RSS

Jean Barraqué—Sequence [Νίτσε]

14 Μαρ.

I. Τρία ποιητικά σπαράγματα

Ευτυχία! Η πι’ όμορφη λεία! Πάντα κοντά, ποτέ αρκετά κοντά, γι’ αύριο πάντα, σήμερα ποτέ — σου φαίνεται ο θηρευτής σου ακάτεχος; Μ’ αλήθεια είσαι συ τής αμαρτίας το μονοπάτι, η ύβρις η τερπνότερη;

Μακρυά, πάνω απ’ τη χώρα, μουρμουρίζει ο κεραυνός κι η βροχή πέφτει στάλα-στάλα: τις φλυαρίες του ο λογιότατος τις άρχισε σήμερα νωρίς, η γλώσσα του ροδάνι — όπως κι η μέρα τις λιτανείες της, μόλις με κρυφοκοίταξ’ απ’ το παραθύρι! Σαν τη βροχή ατέλειωτα ψελλίζει πως όλα τάχα μάταια είναι!

Σβήνει η μέρα, το φως χλομιάζει κι η ευτυχία μαζί, το μεσημέρι μακρινό. Πόσο ακόμα για να’ρθει το φεγγάρι μαζί και τ’ άστρα κι η πρωινή δροσιά: άλλο ας μην χρονοτριβώ.

Μουσική τού Νότου

Τώρα θα μου χαρίσει η μοίρα όσα ποτέ δε λόγιασε το μάτι τού αετού μου — πόσα όνειρα στο μεταξύ ξεθώριασαν — : σαν βέλος με πληγώνει η αρμονία σου, βάλσαμο στ’ αυτιά και στις αισθήσεις που ρέει από τον ουρανό. Τι διστάζεις, τού πλοίου σου τον πόθο οδήγησε στις νότιες χώρες, στα μακάρια τα νησιά, στ’ ανέμελα ελληνικά παιχνίδια των νυμφών — κανένα πλοίο δεν έπιασε ποτέ πιο όμορφο λιμάνι!

Απόμονος

Κρώζοντας πετούν φτεροκοπώντας τα κοράκια προς την πόλη: σε λίγο θα χιονίσει — καλότυχος κείνος που’χει ακόμα σπίτι! Κοντοστέκεις, ρίχνεις ένα βλέμμα πίσω, α, για πόσο ακόμα! Ανόητε, γιατί δραπέτευσες στον κόσμο πριν πιάσει ο χειμώνας; Ο κόσμος — πύλη που οδηγεί σε μύριες ερημιές βουβές και παγωμένες! Όποιος τόσα έχασ’ όσα σύ, στάση δεν κάνει πουθενά. Χλωμός κι ακίνητος, καταραμένος, τώρα, ν’ αλητεύεις στα μονοπάτια τού χειμώνα, σαν τον καπνό που νοσταλγεί πιο παγωμένους ουρανούς. Πέτ’ ερημοπούλι και τραγούδα το τραγούδι το στριγγό!

ΙΙ. Θρήνος τής Αριάδνης

Ποιος με ζεσταίνει, ποιος μ’αγαπά ακόμη; Δώστε μου ζεστά χέρια! δώστε μου τής καρδιάς τη θέρμη! Ξαπλωμένη, ανατριχιάζοντας, σαν ετοιμοθάνατος που του ζεσταίνουν τα πόδια, σπαράζοντας, αχ, από αγνώστους πυρετούς, τρέμοντας κάτω από διαπεραστικά παγωνιάς βέλη, κυνηγημένη από σε, ω σκέψη, ακατανόμαστη, κρυμμένη, αποτρόπαιη! Ω κυνηγέ, πίσω απ’τα νέφη! Κεραυνωμένη από σένα, ω χλευαστικό μάτι, που απ’το σκοτάδι με κοιτάζει! Έτσι πλαγιάζω, διπλώνομαι, συστρέφομαι, τυραννισμένη απ’όλα τα αιώνια μαρτύρια, χτυπημένη από σε, τον πιο σκληρό των κυνηγών, ω άγνωστε — Θεέ…

[Πιο βαθιά χτύπα! Μια φορά ακόμη χτύπα! Διαπέρασε, διαπέρασε, την καρδιά τούτη! Γιατί αυτό το μαρτύριο με στομωμένα βέλη; Τι βλέπεις πάλι, ακούραστε, από το μαρτύριο των ανθρώπων, με χαιρέκακα, που θεϊκά λάμπουν, μάτια; Δε θέλεις να σκοτώνεις, μόνο να βασανίζεις, και να βασανίζεις; Προς τι — να βασανίζεις εμένα, ω Θεέ χαιρέκακε, άγνωστε;]

Αχ, α! γλιστρώντας με πλησιάζεις μέσα σε τέτοιο μεσονύχτι; … Τι θέλεις; Μίλα! Με σπρώχνεις, με πιέζεις, χα, από πολύ κοντά κιόλας! Μ’ ακούς ν’ανασαίνω, κρυφακούς την καρδιά μου! ω πόσο ζηλεύεις! — τι αλήθεια, ζηλεύεις; Φύγε! Φύγε! κι η σκάλα; Θες να μπεις μέσα, στην καρδιά, ν’ανεβείς, στην πιο μυστική ν’ανέβεις σκέψη; Αδιάντροπε! Άγνωστε! Κλέφτη! Τι θες να κλέψεις; Τι θες ν’ακούσεις; Τι θες ν’αποσπάσεις; βασανιστή, εσύ, — Θεέ, Δήμιε! [ Ή πρέπει, σαν σκύλος, να κυλιστώ μπρος σου Παραδινόμενη, έξαλλη από έξαρση, σ’εσένα, Αγάπη μου — να κουνώ την ουρά μου;]

Του κάκου! [ Συνέχισε τα χτυπήματά σου! ω η πιο σκληρή βουκέντρα εσύ! Όχι! σκυλί όχι! — είμαι το αγρίμι σου μονάχα,] σκληρότατε κυνηγέ, ο πιο περήφανος αιχμάλωτός σου, ω ληστή, πίσω από τα νέφη … Μίλησε, επιτέλους, ω εσύ ο κρυμμένος πίσω από αστραπές. Άγνωστε μίλα! Τι θες, ενεδρευτή, από — μένα; …

Πώς; Λύτρα; Και τι θες για λύτρα; Ζήτα πολλά — η περηφάνια μου αυτό συμβουλεύει! και λίγα λόγια — αυτό η άλλη μου περηφάνια συμβουλεύει!

[Αχ, α! Εμένα —θέλεις;εμένα; εμένα — ακέραια;

Αχ, α! Και με βασανίζεις, τέτοιος τρελός που είσαι, την περηφάνια μου βασανίζεις;

Δώσε μου αγάπη — ποιος με ζεσταίνει ακόμη; ποιος μ’αγαπά ακόμη; δώσε μου ζεστά χέρια, δώσε μου τής καρδιάς τη θέρμη, δώσε μου, στην πλέον ερημικήν, εμένα, που πάγος, αχ! εφτά φορές πάγος, και εχθρούς ακόμη, εχθρούς να λαχταρά την μαθαίνει, δώσε μου, ναι, παράδωσέ μου, εχθρέ σκληρότατε, τον εαυτό σου! … Έφυγε κι αυτός!] Ξαφνικά πέταξε, [ο μοναδικός σύντροφός μου,] ο μεγάλος μου εχθρός, [ο άγνωστός μου, ο δήμιος Θεός μου! …]

Όχι! Έλα πίσω! [Με όλα σου τα μαρτύρια! Όλα τα ρυάκια των δακρύων μου προς εσέ τρέχουν κι η στερνή φλόγα τής καρδιάς μου για σένα λάμπει. Ώ, γύρνα πίσω, άγνωστε Θεέ μου, πόνε μου,] ευτυχία στερνή μου! …

(Μια αστραπή. Παρουσιάζεται ο Διόνυσος μέσα σ’όλη του τη σμαράγδινη ωραιότητα).

ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Λογικέψου, Αριάδνη! … [Έχεις μικρά αφτιά, έχεις τ’αφτιά μου: βάλε μέσα τους ένα σοφό λόγο! — Αν είναι ν’αγαπήσει κανείς τον εαυτό του, δεν πρέπει να τον μισήσει πρώτα; …] Είμαι ο λαβύρινθός σου …

Advertisements
 
Σχολιάστε

Posted by στο 14/03/2012 in Μουσική, Ποίηση

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s