή τού Λόγου, βασική πρόταση [αξίωμα] των [λογικών] ενοράσεων, αλλ’ απλώς υποκειμενική (δηλαδή κανόνας) τής μόνο με τους περιορισμούς της επιτρεπόμενης χρήσης τού Λόγου, πόρισμα τής ανάγκης, και καθεαυτό αποτελεί ολόκληρο τον καθοριστικό λόγο τής κρίσης μας για την ύπαρξη τού υπέρτατου όντος — μόνο συμπτωματική χρήση τούτου τού οδηγητικού μέσου είναι να προσανατολιζόμαστε στις φιλοσοφικές μας αναζητήσεις τού ίδιου αντικειμένου — έπεται ότι υπήρξε οπωσδήποτε λάθος τού Mendelssohn το ότι εμπιστεύθηκε τόσην εξουσία σ’ αυτή τη φιλοσοφική θεώρηση, ώστε όλα να τα ρυθμίζει μοναχή της από το δρόμο τής [λογικής] απόδειξης. Αναγκαίο μπορούσε να θεωρηθεί το πρώτο μέσον τότε μόνο, εάν είχε εντελώς ομολογηθεί η ανεπάρκεια τού δεύτερου· σ’ αυτή την ομολογία θα είχε τελικά οδηγήσει τον Mendelssohn η οξύνοιά του, εάν του είχε από τη μοίρα γραφτεί, μαζί με μια μακρότερη διάρκεια βίου, και η μάλλον στα χρόνια τής νεότητας υπάρχουσα δεξιότητα τού πνεύματος εύκολα να αλλάζει μια παλαιά, εθισμένη νοοτροπία, όταν έχει μεταβληθεί η κατάσταση των επιστημών. Παραμένει πάντως η προσφορά του που έγκειται σε τούτο: [δίδαξε ότι πρέπει] το έσχατο κριτήριο τής αξιοπιστίας μιας κρίσης, σ’ αυτή όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, να μην το αναζητούμε πουθενά αλλού παρά μόνο μέσα στο Λόγο, οπωσδήποτε και αν οδηγείται εκείνος στην εκλογή των προτάσεών του, είτε με τη [λογικήν] ενόραση, είτε με την απλή ανάγκη και τον κανόνα τής δικής του βολής. Ονόμαζε το Λόγο κατά τη δεύτερη χρήση του κοινό ανθρώπινο Λόγο· γιατί πρώτ’ απ’ όλα και πάντοτε έχει μπροστά στα μάτια του το δικό του συμφέρον, ενώ είμαστε υποχρεωμένοι να βγούμε έξω από τη φυσική τροχιά, αν θέλομε να το ξεχάσομε και άεργοι να παραμονεύομε κάτω από έννοιες με αντικειμενικήν αναφορά, απλώς για να επεκτείνομε τη γνώση μας, είτε τούτο είναι αναγκαίο είτε όχι.

Επειδή όμως η έκφραση: απόφανση τού υγιή Λόγου στο προκείμενο ζήτημα είναι πάντα διφορούμενη και μπορεί να εκληφθεί ή, όπως ο ίδιος ο Mendelssohn την παρανόησε, ως κρίση από ενόραση τού Λόγου, ή, όπως φαίνεται να την παίρνει ο συγγραφέας των «Resultate», κρίση από έμπνευση τού Λόγου, είναι αναγκαίο να δοθεί μια άλλη ονομασία σ’ αυτή την πηγή τής κριτικής απόφανσης και καμιά δεν είναι πιο ταιριαστή σ ’ αυτήν από την ονομασία πίστη τού Λόγου. Κάθε πίστη, ακόμη και η ιστορική, πρέπει βέβαια να είναι έλλογη (γιατί το έσχατο κριτήριο τής αλήθειας είναι πάντοτε ο Λόγος)· όμως πίστη τού Λόγου είναι εκείνη που δεν στηρίζεται σε άλλα δεδομένα παρά μόνο σε όσα περιέχονται στον καθαρό Λόγο. Όλες οι πίστεις είναι υποκειμενικά επαρκείς, αντικειμενικά όμως συνειδητά ανεπαρκείς δοξασίες· επομένως αντιτίθενται στη γνώση. Εξάλλου, όταν υποστηρίζεται κάτι από αντικειμενικούς, έστω και συνειδητά ανεπαρκείς λόγους, δηλαδή όταν εκφράζεται μια γνώμη, μπορεί αυτή η γνώμη συμπληρωνόμενη βαθμιαία με το ίδιο είδος των λόγων αν γίνει στο τέλος γνώση. Αντίθετα, όταν οι λόγοι τής δοξασίας δεν είναι, κατά το είδος τους, καθόλου έγκυροι αντικειμενικά, τότε η πίστη δεν μπορεί ποτέ να γίνει γνώση με οποιαδήποτε χρήση τού Λόγου. Η ιστορική πίστη, π.χ. για το θάνατο ενός μεγάλου ανθρώπου, που τον αφηγούνται μερικές επιστολές, μπορεί να γίνει γνώση όταν οι αρχές τού τόπου ανακοινώνουν το θάνατο, τον ενταφιασμό, τη διαθήκη κ.λ.π. Ότι επομένως κάτι υποστηρίζεται ως ιστορική αλήθεια, δηλαδή πιστεύεται, απλώς με βάση ορισμένες μαρτυρίες, π.χ. ότι υπάρχει στον κόσμο μια πόλη Ρώμη, κ’ εντούτοις εκείνος που δεν βρέθηκε ποτέ εκεί, μπορεί να πει: γνωρίζω, και όχι απλώς πιστεύω ότι υπάρχει μια Ρώμη, — τούτο συμφωνεί εντελώς με όσα είπαμε. Αντίθετα η καθαρή πίστη τού Λόγου, με οσαδήποτε φυσικά δεδομένα τού Λόγου και τής εμπειρίας, δεν μπορεί ποτέ να μετατραπεί σε γνώση, επειδή εδώ ο λόγος τής δοξασίας είναι (και όσο είμαστε άνθρωποι θα μείνει πάντα) απλώς υποκειμενικός, δηλαδή μια απαραίτητη ανάγκη τού Λόγου μόνο να υποθέσει και όχι να αποδείξει την ύπαρξη ενός υπέρτατου όντος. Αυτή η ανάγκη τού Λόγου, να χρησιμοποιείται θεωρητικά με τρόπο ικανοποιητικό, δεν θα ήταν τίποτ’ άλλο παρά μια καθαρή υπόθεση τού Λόγου, δηλαδή μια γνώμη που θα μπορούσε να υποστηριχτεί επαρκώς από υποκειμενικούς λόγους, επειδή κανέναν άλλο λόγο για την εξήγηση δεδομένων αποτελεσμάτων δεν μπορούμε να περιμένομε εκτός απ’ αυτούς, ο Λόγος όμως χρειάζεται έναν εξηγητικό λόγο. Αντίθετα η πίστη τού Λόγου, που στηρίζεται στην ανάγκη να χρησιμοποιείται με πρακτική πρόθεση, θα μπορούσε να ονομαστεί αίτημα τού Λόγου, όχι σαν να ήταν μια ενόραση που θα ικανοποιούσε κάθε λογικήν απαίτηση για βεβαιότητα, αλλά επειδή αυτή η δοξασία (όταν όλα μέσα στον άνθρωπο, από ηθικήν άποψη, βρίσκονται σε καλή κατάσταση) δεν υπολείπεται κατά βαθμόν από καμιά γνώση,[9] με όλο που κατά το είδος είναι εντελώς διάφορη από τη γνώση.

Επομένως μια καθαρή πίστη τού Λόγου είναι ο οδηγός ή ο διαβήτης, με τού οποίου τη βοήθεια μπορεί από το ένα μέρος ο φιλοσοφικός στοχαστής να προσανατολίζεται στις επιδρομές που κάνει ο Λόγος του στο πεδίο των υπεραισθητών αντικειμένων, και από το άλλο μέρος ο άνθρωπος τού κοινού, αλλά (ηθικά) υγιή Λόγου να χαράζει το δρόμο του, τόσο με θεωρητική όσο και με πρακτική πρόθεση, εντελώς σύμμετρα με τον προορισμό του· αυτή η πίστη τού λόγου είναι επίσης εκείνη που πρέπει να τεθεί στη βάση κάθε άλλης πίστης, ακόμα και κάθε αποκάλυψης.

Η έννοια τού Θεού, και αυτή η πεποίθηση για την ύπαρξή του, μπορεί να βρεθεί μόνο μέσα στο Λόγο, απ’ αυτόν μόνο πηγάζουν και ούτε από έμπνευση μάς έρχονται στην αρχή, ούτε από πληροφορίες δίνονται από μιαν οσοδήποτε μεγάλη αυθεντία. Ακόμη και αν μου συμβεί να έχω μιαν άμεση εποπτεία ενός τέτοιου είδους — τέτοια εποπτεία η Φύση, όσο κι αν τη γνωρίσω, δεν μπορεί καθόλου να μου δώσει — πάλι πρέπει μια έννοια Θεού να χρησιμέψει ως οδηγητικό νήμα [για να βρω] αν το φαινόμενο τούτο συμφωνεί επίσης με όλα όσα απαιτούνται για να χαρακτηριστεί μια θεότητα. Και με όλο που διόλου δεν βλέπω πώς είναι δυνατόν ένα οποιοδήποτε φαινόμενο να παρουσιάζει, έστω και μόνο κατά την ποιότητα, εκείνο που πάντοτε μόνο νοείται και ποτέ δεν γίνεται αισθητό εποπτικά, ωστόσο είναι τουλάχιστον σαφές ότι για να κρίνω αν είναι Θεός αυτό που μου εμφανίζεται, αυτό που ενεργεί εσωτερικά ή εξωτερικά απάνω στο συναίσθημά μου, πρέπει να το βάλω κοντά στην έννοια τού Θεού που έχει σχηματίσει ο Λόγος μου και να το ελέγξω με κριτήριο, όχι αν είναι σύμφωνο με αυτή την έννοια, παρά απλώς αν δεν βρίσκεται σε αντίφαση μαζί της. Ομοίως: και εάν, σε όλα εκείνα με τα οποία ο Θεός μου αποκαλύφτηκε, δεν βρίσκεται τίποτα που ν’ αντιφάσκει σ’ αυτή την έννοια, πάλι εκείνη η εμφάνιση, η εποπτεία, η άμεση αποκάλυψη, ή όπως αλλιώς θα ονομάζεται εκείνη η παρουσία, ποτέ δεν μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη ενός όντος που η έννοιά του (όταν δεν ορίζεται αβέβαια και επομένως δεν θα υπόκειται στην ανάμειξη κάθε δυνατής φαντασίωσης) απαιτεί την απεραντοσύνη κατά το μέγεθος, για να διαχωριστεί από όλα τα δημιουργήματα· στην έννοια τής απεραντοσύνης δεν μπορεί να αντιστοιχεί ακριβώς καμιά εντελώς εμπειρία ή εποπτεία. Επομένως είναι αδύνατον μια εμπειρία ή εποπτεία να αποδείξει αναμφίβολα την ύπαρξη ενός τέτοιου όντος. Στην αρχή λοιπόν κανείς δεν μπορεί να πεισθεί για την ύπαρξη τού υπέρτατου όντος με οποιαδήποτε εποπτεία· πρέπει να προηγηθεί η πίστη τού Λόγου, και τότε θα μπορούσαν οπωσδήποτε ορισμένες εμφανίσεις ή αποκαλύψεις να δώσουν αφορμή αν ερευνήσομε, εάν αυτό που μιλεί σ’ εμάς ή παρουσιάζεται σ’ εμάς έχομε το δικαίωμα να το εκλάβομε ως θεότητα, και μετά τη διαπίστωση να επιβεβαιώσουν εκείνη την πίστη.

Όταν επομένως αμφισβητείται στο Λόγο το δικαίωμα που ανήκει να μιλήσει πρώτος σε ζητήματα που αφορούν υπεραισθητά αντικείμενα, όπως είναι η ύπαρξη τού θεού και η μέλλουσα ζωή, ανοίγεται διάπλατα η πόρτα σε κάθε λογής φαντασιοπληξία, δεισιδαιμονία, ακόμη και στον αθεϊσμό. Εντούτοις φαίνεται ότι στη διένεξη Jacobi-Mendelssohn όλα γίνονται για να αποτραπεί — δεν ξέρω ακριβώς ποιο από τα δύο — η ενόραση τού Λόγου και η γνώση (με μιαν υποτιθέμενη ρώμη στη φιλοσοφική θεώρηση) ή και αυτή ακόμη η πίστη τού Λόγου, και αντίθετα να ιδρυθεί μια άλλη πίστη, που μπορεί ο καθένας να τη σχηματίσει μέσα του όπως του αρέσει. Ίσως πρέπει να συμπεράνομε το δεύτερο, όταν βλέπομε ότι η κατά τον Spinoza έννοια τού Θεού θεωρείται η μόνη σύμφωνη με όλες τις βασικές αρχές τού Λόγου,[10] και όμως απορρίπτεται. Γιατί, μολονότι είναι εντελώς σύμφωνο με την πίστη τού Λόγου να γίνει δεκτό ότι ο φιλοσοφικός Λόγος δεν μπορεί να έχει την ενόραση ούτε καν τής δυνατότητας ενός όντος, όπως εμείς πρέπει να σκεπτόμαστε το Θεό, δεν συμβιβάζεται με καμιάν εντελώς πίστη και γενικά με καμιά παραδοχή μιας ύπαρξης η γνώμη ότι ο Λόγος θα μπορούσε να έχει την ενόραση τής αδυνατότητας ενός αντικειμένου και όμως να γνωρίζει από άλλες πηγές την πραγματικότητά του.

Άνδρες με πνευματικές ικανότητες και μεγάλα φρονήματα! Τιμώ τα τάλαντά σας και αγαπώ το ανθρώπινο αίσθημά σας. Αλλά έχετε κιόλας καλά στοχαστεί τι κάνετε και πού θα οδηγήσουν οι επιθέσεις σας εναντίον τού Λόγου; Χωρίς αμφιβολία, εσείς θέλετε να διατηρηθεί απεριόριστη η ελευθερία τής σκέψης· γιατί χωρίς αυτήν και ο δικός σας ακόμη παλμός τής μεγαλοφυΐας δεν θα αργούσε να πάρει τέλος. Θα ιδούμε τι πρόκειται με φυσικό τρόπο να βγει απ’ αυτή την ελευθερία τής σκέψης, εάν επικρατήσει μια μέθοδος παρόμοια μ’ εκείνη που σεις αρχίζετε.

Προς την ελευθερία τής σκέψης είναι αντίθετος πρώτα ο αναγκασμός τής πολιτείας. Βέβαια λέμε: μπορεί η ελευθερία να μιλούμε ή να γράφομε να μας αφαιρεθεί με ανώτερη βία, ποτέ όμως η ελευθερία να σκεπτόμαστε. Πόσο όμως και με ποιαν ορθότητα είναι δυνατόν να σκεπτόμαστε, άμα δεν σκεπτόμαστε από κοινού με άλλους, στους οποίους ανακοινώνομε τις σκέψεις μας και εκείνοι σ’ εμάς τις δικές τους; Μπορούμε λοιπόν να ειπούμε ότι εκείνη η εξωτερική βία που αφαιρεί απ’τους ανθρώπους την ελευθερία να ανακοινώνουν δημόσια τις σκέψεις τους, παίρνει απ’ αυτούς και την ελευθερία να σκέπτονται: το μόνο κόσμημα που μας μένει ύστερ’ από όλα τα βάρη τού πολιτικού βίου και που μπορεί να μας συμβουλέψει πώς να αντιμετωπίσομε όλα τα δεινά αυτής τής κατάστασης.

Δεύτερο, η ελευθερία τής σκέψης εννοείται επίσης με τη σημασία όπου αντίθετό της έχει τον αναγκασμό τής συνείδησης. [Αυτό συμβαίνει εκεί] όπου πολίτες, χωρίς καμιάν εξωτερική βία, πέφτουν απάνω σε άλλους ως κηδεμόνες στα πράγματα τής θρησκείας και αντί να τους προσφέρουν επιχειρήματα κατορθώνουν, με έτοιμες από πριν φόρμουλες πίστης, που συνοδεύονται από αγχώδη φόβο μπροστά στον κίνδυνο μιας προσωπικής έρευνας, να εξορίσουν κάθε έλεγχο τού Λόγου με πρώιμη επίδραση απάνω στις ψυχές.

Τρίτο, η ελευθερία τής σκέψης σημαίνει επίσης την μη υποταγή τού Λόγου σε άλλο νόμο παρά σ’ εκείνον που ο ίδιος θέτει στον εαυτό του· αντίθετός της είναι ο κανόνας μιας άνομης χρήσης τού Λόγου (για να βλέπει τάχα με αυτό τον τρόπο, όπως υπερηφανεύεται η μεγαλοφυΐα, μακρύτερα απ’ όσο γίνεται όταν περιορίζεται από νόμους). Τούτου συνέπεια είναι φυσικά ότι, όταν ο Λόγος δεν θέλει να υποταχθεί στο νόμο που ο ίδιος θέτει στον εαυτό του, αναγκάζεται να σκύψει τον τράχηλο στο ζυγό των νόμων που του θέτει ένα άλλος· γιατί χωρίς κάποιο νόμο τίποτα, ακόμη και η μεγαλύτερη μωρία, δεν μπορεί να παίξει πολύν καιρό το παιχνίδι της. Επομένως η αναπόφευκτη συνέπεια τής δηλωμένης ανομίας στη σκέψη (μιας απελευθέρωσης από τους περιορισμούς τού Λόγου) είναι η εξής: με αυτήν η ελευθερία τής σκέψης ζημιώνεται και, επειδή ένοχος εδώ είναι όχι η ατυχία αλλά η αληθινή υπεροψία, κυριολεκτικά χάνεται.

Η πορεία των πραγμάτων είναι περίπου η εξής: Στην αρχή χαίρεται η μεγαλοφυΐα τον τολμηρό οίστρο της, αφού έχει αφαιρέσει το νήμα που μ’ αυτό άλλοτε την οδηγούσε ο Λόγος. Σε λίγο γοητεύει και άλλους με αυθαίρετα ρήματα και μεγάλες προσδοκίες και φαίνεται ότι έχει πλέον εγκατασταθεί σ’ ένα θρόνο, που τόσο δύσκολα τον στόλιζε ο αργός και βαρύς Λόγος· ωστόσο εξακολουθεί πάντοτε να μεταχειρίζεται τη γλώσσα του. Αυτόν τον παραδεκτό τότε κανόνα τη ακυρότητας ενός σε πολύ μεγάλο ύψος νομοθετούντος Λόγου εμείς οι κοινοί άνθρωποι των ονομάζομε φαντασιοπληξία· αλλά εκείνοι οι ευνοούμενοι τής αγαθής Φύσης φωτισμό. Επειδή όμως σε λίγο ανάμεσα στους ίδιους προκαλείται σύγχυση γλωσσών, αφού τώρα ο καθένας ακολουθεί την έμπνευσή του, ενώ μόνο ο Λόγος μπορεί να προστάζει έγκυρα για τον καθένα, πρέπει στο τέλος να δημιουργηθούν από εσωτερικές εμπνεύσεις γεγονότα εγγυημένα με εξωτερικές μαρτυρίες, και από παραδόσεις που στην αρχή διαλέχτηκαν μόνες τους, κείμενα που επιβάλλονται με το χρόνο, με μια λέξη η ολοκληρωτική υποταγή τού Λόγου σε γεγονότα, δηλαδή η δεισιδαιμονία, επειδή έτσι τουλάχιστο μπαίνει αυτή σε μια μορφή νόμου και γνωρίζει την ανάπαυση.

Μια και ο ανθρώπινος Λόγος τείνει πάντοτε προς την ελευθερία, συμβαίνει κατ’ ανάγκη τούτο: όταν κάποτε σπάσει τα δεσμά, η πρώτη χρήση μιας επί μακρόν ξεσυνηθισμένης ελευθερίας εκφυλίζεται σε κατάχρηση και άμετρη εμπιστοσύνη στην ανεξαρτησία τής δύναμής του από κάθε περιορισμό, [ακόμη και] σε μιαν αυταπάτη μονοκρατίας τού φιλοσοφικού Λόγου που τίποτα δεν παραδέχεται πια παρά μόνο εκείνο που δικαιώνεται με αντικειμενικούς λόγους και δογματική πεποίθηση, και όλα τα άλλα τα απορρίπτει αδίστακτα. Από το άλλο μέρος, ο κανόνας τής ανεξαρτησίας τού Λόγου από τη δική του εντελώς ανάγκη (απάρνηση τής πίστης τού Λόγου) ονομάζεται απιστία· όχι ιστορική, γιατί αυτήν δεν μπορούμε καθόλου να τη διανοηθούμε ως εμπρόθετη, επομένως ούτε ως επιδεκτικήν καταλογισμού (επειδή ο καθένας, είτε το θέλει είτε όχι, πρέπει να πιστέψει ένα γεγονός, που έχει επαρκώς διαπιστωθεί, απαράλλακτα όπως και μιαν μαθηματικήν απόδειξη)· αλλά απιστία τού Λόγου, ύποπτη κατάσταση τής ανθρώπινης ψυχής που αφαιρεί από τους ηθικούς νόμους πρώτα όλη τη δύναμη των ελατηρίων απάνω στην καρδιά, με τον καιρό και κάθε αυθεντία ακόμη, και φέρνει τη νοοτροπία που ονομάζομε ελεύθερο πνεύμα, δηλαδή τη βασική αρχή να μην αναγνωρίζομε πια κανένα εντελώς καθήκον. Εδώ μπαίνει τότε στο παιχνίδι η πολιτική εξουσία, για να μην πέσουν σε άκραν αταξία και αυτές ακόμα οι υποθέσεις τού δημόσιου βίου· και επειδή το πιο δραστικό και αποτελεσματικό μέσον είναι γι’ αυτή το άριστο, αφαιρεί πέρα ως πέρα την ελευθερία τής σκέψης και την υποτάσσει, μαζί με άλλες λειτουργίες, στα διατάγματα τού κράτους. Και έτσι η ελευθερία τής σκέψης, όταν θέλει να ενεργεί ανεξάρτητα και από τους νόμους ακόμη τού Λόγου, αυτοκαταστρέφεται.

Φίλοι τού ανθρώπινου γένους και εκείνου που είναι το αγιότατο γι’ αυτό! Να παραδέχεστε ό,τι σας φαίνεται πιο αξιοπίστευτο ύστερα από επιμελημένη και ειλικρινή βάσανο, είτε γεγονότα είναι αυτά είτε στηρίγματα [λόγοι] τού Λόγου· μόνο μην αμφισβητείτε στο Λόγο εκείνο που τον κάνει το ύψιστο αγαθό επί τής γης, δηλαδή το προνόμιο να είναι το έσχατο κριτήριο τής αλήθειας.[11] Στην αντίθετη περίπτωση, ανάξιοι καθώς θα είστε τής ελευθερίας, και σεις θα τη χάσετε ασφαλώς και στων άλλων μελών τού γένους το λαιμό θα περάσετε αυτή τη δυστυχία, που δεν είναι ένοχα και που θα είχαν όλη την καλή διάθεση να μεταχειριστούν την ελευθερία τους έννομα, και σκόπιμα επίσης για το καλό τού κόσμου.


[1] Δημοσιεύτηκε στο περιοδ. «Berlinische Monatsschrift» τεύχος Οκτωβρ. 1786.
[2] (Υποσ. τού Μεταφρ.) «Morgenstunden oder Vorlesungen über das Dasseyn Gottes», 1 Th., Berlin 1785.
[3] (Υποσ. τού Μεταφρ.) «An die Freunde Lessings. Ein Anhang zu Herrn Jacobi’s Briefwechsel über die Lehre des Spinoza» Berlin 1786.
[4] (Υποσ. τού Μεταφρ.) Για τη σχέση τού Lessing προς τη διδασκαλία τού Spinoza.
[5] (Υποσ. τού Συγγρ.) Jacobi «Briefe über die Lehre des Spinoza» Breslau 1785.— «Jacobi wider Mendelssohns: Beschuldigung betreffend die Briefe über die Lehre des Spinoza» .— «Die Resultate der Jacobischen und Mendelssohnschen Philosophie, kritisch untersucht von einem Freiwilligen» Leipzig 1786 [Συγγραφέας τού τελευταίου είναι ο φίλος τού Jacobi: Thomas Wizemann]
[6] Προσανατολίζομαι στη σκέψη λογικά σημαίνει λοιπόν: όταν είναι ανεπαρκείς οι αντικειμενικές αρχές τού Λόγου, καθορίζομαι στις δοξασίες μου σύμφωνα με μιαν υποκειμενική αρχή του.
[7] (Υποσ. τού Συγγρ.) Αφού ο Λόγος για τη δυνατότητα όλων των πραγμάτων χρειάζεται να προϋποθέτει [την] πραγματικότητα ως δεδομένη, και τη διαφορότητα των πραγμάτων την αποδίνει σε αρνήσεις ενυφασμένες σ’ αυτά, που τις θεωρεί μόνο σαν περιορισμούς, αισθάνεται τον εαυτό του αναγκασμένο να θέτει ως βάση [των παραδοχών του] μια μοναδική δυνατότητα ως πηγαία, τη δυνατότητα τού απεριόριστου όντος, και όλες τις άλλες να τις θεωρεί παράγωγες. Αφού επίσης η γενική δυνατότητα τού κάθε πράγματος πρέπει να βρεθεί εντελώς μέσα στο σύνολο πάσης ύπαρξης, [και αφού] τουλάχιστον η βασική αρχή τού γενικού καθορισμού μόνο με ένα τέτοιο τρόπο κάνει δυνατή για το Λόγο μας τη διάκριση τού δυνατού από το πραγματικό, ιδού ότι έτσι βρίσκομε έναν υποκειμενικό λόγο τής αναγκαιότητας, δηλαδή μιαν ανάγκη τού ίδιου τού Λόγου μας, να θέτομε ως βάση κάθε δυνατότητάς την ύπαρξη ενός πραγματικότερου απ’ όλα (ύψιστου) όντος. Αναπηδάει εδώ η καρτεσιανή απόδειξη τής ύπαρξης τού θεού, αφού λόγοι υποκειμενικοί να προϋποθέτομε κάτι για τη χρήση τού Λόγου (που γι’ αυτόν κατά βάση μένει πάντοτε μόνο μια εμπειρική χρήση) θεωρούνται αντικειμενικοί — επομένως ανάγκη για [λογικήν] ενόραση. Αυτό συμβαίνει με τούτην, αυτό συμβαίνει και με όλες τις αποδείξεις τού αξιότιμου Mendelssohn [που βρίσκονται] στο βιβλίο του «Morgenstunden». Δεν κάνουν τίποτα από το έργο μιας απόδειξης. Δεν είναι όμως για τούτο καθόλου ανώφελες. Γιατί, και αν ακόμα δεν αναφέρομε την ωραία ευκαιρία που δίνουν αυτές οι οξυνούστατες αναπτύξεις των υποκειμενικών όρων τη χρήσης τού Λόγου μας για την πλήρη γνώση αυτής τής ικανότητάς μας — για το σκοπό αυτό αποτελούν μόνιμα παραδείγματα —, η παραδοχή [μιας δοξασίας] από υποκειμενικούς λόγους τής χρήσης τού Λόγου, όταν μας λείπουν λοι αντικειμενικοί και παρά ταύτα είμαστε αναγκασμένοι να κρίνομε, έχει πάντοτε μεγάλη σπουδαιότητα· μόνο που οδείλομε αυτό που είναι μόνο προϋπόθεση υπαγορευμένη από ανάγκη, να μη το παρουσιάζομε σαν ελεύθερη [λογικήν] ενόραση, για να μη προσφέρομε χωρίς λόγο στον αντίπαλο, που μαζί του δεχτήκαμε να χτυπηθούμε με δογματισμούς, αδυναμίες από τις οποίες εκείνος θα επωφεληθεί εις βάρος μας. Ο Mendelssohn δεν στοχάστηκε καθόλου ότι το δογματίζειν με τον καθαρό Λόγο στο πεδίο τού υπεραισθητού είναι ο κατευθείαν δρόμος προς τη φιλοσοφική φαντασιοπληξία και ότι μόνο η κριτική αυτής τής ίδιας τής ικανότητας τού Λόγου μπορεί να δώσει βασική βοήθεια για να εξουδετερωθεί τούτο το κακό. Μπορεί βέβαια η πειθαρχία τής σχολαστικής μεθόδου (τού Wolff π.χ. που για τούτο εκείνος τη συσταίνει επίσης), όπου όλες οι έννοιες πρέπει να καθορίζονται με ορισμούς και όλοι οι [λογικοί] βηματισμοί να δικαιώνονται με βασικές αρχές, πραγματικά να εμποδίσει για ένα χρονικό διάστημα αυτή την ανωμαλία, ποτέ όμως και να την εξαλείψει όλως διόλου. Γιατί με ποιο δικαίωμα θα αποτρέψομε το Λόγο, που κατά την ομολογία μας, έχει κιόλας σημειώσει μια τόσο καλήν επιτυχία σ’ αυτό το πεδίο, να μην προχωρήσει, στο πεδίο τούτο, ακόμη παραπέρα; και τότε πού είναι το όριο όπου πρέπει να σταθεί;
[8] (Υποσ. τού Συγγρ.) Ο Λόγος δεν συναισθάνεται· ενορά τη στέρησή του και με την ορμή της γνώσης πραγματοποιεί το συναίσθημα τής ανάγκης. Εδώ δηλαδή γίνεται ό,τι και με το ηθικό συναίσθημα που δεν γεννά κανένα ηθικό νόμο, γιατί αυτός πηγάζει ολόκληρος από το Λόγο, αλλά γεννιέται ή πραγματοποιείται από ηθικούς νόμους, άρα από το Λόγο, αφού η διεγερμένη και όμως ελεύθερη βούληση χρειάζεται ορισμένους λόγους.
[9] Στη σταθερότητα τής πίστης ανήκει η συνείδηση ότι είναι αμετάβλητη. Αλλά μπορώ να είμαι εντελώς βέβαιος ότι κανένας δεν θα μπορέσει να ανασκευάσει την πρότασή μου: υπάρχει Θεός; γιατί από πού θα ποριστεί αυτή τη [λογική] ενόραση; Επομένως δεν συμβαίνει με την πίστη τού Λόγου εκείνο που γίνεται στην ιστορική, όπου είναι πάντοτε δυνατόν να βρεθούν αποδείξεις τού εναντίου, και όπου πρέπει να διατηρούμε την επιφύλαξη να αλλάξομε τη γνώμη μας στην περίπτωση που θα αποκτήσουμε πληρέστερη γνώση των πραγμάτων.
[10] (Υποσημ. τού Συγγρ.) Δεν μπορώ να καταλάβω πώς οι σοφοί που μνημονεύω μπόρεσαν να βρουν μέσα στην «Κριτική τού καθαρού Λόγου» εύνοια προς τον σπινοζισμό. Η «Κριτική» κόβει στον δογματισμό εντελώς τα φτερά για ό,τι αφορά τη γνώση υπεραισθητών αντικειμένων και σ’ αυτό ο σπινοζισμός είναι τόσο δογματικός, ώστε και με τον μαθηματικό συναγωνίζεται στην αυστηρότητα τής απόδειξης. Η «Κριτική» αποδείχνει ότι ο πίνακας των καθαρών εννοιών τής διάνοιας πρέπει να περιέχει όλα τα υλικά τής καθαρής σκέψης· ο σπινοζισμός μιλεί για σκέψεις που οι ίδιες πάλι σκέπτονται, και επομένως για ένα συμβεβηκός που υπάρχει συνάμα καθεαυτό σαν υποκείμενο — έννοια που δεν βρίσκεται καθόλου μέσα στην ανθρώπινη διάνοια, ούτε εισφέρει σ’ αυτήν τίποτα. Η «Κριτική» δείχνει: ότι καθόλου δεν αρκεί για την κατάφαση τής δυνατότητας ενός αυτονοούμενου όντος το ότι δεν υπάρχει μέσα στην έννοιά του καμιά αντίφαση (με όλο που, στην ανάγκη, εξακολουθεί και τότε να επιτρέπεται να δεχτούμε αυτή τη δυνατότητα)· ο σπινοζισμός όμως ισχυρίζεται ότι ενορά (λογικά) την αδυνατότητα ενός όντος που η ιδέα του αποτελείται εντελώς από καθαρές έννοιες τής διάνοιας, από τις οποίες έχομε αποχωρίσει όλους τους όρους τής αισθητότητας, όπου επομένως δεν μπορεί ποτέ να βρεθεί αντίφαση, και όμως δεν είναι σε θέση με τίποτα να στηρίξει αυτό τον υπεροπτικό ισχυρισμό, που ξεπερνά κάθε όριο. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, ο σπινοζισμός οδηγεί κατευθείαν στη φαντασιοπληξία. Απεναντίας δεν υπάρχει σίγουρο μέσον να βγάλομε με τις ρίζες της κάθε φαντασιοπληξία παρά ένα μόνο: ο καθορισμός των ορίων τής δύναμης τού καθαρού Λόγου. — Ένας άλλος πάλι σοφός βρίσκει μέσα στην «Κριτική τού καθαρού Λόγου» σκεπτικισμό, με όλο που η «Κριτική» αυτό ακριβώς επιδιώκει: να θέσει στερεά a priori κάτι βέβαιο και ορισμένο αναφορικά με το πλάτος τής γνώσης μας. Καθώς και [να εισαγάγει] μια διαλεκτική στις κριτικές έρευνες που πρόγραμμά της είναι να διαλύσει και για πάντα να εξοβελίσει εκείνη την αναπόφευκτη διαλεκτική, από την οποία ο προς κάθε διεύθυνση δογματικά οδηγούμενος καθαρός Λόγος σαστίζει και μπερδεύεται. Την ίδια ακριβώς μέθοδο ακολουθούσαν οι Νεοπλατωνικοί που ονόμαζαν τον εαυτό τους εκλεκτικούς, επειδή ήξεραν να βρίσκουν τις δικές τους χίμαιρες εδώ κ’ εκεί σε αρχαιότερους συγγραφείς, όταν οι ίδιοι είχαν ήδη βάλει μέσα στο έργο εκείνων τέτοιες ιδέες· ως προς τούτο λοιπόν — ουδέν καινόν υπό τον ήλιον.
[11] (Υποσημ. τού Συγγρ.) Σκέπτομαι ο ίδιος [=αυτονόηση] σημαίνει αναζητώ μέσα μου (δηλαδή μέσα στον δικό μου Λόγο) το ύψιστο κριτήριο τη αλήθειας· και ο κανόνας να σκέπτομαι πάντοτε ο ίδιος, είναι ο διαφωτισμός. Στην αυτονόηση δεν ανήκουν τόσα πολλά όσα φαντάζονται εκείνοι που τοποθετούν τον διαφωτισμό σε γνώσεις, γιατί τούτο είναι μάλλον μια αρνητική βασική αρχή στη χρήση τής γνωστικής μας ικανότητας και συχνά εκείνος που έχει μεγάλο πλούτο σε γνώσεις, είναι ελάχιστα διαφωτισμένος στη χρήση τους. «Μεταχειρίζομαι τον δικό μου Λόγο» δεν θέλει να πει τίποτα περισσότερο από τούτο: σε κάθε τι που πρόκειται να παραδεχτώ να ρωτώ τον εαυτό μου: εάν βρίσκει πραγματοποιήσιμο να κάνει γενική βασικήν αρχή τής δικής του χρήσης τού Λόγου το λόγο για τον οποίο παραδέχεται κάτι τι, ή επίσης τον κανόνα που ακολουθεί απ’ αυτό που παραδέχεται. Ο καθένας μπορεί να κάνει μόνος του αυτή τη δοκιμή και θα ιδεί να εξαφανίζονται αμέσως με αυτό τον έλεγχο η δεισιδαιμονία και η φαντασιοπληξία, με όλο που δεν έχει καθόλου τις γνώσεις που απαιτούνται για ν‛ αντικρίσει και τη μια και την άλλη. Γιατί μεταχειρίζεται απλώς τον κανόνα τής αυτοσυντήρησης τού Λόγου. Είναι λοιπόν εύκολο να θεμελιώσουμε τον διαφωτισμό μέσα στα ατομικά υποκείμενα με την εκπαίδευση· πρέπει μόνο να αρχίσομε από νωρίς να συνηθίσομε τα νεαρά κεφάλια σ’ αυτόν το διαστοχασμό. Να διαφωτίσουμε όμως μιαν εποχή είναι έργο πολύ μακράς διάρκειας, γιατί υπάρχουν πολλά εξωτερικά εμπόδια που εν μέρει απαγορεύουν και εν μέρει δυσκολεύουν τούτο το είδος τής εκπαίδευσης.

 

Ετικέτες: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: