RSS

«Η άμεση εξέγερση»—Α.Badiou

15 Ιαν.

Το ξύπνημα τής Ιστορίας (κεφ. ΙΙ, σελ.31-43) [pdf]

Τη στιγμή που γράφω αυτές τις σελίδες, ο βρετανός πρωθυπουργός Ντ. Κάμερον, που ήδη εμπλέκεται σε πολλές ύποπτες υποθέσεις, κάνει δημόσιες δηλώσεις σχετικά με τις ταραχές που ξέσπασαν στις φτωχογειτονιές τού Λονδίνου. Και εδώ προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση η επιστροφή στην αντιλαϊκή φρασεολογία τού 19ου αιώνα. Έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε απλώς και μόνο με συμμορίες, με αλήτες, με ανθρώπους τού σκοινιού και τού παλουκιού· κοντολογίς, με τις «επικίνδυνες τάξεις», κατά των οποίων σήμερα, όπως και στην βικτωριανή εποχή, εγείρεται η παθολογική λατρεία τού πλούτου και τής ιδιοκτησίας και η στοχοπροσήλωση στην προστασία των ατομικών αγαθών και στην ασφάλεια των «νοικοκυραίων» (εκείνων δηλ. που ό,τι και να γίνει δεν πρόκειται να ξεσηκωθούν ποτέ). Και το παζλ ολοκληρώνεται με την εξαγγελία μιας παρατεταμένης και αδυσώπητης εκστρατείας τυφλής και απηνούς καταστολής. Τουλάχιστον ως προς αυτό ο Κάμερον είναι πρόσωπο που εμπνέει εμπιστοσύνη: στο Ηνωμένο Βασίλειο — όπου κατά τη διακυβέρνηση τού «σοσιαλιστή» Μπλέαρ εισήχθη μια βάρβαρη νομοθεσία καταστολής, κατά το παράδειγμα τής αμερικανικής πολιτικής μαζικού εγκλεισμού, συνεπεία τής οποίας οι φυλακές των ΗΠΑ έχουν σχεδόν μετατραπεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης — ο συνολικός αριθμός των φυλακισμένων ξεπερνά, ως ποσοστό επί τού πληθυσμού, αυτόν τής Γαλλίας (όπου, ως γνωστόν, έχουμε μεγάλη πρεμούρα να στείλουμε στα σίδερα τής φυλακής όσον το δυνατόν περισσότερους νέους).

Για να εμφυσήσει τον τρόμο στο κοινό, η τηλεόραση επιδεικνύει αυτάρεσκα εικόνες θεαματικής βίας, όπου βλέπουμε αστυνομικούς-κομάντος, τραμπούκους οπλισμένους μέχρι τα δόντια, να ηδονίζονται, καθώς σπάζουν σε χίλια κομμάτια με πολιορκητικούς κριούς τις πόρτες διαμερισμάτων (εννοείται οι φτωχοί δεν δίνουν δεκάρα για τα υπάρχοντά τους), κι έπειτα να εφορμούν για να συλλάβουν κάποιο νεαρό — πιθανώς έπειτα από καταγγελία ενός ρουφιάνου ή με βάση το υλικό των καμερών ασφαλείας, που η κυβέρνηση τής Αυτής Μεγαλειότητας έσπειρε παντού στους δημόσιους χώρους, μετατρέποντάς τους σε μια γιγαντιαία σκηνή, με την αστυνομία να παίζει τον αιώνιο ρόλο τού οφθαλμοπόρνου. Την ίδια στιγμή τα δικαστήρια μοιράζουν δεξιά κι αριστερά φρικτές ποινές σ’ όσους πέταξαν μπουκάλια, σ’ όσους έκλεψαν βερνίκια παπουτσιών, σ’ όσους τόλμησαν να ρίξουν καμιά σφαλιάρα στις δυνάμεις τής τάξης, στους εμπρηστές σκουπιδοτενεκέδων, στους φωνακλάδες, σ’ όσους είχαν σουγιά στην τσέπη, σ’ όσους έβρισαν την κυβέρνηση, σ’ όσους συνελήφθησαν να τρέχουν, σ’ όσους έσπασαν βιτρίνες μιμούμενοι τον διπλανό τους, στους αθυρόστομους, σ’ όσους δεν κουνήθηκαν από τη θέση τους, σ’ όσους σφύριζαν με τα χέρια στις τσέπες — πράγμα πολύ ύποπτο — και τέλος σ’ όσους απουσίαζαν από τον τόπο των επεισοδίων — οι κινήσεις των οποίων είναι λογικό να απασχολούν ιδιαιτέρως τις δικαστικές αρχές. Πράγματι, κατά την εμπνευσμένη διατύπωση τού Κάμερον, που δε διστάζει να πλειοδοτεί σε αυστηρότητα ακόμη και έναντι των αστυνομικών αρχών: «Δεν επρόκειτο για ζήτημα δημόσιας τάξης, αλλά για καθαρή εγκληματικότητα». Αν πιστέψουμε τον Κάμερον, που θέλει να περάσουν από δίκη τρεις χιλιάδες άνθρωποι, και την αστυνομική του υπηρεσία, σύμφωνα με την οποία η λίστα των υπόπτων περιλαμβάνει τριάντα χιλιάδες ονόματα, συνέβη κάτι το περίεργο στους δρόμους των αγγλικών πόλεων, που ξαφνικά γέμισαν με δεκάδες χιλιάδες εγκληματίες.

Όπως συμβαίνει και στην Γαλλία, εκείνο που πάντα παραβλέπεται σε παρόμοιες υποθέσεις είναι το αληθινό έγκλημα, όπως και το αναμφισβήτητο θύμα του: το πρόσωπο — ή τα περισσότερα πρόσωπα, πράγμα καθόλου σπάνιο — που δολοφόνησε η αστυνομία. Με τον ίδιο και απαράλλαχτο τρόπο οι εξεγέρσεις τής λαϊκής νεολαίας των προβληματικών «προαστίων» (όρος που, όπως και ο παλιότερος προσδιορισμός «συνοικίες», χρησιμοποιείται για να δηλώσει τις τεράστιες σε έκταση φτωχές, εργατικές περιοχές των «κομψών» μας αστικών κέντρων, τη μαύρη ήπειρο των μεγαλουπόλεών μας) πυροδοτούνται παντού και πάντοτε από αστυνομικές σκευωρίες. Η σπίθα «που βάζει φωτιά στην πεδιάδα» είναι σε κάθε περίπτωση μια κρατική δολοφονία. Ομοίως, η κυβέρνηση και η αστυνομία της όχι μόνο αρνούνται κατηγορηματικά να αναλάβουν την παραμικρή ευθύνη για τα γεγονότα, αλλά πάντοτε χρησιμοποιούν τις ταραχές ως πρόφαση για να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο το οπλοστάσιο των δικαστικών και αστυνομικών μέτρων. Εξαιτίας αυτής τής θεώρησης, τα «προάστια» αποτελούν πλέον χώρους στους οποίους βλέπουμε να συνυπάρχουν μια περιφρονητική αδιαφορία εκ μέρους των δημοσίων αρχών για τα απελπιστικά προβλήματά τους μαζί με συχνές και βίαιες επιδρομές αδιάκριτης καταστολής. Δεν είναι καθόλου άστοχο να αναζητήσουμε το πρότυπο τής πολιτικής αυτής στις «συνοικίες των αυτοχθόνων» στις παλιές αποικιακές πόλεις, στα μαύρα γκέτο τής αμερικανικής μπελ επόκ, καθώς επίσης και στις σημερινές παλαιστινιακές περιοχές στην Υπεριορδανία. Στο μεταξύ δουλοπρεπείς διανοούμενοι σπεύδουν να δικαιολογήσουν την καταστολή σε βάρος των (λιγότερο ή περισσότερο) μελαψών νεαρών με το επιχείρημα ότι πρόκειται για «ισλαμιστικά» ανυπόληπτα στοιχεία που διάκεινται εχθρικά προς τις «αξίες μας». Και ποιες είναι αυτές οι περίφημες αξίες μας; Όπως είναι γνωστό σε όλους, πρόκειται για την Ατομική Ιδιοκτησία, τον Δυτικό Πολιτισμό και την Κοσμικότητα τού Κράτους. Αυτή η αποκρουστική ιδεολογία που φέρει το ακρώνυμο Α.Δ.Κ. [P.O.L.][1] κυριαρχεί σε όλες τις χώρες που αυτοχαρακτηρίζονται ως «πολιτισμένες».

Εν ονόματι τής Α.Δ.Κ., η «κοινή γνώμη» θα απαιτεί, σε σχέση με τους συμπολίτες μας των αποκαλούμενων προβληματικών προαστίων, την εφαρμογή τής πολιτικής «μηδενικής ανοχής». Ας σημειωθεί εν παρόδω ότι ενώ επιδεικνύεται «μηδενική ανοχή» στην περίπτωση ενός νεαρού Μαύρου που έκλεψε ένα κατσαβίδι, η ανοχή μας είναι απεριόριστη για τις ατιμίες και τα εγκλήματα των διεφθαρμένων μας πολιτικών και τραπεζιτών, τα οποία έχουν επιπτώσεις στη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Οι καλλιεργημένοι διανοούμενοί μας, που δάκρυσαν όταν είδαν δεμένο με τις χειροπέδες τον δισεκατομμυριούχο διευθυντή τού ΔΝΤ, κατηγορούν την εξουσία για υπερβολική επιείκεια όσον αφορά το πρόβλημα των προαστίων, αφού όσο περισσότεροι φυλακισμένοι Άραβες και Μαύροι, τόσο το καλύτερο.

Εν ονόματι τής ίδιας ιδεολογίας, η εν λόγω συλλογική γνώμη απαιτεί την άσκηση τού «δικαιώματος τής παρέμβασης» στα εσωτερικά των αδύναμων αφρικανικών χωρών, στις οποίες συμβαίνει να «έχουμε συμφέροντα». Οι κυβερνώντες μας, γενναίοι υπερασπιστές των μοναδικών αξιών που έχουν πραγματική αξία, θα συντρίψουν με βόμβες τους μέχρι πρόσφατα ειδωλοποιημένους τυραννίσκους, όταν κρίνουν ότι τους είναι άχρηστοι ή ότι πλέον δεν πειθαρχούν στις υποδείξεις τους. Είναι βεβαίως αυτονόητο ότι ουδέποτε τίθεται ζήτημα ανατροπής των συγκριτικά ισχυρότερων και σωφρονέστερων τυράννων, που διαθέτουν ζωτικής σημασίας πόρους, είναι εξοπλισμένοι μέχρι τα δόντια και οι οποίοι, έχοντας διαισθανθεί την αλλαγή πολιτικού κλίματος, προώθησαν εγκαίρως τις κατάλληλες «μεταρρυθμίσεις» — πράγμα που απλώς σημαίνει ότι έκαναν κάποιες εικονικές δηλώσεις υπέρ τής Α.Δ.Κ. [P.O.L.], ικανοποιώντας έτσι τον ναρκισσισμό τής δυτικής κοινής γνώμης.

Να ξέρετε πάντα, όταν ακούτε να μιλάνε για τις τρεις κεντρικές «αξίες» τής δυτικής μας ιδεολογίας, ότι εκείνο που υπονοείται είναι η ιδεολογία τής αστυνομικής καταστολής.

Μέσα από αυτές τις διεργασίες, όπου το Κράτος δείχνει το πιο αποκρουστικό του πρόσωπο, κατασκευάζεται μια εξίσου αηδιαστική συναίνεση γύρω από μια ιδιαίτερα αντιδραστική αντίληψη, η οποία συνοψίζεται στο εξής: η καταστροφή ή κλοπή κάποιων περιουσιακών στοιχείων, ενόσω μαίνεται η εξέγερση, είναι απείρως πιο καταδικαστέα σε σύγκριση τουλάχιστον με την αστυνομική δολοφονία ενός νεαρού, η οποία αποτέλεσε το έναυσμα για την εξέγερση. Χωρίς καθυστέρηση η κυβέρνηση και ο τύπος θα κάνουν την καταγραφή και αποτίμηση των καταστροφών. Ε, λοιπόν, να ποια είναι η βδελυρή ιδέα που προωθείται μ’ αυτό τον τρόπο: ο θάνατος ενός νεαρού — δίχως αμφιβολία, κάποιου «μαύρου αλήτη» ή ενός «σεσημασμένου» Άραβα — δεν είναι τίποτα μπροστά σ’ αυτά τα πρόσθετα έξοδα. Θα πρέπει, άρα, να θρηνούμε όχι για τον θάνατο τού νεαρού, αλλά για τις ασφαλιστικές εταιρείες. Επιπλέον, συμπαραστεκόμενοι στον καθημερινό αγώνα των αστυνομικών, πρέπει να τηρούμε στάση επαγρύπνησης απέναντι στις συμμορίες και στους κλέφτες με σκοπό τη διασφάλιση τού αγαθού τής ιδιοκτησίας, που ως γνωστόν την ορέγεται το κάθε κάθαρμα που δεν έχει αφομοιώσει τις αξίες μας, ο κάθε απατεώνας που δεν έχει ενστερνιστεί την ιδεολογία τής Α.Δ.Κ., μιας και είναι άφραγκος (χωρίς Ιδιοκτησία), με καταγωγή από την Αφρική (όχι δυτικός και Ευρωπαίος) και ισλαμιστής (μη εκκοσμικευμένος).

Εμείς θα διαβεβαιώσουμε, εξ αντιθέτου, ότι η ζωή ενός νεαρού είναι ανεκτίμητης αξίας, πόσο μάλλον όταν αυτός είναι ένας από τους αναρίθμητους απόκληρους τής κοινωνίας μας. Το να αντιμετωπίζουμε ως φρικτό και απαράδεκτο έγκλημα τον εμπρησμό μερικών αυτοκινήτων ή τη λεηλασία καταστημάτων και, συγχρόνως, να αξιολογούμε ως ασήμαντο περιστατικό τη δολοφονία ενός νέου άνδρα αποτελεί τυπική εκδήλωση εκείνου τού φαινομένου που ο Μαρξ θεωρούσε ως το σημαντικότερο μηχανισμό αλλοτρίωσης στον καπιταλισμό: την πρωτοκαθεδρία των πραγμάτων έναντι τής απλής ύπαρξης,[2] την πρωτεύουσα σημασία των εμπορευμάτων σε σύγκριση με τη ζωή, την κυριαρχία των μηχανημάτων επί των εργατών — το σύνολο δηλαδή των φαινομένων που ο ίδιος συνόψισε με τη φράση: «ο πεθαμένος αδράχνει τον ζωντανό». Ο κάθε Κάμερον, ο κάθε Σαρκοζύ δεν είναι παρά πρόθυμα όργανα εφαρμογής αυτής τής ολέθριας διάστασης τού καπιταλισμού.

Αντιλαμβάνομαι απόλυτα ότι οι ταραχές που προκαλούνται με αφορμή τις κρατικές δολοφονίες, όπως, για παράδειγμα, συνέβη στο Παρίσι το 2005 ή στο Λονδίνο το 2011, έχουν βίαιο και αναρχικό χαρακτήρα και ότι, σε τελική ανάλυση, δεν εκφράζουν κάποια σταθερή αλήθεια. Αντιλαμβάνομαι επίσης ότι καταλήγουν σε καταστροφές και λεηλασίες που δεν καθοδηγούνται από καμία έννοια — με τρόπο παρόμοιο με εκείνον που, σύμφωνα με τον Καντ, το Ωραίο «προσφέρει απόλαυση χωρίς τη διαµεσολάβηση τής έννοιας». Θα επανέλθω και θα επιμείνω ιδιαίτερα στο θέμα αυτό, αφού αποτελεί τον πυρήνα τού προβλήματος που με απασχολεί: αν θεωρηθεί ότι οι εξεγέρσεις σηματοδοτούν ένα ιστορικό ξύπνημα, τότε πρέπει να εναρμονίζονται και να προσαρμόζονται σε μια Ιδέα.

Προς το παρόν όμως, αντί να σπεύσει στο αστυνομικό τμήμα, θα ήταν προτιμότερο να αφήσουμε τον φιλόσοφο να αφουγκραστεί και να ερμηνεύσει το μήνυμά τους.

Σήμερα, σε ολόκληρο τον κόσμο, σημειώνονται ταραχές και εξεγέρσεις: από τους εργατικούς και αγροτικούς ξεσηκωμούς στην Κίνα, μέχρι τις πρόσφατες ταραχές στις πόλεις τής Αγγλίας με τη συμμετοχή κυρίως τής νεολαίας, από τις μαζικές και επίμονες κινητοποιήσεις τού συριακού λαού, που βγήκε στους δρόμους αψηφώντας τις σφαίρες τού καθεστώτος, μέχρι τις μαζικές διαδηλώσεις στο Ιράν, από τις αντιδράσεις των Παλαιστινίων με αίτημα την ενότητα μεταξύ τής Φατάχ και τής Χαμάς, μέχρι το κίνημα των «λαθραίων» Τσικάνος στις Ηνωμένες Πολιτείες. Βλέπουμε να συμβαίνουν κάθε είδους εξεγέρσεις, συχνά εξαιρετικά βίαιες, ορισμένες φορές μικρής μόνο κλίμακας, άλλοτε με τη συμμετοχή συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων και άλλοτε με τη συμμετοχή ολόκληρων πληθυσμών· ταραχές που προκαλούνται με αφορμή κυβερνητικές ή/και εργοδοτικές αποφάσεις, εκλογικές συγκυρίες, «σκοτεινές ενέργειες» τής αστυνομίας ή των δυνάμεων κατοχής, με αφορμή, δηλαδή, «συνήθη» περιστατικά τής λαϊκής ζωής· επεισόδια που λαμβάνουν αμέσως ακτιβιστικό προσανατολισμό ή που εξελίσσονται στη σκιά μιας καλύτερα οργανωμένης μαζικής διαμαρτυρίας· ταραχές που, χωρίς περίσκεψη, παίρνουν προοδευτική ή αντιδραστική τροπή (—η ενεργός συμμετοχή στις εξεγέρσεις δεν είναι πάντα η ενδεδειγμένη επιλογή…). Σε κάθε περίπτωση, διαπιστώνουμε ότι οι ταραχές έχουν ένα κοινό θεματικό γνώρισμα: εκείνο που ωθεί τις μάζες να εξεγερθούν είναι η αντίληψη ότι τα πράγματα δεν μπορούν να συνεχίσουν όπως πριν.

Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις τύπους εξεγέρσεων, τις οποίες θα αποκαλέσουμε αντίστοιχα «άμεση», «λανθάνουσα» και «ιστορική εξέγερση». Το παρόν κεφάλαιο πραγματεύεται την πρώτη μορφή εξέγερσης. Οι υπόλοιπες δύο θα αποτελέσουν το αντικείμενο των αμέσως επόμενων κεφαλαίων.

Η άμεση εξέγερση είναι το ξέσπασμα μιας μερίδας τού λαού, σχεδόν πάντα, σε στενή χρονική συσχέτιση με κάποιο βίαιο επεισόδιο κρατικού καταναγκασμού. Ακόμη και η περίφημη τυνησιακή εξέγερση, που στις αρχές τού 2011 έθεσε σε κίνηση τη λεγόμενη διαδικασία των «αραβικών επαναστάσεων», πήρε αρχικά τη μορφή τής άμεσης εξέγερσης (ως αντίδραση στην αυτοκτονία ενός πλανόδιου μικροπωλητή χωρίς άδεια που είχε δεχθεί ένα χαστούκι από μια γυναίκα αστυνομικό).

Ορισμένα από τα συστατικά γνωρίσματα τής εξέγερσης αυτού τού τύπου είναι γενικής σημασίας, δεδομένου ακριβώς τού ότι η άμεση εξέγερση είναι συχνά η αρχική μορφή με την οποία εμφανίζεται η ιστορική εξέγερση.

Οι νέοι είναι εκείνοι που κατά πρώτο λόγο πρωτοστατούν στην άμεση εξέγερση, και μάλιστα κυρίως στις αναπόφευκτες συγκρούσεις με τις δυνάμεις τής τάξης. Κάποιοι αρθρογράφοι συνέδεσαν τον ρόλο των «νέων» στις εξεγέρσεις τού αραβικού κόσμου, που κατ’ αυτούς είναι πρωτοφανές κοινωνιολογικό εύρημα, με τη χρήση τού Φέισμπουκ και με άλλα τέτοια μαραφέτια, που αποτελούν, υποτίθεται, αναπόσπαστες συνιστώσες τής μεταμοντέρνας εποχής μας, τής οποίας κύριο γνώρισμα είναι η διαρκής καινοτομία στον τομέα τής τεχνολογίας. Μα, αλήθεια, θυμάται ποτέ κανείς καμιά εξέγερση με δύναμη κρούσης τα γερόντια; Η φοιτητική και λαϊκή νεολαία, όπως είδαμε τόσο στην Κίνα το 1966-67 όσο και στη Γαλλία το 1968, αλλά βεβαίως και παλαιότερα, κατά την επανάσταση τού 1848, κατά το κίνημα τής Σφενδόνης, κατά τη διάρκεια τής εξέγερσης των Ταϊπίνγκ και, εν τέλει, παντού και πάντοτε, αποτελεί τον σκληρό πυρήνα κάθε εξέγερσης. Η ικανότητα συσπείρωσης, η κινητικότητα και ο δυναμισμός, η γλωσσική και τακτική ευρηματικότητα, όπως επίσης και οι ανεπάρκειες όσον αφορά την στρατηγική εμμονή, την πειθαρχία, και τη συμβιβαστικότητα (όπου και όταν απαιτείται), αποτελούν σταθερά γνωρίσματα τής μαζικής δράσης. Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα τύμπανα, οι φωτιές, η κυκλοφορία εμπρηστικών φυλλαδίων, η διάδοση από στόμα σε στόμα των συνθημάτων, οι καταδιώξεις στα δρομάκια, οι κωδωνοκρουσίες απέδειξαν τη χρησιμότητά τους στη διάρκεια τόσων αιώνων, ώστε, παρά το μήνυμα που προβάλλεται στο εσωτερικό τής αγελαίας διαδικτυακής κοινότητας, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει καθόλου το γεγονός ότι ανακαλύπτουμε ξανά και ξανά τη χρήση των μέσων αυτών. Η εξέγερση, λοιπόν, είναι κατ’ αρχάς μια ταραχώδης συνάθροιση τής νεολαίας, που σχεδόν πάντα συμβαίνει ως αντίδραση σε ένα (πραγματικό ή υποτιθέμενο) έγκλημα, για το οποίο υπεύθυνο φαίνεται να είναι ένα τυραννικό κράτος (ας σημειωθεί, όμως, ότι οι εξεγέρσεις φανερώνουν κατά κάποιο τρόπο τον δεσποτικό χαρακτήρα κάθε μορφής κράτους και είναι γι’ αυτό που ο κομμουνισμός θέτει ως στόχο τον μαρασμό του).

Κατά δεύτερον, η άμεση εξέγερση εντοπίζεται στον χώρο από τον οποίο προέρχονται οι συμμετέχοντες σ’ αυτή. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, το ζήτημα τής τοπικοποίησης των εξεγέρσεων είναι απόλυτα θεμελιώδες. Όταν η εξέγερση δεν επεκτείνεται πέρα από τους χώρους τής καθημερινότητας των συμμετεχόντων (που είναι κατ’ εξοχήν οι παρακμάζουσες αστικές συνοικίες), θα περιορίζεται στην άμεση μορφή της, ενώ μόνο όταν συγκροτεί έναν νέο τόπο (προπάντων στο κέντρο τής πόλης), όπου αναζωπυρώνεται και εξαπλώνεται, η εξέγερση μετατρέπεται σε ιστορική. Καθώς ακινητεί και λιμνάζει στον χώρο προέλευσής της, η άμεση εξέγερση δεν αφήνει πίσω της κανένα βαθύ υποκειμενικό ίχνος. Αυτοαναλώνεται, καταστρέφοντας κάθε τι γνώριμο. Βάζει στο στόχαστρο τα λιγοστά σημάδια τής «καλής ζωής» με τα οποία οι εξεγερμένοι έρχονται καθημερινά σε επαφή, όπως κυρίως τα αυτοκίνητα, τα μαγαζιά ή και τα τραπεζικά υποκαταστήματα. Συντρίβει, ει δυνατόν, τα ολιγάριθμα σύμβολα τού Κράτους, επιδιώκοντας να εξαλείψει τα λιγοστά ίχνη τής παρουσίας του: τα σχεδόν ερημωμένα αστυνομικά τμήματα, τα παραμελημένα σχολεία, τα κοινωνικά στέκια που, για τους κατοίκους, δεν είναι παρά ένα πατερναλιστικό, πρόχειρο κατάπλασμα πάνω στην ανοιχτή πληγή τής εγκατάλειψης. Όλα αυτά υποδαυλίζουν την εχθρότητα προς τους ταραχοποιούς εκείνης τής μερίδας τής κοινής γνώμης που διαπνέεται από την ιδεολογία τής Α.Δ.Κ. [P.O.L.]: «Μα δεν τους βλέπετε; Καταστρέφουν και τα λίγα που έχουν!» Αυτή η άποψη παραβλέπει το γεγονός ότι, όταν κάτι συγκαταλέγεται στα ελάχιστα «προνόμια» που τους παραχωρήθηκαν, καταλήγει να συμβολίζει όχι τη συγκεκριμένη λειτουργία που το εν λόγω αντικείμενο επιτελεί, αλλά τη γενικότερη έλλειψη πόρων, με αποτέλεσμα να γίνεται κόκκινο πανί για τους εξεγερμένους. Αυτό δικαιολογεί και τις τυφλές καταστροφές και τις λεηλασίες που διαπράττονται στους χώρους μάλιστα τής καθημερινής ζωής τους, στοιχείο που αποτελεί καθολικό γνώρισμα των άμεσων εξεγέρσεων. Το συμπέρασμα που συνάγεται από τα ανωτέρω, κατά το παρόν στάδιο τής ανάλυσης, είναι ότι κύριο χαρακτηριστικό τής άμεσης εξέγερσης αποτελεί η σε περιορισμένη έκταση και βαθμό εντόπισή της, η αδυναμία μετακίνησής της από ένα σημείο σε άλλο.

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η άμεση εξέγερση περιορίζεται αναγκαστικά σ’ έναν χώρο. Απεναντίας, θα έλεγα ότι διαπιστώνουμε ένα φαινόμενο «μεταδοτικής επίδρασης»: η διάδοσή της γίνεται μέσω μίμησης και όχι με τη μετατόπιση τής εστίας της. Αυτές μάλιστα οι μιμητικές συμπεριφορές αναπτύσσονται σε χώρους που διαφέρουν λίγο ως καθόλου από την αρχική εστία τής εξέγερσης. Οι νέοι, για παράδειγμα, που ζουν σε μια πόλη όπως το Σεντ-Ουέν θα κάνουν ό,τι έκαναν και οι νέοι στο Ολνέ-σου-Μπουά. Οι λαϊκές γειτονιές τού Λονδίνου θα δώσουν την εντύπωση ότι έχουν καταληφθεί από συλλογικό πυρετό. Κανένας δεν φεύγει από τη γειτονιά του, αλλά όλοι προσπαθούν να μιμηθούν τα όσα άκουσαν να λένε για τους άλλους. Βεβαίως, τη διαδικασία αυτή μπορούμε να τη δούμε ως επέκταση τής εξέγερσης, αλλά πρέπει να επισημανθεί ότι εν προκειμένω ο όρος επέκταση νοείται με τη στενή έννοιά του. Πρόκειται λοιπόν, για μια μορφή επέκτασης που χαρακτηρίζει ειδικώς την άμεση εξέγερση ή την άμεση φάση μιας άλλου τύπου εξέγερσης. Μια εξέγερση θα λάβει ιστορικές διαστάσεις, μόνο αν εντοπιστούν τα μέσα εκείνα που θα μπορέσουν να συμβάλουν στην εξάπλωσή της και τα οποία θα διαφοροποιούνται από την απλή μίμηση. Ουσιαστικά η αληθινή ιστορική διάσταση τής εξέγερσης έρχεται στην επιφάνεια, όταν η άμεση εξέγερση εξαπλώνεται σε τμήματα τού πληθυσμού που, από πλευράς κύρους, κοινωνικής σύνθεσης, φύλου ή ηλικίας, απέχουν αισθητά από τις ομάδες που αποτελούν τον συστατικό πυρήνα τής εξέγερσης. Τις περισσότερες φορές, η είσοδος στη σκηνή των γυναικών τού λαού αποτελεί την πρώτη ένδειξη μιας τέτοιας γενικευμένης εξάπλωσης. Αν η άμεση εξέγερση εγκλωβιστεί στην αρχική της δυναμική, τότε το μόνο που θα πετύχει είναι να συνδέσει μια σειρά από τοπικοποιήσεις περιορισμένης έκτασης (στον τόπο δράσης των εξεγερμένων) με ορισμένες περιεσταλμένες επεκτάσεις (που θα προκύψουν μέσω μίμησης).

Τέλος, η άμεση εξέγερση δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί με βάση τον τύπο τού υποκειμένου που αυτή συγκροτεί και διαμορφώνει. Δεδομένου ότι η εν προκειμένω υποκειμενικότητα έχει ως αποκλειστικό της περιεχόμενο την αντίσταση και την εκδήλωση ανυπακοής και κυριαρχείται επομένως από το στοιχείο τής άρνησης και τής καταστροφής, είναι αδύνατο να διακρίνουμε ανάμεσα σ’ αυτό που αποτελεί έκφραση μιας σχετικά καθολικεύσιμης βούλησης και σ’ αυτό που, παραμένοντας μέχρι τέλους δέσμιο τού πάθους τής οργής, προσανατολίζεται αποκλειστικά προς στην ευχαρίστηση που αντλεί από το ότι τελικά κατάφερε να πάρει σχήμα και μορφή και να εντοπίσει τα — προς καταστροφή ή προς κατανάλωση — «κακά» του αντικείμενα. Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος που μέσα σε μια μάζα νέων ανθρώπων που αισθάνονται δικαιολογημένα αγανάκτηση για τον χαμό τού αδερφού τους αναπτύσσονται ανεπαίσθητα αναρίθμητες βαθμίδες συνέργειας με τον υπόκοσμο, που δραστηριοποιείται παντού όπου η φτώχεια, η κοινωνική εγκατάλειψη, η έλλειψη κάθε κρατικής μέριμνας και, πάνω απ’ όλα, η απουσία μιας καλά εδραιωμένης πολιτικής οργάνωσης που να προωθεί μεγαλόπνοα συνθήματα οδηγούν στην υπονόμευση τής λαϊκής ενότητας και στον πειρασμό να χρησιμοποιηθούν ύποπτα τεχνάσματα με σκοπό την κυκλοφορία χρήματος σ’ ένα περιβάλλον όπου το ρευστό είναι δυσεύρετο. Ο υπόκοσμος, είτε πρόκειται για μικροκακοποιούς, είτε για μεγαλοεγκληματίες, αποτελεί μια σημαντική μορφή διαφθοράς τής λαϊκής υποκειμενικότητας μέσω τής κυρίαρχης ιδεολογίας τού κέρδους. Η παρουσία τού υπόκοσμου στην άμεση εξέγερση είναι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό και ανάλογα με τις περιστάσεις, αναπόφευκτη. Πρέπει, ωστόσο, να αναγνωριστεί από τους εξεγερμένους ως καταδικαστέα μορφή συνέργειας με την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων: ο καπιταλισμός στο κάτω-κάτω δεν είναι παρά η κοινωνική εξουσία που ασκεί μια τάξη «ευυπόληπτων» εγκληματιών. Στο μέτρο, όμως, που παραμένει άμεση, η εξέγερση δεν μπορεί στην πραγματικότητα να προχωρήσει στην αυτοκάθαρσή της. Μέσα στο μένος τής καταστροφής των μισητών συμβόλων, μπροστά στο δέλεαρ τού εύκολου κέρδους των λεηλασιών, μπροστά στην καθαρή ηδονή που προσφέρει το γκρέμισμα όλων όσων συναντούν στο διάβα τους, μέσα στην έξαψη τού ανταρτοπόλεμου με τους μπάτσους, μεθυσμένοι από τη μυρωδιά τού μπαρουτιού, οι εξεγερμένοι δύσκολα μπορούν να διακρίνουν το σωστό από το λάθος. Το υποκείμενο των άμεσων εξεγέρσεων είναι πάντοτε υβριδικό. Και, ως εκ τούτου, δεν είναι ούτε πολιτικό, αλλά ούτε και προπολιτικό. Στην καλύτερη περίπτωση, αρκείται στο να προετοιμάζει τον δρόμο για μια ιστορική εξέγερση — πράγμα που πρέπει να θεωρείται υπεραρκετό· στη χειρότερη δε περίπτωση, στο να επισημαίνει ότι η υπάρχουσα κοινωνία, η ουσία τής οποίας έγκειται πάντα στην πρόσδοση κρατικής μορφής στο Κεφάλαιο, δεν έχει την ευχέρεια να αποτρέψει πλήρως την εμφάνιση, στους χώρους εξαθλίωσης που εξαπλώνονται υπό την εποπτεία της, μιας ιστορικής ένδειξης που θα προμηνύει την έλευση τής επανάστασης.


[1] [P.O.L.ice: Patrimoine, Occident et Laïcité]. Αμετάφραστο λογοπαίγνιο, που παραπέμπει στην ιδεολογία τής κατασταλτικής αστυνόμευσης (P.O.L-ice). Στην ελληνική μετάφραση, το ακρώνυμο συνοψίζει την παρεπόμενη «έλλειψη δικαιοσύνης».
[2] Για μια σύγχρονη, διεξοδική λογοτεχνική προσέγγιση τού μαρξιστικού θέματος τής αλλοτρίωσης, κυρίως όσον αφορά την υπεροχή των πραγμάτων έναντι τής ύπαρξης και, συνεπώς, σε σχέση με τις συνέπειες τού ότι «ο πεθαμένος αδράχνει το ζωντανό», μπορούμε να διαβάσουμε και να ξαναδιαβάσουμε το βιβλίο τού Ζορζ Περέκ, «Τα πράγματα. Μια ιστορία τής δεκαετίας τού ’60» (1965). Να υπενθυμίσω ότι, στο λεξιλόγιο τής εποχής, η κοινωνική κυριαρχία τού κεφαλαίου αποκαλούνταν «κοινωνία τής κατανάλωσης» ή, σύμφωνα με τους καταστασιακούς, «κοινωνία τού θεάματος». Σαράντα όμως χρόνια αργότερα, θα διαπιστώσουμε ότι, υπό την κηδεμονία τού κεφαλαίου, είναι δυνατόν να εμφανίζεται η πιο κτηνώδης μορφή εξατομίκευσης, χωρίς να συνοδεύεται από το φαινόμενο τής κατανάλωσης (εξαιρουμένης τής κατανάλωσης σκουπιδιών) ή από αυτό τού θεάματος (εκτός κι αν πρόκειται για καραγκιοζιλίκια).

Advertisements
 

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s