RSS

«Αναπαλαίωση»—A.Badiou

21 Οκτ.


Μια ακραία Δεξιά—A.Badiou
(Sarkozy pire que prévu. Les autres : prévoir le pire, σελ. 57-65)
[Να αντιπαραβληθεί με το κείμενο τής συνέντευξης τού Γ. Φίσερ (2004).
Και στα δύο κείμενα, η λέξη «συναίνεση» μπορεί να διαβαστεί και ως «συμβιβασμός»]

Πριν από πέντε χρόνια είχα παρατηρήσει ότι η εκλογή τού Σαρκοζί ανταποκρινόταν σε ό,τι ονόμαζα «υπερβατολογικό πετενισμό». Πολλοί αναγνώστες, είτε από απροσεξία είτε λόγω τού ότι είχαν καλούς λόγους να µε παρερµηνεύσουν, πίστεψαν ή έκαναν ότι πίστεψαν ότι συνέκρινα τον Σαρκοζί με τον Πετέν. Εύκολα λοιπόν θα μπορούσε κανείς για παράδειγμα να μου αντιτείνει ότι «είναι παραλογισµός να υπαινίσσεσαι ότι ο Σαρκοζί θα εκτοπίσει τους εβραίους ή ότι θα συμμαχήσει με τον εξωτερικό εχθρό!» Ή, γενικότερα, τι σχέση μπορεί να έχει ο μακαρίτης στρατάρχης τού πολέμου τού 1914-18 με τον λιμοκοντόρο ρουφιάνο που, πριν καλά-καλά κλείσει τα 25 του χρόνια, θρονιάστηκε στο δημαρχείο τού Νεϊγί, τού κόμβου τής διαπλοκής τού πλούτου με την εξουσία;

Όχι, δεν επρόκειτο για σύγκριση «προσωπικοτήτων». Σκοπός μου ήταν να αναφερθώ σε μια ιστορική μορφή συνείδησης, χαρακτηριστική για την ξεπεσμένη χώρα μας, που έχει την τάση να επανεμφανίζεται με νέο προσωπείο κάθε φορά που το αμυδρό προαίσθημα ενός κινδύνου, μιας κρίσης που πλησιάζει, κάνει τους ανθρώπους δεκτικούς στις υποδείξεις ενός τυχοδιώκτη που τους υπόσχεται την προστασία του και την παλινόρθωση τής παλιάς τάξης πραγμάτων. Όπου βρισκόταν κι όπου στεκόταν, ο Πετέν επαναλάμβανε το ίδιο τροπάρι, ότι η «ήττα» (στην πραγματικότητα μια αξιοθρήνητη, ασυγχώρητη συνθηκολόγηση, για την οποία ο ίδιος ήταν υπεύθυνος) οφειλόταν στα «ελαττώματα» και τις «αδυναμίες» των Γάλλων. Ο Πετέν ήταν όμως εκείνος που υπέγραψε την επονείδιστη συνθήκη ανακωχής, με την υπόσχεση ότι θα τους γλίτωνε από τον κόπο να συνεχίσουν τον πόλεμο, ενώ την ίδια στιγμή, μέσω ενός πραξικοπήματος που έφερε την άκρα δεξιά στην εξουσία, τους φόρτωνε τα βάρη τής «αποκατάστασης τής τάξης» και τής «ανόρθωσης» τής χώρας. Εκμεταλλευόμενος ένα βαθιά ριζωμένο χαρακτηριστικό τής εθνικής ιδιοσυγκρασίας και επαναλαμβάνοντας την ιστορία τού 1815 (εισβολή των συμμάχων και παλινόρθωση τής δυναστείας των Βουρβώνων) και τού 1870 (πρωσική εισβολή και συνθηκολόγηση των «ρεπουμπλικάνων»), ο Πετέν προσέφυγε συνειδητά σε ένα ήδη δοκιμασμένο τέχνασμα. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, τα συντηρητικά και φοβισμένα στρώματα τού πληθυσμού, κατατρυχόμενα από το φάντασμα τής επανάστασης, προτίμησαν να εμπιστευθούν τη μοίρα τους στον ξένο εισβολέα, στους στρατιωτικούς, στους πράκτορες τής πιο μαύρης αντίδρασης και στους ικανότερους των μηχανορράφων. Χρησιμοποιώντας τον όρο «υπερβατολογικό πετενισμό» θέλησα να περιγράψω αυτό το μείγμα φόβου, νομιμοφροσύνης, απελπισμένης επιθυμίας διάσωσης των κεκτημένων και τυφλής εμπιστοσύνης στο συνασπισμό ευκαιριακών τυχοδιωκτών και ανακυκλωμένων βετεράνων τής άκρας δεξιάς και να επισημάνω ότι ήταν ο παράγοντας που συνέβαλε καθοριστικά στην εκλογική νίκη τού Σαρκοζί.

Όσοι ανέρχονται στην εξουσία κάτω από αυτές τις υποκειμενικές συνθήκες θα διαγράψουν, είτε το θέλουν είτε όχι, μια πορεία συντηρητικής ριζοσπαστικοποίησης. Δεν είναι εκ των πραγμάτων σε θέση να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις που έδωσαν αφειδώς παρασυρμένοι από τον διακαή τους πόθο να πάρουν στα χέρια τους τον κρατικό μηχανισμό και να τον χρησιμοποιήσουν αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τής κλίκας τους. Αντί για τάξη και ενισχυμένη δημόσια ασφάλεια, επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες, σκληρή δουλειά, καταπολέμηση τής σπατάλης, σεβασμό των νέων απέναντι στους μεγαλύτερους, πειθαρχημένα σχολεία και ευπρεπισμένες γειτονιές, όργανα και υπηρεσίες που απολαύουν κρατικής προστασίας και συγκροτούνται από καλώς αμειβόμενα στελέχη κύρους — εν ολίγοις, αντί για τον ηθικό παράδεισο των προσβεβλημένων από «υπερβατολογικό πετενισμό» — θα συναντά κανείς διαρκώς το χάος τού παραλογισμού και τής ματαιοσπουδίας, την απατηλή λάμψη τού λάιφ στάιλ και τής γενικευμένης διαφθοράς, το ανεξέλεγκτο των δαπανών και των ελλειμμάτων, την αχαλίνωτη και μη αναστρέψιμη εξάπλωση τού καρκινώματος τής ανεργίας, την πανταχού παρούσα βία, προπαντός εκείνη τής αστυνομικής καταστολής, τις μηδενιστικές εξεγέρσεις τής νεολαίας, την καθολική αποτυχία τού εκπαιδευτικού συστήματος, αποδεκατισμένες, αναξιόπιστες και αναποτελεσματικές δημόσιες υπηρεσίες, ακόμα και αν πρόκειται για το δικαστικό σώμα ή τα σώματα αστυνόμευσης ή για οποιαδήποτε από τις λοιπές υπηρεσίες τού κράτους. Για τη συγκάλυψη μιας τέτοιας έκτασης πολιτικής λεηλασίας τού κράτους ο Σαρκοζί και η κλίκα του δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να καταφύγουν στο ρητορικό οπλοστάσιο τού ίδιου τού πετενισμού, επιρρίπτοντας όλη την ευθύνη στους «ξένους» ή στους φερόμενους ως «ξένους», στους φορείς «κατώτερων» πολιτισμών, στους «διανοούμενους που έχουν αποκοπεί από την πραγματικότητα», στους ψυχικά ασθενείς, στους καθ’ έξιν παραβάτες, στους ανήλικους με γενετική προδιάθεση προς την παραβατικότητα, στα άτομα χωρίς μόνιμη κατοικία, στους γονείς των λαϊκών οικογενειών που ασκούν πλημμελώς τα καθήκοντά τους τής γονικής μέριμνας. Κι έτσι εξηγείται η θέσπιση μιας σειρά πρωτοφανών και εγκληματικών νόμων σε σχέση με τα πιο εκτεθειμένα και εξαθλιωμένα στρώματα τού πληθυσμού, είτε πρόκειται για τους αλλοδαπούς εργάτες και τους μακροχρόνιους άνεργους, είτε για τους αφημένους στην τύχη τους ψυχωτικούς ασθενείς και τους εγκλείστους στις φυλακές, είτε, τέλος, για τους γέρους στα γηροκομεία ή τα παιδιά που προέρχονται από διαλυμένες οικογένειες. Είχαμε επίσης την τύχη να ζήσουμε το αισχρό φαινόμενο τής εξάπλωσης ταυτοτικών στερεοτύπων (οι «αληθινοί» Γάλλοι, η χριστιανική ταυτότητα τής Ευρώπης, οι «φυσιολογικοί» άνθρωποι κ.ο.κ.), πέρα από το γνωστό χείμαρρο ύβρεων κατά των διανοουμένων που παράγουν στείρα γνώση. Στα ανωτέρω πρέπει να προσθέσουμε και την στενή εποπτεία των εφημερίδων και των τηλεοπτικών προγραμμάτων στο πλαίσιο μιας προσπάθειας σταδιακής φίμωσης και διαφθοράς τους με σκοπό να αποτραπεί οριστικά η δημοσιοποίηση και η δίκαιη καταδίκη των παρανομιών τής εξουσίας. Προκειμένου να συγκαλύψει τον ρόλο της ως ουραγού των αμερικανικών ιμπεριαλιστικών συμφερόντων στο πεδίο τής εξωτερικής πολιτικής και να στρέψει την προσοχή μακριά από το ζήτημα τής απαράδεκτης συμμετοχής τής Γαλλίας στον αμερικανικό πόλεμο στο Αφγανιστάν, η κυβέρνηση Σαρκοζί επιδόθηκε σε επιδείξεις πυγμής, άλλοτε με ευτράπελες (—«διαμεσολάβηση» Σαρκοζί μεταξύ Ρωσίας και Γεωργίας) και άλλοτε με αποκρουστικές συνέπειες (—καμπάνια βομβαρδισμών στη Λιβύη και παράδοση τής εξουσίας στα χέρια αντιμαχόμενων ένοπλων συμμοριών, με μόνη δικαιολογία την πετρελαϊκή λεηλασία τής χώρας προς όφελος των συμμάχων).

Είναι προφανές ότι όλα αυτά σκιαγραφούν μια κατάσταση όπου η κλασσική γαλλική δεξιά, για την οποία η εκλογική νίκη τού Σαρκοζί σήμανε την πλήρη απελευθέρωσή της από τα κατάλοιπα τού γκολισμού, τείνει να εμφανιστεί ως ριζοσπαστικό υβρίδιο που συνδυάζει το στοιχείο τής ιδιοποίησης τού κράτους από μια πολιτική καμαρίλα που διατηρεί άμεσους δεσμούς με την ντόπια πλουτοκρατία και τις παγκόσμιες ελίτ με μια υπεραντιδραστική προπαγανδιστική ρητορεία που έχει ως κέντρο βάρους της την ρατσιστική ξενοφοβία.

Θα έλεγε, λοιπόν, κανείς ότι σύμφωνα με την τυπολογία που πρότεινα ανωτέρω η συντηρητική έκφανση τής «κοινοβουλευτικής συναίνεσης» τείνει να συσπειρωθεί πίσω από το ακροδεξιό φασιστοειδές τμήμα της. Θα μπορούσε άραγε κανείς να ισχυριστεί το αντίθετο, ότι δηλαδή συντελέστηκε μια στροφή προς τα αριστερά, δεδομένου τού ότι κάποιες προσωπικότητες τού ρεφορμιστικού πόλου τής συναίνεσης μεταπήδησαν στο στρατόπεδο τού Σαρκοζί; Βεβαίως και όχι! Οι τυχοδιωκτικές περιπέτειες τού Κουσνέρ, τού Μπεσόν, τού Μποκέλ, τού [Φρεντερίκ] Μιτεράν (τού Υπουργείου Πολιτισμού), τα ανοίγματα προς τους Ροκάρ και Λανγκ, τα αντιδραστικά «πολυπολιτισμικά» τερτίπια με την υπουργοποίηση τής Ράμα Γιαντ ή τής Φαντελά Αμαρά, ή και τα κολλητιλίκια με πρώην μαοϊκούς διανοούμενους, όπως, για παράδειγμα, τον Αντρέ Γκλυκσμάν, δεν μπορούν επ’ ουδενί να θεωρηθούν ως «προοδευτικές» εκκεντρικότητες, αλλά παραπέμπουν σ’ ένα σημαντικό χαρακτηριστικό γνώρισμα τού υπερβατολογικού πετενισμού: την προσέλκυση στο πλευρό τής άκρας δεξιάς πρώην ρεφορμιστών ή/και επαναστατών, όπως ήταν ο Ντεά και ο Ντοριό, οι οποίοι, με την ευκαιρία τής ανόδου στην εξουσία ενός χαρισματικού τυχοδιώκτη ή ενός υψηλόβαθμου στρατιωτικού, χρησιμοποιούν τη σωτηρία τού Γαλλικού Κράτους ως προπέτασμα καπνού για να καλυφθεί η εκούσια αποστασία τους από τις γραμμές τού αγώνα. Στην πραγματικότητα, οι συμμείξεις αυτές σκιαγραφούν τη μορφή μιας «υπερκομματικής» εξουσίας, η οποία είχε ανέκαθεν την έννοια τής διάρρηξης τής κοινοβουλευτικής συναίνεσης, προκειμένου να νομιμοποιηθούν πολιτικά λύσεις «τεχνοκρατικής» διακυβέρνησης, όπου η άκρα δεξιά θα συνεργάζεται ειρηνικά με κάθε λογής απομεινάρια τού ναυαγίου τής κυβερνητικής εναλλαγής των συντηρητικών και ρεφορμιστικών δυνάμεων.

Δεν ισχυρίζομαι ότι ο Σαρκοζί κατάφερε να υλοποιήσει το πρόγραμμα αυτό, αλλά απλώς ότι είναι ένας ο πολιτικός, ο οποίος — ακολουθώντας με συνέπεια τα βήματα τού Μιτεράν που, όπως είναι γνωστό, έδωσε τη χαριστική βολή στο ΚΚΓ — συνέβαλε καθοριστικά στην ανατροπή βασικών παραμέτρων τού κοινοβουλευτικού συστήματος, όπως αυτές προέκυψαν από την ιστορική εμπειρία τής Αντίστασης, μέσω τής κατεδάφισης και των τελευταίων υπολειμμάτων τού γκολισμού και που, ως εκ τούτου, δεν μπορεί παρά να επιθυμεί να απαλλαγεί το συντομότερο δυνατό από τα βαρίδια τής συναίνεσης ως θεμελιακής προϋπόθεσης τής εύρυθμης λειτουργίας τού κοινοβουλευτισμού. Και καθώς, στα δεξιά τού Σαρκοζί, η Μαρίν Λεπέν ακονίζει ήδη τα νύχια της για τον επόμενο γύρο, έτοιμη να σηκώσει τη σημαία ενός εκσυγχρονισμένου — φεμινιστικού και εκκοσμικευμένου — πετενισμού, μοιάζει πλέον αναπόφευκτη η διολίσθηση προς την ακροδεξιά όλων όσων πήραν μέρος στο σαρκοζικό πατιρντί.

Ως αντίβαρο στο ενδεχόμενο αυτό, η «αριστερά» συγκεντρώνει τις δειλές ελπίδες ενός πλήθους ανθρώπων και ιδιαιτέρως των διανοουμένων, οι οποίοι νιώθουν να ξεβολεύονται, καθώς η επιθετική αντιδραστικότητα τής άκρας δεξιάς απειλεί την κυκλοφορία — υπό τον αθώο τίτλο «άκρα αριστερά» — των «εμπρηστικών» «κριτικών» απόψεων τους στον διαλογικό χώρο τής κοινοβουλευτικής συναίνεσης. Χρησιμοποίησα εσκεμμένα τη λέξη «αθώος», διότι, με την εξαίρεση ελαχίστων περιπτώσεων, έχουμε να κάνουμε με διανοούμενους που δεν αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο διώξεων, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι πολλοί από αυτούς έχουν ήδη αναλάβει ή προσδοκούν να αναλάβουν υπουργικούς θώκους. Εκτός αυτού, πρόκειται για άτομα που δεν ενοχλούν σχεδόν κανέναν, εφόσον, όπως φαίνεται, δεν είναι διατεθειμένοι να τα βάλουν στα σοβαρά με το μείζον κακό που ενσαρκώνει ο Σαρκοζί — με άλλα λόγια, να τοποθετηθούν ξεκάθαρα στα ζητήματα των ταυτοτικών διώξεων των εργατών αφρικανικής καταγωγής, των κατασταλτικών διώξεων σε βάρος τής λαϊκής νεολαίας και των πολεμικών νεοαποικιακών εκστρατειών.

Ας περιοριστούμε να πούμε ότι ο αντισαρκοζισμός τής αριστεράς δεν είναι πάρα μια απεγνωσμένη προσπάθεια υπεράσπισης τής συναινετικής δομής τού κοινοβουλευτικού πολιτικού συστήματος που τίθεται σε κίνδυνο από τη δυναμική εμφάνιση μιας νέας δεξιάς, η οποία θέλει να ξεμπερδέψει μια ώρα αρχύτερα με την παλιά συναίνεση, μιας — απενοχοποιημένης, πλέον — δεξιάς που, ενόσω παρέμενε στο πλαίσιο τής εν λόγω συναίνεσης, είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει για παράδειγμα ότι, ενώ η κυβέρνηση Ζιπέ-Σιράκ απέτυχε να περάσει από τη Βουλή την αντιδημοφιλή μεταρρύθμιση τού συνταξιοδοτικού συστήματος, ο Σαρκοζί, με τη συνέργεια και την ανοχή πολιτικών κάθε απόχρωσης, τα κατάφερε ξεπερνώντας αυτού τού είδους τους ενδοιασμούς. Το ερώτημα, λοιπόν, που καίει τα φασιστοειδή τής νέας εξτρεμιστικής δεξιάς είναι αν μπορούν να τελειώνουν μια και καλή με την αριστερά. Αυτό, άλλωστε, επιδιώκουν να αποφύγουν οι ψηφοφόροι τής αριστεράς, όταν μας καλούν να εκπαραθυρώσουμε τον Σαρκοζί: έχοντας εγκαταλείψει προ πολλού κάθε αυτόνομο πολιτικό σχέδιο, επιθυμούν πάση θυσία να προστατεύσουν την παλιά συναίνεση, που αποτελεί πλέον τον μόνο λόγο ύπαρξής τους. Η «αριστερά» έχει απόλυτη ανάγκη μιας δεξιάς τής συναίνεσης. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο καλείται σήμερα να υποδυθεί και τους δύο ρόλους, συνδυάζοντας έτσι τις λειτουργίες τού συντηρητικού με αυτές τού ρεφορμιστικού μπλοκ εξουσίας. Ο Ολάντ είναι εκείνος στον οποίον έλαχε ο κλήρος τής κοινοβουλευτικής αυτής σχιζοφρένειας. Στο πρόσωπό του ενσαρκώνει μια αριστερά τής δεξιάς ή μια δεξιά τής αριστεράς — λίγη σημασία έχουν οι όροι. Ο Ολάντ προορίζεται να γίνει ο ενσαρκωτής τού ιστορικού συμβιβασμού, ο ενσαρκωτής τής πολυκαιρισμένης αγαθής πολιτικής βούλησης τού Κράτους.

Στην πραγματικότητα, ο Σαρκοζί έδωσε ήδη με αδρές γραμμές το περίγραμμα μιας γαλλικής εξουσίας αντίστοιχης με τις ανάγκες μιας εποχής γενικευμένης κρίσης των παλαιών δυνάμεων τής Δύσης. Η κοινοβουλευτική συναίνεση, ακόμα και υπό τη μορφή που έλαβε μετά τη ρελάνς Ολάντ, δεν μπορεί να συγκαλύπτει συνεχώς το γεγονός ότι η κρίση είναι πραγματική, ότι η περίοδος τής παντοδυναμίας τής δύσης, που έφτασε στο απόγειο τής ακμής τη μακρά εποχή τής ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας, ανήκει στο παρελθόν. Εάν η λέξη «Γαλλία» μπορεί να έχει ακόμη κάποιο νόημα, το νόημα αυτό δεν εντοπίζεται ούτε στον φασιστοειδή εκφυλισμό τής δεξιάς, αλλά ούτε βεβαίως και στη διάχυτη και γενικευμένη δεξιοποίηση τής αριστεράς. Η μόνη μας διέξοδος είναι να επιτελέσουμε για μια ακόμη φορά τη λαμπρή αποστολή που κάποιες φορές στο παρελθόν κληθήκαμε να αναλάβουμε και εκπληρώσαμε επιτυχώς: να επινοήσουμε νέες, θεωρητικές και πρακτικές μορφές εκδίπλωσης και καθολικής έκφρασης τής χειραφετικής ιδέας.

Advertisements
 
Σχολιάστε

Posted by στο 21/10/2012 in «Αριστερά», Κράτος

 

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s