RSS

«Δύο»—Α.Badiou

19 Δεκ.

Στοχασμός 20
Η παρέμβαση: έκνομη επιλογή συμβαντικού ονόματος, λογική τής Δυάδας, χρονική θεμελίωση
(Είναι και Συμβάν, σελ.223-232) [pdf]

Η ανάλυση τού ζητήματος τού συμβάντος κατέληξε στο συμπέρασμα (στοχασμός 17) ότι η κατάσταση δεν παρέχει κανένα έρεισμα για να αποφασίσουμε αν το συμβάν ανήκει ή όχι σε αυτή. Αυτή η μη-αποφασισιμότητα συνιστά εγγενές γνώρισμά του, πράγμα που συνάγεται και από το μαθήμιο τού συμβάντος, στο οποίο αποτυπώνεται η μορφή του ως πολλαπλού. Έχω ήδη εκθέσει τις συνέπειες των δύο πιθανών επιλογών: εφόσον θεωρηθεί ότι το συμβάν δεν ανήκει στην κατάσταση και εφόσον, επιπλέον, τα στοιχεία τού τόπου του δεν παρουσιάζονται, τότε συμπεραίνουμε ότι δεν συνέβη τίποτε· αν όμως ανήκει στην κατάσταση, τότε θα παρεντίθεται μεταξύ τού κενού και τού εαυτού του και, κατά συνέπεια, θα ορίζεται ως υπεράριθμο.

Εφόσον ουσιαστικά το συμβάν είναι ένα πολλαπλό τού οποίου η ιδιότητα ως μέλους τής κατάστασης είναι μη-αποφασίσιμη, η απόφαση ότι αυτό ανήκει στην δομή τής κατάστασης ενέχει έναν κίνδυνο για τον αποφασίζοντα, ο οποίος δεν μπορεί παρά να ελπίζει ότι ο κίνδυνος αυτός δεν θα θεωρηθεί ποτέ ως εύλογος, αφού κάθε κρίση περί τού ευλόγου θα παρέπεμπε αναγκαστικά στη δομή τής κατάστασης. Θα είναι, βεβαίως, δυνατή η γνώση των συνεπειών τής απόφασης, αλλά η γνώση μας αυτή δεν δύναται να ανατρέξει σε χρόνο προγενέστερο τού συμβάντος με σκοπό την αναγωγή των συνεπειών της σε μια ήδη θεμελιωμένη αρχή. Όπως το έθεσε και ο Μαλλαρμέ, το στοίχημα ότι συνέβη κάτι δεν μπορεί να καταργήσει την τυχαιότητα τού συμβάντος.

Επιπροσθέτως, η διαδικασία τής απόφασης προϋποθέτει σε κάποιο βαθμό την αποστασιοποίηση από την κατάσταση, με άλλα λόγια τη συμβολή ενός παράγοντα εξαίρεσης από το καθεστώς τής ύπαρξης. Πράγματι, η ίδια η κατάσταση, παρά την αφθονία των πολλαπλών που παρουσιάζει ως παράγωγες μονάδες, αδυνατεί να παράσχει τους απαιτούμενους πόρους για την οργάνωση τής όλης διαδικασίας, διότι, αν συνέβαινε διαφορετικά, το πρόβλημα τής ένταξης τού συμβάντος στην κατάσταση θα ήταν αποφασίσιμο.

Για να το θέσω αλλιώς: είναι αδύνατον να υπάρξει μια ελεγχόμενη διαδικασία που θα τύγχανε υποχρεωτικής εφαρμογής και η οποία θα ήταν απόλυτα προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις τής απόφασης επί τού ζητήματος τής συμβαντικότητας ενός πολλαπλού. Συγκεκριμένα, όπως έχω ήδη επισημάνει, το κράτος τής κατάστασης δεν περιλαμβάνει κατ’ ανάγκη κανένα κανόνα αυτού τού είδους, δεδομένου τού ότι το κράτος δεν έρχεται εκ των υστέρων να διαπιστώσει ότι, όσον αφορά κάποιο συμβάν που εμφανίζεται σε έναν τόπο, δηλαδή σε ένα πολλαπλό στο χείλος τού κενού, συντρέχουν πράγματι οι προϋποθέσεις τής σχέσης εγκλεισμού. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να συναχθεί η ιδιότητά του ως μέλους τής κατάστασης απλώς και μόνο από το γεγονός ότι υφίσταται σχέση μέρους προς όλον.

Με τον όρο «παρέμβαση» αποκαλώ κάθε διαδικασία μέσω τής οποίας αναγνωρίζεται ως συμβάν κάποιο πολλαπλό.

Εδώ ο όρος «αναγνώριση» υποδηλώνει προφανώς δύο διαφορετικά πράγματα τα οποία συναθροίζονται στη μοναδικότητα τής παρεμβατικής χειρονομίας. Ειδικότερα, η μορφή τού πολλαπλού προσδιορίζεται, κατ’ αρχάς, ως συμβαντική· με άλλα λόγια, η σύνθεσή του θα συμμορφώνεται με το μαθήμιο τού συμβάντος: το συγκεκριμένο πολλαπλό θα συνενώνει σε ενιαίο σύνολο αφενός μεν τα απεικονισμένα στοιχεία τού τόπου του, αφετέρου δε τον εαυτό του. Στη συνέχεια, μετά τον εντοπισμό τού πολλαπλού με κριτήριο την μορφή του, θα κριθεί ότι το εν λόγω πολλαπλό αποτελεί στοιχείο τής κατάστασης, ότι δηλαδή της ανήκει. Φαίνεται λοιπόν ότι η παρέμβαση συνίσταται κατά πρώτον στην επισήμανση τής μη-αποφασισιμότητας και κατά δεύτερον στη λήψη μιας απόφασης αναφορικά με την ιδιότητα τού συγκεκριμένου πολλαπλού ως μέλους τής κατάστασης.

Ωστόσο, η δεύτερη σημασία τής παρέμβασης τείνει να αναιρεί την πρώτη. Κι αυτό γιατί η ουσία τού συμβάντος έγκειται στη μη-αποφασισιμότητά του, αφού η απόφαση το καταργεί ως τέτοιο. Υπό το πρίσμα τής ειλημμένης απόφασης, δεν θα υπάρχει πλέον παρά ένας όρος τής κατάστασης. Η παρέμβαση — όπως το διαπίστωσε και ο Μαλλαρμέ χρησιμοποιώντας τη μεταφορά τής φευγαλέας χειρονομίας — εκδηλώνεται, λοιπόν, με τη μορφή τής αυτοαναίρεσης τής έννοιάς της. Αμέσως μετά τη λήψη τής απόφασης το στοιχείο που αποτέλεσε το έναυσμά της χάνεται εντός τής ομοιομορφίας τής πολλαπλής παρουσίασης. Στο σημείο αυτό, φαίνεται να συναντούμε ένα από τα παράδοξα τής πράξης, που έχει ως σημείο-κλειδί την έννοια τής απόφασης: το αντικείμενο εφαρμογής της, που δεν είναι άλλο από την εξαίρεση τού τυχαίου, καταλήγει, μέσω τής χειρονομίας που το προσδιορίζει ως τέτοιο, να ταυτίζεται με την συμμετοχή στην κοινή μοίρα τής ένταξης στο κανονιστικό πεδίο τής δομής. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όμως, η πράξη θα ήταν εκ των προτέρων καταδικασμένη να απολέσει το ενωτικό ίχνος τής εξαίρεσης που αποτελεί το θεμέλιο της. Αυτή είναι μια από τις πιθανές σημασίες τής νιτσεϊκής ρήσης για την Αιώνια Επιστροφή τού Ίδιου. Από την βούληση τής δύναμης, που εν προκειμένω θα ταυτιζόταν με την ερμηνευτική ικανότητα τής απόφασης, θα απέρρεε η βεβαιότητα ότι η άσκησή της οδηγεί αδήριτα στην διευρυμένη επανάληψη τού περιεχομένου των νόμων τής κατάστασης. Ο σκοπός τής ύπαρξής της θα ταυτιζόταν με την επιθυμία τού Άλλου, αλλά μόνον ως προς την ικανότητά του να θεμελιώσει εκ νέου το Ίδιο. Το πολλαπλό-είναι — η συνοχή τού οποίου θα είχε διαρραγεί ως αποτέλεσμα τής τυχαιότητας μιας εξαιρεθείσας ύπαρξης, την οποία μόνο μια έκνομη βούληση θα μπορούσε να νομιμοποιήσει — θα επέστρεφε μαζί με τον νόμο τής καταμέτρησης, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση τής κατά τα φαινόμενα καινοφάνειας των [συμβαντικών] συνεπειών προς το πρότυπο τής παράγωγης μονάδας. Γνωρίζουμε αρκετά για τον πολιτικό πεσιμισμό, όπως επίσης και για την μηδενιστική λατρεία τής τέχνης, που ο «μετριοπαθής» (και για να γίνω πιο σαφής: ο μη-ναζιστικός) νιτσεϊσμός συνάγει ως συνέπειες αυτής τής αξιολόγησης τής βούλησης. Διότι, πράγματι, η ίδια η μεταφορά τού Υπερανθρώπου δεν μπορεί παρά να επιδιώκει — κατά το αποκορύφωμα τής νοσηρής εκδίκησης των αδυνάτων, κατά τη στιγμή τής ενθρόνισης τής μνησικακίας τους — την αποφασιστική επιστροφή τής προσωκρατικής κυριαρχίας τής δύναμης. Ο άνθρωπος, αρρωστημένος από τον άνθρωπο, θα επανακτήσει τη Μεγάλη Υγεία κατά τη στιγμή τού θανάτου του, όταν θα αναγνωρίσει ότι το άγγελμα τής έλευσής του συνίσταται στο ότι «ο άνθρωπος είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί». Αυτή όμως η υπέρβαση είναι επίσης μια επιστροφή στις απαρχές: η ίασή του — έστω κι αν πρόκειται για την ασθένεια τού εαυτού — δεν είναι άλλη από την επαναγνώρισή του σύμφωνα με το ενδογενές πρότυπο τής ζωτικής του δύναμης.

Στην πραγματικότητα, το παράδοξο τής παρέμβασης είναι περισσότερο περίπλοκο λόγω τού ότι είναι αδύνατη η μεμονωμένη ανάλυση των επιμέρους συνιστωσών του: δηλαδή τής αναγνώρισης τής συμβαντικής μορφής ενός πολλαπλού και τής σχετικής απόφασης αναφορικά με την ιδιότητά του ως μέλους τής κατάστασης.

Ένα συμβάν ενός τόπου X είναι στοιχείο τού εαυτού του, e_{x}\in e_{x} . Η κατασήμανσή του είναι προαπαιτούμενο τής αναγνώρισης τής ιδιότητάς του ως πολλαπλού, προκειμένου το υπεράριθμο σημαίνον e_{x} να μπορεί να θεωρηθεί ως στοιχείο τού πολλαπλού-μονάδος που αυτό συνιστά. Η πράξη τής συμβαντικής κατασήμανσης είναι εκείνη που συγκροτεί το συμβάν όχι ως πραγματικό — δεδομένου ότι εκλαμβάνεται πάντοτε ως δεδομένη η έλευση τού συγκεκριμένου πολλαπλού —, αλλά ως αντικείμενο μιας ενδεχόμενης απόφασης αναφορικά με την ιδιότητά του ως μέλους τής κατάστασης. Στο πεδίο που διανοίγεται από την ερμηνευτική υπόθεση που ως παρουσιαζόμενο αντικείμενό της έχει τον τόπο — και συνεπώς ένα πολλαπλό στο χείλος τού κενού — και η οποία αφορά την δηλωτική πρόταση «το συμβάν υπάρχει», η ουσία τής παρέμβασης έγκειται στην κατασήμανση τής υπαρξιακής αυτής πρότασης και στην έμπρακτη εφαρμογή και ανάπτυξη των συνεπειών τής εν λόγω κατονομασίας στο πλαίσιο τής κατάστασης στην οποία ανήκει ο τόπος.

Τι εννοούμε με τον όρο «κατονομασία»; Το ερώτημα μπορεί να διατυπωθεί και ως εξής: σε ποια μέσα συνδεδεμένα με την κατάσταση μπορούμε να βασιστούμε, προκειμένου να προσδέσουμε στο σημαίνον το παράδοξο πολλαπλό τού συμβάντος, εξασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την αναγνώριση τής — μέχρι τούδε μη ρητά διατυπωμένης — ιδιότητάς του ως μέλους τής κατάστασης; Κανένας από τους παρουσιαζόµενους όρους τής κατάστασης δεν μπορεί να χρησιμεύσει προς τούτο, διότι η τυχόν ομωνυμία θα έχει ως άμεση συνέπεια να εξαλειφθεί κάθε τι το μη-παρουσιαζόμενο εντός τού συμβάντος, και τούτο πέραν τής συνακόλουθης αμφισημίας που θα κατέληγε στην κατάργηση κάθε δυνατότητας παρέμβασης στα πλαίσια τής κατάστασης. Ο ίδιος ο τόπος δεν μπορεί να δώσει κάποια ονομασία στο συμβάν και αυτό παρά το ότι ο τόπος χρησιμεύει για την οριοθέτηση και τον προσδιορισμό τού χαρακτήρα του. Τούτο οφείλεται αφενός μεν στο ότι ο τόπος είναι ήδη στοιχείο τής κατάστασης, αφετέρου δε στο γεγονός ότι το είναι του επί-τού-χείλους-τού-κενού μπορεί μεν να είναι σύστοιχο με την δυνατότητα τού συμβάντος, πλην όμως δεν γεννά την αναγκαιότητά του. Συνηθίζουμε να κάνουμε λόγο για τη «Γαλλική» Επανάσταση τού 1789, αλλά δεν ήταν η Γαλλία που γέννησε και ονόμασε τη συμβαντικότητά της. Στην πραγματικότητα, αυτό που συνέβη ήταν ότι η επανάσταση μπόρεσε να νοηματοδοτήσει εκ των υστέρων την ιστορική κατάσταση που αποκαλούμε «Γαλλία», αφού όμως πρώτα συντελέστηκε η δια αποφάσεως εγγραφή της στην κατάσταση αυτή. Κατά τον ίδιο τρόπο, γύρω στα 1840, το ζήτημα τής επιλυσιμότητας μέσω ριζικών των εξισώσεων βαθμού ανωτέρου τού τέταρτου κατέληξε σε σχετικό αδιέξοδο. Όπως συμβαίνει στην περίπτωση όλων των θεωρητικών αδιεξόδων, το γεγονός αυτό συντέλεσε στην ανάδειξή τού προβλήματος τής εύρεσης των ριζών σε συμβαντικό τόπο για τα μαθηματικά — ή την οντολογία. Ωστόσο, το συγκεκριμένο αδιέξοδο δεν αποτέλεσε την αιτία γέννησης τής εννοιολογικής επανάστασης τού Εβαρίστ Γκαλουά, ο οποίος είχε εξάλλου την οξυδέρκεια να αντιληφθεί ότι ο ρόλος που κλήθηκε να διαδραματίσει συνίστατο στην συμμόρφωση προς την επιταγή που περιείχετο στο έργο των προδρόμων του, αφού εκεί βρίσκει κανείς «ιδέες που επιβάλλονται από μόνες τους εν αγνοία των δημιουργών τους». Ο Γκαλουά εντόπισε, λοιπόν, τον ρόλο που επιτελεί το κενό στα πλαίσια τής παρέμβασης, ενώ η θεωρία των επεκτάσεων Galois ήταν εκείνη που εκ των υστέρων έδωσε αληθινό νόημα στην κατάσταση τής «επιλυσιμότητας μέσω ριζικών».

Εάν λοιπόν, σύμφωνα με την διατύπωση τού Γκαλουά, η συμβαντική κατασήμανση θεμελιώνεται στο αφανές τού τόπου, τότε μπορεί να γίνει δεκτό ότι το θεμέλιο τής πράξης αυτής δεν πρέπει να αναζητηθεί στα παρουσιαζόμενα στοιχεία τής κατάστασης, αλλά σε ό,τι έχει εξαιρεθεί από το καθεστώς τής παρουσίασης.

Η αρχική λειτουργία τής παρέμβασης συνίσταται στη χρήση ως ονόματος ενός μη παρουσιαζομένου στοιχείου τού τόπου, προκειμένου να δηλωθεί το συμβάν που λαμβάνει χώρα στον τόπο αυτό. Το x που χρησιμοποιείται για τη δεικτοδότηση τού συμβάντος e_{x} δεν ταυτίζεται πλέον με τον υπαρκτό όρο τής κατάστασης X που δίνει το όνομά του στον τόπο, αλλά είναι ένα στοιχείο x που ικανοποιεί τον τύπο x\in X , όπου ο όρος X , ο οποίος βρίσκεται στο χείλος τού κενού, θα υπολογίζεται ως ένα στοιχείο τής κατάστασης, χωρίς όμως το ίδιο το στοιχείο x να παρουσιάζεται — ως υπαρκτό στοιχείο ή μονάδα — εντός τής συγκεκριμένης κατάστασης. Το όνομα τού συμβάντος ανασύρεται από το κενό, στο χείλος τού οποίου στηρίζεται η εντός τής κατάστασης παρουσίαση τού συμβαντικού τόπου.

Πώς είναι αυτό δυνατόν; Πριν δώσουμε απάντηση στο ερώτημα αυτό — απάντηση που θα προκύψει από τις σκέψεις που παρατίθενται διεξοδικά στη συνέχεια — ας δούμε αναλυτικότερα τις συνέπειες των παραπάνω προβληματισμών.

α. Δεν πρέπει να συγχέουμε το «καθαυτό» μη-απεικονιζόμενο και απόν στοιχείο — με άλλα λόγια, τη στοιχειώδη ιδιότητα τού ανήκειν στον συμβαντικό τόπο — με τη λειτουργία τής κατονομασίας τού συμβάντος ως πολλαπλού (στο οποίο πολλαπλό το απόν στοιχείο άλλωστε ανήκει). Βάσει τού μαθημίου τού συμβάντος (όπως εκτέθηκε στον στοχασμό 17):

e_{x}=\{x\in X,~e_{x}\}

διαπιστώνουμε ότι, εάν το στοιχείο e_{x} εξισωνόταν με κάποιο στοιχείο x τού τόπου, το συγκεκριμένο μαθήμιο δεν θα εξυπηρετούσε κανένα σκοπό. Πράγματι, το e_{x} θα δήλωνε απλώς το σύνολο των (απεικονιζομένων) στοιχείων τού χώρου, συμπεριλαμβανομένου και τού εαυτού του, οπότε θα περίττευε η αναφορά στο e_{x} . Πρέπει λοιπόν να γίνει κατανοητό ότι ο όρος x επιτελεί διττή λειτουργία. Από την μια πλευρά, είναι το στοιχείο x\in X , το απόν στοιχείο τής παρουσιαζόμενης μονάδας τού τόπου· με άλλα λόγια, το στοιχείο που «περιέχεται» στο κενό, στο χείλος τού οποίου στηρίζεται ο τόπος. Από την άλλη όμως πλευρά, παραπέµπει στο γεγονός ότι το συμβάν χαρακτηρίζεται από την αυθαιρεσία τού σημαίνοντος, με τον εξής μόνο περιορισμό: το όνομα τού συμβάντος πρέπει να προκύψει από το ίδιο το κενό. Η παρεμβατική ικανότητα είναι συναρτημένη με τη διττή αυτή λειτουργία, βάσει τής οποίας άλλωστε καθορίζεται αν το συμβάν ανήκει στην κατάσταση ή όχι. Η παρέμβαση εγγίζει το κενό και επομένως εξαιρείται από τον νόμο τής κατάστασης βάσει τού οποίου γίνεται η καταμέτρηση των μονάδων, και τούτο ακριβώς διότι το θεμελιώδες αξίωμά της συνδέεται με τη δυάδα και όχι τη μονάδα. Θεωρούμενο ως μονάδα, το απόν στοιχείο τού τόπου, το οποίο λειτουργεί ως δείκτης τού συμβάντος, απλώς δεν υπάρχει. Η ύπαρξή του είναι παρεπόμενη τής απόφασης στο πλαίσιο τής οποίας αυτό εμφανίζεται με διττή μορφή: ως το στοιχείο εκείνο το οποίο δεν παρουσιάζεται αυτοπροσώπως και συνάμα ως υπεράριθμο όνομα.

β. Βέβαια, είναι παραπλανητικό να γίνεται αναφορά στο συμβαντικό όνομα, σαν να επρόκειτο για έναν συγκεκριμένο όρο x . Πώς θα ήταν δυνατόν ένας τέτοιος όρος να διακριθεί από το κενό; Το κενό διέπεται από το νόμο τής μη-διαφοροποίησης (στοχασμός 5). Ο «συγκεκριμένος» όρος που λειτουργεί ως συμβαντικό όνομα είναι αφ’ εαυτού ανώνυμος. Το συμβάν έχει ως όνομα το χωρίς-όνομα. Άλλωστε για την περιγραφή κάθε καινοφάνειας δεν απαιτείται να γίνει αναφορά στον Άγνωστο Στρατιώτη της; Και αυτό γιατί, εάν μέσω τής παρέμβασης είχε επιλεχθεί ως συμβαντικός δείκτης κάποια από τις ήδη υπαρκτές ονομασίες τής κατάστασης — με άλλα λόγια, ένας από τους διακριτούς της όρους —, τότε θα έπρεπε να δεχτούμε ότι η δομή τής παρέμβασης καθορίζεται ολοκληρωτικά από τη λειτουργία τής μοναδοποίησης — και ότι, συνεπώς, «τίποτα δεν έλαβε χώρα εκτός από τον τόπο». Το μόνο που μπορούμε να πούμε για τον όρο που χρησιμεύει ως δείκτης τού συμβάντος είναι ότι αυτός ανήκει στον τόπο, και τούτο ανεξαρτήτως τού γεγονότος ότι μ’ αυτό τον τρόπο περιγράφουμε τη μονάδα του με τη διττή της λειτουργία. Επομένως, το όνομά του θα ταυτίζεται με το κοινό κατηγόρημα «ανήκει-στον-τόπο» και θα αποτελεί απλώς ένα μη-διακριτό στοιχείο τού τόπου, το οποίο μέσω τής παρέμβασης θα προβάλλεται στο δυαδικό επίπεδο τής συμβαντικής ονομασίας.

γ. Η εν λόγω πράξη ονοματοδοσίας είναι ουσιαστικά έκνομη, διότι δεν υπάγεται σε κανένα νόμο ή κανόνα απεικόνισης. Όπως ήδη έδειξα, σκοπός τού κράτους — ή, αλλιώς, τής μεταδομής — μιας κατάστασης είναι η μοναδοποίηση των υποσυνόλων εντός τού χώρου τής παρουσίασης. Μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι δυνατή η απεικόνιση. Δεδοµένου ενός πολλαπλού αποτελουμένου από παρουσιαζόμενα πολλαπλά, η ονομασία που αντιστοιχεί στην μονάδα τού εν λόγω πολλαπλού αποτελεί υπόθεση τού κράτους. Αλλά η παρέμβαση αποσπά το υπεράριθμο σημαίνον από το γειτνιάζον με τον τόπο κενό, με αποτέλεσμα να αναστέλλεται στην περίπτωση αυτή η ισχύς τής κρατικής ρύθμισης. Από την οπτική γωνία τής κατάστασης, η πραγματοποιούμενη μέσω τής παρέμβασης επιλογή αντιμετωπίζεται ως μη-επιλογή, διότι η επιλογή να χρησιμοποιηθεί για τον προσδιορισμό τής καθαρής συμβαντικής ύπαρξης ένας συγκεκριμένος απών όρος δεν υπαγορεύεται από κανένα υφιστάμενο κανόνα. Βέβαια, τίποτε δεν μας εμποδίζει να αντιμετωπίσουμε ως αντιπροσωπευτικό τού τόπου τον όρο που κατονομάζει το συμβάν. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο καθόσον το ανώνυμο όνομά του είναι το «ανήκει-στον-τόπο». Όμως, τόσο από τη σκοπιά τής κατάστασης όσο και από τη σκοπιά τού κράτους της, η συγκεκριμένη «εικόνα» δεν μπορεί ποτέ να αναγνωριστεί, διότι κανένας συναρτησιακός κανόνας [loi de représentation] δεν επιτρέπει την επιλογή από κάθε υποσύνολο ενός ανώνυμου (ενός εντελώς απροσδιόριστου) όρου του· πολλώ δε μάλλον την επεκτατική εφαρμογή τής έκνομης αυτής διαδικασίας (μέσω τής οποίας για κάθε υποπολλαπλότητα θα επιλεγόταν — τι θαύμα εάν ήταν δυνατή μια τέτοια άνομη επιλογή ! — ένα αντιπροσωπευτικό της στοιχείο απογυμνωμένο από κάθε άλλη ιδιότητα εκτός αυτής τού ανήκειν στο συγκεκριμένο πολλαπλό) και στην περίπτωση τού κενού συνόλου, τα όρια τού οποίου, όπως είναι γνωστό, ορίζονται από την απόλυτη ενικότητα τού τόπου. Εντός τής κατάστασης, η επιλογή τού αντιπροσωπευτικού όρου, τής συγκεκριμένης εικόνας, δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως απεικόνιση. Σε αντίθεση, για παράδειγμα, με την αρχή τής «καθολικής ψηφοφορίας», βάσει τής οποίας διασφαλίζεται, στο πλαίσιο τού κράτους, μια ομοιόμορφη διαδικασία ανάδειξης αντιπροσώπων, η παρεμβατική επιλογή συνιστά, στο πλαίσιο τής συμβολικής ευρετηριοποίησης, συναρτησιακή προβολή ενός απολύτως μη-διακρίσιμου όρου (τ.έ. κανένας κανόνας δεν επιτρέπει τη διάκρισή του από τους υπόλοιπους όρους τής κατάστασης).

δ. Βεβαίως, δεν θα επέλθει από μόνη της μια τέτοιου είδους αναστολή τού καθεστώτος αντιπροσώπευσης που χαρακτηρίζει εγγενώς κάθε κατάσταση. Ομοίως, η παρεμβατική επιλογή δεν είναι αποτελεσματική, παρά μόνο αν αμφισβητείται το καθεστώς τού ενός. Και αυτό γιατί ο όρος που επιλέγεται από τον παρεμβαίνοντα αναπαριστά το κενό μόνον από τη σκοπιά τού συμβάντος (τ.έ από τη σκοπιά τής κατονομασίας ενός παράδοξου πολλαπλού). Το συγκεκριμένο όνομα — το οποίο ακολούθως διακινείται σύμφωνα με τις συνέπειες που επιβάλλει η παρεμβαίνουσα απόφαση διά τής οποίας αυτό εγγράφεται εντός τής κατάστασης — δεν παραπέμπει ποτέ σε έναν όρο τής κατάστασης, αλλά πάντοτε και μόνο στο συμβάν. Θα μπορούσαμε επίσης να πούμε ότι, σε αντίθεση με τον νόμο τής καταμέτρησης, το συμβαντικό ένα που συστήνεται από την παρέμβαση εμφανίζεται ως αυτό-που-δεν-είναι-ένα. Κι αυτό γιατί το επιλεχθέν έκνομο και υπεράριθμο όνομα — το οποίο, όπως είδαμε, απορρέει από το κενό — θα υπακούει στην αρχή τής ύπαρξης τού ενός, μόνον εφόσον παραμένει απόν. Από τη στιγμή που λάβει ένα όνομα (για παράδειγμα, e_{x} ), το συμβάν είναι το ίδιο με αυτό που δηλώνεται από το όνομά του· καθ’ όσον, όμως, το όνομά του συνιστά εικόνα χωρίς απεικόνιση, το συμβάν παραμένει ανώνυμο και επισφαλές. Η υπέρβαση τού ενός υπολείπεται επίσης τής μονάδας. Το συμβάν που μέσω τής ισχύος και τής αποτελεσματικότητας τής παρέμβασης προσδένεται στο παρουσιαζόμενο-είναι δεν παύει, ωστόσο, να συρράπτεται στον απόντα όρο. Κι αυτό γιατί το Δύο συνιστά την ουσία τού υπεράριθμου. Εξεταζόμενο από τη σκοπιά τής κατάστασης ή τής θέσης του — και όχι ως προς το πολλαπλό του είναι — το συμβάν αποτελεί μεσοδιάστημα μάλλον παρά όρο: δυνάμει τής αναδρομικής ισχύος τής παρέμβασης εγκαθίσταται μεταξύ τής γειτνιάζουσας με τον τόπο ανωνυμίας τού κενού και τού πλεονασμού ενός ονόματος. Επιπροσθέτως, το μαθήμιο τού συμβάντος αποτυπώνει το πρωταρχικό αυτό σχίσμα, δεδομένου ότι, εν προκειμένω, ο προσδιορισμός τής ενικής σύνθεσης τού συμβάντος θεμελιώνεται στη βάση τής διάκρισης μεταξύ τού ιδίου και των απεικονισμένων στοιχείων τού τόπου — εκ των οποίων, άλλωστε, επιλέγεται το συμβαντικό όνομα.

Το συμβάν είναι υπεράριθμο όχι μόνο διότι παρεμβάλλεται ανάμεσα στον εαυτό του και το κενό, αλλά επιπλέον επειδή πάνω σ’ αυτό εδράζεται το αξίωμα που δηλώνει ότι «υπάρχει το Δύο». Το Δύο που αναφέρεται εδώ δεν συνίσταται στο διπλασιασμό τού ενός τής καταμέτρησης, με άλλα λόγια, στην επανάληψη των συνεπειών τού νόμου. Πρόκειται για ένα πρωταρχικό Δύο, για ένα διάστημα αναστολής ή αβεβαιότητας. Είναι η διηρημένη συνέπεια μιας απόφασης.

ε. Θα παρατηρήσουμε επίσης ότι η παρέμβαση — η οποία συσχετίζεται με ένα διπλό οριακό αποτέλεσμα (ιδωμένο από την οπτική γωνία τού κενού και τού ονόματος) και στην οποία οφείλεται και η κυκλοφορία εντός τής κατάστασης τού ονομασμένου συμβάντος — παραμένει καθ’ εαυτή αβέβαιη και μη-αποφασίσιμη, έστω και αν συνιστά απόφαση που αφορά την ιδιότητα τού συμβάντος ως στοιχείου τής κατάστασης. Η εν λόγω απόφαση καθίσταται αναγνωρίσιμη στο επίπεδο τής κατάστασης μόνο βάσει των συνεπειών της. Πράγματι, εκείνο που τελικά παρουσιάζεται είναι το e_{x} , δηλαδή το συμβαντικό όνομα. Αλλά το έκνομο υπόβαθρό του δεν μπορεί ποτέ να προβληθεί ως έχει στο επίπεδο τής παρουσίασης. Επομένως, θα είναι πάντοτε και για όλους αμφίβολο το αν έλαβε ή όχι χώρα το συμβάν — όχι όμως και για τον παρεμβαίνοντα, ο οποίος αποφασίζει για την ύπαρξη τής ιδιότητάς του ως στοιχείου τής κατάστασης. Αυτό που θα υπάρχει θα είναι οι συνέπειες ενός συγκεκριμένου πολλαπλού, οι οποίες, αν και φαινομενικά ανυπολόγιστες, θα υπολογίζονται ως ένα στοιχείο τής κατάστασης. Εν ολίγοις, εκείνο που πρέπει να πούμε είναι ότι ναι μεν συνέβη κάτι το απρόοπτο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν δικαιούται ο παρεμβαίνων να ισχυριστεί πως το γεγονός ότι το τυχαίο εμφανίζεται ως συγκεκριμένη απόρροια τής αναστολής τού νόμου θα οφείλεται σε μια θετική κρίση επί τής ύπαρξης τής ιδιότητας τού μέλους τής κατάστασης — πράγμα που, ας σημειωθεί, έχει ως αναγκαίο επακόλουθο και την εκ νέου χάραξη των ορίων ενός ορισμένου τόπου. Βεβαίως θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι εν τέλει ελήφθη μια απόφαση επί ενός μέχρι τούδε μη-αποφασίσιμου ζητήματος, αλλά το τίμημα γι’ αυτό θα είναι η ομολογία ότι εξακολουθεί να είναι µη-αποφασίσιµο το αν η εν λόγω απόφαση ελήφθη από κάποιον ή όχι. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο παρεμβαίνων μπορεί να θεωρηθεί ως αποκλειστικά υπεύθυνος για τις ελεγχόμενες συνέπειες τού συμβάντος, χωρίς όμως συγχρόνως να μπορεί να καυχηθεί ότι συνέβαλε αποφασιστικά στην έλευσή του. Η παρέμβαση φέρνει στο φως μια μορφή πειθαρχίας, αλλά δεν απορρέει από αυτήν κανένα δικαίωμα πρωτοτυπίας. Δεν υπάρχουν ήρωες τού συμβάντος.

στ. Στρέφοντας τώρα την προσοχή μας στο κράτος τής κατάστασης, βλέπουμε ότι το κράτος, μία εκ των λειτουργιών τού οποίου συνίσταται στον αποκλεισμό τού κενού, επαναβεβαιώνει ότι το υπεράριθμο όνομα — που στο εξής κυκλοφορεί και διαδίδεται απρόβλεπτα και απροσδόκητα — έχει πράγματι την ιδιότητα τού μέλους τής κατάστασης, με τίμημα όμως την καταμέτρηση [των συστατικών] τού κενού συνόλου. Ποια είναι όμως, πράγματι, τα μέρη τού συμβάντος; Τι περιέχεται σ’ αυτό; Στο συμβάν ανήκουν αφενός μεν τα στοιχεία τού συμβαντικού τόπου, αφετέρου δε το ίδιο το συμβάν. Τα στοιχεία όμως τού τόπου δεν παρουσιάζονται. Από την οπτική γωνία τού κράτους, ο τόπος είναι το μόνο «υποσύνολο» που σχηματίζεται από τα στοιχεία του. Εξάλλου, εκείνο που χαρακτηρίζει το υπεράριθμο όνομα e_{x} , το οποίο στο εξής κυκλοφορεί ως αποτέλεσμα τής παρέμβασης, είναι το ανήκειν-εις-εαυτόν. Επομένως, το μόνο διακριτό και αναγνωρίσιμο υποσύνολό του είναι η ενότητα ή η μονάδα που σχηματίζεται από το ίδιο, δηλ. το μονοσύνολο \{e_{x}\} (πβ. στοχασμός 7). Σε τελική ανάλυση, οι όροι που καταχωρούνται από το κράτος-εγγυητή τής μοναδοποίησης των μερών είναι ο τόπος και η συνένωση σε μονάδα τού συμβαντικού ονόματος: X και \{e_{x}\} αντίστοιχα. Μετά την παρέμβαση το κράτος καθορίζει ότι ο όρος \{X,~\{e_{x}\}\} θα αποτελεί στο εξής την κανονική μορφή τού συμβάντος. Βεβαίως, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια Δυάδα (η οποία συναποτελείται από τον τόπο, που υπολογίζεται ως μία μονάδα, και από ένα μοναδοποιημένο πολλαπλό), αλλά το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ των δυο αυτών όρων. Ωστόσο, τόσο από το μαθήμιο τού συμβάντος όσο και από την λογική τής παρέμβασης προκύπτει μια διπλή συσχέτιση μεταξύ των δύο όρων: από τη μια μεριά, διαπιστώνεται ότι, εξετάζοντάς το από την σκοπιά τού είναι του, το συμβάν-πολλαπλό περιέχει τα στοιχεία τού τόπου· από την άλλη, ο ονομαστικός δείκτης x έχει επιλεγεί, ως έκνομη «εικόνα», μεταξύ των μη παρουσιαζόμενων στοιχείων τού τόπου. Αλλά το κράτος, αποκηρύσσοντας το έκνομο και το απόν, δεν αναγνωρίζει τίποτα απ’ όλα αυτά. Η επισήμανση και πιστοποίηση τού γεγονότος ότι συνέβη κάτι το πρωτοφανές γίνεται βεβαίως από το κράτος με τη μορφή τής απεικόνισης μιας Δυάδας, όπου αντιπαρατίθεται ο (ήδη εντοπισμένος) συμβαντικός χώρος με το μονοσύνολο τού συμβάντος (το οποίο ετέθη σε κυκλοφορία μέσω τής παρέμβασης). Αλλά αυτοί οι δύο ξεχωριστοί όροι παραμένουν στην πραγματικότητα ασύνδετοι μεταξύ τους. Από πλευράς κράτους, δεν μπορεί να διαπιστωθεί κάποια διακριτή συσχέτιση μεταξύ τού ονόματος και τού τόπου. Το μόνο που συνδέει τους δύο όρους είναι το κενό. Και, πιο συγκεκριμένα, η μοναδοποιημένη Δυάδα τόπου και συμβάντος είναι, για το κράτος, ένα παρουσιαζόμενο αλλά μη-συνεκτικό σύνολο. Από την οπτική γωνία τού κράτους, το είναι τού συμβάντος εμφανίζεται με τη μορφή ενός αινίγματος. Γιατί πρέπει (πράγμα αναμφίβολο) να καταχωρηθεί το εν λόγω ζεύγος ως υποσύνολο τής κατάστασης, από τη στιγμή που κανένα στοιχείο δεν θεμελιώνει τη συνάφεια μεταξύ των δύο όρων τού ζεύγους; Για ποιο λόγο το ασκόπως περιφερόμενο πολλαπλό e_{x} καταλήγει να είναι ουσιωδώς συνδεδεμένο με το καθ’ όλα αποδεκτό πολλαπλό X (τον τόπο); Ο κίνδυνος δυσλειτουργίας τού μηχανισμού τής καταμέτρησης εντοπίζεται στο ότι η απόπειρα εγγραφής τής διαλειπτικότητας τού συμβάντος μέσω τής απεικόνισής του ενδέχεται να γίνει ακολουθώντας τυφλά τις παραμέτρους που θέτει το κράτος — και, στην περίπτωση αυτή, το συμβάν θα εμφανίζεται ως ανακόλουθη σχέση, ως άλογο ζεύγος, ως μονοσύνολο τού οποίου η μονάδα θα είναι έκνομη.

Εξάλλου, όπως διαπιστώνουμε και στο επίπεδο τής εμπειρίας, πρόκειται για ένα κλασικό αίνιγμα: κάθε φορά που κάποιος τόπος γίνεται η σκηνή ενός πραγματικού συμβάντος, το κράτος (λ.χ. με την πολιτική έννοια τού όρου) αναγνωρίζει βεβαίως την ανάγκη προσδιορισμού τού ζεύγους που αποτελείται από τον τόπο (το εργοστάσιο, τον δρόμο, το πανεπιστήμιο) και το μονοσύνολο τού συμβάντος (την απεργία, τις ταραχές, τη διασάλευση τής τάξης), αλλά αποτυγχάνει να διευκρινίσει τη λογική τής μεταξύ τους σχέσης. Και αυτό συμβαίνει νομοτελειακά, διότι το κράτος πάντα θα αποδίδει σε «ξένο δάκτυλο» (σε αλλοδαπούς ταραχοποιούς, σε τρομοκράτες, σε κάποιον ή κάποιους διεφθαρμένους καθηγητές) την ανομία τού συγκεκριμένου ζεύγους (πράγμα που εξάλλου αποτελεί και ομολογία τής δυσλειτουργίας τού μηχανισμού τής καταμέτρησης). Μας είναι αδιάφορο εάν τα όργανα τού κράτους πράγματι πιστεύουν αυτά που λένε. Αυτό που έχει σημασία είναι η αναγκαιότητα τής συγκεκριμένης διατύπωσης. Κι αυτό γιατί πρόκειται ουσιαστικά για μια μεταφορά που παραπέμπει στο ίδιο το κενό: «εδώ δραστηριοποιείται κάποιο μη παρουσιάζομενο στοιχείο» — αυτό το νόημα έχει η κρατική δήλωση που αποδίδει σε εξωτερικό δάκτυλο την αποσταθεροποίηση της κατάστασης. Το κράτος παρεμποδίζει την εμφάνιση τής ενύπαρξης τού κενού επικαλούμενο την υπερβατικότητα τού ενόχου.

Διαπιστώνουμε εν προκειμένω ότι η δομή τής συμβαντικής διαλειπτικότητας προβάλλεται, στην πραγματικότητα, πάνω σε μια υποχρεωτικά μη-συνεκτική κρατική απόφυση. Η μη-συνεκτικότητά της, όπως υπαινίχθηκα ήδη, οφείλεται στο γεγονός ότι στο αδιανόητο σημείο τής αρμογής των δύο ετερογενών συστατικών του έρχεται στο φως το κενό τής κατάστασης. Επιπλέον, το ότι πρόκειται για απόφυση μπορεί να συναχθεί λογικά. Σας υπενθυμίζω (πβ. στοχασμός 8) ότι απόφυση αποτελεί ένας όρος που ναι μεν αναπαρίσταται (από το κράτος τής κατάστασης), πλην όμως δεν παρουσιάζεται (στο επίπεδο τής δομής τής κατάστασης). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το μόνο που παρουσιάζεται είναι το ίδιο συμβάν, e_{x} , και τίποτε άλλο. Το αντιπροσωπευτικό ζεύγος \{X,~\{e_{x}\}\} — αταίριαστο ζευγάρωμα τού τόπου και τού μοναδοποιημένου συμβάντος — δεν είναι παρά το μηχανικό αποτέλεσμα τής κρατικής απογραφής των υποσυνόλων τής κατάστασης. Αυτό το ζεύγος δεν παρουσιάζεται πουθενά. Στην κρατική επιφάνεια τής κατάστασης κάθε συμβάν απεικονίζεται ως απόφυση τής οποίας η σύνθεση συνίσταται σε μια Δυάδα άνευ εννοίας.

ζ. Υπό ποιες συνθήκες είναι δυνατή η παρέμβαση; Θα πρέπει εδώ να ξεκινήσουμε μια μακρά κριτική συζήτηση σχετικά με την πραγματικότητα τής δράσης και με απώτερο στόχο τη θεμελίωση τής θέσης: «στο είναι υπάρχει καινοφάνεια» — θέση ανταγωνιστική προς τη ρήση τού Εκκλησιαστή «οὐκ ἔστι πᾶν πρόσφατον ὑπὸ τὸν ἥλιον».

Ανέφερα ότι η παρέμβαση απαιτεί ένα πρώτο βήμα απόσχισης από την αμεσότητα τού νόμου. Δεδομένου αφενός μεν ότι παραπέμπει στο κενό — όπως επιμαρτυρείται από τη διάρρηξη των ορίων τού εν λόγω συνόλου (τ.έ τού τόπου) —, αφετέρου δε ότι η παρεμβατική επιλογή είναι έκνομη (όντας εικόνα χωρίς απεικόνιση), η παρέμβαση δεν μπορεί να κατανοηθεί ως δομή ή ως παράγωγη μονάδα [effet-d’un]. Αλλά στο μέτρο ακριβώς που το συμβάν είναι αυτό-που-δεν-είναι-ένα, φαίνεται να οδηγούμαστε σε φαύλο κύκλο. Το συμβάν, νοούμενο ως παρεμβατική διακίνηση τού ονόματός του, δεν φαίνεται να μπορεί να θεμελιωθεί διαφορετικά παρά μόνο μέσω τής συμβαντικής επικουρικότητας τής ίδιας τής παρέμβασης, που όμως είναι εξίσου άκυρη και ανύπαρκτη από πλευράς δομής.

Η μόνη διέξοδος από αυτόν τον φαύλο κύκλο είναι η πρόκληση ρήγματος στο σημείο επανεκκίνησής του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η δυνατότητα τής παρέμβασης θεμελιώνεται αποκλειστικά και μόνο στο συμβάν ως ριψοκίνδυνη μορφή τού μη όντος. Ωστόσο, είναι εξίσου βέβαιο ότι το συμβάν, το οποίο στερείται όντος και επομένως εξαιρείται παντελώς από τη διαδικασία καταµέτρησης μονάδων, δεν μπορεί να υπάρξει, παρά μόνο εφόσον τεθεί σε κυκλοφορία μέσω τής παρεμβατικής ανάσυρσης στοιχείων από τον συμβαντικό τόπο. Για να αποφύγουμε το παράδοξο τής αμφίδρομης αυτής ανάδρασης μεταξύ συμβάντος και παρέμβασης — μεταξύ διασαφήνισης και πραγματικού περιστατικού —, η δυνατότητα τής παρέμβασης θα πρέπει να αποδοθεί στις συνέπειες ενός άλλου συμβάντος. Η παρέμβαση ερείδεται, συνεπώς, στην συμβαντική επανέλευση — πράγμα που ισοδυναμεί με το εξής: η παρεμβατική ικανότητα — αναγκαία συνιστώσα για την ένταξη ενός συμβαντικού πολλαπλού ως μέλους μιας κατάστασης — δεν μπορεί να αναπτυχθεί παρά μόνο εντός τού πλέγματος των συνεπειών μιας πρότερης κατάφασης τής ιδιότητας τού μέλους. Επομένως, η παρέμβαση είναι η λειτουργία εκείνη που παρουσιάζει κάποιο συμβάν με σκοπό την έλευση και την υποδοχή ενός άλλου. Είναι ένα συμβαντικό διάμεσο.

Ως εκ τούτου, η θεωρητική σύλληψη τής παρέμβασης συνιστά τον πυρήνα κάθε θεωρίας περί χρόνου. Εάν ο χρόνος ως έννοια δεν έχει την αυτή έκταση με τη δομή, εάν επομένως δεν είναι η αισθητή μορφή τού Νόμου, τότε θα ταυτίζεται με την ίδια την παρέμβαση, που νοείται εδώ ως το διάκενο μεταξύ δύο συμβάντων. Η ουσιαστική ιστορικότητα τής παρέμβασης δεν αναφέρεται στον χρόνο ως μετρήσιμο χωρικό διάστημα, αλλά θεμελιώνεται στο γεγονός ότι η παρεμβατική ικανότητα απεγκλωβίζεται από την κατάσταση υπό τον όρο μόνο ότι συγκροτείται στη βάση μιας προγενέστερης απόφασης μέσω τής οποίας είχε τεθεί σε κυκλοφορία ένα συμβαντικό πολλαπλό. Μόνο αυτή η μορφή συγκρότησης, σε συνδυασμό με την περιφορά [τού ονόματος] εντός τού τόπου, καθιστά δυνατή την παρεμβολή ανάμεσα στην παρέμβαση και στην κατάσταση ενός επαρκούς υποσυνόλου ληφθέντος εκ τού μη-είναι, ούτως ώστε το ίδιο το είναι-ως-είναι να τεθεί υπό διακύβευση με τη μορφή τού μη-παρουσιαζόμενου και τού έκνομου — και συνεπώς, εν τέλει, με τη μορφή τής μη-συνεκτικής πολλαπλότητας. Και πάλι εδώ ο χρόνος προϋποθέτει και αξιώνει το Δύο: για να υπάρξει κάποιο συμβάν, είναι αναγκαίο να μπορεί κανείς να συγχρονιστεί με τις συνέπειες ενός άλλου συμβάντος. Η παρέμβαση είναι μια — διαγώνιος προς την κατάσταση — γραμμή που, ξεκινώντας από ένα ήδη κυκλοφορούν παράδοξο πολλαπλό, εφάπτεται στην τροχιά που διαγράφει ένα άλλο.

Ένα σημαντικό αποτέλεσμα τής συμβαντικής επανέλευσης είναι ότι καμία παρέμβαση δεν μπορεί να λειτουργήσει αντλώντας νομιμοποίηση από την ιδέα ενός πρώτου συμβάντος ή ενός ριζοσπαστικού ξεκινήματος. Μπορούμε να ονομάσουμε θεωρησιακό αριστερισμό κάθε οντολογική σκέψη που βασίζεται πάνω στη θεματική τού απόλυτου ξεκινήματος. Βάσει τής υπόθεσης ότι η αυτοθέσμιση τής παρέμβασης είναι η μόνη δυνατή μορφή που αυτή μπορεί να λάβει, ο θεωρησιακός αριστερισμός διαρρηγνύει κάθε δεσμό με την κατάσταση αναζητώντας έρεισμα και δικαίωση μόνο στην δική του αρνητική βούληση. Αυτό το φαντασιακό στοίχημα πάνω στη δυνατότητα μιας απόλυτης καινοτομίας («να σπάσουμε στα δύο την ιστορία τού κόσμου») παραγνωρίζει τόσο το γεγονός ότι το πραγματικό των συνθηκών τής παρεμβατικής δυνατότητας εντοπίζεται στην κυκλοφορία ενός ήδη κριθέντος συμβάντος, όσο, κατά συνέπεια, και το μη ρητά διατυπωμένο πλην όμως αναγκαίο κριτήριο τής πρότερης παρέμβασης. Ο θεωρησιακός αριστερισμός θέλγεται από τον συμβαντικό πλεονασμό, με αποτέλεσμα να θεωρεί ότι δύναται να απορρίψει στο όνομά του κάθε μορφή ενύπαρξης στο δομημένο καθεστώς τής μοναδοποίησης. Λόγω δε τής δυϊκής δομής τού συμβαντικού πλεονασμού, το φαντασιακό τής απόλυτης έναρξης, σε κάθε στοχαστικό πεδίο, άγει αναπόφευκτα σε μια μανιχαϊκή χίμαιρα. Η βία αυτής τής εσφαλμένης σκέψης ριζώνει στην απεικόνιση μιας φαντασιακής Δυάδας, τής οποίας η χρονική έλευση — μέσω τής υπέρβασης τού ενός — δηλώνεται από τον συμβαντικό πλεονασμό, που εν προκειμένω εμφανίζεται με τη μορφή τού διλήμματος «Επανάσταση ή Αποκάλυψη». [1] Με άλλα λόγια, η αντίληψη αυτή παραβλέπει τόσο το γεγονός ότι το ίδιο το συμβάν δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο εάν υπαχθεί στην ελεγχόμενη δομή τής κατάστασης (— μέσω τής παρέμβασης, αναγκαίος όρος τής οποίας είναι η επανέλευση και, συνεπώς, όχι η πρωτοφάνειά της), όσο, κατά συνέπεια, και τον μη απόλυτο χαρακτήρα τής καινοτομίας, που μόνο εκ των υστέρων γίνεται αντιληπτή ως το τυχαίο μιας συγκεκριμένης τάξης πραγμάτων. Αυτό που υπογραμμίζει η διδασκαλία για το συμβάν είναι μάλλον ότι όλη η προσπάθεια εστιάζεται στην τήρηση των συνεπειών του και όχι στην αποθέωση τής εμφάνισής του. Δεν υπάρχει άγγελος ευαγγελιστής, όπως ακριβώς δεν υπάρχει και ήρωας τού συμβάντος. Το είναι δεν έχει αρχή.

Η πραγματική δυσκολία έγκειται στο ότι, από την στιγμή που υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο τής δομής, οι συνέπειες ενός συμβάντος δεν είναι πλέον αναγνωρίσιμες ως τέτοιες. Έχει ήδη επισημανθεί αυτή η μη-αποφασισιμότητα, στο πλαίσιο τής οποίας η δυνατότητα τού συμβάντος προϋποθέτει κατ’ ανάγκη τη διατήρηση, μέσω ειδικών διαδικασιών, τής συμβαντικότητας των συνεπειών ενός άλλου συμβάντος. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η δυνατότητα αυτή θεμελιώνεται αποκλειστικά σε μια πειθαρχία τού χρόνου, βάσει τής οποίας είναι δυνατή τόσο η συνολική ρύθμιση των συνεπειών τής θέσης σε κυκλοφορία ενός παράδοξου πολλαπλού όσο και η αναγνώριση, ανά πάσα στιγμή, τής σύνδεσής της[2] με το τυχαίο. Θα αποκαλέσω πιστότητα τον οργανωμένο αυτό έλεγχο τού χρόνου.

Η παρέμβαση συνίσταται στην πραγμάτωση, επί των ορίων τού κενού, εκείνης τής μορφής τού είναι που ακολουθεί πιστά τη γραμμή των προτέρων ορίων του.[3]


[1] Σημ. Μετ. [dont l’ultra-un de l’événement, Révolution ou Apocalypse, signe, par l’excès d’un, la parousie temporelle] Κατά τη γνώμη μου, στη συγκεκριμένη αναφορική πρόταση η αντωνυμία «dont» (αναφορά στη «Δυάδα») έχει διπλή συντακτική λειτουργία. Συνδέεται δηλαδή τόσο με το υποκείμενο όσο και το αντικείμενο τής δευτερεύουσας. Αν γίνει δεκτή η άποψη αυτή, τότε η φράση θα πρέπει να μεταφραστεί ως εξής: που ο συμβαντικός της πλεονασμός — εν προκειμένω με τη μορφή τού διλήμματος «Επανάσταση ή Αποκάλυψη» — σηματοδοτεί, μέσω τής υπέρβασης τού ενός, τη χρονική της έλευση.
[2] Σημ. Μετ. Αντωνυμική αναφορά στη «θέση σε κυκλοφορία».
[3] Σημ. Μετ. Αντωνυμική αναφορά στο «κενό».

Advertisements
 

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s