waltendegewalt

Αντισημιτισμός & ρατσισμός: H περίπτωση Τσόρτσιλ—D.Losurdo

Advertisements

5.7. Αντισημιτισμός και αποικιακός ρατσισμός: η πολεμική μεταξύ Τσόρτσιλ και Στάλιν
D.Losurdo, Stalin, histoire et critique d’une légende noire (σελ. 299-302)

Ο μαύρος μύθος που αναλύουμε εδώ επιτρέπει επίσης την αποποίηση των ευθυνών για τον ρατσισμό σε βάρος των αποικιοκρατούμενων λαών ή των λαών αποικιακής προέλευσης, που αποτελούσε κυρίαρχο στοιχείο τής πολιτικής τής Δύσης μέχρι και τα μισά τού 20ού αιώνα. Επί τού προκειμένου, η ιστορική σημασία τής ρήξης που επέφερε ο λενινισμός συνοψίζεται από τον Στάλιν ως εξής:

«[Παλιότερα] το εθνικό ζήτημα το περιόριζαν συνήθως σ’ έναν στενό κύκλο ζητημάτων που αφορούσαν [κυρίως] τα «πολιτισμένα» έθνη. Οι ιρλανδοί, οι τσέχοι, οι πολωνοί, οι φινλανδοί, οι σέρβοι, οι αρμένηδες, οι εβραίοι και μερικές άλλες εθνότητες τής Ευρώπης, αυτός ήταν ο κύκλος των εθνών, που δεν είχαν πλήρη δικαιώματα και που για την τύχη τους ενδιαφερόταν η 2η Διεθνής. Τα δεκάδες και εκατοντάδες εκατομμύρια των λαών τής Ασίας και τής Αφρικής, που υποφέρουν κάτω από την εθνική καταπίεση με την πιο ωμή και σκληρή μορφή της, έμειναν συνήθως έξω από το οπτικό πεδίο [των σοσιαλιστών]. Δεν αποφάσιζαν να βάλουν στην ίδια μοίρα τους λευκούς και τους μαύρους, [τους «απολίτιστους» και τούς «πολιτισμένους»]. […] [Ο λενινισμός έφερε στο φως αυτή την κατάφωρη δυσαναλογία]. Έτσι γκρεμίστηκαν τα τείχη που ορθώνονταν ανάμεσα στους λευκούς και τους μαύρους, [τους ευρωπαίους και τους ασιάτες], ανάμεσα στους «πολιτισμένους» και τους «απολίτιστους» σκλάβους τού ιμπεριαλισμού. [Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι κομμουνιστές συνέδεσαν] το εθνικό ζήτημα με το ζήτημα των αποικιών.»[659][]

Βρισκόμαστε στο 192[1]. Είναι η εποχή που και στις δύο όχθες τού Ατλαντικού συναντά μεγάλη επιτυχία ένας συγγραφέας όπως ο Στόνταρντ, ο οποίος αφιερώνει τις προσπάθειές του στην αποκάλυψη τού θανάσιμου κινδύνου που αντιπροσωπεύει για τη Δύση και τη λευκή φυλή ο αυξανόμενος αναβρασμός στους αποικιακούς λαούς (φαινόμενο που συντελείται με την με την ενθάρρυνση και συνδρομή των μπολσεβίκων)· με άλλα λόγια, η «ανερχόμενη παλίρροια των έγχρωμων λαών».[660] Αυτή η τάση εξύμνησης τής «λευκής υπεροχής» [white supremacy] εξακολουθεί να εκδηλώνεται και στις επόμενες δεκαετίες με μεγάλη ένταση.

Αν από τη μια μεριά ο Στάλιν καταδικάζει τις πρακτικές και διαδικασίες «φυλετικοποίησης» που εφαρμόζει η Δύση εις βάρος, κυρίως, των Ασιατών, θα ήταν ενδιαφέρον να εξετάσουμε την ιδεολογία που από την άλλη μεριά εκδηλώνεται στις ΗΠΑ με αφορμή τον πόλεμο εναντίον τής Ιαπωνίας. Εφημερίδες και βιβλία μεγάλης κυκλοφορίας προειδοποιούν για τη «φυλετική απειλή»: η χώρα βρίσκεται ενώπιον ενός «ιερού, ενός φυλετικού πολέμου», ενός «διαρκούς πολέμου ανάμεσα στις ανατολικές και τις δυτικές αξίες και ιδεώδη». Η απανθρωποποίηση τού εχθρού είναι ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: οι αντίπαλοι υποβιβάζονται στην κατηγορία τού υπανθρώπου ή αντιμετωπίζονται κυριολεκτικά ως ζώα. Πρέπει επίσης να έχουμε υπόψη ότι η ιδεολογία αυτή είναι κάθε άλλο παρά ξένη στην ηγετική ομάδα τής κυβέρνησης τού Φράνκλιν Ντ. Ρούζβελτ.[661]

Ωστόσο, με τη μία ή με την άλλη μορφή, ο αποικιακός ρατσισμός εξακολουθεί να διαιωνίζεται στις δυτικές πρωτεύουσες ακόμη και μετά την κατάρρευση τής αυτοκρατορίας τού Ανατέλλοντος Ηλίου και τού Τρίτου Ράιχ. Η ομιλία που έδωσε ο Τσώρτσιλ στο Φούλτον τον Μάρτιο τού 1946 και με την οποία ο άγγλος πολιτικός καταδίκασε το «σιδηρούν παραπέτασμα» και τον «ολοκληρωτικό έλεγχο» που επιβλήθηκε από τη Σοβιετική Ένωση στην Ανατολική Ευρώπη, αντιδιαστέλλοντας τους σοβιετικούς προς τους υπερασπιστές τής ελευθερίας και τού χριστιανικού πολιτισμού, προς τους «αγγλόφωνους λαούς» και τον «αγγλόφωνο κόσμο», σηματοδότησε σε επίπεδο προπαγάνδας την απαρχή τού Ψυχρού Πολέμου.[662] Καταλαβαίνουμε λοιπόν την οργή τού Στάλιν: καταλογίζει στον άγγλο πολιτικό ότι διατύπωσε μια «ρατσιστική θεωρία», καθόλου διαφορετική από εκείνη που ασπαζόταν ο Χίτλερ. «Μόνο τα αγγλόφωνα έθνη είναι αυθεντικά έθνη, έθνη στα οποία έλαχε ο κλήρος να αποφασίσουν τη μοίρα ολόκληρου τού κόσμου».[663] Στην απάντηση αυτή, μπορείς κανείς εύκολα να διακρίνει τις υπεραπλουστεύσεις τού ψυχρού πολέμου. Συγχρόνως όμως δεν λείπουν οι παραλληλισμοί μεταξύ τού εκθειασμού των αγγλόφωνων λαών και τής άριας μυθολογίας: στη βάση τής γλωσσικής κοινότητας συνάγεται η ενότητα τής φυλής που αποτελεί το βιολογικό της υπόβαθρο, ενώ ως τεκμήριο φυλετικής ανωτερότητας χρησιμοποιείται η παραγωγή πολιτισμικών προϊόντων αφενός στις άριες γλώσσες, αφετέρου δε στην αγγλική. Στην αλληλογραφία τού Τσόρτσιλ με τον Αϊζενχάουερ, μπορεί κανείς να συναντήσει πολύ πιο ανησυχητικές διατυπώσεις: ο «αγγλόφωνος κόσμος» [English-Speaking World] είναι συνώνυμος με «τους αγγλόφωνους λευκούς» [White English-Speaking People], των οποίων η σύμπνοια και η «ενότητα» είναι απολύτως αναγκαία[664]: πρέπει να εξαλειφθούν μια για πάντα οι «αντιθέσεις μεταξύ των στενά συγγενικών φύλων τής Ευρώπης», οι οποίες αποτέλεσαν την αιτία για την πρόκληση των δύο παγκοσμίων πολέμων.[665] Μόνον κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να αντιμετωπιστεί η απειλή που αντιπροσωπεύει ο μη δυτικός, αποικιακός κόσμος. Στο πλαίσιο αυτό γίνεται κατανοητό το νόημα τής έκκλησης που απηύθυνε το 1953 ο Τσόρτσιλ με κύριο αποδέκτη τις ΗΠΑ: πρέπει να δοθεί υποστήριξη στην Αγγλία στη σύγκρουσή της με την Αίγυπτο «προκειμένου να αποφευχθεί η προετοιμαζόμενη σφαγή σε βάρος των Λευκών» [of white People].[666]

Ως ξένοι προς τη Δύση και τη λευκή φυλή δεν χαρακτηρίζονται μόνον οι Άραβες. Σύμφωνα με τον Τσόρτσιλ, ο κομμουνιστικός κόσμος, ο οποίος συνδαυλίζει την εξέγερση των αποικιακών λαών εναντίον των λευκών, δεν αποτελεί παρά έκφραση ενός «ημιασιατικού επιθετικού ολοκληρωτισμού».[667] Είναι προφανές ότι ο ψυχρός πόλεμος τείνει να ερμηνεύεται ως σύγκρουση που αντιπαραθέτει από τη μια μεριά τη Δύση, τον «χριστιανικό πολιτισμό» και τη λευκή φυλή, κάτω από την καθοδήγηση τού «αγγλόφωνου κόσμου» ή των «αγγλόφωνων εθνών», και από την άλλη τη βαρβαρότητα τού αποικιακού και τού κομμουνιστικού κόσμου. Στο πλαίσιο, μάλιστα, αυτό εγγράφεται και η εξύμνηση τής «βρετανικής αυτοκρατορίας» και τής «βρετανικής φυλής».[668] Είναι δε αξιοσημείωτο ότι αποσιωπάται το γεγονός ότι το έγκλημα τής γενοκτονίας των Εβραίων έλαβε χώρα στην καρδιά τής Δύσης και τού λευκού κόσμου, καθώς και το ότι διαπράχθηκε από ένα από τα «στενά συγγενικά φύλα τής Ευρώπης», ακριβώς όπως δεν γίνεται καμία αναφορά και στη συνεχιζόμενη καταπίεση εις βάρος των αφροαμερικανών στις Ηνωμένες Πολιτείες τής «λευκής υπεροχής».

Ακόμα και στον Αϊζενχάουερ, διαπιστώνουμε μερικές φορές ότι η εξύμνηση τού «δυτικού κόσμου» και τής «δυτικής ηθικής»[669] ενέχει ως ένα βαθμό φυλετικές συμπαραδηλώσεις: τον Ιούλιο τού 1956, σε μια συζήτησή του με τον Χούβερ και τον Ντιούλς, ο αμερικανός πρόεδρος παρατήρησε ότι με την εθνικοποίηση τής Διώρυγας τού Σουέζ ο Νάσσερ επιδιώκει την «ανατροπή των λευκών» [the white man].[670] Ας μην ξεχνάμε ότι τότε ήταν ακόμα νωπή η μνήμη τού Πολέμου τής Κορέας, ενός πολέμου που — όπως άλλωστε αναγνωρίζει και η ίδια η αμερικανική ιστοριογραφία — η Ουάσινγκτον διεξήγαγε κρατώντας μια στάση υπεροψίας και «περιφρόνησης» απέναντι σε ένα «κατώτερο έθνος» [τον κινεζικό λαό].[671]


659. Staline, (1971-73), τομ. 6, σελ.122-123 (= Staline, 1977, σελ. 69-70).
[‡ Σε αγκύλες και με έμφαση, φράσεις που διαφοροποιούνται από την ελληνική μετάφραση. Σε αγκύλες χωρίς έμφαση, φράσεις που παραλείπονται στη γαλλική μετάφραση. Χρησιμοποιήθηκε η ελληνική μετάφραση των απάντων τού Ι.Β. Στάλιν, Τόμος 5, 1921-1923, σελ. 56-7 («Η τοποθέτηση τού Εθνικού Ζητήματος»).]
660. Stoddard (1971).
661. Dower (1986), σελ. 6-11· Losurdo (1997), κεφ. IV, § 4.
662. Churchill (1974), σελ. 7285-7293.
663. Staline (1971-73), σελ. 15, p. 30-31.
664. Boyle (1990), σελ. 34 (επιστολή προς τον αμερικανό πρόεδρο Αϊζενχάουερ με ημερομηνία 5 Απριλίου 1953).
665. Churchill (1974), σελ. 7291.
666. Boyle (1990), σελ. 25 (επιστολή προς τον αμερικανό πρόεδρο Αϊζενχάουερ με ημερομηνία 18 Φεβρουαρίου 1953).
667. Churchill (1974), σελ. 7835 (ομιλία στις 23 Ιουλίου 1949)· έμφαση του συγγραφέα.
668. Στο ίδιο, σελ. 7288, 7293 (ομιλία στις 5 Μαρτίου 1946) και 7902 (ομιλία που δόθηκε την 1 Δεκεμβρίου 1949).
669. Boyle (1990), σελ. 53-54.
670. Στο Freiberger (1992), σελ. 164.
671. Chen Jian (1994), σελ. 50 και 170.

Βιβλιογραφία

Boyle P.G. (εισαγ. παρουσ.) (1990), The Churchill-Eisenhower Correspondence 1953-1955, The University of Carolina Press, Chapel Hill-London.
Chen Jian (1994), China’s Road to the Korean War. The Making of Sino-American Confrontation, Columbia University Press, New York.
Churchill W. (1974), His Complete Speeches 1897-1963, Chelsea House, New York-London.
Dower J.W. (1986), War without Mercy. Race and Power in the Pacific War, Pantheon Books, New York.
Freiberger S.Z. (1992), Dawn over Suez. The Rise of American Power in the Middle East, 1953-1957, Ivan R. Dee, Chicago.
Losurdo D. (1997) Antonio Gramsci dal liberalismo al “communismo critico”, Gamberetti, Roma.
Staline J. (1971-73), Werke, Roter Morgen, Hamburg.
Τού ιδίου (1977), Questions du léninisme, Éditions en langues étrangères, Pékin.
Stoddard L. (1971), The Rising Tide of Color against White World-Supremacy, Negro University Press, Westport (CT).

Η Τοποθέτηση τού Εθνικού Ζητήματος—Ι.Β.Στάλιν
(Άπαντα, Τομ.5, σελ.56-64, Εκδοτικό τής ΚΕ τού ΚΚΕ, 1952)

Ο τρόπος που οι κομμουνιστές τοποθετούν το εθνικό ζήτημα διαφέρει ουσιαστικά από τον τρόπο που το το τοποθετούν οι παράγοντες τής 2ης και τής 2½ Διεθνούς[10], καθώς και όλα τα «σοσιαλιστικά», «σοσιαλδημοκρατικά», μενσεβίκικα, εσέρικα κλπ. κόμματα.

Έχει μεγάλη σημασία να τονίσουμε τέσσερα βασικά σημεία, γιατί είναι τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα τής νέας τοποθέτησης τού εθνικού ζητήματος, που χαράζουν μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην παλιά και στη νέα αντίληψη για το εθνικό ζήτημα.

Το πρώτο σημείο είναι η συγχώνευση τού εθνικού ζητήματος, σαν μέρους, με το γενικό ζήτημα τής απελευθέρωσης των αποικιών, σαν σύνολο. Στην εποχή τής 2ης Διεθνούς το εθνικό ζήτημα το περιόριζαν συνήθως σ’ ένα στενό κύκλο που αφορούσαν αποκλειστικά τα «πολιτισμένα» έθνη. Οι ιρλανδοί, οι τσέχοι, οι πολωνοί, οι σέρβοι, οι αρμένηδες, οι εβραίοι, αυτός ήταν ο κύκλος των εθνών, που δεν είχαν πλήρη δικαιώματα και που για την τύχη τους ενδιαφερόταν η 2η Διεθνής. Τα δεκάδες και εκατοντάδες εκατομμύρια των λαών τής Ασίας και τής Αφρικής, που υποφέρουν κάτω από την εθνική καταπίεση με την πιο ωμή και σκληρή μορφή της, έμεναν συνήθως έξω από το οπτικό πεδίο των «σοσιαλιστών». Δεν αποφάσιζαν να βάλουν στην ίδια μοίρα τούς λευκούς και τούς μαύρους, τους «απολίτιστους» νέγρους και τους «πολιτισμένους» ιρλανδούς, τους «καθυστερημένους» ινδούς και τους «μορφωμένους» πολωνούς. Προϋπόθεταν σιωπηρά ότι αν χρειάζεται να γίνεται αγώνας για την απελευθέρωση των μη ευρωπαϊκών εθνών που δεν έχουν πλήρη δικαιώματα, δεν ταιριάζει καθόλου στους «καθώς πρέπει σοσιαλιστές» να μιλάνε στα σοβαρά για την απελευθέρωση των αποικιών, που είναι «απαραίτητες» για τη «διατήρηση» τού «πολιτισμού». Αυτοί, οι με το συμπάθειο σοσιαλιστές, δεν έβαζαν καν στο νου τους ότι δε μπορεί να νοηθεί ε εξάλειψη τής εθνικής καταπίεσης στην Ευρώπη χωρίς την απελευθέρωση των αποικιακών λαών τής Ασίας και τής Αφρικής από το ζυγό τού ιμπεριαλισμού, ότι το πρώτο είναι οργανικά συνδεμένο με το δεύτερο. Πρώτοι οι κομμουνιστές αποκάλυψαν τη σύνδεση τού εθνικού ζητήματος με το ζήτημα των αποικιών, θεμελίωσαν θεωρητικά αυτή τη σύνδεση και την έβαλαν στη βάση τής επαναστατικής τους πραχτικής. Έτσι γκρεμίστηκαν τα τείχη που ορθώνονταν ανάμεσα στους λευκούς και τους μαύρους, ανάμεσα στους «πολιτισμένους» και τους «απολίτιστους» σκλάβους τού ιμπεριαλισμού. Το περιστατικό αυτό ευκόλυνε πολύ το έργο τού συντονισμού τής πάλης των καθυστερημένων αποικιών με τον αγώνα τού πρωτοπόρου προλεταριάτου ενάντια στον κοινό εχθρό, ενάντια στον ιμπεριαλισμό.

Το δεύτερο σημείο είναι η αντικατάσταση τού αόριστου συνθήματος τού δικαιώματος των εθνών για αυτοδιάθεση με το ξεκάθαρο επαναστατικό σύνθημα τού δικαιώματος των εθνών και των αποικιών για κρατικό αποχωρισμό, για το σχηματισμό αυτοτελούς κράτους. ‘Όταν οι παράγοντες τής 2ης Διεθνούς μιλούσαν για το δικαίωμα τής αυτοδιάθεσης, δεν έλεγαν συνήθως λέξη για το δικαίωμα τού κρατικού αποχωρισμού. Στην καλύτερη περίπτωση το δικαίωμα για αυτοδιάθεση το ερμήνευαν σαν δικαίωμα για αυτονομία γενικά. Οι «ειδικοί» για το εθνικό ζήτημα, ο Σπρίνγκερ και ο Μπάουερ, έφτασαν μάλιστα ώς το σημείο να μετατρέψουν το δικαίωμα για αυτοδιάθεση σε δικαίωμα των καταπιεζόμενων εθνών τής Ευρώπης για πολιτιστική αυτονομία, δηλ. σε δικαίωμα να έχουν τα δικά τους πολιτιστικά ιδρύματα, ενώ όλη την πολιτική (και οικονομική) εξουσία την άφηναν στα χέρια τού κυρίαρχου έθνους. Μ’ άλλα λόγια το δικαίωμα για αυτοδιάθεση των εθνῶν χωρίς πλήρη δικαιώματα το μετάτρεψαν σε προνόμιο των κυρίαρχων εθνών να κατέχουν την πολιτική εξουσία και έσβηναν το ζήτημα τού κρατικού αποχωρισμού. Ο ιδεολογικός ηγέτης τής 2ης Διεθνούς Καούτσκι προσχώρησε βασικά σ’ αυτή την ουσιαστικά ιμπεριαλιστική ερμηνεία τής αυτοδιάθεσης πού έδωσαν οι Σπρίνγκερ και Μπάουερ. Δεν είναι παράξενο ότι οι ιμπεριαλιστές αντιλήφθηκαν αυτή την ευνοϊκή γι’ αυτούς ιδιότητα τού συνθήματος τής αυτοδιάθεσης και το διακήρυξαν σαν δικό τους σύνθημα. Είναι γνωστό ότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, που είχε σκοπό του την υποδούλωση των λαών, διεξήχθηκε κάτω από τη σημαία τής αυτοδιάθεσης. Έτσι, το αόριστο σύνθημα τής αυτοδιάθεσης από όπλο πάλης για την ισοτιμία των εθνών, μετατράπηκε σε όπλο υποταγής των εθνών, σε όπλο για να κρατούν τα έθνη υπάκουα στον ιμπεριαλισμό. Η πορεία των πραγμάτων σ’ όλο τον κόσμο τα τελευταία χρόνια, η λογική τής επανάστασης στην Ευρώπη και τέλος η ανάπτυξη τού απελευθερωτικού κινήματος στις αποικίες απαιτούσαν να απορριφθεί αυτό το σύνθημα που κατάντησε αντιδραστικό και να αντικατασταθεί μ’ ένα άλλο επαναστατικό σύνθημα, που μπορεί να διαλύσει την ατμόσφαιρα δυσπιστίας των εργαζόμενων μαζών των εθνών που δεν έχουν πλήρη δικαιώματα προς το προλεταριάτο των κυρίαρχων εθνών, μ’ ένα σύνθημα που μπορεί να ξεκαθαρίσει το δρόμο για την ισοτιμία των εθνών και την ενότητα των εργαζομένων αυτών των εθνών. Τέτοιο σύνθημα είναι το σύνθημα πού έριξαν οι κομμουνιστές, το σύνθημα για το δικαίωμα των εθνών και των αποικιών για κρατικό αποχωρισμό.

Η αξία αυτού τού συνθήματος βρίσκεται στο ότι:

  1. εξαφανίζει κάθε βάση υποψίας ότι οι εργαζόμενοι ενός έθνους έχουν αρπαχτικές διαθέσεις απέναντι στους εργαζόμενους ενός άλλου έθνους, επομένως προετοιμάζει το έδαφος για την αμοιβαία εμπιστοσύνη και για την εθελοντική συνένωση·
  2. ξεσκίζει τη μάσκα από το πρόσωπο των ιμπεριαλιστών πού φλυαρούν υποκριτικά για αυτοδιάθεση, ενώ προσπαθούν να κρατήσουν υποταγμένους μέσα στα πλαίσια τού ιμπεριαλιστικού τους κράτους τούς λαούς που δεν έχουν πλήρη δικαιώματα και τις αποικίες και βαθαίνει έτσι τον απελευθερωτικό αγώνα των λαών αυτών ενάντια στον ιμπεριαλισμό.

Ζήτημα είναι αν χρειάζεται ν’ αποδείξουμε ότι οι ρώσοι εργάτες δε θα καταχτούσαν τη συμπάθεια των αλλοεθνών συντρόφων τους τής Δύσης και τής Ανατολής, αν δε διακήρυχναν, όταν πήραν την εξουσία, το δικαίωμα των λαών για κρατικό αποχωρισμό, αν δεν απόδειχναν στην πράξη ότι είναι έτοιμοι να εφαρμόσουν στη ζωή αυτό το απαράγραφτο δικαίωμα των λαών, αν δεν παραιτούνταν από το «δικαίωμα» λχ. πάνω στη Φιλανδία (1917), αν δεν απόσυραν τα στρατεύματα από τη Βόρεια Περσία (1917), αν δεν παραιτούνταν από τις αξιώσεις πάνω σε ορισμένο τμήμα τής Μογγολίας, τής Κίνας κλπ., κλπ.

Δε χωράει επίσης αμφιβολία πως αν η πολιτική των ιμπεριαλιστών, που καλύπτεται έντεχνα με τη σημαία τής αυτοδιάθεσης, σημειώνει τον τελευταίο καιρό στην Ανατολή τη μια αποτυχία πάνω στην άλλη, αυτό γίνεται ανάμεσα στα άλλα γιατί σκόνταψε εκεί στο εντεινόμενο απελευθερωτικό κίνημα που αναπτύχθηκε πάνω στο έδαφος τής ζύμωσης πού διεξάγεται στο πνεύμα τού συνθήματος για το δικαίωμα των λαών για κρατικό αποχωρισμό. Αυτό δεν το καταλαβαίνουν οι ήρωες τής 2ης και τής 2½ Διεθνούς πού βρίζουν με ζήλο το «Συμβούλιο δράσης και προπαγάνδας»[11] τού Μπακού για μερικά, όχι ουσιαστικά, λάθη του· αυτό όμως θα το καταλάβει ο καθένας που θα κάνει τον κόπο να γνωρίσει τη δράση τού παραπάνω «Συμβουλίου» στο διάστημα τού ενός χρόνου τής ύπαρξής του, καθώς και το απελευθερωτικό κίνημα των αποικιών τής Ασίας και τής Αφρικής στα τελευταία δυο-τρία χρόνια.

Το τρίτο σημείο είναι η αποκάλυψη της οργανικής σύνδεσης που υπάρχει ανάμεσα στο εθνικο-αποικιακό ζήτημα και στο ζήτημα τής εξουσίας τού κεφαλαίου, τής ανατροπής τού καπιταλισμού και τής διχτατορίας τού προλεταριάτου. Στην εποχή τής 2ης Διεθνούς το εθνικό ζήτημα, που το είχαν στενέψει υπερβολικά, το εξέταζαν συνήθως αυτό καθ’ εαυτό, χωρίς σύνδεση με την επερχόμενη προλεταριακή επανάσταση. Προϋπόθεταν σιωπηρά ότι το εθνικό ζήτημα. θα λυθεί «φυσιολογικά» πριν από την προλεταριακή επανάσταση με μια σειρά μεταρρυθμίσεις μέσα στα πλαίσια τού καπιταλισμού, ότι η προλεταριακή επανάσταση μπορεί να διεξαχθεί χωρίς τη ριζική λύση τού εθνικού ζητήματος και αντίστροφα ότι το εθνικό ζήτημα μπορεί να λυθεί χωρίς την ανατροπή τής εξουσίας τού κεφαλαίου, χωρίς τη νίκη τής προλεταριακής επανάστασης και πριν απ’ αυτήν. Αυτή η ιμπεριαλιστική στην ουσία αντίληψη των πραγμάτων διαπερνά σαν κόκκινη κλωστή τα γνωστά έργα τού Σπρίνγκερ και τού Μπάουερ για το εθνικό ζήτημα. Η τελευταία όμως δεκαετία έδειξε πόσο λαθεμένη και πόσο σάπια είναι αυτή η αντίληψη για το εθνικό ζήτημα. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος έδειξε και η επαναστατική πραχτική των τελευταίων χρόνων επιβεβαίωσε ακόμα μια φόρα ότι:

  1. το εθνικό και το αποικιακό ζήτημα δε μπορούν να χωριστούν από το ζήτημα τής απελευθέρωσης από την εξουσία τού κεφαλαίου·
  2. ο ιμπεριαλισμός (ανώτατη μορφή τού καπιταλισμού) δε μπορεί να υπάρχει χωρίς την πολιτική και οικονομική υποδούλωση των εθνών που δεν έχουν πλήρη δικαιώματα και των αποικιών·
  3. τα έθνη χωρίς πλήρη δικαιώματα και οι αποικίες δε μπορούν να απελευθερωθούν χωρίς την ανατροπή τής εξουσίας τού κεφαλαίου·
  4. η νίκη τού προλεταριάτου δε μπορεί να είναι σταθερή χωρίς την απελευθέρωση των εθνών που δεν έχουν πλήρη δικαιώματα και των αποικιών από το ζυγό τού ιμπεριαλισμού.

Αν η Ευρώπη και η Αμερική μπορούν να ονομαστούν μέτωπο, πεδίο των βασικών μαχών ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τον ιμπεριαλισμό, τα έθνη χωρίς πλήρη δικαιώματα και οι αποικίες με τις πρώτες τους ύλες, τα καύσιμα, τα τρόφιμα και τις τεράστιες εφεδρείες ανθρώπινου υλικού, πρέπει να θεωρούνται μετόπισθεν, εφεδρεία τού ιμπεριαλισμού. Για να κερδίσουμε στον πόλεμο, πρέπει όχι μόνο να νικήσουμε στο μέτωπο, αλλά και να επαναστατικοποιήσουμε τα μετόπισθεν τού εχθρού, τις εφεδρείες του. Γι’ αυτό η νίκη τής παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης μπορεί να θεωρείται εξασφαλισμένη μόνο στην περίπτωση που το προλεταριάτο θα κατορθώσει να συνδυάσει το δικό του επαναστατικό αγώνα με το απελευθερωτικό κίνημα των εργαζόμενων μαζών των εθνών που δεν έχουν πλήρη δικαιώματα και των αποικιών ενάντια στην εξουσία των ιμπεριαλιστών, για τη διχτατορία τού προλεταριάτου. Οι παράγοντες τής 2ης και τής 2½ Διεθνούς δεν πήραν υπόψη αυτή τη «λεπτομέρεια» όταν απέσπασαν το εθνικο-αποικιακό ζήτημα από το ζήτημα τής εξουσίας στην εποχή τής αναπτυσσόμενης προλεταριακής επανάστασης στη Δύση.

Το τέταρτο σημείο είναι το μπάσιμο ενός νέου στοιχείου στο εθνικό ζήτημα, τού στοιχείου τής ουσιαστικής (και όχι μόνο τής νομικής) εξίσωσης των εθνών (βοήθεια και συμπαράσταση στα καθυστερημένα έθνη για να ανυψωθούν ώς το πολιτιστικό και οικονομικό επίπεδο των προχωρημένων εθνών), που αποτελεί έναν από τους όρους για την αποκατάσταση αδελφικής συνεργασίας ανάμεσα στις εργαζόμενες μάζες των διαφόρων εθνών. Στην εποχή τής 2ης Διεθνούς περιορίζονταν συνήθως στη διακήρυξη τής «εθνικής ισοτιμίας». Στην καλύτερη περίπτωση δεν πήγαιναν πιο πέρα από τη διεκδίκηση να εφαρμοστεί στη ζωή μια τέτοια ισοτιμία. Η εθνική όμως ισοτιμία, που αυτή καθ’ εαυτή είναι μια πολύ σπουδαία πολιτική κατάχτηση, κινδυνεύει ωστόσο να μείνει κούφια φράση αν δεν υπάρχουν αρκετά μέσα και δυνατότητες για τη χρησιμοποίηση αυτού τού πολύ σημαντικού δικαιώματος. Δε χωράει αμφιβολία ότι οι εργαζόμενες μάζες των καθυστερημένων λαών δεν είναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν τα δικαιώματα πού τούς παραχωρούνται με την «εθνική ισοτιμία» στον ίδιο βαθμό πού μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν οι εργαζόμενες μάζες των προοδευμένων εθνών: γίνεται αισθητή η κληρονομημένη από το παρελθόν (πολιτιστική και οικονομική) καθυστέρηση μερικών εθνών, που δε μπορεί να εξαλειφθεί μέσα σε ένα δυο χρόνια. Το περιστατικό αυτό γίνεται αισθητό και στη Ρωσία, όπου μια ολόκληρη σειρά λαοί δεν πρόλαβαν να περάσουν από τον καπιταλισμό και μερικοί δε μπήκαν καθόλου στο στάδιο τού καπιταλισμού και δεν έχουν δικό τους προλεταριάτο, όπου παρ’ όλο που εφαρμόστηκε κιόλας πλήρης εθνική ισοτιμία, οι εργαζόμενες μάζες αυτών των εθνοτήτων δεν είναι σε θέση λόγω τής πολιτιστικής και οικονομικής τους καθυστέρησης να χρησιμοποιήσουν σε ικανοποιητικό βαθμό τα δικαιώματα που απόχτησαν. Το γεγονός αυτό θα γίνει ακόμα πιο αισθητό «την επομένη» τής νίκης τού προλεταριάτου στη Δύση, όταν θα παρουσιαστούν αναπόφευχτα στη σκηνή οι πολυάριθμες καθυστερημένες αποικίες και μισοαποικίες που βρίσκονται στις πιο διαφορετικές βαθμίδες ανάπτυξης. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο είναι απαραίτητο το νικηφόρο προλεταριάτο των προοδευμένων εθνών να δώσει βοήθεια, πραγματική και διαρκή βοήθεια στις εργαζόμενες μάζες των καθυστερημένων εθνών για την πολιτιστική και οικονομική τους ανάπτυξη, να τις βοηθήσει να ανέβουν σε ανώτερη βαθμίδα ανάπτυξης και να φτάσουν τα προχωρημένα έθνη. Χωρίς μια τέτοια βοήθεια είναι αδύνατο να οργανωθεί η ειρηνική συμβίωση και συνεργασία των εργαζομένων των διαφόρων εθνών και λαών σε μια ενιαία παγκόσμια οικονομία, πού είναι τόσο απαραίτητες για τον τελικό θρίαμβο τού σοσιαλισμού.

Απ’ αυτά όμως βγαίνει ότι δεν πρέπει να περιοριζόμαστε μόνο στην «εθνική ισοτιμία», ότι είναι απαραίτητο από την «εθνική ισοτιμία» να περάσουμε στα μέτρα για την ουσιαστική εξίσωση των εθνών, στην επεξεργασία και την εφαρμογή στη ζωή πραχτικών μέτρων:

  1. για τη μελέτη τής οικονομικής ζωής και τού πολιτισμού των καθυστερημένων εθνών και λαών·
  2. για την ανάπτυξη τού πολιτισμού τους·
  3. για την πολιτική τους διαφώτιση·
  4. για τη βαθμιαία και ανώδυνη προσαρμογή τους στις ανώτερες μορφές τής οικονομίας·
  5. για την οργάνωση τής οικονομικής συνεργασίας ανάμεσα στους εργαζόμενους των καθυστερημένων και των προοδευμένων εθνών.

Αυτά είναι τα τέσσερα βασικά σημεία, που χαρακτηρίζουν τη νέα τοποθέτηση τού εθνικού ζητήματος από τους ρώσους κομμουνιστές.

2 τού Μάη 1921
«Πράβντα», αρ. φύλλου 98,
8 τού Μάη 1921.
Υπογραφή: Ι. Στάλιν


[10] Η 2½ Διεθνής — «Διεθνής εργατική ένωση των σοσιαλιστικών κομμάτων» — ιδρύθηκε στη Βιέννη το Φλεβάρη τού 1921 στην ιδρυτική συνδιάσκεψη των κομμάτων και ομάδων τού κέντρου που κάτω από την πίεση των επαναστατικά διατεθειμένων εργατικών μαζών αποχώρησαν προσωρινά από τη 2η Διεθνή. Οι ηγέτες τής 2½ Διεθνούς (ο Φ. Άντλερ, ο Ο. Μπάουερ, ο Λ. Μάρτοφ κ.ά) κριτίκαραν στα λόγια τη 2η Διεθνή, ενώ στην πράξη ακολουθούσαν σ’ όλα τα βασικά ζητήματα τού προλεταριακού κινήματος οπορτουνιστική πολιτική και προσπαθούσαν να χρησιμοποιήσουν την ένωση που δημιούργησαν για να αντιδράσουν στην αυξανόμενη επιρροή των κομμουνιστών μέσα στις εργατικές μάζες. Το 1923 η 2½ Διεθνής ενώθηκε ξανά με τη 2η Διεθνή. —Σελ.56
[11] Το «Συμβούλιο δράσης και προπαγάνδας των λαών τής Ανατολής» δημιουργήθηκε με απόφαση τού 1ου Συνεδρίου των λαών τής Ανατολής, που έγινε στο Μπακού το Σεπτέμβρη τού 1920. Το Συμβούλιο έβαλε για σκοπό του την υποστήριξη και τη συνένωση τού απελευθερωτικού κινήματος τής Ανατολής· λειτούργησε περίπου ένα χρόνο. —Σελ.60

Advertisements

Advertisements