RSS

«Εξέγερση, Συμβάν, Αλήθεια»—Α.Badiou

01 Φεβ.


Το ξύπνημα τής Ιστορίας (κεφ. VI, σελ.85-93)

Θα πρέπει να έχει γίνει αντιληπτό ότι η ιδιαίτερη αξία που αποδίδεται στη σημερινή ταραχώδη αφύπνιση τής Ιστορίας απορρέει από τη δυνατότητα που αυτή διανοίγει για μορφές πολιτικής πιστότητας οι οποίες παραμένουν αδιάφορες και αμέτοχες στην επιθυμία τής Δύσης. Τι μπορεί να εγγυηθεί ότι, πράγματι, το συμβάν, η ιστορική εξέγερση, γεννά τη δυνατότητα αυτή; Ποιος θα μας προστατεύσει από την αδιαμφισβήτητη υποκειμενική δύναμη τής επιθυμίας τής Δύσης; Δεν μπορεί να δοθεί εδώ καμία σαφής απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. Η σχολαστική ανάλυση τής πολυσύνθετης και χρονοβόρου κρατικής διαδικασίας δεν θα ωφελούσε ιδιαίτερα, λόγου τού ότι η διαδικασία αυτή οδηγεί βραχυπρόθεσμα στη διεξαγωγή εκλογών, που όμως θα στερούνται αλήθειας. Αντιθέτως, εκείνο που απαιτείται είναι μια διεξοδική και επίμονη έρευνα πεδίου, με σκοπό τον εντοπισμό των ρήσεων που, κατά την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας υποχρεωτικής διαίρεσης, θα προκύψουν ως αποτέλεσμα τής ασύμμετρης διάσπασης τού κινήματος·[1] κι αυτό γιατί, ως γνωστόν, φορέας τής αλήθειας είναι πάντα η Δυάδα και όχι η Μονάδα.[2] Πρέπει, επομένως, να αναζητήσουμε τις ρήσεις εκείνες που δεν προσαρτώνται στο δυτικό σύμπαν. Όταν και εφόσον υπάρχουν, θα αναγνωρίζονται εύκολα. Και μόνο σε συνάρτηση με τις νεοφανείς αυτές ρήσεις είναι δυνατή η σύλληψη και η κατανόηση μιας διαδικασίας συστηματοποίησης των μορφών συλλογικής δράσης, που θα έρθει να σφραγίσει το πολιτικό τους γίγνεσθαι.

Μπορούμε τουλάχιστον να ισχυριστούμε ότι, στην περίπτωση τής αιγυπτιακής «ιστορικής εξέγερσης», που πρέπει να θεωρείται ως η σημαντικότερη και η συνεπέστερη όλων, τίποτα δεν μαρτυρεί κατηγορηματικά την ύπαρξη ενός διακαούς πόθου για τη Δύση. Όσοι διάβαζαν κάθε μέρα στα αραβικά τα συνθήματα που αναγράφονταν στα πανό των διαδηλωτών τής πλατείας Ταχρίρ, διαπίστωναν, συχνά προς μεγάλη τους έκπληξη, ότι η λέξη «δημοκρατία» δεν εμφανιζόταν σχεδόν ποτέ. Πέρα από το ομόφωνο «Σήκω και Φύγε!», τα βασικά τους στοιχεία ήταν τα εξής: η χώρα, η Αίγυπτος, η παράδοση τού ελέγχου της στον επαναστατημένο της λαό (πράγμα που εξηγεί και την παρουσία, παντού, τής εθνικής σημαίας), και επομένως το αίτημα ακριβώς τού τερματισμού τής δουλικής της εξάρτησης από τη Δύση και την ισραηλινή της συνιστώσα· το τέλος τής διαφθοράς και των τεράστιων ανισοτήτων ανάμεσα στα ολιγάριθμα μέλη μιας διεφθαρμένης κλίκας και τής μάζας των κοινών εργατών· η βούληση οικοδόμησης ενός κοινωνικού κράτους που θα βάλει τέλος στις πανάθλιες συνθήκες ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων. Ως φυσική συνέχεια τής διαδικασίας που έχω περιγράψει με τον όρο «κομμουνισμό τού κινήματος», που αποτελεί, μάλιστα, γνώρισμα αυτού τού είδους των αγώνων, τα εν λόγω προτάγματα μπορούν να ενσωματωθούν σε μια νέα μεγαλόπνοη πολιτική Ιδέα πολύ πιο εύκολα απ’ ό,τι στην απάτη τής εκλογικής κοινοβουλευτικής διαδικασίας, που πάντοτε χρησιμοποιείτο ως δέλεαρ για τη διαιώνιση τής καταπίεσης των λαών.

Τα ανωτέρω μπορούν επίσης να διατυπωθούν χρησιμοποιώντας ένα περισσότερο αφηρημένο αλλά και συνάμα απλούστερο ιδίωμα: σ’ έναν κόσμο δομημένο στη βάση τής εκμετάλλευσης και τής καταπίεσης, οι μεγάλες μάζες των ανθρώπων κυριολεκτικά στερούνται κάθε μορφής ύπαρξης· με άλλα λόγια, δεν αξίζουν τίποτα. Στον σύγχρονο κόσμο μας, όλοι σχεδόν οι Αφρικανοί, για παράδειγμα, αντιμετωπίζονται σαν να ήταν ένα τίποτα, ενώ ακόμη και στις εύπορες χώρες μας η πλειοψηφία των ανθρώπων, η μεγάλη μάζα των απλών εργαζομένων, δεν έχουν λόγο για τίποτα: η συμμετοχή τους στη λήψη των αποφάσεων που καθορίζουν τη μοίρα τους δεν είναι παρά εικονική. Μόνο μια απόμακρη και συνάμα πανταχού παρούσα ολιγαρχία κατορθώνει να οργανώσει σ’ ενιαίο σύνολο τη σειρά των διαδοχικών επεισοδίων τής συλλογικής ζωής των ανθρώπων με βάση ένα κοινό κριτήριο, το κριτήριο τού κέρδους που αυτή αποσπά.

Ας ονομάσουμε «μη υπαρκτό στοιχείο τού κόσμου» όλους αυτούς τους ανθρώπους που ναι μεν παρουσιάζονται εντός τού κόσμου, πλην όμως απουσιάζουν από την ερμηνευτική του έννοια και τις αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον του. Θα πούμε λοιπόν ότι μια κοσμική μεταβολή είναι πραγματική, όταν ένα μη υπαρκτό στοιχείο τού κόσμου αρχίζει να υπάρχει μέσα στον συγκεκριμένο κόσμο με το μέγιστο δυνατό βαθμό υπαρξιακής έντασης. Και είναι αυτό ακριβώς που οι συμμετάσχοντες στις μεγάλες λαϊκές συγκεντρώσεις στην Αίγυπτο δεν έπαψαν να επαναλαμβάνουν: μέχρι τώρα, δεν υπήρχαμε, αλλά, από εδώ και πέρα, υπάρχουμε και μπορούμε να αποφασίζουμε για την ιστορική πορεία τής χώρας μας. Πρόκειται για ένα υποκειμενικό δεδομένο εξαιρετικής δύναμης και σπουδαιότητας. Το μη υπαρκτό αίρεται. Γι’ αυτό άλλωστε μιλάμε για ξεσηκωμό: μέχρι πρότινος σερνόμαστε στο χώμα υποτελείς και υποταγμένοι, τώρα όμως αφυπνιζόμαστε, ορθώνουμε το ανάστημά μας, στεκόμαστε στα πόδια μας, εξεγειρόμαστε. Η αφύπνιση αυτή δεν είναι παρά η ίδια η έγερση τής ύπαρξης: οι φτωχοί δεν γίνονται πλούσιοι, οι άοπλοι δεν εξοπλίζονται, κ.ο.κ.· τίποτε ουσιαστικά δεν άλλαξε. Αυτό που όμως συνέβη είναι η ανάδυση στο φως τού μη υπαρκτού, σε συνάρτηση, όμως, με την έλευση εκείνου που ονομάζω «συμβάν». Και, εν αντιθέσει προς την υπερκέραση τού μη υπαρκτού, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το ίδιο το συμβάν είναι σχεδόν πάντα ασύλληπτο και φευγαλέο.

Κατά τρόπο αφηρημένο, το συμβάν μπορεί να ορισθεί ως εκείνο που καθιστά δυνατή την έλευση στην ύπαρξη τού μη υπαρκτού. Το ότι πρόκειται για έναν αδιαφιλονίκητο ορισμό προκύπτει από το γεγονός τής δημόσιας διακήρυξης τής έλευσής του: αρκεί να ακούσουμε τα πρώτα λόγια των ανθρώπων. Τι διαπιστώνουμε στο επίπεδο τής εμπειρίας; Ο προσδιορισμός ενός χώρου είναι στοιχείο αποφασιστικής σημασίας: μια πλατεία τού Καΐρου γίνεται μέσα σε λίγες μέρες παγκοσμίως γνωστή. Είναι απολύτως ουσιώδες να παρατηρήσουμε ότι κάθε πραγματική αλλαγή θα συνοδεύεται από τη δημιουργία και κατασκευή ενός νέου χώρου που όμως θα υπάγεται στη γενική εντοπιοποίηση που προσιδιάζει στον συγκεκριμένο κόσμο. Έτσι, στην Αίγυπτο, οι συγκεντρωμένοι τής πλατείας πίστευαν ότι η χώρα τους ταυτιζόταν με τους ίδιους, ότι η Αίγυπτος ήταν οι άνθρωποι που είχαν συγκεντρωθεί εκεί για να διαλαλήσουν ότι υπό το καθεστώς τού Μουμπάρακ η Αίγυπτος είχε βουλιάξει στην ανυπαρξία, αλλά ότι τώρα η χώρα αρχίζει να υπάρχει και μαζί της αρχίζουν να υπάρχουν και οι ίδιοι.

Το εκπληκτικό δε είναι ότι η δύναμη τού φαινομένου είναι τέτοια ώστε όλοι υποκλίνονται μπροστά του. Όλος ο κόσμος παραδέχεται ότι ο ίδιος ο αιγυπτιακός λαός παρουσιάστηκε αυτοπροσώπως στον χώρο που κατασκεύασαν οι διαδηλωτές, ότι ο λαός τής Αιγύπτου ήταν οι άνθρωποι που βρέθηκαν εκεί. Ακόμα και τα ελεγχόμενα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, ακόμα και οι κυβερνώντες μας, που πίσω από τις πόρτες αγωνιούν και αναρωτιούνται τι θα κάνουν χωρίς τις κυβερνήσεις-υποχείρια τους σε στρατηγικές περιοχές όπως η Αίγυπτος, δεν μιλάνε για τίποτε άλλο παρά για την «δημοκρατική επανάσταση στην Αίγυπτο» και επαναλαμβάνουν την αμέριστη επιδοκιμασία και αλληλεγγύη τους στον αγώνα τού αιγυπτιακού λαού (ενώ την ίδια στιγμή, αισιοδοξώντας για την επιτυχή ολοκλήρωση μιας προαναγγελθείσας εκλογικής παρωδίας, ετοιμάζουν παρασκηνιακά μια «αλλαγή» κυβέρνησης, που θα εφαρμόσει την ίδια κι απαράλλαχτη πολιτική).

Μα πώς είναι δυνατόν οι ταραξίες που συγκεντρώθηκαν σε μια πλατεία τού Καΐρου να αποτελούν τον «αιγυπτιακό λαό»; Και τι ρόλο παίζει εν προκειμένω το δημοκρατικό δόγμα, η ιερή και απαραβίαστη αρχή τής καθολικής ψηφοφορίας; Καταλαβαίνω ότι πίσω από το προσωπείο τής αμέριστης υποστήριξης προς τούς εξεγερμένους κρύβεται ένας αδιάλειπτος φόβος και μια πιεστική ανάγκη για την οριστική και ταχεία παλινόρθωση ενός καθεστώτος φιλοδυτικών ανδρεικέλων. Αλλά ακόμα και αν είναι έτσι τα πράγματα, δεν αποτελεί για τους κυβερνώντες μας ένα φρικτό ενδεχόμενο η εμφάνιση μιας νέας αντίληψης για την πολιτική, από τη στιγμή που όλος ο κόσμος χαιρετίζει και αναγνωρίζει την πρωτοφανή σημασία που αντιπροσωπεύει — ως μετωνυμική σύμπτυξη ολόκληρου τού λαού τής Αιγύπτου — η παρουσία των συγκεντρωμένων τής πλατείας με τη μαζική τους δημοκρατία, την ενότητα τής δράσης τους και τη ριζοσπαστικότητα των συνθημάτων τους; Άλλωστε, ακόμα κι αν ο αριθμός των Αιγύπτιων διαδηλωτών ανερχόταν στο ένα εκατομμύριο, δεν θα αποτελούσαν παρά ένα μικρό ποσοστό έναντι τού συνολικού πληθυσμού των 80 εκατομμυρίων. Από πλευράς εκλογικού αποτελέσματος, η όλη υπόθεση θα κατέληγε σε πανωλεθρία! Αν όμως ο πολιτικός αντίκτυπος παύει να υπολογίζεται με βάση τις αδρανείς και μεμονωμένες αριθμητικές μονάδες, όπως συμβαίνει στην περίπτωση τής ψήφου, τότε η απλή επιτόπια παρουσία τού ενός εκατομμυρίου ανθρώπων αποκτά κεφαλαιώδη σημασία.

Εμείς οι παλαιότεροι βιώσαμε μια ανάλογη εμπειρία τις τελευταίες μέρες τού Μάη τού ’68. Τη στιγμή που εκατομμύρια διαδηλωτών είχαν πάρει τότε τους δρόμους, κι ενώ υπήρχαν κατειλημμένα εργοστάσια και χώροι που στέγαζαν διαρκείς συνελεύσεις, έρχεται, λοιπόν, ο Ντε Γκολ και προκηρύσσει εκλογές, στις οποίες επικρατούν οι πλέον αντιδραστικές δυνάμεις. Ακόμα θυμάμαι την έκπληξη ορισμένων φίλων μου, όταν μου έλεγαν: «Μα είχαμε όλοι κατέβει στους δρόμους!» κι εγώ τους απαντούσα: «Κάνετε λάθος. Δεν ήμαστε όλοι εκεί!». Και αυτό, διότι, ανεξαρτήτως τού πλήθους των διαδηλωτών, κάθε διαδήλωση είναι πρωτίστως μειοψηφική. Η δύναμή της εδράζεται στην επίταση τής υποκειμενικής της ενέργειας (οι άνθρωποι βρίσκονται μέρα-νύχτα στις επάλξεις, έχουν συναίσθηση ότι απαιτείται πάθος και ενθουσιασμός) και στην εντοπιοποίηση τής παρουσίας της (οι άνθρωποι συγκεντρώνονται σε χώρους που μετατρέπονται σε απόρθητα φρούρια: πλατείες, πανεπιστήμια, λεωφόρους, εργοστάσια … ).

Από τη στιγμή που το κίνημα, παλλόμενο από ενθουσιασμό και πάντοτε απόλυτα μειοψηφικό, παγιωθεί μέσω τής εντοπιοποίησής του, θα διακατέχεται από την ακλόνητη βεβαιότητα ότι εκπροσωπεί ολόκληρο τον λαό τής χώρας, και μάλιστα σε σημείο ώστε να μην μπορεί να αμφισβητηθεί από κανένα, ούτε ακόμη και από τους κρυφούς και αδυσώπητους εχθρούς του. Όσον αφορά, λοιπόν, τις ιστορικές εξεγέρσεις, μέσω των οποίων ανοίγονται νέες προοπτικές και δυνατότητες, το στοιχείο αυτό αποτελεί απόδειξη τής ύπαρξης μιας κανονιστικής καθολικότητας. Ο συνδυασμός τής εντοπιοποίησης τής παρουσίας τού πλήθους, που αποκτά διαστάσεις παγκόσμιου συμβόλου, και τού στοιχείου τής επίτασης, μέσα από το οποίο αναδύονται νέα υποκείμενα, οδηγεί στην μαζική αποδοχή τού κινήματος, ούτως ώστε όποιος διαχωρίζει τη θέση του να καθίσταται αμέσως ύποπτος συνεργασίας με τους παλιούς τυράννους.

Σε αυτή την περίπτωση, λοιπόν, θα ήταν προτιμότερο να μιλάμε για λαϊκή δικτατορία παρά για δημοκρατία. Βεβαίως, στις δημοκρατικές μας κοινωνίες, το άκουσμα και μόνο τής λέξης «δικτατορία» προκαλεί αρνητικούς συνειρμούς· πόσω μάλλον όταν οι εξεγερμένοι έχουν κάθε λόγο να αποδοκιμάζουν ως «δικτάτορες» τους διεφθαρμένους ηγέτες τους. Ωστόσο, όπως ακριβώς η εξισωτική και άμεση δημοκρατία τού κινήματος αντιδιαστέλλεται πλήρως από την άνιση και αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» των εντολοδόχων τού κεφαλαίου, έτσι και η δικτατορία που ασκεί το λαϊκό κίνημα διακρίνεται ριζικά από τις υπαρκτές δικτατορίες, οι οποίες αποτελούν μορφές μιας τυραννικής και απόμακρης κρατικής εξουσίας. Με τον όρο «λαϊκή δικτατορία» εννοούμε μια μορφή εξουσίας που έχει ως νομιμοποιητική της βάση το γεγονός ότι η αλήθεια της απορρέει αποκλειστικά και μόνο από την αυτονομιμοποίησή της: εν προκειμένω, σε αντίθεση με την κοινοβουλευτική εξουσία, κανένας δεν εκπροσωπεί κανέναν· σε αντίθεση, επίσης, με τα δικτατορικά καθεστώτα, κανένας δεν χρειάζεται να προσφύγει σε προπαγανδιστικούς ή κατασταλτικούς μηχανισμούς, ούτως ώστε τα λόγια του να ακουστούν από τα χείλη όλων, κι αυτό γιατί τα λόγια τού καθενός ή τής καθεμιάς αποτυπώνουν την αλήθεια τής κατάστασης. Τον λόγο έχουν οι παρόντες: όσοι βρίσκονται εκεί, ουσιαστικά μια μειοψηφία, διαθέτουν πλέον την εξουσία να ανακηρύσσουν τους εαυτούς τους πρωταγωνιστές τού ιστορικού γίγνεσθαι τού λαού τής χώρας (συμπεριλαμβανομένης εδώ και τής συντριπτικής του πλειοψηφίας, που συγκροτούν οι μη παρευρισκόμενοι). Απέναντι σε κάθε τι ξένο προς αυτήν, η «μαζική δημοκρατία» ασκεί την δικτατορική εξουσία των αποφάσεών της σαν αυτές να αποτελούσαν έκφραση μιας γενικής βούλησης.

Το μόνο ελάττωμα τού Ρουσσώ στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» είναι η παραχώρηση που κάνει στην εκλογική διαδικασία, από τη στιγμή μάλιστα που αναδεικνύει με τον πιο εμπεριστατωμένο τρόπο τον απατηλό χαρακτήρα τού κοινοβουλευτισμού, τού πολιτειακού συστήματος τής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, όπως αυτό διαμορφωνόταν στην Αγγλία τής εποχής του. Γιατί θα έπρεπε η «γενική βούληση» να λάβει τη μορφή αριθμητικής πλειοψηφίας; Ο Ρουσσώ δεν μπόρεσε να δώσει ικανοποιητική απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα. Και ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι δεν έχει νόημα να μιλάμε για έκφραση τής γενικής βούλησης παρά μόνο στο πλαίσιο των ιστορικών εξεγέρσεων, κοινά χαρακτηριστικά των οποίων είναι η μειοψηφικότητα, η εντοπιοποίηση και η έξαρση τής παρουσίας των συμμετεχόντων και, τέλος, η ενωτική συσπείρωση και η συγκρότησή τους σε σώμα.

Στη θέση τού όρου «έκφραση τής γενικής βούλησης» τού Ρουσσώ θα προτιμήσω να χρησιμοποιήσω ένα άλλο φιλοσοφικό όνομα για να περιγράψω αυτό που συμβαίνει εδώ. Θα μιλήσω επομένως για την εμφάνιση μιας αλήθειας — και πιο συγκεκριμένα για την εμφάνιση στο προσκήνιο μιας πολιτικής αλήθειας που αφορά το ίδιο το είναι τού λαού, τις δυνατότητές του για δημιουργική σκέψη και δράση. Πρόκειται ουσιαστικά για μια πρωτόγνωρη προοπτική και δυνατότητα που — έχοντας αποσπαστεί από το πεδίο έλξης των νόμων τού κόσμου, και εν προκειμένω από την σφαίρα επιρροής τής επιθυμίας τής Δύσης — αναφαίνεται στο περιθώριο τής ιστορικής εξέγερσης. Η μορφή με την οποία θα εκδηλώνεται τόσο η κατάφαση, όσο, όπως θα δούμε αργότερα, και η οργάνωση τής νέας αυτής πολιτικής προοπτικής, θα έχει σαφώς δεσμευτικό και επιτακτικό χαρακτήρα. Πιο συγκεκριμένα, θα έχουμε να κάνουμε με την αυταρχικότητα τού Λόγου, με το κύρος τής Αλήθειας. Αυτή η επιτακτικότητα, που εδώ νοείται με τη στενή έννοια τού όρου, απορρέει από το γεγονός ότι, εφόσον — κατά την έναρξη τουλάχιστον τής ιστορικής εξέγερσης — συντρέχει ένας απόλυτα αντικειμενικός δικαιολογητικός λόγος για την έλευσή της, κανείς δεν θα δικαιούται να υποτιμήσει ή να αγνοήσει τη σημασία και την αναγκαιότητα της. Και είναι ακριβώς αυτό το «δικτατορικό» στοιχείο που πυροδοτεί τον ενθουσιασμό όλων, όπως άλλωστε συμβαίνει και με την ενατένιση ενός εξαίσιου έργου τέχνης, με την τελική ανακάλυψη τής απόδειξης ενός θεωρήματος, με μια παθιασμένη ερωτική εξομολόγηση που κάνει κανείς έπειτα από πολλές αναβολές — καθώς και, γενικότερα, κάθε φορά που το στοιχείο τής κανονιστικής απολυτότητας που χαρακτηρίζει κάποιο αντικείμενο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από καμία γνώμη.


[1] [la fraction irréductible du mouvement]: Πρόκειται για λογοπαίγνιο. «Fraction irréductible» είναι ο άρρητος ή ασύμμετρος αριθμός. Επιπροσθέτως, η φράση παραπέμπει στα «παράδοξα τής κίνησης», αλλά και στην αναγκαιότητα τού φαινομένου τής διαίρεσης τού πολιτικού].
[2] [Όπου με τη λέξη «Μονάδα», εννοείται επίσης και ο κόσμος τής παγκοσμιοποίησης].

Advertisements
 

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s