RSS

Λεόν Μπλουμ — Annie Lacroix-Riz

09 Δεκ.

Λεόν Μπλουμ και η πρακτική τής εξουσίας — Annie Lacroix-Riz [pdf]
(Léon Blum et la pratique du pouvoir, 1936, 1946)

Ο Λεόν Μπλουμ, εικονική μορφή τού SFIO[i] και τού διάδοχου σχήματός του, τού σοσιαλιστικού κόμματος, ανήκει στο στρατόπεδο τής αλλαγής ή σε αυτό τού κοινωνικοοικονομικού και πολιτικού κατεστημένου; [Κατά πόσο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα η αντίληψη που τον θέλει] «πολιτικό τής ανατροπής», που υποχρεώθηκε να παραιτηθεί από τον στόχο τής «κατάκτησης τής εξουσίας» κάτω από την πίεση αντίπαλων δυνάμεων και να αρκεστεί απλώς στη «νομή τής εξουσίας»; Ο Λεόν Μπλουμ, καλλιεργημένο μέλος τής μεσοαστικής τάξης, συγκαταλέχθηκε στις τάξεις τής αριστεράς, όταν συμπαρατάχθηκε με τους υποστηρικτές τού Ντρέιφους. Η στάση του την περίοδο μετά το 1914 τον κατέταξε στη δεξιά πτέρυγα τής αριστεράς, στην «αριστερά» τής Ιερής Ένωσης, θέση που διατήρησε επάξια και κατά την μεταπολεμική περίοδο. Τον Δεκέμβριο τού 1920, ανέλαβε να γίνει ο ενσαρκωτής τής «παλιάς σχολής» σοσιαλδημοκρατίας, που ήταν πλήρως αντίθετη προς το εγχείρημα των μπολσεβίκων, τους οποίους ο ίδιος δεν έπαψε σε όλη του τη ζωή να αντιμετωπίζει με εχθρότητα — εχθρότητα που, όπως ισχυρίζονται οι βιογράφοι του, μεταξύ των οποίων και ο Ίλαν Γκράιλσαμερ, πήγαζε από έναν «κριτικό προβληματισμό ηθικού χαρακτήρα». Η νοοτροπία του αυτή χρωμάτισε και την μεταγενέστερη πορεία του, όταν ανέλαβε την πολιτική διεύθυνση τής εφημερίδας τού SFIO, Le Populaire, θέση που του εμπιστεύθηκε το κόμμα μετά τη διάσπαση, μετατρέποντάς την έτσι σε βήμα διακίνησης αντιμπολσεβίκικων ιδεών. Απόδειξη τής ίδιας νοοτροπίας ήταν και η διάκριση που εισήγαγε το 1926 μεταξύ «κατάληψης» και «νομής» τής εξουσίας — αναβίωση με νέους όρους τής παλιάς διαμάχης μεταξύ «επανάστασης» και «αφοσίωσης στο καπιταλιστικό σύστημα» — όπως επίσης και η μεταγενέστερη υποστήριξή του στο εγχείρημα τής «κρατικής μεταρρύθμισης» σε πλήρη εναρμόνιση με τις επιδιώξεις εκείνων που κρατούσαν τα ηνία τής γαλλικής οικονομίας και κοινωνίας.[1] Ανεξάρτητα από τους κραδασμούς και τις κρίσεις που σημάδεψαν τη ζωή τής σοβιετικής Ρωσίας (και κατόπιν τής ΕΣΣΔ), το αντιμπολσεβίκικο πάθος του δεν περίμενε τον θρίαμβο τού Στάλιν για να εκδηλωθεί.

Παρ’ όλ’ αυτά, μετατράπηκε σε σύμβολο τής αριστεράς, όταν, έχοντας αναδειχθεί στις εκλογές τού ’36 επικεφαλής τού γαλλικού κράτους και ερχόμενος αντιμέτωπος με τις μεγαλύτερες εργατικές απεργίες στην ιστορία τής Γαλλίας, υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει τα αιτήματα των εργαζομένων και να προβεί σε κοινωνικές παραχωρήσεις ανάλογες με την έκταση των κινητοποιήσεων. Εκτός απ’ αυτή τη «θετική» ένδειξη, δύο τουλάχιστον «αρνητικές» ενδείξεις τον κατατάσσουν στο στρατόπεδο τής αριστεράς. 1° Αποτέλεσε το αντικείμενο τού ανοιχτού και παθολογικού μίσους μιας αποχαλινωμένης δεξιάς, η οποία, κατά τη δεκαετία τού 1930, απέρριψε την κληρονομιά τού Διαφωτισμού και μεταπήδησε στο άρμα ενός λυσσαλέου αντισημιτισμού: ο δημόσιος διασυρμός «τού εβραίου Μπλουμ» αρκούσε για να αποδείξει ότι δεν ανήκε στο στρατόπεδο των ισχυρών. Η εξαιρετική βιαιότητα τής αντισημιτικής επίθεσης τής οποίας έγινε στόχος διέλυσε τις όποιες υποψίες περί «μετριοπάθειας» που προκάλεσαν οι πολιτικές του επιλογές από τις αρχές ήδη τού 20ού αιώνα. Αφότου μάλιστα η δεξιά, σύμπασα, εξίσωσε τη συμφωνία τής Ματινιόν με τον «κόκκινο κίνδυνο», η κατηγορία τής υπόθαλψης των ταραχών ήρθε να προσθέσει την τελική πινελιά στο πορτρέτο τού «ριζοσπάστη» Μπλουμ.

2° Παρά το γεγονός ότι έχει καθιερωθεί στην κοινή συνείδηση ως ο κατεξοχήν εκφραστής τού κοινωνικού προοδευτισμού τής διετίας 1936-1937, ωστόσο, είτε πρόκειται για το δημόσιο είτε για τον ιδιωτικό του βίο, η περίοδος τής πρώτης θητείας του ως επικεφαλής τού υπουργικού συμβουλίου, όπως εξάλλου και αυτή τής διετίας 1946-1947, δεν συνδέθηκε με κανένα θετικό επίτευγμα στο πεδίο τής αντιφασιστικής ή τής εν γένει αριστερής πολιτικής. Ο ίδιος ωστόσο κατέβαλε ιδιαίτερη προσπάθεια προκειμένου να κατασκευάσει για τον εαυτό του το πορτραίτο ενός κατατρεγμένου πολιτικού τής αριστεράς που υποχρεώθηκε κάτω από την πίεση εξαιρετικά αντίξοων συνθηκών να απαρνηθεί τις ειλικρινείς δεσμεύσεις του για βαθιές μεταρρυθμίσεις, όπως επίσης και τη διεθνιστική του ιδεολογία: — ανήμπορος, καταβεβλημένος, συντετριμμένος από τις ενοχές του για το γεγονός ότι υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει στη μοίρα της τη δημοκρατική Ισπανία, αλλά και για το ότι είδε με «κρυφή ανακούφιση» να επιφυλάσσεται η ίδια μοίρα στην Τσεχοσλοβακία· αναγκασμένος εκ των πραγμάτων να επιλέξει, κατά τη μεταπολεμική περίοδο, έναν «τρίτο δρόμο» ανάμεσα στα δύο αντικρουόμενα μοντέλα τού αμερικανικού καπιταλισμού και τού σοβιετικού ολοκληρωτισμού, ή ακόμα να προτείνει στους εργαζόμενους να συμβιβαστούν με τα σκληρά μέτρα τής μεταπολεμικής ανασυγκρότησης, όπως άλλωστε έκανε και το 1937, όταν υπέκυψε ξανά στις πιέσεις προκειμένου να συναινέσει με τις προτάσεις τής τότε κυβέρνησης για «πάγωμα» των μεταρρυθμίσεων.

Τα αρχεία όμως αποκαλύπτουν μια εικόνα διαφορετική από εκείνη τού μύθου που περιβάλλει τον δημόσιο και ιδιωτικό βίο τού Μπλουμ και δίνουν την εντύπωση ότι ο άνδρας που κλήθηκε να αναλάβει τις τύχες τού SFIO και τής επίσημης εφημερίδας τού κόμματος ήταν ένας «κλασικός» πολιτικός που καλλιεργούσε στενότερους δεσμούς με τους «από πάνω» παρά με τους «από κάτω». Η ανάδειξη αυτής τής πτυχής τού πολιτικού του βίου προϋποθέτει την απόρριψη τού συναισθηματικού εκβιασμού που συνδέει κάθε προσπάθεια κριτικής εξέτασης των σχέσεων που αυτός διατηρούσε με τα προνομιούχα στρώματα[2] με ρητές ή σιωπηρές αντισημιτικές προκαταλήψεις τού ερευνητή. Η μελέτη των αρχειακών κειμένων επιτρέπει την απόρριψη τού μοντέλου, ή μάλλον την άρση τού ισχυρού ταμπού, που επέβαλε η Ανί Κριγκέλ, όταν ισχυρίστηκε, το 1966, ότι ο αντισημιτισμός ήταν το πραγματικό κίνητρο τής λυσσαλέας εναντίωσης που εκδήλωσε στο πρόσωπο τού Μπλουμ το ΓΚΚ (— το παλιό κόμμα τής ιστορικού, με το οποίο, όπως φαίνεται, είχε πάντοτε ανοιχτούς λογαριασμούς).

Λεόν Μπλουμ, αρχηγός μιας αριστεράς συντηρητικής μέχρι το μεδούλι

Ο Λεόν Μπλουμ ανήκε στην αστική τάξη ή, για να ακριβολογούμε, στη μεγαλοαστική τάξη, κρίνοντας με βάση κυρίως το ύψος των εισοδημάτων του — μόνιμη επωδός των αστυνομικών εκθέσεων που επ’ ουδενί δεν πρέπει να απορριφθούν εκ των προτέρων ως κακόβουλες: η RG[ii] είχε επιφορτιστεί με τη συγκέντρωση αυτού τού τύπου πληροφοριών για όλους τους πολιτικούς και, για πολλούς εξ αυτών, συμπεριλαμβανομένων εδώ και πολιτικών από τον χώρο τής Αριστεράς, είχε διαπιστώσει την ύπαρξη πηγών πλουτισμού και εισοδημάτων, το εύρος των οποίων δεν φαντάζονταν καν οι ψηφοφόροι τους. Όσον αφορά την κατηγορία «περιουσιακή κατάσταση», μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι οι στερεότυπα επαναλαμβανόμενες εκφράσεις «μηδενική» ή «ζει από το προϊόν τής εργασίας του» χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά και μόνο για μέλη τής κομμουνιστικής αριστεράς.[3] Το υψηλό επίπεδο πλούτου πρέπει να θεωρηθεί ως στοιχείο που συνέτεινε στην ευθυγράμμιση τής εν γένει συμπεριφοράς τού Μπλουμ με αυτή των κυρίαρχων τάξεων — πράγμα που ισχύει και όσον αφορά την εξαγωγή κεφαλαίων στην Ελβετία, αν βεβαίως υπήρχε βασιμότητα στις φήμες που κυκλοφορούσαν τον Ιούνιο τού 1932 και οι οποίες είχαν ξεκινήσει από «κάποιο τμήμα τής Τράπεζας τής Γαλλίας».[4]

Ο γενικός διευθυντής τής Populaire διατηρούσε στενές σχέσεις με το μεγάλο κεφάλαιο, εξασφαλίζοντας έτσι την εύθραυστη επιβίωση τής εφημερίδας του μέσω πλούσιων «άδηλων χορηγιών». Όταν το 1928 επέλεξε τον Λιντοβίκ-Οσκάρ «Φροσάρ για τη θέση τού επικεφαλής συντάκτη» τής Populaire, το «σημαντικό αυτό αξίωμα» δεν αποτέλεσε την επισφράγιση τής επιστροφής τού ασώτου Φροσάρ στους κόλπους τού κόμματος, όπως διατείνεται ο βιογράφος τού Μπλουμ [5]: ο τέως κομμουνιστής ηγέτης, που προσχώρησε το 1924 στις τάξεις τού SFIO, λογοδοτούσε — μεταξύ άλλων — σε μια «ομάδα μαρτινικανών βιομηχάνων», οι οποίοι τον έχρισαν «υποψήφιο για την έδρα τής Μαρτινίκα»· «ο Λεόν Μπλουμ έκανε τα αδύνατα δυνατά για να πείσει τους φίλους του να αποδεχτούν την επιλογή του, […] φτάνοντας μάλιστα σε σημείο να απειλήσει με αποχώρηση από το κόμμα.»[6] Λόγω τής κοινωνικής του προέλευσης και τού κύκλου των γνωριμιών που απέκτησε κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Ελεύθερη Σχολή Πολιτικών Επιστηµών, αφού προηγουμένως είχε φοιτήσει για μικρό διάστημα στην Ανωτάτη Σχολή Εκπαιδευτικών, ήταν φυσικό ο λαμπρός αυτός διανοούμενος να αναπτύξει δεσμούς φιλίας με άτομα από τα ανώτατα στρώματα τής κυβερνώσας ελίτ και όχι με τον απλό κοσμάκη. Ανάμεσα στους φίλους ή στις γνωριμίες τού συμβούλου τής επικρατείας συγκαταλέγονταν και οι οικονομικοί επιθεωρητές τού κράτους, που διακρίνονταν για την ανεπτυγμένη αίσθηση τού ατομικού συμφέροντος και τον μανιώδη τους αντιμπολσεβικισμό. Από τη μακρά λίστα θα αναφέρω δύο μόνο ονόματα: τον Φιλίπ Μπερτελό, ο οποίος ήταν γενικός διευθυντής στο Και Ντ’ Ορσαί,[iii] ο ιθύνων νους τής αποτυχημένης απόπειρας ένοπλης επέμβασης για την κατάπνιξη τής μπολσεβίκικης επανάστασης και, στη συνέχεια, τής πολιτικής δημιουργίας ενός «υγειονομικού κλοιού»[7] γύρω από τη Ρωσία και μεγαλοκερδοσκόπος αναμεμειγμένος στο σκάνδαλο τής Τράπεζας τής Κίνας, τον οποίον όμως ο Λεόν Μπλουμ — λόγω ελλιπούς ενημέρωσης ή ίσως λόγω υπερβολικής επιείκειας (όπως τουλάχιστον μας διαβεβαιώνει ο Ιλάν Γκραϊλσάμερ) — έσπευσε να απαλλάξει από κάθε ευθύνη, αποδίδοντας τις καταγγελίες σε βάρος τού «φίλου του … για συμμετοχή στο σκάνδαλο»[8] σε «κρυφές έριδες και συσσωρευμένα προσωπικά μίση»·[9] και τον Πολ Μποντουέν, ο οποίος, αφού υπηρέτησε ως ανώτερος δημόσιος υπάλληλος και ως πρόεδρος τής Τράπεζας τής Ινδοκίνας με τις ευλογίες τής Δημοκρατίας, μεταστράφηκε στον φασισμό αναλαμβάνοντας ενεργό ρόλο στις προετοιμασίες για την εγκαθίδρυση τού καθεστώτος τού Βισύ. Άνθρωπος-κλειδί τής συναρχίας, αυτός ο «ευφραδής δανδής», ο οποίος, στις τελευταίες μέρες τής Δημοκρατίας, μεταπήδησε εν μία νυκτί στο στρατόπεδο των πιο βαμμένων αγγλοφοβικών και που ο Κάμπελ, ο τελευταίος πρέσβης τής Αγγλίας στην Γαλλία τής Τρίτης Δημοκρατίας, τον έβρισκε «μοχθηρό και απαίσιο», δεν έπαψε να προκαλεί τον θαυμασμό τού Μπλουμ. Έχοντας προωθήσει τον διορισμό του στο υπουργείο των οικονομικών, αναγκαίο σκαλοπάτι για την τραπεζική του καριέρα, ο Μπλουμ, ακόμη και «τον Απρίλιο τού 1940», εμφανιζόταν «κατενθουσιασμένος» με τον διαβόητο φασίστα, μη διστάζοντας να δηλώσει ότι: «Ο Μποντουέν είναι η προσωποποίηση τού πολιτικού και ο Ντε Γκολ τού στρατιωτικού δυναμισμού!»[10]. Χρειάστηκε να περιμένει την ψηφοφορία τής 10 Ιουλίου τού 1940 για την ανάθεση «πλήρων εξουσιών» στον Πετέν για να παραδεχτεί ότι «κανείς δεν θα μπορούσε να του έχει πλέον εμπιστοσύνη, από τη στιγμή που άλλαξε τόσο γρήγορα γνώμη και, ενώ χθες δήλωνε αγγλόφιλος, σήμερα στρέφει την εξωτερική πολιτική τής χώρας προς γερμανόφιλη κατεύθυνση» [11].

Και μπορεί μεν ο ντρεϊφουσικός σύμβουλος τής επικρατείας να σκανδάλισε τον περίγυρό του με τις κάποιες παρατολμίες του στο πεδίο τής κουλτούρας, απέδειξε ωστόσο την αξιοπιστία του, όταν κλήθηκε να στηρίξει το πρόγραμμα «μεταρρύθμισης τού κράτους»: προσχώρησε έτσι στην ομάδα εκείνων που την περίοδο τού Μεσοπολέμου απέρριπταν ως απαράδεκτα τόσο το καθεστώς τού κοινοβουλευτικού ελέγχου όσο και την αντίστοιχη δυναμική των λαϊκών αντιδράσεων, αλλά κατάφερε να συσκοτίσει τη σημασία τής συμπαράταξής του με τη δικτατορία των ελίτ επενδύοντάς την με αριστερό επίχρισμα — την περίφημη διάκριση μεταξύ νομής και κατάληψης τής εξουσίας. Εφόσον αντιμετώπιζε με φρίκη την προοπτική τής κατάληψης τής εξουσίας, δεν μπορούσε παρά να μείνει ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών τού Απριλίου-Μαΐου 1936. Ωστόσο, ούτε η άνοδος τού Μπλουμ στην πρωθυπουργία, ούτε η παρουσία τού Εριό ως επικεφαλής τού αριστερού συνασπισμού,[iv] προκαλούσαν ανησυχία σε εκείνους που, στην πραγματικότητα, κρατούσαν τα ηνία τής χώρας. Η κοινωνικοπολιτική μετριοπάθεια τού Μπλουμ, όπως άλλωστε και τού υπουργού του των οικονομικών Βενσάν Οριόλ, ήταν γνωστή τοις πάσι. Επιπλέον, ο Μπλουμ, όπως ακριβώς και ο ριζοσπάστης νικητής των εκλογών τού Μαΐου τού 1924,[v] δεν είχε καμία πρόθεση να αμφισβητήσει την κηδεμονία επί τής οικονομίας τής χώρας, που ασκούσε η Τράπεζα τής Γαλλίας με τη συνδρομή τού Υπουργείου των Οικονομικών — για να μην αναφερθούμε εδώ στον ρόλο των άλλων οχυρών τού κεφαλαίου.

Όπως άλλωστε και όλοι οι προκάτοχοί τους, είτε αυτοί προέρχονταν από την αριστερά (1924) ή από την δεξιά, ο μελλοντικός πρωθυπουργός από κοινού με τον Οριόλ — και πριν ακόμη από την ανάδειξη τής νέας κυβέρνησης — έγιναν αποδέκτες των αποπληθωριστικών εντολών τής Τράπεζας τής Γαλλίας. Κατά τη συνήθη πρακτική, οι εντολές αυτές τους διαβιβάστηκαν μέσα στον Μάιο από τον Ροτσίλντ και τον Βεντέλ,[12] οι οποίοι, όπως παρατηρεί την επαύριο τού δεύτερου γύρου ένας «νεοσύλλεκτος τής RG», δεν είχαν κανένα λόγο να ανησυχούν: «Στους χρηματιστικούς κύκλους κυκλοφορούν φήμες ότι οι κ.κ. Λεόν Μπλουμ και Βενσάν Οριόλ συσκέπτονται συχνά με τους χρηματοοικονομικούς συμβούλους τής Τράπεζας τής Βασιλείας, στους οποίους, όπως λέγεται, υπέβαλαν προσφάτως τις προτάσεις και τα σχέδια που σκοπεύουν να παρουσιάσουν στη νέα Βουλή» με τη δικαιολογία ότι «οι γνώμες [αυτών των τελευταίων] ήταν απαλλαγμένες από πολιτική επιρροή και προσωπικές μεροληψίες».[13] Τα «μη πολιτικά» αυτά στελέχη δεν ήταν άλλοι από τους διοικητές τής Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, τής ομάδας των κεντρικών τραπεζών που έδρευε στη Βασιλεία, απολάμβανε καθεστώς φορολογικής ασυλίας και είχε δημιουργηθεί από τις ΗΠΑ στο πλαίσιο τού σχεδίου Γιανγκ, προκειμένου να εξασφαλιστεί η καλύτερη διαχείριση των κοινών (τ.έ. τής κοινής πολιτικής τού αποπληθωρισμού των μισθών) ή των αποκλινόντων (τ.έ. τού μεγαλύτερου μέρος των υπόλοιπων) συμφερόντων των ισχυρότερων ανταγωνιστών-συμμάχων τής υφηλίου. Από γαλλικής πλευράς, επρόκειτο για εκπροσώπους τής Τράπεζας τής Γαλλίας, μεταξύ αυτών και τού γενικού της διευθυντή Πιέρ Κενέ, ολιγάρχη φασίστα, για τον οποίο η βασανιστική απειλή τής «παγκόσμιας επανάστασης» έμοιαζε επίκαιρη όσο ποτέ μετά την έναρξη τής κρίσης.[14]

Η εν λόγω τράπεζα, όπως και όλοι οι κύκλοι που βρίσκονταν υπό την επιρροή της, αποφάσισαν να ξεκινήσουν έναν αδυσώπητο πόλεμο ενάντια στη νεοκλεγείσα κυβέρνηση, παρά το γεγονός ότι ο νέος της πρωθυπουργός δεν είχε καμία διάθεση να συγκρουστεί μαζί τους. Πέραν τού ότι συμμεριζόταν το όραμά τους για την οικονομία και τη διαμόρφωση συνθηκών «εμπιστοσύνης» για το κεφάλαιο, ο Λεόν Μπλουμ εύλογα υπολόγιζε στην καλή τους θέληση, και τούτο έστω και ελλείψει δημόσιας στήριξης εκ μέρους τους. Μετά από μια διετή περίοδο μαζικής δυσαρέσκειας που οδήγησε στην εκλογική αποτυχία ορισμένους φανερούς λακέδες τους από τον χώρο τής «δημοκρατικής» δεξιάς έως και τής άκρας δεξιάς, οι μεγαλοεργοδότες αποφάσισαν να υιοθετήσουν την «πολιτική τού χειρότερου». Λογάριαζαν στον αντικομμουνισμό τής μη κομμουνιστικής αριστεράς, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και ο Μπλουμ, και αυτό ανεξαρτήτως τού αντιαριστερού υβρεολογίου στο οποίο συνήθιζαν να επιδίδονται τα φιλικά προς αυτούς κόμματα και εφημερίδες. Ήδη τον Ιούλιο τού 1936 η RG επισήμαινε ότι «η Συνομοσπονδία Εργοδοτών τής Γαλλίας,[15] η Επιτροπή Σιδηρομεταλλουργίας και η Επιτροπή Ανθρακωρυχείων ετοιμάζουν κοινό πρόγραμμα εκστρατείας ενημέρωσης τού κοινού και παρασκηνιακής άσκησης πίεσης προς το Κοινοβούλιο, προκειμένου μέχρι τον Οκτώβριο να αναγκαστεί η κυβέρνηση να απομακρυνθεί από την επιρροή των κομμουνιστών. Ως αντάλλαγμα, οι εν λόγω οργανώσεις θα της προσφέρουν τη μυστική και ανεπίσημη στήριξή τους».[16]

Ο Μπλουμ έβαλε τέλος στις ανησυχίες τους, όταν κλήθηκε να αντιμετωπίσει το κύμα των απεργιών που πανικόβαλαν τόσο τον ίδιο και τους κύριους συνεργάτες του, όσο και τους εργοδοτικούς κύκλους που μπήκαν στο στόχαστρο των γιγαντιαίων κινητοποιήσεων των γάλλων εργαζομένων. Αυτό αποδεικνύεται και από τις αρχειακές πηγές τού εμπορικού επιμελητηρίου τού Παρισιού, που συνοψίζουν τις σημαντικότερες στιγμές που προηγήθηκαν και ακολούθησαν την υπογραφή τής συμφωνίας τής Ματινιόν. Οι εκπρόσωποι των εργοδοτών δεν έπαψαν βέβαια να μισούν τον ηγέτη τού SFIO και να απεργάζονται σχέδια για την ανατροπή τής κυβέρνησής του, αλλά, τη δεδομένη στιγμή, αναγνώρισαν στο πρόσωπό του τον Μεσσία που θα απέκρουε την εργατική πλημμυρίδα, που αποτελούσε για αυτούς μια εξίσου σημαντική απειλή: ως προς αυτό έμοιαζαν με την γερμανική εργοδοσία, η οποία ποτέ δεν έπαψε να αγωνίζεται για την ήττα τού SPD,[vi] τού κόμματος που την έσωσε από την καταστροφή τού Νοεμβρίου τού 1918. Την ίδια μέρα που έλαβε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης (Πέμπτη 4 Ιουνίου), ο Μπλουμ, εξίσου ανήσυχος με τους εργοδοτικούς εταίρους «για την έκταση και τη σοβαρότητα των γεγονότων, που παίρνουν ολοένα και τραγικότερες διαστάσεις» (όπως μνημονεύει ο πρόεδρος τού εμποροβιομηχανικού επιμελητηρίου τού Παρισιού[vii] Πιέρ-Ερνέστ Νταλμπούζ), πραγματοποίησε συνάντηση με αντιπροσωπεία τής Διοίκησης τής Γενικής Συνομοσπονδίας Παραγωγής τής Γαλλίας,[viii] μετά από πρωτοβουλία των τοπικών της οργανώσεων που βρίσκονταν επίσης σε κατάσταση πανικού. Σύμφωνα με τον απολογισμό που έκανε ο Νταλμπούζ στις 9 Ιουνίου, «εν όψει τής κρισιμότητας τής κατάστασης, που επιδεινωνόταν ώρα με την ώρα, τη νύχτα τής Πέμπτης προς Παρασκευή [4-5 Μαΐου], είχαμε συνάντηση με τον Πρόεδρο τού Υπουργικού Συμβουλίου, τον κ. Μπλουμ. Η συνάντησή μας επομένως έγινε πριν καν αυτός εμφανιστεί στη Βουλή. Αναγνωρίζοντας και ο ίδιος την εξαιρετική σοβαρότητα τής κατάστασης μάς ζήτησε ουσιαστικά να τον στηρίξουμε στην προσπάθειά του να περιορίσει την καταστροφή. Υπογραμμίσαμε ότι στο διάγγελμά του είχε παραλείψει να αναφερθεί στα ουσιώδη για εμάς θέματα, δηλαδή στον σεβασμό τής ελευθερίας και τής ιδιοκτησίας. Και τη νύχτα εκείνη δεσμεύθηκε να συμπεριλάβει στο κείμενο τού διαγγέλματος την επίσημη αναγνώριση τής υποχρέωσης τήρησης τού νόμου. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι κατά την παρουσία του ενώπιον τής Βουλής έκλεισε το διάγγελμά του διατυπώνοντας αυτή την αλήθεια, που διαφορετικά δεν θα μπορούσε ποτέ να ειπωθεί». Δεν ήταν ώρα για αυταπάτες: οι μεγαλοεργοδότες, που είχαν ζητήσει την παρέμβαση τού Μπλουμ για την αντιμετώπιση «τής επαναστατικής κατάστασης» (Νταλμπουζ), αναγνώρισαν μεν τις αρετές και τα προσόντα τού πολιτικού που με τη βοήθεια τού συνεργάτη του Ζιλ Μοκ[17] κατόρθωσε να καναλιζάρει σε αποδεκτά πλαίσια τις κοινωνικές αντιδράσεις, ήταν όμως έτοιμοι να εμπλακούν εκ νέου σε ανταρτοπόλεμο εναντίον τής κυβέρνησής του αμέσως μετά την υπογραφή τής συμφωνίας τής Ματινιόν.

Έχοντας επιλέξει την υπεράσπιση τού εσωτερικού κατεστημένου, ήταν φυσικό ο Λεόν Μπλουμ να ταχθεί εναντίον των εργατικών διεκδικήσεων, τις οποίες ο ίδιος και οι συνεργάτες του θεωρούσαν υπερβολικές και ενοχλητικές: αρεσκόταν να πιστεύει ότι η απεργία τού 1936 δεν ήταν παρά ένα ύπουλο χτύπημα σε βάρος του πίσω από το οποίο βρίσκονταν οι μπολσεβίκοι[18] — καταγγελία που διατυπώθηκε δημόσια στο εθνικό συνέδριο τού SFIO τον Ιούνιο τού 1938 από τους Ζαν λε Μπάιγ και Μαξ Λεζέν, όπως επίσης και από τον Ζιλ Μοκ, που όμως προτίμησε να δώσει μια περισσότερο «τεχνική» εξήγηση των γεγονότων (ας σημειωθεί, εν παρενθέσει, ότι όλοι τους προέρχονταν από την ανοιχτά αντιμπολσεβίκικη, δεξιά πτέρυγα τού κόμματος). Ως θερμός θιασώτης τής «ανακωχής»[ix] — που ναι μεν ανακοινώθηκε επίσημα τον Φεβρουαρίου τού 1937, αλλά είχε δρομολογηθεί ήδη από την επομένη των απεργιών, όταν δηλαδή τα αφεντικά αποφάσισαν να περάσουν στην αντεπίθεση — συνέβαλε σημαντικά στην ανάσχεση των εργατικών διεκδικήσεων, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και στη μετέπειτα περίοδο των σκοτεινών χρόνων. Παρέδωσε ουσιαστικά τον έλεγχο ενός κομβικού κέντρου τής κρατικής διοίκησης στα χέρια τής ολιγαρχίας αναθέτοντας το νεοσυσταθέν Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας στον προσωπικό του φίλο Σ. Σπινάς. Ο ακροδεξιός αυτός πολιτικός τού SFIO προσέφερε σημαντικές διευκολύνσεις και πλεονεκτήματα στους εκπροσώπους τής ολιγαρχίας, που είχαν ήδη αναλάβει — ή επρόκειτο να αναλάβουν στο μέλλον, όπως συνέβη, για παράδειγμα, με τον στενό του φίλο Ζαν Κουτρό — σημαντικά πόστα στον κρατικό μηχανισμό, και, κυρίως, σε όσους στελέχωναν τις θέσεις των οικονομικών επιθεωρητών, προκειμένου να προωθηθεί η διαδικασία τής «μεταρρύθμισης τού κράτους» που κατέστη συνώνυμη τής δολοφονίας τής Δημοκρατίας.

Ο Μπλουμ ήταν αδύνατο να μην γνώριζε τις πραγματικές προθέσεις που κρύβονταν πίσω από την εν λόγω «τεχνική» μεταρρύθμιση ή — όπως ακριβώς ισχυρίζεται ο Λαβάλ — και τις λεπτομέρειες τού σχεδίου που προέβλεπε την ταχεία απομάκρυνσή του. Η εμπιστοσύνη που έδειξε στον Σπινάς και τους υποτιθέμενους «τεχνικούς» του συνεργάτες, για να μην αναφερθούμε στο μυστικοσυμβούλιο τής Ανακωχής, που δεν ήταν παρά οργάνωση-βιτρίνα τής ολιγαρχίας, επιβεβαιώνει τα όσα εκμυστηρεύτηκε ο Λαβάλ στον Φράνκο τον Απρίλιο τού 1937. Εν προκειμένω, ο Λαβάλ καυχήθηκε ότι είχε έρθει «σε επαφή με τον Ντοριό, τον συνταγματάρχη Ντε Λα Ροκ και τον στρατάρχη Πετέν» με σκοπό την κατάληψη τής εξουσίας και ότι είχε ενημερώσει σχετικά και τον Μπλουμ, ο οποίος αρνήθηκε μεν να αναμιχθεί στη συνωμοσία, απέφυγε όμως να αναλάβει οποιαδήποτε πρωτοβουλία προκειμένου να αποτραπεί η κατάλυση τής Δημοκρατίας: «Ο κ. Λαβάλ ήταν τής γνώμης ότι η σωτηρία τής Γαλλίας εξαρτάτο από την εγκατάσταση μιας κυβέρνησης υπό τον Πετέν, ότι ο στρατάρχης ήταν αποφασισμένος να επωμισθεί την ευθύνη αυτή, αλλά ότι ο πρόεδρος Μπλουμ, τον οποίο μάλιστα παρομοίασε με τον Αλκαλά Θαμόρα και με τον οποίο είχαν ήδη μυστικές επαφές για το σκοπό αυτό, δεν φαινόταν διατεθειμένος να αποδεχτεί την πρότασή τους».[19]

Ακόμα και πριν από τη μεταπολεμική του επιστροφή στο κυβερνητικό προσκήνιο, ο Λεόν Μπλουμ διαδραμάτισε μείζονα ρόλο στην προσπάθεια διατήρησης τού κοινωνικοοικονομικού κατεστημένου. Πρέπει εδώ να προστεθεί ότι η εμπειρία τού πολέμου, όπως και οι στενές σχέσεις που ανέπτυξε με την Ουάσινγκτον, συντέλεσαν στην ενδυνάμωση των μετριοπαθών πολιτικών του πεποιθήσεων. Μαζί με τους φίλους του, ανάμεσα στους οποίους αξίζει να ξεχωρίσουμε τον Ντανιέλ Μεγιέρ, γενικό γραμματέα τού SFIO, σιγοντάρησε τη δεξιόστροφη πολιτική τού Ντε Γκολ — συμπαράσταση η οποία αποδείχτηκε πολύτιμη κατά την περίοδο των εκλογών τού φθινοπώρου τού 1945, όταν τα εκλογικά ποσοστά τής αριστεράς διαμορφώθηκαν σε ιστορικά επίπεδα ρεκόρ. Ο Μπλουμ συνέβαλε καθοριστικά, ενίοτε και με τη χρήση πλαγίων μέσων, στην επίτευξη τής συμμαχίας με τις δυνάμεις τής μασκαρεμένης δεξιάς τού Λαϊκού Δημοκρατικού Κινήματος [MRP], που η Γενική Υπηρεσία Πληροφοριών περιέγραφε ως «μηχανή για τη συγκομιδή των πετενιστών», όπως επίσης και των κομμουνιστών[20], πράγμα που αφήνει να εννοηθεί ότι η δημιουργία τού συγκεκριμένου κόμματος, το οποίο λειτούργησε ως υποκατάστατο τής ενότητας τής αριστεράς, δεν αποσκοπούσε παρά στην αλλοίωση τού αποτελέσματος των εκλογών τού δευτέρου εξαμήνου τού 1945. Αντιπαρατιθέμενος με τους αντικληρικαλιστές τού SFIO, ρεύμα ισχυρό στις βόρειες και δυτικές περιφέρειες όπου ο κλήρος είχε επίσης ισχυρή παρουσία, ο Μπλουμ συνέστησε «ανοχή» προς τους κληρικούς και τη σύναψη συμμαχίας με την εκκλησία. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε ότι, στα τέλη τού 1945, η σοσιαλιστική εφημερίδα «Νορ Ματέν» εξαπέλυσε επίθεση εναντίον τής περιφερειακής επισκοπής και, πιο συγκεκριμένα, εναντίον τού «Μονσενιέρ Σολέ», Αρχιεπισκόπου τού Καμπρέ (από το 1913), και τού «πρωτοσύγκελου τής Αρχιεπισκοπής Μονσενιέρ Γκερί», εγκαλώντας τους «για τη στάση τους κατά τη διάρκεια τής κατοχής». Η εφημερίδα μάλιστα παρέθεσε και «αποσπάσματα επισκοπικών εγκυκλίων», στα οποία οι εγκαλούμενοι «συμβούλευαν τους ιερείς τους να δείξουν υπακοή στον στρατάρχη Πετέν και να συμμορφωθούν προς την πολιτική τής κυβέρνησής του». Απεναντίας, για τη δεξιά και τις υπηρεσίες πληροφοριών αποτελούσε λόγο ικανοποίησης το ότι «ορισμένοι ηγέτες τού κόμματος, όπως οι κ.κ. Λεόν Μπλουμ, Βενσάν Οριόλ, Αντρέ Φιλίπ κ.ά., επέλεξαν μια διαφορετική πορεία […] από αυτή των σοσιαλιστών τού Βορρά, οι οποίοι παραμένουν εγκλωβισμένοι στη λογική τού σεχταρισμού και τού σφοδρού αντικληρικαλισμού».[21]

Επιπλέον, ο Μπλουμ εμφανιζόταν ως ο από μηχανής θεός που θα απέτρεπε αποτελεσματικά την ανάπτυξη στενών επαφών με το ΓΚΚ. Όπως αναφέρει έκθεση τής RG με ημερομηνία 22 Σεπτεμβρίου 1945 «ο κ. Λεόν Μπλουμ χαίρει μεγάλης εκτίμησης στους δεξιούς πολιτικούς κύκλους, διότι απέρριψε τις επανειλημμένες προτάσεις τού κομμουνιστικού κόμματος να συμμαχήσει μαζί τους. Λέγεται μάλιστα ότι χάρη σε αυτόν ο στρατηγός Ντε Γκολ θα καταφέρει να επιβάλει σταδιακά την πολιτική στρατηγική του, η οποία συνίσταται στο να κυβερνά με τη στήριξη των πιο μετριοπαθών στοιχείων, παίρνοντας αποστάσεις από τους κομμουνιστές, τους οποίους σκοπεύει σύντομα να αποκλείσει από τις νευραλγικές θέσεις τής κυβέρνησης. […] Όποιοι και αν είναι οι λόγοι που υπαγόρευσαν τη στάση του αυτή, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο κ. Λεόν Μπλουμ προσέφερε τεράστια εξυπηρέτηση στον στρατηγό Ντε Γκολ». [22] Έτσι, στη συνέχεια, ο ντε Γκολ μπόρεσε να προχωρήσει ακάθεκτος στην υλοποίηση τού σχεδίου έξωσης των κομμουνιστών, πράγμα που όμως προϋπέθετε την (προσωρινή) εφαρμογή μιας «αριστερίστικης» τακτικής που θα αποτύπωνε τον πραγματικό συσχετισμό των δυνάμεων τής μεταπελευθερωτικής περιόδου: το SFIO ήταν πεπεισμένο ότι η τοποθέτηση στελεχών τού ΓΓΚ σε μη νευραλγικά υπουργεία, των οποίων οι ιθύνοντες γίνονταν άμεσα αποδέκτες τής αγανάκτησης των μισθωτών (όπως ήταν, για παράδειγµα, τα Υπουργεία Εργασίας και Βιομηχανικής Παραγωγής) θα συνέβαλε στην αποδυνάμωση τού κύριου αντιπάλου του. Στο παρασκήνιο, ο Μπλουμ εν χορώ με τους προπολεμικούς φίλους και συνεργάτες του από τη δεξιά πτέρυγα, μεταξύ των οποίων και οι Ζαν λε Μπάιγ—Μαξ Λεζέν (αν και, για να λέμε την αλήθεια, οι πραγματικοί «αριστεριστές» τού SFIO αποδείχτηκαν άξιοι συνοδοιπόροι τους στον αντικομμουνισμό)[23], μειδιούσαν σαρκαστικά για το επικείμενο τέλος τής εποχής των διεκδικήσεων και την έλευση τής ώρας τής δράσης: στα τέλη τού Οκτωβρίου, στο μήνυμα που απηύθυνε ειδικά προς τους «μελλοντικούς κομμουνιστές υπουργούς» με αφορμή την ανάδειξη τής νέας κυβέρνησης επέλεξε να υπογραμμίσει «τις σοβαρές ευθύνες που συνδέονται με την άσκηση τής εξουσίας». Γνώριζε βεβαίως ότι «οι συνθήκες δεν ήταν ακόμη ώριμες για τη συγκρότηση ενός κυβερνητικού σχήματος που θα άφηνε απ’ έξω τους κομμουνιστές, χωρίς να προκληθούν αντιδράσεις από την πλευρά των σοσιαλιστών αγωνιστών τής βάσης, οι οποίοι, παρά τα παράπονα που έχουν από τη συμπεριφορά των κομμουνιστών, δεν θα ήταν διατεθειμένοι να ανεχθούν την ανατροπή τής συμφωνίας για κοινή δράση τής Αριστεράς». Ωστόσο, προσέβλεπε σε ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον: όπως πίστευε, η πολιτική πλεκτάνη που στήθηκε σε βάρος των υπουργών τού ΓΚΚ θα έπληττε ανεπανόρθωτα την κυβερνητική τους καριέρα, «διότι δύσκολα θα πειθαρχούσαν σε μια τέτοια πολιτική που θα τους εξέθετε στον κίνδυνο να κατηγορηθούν από το κόμμα τους για το ότι συναίνεσαν σε ενδεχομένως αντιλαϊκά και αντιδημοφιλή μέτρα. Εν προκειμένω, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτοί θα παραιτούντο από τα κυβερνητικά τους καθήκοντα. Οπότε, τότε, οι συνθήκες θα είναι ώριμες για τη συγκρότηση μιας νέας κυβέρνησης που θα απαρτίζεται αποκλειστικά από βουλευτές τού MRP και τού SFIO, δεδομένου ότι οι κομμουνιστές θα έχουν αυτοαποκλειστεί οι ίδιοι από τη συμμετοχή τους σ’ αυτή. Θα είναι λοιπόν εύκολο για τους ηγέτες τού σοσιαλιστικού κόμματος να πείσουν τους αγωνιστές τής βάσης να συμφιλιωθούν με τη νέα κατάσταση, εφόσον πλέον οι τελευταίοι θα είναι σε θέση να διαπιστώσουν ότι οι κομμουνιστές «δραπέτευσαν» από τις ευθύνες τής διακυβέρνησης».[24]

Η τελική του φράση είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική: «οι βουλευτές τού MRP και τού SFIO» όφειλαν όχι απλώς να περιμένουν ήρεμα την αποχώρηση των κομμουνιστών, αλλά να καταβάλουν σημαντικές προσπάθειες, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, για να πετύχουν την απομάκρυνσή τους από την κυβέρνηση. Μόνον υπό την προϋπόθεση αυτή θα μπορούσαν οι σοσιαλιστές, από κοινού με το MRP, να διαχειριστούν (για κάποιο διάστημα) την αποπληθωριστική πολιτική τής οποίας υπεραμυνόταν ο Αντρέ Φιλίπ ως υπουργός των οικονομικών τής νέας κυβέρνησης που σχηματίσθηκε από τον Γκουέν τον Ιανουάριο τού 1946 μετά την παραίτηση τού Ντε Γκολ· μία «πολιτική τύπου Λαβάλ» ή «Πουανκαρέ», σύμφωνα με τους χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιήθηκαν από σοσιαλιστές ακτιβιστές στις εθνικές συνεδριάσεις τού SFIO που έλαβαν χώρα τον Φεβρουάριο (Στομπ, στη διάσκεψη των ομοσπονδιακών γραμματέων τού κόμματος) και τον Μάρτιο τού 1946 (Π. Μπλοκ, στο συνέδριο τού κόμματος), η οποία προέβλεπε τη δραστική συμπίεση των μισθών ως αναγκαία και αναπόδραστη προϋπόθεση για την εξασφάλιση των δολαριακών πιστώσεων τής «Ανασυγκρότησης». Στον Μπλουμ ανατέθηκε επίσημα η εντολή για τη διαπραγμάτευση των πιστωτικών συμφωνιών με την κυβέρνηση τής Ουάσινγκτον, η οποία έλαβε διαβεβαιώσεις ότι δεν υφίστατο κανένας «κίνδυνος» εκ μέρους τής γαλλικής αριστεράς και ότι είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί η εποχή των εθνικοποιήσεων — όρο που ήδη είχε θέσει η αμερικανική πλευρά, αλλά που υπηρετούσε συγχρόνως και το επιτακτικό συμφέρον τής γαλλικής εργοδοσίας.

Κατά το δεύτερο εξάμηνο τού 1946, έχοντας συμβάλει προσωπικά στην όξυνση τής λαϊκής δυσαρέσκειας και στη σχετική απομόνωση τού ΓΚΚ (και αυτό παρά την πρόοδο που σημείωσε το κομμουνιστικό κόμμα στις εκλογές τού Νοέμβρη), ο Μπλουμ ανέλαβε να διαχειριστεί μια αποφασιστική φάση τού σχεδίου έξωσης των κομμουνιστών, που είχαν καταστρώσει οι μη κομμουνιστικές δυνάμεις από κοινού με τις ΗΠΑ: θα ετίθετο επικεφαλής μιας «ομοιογενούς κυβέρνησης σοσιαλιστών». Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για τεχνικό τερτίπι, προκειμένου να αποκλειστεί — για ένα μήνα — από την κυβέρνηση (Δεκ. ’46‒Ιαν. ’47) το ΓΚΚ, που είχε αναδειχθεί πρώτο κόμμα στις εκλογές, με το πρόσχημα ότι το κόμμα που τερμάτισε δεύτερο (το MRP) θα απέρριπτε εκ προοιμίου τον ηγετικό ρόλο των κομμουνιστών στη νέα κυβέρνηση.[25] Η σύνθεση τού κυβερνητικού σχήματος — και, πιο συγκεκριμένα, το ενδεχόμενο ανάθεσης τής πρωθυπουργίας στον Λεόν Μπλουμ ή στον Λε Τροκέ — προϊδέαζε για νέα «αντιλαϊκά μέτρα» προκαλώντας τις ανησυχίες των κομμουνιστών που «φοβούνταν ακριβώς ότι η εξωκοινοβουλευτική προέλευση τού σοσιαλιστή ηγέτη θα λειτουργούσε ως πρόσχημα για τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας».[26] Οι ανησυχίες τους επαληθεύθηκαν, καθώς η νέα κυβέρνηση από κοινού με το MRP ανέλαβε να εφαρμόσει δραστικό πάγωμα των μισθών, βάζοντας φραγμούς στις διεκδικήσεις των «ενωτικών» τής CGT[x] σε σχέση με τον κατώτατο μισθό και την αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή. Συγχρόνως, ο Λεόν Μπλουμ μετά από μια σειρά εμμέσων και αμέσων διαπραγματεύσεων εξασφάλισε για το κόμμα του το νευραλγικό υπουργείο των Οικονομικών, συναινώντας, σε αντάλλαγμα, στη μελλοντική αύξηση των βιομηχανικών τιμών με αντίστοιχη αναδρομική αντισταθμιστική προσαρμογή. Ας σημειωθεί ότι οι βιομηχανικές τιμές είχαν παγώσει προσωρινά στο πλαίσιο τής υποτιθέμενης εκστρατείας «μείωσης των τιμών», η οποία ουσιαστικά απέβλεπε στην αποτροπή των αναμενόμενων διεκδικήσεων για αύξηση μισθών εκ μέρους τής CGT, που ήταν τότε διαιρεμένη σε «ενωτικούς» (ισχυρά πλειοψηφικό ρεύμα) και σε συνασπισμένους.

Στο τέλος τού θυελλώδους εξαμήνου, κατά τη διάρκεια τού οποίου οι μισθωτοί είδαν με απογοήτευση την αγοραστική τους δύναμη να εξανεμίζεται λόγω τής αύξησης των τιμών, οι κυβερνητικοί σύμμαχοι μετρούσαν ήδη τα κομματικά και συνδικαλιστικά οφέλη τής πολιτικής τους. Ειδικότερα στο συνδικαλιστικό μέτωπο, σημειώθηκε έντονη δραστηριότητα τόσο εκ μέρους τού SFIO και τού MRP, υπό την επίσημη ιδιότητά τους, όσο και εκ μέρους των φιλικά προσκείμενων σε αυτά συνδικαλιστικών οργανώσεων, τής «Εργατικής Δύναμης» και τής «Γαλλικής Συνομοσπονδίας Χριστιανών Εργαζομένων» αντίστοιχα.[xi] Η αποδυνάμωση των «ενωτικών» ήταν παράγοντας που συνέβαλε στην τελική διάσπαση τού CGT — εξέλιξη που ο Μπλουμ στήριξε αναφανδόν και στην οποία διαδραμάτισε αποδεδειγμένα πρωτεύοντα ρόλο μετά τον πόλεμο (μαζί με τον στενό του φίλο και συνεργάτη Ζιλ Μοκ, ο οποίος άσκησε επανειλημμένως καθήκοντα υπουργού κατά τη μεταπελευθερωτική περίοδο). Σε συνδυασμό με κάποιους άλλους παράγοντες που άπτονται τής εξωτερικής πολιτικής και που θα εξετάσουμε στην επόμενη ενότητα, η συγκεκριμένη τακτική επιτάχυνε την απομάκρυνση των κομμουνιστών από την κυβέρνηση, παρά τις επίμονες προσπάθειές τους να αποκρούσουν τις επανειλημμένες απόπειρες έξωσής τους υπό ποικίλα προσχήματα, μεταξύ των οποίων και αυτό τής κρίσης στην Ινδοκίνα. Αντιμέτωπος με τις επίμονες αντιδράσεις των κομμουνιστών, ο Λεόν Μπλουμ υποχρεώθηκε τελικά να αποχωρήσει από τα καθήκοντά του μετά την πάροδο ενός μηνός. Ωστόσο, μαζί με τους συνήθεις συνεργάτες του — τους δημοσιονομικούς επιθεωρητές και τους συν αυτοίς πολιτικούς — είχε αρχίσει να προλειαίνει το έδαφος για το επόμενο βήμα: από τα αρχεία τής RG μαθαίνουμε ότι, στα μέσα Απριλίου τού 1947, παρακάθισε σε γεύμα, στη «Ροτισερί Περιγκουρντίν», με τον διοικητή τής Τράπεζας τής Γαλλίας Ε. Μονίκ και τον Ρομπέρ Σουμάν, εκπρόσωπο των συμφερόντων τής Επιτροπής Χαλυβουργικών Bιομηχανιών, ο οποίος είχε εκλεγεί κατ’ επανάληψη βουλευτής με την υποστήριξη τής βιομηχανικής δυναστείας των Βεντέλ και είχε υπηρετήσει ως υφυπουργός στην πρώτη κυβέρνηση Πετέν, υπερψηφίζοντας μάλιστα την πρόταση για την ανάθεση πλήρων εξουσιών στον στρατάρχη. Ο Ρ. Σουμάν — για λογαριασμό τού οποίου ο νομάρχης τής Μοζέλ είχε παρέμβει, ήδη από τον Σεπτέμβριο τού 1945, προκειμένου να αρθεί το κώλυμα εκλογιμότητας που συνέτρεχε στο πρόσωπό του — θα κερδίσει σύντομα τη βουλευτική έδρα τού τότε πρωθυπουργού Ραμαντιέ και θα συμμετάσχει στη νεοσχηματισθείσα κυβέρνηση.[27]

Γραμμή συμβιβασμού με οποιαδήποτε τίμημα ή προσφυγή στην εξωτερική προστασία;

Με βάση τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω μπορεί εύκολα να συναχθεί ότι η υποταγή του στις προτεραιότητες των χρηματιστικών κύκλων θα απέκλειε εκ των πραγμάτων την επίδειξη αποφασιστικότητας απέναντι στο Ράιχ — αναγκαιότητα με την οποία ο Μπλουμ συμφιλιώθηκε χωρίς εμφανή δυσκολία. Η συνέχιση τής πολιτικής τού κατευνασμού συνεπαγόταν και την διαρκή εναντίωση σε κάθε απόπειρα ανασυγκρότησης τής εναλλακτικής συμμαχίας με τη μισητή ΕΣΣΔ: εν προκειμένω, η κύρια διαφορά μεταξύ τής περιόδου από τον Ιούνιο τού ’36 μέχρι και τον Ιούνιο τού επόμενου έτους και των κατοπινών χρόνων εντοπίζεται απλώς στο ότι οι διάδοχοί του προωθούσαν ανοικτά την πολιτική αυτή, ενώ ο ίδιος ο Μπλουμ φρόντιζε να συντηρεί το μύθο τής απεγνωσμένης του αντίστασης απέναντι σε εχθρούς και αντιπάλους που εκπροσωπούσαν ένα ευρύτατο φάσμα πολιτικών θέσεων, από τους σοσιαλριζοσπάστες μέχρι και τη «δημοκρατική» ή/και την άκρα δεξιά. Λόγω τής στενής του πρόσδεσης στην πολιτική τού συμβιβασμού, ο Μπλουμ έχαιρε τής ίδιας εκτίμησης εκ μέρους τού φον Βελτσέκ, πρέσβη τού Ράιχ και τυπικού παγγερμανιστή, με τον μη εβραίο και ακραίο αντικομμουνιστή Ιβόν Ντελμπός, τον οποίο ο μελλοντικός πρωθυπουργός είχε αρχικά επιλέξει για τη θέση τού Υπουργού των Εξωτερικών έναντι τού Εριό, που είχε προταθεί για τη θέση αυτή από τους κομμουνιστές με το σκεπτικό ότι ήταν «ένας από τους θερμότερους υποστηρικτές τού γαλλοσοβιετικού συμφώνου».[28] Ο Βελτσέκ δεν έπαυε να υπογραμμίζει στους ανωτέρους του στο Βερολίνο τη «μετριοπάθεια» τού Μπλουμ, τη γνώση των προβλημάτων και την εξαιρετική στάση που ο γάλλος πολιτικός επιδείκνυε στο θέμα τής Ισπανίας και με την οποία αποσκοπούσε στην παράλυση των αντιδράσεων τής εγχώριας αριστεράς.

Τα γερμανικά και τα αμερικανικά αρχεία τον εμφανίζουν ως βασικό εμπνευστή τής πολιτικής τής μη παρέμβασης, πράγμα που σημαίνει ότι η απόφαση τού Ιουλίου 1936 ενάντια στην παροχή ακόμη και απλών προμηθειών στη δημοκρατική Ισπανία (γιατί περί αυτού επρόκειτο και όχι για την προσφορά στρατιωτικής βοήθειας) δεν ήταν απλώς προϊόν πίεσης εκ μέρους τής αγγλικής κυβέρνησης.[xii] Η συγκεκριμένη πολιτική επιλογή εντασσόταν, αντιθέτως, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης τακτικής που απέβλεπε στην εξουδετέρωση τής ισχυρής πίεσης που ασκούσε η αριστερά υπέρ τής παροχής βοήθειας στις δημοκρατικές δυνάμεις. Ως έννοια πρωτοεμφανίζεται στις αρχές τού Αυγούστου, όταν δηλαδή ο Βελτσέκ διατύπωνε την εκτίμηση ότι οι ανησυχίες τού Μπλουμ είχαν να κάνουν περισσότερο με την ισχυρή επιρροή τής αριστερής πτέρυγας τού κόμματός του και όχι τόσο με τους ενδοιασμούς για την ορθότητα τής επιλογής του αυτής: σε διπλωματική του αναφορά, επισημαίνει ότι «παρά την έντονη κινητικότητα από την πλευρά των ακροαριστερών υποστηρικτών τής κυβέρνησης», ο Μπλουμ, «σε επανειλημμένες επίσημες και ημιεπίσημες δηλώσεις του», τον διαβεβαίωνε για το ειλικρινές του ενδιαφέρον για την εύρεση «ενός modus vivendi με την Γερμανία».[29] Ο γερμανός πρέσβης τον αντιμετώπιζε όπως και τους άγγλους υποστηρικτές τής πολιτικής τού κατευνασμού που παρενοχλούντο από την δική τους αριστερά: σε τηλεγράφημά του, στις 21 Αυγούστου, αναφέρει ότι «[τ]α μετριοπαθή μέλη τού υπουργικού συμβουλίου και πιο συγκεκριμένα ο Μπλουμ και ο Ντελμπός πιστεύουν ότι ο μόνος τρόπος να υπερισχύσουν έναντι των επεμβατιστών που εμπνέονται από την ιδεολογία τού Λαϊκού Μετώπου είναι, το συντομότερο δυνατό, να βρουν δικαιολογητικό έρεισμα σε δέσμευση τής διεθνούς κοινότητας για την επιβολή εμπάργκο όπλων. Αν κάτι τέτοιο δεν πραγματοποιηθεί σύντομα, ο Μπλουμ και ο Ντελμπός φοβούνται ότι δεν θα μπορέσουν να συνεχίσουν να αντιστέκονται στην αυξανόμενη εσωτερική πίεση και ότι θα υποχρεωθούν να παράσχουν απεριόριστη στήριξη στην ισπανική κυβέρνηση. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι προμήθειες εφοδίων και το κύμα των εθελοντών τού κόκκινου μετώπου θα λάβουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις με ανυπολόγιστες συνέπειες για την εξωτερική πολιτική». Στις 2 Σεπτεμβρίου, σε νέο τηλεγράφημα, ο Βελτσέκ θα προσθέσει ότι, για να μπορέσουν οι «μετριοπαθείς» αυτοί πολιτικοί να ανακτήσουν τα αναγκαία περιθώρια ελιγμών, είναι απαραίτητο «η Αγγλία να επιδείξει βούληση για την αποτελεσματική άσκηση πίεσης στην κυβέρνηση στην οποία συμμετέχουν, προκειμένου να πάψει άμεσα η γαλλική υποστήριξη προς την κόκκινη Ισπανία. […] Ο Μπλουμ και ο Ντελμπός θα μπορέσουν να ελέγξουν τους συναδέλφους τους μόνο εάν οι Βρετανοί καταφέρουν να συνετίσουν τους Γάλλους. […] Επομένως, το κλειδί τής υπόθεσης βρίσκεται στα χέρια τού Λονδίνου.»[30]

Θα μπορούσε άραγε να ισχυριστεί κανείς ότι η πολιτική συμβιβασμού με το Ράιχ που προωθούσε ο Μπλουμ ήταν μάλλον συνάρτηση τής επίγνωσης των οικονομικών αναγκαιοτήτων — τής αναγνώρισης, εκ μέρους του, τού απαραβίαστου των αρχών που εκφράστηκαν στα σχέδια Ντόους και Γιανγκ και στις οποίες όμνυαν και οι κυρίαρχοι τής γαλλικής οικονομίας, όπως επίσης και τής απόλυτης υπεροχής των απαιτήσεων των εξαγωγέων σιδήρου και βωξίτη — και λιγότερο τού λυσσώδους αντικομμουνισμού του; Πρόκειται για ένα ερώτημα στο οποίο δεν μπορώ να απαντήσω. Ωστόσο, ως προς το σημείο αυτό, διαπιστώνεται ότι ο Μπλουμ δεν φρόντισε να πάρει σαφείς αποστάσεις από τις επιλογές τού περίγυρού του: παρά τον μύθο που τον περιβάλλει, δεν έκανε απολύτως τίποτα προκειμένου να δοθεί ουσιαστικό περιεχόμενο στο στρατιωτικό σκέλος τού γαλλοσοβιετικού συμφώνου — αυτού τού «μνημείου ασυναρτησίας», κατά τον χαρακτηρισμό τού Ζαν-Μπατίστ Ντυροζέλ, που έγινε στη πράξη κουρελόχαρτο.[31] Οι εμπιστευτικές του αναφορές όσον αφορά τους σοβιετικούς, διανθισμένες με αντιμπολσεβίκικες αποχρώσεις, προς τον στενό του φίλο Ουίλιαμ Μπούλιτ, τον πρέσβη τής κυβέρνησης Ρούζβελτ στο Παρίσι, ο οποίος διακατεχόταν από τις ίδιες ιδεοληψίες με τον Μπλουμ (αναφορές που χρονολογούνται από το έτος 1936 και ύστερα) έρχονται σε έντονη αντιπαράθεση με τις δηλώσεις του προς τους σοβιετικούς απεσταλμένους — και πρώτα-πρώτα τον Λιτβίνωφ — στους οποίους μετέφερε την υποστήριξη και τον ενθουσιασμό του για το σχέδιο εναλλακτικής συμμαχίας με τη Ρωσία· στάση που ερχόταν σε αντίθεση με εκείνη τού Νταλαντιέ και τής «αγγλίδας γκουβερνάντας» και που ευθυγραμμιζόταν περισσότερο με το (εξαιρετικά μειοψηφικό) ρεύμα των σοσιαλριζοσπαστών, οι οποίοι αντιλαμβάνονταν τον γερμανικό κίνδυνο ως απειλή κατά τής ίδιας τής Γαλλίας (αναφέρω εδώ ενδεικτικά τους Ε. Εριό, Ζ. Ζε, Π. Κο, κ.ά.).[32]

Η μη αμφισβήτηση εκ μέρους τού Μπλουμ τής γραμμής επίτευξης «συνεννόησης» με το Ράιχ σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στον ενθουσιασμό με τον οποίο αντιμετώπιζε τις ΗΠΑ ήδη από τα χρόνια τού Ρούζβελτ. Κι αυτό γιατί ο Μπλουμ δεν καθοδηγείτο μόνο από το πάθος του για την «αμερικανική δημοκρατία», το οποίο άλλωστε διέκρινε ολόκληρη τη δεξιά τού SFIO ήδη από το 1918, την εποχή δηλαδή που ο Αλμπέρ Τομά δήλωνε ότι πρέπει κανείς να επιλέξει μεταξύ τού Λένιν και τού Γουίλσον.[33] Οι δεσμοί εξάρτησης με τις ΗΠΑ, όπως επίσης και με τη Μεγάλη Βρετανία, με την οποία η Γαλλία διατηρούσε ανέκαθεν προνομιακές συμμαχικές σχέσεις, που επρόκειτο όμως να υποβαθμιστούν απέναντι στο νέο σημείο αναφοράς τής εξωτερικής της πολιτικής, δεν μπορούν να ιδωθούν ανεξάρτητα από την υπεράσπιση τού εσωτερικού κατεστημένου. Στα μέσα Μαΐου τού 1936, ο «κατευναστικός τόνος» που υιοθέτησε ο Μπλουμ κατά την παρουσίαση τού προγράμματος του «στην Αμερικανική Λέσχη» στο Παρίσι έπεισε «τους μετριοπαθείς κύκλους και […] τους σοσιαλριζοσπάστες ότι οι κομμουνιστές θα απέσυραν σύντομα την εμπιστοσύνη τους από την κυβέρνηση».[34] Αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ως πρωθυπουργού, θα διορίσει πρεσβευτή στις ΗΠΑ τον Ζορζ Μπονέ, όχι επειδή (όπως εσφαλμένα πίστευε ο εξαιρετικός βρετανός δημοσιογράφος Αλεξάντερ Ουέρθ) ήθελε να απαλλαγεί από έναν ενοχλητικό ακροδεξιό, αλλά επειδή ο εκλεκτός αυτός των υψηλών τραπεζικών κύκλων είχε αναλάβει να διαπραγματευθεί με την Ουάσινγκτον «την αναπροσαρμογή τής ισοτιμίας χρυσού-φράγκου».[35] Κι αυτό γιατί ο κυβερνήτης τής Τράπεζας τής Γαλλίας είχε ταχθεί, ήδη από το φθινόπωρο τού 1931, υπέρ τής άποψης ότι ήταν αναγκαία η υποτίμηση τού νομίσματος, προκειμένου «να διευθετηθεί, έστω και προσωρινά, το πρόβλημα των μισθών και των επιδομάτων τής ανεργίας», σε περίπτωση που δεν θα ήταν δυνατό να εφαρμοστεί στη Γαλλία η πολιτική δραστικότατων ονομαστικών περικοπών, που ήδη εφάρμοζε στη Γερμανία ο Μπρίνινγκ (ερχόμενος όμως αντιμέτωπος με δυσκολίες και αντιδράσεις).[36]

Η σταθερή πρόσδεση τού σοσιαλιστή ηγέτη στις ΗΠΑ θα ενισχυθεί κατά τη διάρκεια τού πολέμου λόγω τής σημαντικής στήριξης που παρασχέθηκε από την κυβέρνηση τής Ουάσινγκτον στο SFIO και στις δορυφορικές του οργανώσεις, μεταξύ των οποίων και στους συνασπισμένους/φεντεραλιστές τής CGT. Αναλαμβάνοντας ρόλο διακεκριμένου χορηγού όχι μόνο των γαλλικών αλλά γενικότερα όλων των ευρωπαϊκών αντικομμουνιστικών‒σοσιαλδημοκρατικών κινημάτων,[37] η Ουάσινγκτον ενίσχυε χρηματικά το SFIO ήδη από την περίοδο τής κατοχής, όταν εγκαινίασε την «πολιτική για μια μη κομμουνιστική αριστερά»,[xiii] η οποία απέβλεπε, όσον αφορά την κατάσταση που θα διαμορφωνόταν μετά την απελευθέρωση — και, πιο συγκεκριμένα, μετά την εκπαραθύρωση των κομμουνιστών υπουργών, που ήταν ο εμμονικός στόχος τής εν λόγω «συνεργασίας» — στη διασφάλιση των συνθηκών για την σταδιακή «επιστροφή στην ομαλότητα» (Back to normalcy): ο εστί, μεθερμηνευόμενον, την πολιτική αποκατάσταση τής κλασικής δεξιάς, που είχε απολέσει την αξιοπιστία της λόγω τής στάσης που κράτησε κατά την περίοδο 1940-1944, με την ενίσχυση τής θέσης της ως προνομιούχου συμμάχου και συνομιλητή. Η επιλογή αυτή δεν απέκλειε την ανάθεση «συμβουλευτικών» καθηκόντων στον Μπλουμ, για τις ικανότητες τού οποίου οι κυρίαρχοι αμερικανικοί και γαλλικοί κύκλοι εκφράζονταν με τα καλύτερα λόγια.

Και αυτό διότι στην πραγματικότητα η θέση κύρους που του εμπιστεύθηκαν δεν ήταν απλώς αυτή ενός εφήμερου πρωθυπουργού επικεφαλής μιας μεταβατικής κυβέρνησης χωρίς τη συμμετοχή των κομμουνιστών. Η «πολιτική για μια μη κομμουνιστική αριστερά» δίνει το κλειδί για την κατανόηση των μελλοντικών συνδικαλιστικών διασπάσεων, εγχείρημα που σήμερα γνωρίζουμε ότι χρηματοδοτήθηκε από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και που αποτελούσε διακηρυγμένο στόχο τής Αμερικανικής Ομοσπονδίας Εργασίας, ήδη από το συνέδριο τού Σεπτεμβρίου τού 1944. Το συγκεκριμένο ζήτημα, που παραμένει ταμπού στη Γαλλία, προκάλεσε τη συγγραφή μεγάλου αριθμού αγγλόφωνων μελετών, μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση κατέχει το έργο τού Άνθονι Κερού.[38] Η προνομιακή στήριξη τού SFIO δεν ήταν μόνο αποφασιστικής σημασίας για την επίτευξη, αφενός μεν, τού στόχου τής «οριστικής αποπομπής από την κυβέρνηση των κομμουνιστών»[xiv] — όπως, επί λέξει, διαβεβαίωνε τους Αμερικάνους ο προστατευόμενος τού Μπλουμ υπουργός των Οικονομικών Αντρέ Φιλίπ το 1946-47 [39] — αφετέρου δε, τής διάσπασης τής CGT — πράγμα που επίσης εντασσόταν στη σφαίρα των άμεσων επιδιώξεων τής Ουάσινγκτον και που θα επιδρούσε καταλυτικά στην αποδυνάμωση τής γαλλικής εργατικής τάξης κατά την περίοδο τής Ανασυγκρότησης — αλλά επιπλέον προσέφερε θετικές προοπτικές στον τομέα τής εξωτερικής πολιτικής: σε σύγκριση με τον Ντε Γκολ, το σοσιαλιστικό κόμμα θα έδειχνε μεγαλύτερη ευελιξία τόσο στο θέμα τής αυτοκρατορίας όσο και στο «γερμανικό ζήτημα».[40]

Ελάχιστα ενθουσιώδεις απέναντι στις κυβερνήσεις τής Ουάσινγκτον και τού Λονδίνου και ακόμη λιγότερο με την προοπτική δημιουργίας μιας ισχυρής δυτικής Γερμανίας στη θέση του καθεστώτος τού τρίτου Ράιχ, ο Ντε Γκολ και ο Μπιντό δεν θα διστάσουν, ωστόσο, ενόψει τής συγκρότησης τού μπλοκ των χωρών τής Δύσης, να πλειοδοτήσουν σε δουλοπρέπεια απέναντι στις κυρίαρχες δυνάμεις τής ζώνης επιρροής στην οποία βρέθηκε η Γαλλία την επαύριο τής απελευθέρωσης, χρησιμοποιώντας ως μεσάζοντα στις επαφές τους τον αγγλοτραφή και αμερικανοτραφή Λεόν Μπλουμ. Σύμφωνα με έκθεση τής RG που χρονολογείται από τον Σεπτέμβριο τού 1945,[41] ο Ντε Γκολ, σε αναγνώριση τής συμβολής τού Μπλουμ στη ματαίωση των προσπαθειών για τη συγκρότηση συμμαχίας ανάμεσα στους σοσιαλιστές και τους κομμουνιστές (ίδε ανωτέρω), «εσκόπευε να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του διορίζοντάς τον πρεσβευτή σε κάποια μεγάλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα». Πράγματι, τον Οκτώβριο τού 1945 επιλέχτηκε να συμμετάσχει στο Συνέδριο των Ηνωμένων Εθνών [στο Λονδίνο] ως επίσημος απεσταλμένος τής Γαλλίας, «επιλογή […] ενδεικτική τής πρόθεσης τού στρατηγού Ντε Γκολ να προωθήσει τη δημιουργία στενής συμμαχίας με τις χώρες τής δυτικής Ευρώπης και κυρίως με τη Μεγάλη Βρετανία. Επιπλέον, η επιλογή τού κ. Λεόν Μπλουμ, τού οποίου τα διαπιστευτήρια έγιναν δεκτά από την κυβέρνηση τού Λονδίνου, δείχνει ότι πρόκειται, μάλλον, να αναλάβει δράση εκτός τού πλαισίου των αρμοδιοτήτων που του έχουν ανατεθεί, εκτελώντας καθήκοντα άτυπου πρέσβη.»[42] Ωστόσο, πριν από την αναχώρηση τού Μπλουμ για το Λονδίνο, ο ντε Γκολ, συνειδητοποιώντας ότι η «αγγλίδα γκουβερνάντα» βρισκόταν στο ναδίρ τού κύρους της, έτοιμη να παραδώσει τη σκυτάλη στα νέα αμερικανικά αφεντικά, αποφάσισε να τον εξουσιοδοτήσει προκειμένου να διαπραγματευθεί, ως έκτακτος πρέσβης τής Γαλλίας, τη σύναψη νέων δανείων με την Ουάσινγκτον.

Πριν ακόμη από το ταξίδι του, η συνολική στάση συνθηκολόγησης από την πλευρά τού Μπλουμ τόσο στο γερμανικό ζήτημα όσο και σε όλα τα σοβαρά ζητήματα που ανέκυψαν μετά τον πόλεμο, όπως, για παράδειγμα, αυτό των εθνικοποιήσεων, φέρνει στο νου την προπολεμική Gleichshaltung (— τη διαδικασία εναρμόνισης με τις πολιτικές τού Ράιχ που συντελέστηκε κατά τη διετία 1938-40 και την οποία είχε επικρίνει δριμύτατα ο Αλεξάντερ Ουέρθ). Η σύγκριση, κατά τη γνώμη μου, αναπόφευκτη, μπορεί να σοκάρει μόνο όσους δεν συμβουλεύθηκαν τα αρχεία.[43] Σε αντίθεση με την επιφυλακτική στάση που τήρησε επί τού θέματος ο επικεφαλής τής σοσιαλιστικής κυβέρνησης Φελίξ Γκουέν, ο Λεόν Μπλουμ, στο πλαίσιο τής αποστολής που του ανατέθηκε από το SFIO — το οποίο, από την πλευρά του, προσέβλεπε στην αποκόμιση σημαντικών εκλογικών οφελών στις επικείμενες εκλογές — υπέγραψε, στις 28 Μαΐου τού 1946, με τον ίδιο ενθουσιασμό όπως και ο «Αμερικάνος» Ζαν Μονέ, τη συμφωνία που έμεινε γνωστή ως «συμφωνία Μπλουμ-Μπερνς». Το μέγεθος των δεσμεύσεων που ανέλαβε ο Μπλουμ, με αντάλλαγμα την παροχή ισχνής οικονομικής «βοήθειας» συνδεδεμένης με λεόντειους όρους, προκάλεσε τη δυσφορία τού Γκουέν, δυσφορία που ήταν απολύτως δικαιολογημένη και που επομένως — σε αντίθεση με τα όσα γράφει ο Ζακ Πορτ, υπό την ρουμπρίκα τού «μαύρου μύθου» — δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως σύμπτωμα τού παθολογικού αντιαμερικανισμού του. Το στοιχείο εκείνο τής συμφωνίας που προκάλεσε τις αντιδράσεις των συγχρόνων του αφορούσε την προοπτική διάλυσης τής γαλλικής κινηματογραφικής παραγωγής, πράγμα για το οποίο ήταν ενήμερος ο Μπλουμ, όπως άλλωστε και όλα τα άλλα μέλη τής γαλλικής αντιπροσωπείας. Κατά την επιστροφή του, ο Μπλουμ επέλεξε, ωστόσο, να αποκρύψει επιμελώς το ζήτημα τής επαπειλούμενης καταστροφής τής εγχώριας φιλμικής παραγωγής, παρουσιάζοντας μια υπερβολικά ρόδινη περιγραφή τής «αμερικανικής βοήθειας», εξίσου παραπλανητική με την αναφορά τού περιστατικού στα απομνημονεύματα τού Ζαν Μονέ.[44] Εν προκειμένω, η προπαγανδιστική εκστρατεία που διεξήγαγε ο Μπλουμ, τόσο αυτοπροσώπως όσο και μέσω των σελίδων τής Populaire, δεν στάθηκε ικανή να αποτρέψει τις δυναμικές και μαζικότατες κινητοποιήσεις ενός κλάδου με υψηλά ποσοστά συνδικαλιστικής συμμετοχής και οργάνωσης, κινητοποιήσεις στις οποίες πρωτοστάτησαν οι οργανώσεις των «ενωτικών».[45]

Την περίοδο τής βραχύβιας «ομοιογενούς σοσιαλιστικής κυβέρνησης» ο Μπλουμ θα ολοκληρώσει τη συμβολή του στη συγκρότηση τού μπλοκ των δυτικών δυνάμεων συνεργαζόμενος με τον εξίσου αντισοβιετικό ηγέτη των Εργατικών και τότε υπουργό Εξωτερικών Ε. Μπέβιν, που και αυτός επιθυμούσε σφόδρα την ανάπτυξη συμμαχικών δεσμών με τις ΗΠΑ. Η συμμαχία που εγκαινίασαν και η οποία παρήγαγε αποτέλεσμα «έναντι πάντων» αποτέλεσε το πρώτο βήμα για την επανένταξη των τέως φασιστικών δυνάμεων στον δυτικό συνασπισμό που, τον Απρίλιο τού 1949, θα βαφτιζόταν Ατλαντικό Σύμφωνο. Όπως ήταν φυσικό, οι εξελίξεις θορύβησαν τη Μόσχα, που διέβλεπε τον κίνδυνο τής επανάληψης τής Τετραμερούς Συμφωνίας [Ιούνιος 1933] ή και τής εκ νέου δημιουργίας ενός «υγειονομικού κλοιού» γύρω από την ΕΣΣΔ. Η επίσπευση τής διαδικασίας συγκρότησης τού «δυτικού μπλοκ» βρήκε επίσης κατηγορηματικά αντίθετο, τόσο για λόγους αρχής όσο και για πρακτικούς λόγους, τον φιλοσοβιετικό πρέσβη στη Μόσχα, τον στρατηγό Κατρού, που όμως διέθετε ελάχιστα περιθώρια αντίδρασης. Κι αυτό γιατί ο πολιτικός αυτός, που από την πρώτη στιγμή είχε ταχθεί στο πλευρό τού Ντε Γκολ, εξακολουθούσε (εσφαλμένα) να αποδίδει σημασία στη «συνθήκη συμμαχίας και αμοιβαίας βοήθειας μεταξύ τής Γαλλικής Δημοκρατίας και τής Ένωσης των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών» που συνήφθη στις 10 Δεκεμβρίου 1944 ανάμεσα στον Στάλιν και τον Ντε Γκολ, ο οποίος μάλιστα την είχε χαιρετίσει ως ορόσημο στην αντίσταση κατά τής βαρβαρότητας τού Τρίτου Ράιχ. Επιπλέον, είχε λάβει εντολή από τον Μπλουμ να ζητήσει συνάντηση με τον Μολότοφ, προκειμένου να καθησυχάσει τους Σοβιετικούς όσον αφορά τον «σκοπό τής επίσκεψής του στο Λονδίνο». Ενεργώντας σύμφωνα με τις οδηγίες που έλαβε,[46] ο πρέσβης θα επιχειρήσει να κατευνάσει «τις υποβόσκουσες ανησυχίες» τής Μόσχας για το ενδεχόμενο σύναψης μιας αντισοβιετικής συμφωνίας με την Αγγλία. Ο Κατρού, όπως και οι Σοβιετικοί, θα πληροφορηθούν εκ των υστέρων μόνον «την απόφαση τής γαλλικής και αγγλικής κυβέρνησης να συνάψουν συμμαχία», απόφαση η οποία, επομένως, υιοθετήθηκε «στο περιθώριο τού διακηρυγμένου πλαισίου των διαπραγματεύσεων».[47]

Η παρασκηνιακή δράση τού Μπλουμ εκτιμήθηκε δεόντως και οι «αμερικανικοί κύκλοι» τού Παρισιού έκαναν μάλιστα την πρόβλεψη ότι η πολιτική τής επόμενης κυβέρνησης (που τελικά συγκροτήθηκε στις 21 Ιανουαρίου με την ίδια τρικομματική σύνθεση) επρόκειτο να κινηθεί προς την εξής κατεύθυνση: «Ο κ. Μπιντό θα αποστασιοποιηθεί από τη μέχρι τούδε ασκούμενη εξωτερική πολιτική, η οποία ευθυγραμμιζόταν με τις απόψεις τού στρατηγού Ντε Γκολ, και θα κινηθεί από εδώ και πέρα στη γραμμή που χάραξε ο κ. Λεόν Μπλουμ. Η στάση αυτή θα αποτελούσε παράγοντα συμβολής στην προσέγγιση Γαλλίας-Αγγλίας και θα έστελνε μήνυμα συσπείρωσης στην αγγλοαμερικανική γραμμή τής επίδειξης πυγμής απέναντι στη Μόσχα».[48] Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Λεόν Μπλουμ πρόσφερε κάλυψη και άλλοθι στη στροφή τού Μπιντό, αφού αυτός θα μπορούσε εύλογα να ισχυριστεί, ακόμη και προς το κόμμα του, το MRP, που επίσης διακατεχόταν από έντονα αντισοβιετικά αισθήματα, ότι η εν λόγω πολιτική ικανοποιούσε τα συμφέροντα των κοινών τους φίλων και συμμάχων.

Το αντισημιτικό μίσος αλλά και η κοινωνική εμπάθεια των αγνωμόνων κυρίαρχων τάξεων, κυρίως μετά την απόσπαση παραχωρήσεων από το εργατικό κίνημα την άνοιξη τού 1936, ήταν τα στοιχεία εκείνα που συνέβαλαν πρωτίστως στην παγίωση τής φήμης τού Λεόν Μπλουμ ως ανθρώπου τής Αριστεράς. Θα μπορούσε ίσως να ισχυριστεί κανείς ότι η εμπιστοσύνη που ενέπνεε και που εκφραζόταν ανεπίσημα σε ιδιωτικούς κύκλους λόγω τής κοινωνικοοικονομικής του μετριοπάθειας, τού σεβασμού του για την κατεστημένη τάξη και τής διακριτικότητάς του όσον αφορά τους αντιδημοκρατικούς σχεδιασμούς, για τους οποίους ήταν πλήρως ενημερωμένος, αποτελούσε την ανάστροφη όψη τής δημόσιας απαξίωσης τού προσώπου του. Είναι, πράγματι, αξιοσημείωτο ότι δεν αντιμετωπιζόταν με την ίδια απέχθεια και εχθρότητα, που αντιμετώπιζε, για παράδειγμα, ο εβραίος αριστερός υπουργός Ζαν Ζε ή ο δεξιός Ζορζ Μαντέλ, τον οποίο οι αντισημιτικοί και γερμανόφιλοι κύκλοι των ελίτ μεταχειρίζονταν ως παρία λόγω τής δύσπιστης στάσης του απέναντι στο Ράιχ. Ως πρωθυπουργός, ο Μπλουμ την επαύριο τού πραξικοπήματος τού Φράνκο θα παραδώσει τη δημοκρατική Ισπανία βορά στα στρατεύματα τού Χίτλερ και τού Μουσολίνι. Δεν έκανε επίσης τίποτε για να ματαιώσει άλλες προδοσίες — πράγμα το οποίο θα απαιτούσε την ανάληψη εκ μέρους του ισχυρών πρωτοβουλιών — και, πιο συγκεκριμένα, τις διαδοχικές προσαρτήσεις τής Αυστρίας και Τσεχοσλοβακίας στο Ράιχ, την πατρότητα των οποίων διεκδίκησαν άλλοι πρωθυπουργοί και υπουργοί των εξωτερικών. Σε αντιδιαστολή με τις ειλικρινείς προσπάθειες τού Μπαρτού (ή τους ευσεβείς πόθους χωρίς αντίκρισμα τού Εριό), ο Μπλουμ δεν επιχείρησε καν να δώσει ώθηση στην ιδέα υλοποίησης τού γαλλοσοβιετικού συμφώνου, που θα έβαζε φραγμό στα σχέδια τού Ράιχ για την εξαπόλυση μονομέτωπης επίθεσης κατά τής ΕΣΣΔ. Μετά τη λήξη τού πολέμου μετατράπηκε σε θιασώτη τής χάραξης ενός «τρίτου δρόμου» ανάμεσα στα δύο αντιθετικά κοινοωνικοοικονομικά μοντέλα τής ΕΣΣΔ και των ΗΠΑ, από τα οποία θεωρητικά κρατούσε ίσες αποστάσεις. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις αρχειακές μαρτυρίες, χρησιμοποίησε τη δεδηλωμένη του ουδετερότητα ως άλλοθι, προκειμένου να προσδώσει επίφαση δημοκρατίας και ελευθερίας στο σχέδιο τής «αμερικανικής ειρήνης», κατ’ αντιδιαστολή προς το σοβιετικό μοντέλο, το οποίο, ήδη από τη δεκαετία τού είκοσι, παρουσίαζε ως το απόλυτο παράδειγμα προς αποφυγή.

Πολλοί ήταν εκείνοι που, ακολουθώντας το παράδειγμα τής Ανί Κριγκέλ, προσπάθησαν να ερμηνεύσουν «την απεριόριστη περιφρόνηση που έτρεφαν οι κομμουνιστές για τον Μπλουμ», «την απόλυτη, την ακραία εχθρότητα με την οποία αντιμετώπιζαν τον ηγέτη τού SFIO», «την εμπάθειά τους προς το πρόσωπό του», ή και το μίσος των Σοβιετικών «γι’ αυτόν τον αντιδραστικό, δεξιό σοσιαλιστή, προδότη τής εργατικής τάξης, υπονομευτή τής ειρήνης, λυσσαλέο εχθρό τής ΕΣΣΔ και τού προλεταριάτου, αστό δημοσιογράφο που διατηρούσε προνομιακές σχέσεις με το μονοπωλιακό κεφάλαιο».[49] Απομένει να εξεταστεί το κατά πόσον ο εξόφθαλμος κοινωνικοοικονομικός αντιμπολσεβικισμός του (— που, όπως δείχνουν τα αρχεία, δεν υπαγορευόταν από ηθικά κίνητρα) αποτελούσε έμμονη ιδέα που στοίχειωνε και τον ιδιωτικό βίο τού πολιτικού, όπως επίσης και ο ρόλος-κλειδί που διαδραμάτισε ο γάλλος ιδρυτής τής αμερικανόδουλης αριστεράς στη δημιουργία εγχώριων και διεθνών, επίσημων ή/και ανεπίσημων αντικομμουνιστικών συμμαχιών την περίοδο προ και μετά τού Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.


Σημειώσεις τού πρωτοτύπου:
[1] Νύξεις στο Ilan Greilsammer, Blum, Paris, Flammarion, 1996, 2ο και 3ο μέρος, σποράδην· παράθεμα, σελ. 239.
[2] «Léon Blum vu par les communistes», Preuves, n° 182, Απρίλιος 1966, σελ. 34-46, πρότυπο που ακολούθησε ο Greilsammer, Blum, σελ. 241-243.
[3] Γενικό αρχείο και ατομικές καταχωρίσεις για όλους τους κομμουνιστές που συνελήφθησαν, βάσει τού νομοθετικού διατάγματος τής 26 Σεπτεμβρίου 1939, με το οποίο ετέθη εκτός νόμου το ΓΚΚ, στην περιοχή που εκτεινόταν από το Σεν-ε-Ουάζ μέχρι το διαμέρισμα τού Μπελφόρ και την Αλγερία (Αλγέρι, Οράν και Κονσταντίν), ντοσιέ «φάκελος ακτιβιστών», F7 15277, ακτιβιστές, παρακολούθηση τού ΚΚ, 1940-1948, Εθνικά Αρχεία [AN]. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα πλουτισμού πολιτικών προσώπων και από τον χώρο τής αριστεράς, δες Annie Lacroix-Riz, Le Choix de la défaite : les élites françaises dans les années 1930, Paris, Armand Colin, 2006, καινούργια ανανεωμένη και εμπλουτισμένη έκδοση που θα κυκλοφορήσει το 2010.
[4] «Ο κ. Λεόν Μπλουμ απέσυρε προσφάτως σημαντικά ποσά από την «Κρεντί Λιονέ», τα οποία μετέφερε σε διάφορες τράπεζες τής Γενεύης. Οι συνολικές καταθέσεις τού σοσιαλιστή ηγέτη ανέρχονται σήμερα σε περίπου 40 εκ.» RGPP [Γενική υπηρεσία πληροφοριών τής αστυνομικής διεύθυνσης τού Παρισιού], Εμπιστευτικά Αρχεία, μοναδικό αντίτυπο [ACPU], 30 Ιουνίου 1932, φάκελος «Πληροφορίες, 1920-1962», BA [Βιβλιοθήκη τού Αρσενάλ] 1978, «Λεόν Μπλουμ», APP [Αρχεία Αστυνομικής Διεύθυνσης], κ.τ.λ.
[5] Τελευταίο παράθεμα, Greilsammer, Blum, σελ. 242 (η λέξη στον πληθυντικό [;]).
[6] RGPP, 27 Φεβρουαρίου 1928, GA, F 3, Λιντοβίκ-Οσκάρ Φροσάρ, APP.
[7] Michael Jabara Carley, Revolution and Intervention: The French Government and the Russian Civil War, 1917-1919, Kingston & Montréal, McGill-Queen’s University Press, 1983· «Episodes from the early Cold War: Franco-Soviet relations, 1917-1927», Europe-Asia Studies, τόμ. 52, n° 7, 2000, σελ. 1275-1305.
[8] Πρόκειται στην πραγματικότητα για το σκάνδαλο τής Βιομηχανικής Τράπεζας τής Κίνας, στο οποίο βρέθηκαν αναμεμειγμένοι οι δύο αδελφοί Μπερτελό, ο γερουσιαστής Αντρέ, ένας εκ των δύο «διαχειριστών των εκλογικών εσόδων και εξόδων τού Εθνικού Μετώπου», και ο Φιλίπ· αυτό ωστόσο δεν ήταν το μοναδικό σκάνδαλο στο οποίο ενεπλάκησαν, F7 12951, 1918-20 και 1922, και 12952, 1923, Εθνικά Αρχεία [AN] (παράθεμα, P/1484, «Η δίκη τής Βιομηχανικής Τράπεζας τής Κίνας», Παρίσι, 10 Απριλίου 1923, F7, τόμ. 12952)· αναφέρεται μάλιστα στα αρχεία (30/9/1930) ότι ο Φιλίπ Μπερτελό επρόκειτο να υποβάλει άμεσα την παραίτησή του για να «επιληφθεί σημαντικών οικονομικών ζητημάτων», A.9089, Παρίσι, 9 Σεπτεμβρίου 1930, F7 12957, 1930, AN (στην πραγματικότητα, αποχώρησε από τα καθήκοντά του το 1933, ένα χρόνο πριν τον θάνατο του)
[9] Greilsammer, Blum, σελ. 211-212.
[10] Pertinax, Les fossoyeurs: défaite militaire de la France, armistice, contre-révolution, Νέα Υόρκη, 1943, τόμ. I, σελ. 293 και 247-249.
[11] RG, 17 Ιουλίου 1940, BA 1976, «Pierre Laval», APP· Lacroix-Riz, De Munich à Vichy, l’assassinat de la 3ème République, 1938-1940, Παρίσι, Armand Colin, 2008, ευρετήριο, λήμμα «Léon Blum».
[12] Σχετική μνεία στο Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας τής Γαλλίας [Conseil général de la Banque de France (CGBF)], συνεδρίαση 25, 22 Μαΐου 1936, σελ. 235-246, Αρχεία τής Τράπεζας τής Γαλλίας [Archives de la Banque de France (ABF)].
[13] RG άνευ παραπομπής, 8 Μαΐου 1936, F7 13983, νεοσύλλεκτοι τής Αστυνομικής Διεύθυνσης και τής Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας 1936, AN [Εθνικά Αρχεία].
[14] Προσωπική Επιστολή τού Π.Κενέ στον Ρ. Λακούρ-Γκαγιέ, 28 Οκτωβρίου 1930, 1069199211/31, ABF· για τους τραπεζίτες που ζητούσαν πολιτική πυγμής έναντι των λαϊκών διεκδικήσεων στην Ιταλία, Γερμανία και αλλού, δες Le choix, ευρετήριο, λήμμα «BRI» [BIS], και Trepp Gian, Bankgeschäfte mit dem Feind. Die Bank für Internationalen Zahlungsausgleich im Zweiten Weltkrieg. Von Hitlers Europabank zum Instrument des Marshallsplans, Zurich, Rotpunktverlag, 1996.
[15] Η ονομασία προέκυψε μετά την αναδιοργάνωση τής Γενικής Συνομοσπονδίας Παραγωγής τής Γαλλίας, τον Ιούλιο τού αυτού έτους.
[16] PP [Αστυνομική Διεύθυνση] 429, 28 Ιουλίου 1936, GA, C 25, «Επιτροπή Ανθρακωρυχείων», APP [Αρχεία Αστυνομικής Διεύθυνσης]. Νύξεις στο Le choix, κεφ. 3 και 6 (κυρίως σελ. 243-247).
[17] «Έκτακτη συνεδρίαση» στις 9 Ιουνίου 1936, 38 σελ. (παρασκηνιακή κίνηση), Πρακτικά τής Συνέλευσης των προέδρων, σειρά IX, 1 (44 έως 48), 1933-1938· επίσης συνεδρίαση τής 6 Ιουλίου 1936, IX, 2 (8), Πρακτικά επιτροπών και συνεδριάσεων των προέδρων των εμπορικών επιμελητηρίων, αρχεία CCP.
[18] Πρακτικά τού συνεδρίου, σελ. 288, 291 και 312, BDIC [Bibliothèque De Documentation Internationale Contemporaine], 8° P 3025 και Lacroix-Riz, «Unitaires et Confédérés d’une réunification à l’autre (1934-1943)», CHIRM: Cahiers d’histoire de l’institut de recherches marxistes, n° 15, 1983, σελ. 36 και επόμ. (31-58).
[19] Υπόμνημα επισυναπτόμενο στην επιστολή Sa. 3-1421 Φοπέλ προς Νόιρατ, Σαλαμάνκα, 13 Απριλίου 1937, Documents on German Foreign Policy (DGFP), D, III, σελ. 270-1. Για τους Μπλουμ, Σπινάς, Κουτρό και λοιπούς, Le choix, ευρετήριο και κυρίως κεφάλαιο 6.
[20] Lacroix-Riz, «L’Église de France et la reconstitution de la droite après la Libération, 1944-1946», στο La recomposition des droites en France à la Libération 1944-1948, (έκδ. υπό τη διεύθυνση των Gilles Richard & Jacqueline Sainclivier), Rennes, Presses universitaires de Rennes, 2004, σελ. 111-124.
[21] Σημείωμα DGSN-DRG [Γενικής Διεύθυνσης Εθνικής Ασφάλειας-Πληροφοριών: Direction générale de la sûreté nationale-Direction des Renseignements Généraux], Πηγή: RG Λίλλη, 15 Δεκεμβρίου, Παρίσι, 20 Δεκεμβρίου 1945, F7, τόμ. 15291, θρησκευτικοί κύκλοι, καθολική εκκλησία, πολιτική στάση επισκόπων/αρχιεπισκόπων κατά την κατοχή.
[22] RGPP, ACPU, 22 Σεπτεμβρίου 1945, BA 1978, «Léon Blum», APP.
[23] Lacroix-Riz, «CGT et revendications ouvrières face à l’État, de la Libération aux débuts du Plan Marshall (septembre 1944-décembre 1947). Deux stratégies de la Reconstruction», Διδακτ. Διατριβή Paris I, 1981, και La CGT de la Libération à la scission (1944-1947), Paris, Éditions Sociales, 1983, ευρετήριο.
[24] RGPP, χειρόγραφο σημείωμα, 29 Οκτωβρίου 1945, BA 1978, «Léon Blum», APP.
[25] Για αυτή τη μηχανορραφία, καθώς και γενικότερα για ό,τι αφορά την μεταπολεμική περίοδο, δες σημ. αρ. 23.
[26] RGPP, 13 Δεκεμβρίου 1946, BA 1978, «Léon Blum», APP.
[27] RGPP, 10 Απριλίου 1947, BA 1978, «Léon Blum», APP. Για τον Σουμάν, Lacroix-Riz, Le choix και «Frankreich und die europäische Integration. Das Gewicht der Beziehungen mit den Vereinigten Staaten und Deutschland, 1920-1955», Beiträge zur Geschichte des Nationalsozialismus, Thomas Sandkuehler et al. (συντ.), Göttingen, Wallstein-Verlagen, τόμ. 18, 2002, σελ. 145-194.
[28] Καταχώρηση 4636, 7 Μαΐου 1936, F7 13983, AN [Εθνικά Αρχεία].
[29] Διπλωματική αναφορά A 3344, Παρίσι, 6 Αυγούστου 1936, DGFP, C, V, σελ. 881-882.
[30] Τηλεγράφημα 482 Βελτσέκ προς Νόιρατ, Παρίσι, 21 Αυγούστου 1936, και επιστολή στον Ντίκχοφ, 2 Σεπτεμβρίου 1936, DGFP, D, III, σελ. 49 και 68.
[31] Jean-Baptiste Duroselle, La décadence de la France, 1932-1939, Paris, Le Seuil, 1983, σελ. 142.
[32] Παράβαλε τα λεγόμενα τού Μπλουμ προς τους Αμερικάνους, Lacroix-Riz, Le choix, κεφάλαια 7-10, σποράδην (για τις Βαλτικές Χώρες, σελ. 489) με τα όσα απευθύνει στους σοβιετικούς, Carley, «A Soviet Eye on France from the rue de Grenelle in Paris», Diplomacy & Statecraft, τόμ. 17, αρ. 2, Ιούνιος 2006, σελ. 295-346.
[33] « Démocratie ou bolchevisme », 9 Νοεμβρίου 1918, L’Humanité.
[34] C. 5021, από τους διαδρόμους τής Βουλής, 16 Μαΐου 1936, F7 13983, AN.
[35] The twilight of France, 1933-1940, New York, Harpers & Brothers Publishers, 1942, σελ. 165, και C/81, 13 Φεβρουαρίου 1937, F7 14875, AN.
[36] Κλεμάν Μορέ, Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας τής Γαλλίας [CGBF], έκτακτη συνεδρίαση 43, 22 Σεπτεμβρίου 1931, σελ. 473 και Le choix.
[37] Eric Thomas Chester, Covert network, Progressives, the International Rescue Committee and the CIA, Armonk, New York, M. E. Sharpe, 1995.
[38] Anthony Carew, Labour under the Marshall Plan, Manchester, Manchester University Press, 1987· «The Schism within the World Federation of Trade Unions: Government and Trade Union Diplomacy», International Review of Social History, 1984, τρίτο μέρος, σελ. 297-335· «The origins of CIA financing of AFL programs», Covert Action Quarterly, Άνοιξη-Καλοκαίρι 1999, 56-60, συντομευμένη εκδοχή τού «The American Labor Movement in Fizzland: the Free Trade Union Committee and the CIA», Labor History, τόμ. 39, n° 1, 1998, σελ. 25-42· «Conflict within the ICFTU: Anti-Communism et Anti-Colonialism in the 1950», International Review of Social History, 41, 1996, σελ. 147-181.
[39] Τηλεγράφημα 851.00/4-347 τού Κάφρι, Παρίσι, 3 Απριλίου, Foreign Relations of the United States, 1947 τόμ. III, σελ. 696.
[40] Edward Rice-Maximin, “The United States and the French Left, 1945-1949: the View from the State Department”, Journal of Contemporary History (JCH), τόμ. 19, 1984, σελ. 729-74· Lacroix-Riz, Le choix de Marianne: les relations franco-américaines de 1944 à 1948, Paris, Éditions Sociales, 1986· «Du bon usage de la “politique de la gauche non communiste”», CHIRM: Cahiers d’histoire de l’institut de recherches marxistes, n° 30, 1987, σελ. 75-104· «Autour d’Irving Brown: l’AFL, le Free Trade Union Committee, le Département d’État et la scission syndicale française (1944-1947)», le mouvement social, Απρίλιος 1990, σελ. 79-118; «La scission de 1947 (1943-1947)», στο Pierre Cours-Salies & René Mouriaux (συντονιστές), L’unité syndicale en France, 1895-1995, Paris, Syllepses, 1997, σελ. 31-50.
[41] RGPP, ACPU, 22 Σεπτεμβρίου 1945, BA 1978, «Léon Blum», APP.
[42] RGPP, ACPU, 25 Οκτωβρίου 1945, BA 1978, «Léon Blum», APP.
[43] Ως είθισται, τα αρχεία τής RG, κυρίως από τον Φεβρουάριου μέχρι τον Μάιο τού 1946, είναι αποκαλυπτικότερα από εκείνα τού Και Ντ’ Ορσαί (παράβαλε BA 1978, «Λεόν Μπλουμ», APP, και Le choix de Marianne)
[44] Mémoires, Paris, Fayard, 1976, όπου καταρρίπτονται όλα τα ρεκόρ ψευδολογίας.
[45] Jacques Portes, «Les origines de la légende noire des accords Blum-Byrnes», rhmc: revue d’histoire moderne et contemporaine, Απρίλιος-Ιούνιος 1986, σελ. 314-329· Α. Lacroix-Riz, «Négociation et signature des accords Blum-Byrnes (octobre 1945-mai 1946) d’après les archives du Ministère des Affaires étrangères», rhmc, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1984, σελ. 417-447· Le choix de Marianne· «Du bon usage»· Marion Heilmann, «Les accords Blum-Byrnes et le cinéma français: histoire, enjeux et conséquences, des années trente à 1948 », Μεταπτυχιακή Εργασία, université Paris 7, 2000-2001.
[46] Τηλεγράφημα 95 Μπλουμ, Παρίσι, και 94-96 Κατρού, Μόσχα, 13 Ιανουαρίου 1947, Ευρώπη-ΕΣΣΔ 1944-1949, τόμ. 52, διμερείς σχέσεις Γαλλίας-ΕΣΣΔ, Ιούνιος 1945-Νοέμβριος 1947, ΥπΕξ. «Συμμαχία», ΕΣΣΔ 1944-1949, τόμ. 51, Γαλλία-ΕΣΣΔ, Σεπτέμβριος 1944-Μάιος 1945, ΥπΕξ, και Lacroix-Riz, «La transformation d’un ami en ennemi: l’URSS, le Quai d’Orsay, Washington et la presse entre l’alliance de guerre et la guerre froide, 1941-1948», Pratiques et cultures politiques dans la France contemporaine. Hommage à Raymond Huard, Centre d’histoire contemporaine du Languedoc-Roussillon, Université Paul Valéry, Montpellier III, 1995, σελ. 111-149.
[47] Ο Κατρού παραθέτει τα πιθανά επιχειρήματα που θα χρησιμοποιούσε ο Μολότοφ μετά τη διαπίστωση τής παρασπονδίας (επιχειρήματα που ασπάζεται και ο ίδιος ο Κατρού), τηλεγρ. 152-161, Μόσχα, 21 Ιανουαρίου 1947, ΕΣΣΔ 1944-1949, τόμ. 52.
[48] RG, αντίγραφο β΄ ενότητας, 28 Ιανουαρίου 1947, GA, B 8, «Ζορζ Μπιντό», APP.
[49] Ilan Greilsammer, Blum, σελ. 240-241 και 494 (φράσεις τού συγγραφέα ή παραθέματα από την Ανί Κριγκέλ (και τη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια)).


22:40–>ΣΥΡΙΖΑ: μια αριστερά συντηρητική μέχρι το μεδούλι


Σημειώσεις μεταφραστή
:
[i][Το γαλλικό τμήμα τής εργατικής διεθνούς]
[ii][Renseignements généraux de la préfecture de police (RGPP): γενική υπηρεσία πληροφοριών τής αστυνομικής διεύθυνσης τού Παρισιού.]
[iii][Υπ.Εξ.]
[iv][Cartel des Gauches]
[v][Εντουάρ Εριό]
[vi][Sozialdemokratische Partei Deutschlands]
[vii][CCIP: Chambre de commerce et d’industrie de Paris]
[viii][CGPF: Confédération générale de la Production française]
[ix][«Πάγωμα» των εργατικών διεκδικήσεων]
[x][Confédération générale du travail: Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας]
[xi][«Force ouvrière» & CFTC: Confédération française des travailleurs chrétiens.]
[xii] Στο πρωτότυπο «gouvernante anglaise» (αγγλίδα γκουβερνάντα) [sic].
[xiii] Non Communist Left Policy
[xiv] kick the Communists out of the Cabinet

Advertisements
 
Σχολιάστε

Posted by στο 09/12/2012 in «Αριστερά», Κράτος

 

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s