RSS

«Συμβάν και Πολιτική Οργάνωση»—Α.Badiou

20 Φεβ.


(Το ξύπνημα τής Ιστορίας, κεφ. VIΙ, σελ.97-106)

Η σύναξη αυτή, τοπικά περιορισμένη σε λεωφόρους, δρόμους, σ’ εργοστάσια, όπως και η ποσοτική συστολή ή η συμπαγοποίηση, παίζουν, λοιπόν, έναν ιδιαίτερο ρόλο υποκαθιστώντας, ουσιαστικά, το πραγματικό· και αυτό γιατί η κινητήρια δύναμή τους συνίσταται στην πλεοναστική, εντασιακή και υποκειμενοποιημένη ύπαρξη μιας προπολιτικής αλήθειας και, πιο συγκεκριμένα, στο γεγονός τής βίαιης άρσης και αναίρεσης ενός μη υπαρκτού στοιχείου, που, στην περίπτωση μάλιστα των ιστορικών εξεγέρσεων, συνοδεύεται επίσης και από την «καθαίρεση» ενός αριθμού κρατικών συμβόλων. Είναι κάτι που εμφανίζεται από το τίποτα, ένα φαινόμενο προικισμένο με τη δικτατορική δύναμη τής δημιουργίας εκ τού μηδενός. Αν τυχόν εμφανιστούν ίχνη τού συμβάντος πριν από την έλευσή του — προσυμβαντικές ενδείξεις που μπορούν να αναγνωριστούν ως τέτοιες εκ των υστέρων —, τότε βεβαίως τα συμβαντικά αυτά ίχνη θα μιμούνται ή θα προεικονίζουν τον συνδυασμό αυτών των δύο γνωρισμάτων· δηλαδή, τον συνδυασμό μιας εντασιακής πλεοναστικής ύπαρξης και μιας ποσοτικής συστολής. Τέτοιες ενδείξεις εμφανίστηκαν στην Αίγυπτο, όπως ακριβώς και πριν από την εξέγερση τού Μάη το ’68: αναφέρομαι πιο συγκεκριμένα στις πολύ ασυνήθιστες εργοστασιακές απεργίες κατά τη διάρκεια τού 1967 και στις αρχές τού 1968, που διακρίνονταν από το γεγονός ότι αποφασίστηκαν από εργάτες νεαρής ηλικίας χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των αντιπροσωπευτικών συνδικάτων (εδώ βλέπουμε το στοιχείο τής συσταλτικής απεικόνισης τού όλου — ή, όπως λένε οι ανήσυχοι δημοκράτες μας, τη διάσταση τής «ενεργητικής μειοψηφίας») και συνοδεύτηκαν από πολύ νωρίς, πριν καλά καλά συνειδητοποιήσουμε ότι επρόκειτο για απεργίες, από αιφνίδιες καταλήψεις των εργοστασίων (αυτή είναι η συνδεδεμένη με την κατάληψη τού χώρου διάσταση τής ακτιβιστικής όξυνσης).

Καθ’ ο μέτρο το συμβάν συνιστά επανέναρξη τής ιστορίας, ως φορείς τού μηνύματος τής έλευσής του θα εμφανίζονται τρία στοιχεία εγγενώς συνδεδεμένα με τις μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις: η όξυνση, η συστολή και η εντοπιοποίηση. Τα σημεία αυτά αφενός μεν αποτελούν τους αναγκαίους προπολιτικούς παράγοντες τής ιστορικής αφύπνισης, που συνιστά άμεση απόρροια εκείνων των εξεγέρσεων οι οποίες υπερβαίνουν τα όρια τής άμεσης εξέγερσης και τον βαθύ της μηδενισμό, αφετέρου δε δίνουν το αρχικό έναυσμα για το έργο τής νέας αλήθειας που, στο πεδίο, ειδικότερα, τής πολιτικής, αποκαλείται «οργάνωση».

Η οργάνωση θα βρίσκεται στο σημείο όπου συναντώνται μια Ιδέα και και ένα συμβάν. Κι όμως αυτό το σημείο συνάντησης δεν υπάρχει παρά με τη μορφή διαδικασίας που έχει ως άμεσο της υποκείμενο τον πολιτικό αγωνιστή. Ο αγωνιστής είναι υβριδικό ον, ακριβώς διότι γεννιέται από το εξεγερσιακό κίνημα, όταν αυτό επιστρέφει στη σφαίρα επιρροής τής Ιδέας. Η Ιδέα ήταν για δεκαετίες ολόκληρες δημοκρατική και, στη συνέχεια, μετεξελίχθηκε διαδοχικά σε «ανώριμο» και κρατικό κομμουνισμό, κατά τον 19ο και τον 20ο αιώνα αντίστοιχα. Ας υποθέσουμε προς το παρόν ότι τον 21ο αιώνα θα έχει τη μορφή τού διαλεκτικού κομμουνισμού: το αληθινό της όνομα θα χαραχτεί, εντούτοις, στο αφανές περιθώριο τής ιστορικής αφύπνισης.

Πιο συγκεκριμένα, πώς πραγματοποιείται αυτή η αγωνιστική υβριδοποίηση, καθόσον εμφανίζεται ως συμβαντική πιστότητα; Είναι κατ’ αρχάς βέβαιο ότι η εξέγερση αποτελεί το πρώτο εχέγγυο τής ιστορικής αξίας τής Ιδέας. Είναι όμως εξίσου βέβαιο ότι όσον αφορά την πολιτική αξία τής εξέγερσης εχέγγυο αποτελεί η συνεπής προς αυτήν οργάνωση, υπό την έννοια ότι η πιστότητά της αυτή είναι απόρροια τού γεγονότος ότι, από τη σκοπιά τής οργάνωσης, η εξέγερση θα ερμηνεύεται ως κατάφαση τής Ιδέας.

Η «Ιδέα» θα προσδιορίζει εδώ μια μορφή ιστορικής προβολής στο μέλλον τού ιστορικού γίγνεσθαι μιας συγκεκριμένης πολιτικής, καθ’ ον τρόπο η εξέλιξή της αυτή επισφραγίστηκε και τεκμηριώθηκε αρχικά από την ίδια την εξέγερση. Θα πούμε, για παράδειγμα, ότι η ισότητα «πρέπει να γίνει» ο κανόνας, με την έννοια ότι θα αποτελεί πρότυπο και οδηγό για την διεξαγωγή όλων των μελλοντικών αγώνων. Ή, ακόμη, ότι η λέξη «κομουνισμός» παραπέμπει σε μια συνειδητά υποκειμενική δυνατότητα δημιουργίας μιας ριζικά διαφορετικής κοινωνίας, υπό την έννοια ότι ο συλλογικός βίος, έχοντας απελευθερωθεί από την κυριαρχία τού Κεφαλαίου, θα ρυθμίζεται από τον κανόνα τής ισότητας και θα οργανώνεται στη βάση τού ελεύθερου συνεταιρισμού των μελών τού κοινωνικού συνόλου. Ωστόσο, η μόνη δικαιολογητική βάση για τις δηλώσεις μας αυτές συνίσταται στο ότι αυτή η μορφή έκφρασης και αντίληψης των πραγμάτων, εφόσον θα συνοδεύεται και από τις ανάλογες δράσεις, θα συγκροτεί και θα οργανώνει μια σαφώς καθορισμένη διάρκεια προς αναπλήρωση τού κενού που αφήνει πίσω της η αποκλιμάκωση τής εξεγερσιακής έντασης. Ως εκ τούτου, η Ιδέα δεν προηγείται τής εξέγερσης, αλλά συνυφαίνεται με τα πραγματικά της αποτελέσματα στο πλαίσιο τής κατασκευής μιας χρονικής διάρκειας και συνέχειας. Κατά τον ίδιο τρόπο, η Ιδέα θα εξαρτάται από τη μεταγενέστερη προϋπόθεση τού πραγματικού τής λαϊκής πολιτικής οργάνωσης.[1]

Ισχύει γενικά ότι μια πολιτική θα αντιμετωπίζει ως αιώνιο το στοιχείο εκείνο που, έχοντας περιβληθεί τη μορφή τής ύπαρξης μιας ανυπαρξίας, θα έρθει στο φως ως αποτέλεσμα των ταραχών και το οποίο θα ταυτίζεται ουσιαστικά με το περιεχόμενο μιας ιστορικής αφύπνισης. Για να γίνει όμως αυτό, η οργάνωση οφείλει, υπό το πρίσμα τής Ιδέας που συνιστά τον αφηρημένο και θεωρητικό πόλο συσπείρωσης των αγωνιστών, να συντηρεί και να ενσωματώνει ό,τι απόμεινε από τη δημιουργική δύναμη τής ιστορικής εξέγερσης: τη συστολή, την όξυνση και την εντοπιοποίησή της.

Κατά το σύνηθες, η συστολή (το ότι δηλαδή η αληθινή ύπαρξη τής εξέγερσης εκφράζεται συνολικά από μια μικρή μειοψηφία) εξασφαλίζεται μέσω αυστηρών κανόνων συμμετοχής στην οργάνωση. Υιοθετείται, λοιπόν, μια τυπική διάκριση μεταξύ μελών και μη μελών, η οποία έχει την ίδια σημασία και βαρύτητα με τη διάκριση που γίνεται κατά τη διάρκεια των ταραχών μεταξύ εκείνων που έμειναν στα σπίτια τους και εκείνων που έδωσαν το παρών. Τα στοιχεία που συντηρούν την όξυνση είναι ο αγωνιστικός ακτιβισμός, η αφοσίωση τής ζωής μας στις απαιτήσεις τού αγώνα και γενικότερα μια μορφή υποκειμενικότητας με μεγαλύτερη ενεργητικότητα και ικανότητα ανταπόκρισης στις περιστάσεις σε σύγκριση με εκείνη που επιλέγει να επιστρέψει στην καθημερινότητα τής ύπαρξης. Η διατήρηση τού στοιχείου τής εντοπιοποίησης επιτυγχάνεται μέσω τής τήρησης ενός σταθερού πρωτοκόλλου που θα αφορά την κατάληψη χώρων, στους οποίους κάνουμε εμφανή την παρουσία μας (όπως λόγου χάρη σε κάποια λαϊκή αγορά, σε μια εστία αφρικανών εργατών, σε κάποιο εργοστάσιο, σε κάποιο συγκρότημα αστικών κατοικιών…). Το σύνολο των στοιχείων αυτών αποτελεί την αγωνιστική διάσταση ενός ιδιαίτερου τύπου οργάνωσης που επί σειρά δεκαετιών τού περασμένου αιώνα ονομαζόταν κομμουνιστικό κόμμα και για την οποία σήμερα θα πρέπει ίσως να βρεθεί ένα νέο όνομα.

Εκ πρώτης όψεως, οι συγκεκριμένες επιταγές πιστότητας φαίνονται δικαιολογημένες, και γι’ αυτό, άλλωστε, προσέλκυσαν εκατομμύρια εργατών, αγροτών και διανοούμενων καθ’ όλη τη διάρκεια τής περιόδου που ακολούθησε τη ρωσική επανάσταση τού 1917. Τα τρία γνωρίσματα που χαρακτήριζαν το αγωνιστικό καθήκον αποτελούσαν συμβολική έκφραση τού γεγονότος ότι η οργάνωση εξακολουθούσε να αντλεί μαθήματα από τις διαδικασίες στα πλαίσια των οποίων δοκιμαζόταν η αλήθεια μιας ιστορικής αφύπνισης, εμπλουτίζοντας, έτσι, την κομμουνιστική Ιδέα με τα συνολικά διδάγματα τού λαϊκού εξεγερσιακού πραγματικού.

Ωστόσο, δεν πρέπει να αποκλείεται η πιθανότητα μετασχηματισμού των διαδικασιών φύλαξης τού Αληθούς κατά την προσεχή πολιτική ακολουθία. Η μορφή τού κόμματος ολοκλήρωσε τον κύκλο των κρατικών της ενσαρκώσεων, έχοντας εξαντλήσει, μέσα σε ένα μόλις αιώνα, όλες τις συναφείς δυνατότητες. Προσανατολισμένα στην κατεύθυνση τής στρατιωτικής κατάληψης τής εξουσίας, τα κομμουνιστικά κόμματα δεν κατόρθωσαν να υλοποιήσουν, σε ευρεία κλίμακα, αυτό που σε τελική ανάλυση είναι η μοναδική αποστολή ενός Κράτους που κατευθύνεται προς τον μαρασμό του: τη δημιουργική επίλυση των αντιφάσεων μέσα στους κόλπους τού λαού, χωρίς ωστόσο να χρησιμοποιείται εν όψει τής πρώτης δυσκολίας ως πρότυπο αναφοράς ο τρομοκρατικός τρόπος επίλυσης των αντιφάσεων, ο οποίος εφαρμόζεται έναντι τού εχθρού. Εδώ θίγουμε ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα τής εποχής μας, που έχει να κάνει με τη δυνατότητα επινόησης μιας επαναστατικής πολιτικής πειθαρχίας που ναι μεν θα είναι αποδέκτης τής κληρονομιάς τής δικτατορίας τού Αληθούς, η οποία όπως αναφέρθηκε γεννιέται μαζί με την ιστορική εξέγερση, αλλά δεν θα βασίζεται στο ιεραρχικό, αυταρχικό και σχεδόν άκριτο πρότυπο που εκπροσωπούν οι τακτικοί στρατοί ή οι μονάδες κρούσης.

Δεν παύει ωστόσο να ισχύει ότι η οργάνωση επιτρέπει τη διατήρηση τού κύρους τού συμβάντος μέσω τής τυποποίησης των συστατικών γνωρισμάτων του. Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να πούμε ότι η τυποποίηση αυτή εξασφαλίζει κατά κάποιον τρόπο το πέρασμα από το πραγματικό στο συμβολικό ή, κατ’ ισοδύναμη διατύπωση, από την επιθυμία στον νόμο. Η οργάνωση μετατρέπει σε πολιτικό νόμο τη δικτατορία τού αληθούς, από την οποία εκπορεύεται και το καθολικό κύρος τού πραγματικού τής ιστορικής εξέγερσης.

Σύμφωνα με τον Λακάν, η επιθυμία είναι το ίδιο πράγμα με τον νόμο. Το ίδιο ισχυρίζομαι και εγώ, με την απαραίτητη όμως διευκρίνιση ότι, όταν αναδιατυπώνω το λακανικό αξίωμα ως εξής: «το συμβάν και η οργάνωση είναι η μία και η αυτή διαδικασία», βασίζομαι σε μια τυπική μεσολάβηση. Ωστόσο, ακόμη και στον Λακάν, συναντάμε την ίδια βαθυστόχαστη ιδέα, στην οποία εξακολουθώ να παραμένω πιστός, ότι δηλαδή η τυποποίηση παραπέμπει σε μια μεσολάβηση μεταξύ επιθυμίας και νόμου, η οποία αποκαλείται με τον όρο «Υποκείμενο».

Μια πολιτική οργάνωση είναι το Υποκείμενο μιας συμβαντικής πειθαρχίας, μια τάξη πραγμάτων που υπηρετεί την ανατροπή τής τάξης· είναι η διαρκής μέριμνα και διαφύλαξη μιας εξαιρετέας περίπτωσης, αποτελεί διαμεσολάβηση ανάμεσα στον κόσμο και στην μεταβολή του. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, το ενδοκοσμικό στοιχείο τής κοσμικής μεταβολής, διότι η οργάνωση καταγίνεται με το υποκειμενικό ερώτημα: «Πώς μπορεί κανείς να παραμείνει πιστός στην κοσμική μεταβολή στον κόσμο όπου αυτή συμβαίνει;». Με άλλα λόγια, πώς μπορεί κανείς μέσα στον κόσμο να ξετυλίξει το νήμα τής πολιτικής αλήθειας, η οποία έχει ως συνθήκη τής ιστορικής της δυνατότητας το συμβάν (που, ας σημειωθεί, δεν μπορεί να ταυτιστεί με την πραγμάτωση τής δυνατότητας αυτής); Πώς μπορεί να αποτυπωθεί πολιτικά μια ιστορική αφύπνιση ως ενεργός υλικότητα υπό το έμβλημα τής Ιδέας;

Για να διευκρινίσουμε όλα αυτά τα ζητήματα, πρέπει μάλλον να τα ξαναδούμε σύμφωνα με τη λογική τους σειρά.

1. Ένας κόσμος αντιστοιχίζει πάντοτε τιμές υπαρξιακής έντασης σε κάθε ον που ενοικεί σ’ αυτόν. Ως προς το είναι τους, οι άνθρωποι στους οποίους αντιστοιχούν μικρές ή και μηδαμινές τιμές ύπαρξης στον συγκεκριμένο κόσμο, όπως αυτός έχει διαμορφωθεί, ευρίσκονται ουσιαστικά στην ίδια θέση και κατάσταση· είναι μεταξύ τους ίσοι. Δεν χωρεί η παραμικρή αμφιβολία ότι οι προλετάριοι που λένε «όλοι εμείς οι ασήμαντοι τής γης, θα γίνουμε το παν εμείς!»[2] είναι μέσα στην κατάσταση. Όταν όμως αυτοχαρακτηρίζονται ως οι «ασήμαντοι τής γης», δεν αναφέρονται στο είναι τους, αλλά στο γεγονός ότι ως αποτέλεσμα τού ποσοστού υπαρξιακής έντασης που τους έχει αναγνωριστεί στα πλαίσια τής οργάνωσης τού συγκεκριμένου κόσμου η εγκόσμια παρουσία τους ισοδυναμεί, σχεδόν, με ανυπαρξία. Μπορούμε επίσης να πούμε ότι, ενώ η έννοια τού είναι είναι εκτατική (δεδομένου τού ότι όλοι μας εμφανιζόμαστε εν ισότητι ως ζώντα ανθρώπινα όντα), η κατηγορία τής ύπαρξης αποτελεί εντασιακό κατηγόρημα (με άλλα λόγια, η ύπαρξή μας είναι ιεραρχημένη). Κάθε ιστορική εξέγερση δημιουργεί μια στιγμή όπου μέσω τής ανάδυσης τού εξισωμένου-είναι, που έχει πάντα χαρακτήρα συμβαντικό, καθίσταται δυνατή η αποτίμηση τής απόφασης που αφορά την υπαρξιακή μας ένταση.

2. Σε κάθε κόσμο υπάρχουν μη υπαρκτά όντα, στων οποίων το είναι ο συγκεκριμένος κόσμος προσδίδει την τιμή τής ελάχιστης υπαρξιακής έντασης. Κάθε δημιουργική κατάφαση στηρίζεται στην εντόπιση των μη υπαρκτών στοιχείων τού κόσμου. Στην πραγματικότητα, αυτό που έχει βαρύνουσα σημασία σε σχέση με κάθε γνήσια δημιουργία, όποιο κι αν είναι το πεδίο εμφάνισής της, δεν αφορά τόσο αυτό που υπάρχει-ήδη-εκεί, όσο το στοιχείο που αν-υπάρχει στον αντίστοιχο κόσμο. Πρέπει να διδασκόμαστε από το μη υπαρκτό, διότι εδώ εντοπίζονται τόσο οι προσβολές σε βάρος τής ύπαρξης των όντων όσο και τα μέσα αντιμετώπισής τους που παρέχει η θεμελιώδης ισότητα τού είναι.

3. Η έλευση ενός συμβάντος υποδηλώνεται από το γεγονός ότι ένα στοιχείο, που στο πλαίσιο ενός δεδομένου κόσμου στερούνταν έως τώρα ύπαρξης, καταλήγει να υπάρχει σε έντονο βαθμό· με άλλα λόγια, υψώνεται στο επίπεδο τής γνήσιας ύπαρξης.

4. Εξετάζοντας, τώρα, την πολιτική δράση, διαπιστώνουμε ότι οι αρχικές μορφές τής κοσμικής μεταβολής ή, εν προκειμένω, μιας αφύπνισης τής Ιστορίας — μορφές που προεικονίζονται στο συμβάν, αλλά των οποίων το μέλλον δεν είναι προδιαγεγραμμένο — είναι οι εξής: α) η επίταση ή όξυνση — πράγμα που συνάγεται από το γεγονός ότι κινητήρια δύναμη των πραγμάτων είναι, γενικά, η κατανομή και η ταξινόμησή τους σε διάφορα επίπεδα υπαρξιακής έντασης· β) η συστολή (με την έννοια ότι η κατάσταση σμικρύνεται έτσι ώστε να εμφανίζεται ως αυτοαπεικόνιση ή ως μετωνυμική αναπαράσταση τής εν γένει κατάστασης)· και τέλος γ) η εντοπιοποίηση, με άλλα λόγια, η αναγκαιότητα κατασκευής χώρων μεστών συμβολικού νοήματος, στους οποίους γίνεται ορατή η εξουσία αυτοπροσδιορισµού τής κοινής μοίρας των ανθρώπων. Πρέπει να επισημανθεί ότι η ενάργεια στην οποία αναφέρομαι εδώ δεν μπορεί επ’ ουδενί να αναχθεί στη μιντιακή παρουσία και ορατότητα, σε ό,τι, δηλαδή, αποκαλούμε «επικοινωνία».

5. Η ενάργεια που κερδήθηκε ως αποτέλεσμα τής εντοπιοποίησης τής εξέγερσης έχει εγγενή σημασία. Η εμμενής της κανονιστικότητα έχει ως λογικό επακόλουθο τον αυτοδιαυγασμό της: αποτελεί πρότυπο και κανόνα που απευθύνεται προς όλους, συμπεριλαμβανομένης και τής ιδίας. Και γιατί αυτό έχει τόση σημασία; Ακριβώς επειδή το είναι τού μη υπαρκτού πρέπει να εμφανιστεί ως υπάρχον, πράγμα που δίνει το έναυσμα για τον μετασχηματισμό και αυτών ακόμη των κανόνων τής ορατότητας. Η εντοπιοποίηση συνίσταται στην ιδέα τής ενδόκοσμης κατάφασης τής ενάργειας τής καθολικής δικαιοσύνης, που θα λαμβάνει τη μορφή τής αναίρεσης τού μη υπαρκτού. Και για να γίνει αυτό, δεν απαιτείται τόσο η επίδειξη σωματικής ή αριθμητικής δύναμης — ότι, για παράδειγμα, είμαστε πολλές χιλιάδες ή και εκατομμύρια — όσο η μαρτυρία τής εξασφάλισης τής συμβολικής κυριαρχίας επί τού τόπου.

6. Η έλευση ενός προπολιτικού συμβάντος, μιας ιστορικής εξέγερσης, προϋποθέτει το εξής: μια πλεοναστική ύπαρξη που εκδηλώνεται με σφοδρότητα θα ορίζει σε συνάρτηση με μια εκτατική συστολή έναν χώρο εντός τού οποίου θα διαθλάται ολόκληρη η κατάσταση υπό το πρίσμα μιας ορατότητας με καθολικό προορισμό. Ο εντοπισμός και η αναγνώριση μιας συμβαντικής κατάστασης γίνεται ακαριαία: εφόσον απευθύνεται προς όλους, η καθολικότητα τής ορατότητάς της θα σας αγγίξει προσωπικά, όπως και όλο τον κόσμο. Επομένως, θα έχετε επίγνωση τού γεγονότος ότι το είναι ενός μη υπαρκτού στοιχείου θα έχει μόλις εμφανιστεί στον τόπο που του αρμόζει. Γι’ αυτό, όπως είδαμε, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει δημόσια το γεγονός αυτό.

7. Στο λεξιλόγιό μου, το ζήτημα τής οργάνωσης ή τής πειθαρχίας τού συμβάντος έχει την έννοια τής δυνατότητας μιας αποτελεσματικής κατάτμησης τής Ιδέας σε δράσεις, διακηρύξεις και επινοήσεις που θα λειτουργούν ως τεκμήρια μιας συμβαντικής πιστότητας. Με λίγα λόγια, εκείνο που χαρακτηρίζει μια οργάνωση είναι η συλλογική πιστοποίηση τού γεγονότος ότι, αφενός μεν, θα βρίσκεται η ίδια σε ικανοποιητική αντιστοιχία τόσο προς το συμβάν όσο και προς την Ιδέα, αφετέρου δε η σχέση της αυτή θα διατηρείται για χρονικό διάστημα που η διάρκειά του θα ταυτίζεται πλέον με αυτήν τού κόσμου. Η στιγμή αυτή τής οργάνωσης παρουσιάζει εν πολλοίς τη μεγαλύτερη δυσκολία. Απαιτεί ιδιαίτερη συλλογική προσήλωση και τούτο, γιατί, από τη μια μεριά, αποτελεί το στάδιο τής εμφάνισης διχονοιών και διαιρέσεων, ενώ, από την άλλη, είναι η στιγμή όπου ο εχθρός (ο φύλακας τής κοιμωμένης Ιστορίας) θα επιχειρήσει να κερδίσει το χαμένο έδαφος. Αν χαθεί η ευκαιρία, η αφύπνιση τής Ιστορίας δεν θα αποτελεί παρά ένα εντυπωσιακό περιστατικό τού παρελθόντος και η πολιτική θα παραμείνει άτονη.

8. Η διαδικασία που εδώ αποκαλώ «οργάνωση» συνιστά λοιπόν μια προσπάθεια διαφύλαξης των χαρακτηριστικών τού συμβάντος (όξυνση, συστολή, εντοπιοποίηση), και μάλιστα σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία το καθαυτό συμβάν θα έχει πλέον απολέσει την εναρκτική του ισχύ. Υπ’ αυτή την έννοια, η οργάνωση συνίσταται στον μετασχηματισμό τής συμβαντικής ισχύος σε χρονικότητα εντός τού υποκειμενικού ορύγματος όπου φυλάσσεται η Ιδέα. Πρόκειται για την επινόηση ενός χρόνου που δανείζεται τα χαρακτηριστικά του από το συμβάν, ενός χρόνου που θα έλεγε κανείς ότι ξεδιπλώνει την απαρχή του. Αυτός ο χρόνος μπορεί, λοιπόν, να θεωρηθεί ως εκτός χρόνου, με την έννοια ότι η οργάνωση απαγορεύει την εγγραφή της στην τάξη τού χρόνου όπως την είχε καθορίσει ο παρελθών κόσμος· και συναντάμε εδώ αυτό που μπορούμε να αποκαλέσουμε το παράκαιρο τού Υποκειμένου, καθόσον πρόκειται για το Υποκείμενο τής εξαίρεσης.

Αν το συμβάν, η ιστορική εξέγερση, είναι ένα ρήγμα στον χρόνο — ρήγμα απ’ όπου αναδύεται το μη υπαρκτό —, τότε η οργάνωση είναι ένα παράκαιρο διάστημα μέσα στον χρόνο, ένα εκτός-χρόνου που γεννά μια συλλογική υποκειμενικότητα, όπου η ύπαρξη με την οποία περιβάλλεται το μη υπαρκτό, καταυγασμένο από το φως τής Ιδέας, θα έρθει αντιμέτωπη με τη δύναμη συντήρησης τού Κράτους — υπέρμαχου και πιστού φύλακα κάθε χρονικού καταναγκασμού.


[1] Για το μοτίβο τής Ιδέας, ανατρέξτε στο τελικό κείμενο τής «Κομμουνιστική Υπόθεσης», έ.α.
[2] [nous ne sommes rien, soyons tout]

Advertisements
 

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s