RSS

Δημοκρατία «Ανοχής»: Gleichschaltung-ΕΚΜ — Νοέμβριος 1938

07 Μαρ.

Ρίμπεντροπ στο μνημείο τού άγνωστου στρατιώτη, Παρίσι, Δεκ.1938

Η κατάργηση τής εβδομάδας των 40 ωρών με φόντο την ξενοφοβία [pdf]
[Α. Lacroix-Riz, Από το Μόναχο στο Βισί,
Κεφάλαιο ΙΙΙ: «Ο πόλεμος σε βάρος των εργαζoμένων»]

Η αποθάρρυνση τής εργατικής τάξης, όπως διεφάνη με την αποτυχία τής μακράς απεργίας των λιμενεργατών στη Μασσαλία (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1938), κρίθηκε επαρκής προκειμένου να δοθεί το τελειωτικό χτύπημα, όπως απαιτούσαν η Τράπεζα τής Γαλλίας και η Γενική Συνομοσπονδία Παραγωγής τής Γαλλίας,[i] χωρίς τον κίνδυνο πρόκλησης σοβαρών αντιδράσεων. Στις 21 Αυγούστου, ο Νταλαντιέ ανακοίνωσε σε ραδιοφωνική του ομιλία ότι σκόπευε «να στρώσει τη Γαλλία ξανά στη δουλειά» και ότι θα προέβαινε σε επιμήκυνση τής εργάσιμης εβδομάδας των 40 ωρών — που μπορούσε πλέον να φτάνει «μέχρι και τις 48 ώρες την εβδομάδα στις επιχειρήσεις που ενδιαφέρουν την εθνική άμυνα»—, χωρίς να είναι διατεθειμένος να «αναλωθεί» σε επιβλαβείς «αντιπαραθέσεις», από τη στιγμή μάλιστα που η χώρα είχε «απέναντί της μια σειρά από αυταρχικά κράτη που εξοπλίζονται χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τη διάρκεια τού εργάσιμου χρόνου».[513] Όπως παρατήρησε ο Γκι Λα Σαμπρ,[ii] ο πρωθυπουργός ήταν αποφασισμένος να δείξει πυγμή γνωρίζοντας ότι «οι προτάσεις του για τον νόμο των 40 ωρών ήταν απίθανο να προκαλέσουν σοβαρή εργατική εξέγερση και να οδηγήσουν σε πτώση την κυβέρνηση».[514]

Μετά τη σύναψη των συμφωνιών τού Μονάχου η περιρρέουσα ατμόσφαιρα έντονου αντικομμουνισμού συνέβαλε στο να παραμεριστούν τα συνδικαλιστικά εμπόδια. «Στη διάρκεια τής κρίσης τού Σεπτεμβρίου», ο [συνδικαλιστής] Μπελέν — τον οποίο οι ενωτικοί [κομμουνιστές τής CGT] αποκαλούσαν «τσανακογλείφτη τού Νταλαντιέ»[515] — και η παρέα του (Φρουαντεβάλ, Ντιμουλέν, Αντρέ Ντελμά, Ζαν Ματέ, Ρενέ Μπαρ, κ.λπ.) «ξημεροβραδιάζονταν στους προθαλάμους τού Υπουργείου των Εξωτερικών τού κ. Μπονέ» και στα πολιτικά γραφεία των συναδέλφων του. Κατά το ίδιο διάστημα, πέραν των «συνεστιάσεων» με πρόσωπα όπως ο Ντεά, ο Μπαρτελεμί Μοντανιόν, ο Ζαν Πιό, ο Εμίλ Ρος[516], ο ντε Μονζί κ.ά., τα συνδικαλιστικά στελέχη πολλαπλασίασαν τις «επαφές» και τις διαβουλεύσεις τους, μεταξύ άλλων, με τον Φλαντέν,[iii] πράγμα που ο Ματέ υποχρεώθηκε να το παραδεχθεί, εν μέσω αποδοκιμασιών, στο συνομοσπονδιακό συνέδριο τής CGT, στα μέσα Νοεμβρίου,[517] όταν ο Ντελμά εκφώνησε μια πανομοιότυπη ομιλία με εκείνη τού προέδρου τής Δημοκρατικής Συμμαχίας στο συνέδριο τού κόμματός του, επαναλαμβάνοντας, μάλιστα, κατά γράμμα, τη σχετική στιχομυθία με τον Ρεϊνό περί «κρουνών» και «μυδραλιοβόλων».[518][iv] Οι ενωτικοί δεν έδωσαν τότε συνέχεια στο θέμα. Χρειάστηκε, ωστόσο, να περιμένουμε μέχρι το 1941, για να μάθουμε από τον Μονζί μέρος, μόνον, τής αλήθειας (—την εποχή, δηλαδή, που ο ίδιος και ο Μπελέν δεν έκρυβαν πλέον τον δωσιλογισμό τους): τον Σεπτέμβριο τού 1938, «μέρα με τη μέρα — ή, ακριβέστερα, βράδυ με το βράδυ — συνέρρεαν όλο και περισσότεροι «ειρηνόφιλοι»: ταχυδρόμοι, μεταλλωρύχοι, οι νεοαποστάτες τής CGT» (21 Νοεμβρ.). Αυτοί οι «διαβόητοι και μέχρι πρότινος επικίνδυνοι συνδικαλιστές», όπως, λόγου χάρη, «ο φίλος [τ]ου ο Μπαρ» (τού συνδικάτου μεταλλωρύχων) και αγωνιστικά στελέχη τού συνδικάτου «Ταχυδρομείων & Τηλεπικοινωνιών» [P.T.T.], περίμεναν, στον «προθάλαμο» τού γραφείου τους, την έξοδο τού [Εμίλ] Ρος και τού Ζοζέφ Καϊγιό (ένας άλλος διαβόητος γερμανόφιλος και γνωστός δολοπλόκος), για να εξυμνήσουν εν χορώ — «αφήνοντας πίσω τους τις κοινωνικές διαμάχες των τελευταίων δέκα–δώδεκα ετών» — την αγάπη για την «ειρήνη» που διέκρινε αυτόν τον «αριστοκράτη», τον Καϊγιό (23 Νοεμβρ.). Όπως ομολογεί ο ίδιος ο Μονζί, όλες οι πρωτοβουλίες που, υποτίθεται, ανέλαβε το συνδικαλιστικό ρεύμα Syndicats υπαγορεύθηκαν από εκείνα τα μέλη τού υπουργικού συμβουλίου που συγκαταλέγονταν στους πλέον ένθερμους οπαδούς τής πολιτικής τού Μονάχου — όπως, για παράδειγμα, η «έκκληση, συντεταγμένη σε άψογο ύφος» των «ταχυδρόμων και των […] δασκάλων» στις 26 Σεπτεμβρίου, «τής οποίας οι συντάκτες ήσαν ομοτράπεζοι και οικείοι μας και μοιράζονταν τις ίδιες ελπίδες και τις ίδιες αγωνίες με εμάς».[519]

Ως εκ τούτου, όπως επισήμανε ο ειδικός επί τού θέματος φον Βελτσέκ,[v] ο Νταλαντιέ μπόρεσε άφοβα να χρησιμοποιήσει στις 6 Οκτωβρίου «την έξυπνη τακτική τού διατάγματος ανάθεσης πλήρων εξουσιών» για να πάρει τη ρεβάνς για το αποτέλεσμα τού 1936. Το SFIO,[vi] αρκούμενο στις θολές διαβεβαιώσεις των ριζοσπαστών, παραχώρησε «στον Νταλαντιέ, σε μία κρίσιμη στιγμή για τη χώρα και για δεύτερη φορά στη διάρκεια τής πρωθυπουργικής του θητείας, πλήρεις δημοσιονομικές εξουσίες κατά παράκαμψη του Κοινοβουλίου. [… Η ] προσωπική παρέμβαση τού Εριό, αργά τα μεσάνυχτα, και […] οι υποσχέσεις τού Νταλαντιέ να μην θίξει κατ’ αρχήν το εβδομαδιαίο ωράριο των 40 ωρών» ήταν αρκετές για να πείσουν τα μέλη τής «σοσιαλιστικής κοινοβουλευτικής ομάδας» να απόσχουν από την ψηφοφορία, προκειμένου, υποτίθεται, «να μην θέσουν σε κίνδυνο την κυβέρνηση […]. Καθώς η Γερουσία είχε, το ίδιο απόγευμα, εγκρίνει σχεδόν ομόφωνα και χωρίς τροποποιήσεις το σχέδιο νόμου για την ανάθεση έκτακτων εξουσιών, θεωρείτ[ο] βέβαιη η υιοθέτηση τού νομοσχεδίου κατά την ολοκλήρωση τής έκτακτης συνεδρίασης τού Κοινοβουλίου».[520] Στις 12 Οκτωβρίου, ο Φιπς[vii] επιβεβαίωσε ότι το SFIO θα τηρούσε διαλλακτική στάση σε σχέση με την κατάργηση τού σαραντάωρου δεδομένης «τής γενικής αναγνώρισης τής κρισιμότητας τής οικονομικής κατάστασης και τής ανάγκης δραστικής αύξησης τής παραγωγής». Πράγματι, το κόμμα βρισκόταν ήδη σε μυστικές διαβουλεύσεις με τους ενδιαφερόμενους και οι μόνες διαφωνίες του περιορίζονταν σε διαδικαστικά ζητήματα: «Στον χώρο τής Δεξιάς και τού Κέντρου υπάρχει έντονη επιθυμία να αναμορφωθεί ριζικά το σύστημα τής εβδομάδας των σαράντα ωρών, αλλά […] οι κκ. Μπλουμ και Ζουό [CGT], τη γνώμη των οποίων ζήτησε πρόσφατα ο κ. Νταλαντιέ, εξέφρασαν την αντίθεσή τους στη λήψη σχετικών άμεσων μέτρων, [… με το επιχείρημα ότι] αυτή η ανταγωνιστική αντίληψη τού προβλήματος ενέχει τους μεγαλύτερους κινδύνους πρόκλησης ζητημάτων και αυτό ήταν κάτι που η δεξιά και η [μη κομμουνιστική] αριστερά θα προτιμούσαν να αποφύγουν».[521]

Ήταν γνωστά τοις πάσι αυτά τα «ζητήματα ελάσσονος σημασίας», με τα οποία ασχολήθηκε το συνέδριο των ριζοσπαστών, στις 26-28 Οκτωβρίου, στη Μασσαλία, όπου ο Εμίλ Ρος, ο μέντορας των Syndicats, δεν μπορούσε να κρύψει την ανυπομονησία του για την επερχόμενη διάσπαση τής CGT.[522] Μιλώντας στο ίδιο συνέδριο, ο Νταλαντιέ ανακοίνωσε ότι επρόκειτο, επιτέλους, να ανταποκριθεί στα διαρκή και επίμονα αιτήματα των εκπροσώπων τής μεγαλοεργοδοσίας. Ήταν, πράγματι, ώριμες οι συνθήκες για την απομυθοποίηση τής «αίγλης που περιέβαλε τον ελεύθερο χρόνο των εργατών» (—διατύπωση που είχε χρησιμοποιήσει τον περασμένο Μάιο ο Φερασόν[viii]), για την υλοποίηση «τής αύξησης τής αποδοτικότητας τής παραγωγής και την αποκατάσταση τής λατρείας τής εργασίας. Και αυτό το τελευταίο θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνον υπό την καθοδήγηση τής εργοδοσίας και, ακολούθως, με τη συνδρομή αφοσιωμένων συνεργατών, των οποίων τα συμφέροντα συνδέονταν αλληλέγγυα με αυτά των επιχειρήσεων στις οποίες εργάζονταν».[523] Στις παραμονές τού συνεδρίου των ριζοσπαστών και αμέσως μετά την κατάληψη των σουδητικών εδαφών, τα μέλη αντιπροσωπείας τού εμπορικού επιμελητηρίου τού Παρισιού — φέουδο τής συναρχίας και τής Καγκούλ — που είχαν μόλις επιστρέψει από περιοδεία στο Αμβούργο, το Βερολίνο, την Κολωνία και τη Φρανκφούρτη, δήλωναν εντυπωσιασμένα από το ότι «στα επιβλητικά γερμανικά εργοστάσια, που επισκέφτηκαν» δεν υφίστατο κανένας περιορισμός ως προς «την υπερωριακή εργασία», προσθέτοντας ότι «το ναζιστικό σύστημα» κατόρθωσε να επαναφέρει «τα ηνία τής πολιτικής εξουσίας» στα χέρια των κυρίαρχων τής οικονομίας και υπενθυμίζοντας ότι ο πρόεδρος τού επιμελητηρίου τους, ο κ. Φερασόν, «πίεζε εδώ και δύο χρόνια τη γαλλική κυβέρνηση να πράξει το ίδιο».[524]

Κατόπιν, στη Μασσαλία, ο πρόεδρος τού υπουργικού συμβουλίου εξαπέλυσε μύδρους κατά τού ανεύθυνου ΓΚΚ, απείλησε με κατάργηση «τού δικαιώματος τής απεργίας», κατήγγειλε τη δράση «ορισμένων συνδικαλιστικών εκπροσώπων “βεβαρημένου ποινικού μητρώου”» (θέμα τού οποίου είχε επιληφθεί ο Ρεϊνό στο Υπουργείο Δικαιοσύνης) και εκτόξευσε απειλές κατά των αχάριστων αλλοδαπών, για την αντιμετώπιση των οποίων η κυβέρνηση ήταν διατεθειμένη να προχωρήσει σε αυστηροποίηση τού νόμου «περί τού νομικού καθεστώτος των αλλοδαπών» (Φερασόν). Το τελικό ψήφισμα του συνεδρίου έδινε την εντύπωση ότι αποτελούσε «κήρυξη πολέμου εναντίον τού εργατικού κινήματος […]: “Το κομμουνιστικό κόμμα, έχοντας διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην υποκίνηση των ταραχών που ταλανίζουν τη χώρα, έχοντας παρεμβάλλει προσκόμματα στο έργο των διαδοχικών κυβερνήσεων από το 1936 και εντεύθεν και εφαρμόζοντας, τους τελευταίους ιδιαίτερα μήνες, επικίνδυνες και επιθετικές τακτικές συστηματικής παρακώλυσης, διέρρηξε τους δεσμούς αλληλεγγύης με τα υπόλοιπα κόμματα τού λαϊκού μετώπου”»[525].

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι ριζοσπάστες υπέγραψαν επιδεικτικά το «εσωτερικό τους Μόναχο» προς μεγάλη ικανοποίηση των γερμανών και γάλλων πατρόνων τους. Ο τύπος τού Ράιχ προσποιείτο έκπληξη για τη «σφοδρότητα τού αντικομμουνιστικού ρεύματος που εκφράστηκε στη διάρκεια τού συνεδρίου και [ … για] την εχθρότητα που έδειξε, εν προκειμένω, το τελικό ψήφισμα»· ωστόσο, «δεν έχασε την ευκαιρία να καταγγείλει για άλλη μία φορά τον υπονομευτικό ρόλο των πρακτόρων τής Μόσχας, που είναι οι μόνοι πραγματικοί εχθροί τής ειρήνης, οι μόνοι που έχουν συμφέρον από τη δημιουργία διχόνοιας μεταξύ των λαών».[526] Στέλεχος τής Δημοκρατικής Συμμαχίας, που συμμετείχε ως απεσταλμένος στο συνέδριο των ριζοσπαστών, δήλωσε, στο συνέδριο τού κόμματός του, «ιδιαίτερα εντυπωσιασμένος τόσο από το ισχυρότατο ρεύμα αντικομμουνισμού, όσο και από το πρωτόγνωρο κύμα αποδοκιμασίας τού λαϊκού μετώπου, που εκφράστηκε από το σύνολο σχεδόν των στελεχών».[527] Στις αρχές Οκτωβρίου, ο Βελτσέκ έκανε την εκτίμηση ότι «το Λαϊκό Μέτωπο ήταν στα τελευταία του»: ο οριστικός ενταφιασμός του συνέπεσε με το τέλος τού μήνα.

Την 1η Νοεμβρίου ο Νταλαντιέ προέβη σε κυβερνητικό ανασχηματισμό — πράγμα που, παρά τους σχετικούς ισχυρισμούς τού Γκι Μπουρντέ, έγινε χωρίς αντιδράσεις εκ μέρους τού SFIO [528] — μετακινώντας τον τότε Υπουργό Δικαιοσύνης Πολ Ρεϊνό στο υπουργείο Οικονομίας, στη θέση τού συνάρχη Πολ Μαρσαντό (στο εξής Υπουργός Δικαιοσύνης). Από το νέο του πόστο, ο ψευδοανεξάρτητος Ρεϊνό, που στο παρελθόν είχε ταχθεί υπέρ τής υποτίμησης τού φράγκου κατ’ εντολή τής Επιτροπής Σιδηρομεταλλουργίας και τής Τράπεζας τής Γαλλίας, θα εξαπολύσει σφοδρή επίθεση σε βάρος των δικαιωμάτων τόσο των ημεδαπών μισθωτών όσο και των αλλοδαπών μεταναστών, εργαζομένων ή μη, και θα δώσει τη χαριστική βολή στον νόμο των 40 ωρών. Ο Ρεϊνό θα μεταφέρει στο υπουργείο και θα συμπληρώσει με νέα μέλη τη «μόνιμη ομάδα» του — πυρήνα των επιτροπών Κουτρό και τής «France 1950» — που αποτελούνταν αποκλειστικά από συνάρχες. Ηγετικές θέσεις στην ομάδα κατείχαν τέσσερα πρόσωπα από τη λίστα των «πλέον σημαινόντων αδελφών μελών» τής έκθεσης Σαβέν: ο Ζορζ Ασεμά (επικεφαλής τού υπουργικού γραφείου), ο Αλφρέντ Σοβί (συνεργάτης τού γραφείου τού υπουργού), ο Ιβ Μπουτιγιέ (γενικός γραμματέας) και ο Πολ Μποντουέν.[529] Η συγκεκριμένη ομάδα — που περιελάμβανε και τους Ντομινίκ Λεκά και Ζιλμπέρ Ντεβό, οι οποίοι μαζί με τον Μπουτιγιέ αποτέλεσαν το «καταραμένο τρίο» που, σύμφωνα με τον Περτινάξ, έσερνε από τη μύτη τον υπουργό («Ο Ρεϊνό [ήταν] πλέον άλλος άνθρωπος»[530]) — λειτούργησε ως συναρχικό εκτροφείο μελλοντικών συνεργατών τού Ντε Γκολ: αναφέρω εδώ ενδεικτικά τον Γκαστόν Παλεβσκί — «διευθυντικό στέλεχος τού γραφείου […], τον οποίο ο Φρανσουά Πονσέ είχε διορίσει στη συντακτική ομάδα τού ημερήσιου δελτίου τής Επιτροπής Σιδηρομεταλλουργίας» — τον Ζακ Ριέφ (ένα από τα 46 σημαίνοντα «αδελφά μέλη» τής λίστας Σαβέν), τον συνεργάτη και αναπληρωτή του Μορίς Κουβ ντε Μιρβίλ (μέλος τής «παλιάς φρουράς τού Κουτρό»)[531] και τον Σύμβουλο Επικρατείας Μισέλ Ντεμπρέ, μέλος τής X-Crise. Καθήκοντα μόνιμων συμβούλων είχαν αναλάβει οι «Φρανσουά ντε Βεντέλ, Λαμπέρ Ριμπό, Ζινιού, Λεϊντέ [και] Πεγιεριμόφ».[532]

Ο Σοβί, μεταπολεμικά «καθηγητής οικονομικών και δημογραφίας στο Κολέζ ντε Φρανς»,[533], απολάμβανε, ήδη από τη δεκαετία τού 1960, ως βαθύς «γνώστης» και «ειδικός» στο θέμα των αποφράδων 40 ωρών, το μονοπώλιο στον προφορικό και γραπτό σχολιασμό, για πάσα ακαδημαϊκή χρήση,[534] των πεπραγμένων αυτής τής «πυρετώδους εβδομάδας». Μπόρεσε έτσι να παραχαράξει την ιστορία τής εκτέλεσης τού συναρχικού σχεδίου κατεδάφισης τής δημοκρατίας — σχέδιο που ωρίμασε στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ τής υπογραφής των συμφωνιών τού Ματινιόν και τού 1938 — μετατρέποντάς την σε σύντομο έπος που εξυμνούσε τα μερόνυχτα δουλειάς, για το καλό του κράτους, μιας ομάδας τεχνοκρατών «σπάνιας διάνοιας». Όσον αφορά τη σύνταξη τού πιστοποιητικού θανάτου τής άνοιξης τού 1936, οι ιστορικοί που αγνοούν τις διαστάσεις τής υπόθεσης που συνδέονται με τον ρόλο τής συναρχίας, περιορίζονται, εκ των πραγμάτων, στην περιγραφή που δίνει ο ίδιος ο Σοβί για τις εντατικές προετοιμασίες στην πορεία κορύφωσης τού δράματος. Μια συλλογή προσωπικών «ενθυμήσεων» περιέχει μια σειρά από κατασκευασμένους διαλόγους, μεταξύ των οποίων ο εξής με τον υπουργό εργασίας Πομαρέ (ένας από τους πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες στους «Νεκροθάφτες» τού Περτινάξ,[535] πρωτεργάτης τής συνωμοσίας κατά τού καθεστώτος, ενεργούμενο τού Μπονέ και διαβόητος χιτλερικός): ο Πομαρέ δίσταζε να προβεί στην κατάργηση τής εβδομάδας των 40 ωρών, εκτιμώντας ότι το μέτρο θα παρέμενε ανεφάρμοστο εν όψει τού μεγέθους τής ανεργίας, αλλά άλλαξε γνώμη, όταν έμαθε από τον Σοβί ότι το «81% των επιχειρήσεων που απασχολούσαν περισσότερους από σαράντα εργαζόμενους [εφάρμοζαν ήδη] το πλήρες ωράριο και δεν προτίθεντο να υπερβούν το όριο των 40 ωρών», τ.έ. όταν πληροφορήθηκε τα μηνιαία «στατιστικά στοιχεία» τής επιθεώρησης εργασίας.[536] Πρόκειται για διπλό ψέμα: πρώτον, ο Πομαρέ θεωρείτο, ήδη από τον διορισμό του ως υπουργού εργασίας τον Αύγουστο τού ’38, δηλωμένος πολέμιος των εργατικών διεκδικήσεων και κεκτημένων, συμπεριλαμβανομένου και τού ωραρίου των 40 ωρών εβδομαδιαίας εργασίας· δεύτερον, η προς τα πάνω αναθεώρηση τής «νόμιμης διάρκειας εργασίας» (με ισχύ από τον Νοέμβριο τού 1938) αποφασίστηκε εν μέσω συνεχούς μείωσης, ήδη από το 1937, τού «συνήθους ή πραγματικού χρόνου εργασίας», που παρέμενε ακόμα και τον Μάρτιο τού 1939 — την εποχή, δηλαδή, που ο Ρεϊνό υποσχόταν αναπτυξιακά θαύματα ως αποτέλεσμα τής υποτιθέμενης αποκατάστασης τής «εμπιστοσύνης» τού κεφαλαίου — σε επίπεδα χαμηλότερα από εκείνα τού πρώτου εξαμήνου τού 1937.[537]

«Τα μέλη τού υπουργικού συμβουλίου […] εργάστηκαν ακατάπαυστα, πυρετωδώς, μέρα και νύχτα», προκειμένου να ολοκληρώσουν, σε «διάστημα μικρότερο των δέκα ημερών», τη σύνταξη «των τριάντα δύο νομοθετικών διαταγμάτων, εκ των οποίων δώδεκα σχετίζονταν με δημοσιονομικά θέματα, τρία με θέματα τιμών, οχτώ αφορούσαν την εργατική νομοθεσία, έξι περιείχαν ρυθμίσεις σε θέματα δημοσίων έργων, δύο ρύθμιζαν θέματα αλλοδαπών και ένα αφορούσε θέματα οικογενειακών επιδομάτων».[538] Ωστόσο, στην πραγματικότητα, η Τράπεζα τής Γαλλίας, που εκπροσωπείτο στο υπουργικό συμβούλιο από τον Ζ. Ριέφ, είχε, κατά μεγάλο μέρος, την ευθύνη για την προετοιμασία τού περιεχομένου τους — και αυτό πέραν τής συμμετοχής των εργοδοτών στη «διαμόρφωση», για παράδειγμα, «τού νέου νομικού καθεστώτος των αλλοδαπών στη Γαλλία».[539] Πράγματι, όπως θα δούμε στη συνέχεια, τα ξενοφοβικά μέτρα δεν ελήφθησαν ούτε υπό την πίεση τής — τότε «διάχυτης» — «κοινής γνώμης» (που εν προκειμένω λειτουργεί συχνά ως ερμηνευτικό πασπαρτού),[540] ούτε με πρωτοβουλία τής αστυνομίας.

Η έντονη πίεση των εργοδοτών ανατρέχει σε χρονικό σημείο προγενέστερο τής υπογραφής των συμφωνιών τού Μονάχου. Την 1η Απριλίου 1933, την ημέρα ακριβώς που το Ράιχ κάλεσε σε μποϊκοτάρισμα των εβραϊκών καταστημάτων, η Γενική Συνομοσπονδία Παραγωγής τής Γαλλίας,[ix] ζήτησε επιτακτικά από τη γαλλική κυβέρνηση «να λάβει αυστηρά μέτρα ελέγχου των προσφύγων» και να επιβάλει φραγμούς στην «εγκατάσταση» τους στη χώρα εν όψει τού αφόρητου «ανταγωνισμού» που υφίσταντο οι πληττόμενοι από την κρίση «γάλλοι εργοστασιάρχες και έμποροι» από τους πολυάριθμους «γερμαναιοεβραίους […] που αναζητού[σαν] καταφύγιο στη Γαλλία».[541] Όλες οι επιμέρους εργοδοτικές οργανώσεις συντάχθηκαν με τη γραμμή τής CGPF. Στις 26 Απριλίου, ο τότε πρόεδρος τού εμπορικού επιμελητηρίου τού Παρισιού, Ανρί Γκαρνιέ, απέρριψε το αίτημα παροχής έκτακτης βοήθειας που είχε καταθέσει στις 4 τού τρέχοντος μήνα η «επιτροπή προστασίας των διωκομένων εβραίων τής Γερμανίας». Για να δικαιολογήσει την απόρριψή του, επικαλέστηκε τις σχετικές καθησυχαστικές πληροφορίες τις οποίες του διεβίβασε ο πρόεδρος τού τοπικού παραρτήματος τού γερμανικού εμπορικού επιμελητηρίου (που αποτελούσε φυτώριο τού παριζιάνικου ναζισμού).[542] Η οργάνωσή του «δεν θα μπορούσε άλλωστε» να θεωρηθεί επιφορτισμένη με την ευθύνη «να συνδράμει τους Ισραηλίτες οι οποίοι αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη Γαλλία […] αναζητώντας νέες εστίες και τη συνέχιση των δραστηριοτήτων τους», από τη στιγμή μάλιστα που υπήρχαν τόσοι πολλοί «Γάλλοι» που υπέφεραν από την «κρίση», χωρίς «στέγη» και εργασία. «Κανένας δεν ζήτησε τον λόγο επί τού συγκεκριμένου». Η λήξη τής συνεδρίασης τής οργάνωσης έβαλε τις τελευταίες πινελιές στην εικόνα: κατά την εκλογή αντιπροσώπου της στο κλαδικό επιμελητήριο σιτεμπόρων, 28 από τα 30 παριστάμενα μέλη έδωσαν την ψήφο τους στον Πιέρ Προυστ (μελλοντικό ηγετικό στέλεχος τής Καγκούλ, αναμεμιγμένος στη δολοφονία τού Ναβασίν και στο «πραξικόπημα» τού Νοεμβρίου τού 1937). Ο εβραίος Ρενέ Μπολάκ έλαβε 0 ψήφους.[543] Από την εποχή αυτή, λοιπόν, πρέπει να θεωρείται δεδομένος ο ρόλος τού Ράιχ στην υποκίνηση μίσους κατά των «ανεπιθύμητων». Στις 19 Οκτωβρίου 1937, η συνέλευση των εμπορικών επιμελητηρίων «ενέκρινε» ομόφωνα, χωρίς να προηγηθεί συζήτηση, «ψήφισμα-έκκληση σχετικά με τον έλεγχο τής δραστηριότητας αλλοδαπών εμπόρων και καταστηματαρχών στη Γαλλία», με το οποίο ζητούσε να τηρηθούν, επιτέλους, οι κυβερνητικές δεσμεύσεις για τη διαμόρφωση «ενός νέου νομικού καθεστώτος για τους αλλοδαπούς στη Γαλλία» — «μέτρο εξυγίανσης τού δημόσιου βίου» που, όπως είχε νωρίτερα ανακοινωθεί, μελετάτο από την κυβέρνηση Σοτάν και το οποίο «θα έπρεπε να τεθεί σε εφαρμογή το συντομότερο δυνατόν».[544]

Η κυβέρνηση Νταλαντιέ, που ανέλαβε τα καθήκοντά της στις 10 Απριλίου 1938, συμμορφώθηκε ευπειθώς προς τας υποδείξεις τού κεφαλαίου, μέσα σε τεταμένο κλίμα που σημαδεύτηκε από την ψήφιση τού πολωνικού νόμου «τής 31ης Μαρτίου σχετικά με τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων». Στη Γαλλία, όπου, περισσότερο και από τους γερμανοεβραίους, οι «ισραηλίτες τής Ανατολής» (Μπονέ) ήταν οι κύριοι αποδέκτες τού μίσους των συντηρητικών κύκλων, «το μέτρο τής αφαίρεσης τής ιθαγένειας», που, ας σημειωθεί, αφορούσε αποκλειστικά τους πολωνούς εβραίους,[545] προκάλεσε αγώνα πλειοδοσίας μεταξύ Κε Ντ’Ορσέ και Πλας Μποβό: στην επιστολή του τής 28ής Απριλίου προς τον στενό του φίλο και συνεργάτη και τότε υπουργό των εσωτερικών Σαρό, η μοχθηρία με την οποία ο υπουργός των εξωτερικών Μπονέ αναφέρθηκε στους υπεράριθμους «πολωνούς ισραηλίτες» — «που συγκεντρώνονταν κυρίως στις πυκνοκατοικημένες, ανατολικές και βόρειες συνοικίες τής πρωτεύουσας […] και των οποίων ο αριθμός υπερέβαινε τις 200.000» — δίνει το μέτρο τής ειλικρίνειας των προθέσεών του, όταν, όπως θα δούμε στη συνέχεια, θα συγχαρεί θερμά, στις 7 Δεκεμβρίου τού ίδιου έτους, τον Ρίμπεντροπ για την εβραϊκή πολιτική τού Ράιχ. Η επιστολή του θα μπορούσε κάλλιστα να διεκδικήσει εξέχουσα θέση σε ανθολογία κειμένων τής Κατοχής:

«Πολλοί εξ αυτών εισήλθαν στη Γαλλία με σκοπό τη μόνιμη εγκατάσταση, καταφεύγοντας σε δόλιες ή παράνομες μεθόδους: συνάπτοντας, για παράδειγμα, συμβάσεις ευκαιριακής απασχόλησης, χρησιμοποιώντας προσωρινές βίζες εισόδου ή διέλευσης, έχοντας στην κατοχή τους πλαστά διαβατήρια που χρησιμοποιήθηκαν από διάφορα πρόσωπα, άδειες διαμονής που εκδόθηκαν σε διαφορετικές, άσχετες μεταξύ τους περιστάσεις ή, ακόμη, και χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, εμπιστευόμενοι την τύχη τους σε κάποιες παράνομες οργανώσεις. Δεν εμφανίζονται στις επίσημες στατιστικές και διαφεύγουν των ελέγχων και των ερευνών των αρμοδίων διοικητικών αρχών. Για τη Γαλλία, αυτού τού είδους η μετανάστευση δεν έχει καμία οικονομική χρησιμότητα, αφού συμβάλλει σχεδόν αποκλειστικά στη μεγέθυνση των αριθμών των μικρεμπόρων, των μικρομεσαζόντων και των βιοτεχνών κάθε είδους. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη μας ότι αυτά τα άτομα πάσχουν συχνά από γενετικές ανωμαλίες ή παρουσιάζουν άλλα σωματικά ελαττώματα και ότι κατά την είσοδό τους στη χώρα μας δεν υποβάλλονται σε υγειονομικούς ελέγχους, αντιλαμβανόμαστε ότι η παρουσία τους εδώ αποτελεί απρόβλεπτο παράγοντα επιβάρυνσης των νοσοκομείων και των προνοιακών ιδρυμάτων. Επιπλέον, οι τεχνικές που συνηθίζουν να χρησιμοποιούν οι ισραηλίτες τής Ανατολής, οι οποίοι, ας σημειωθεί, σπάνια συμμορφώνονται με τους ισχύοντες κανόνες, είναι τέτοιες που θέτουν σε κίνδυνο την ύπαρξη των γάλλων βιοτεχνών που εργάζονται κυρίως στην περιοχή τού Παρισιού, λόγω τής γενικότερης μείωσης τού ποιοτικού επιπέδου, που μέχρι σήμερα αποτελούσε το κύριο χαρακτηριστικό και το ισχυρό σημείο τής βιοτεχνικής μας παραγωγής. Επομένως, η ψήφιση τού νέου πολωνικού νόμου περί ιθαγένειας καθιστά αναγκαία τη συμπλήρωση των [επικείμενων] μέτρων, μεταξύ των οποίων ως παράδειγμα θα μπορούσε να αναφερθεί η ενίσχυση τής φύλαξης των συνόρων μας, […] με άλλα [ειδικά] μέτρα, προκειμένου να αναχαιτισθεί αυτό το καθ’ όλα ανώφελο και επιζήμιο μεταναστευτικό ρεύμα.»[546]

Ο Μπονέ έδωσε στη συνέχεια το πράσινο φως για το «κυνήγι των λαθρομεταναστών» με τα νομοθετικά διατάγματα τής 2ας Μαΐου, που προέβλεπαν αύξηση των «ποινών [για] αδικήματα που σχετίζονταν με τις προϋποθέσεις διαμονής στη Γαλλία», αποκλείοντας μάλιστα την αναγνώριση «ελαφρυντικών περιστάσεων ή τη χορήγηση ανασταλτικού αποτελέσματος», και τα οποία επίσης έδιναν «στους νομάρχες των συνοριακών διαμερισμάτων τη δυνατότητα να εκδίδουν πράξεις απέλασης, χωρίς να υφίσταται υποχρέωση παραπομπής τής υπόθεσης στο Υπουργείο των Εσωτερικών».[547] Στις 3 τού μήνα, «εστάλη εγκύκλιος προς τους νομάρχες και τους ειδικούς επιτρόπους, η οποία προέβλεπε την απέλαση όλων των πολωνών υπηκόων που διέμεναν παράνομα στη χώρα».[548] «Το διάταγμα τής 14ης […] επέβαλε περιορισμούς στην ελευθερία κυκλοφορίας των μεταναστών εργαζομένων».[549] Στις 19, ο Μπονέ ενημέρωσε τον Λεόν Νοέλ για μια «νέα εγκύκλιο των υπηρεσιών τού υπουργείου του […], που υποχρ[έωνε] τους προξένους μας να απορρίπτουν τις αιτήσεις έκδοσης βίζας βιοτεχνών και μικρεμπόρων, για τους οποίους υπήρχαν υπόνοιες ότι είχαν την πρόθεση να εγκατασταθούν στη Γαλλία»: διευκρινιζόταν, μάλιστα, «σε εμπιστευτική οδηγία προς τους προξένους», ότι «παρά τον γενικό του χαρακτήρα», το μέτρο αφορούσε αποκλειστικά «τους μειονοτικούς πολωνούς υπηκόους» — περίφραση που χρησιμοποιήθηκε με σκοπό την αποφυγή ρητής αναφοράς στους εβραίους. Εν ολίγοις, «η απέλαση των παρανόμως διαμενόντων πολωνών υπηκόων είχε πλέον αποφασιστεί και δεν αποτελούσε απλό θεωρητικό ενδεχόμενο». Εν ανάγκη, θα μπορούσαν να ληφθούν τα συμπληρωματικά μέτρα που είχε προτείνει στις 28 Απριλίου στο Σαρό[550] και τα οποία δεν είχαν ακόμα τεθεί σε ισχύ, όπως, για παράδειγμα, το μέτρο τής «επαναπροώθησης στην Πολωνία πολωνών υπηκόων που εισήλθαν και διέμεναν παρανόμως στη Γαλλία τα τελευταία πέντε χρόνια».[551] Στις 31 Μαΐου, μιλώντας στη συνέλευση των προέδρων των εμπορικών επιμελητηρίων, ο Φερασόν, στενός συνεργάτης των Νταλαντιέ και Μπονέ, θα απαιτήσει επιπλέον μέτρα: το Κράτος όφειλε να εφαρμόσει και στους «αλλοδαπούς βιοτέχνες και εμπόρους» το ίδιο καθεστώς «αυστηρών κανόνων ελέγχου» που ίσχυε για τους «αλλοδαπούς εργάτες»· με άλλα λόγια, θα έπρεπε «να τροποποιηθούν οι προϋποθέσεις για την απόκτηση υπηκοότητας» — που προβλέπονταν από τον νόμο τής 10ης Αυγούστου 1927 [552] — «προκειμένου να αποτραπεί η καταστρατήγηση των νομοθετικών ρυθμίσεων σχετικά με τη χορήγηση ιθαγένειας στους μετανάστες».[553]

Στις 8 Νοεμβρίου, ο Φερασόν, απαντώντας στο αίτημα των συναδέλφων του για τη λήψη μέτρων, εκ μέρους τής «πολιτείας», προκειμένου να αποτραπεί οριστικά ο κίνδυνος «τής εκτόπισης [από την αγορά] των Γάλλων ως συνέπεια τής μόνιμης εγκατάστασης όλων των ανεπιθύμητων, είτε αυτοί προέρχοντα[ν] από τη Γερμανία είτε από την Πολωνία ή άλλες χώρες», τους καθησύχασε, καυχώμενος για την επιρροή που ασκούσε στον κρατικό μηχανισμό. Το ζήτημα είχε ήδη διευθετηθεί: στο εθνικό οικονομικό συμβούλιο, όπου κατείχε τη θέση τού αντιπροέδρου, είχε ζητήσει να διασφαλιστεί η μέγιστη δυνατή «παρουσία και συμμετοχή» των προέδρων των εμπορικών επιμελητηρίων «στην ειδική ερευνητική επιτροπή για θέματα βιομηχανικής οργάνωσης […] και, ως εκ τούτου, συμφωνήθηκε η σύνθεση τής επιτροπής να περιλαμβάνει τέσσερα μέλη τής επιλογής [τους], πέραν τού επιμελητηρίου τού Παρισιού, όπου συμμετ[είχε ο ίδιος] υπό διαφορετική ιδιότητα — άρα συνολικά πέντε». Στο νέο τους ψήφισμα, δεν χρειαζόταν να γίνει αναφορά στα αιτήματα τού ψηφίσματος τού περασμένου Μαΐου «για το ζήτημα των αλλοδαπών, [δεδομένου ότι] το νέο νομοθετικό πλαίσιο ρύθμισης τής εργασίας των αλλοδαπών, […] που μελετ[ούσε] η κυβέρνηση […] [θα έπρεπε να θεωρηθεί] ως εξαιρετικά αυστηρό. [Ανέφερε επίσης ότι] παρενέβη[ν] προσωπικά στον Πρωθυπουργό, όπως και σε μέλη τού υπουργικού συμβουλίου, και επιπλέον ότι το εμπορικό επιμελητήριο τού Παρισιού είχε ήδη πραγματοποιήσει σειρά συσκέψεων, προκειμένου να παράσχει στήριξη στις προσπάθειες [του]». Καθ’ όσον αφορά τους βιομηχάνους και τους εμπόρους, «η παρά τω Υπουργείω Εμπορίου επιτροπή εμπορικής νομοθεσίας διάκειτ[ο] ευνοϊκά ως προς το θέμα τής μεταρρύθμισης τού καθεστώς εγκατάστασης αλλοδαπών στη Γαλλία […], και, επομένως, [είχαν] σχεδόν εξασφαλίσει την πρωτοβουλία κινήσεων».[554]

Τα πιο ξενοφοβικά, αντισημιτικά και αντι-κομμουνιστικά στοιχεία τού Σώματος τής Αστυνομίας βοήθησαν στη διαμόρφωση τής τελικής μορφής τού νομοθετικού κειμένου. Ανάμεσά τους ο Αμεντέ Μπισιέρ, ο γενικός διευθυντής τής εθνικής ασφάλειας, άγγελος-φύλακας των φασιστών τής Καγκούλ,[555] και ο Ιβ Φουρκάντ, αναπληρωτής διευθυντής τής Υπηρεσίας και επικεφαλής τού τμήματος αλλοδαπών — ο οποίος μάλιστα επικρότησε την ψήφιση των διαταγμάτων τού Μαΐου, επισημαίνοντας όμως ότι υπήρχαν περιθώρια βελτίωσης: «Δεν θα ήταν υπερβολή να δηλώσω ότι το ζήτημα των αλλοδαπών είναι ένα από τα σημαντικότερα και τα πιο ακανθώδη προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Ο τρόπος με τον οποίο θα επιλυθεί θα έχει αναμφίβολα καθοριστικό αντίκτυπο στη δημόσια τάξη, στην ηθική κατάσταση τής χώρας, στις προοπτικές οικονομικής ευημερίας, αλλά και στο γενικότερο κοινωνικό κλίμα που επικρατεί» κ.ο.κ. (ακολουθούν 12 σελίδες στο ίδιο ύφος).[556] Τον Αύγουστο ή τον Σεπτέμβριο τού 1938, ο Φουρκάντ πανηγύριζε επειδή κατόρθωσε να επιλύσει το πρόβλημα που απασχολούσε τον προϊστάμενό του, πώς δηλαδή θα μπορούσε να αποτραπεί η είσοδος στη χώρα των εβραίων ιταλικής ή άλλης υπηκοότητας «που είχαν εγκατασταθεί μόνιμα από το 1919» στην Ιταλία (να σημειωθεί ότι επρόκειτο για τη φτωχότερη κατηγορία τού εβραϊκού πληθυσμού). Ο Μουσολίνι,[557] με διάταγμά του που εκδόθηκε τον Αύγουστο και τέθηκε σε ισχύ από 31ης Δεκεμβρίου 1938, είχε διατάξει την απέλαση «από το έδαφος τής ιταλικής χερσονήσου, όπως επίσης και από τη Λιβύη και τα Δωδεκάνησα», αυτής τής πληθυσμιακής ομάδας. Η απώθηση τού «πλήθους [αυτών] των άπορων και οικονομικά αδύναμων Ιταλών μεταναστών» θα μπορούσε να επιτευχθεί με «την επαναφορά τού καθεστώτος θεωρήσεων για τους πολίτες τής Ιταλίας, οι οποίοι εξαιρούντ[ο] από την υποχρέωση βίζας για την είσοδό τους στη χώρα». Η λήψη ενός τέτοιου «μέτρου, που υπαγορε[υόταν] από λόγους εθνικού συμφέροντος» θα έπρεπε να θεωρηθεί «φυσιολογική και απαραίτητη εξέλιξη», η οποία θα ικανοποιούσε και τον ίδιο τον Μουσολίνι, δεδομένου ότι «θα είχε ως συνέπεια την εναρμόνιση με τα μέτρα που επέβαλε τον περασμένο Αύγουστο η κυβέρνηση τής Ρώμης». Επιπλέον, η προτεινόμενη ρύθμιση θα θωράκιζε το αντισημιτικό οπλοστάσιο που είχε στη διάθεσή του ο κρατικός μηχανισμός: πράγματι, λόγω τής απαλλαγής από την υποχρέωση θεώρησης για τους ιταλούς πολίτες, οι ιταλοεβραίοι ήταν οι μόνοι που μπορούσαν να μετακινούνται χωρίς να υπόκεινται σε κανέναν έλεγχο «στα χερσαία και τα θαλάσσια σύνορα» τής χώρας, σε αντίθεση με τους λοιπούς «αλλοδαπούς ισραηλίτες […] (πολωνούς, ρουμάνους, γερμανούς ή πρώην αυστριακούς)».[558]

Η δυάδα Μπισιέρ-Φουρκάντ, το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τού «επαναπροσανατολισμού τής δράσης τού Σώματος Εθνικής Ασφάλειας»,[559] επρόκειτο να μεγαλουργήσει κατά τη διάρκεια τής κατοχής: ο πρώτος υπό την ιδιότητα τού «νομάρχη τού Πα-ντε-Καλαί» και, στη συνέχεια, τού γενικού αστυνομικού διοικητή, θέση στην οποία προήχθη το 1942, αντικαθιστώντας τον ναύαρχο Φρανσουά Μπαρ και όπου υπηρέτησε μέχρι την απελευθέρωση (κάτοχος ήδη από τον Ιούνιο τού 1941 τής φρανσίσκας αρ.517, χωρίς τη διαμεσολάβηση αναδόχου[560])· ο δεύτερος υπό την ιδιότητα τού «διοικητή τής αστυνομίας τής επικράτειας και τής διεύθυνσης αλλοδαπών»,[561] επιφορτισμένος με την πολιτική εγκλεισμού των εβραίων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης[562] και των διώξεων σε βάρος των κομμουνιστών· αρχικά αναπληρωτής και βοηθός τού βασανιστή Σαρλ Ντετμάρ, ο οποίος διηύθυνε την SPAC (— την «αντικομμουνιστική αστυνομική υπηρεσία» και λημέρι τής Καγκούλ,[563]), «έναν από τους πιο δραστήριους οργανισμούς στον τομέα τής αντικομμουνιστικής καταστολής», τον οποίο είχε συστήσει ο Πισέ, υφυπουργός των εσωτερικών από τον Ιούλιο τού 1941, συμμορφούμενος προς τις υποδείξεις και τις συμβουλές που του παρείχε αφειδώς, αρχής γενομένης από τον Φεβρουάριο τού 1941, ο «κ. σύμβουλος [Καρλ] Μπέμελμπουργκ»[564] ), θα διαδεχθεί τον Ντετμάρ στην «ηγεσία τής SPAC», όταν θα αναλάβει το υπουργείο των εσωτερικών ο Νταρνάν.[565]

Στις 2 Νοεμβρίου 1938, ο Φουρκάντ, που βρισκόταν τότε στην Νίκαια — όπου ο τοπικός «επικεφαλής τής ασφάλειας» υπέθαλπε την Καγκούλ τού Νταρνάν εν γνώσει και σε συνεννόηση με τον δήμαρχο τής πόλης Ζαν Μεντεσέν[566] — καμάρωνε για τις θαυμάσιες προοπτικές που διαφαίνονταν στον ορίζοντα. Ανυπομονώντας να συνεχίσει να συνεισφέρει με τις απόψεις του για τη «σειρά των υπό διαμόρφωση νομοθετικών διαταγμάτων», φοβούμενος ότι «διαφορετικά θα απ[έβαλε] τη συνήθειά του αυτή», έστειλε στον προϊστάμενό του επιστολή, όπου εξέθετε το σχέδιό του για ένα «νέο κανονιστικό κείμενο για τους αλλοδαπούς! [ … που θα είχε ως σκοπό] την πάταξη των ταραχοποιών στοιχείων, που αρνούντ[ο] να συμμορφωθούν με τους κανόνες ευπρέπειας, στους οποίους αναφέρθηκε πρόσφατα ο πρωθυπουργός μας, ο κ. Νταλαντιέ»: οι αλλοδαποί στο εξής θα υποχρεούντο, «επ’ απειλή χρηματικής ποινής 16 έως 1000 φράγκων και, σε περίπτωση υποτροπής, ποινής φυλάκισης 15 ημερών έως 6 μηνών», να ενημερώνουν αμέσως την αστυνομία ή τη χωροφυλακή για το εάν είναι ενδεχομένως μέλη οποιασδήποτε οργάνωσης ή διατηρούν σχέση συνεργασίας «με εφημερίδες ή περιοδικά»· θα παρεχόταν επίσης στους νομάρχες το δικαίωμα να απαγορεύουν στα εν λόγω πρόσωπα να συμμετέχουν σε οργανώσεις ή να συνεργάζονται με τον τύπο· αυτή «η υποχρέωση απλής ενημέρωσης των αστυνομικών αρχών [δεν θα ήταν] ιδιαίτερα επαχθής, ενώ θα αποτελούσε και εξαιρετική πηγή πληροφόρησης των αρμοδίων διοικητικών αρχών».[567] Την επόμενη ο Μπισιέρ βεβαίωσε την παραλαβή αυτής τής «θαυμάσιας και οπωσδήποτε εξαιρετικά ενδιαφέρουσας επιστολής. Τι έξοχος άνθρωπος που είστε! Δεν λέτε να ησυχάσετε! Ασχολείστε ακόμη με τα υπηρεσιακά ζητήματα και εξακολουθείτε να μεριμνάτε για τους αλλοδαπούς. Με αυτή μου τη διαπίστωση εκφράζω, για άλλη μια φορά, τον θαυμασμό μου για τα εξαιρετικά σας προσόντα. Ξέρετε ότι, λόγω τής αφοσίωσής σας, τρέφω στο πρόσωπό σας ιδιαίτερη συμπάθεια. Σας ομολογώ ειλικρινά ότι θεωρώ τον εαυτό μου ιδιαίτερα ευτυχή που μου δόθηκε η ευκαιρία να έχω έναν τόσο πολύτιμο, έναν τόσο οξυδερκή, έναν τόσο ενδιαφέροντα συνεργάτη! […] Οι επισκέψεις σας, αργά τα απογεύματα μετά το τέλος τής υπηρεσίας, μου χαρίζουν ουκ ολίγες στιγμές απόλαυσης. Επομένως, περιττεύει να προσθέσω ότι αναμένω με αδημονία την επιστροφή σας. Όσο για τις προτάσεις σας για τα νομοθετικά διατάγματα, σας διαβεβαιώ, θα στρωθούμε μαζί στη δουλειά, αμέσως μόλις γυρίσετε από το ταξίδι σας».[568]

Πράγματι, η υπηρεσία «στρώθηκε στη δουλειά» για την υλοποίηση τού πρώτου σταδίου τής μεταρρύθμισης τού νόμου τού 1927 — μεταρρύθμιση που ολοκληρώθηκε τη διετία 1940-41 από το τρίο Ραφαέλ Αλιμπέρ ‒ Φον-Ρεό ‒ Ζοζέφ Μπαρτελεμί. Ακολούθησαν τα διατάγματα τής 12ης Νοεμβρίου 1938, που προέβλεπαν ποινές και περιορισμούς (όπως, για παράδειγμα, πενταετή στέρηση εκλογικών δικαιωμάτων) για τα άτομα που είχαν πολιτογραφηθεί γάλλοι πολίτες κατά τα τελευταία δέκα τουλάχιστον χρόνια. «Οι αρμόδιες αρχές», δήλωσε με στόμφο ο Νταλαντιέ, όφειλαν «να διασφαλίσουν ότι υφίστανται τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα για την αφαίρεση τής ιθαγένειας από όσους αποδεικνύονται ανάξιοι τής ιδιότητας τού γάλλου πολίτη». Μεταξύ άλλων εκφοβιστικών μέτρων, προβλεπόταν και η δημιουργία «ειδικών κέντρων … διαρκούς επιτήρησης και παρακολούθησης» των αλλοδαπών, που, στην πραγματικότητα, προορίζονταν για την άμεση υποδοχή των ισπανών προσφύγων (ζήτημα που θα εξεταστεί στη συνέχεια). Θα περιοριστώ εδώ να αναφέρω την άποψη τού Νουαριέλ όσον αφορά, αφενός, τη στόχευση των μέτρων — που, σύμφωνα με τον ιστορικό, αποτελούσε η αντιμετώπιση «τού κομμουνιστικού κόμματος, που επρόκειτο σύντομα να τεθεί υπό απαγόρευση» — και, αφετέρου, τη βιαιότητα τής επίθεσης: «ποτέ άλλοτε, ακόμη και κατά τη διάρκεια τού Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, δεν τόλμησε το δημοκρατικό κράτος να εξαπολύσει μια τόσο σφοδρή επίθεση στα δικαιώματα μιας ολόκληρης ομάδας τού γαλλικού πληθυσμού».[569] Όσο για το «θαυμάσιο» σχέδιο τής στέρησης των αστικών-πολιτικών δικαιωμάτων των αλλοδαπών, θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι την εθνοπατριωτική στροφή τής 15ης Μαρτίου 1939 για την ευόδωσή του.[570]

Στις 12 Νοεμβρίου, το Γενικό Συμβούλιο τής Τράπεζας τής Γαλλίας εκθείασε «το πρόγραμμα οικονομικής και δημοσιονομικής ανόρθωσης» που είχε η ίδια καταρτίσει και κατέγραψε, ομαδοποιώντας υπό «επτά κατηγορίες, τα νομοθετικά διατάγματα» που επρόκειτο να υιοθετηθούν. Ιδιαίτερη μνεία έγινε στην «ελαστικοποίηση τού νόμου των 40 ωρών»· στο «καθεστώς των τιμών», που προέβλεπε την απελευθέρωση των «τιμών χονδρικής», διατηρώντας όμως τους περιορισμούς στις «τιμές λιανικής πώλησης», και το οποίο χαρακτήρισε ως σημαντικό πρώτο βήμα προς «την αποκατάσταση τής ελευθερίας καθορισμού των τιμών [ … δεδομένου ότι πρόσφερε] τη δυνατότητα διαμόρφωσης ευνοϊκών περιθωρίων κέρδους»· και τέλος στη «δημοσιονομική προσπάθεια», που συνίστατο σε μέτρα «αύξησης τής έμμεσης και άμεσης φορολογίας» που έπλητταν αποκλειστικά τους μισθωτούς. Στη συνεδρίαση (που ας σημειωθεί έλαβε χώρα δύο ημέρες πριν από την έναρξη τού συνομοσπονδιακού συνεδρίου των εργατικών οργανώσεων, το οποίο θα διεξαχθεί σε ιδιαίτερα βαρύ κλίμα) ο συνδικαλιστής συνάρχης Μιλιόν δεν άρθρωσε λέξη, ενώ ο Ζουό προτίμησε να απουσιάσει.[571] Το βράδυ τής 12ης, ο υπουργός των οικονομικών Ρεϊνό, εξερχόμενος από τη συνεδρίαση τού υπουργικού συμβουλίου, όπου αποφασίστηκε η υιοθέτηση τού κειμένου των διαταγμάτων τού υπουργείου του, εκφώνησε την «έξοχη ομιλία του που αναμεταδόθηκε ζωντανά από το ραδιόφωνο» (Μπουρντέ) και στην οποία εξαπέλυσε μύδρους κατά τής εργατικής τάξης. Διανθίζοντας την ομιλία του με παρατηρήσεις τού τύπου «ένας καπιταλισμός χωρίς κέρδη είναι σαν αυτοκίνητο χωρίς καύσιμα» [Λεόν Μπαρετί] (—εκφράσεις που οι συνάδελφοί του χαρακτήρισαν ως «ευτυχείς»), ο υπουργός κατέληξε ως εξής: «Απευθυνόμενος ιδιαίτερα στους αλλοδαπούς που μας ακούνε, σας ανακοινώνω ότι, στη Γαλλία, έπαψε πλέον να υφίσταται η εβδομάδα των δύο Κυριακών».[572] Ελάχιστα γνωστό, το πρώτο τμήμα τής φράσης που χρησιμοποίησε ο Ρεϊνό — πέντε ημέρες μετά την αναγγελία τού σχεδίου «εκφασισμού τής δημοκρατίας» από τον Φρανσουά Πονσέ προς τους ιταλούς φασίστες [573] και εν μέσω των πυρετωδών προετοιμασιών για την υποδοχή τού Ρίμπεντροπ στο Παρίσι — θα έπρεπε να αποκτήσει φήμη εφάμιλλη τής κατακλείδας τής ομιλίας του.

Στη συνέχεια ο υπουργός παρευρέθηκε στο συνέδριο τής Δημοκρατικής Συμμαχίας, όπου το ενθουσιώδες κοινό, που περιελάμβανε και ηγετικά στελέχη τής «Γαλλογερμανικής Επιτροπής», πανηγύρισε τη σωτηρία τής Γαλλίας, η οποία επιτεύχθηκε με την αναβίωση «τής υγιούς παράδοσης τού κ. Πουανκαρέ [που] το 1928 προσανατολίστηκε στην αύξηση των έμμεσων φόρων» (Ετιέν Φουζέρ), «με την επιστροφή στην τάξη και την εργασία» (Μπαρετί), με την αντιστροφή τής καταστροφικής πορείας, στην οποία οδηγήθηκε η χώρα με την εφαρμογή τού σαραντάωρου, πηγή όλων των γαλλικών δεινών (κοινή θέση όλων των ομιλητών, με τον Φλαντέν επικεφαλής) και, τέλος, με την έγκαιρη αναγνώριση «των κινδύνων που [ενείχε] η εθνικοποίηση των [αεροναυπηγικών] βιομηχανιών, κολοσσιαίο εγχείρημα που [συνεπαγόταν] προβλήματα, τα οποία η πολιτεία δεν [ήταν] σε θέση να επιλύσει σε εύθετο χρόνο» (Πιέρ Μπερανζέ,[574] αντιπρόεδρος τής κοινοβουλευτικής επιτροπής αεροναυτικής βιομηχανίας, δεξί χέρι τού Φλαντέν και χιτλερικός με τη στενή έννοια τού όρου).[575] Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, τα δύο νομοθετικά διατάγματα για τους «ανεπιθύμητους» έτυχαν τής ίδιας ενθουσιώδους αποδοχής.[576]

Ο Μπουρντέ θεωρεί τυχαίο το γεγονός τής χρονικής σύμπτωσης «τής έναρξης τού 25ου συνεδρίου τής CGT» με τη «δημοσίευση των νομοθετικών διαταγμάτων τού Ρεϊνό».[577] Ωστόσο, η προ πολλού προγραμματισμένη δημοσίευσή τους πραγματοποιήθηκε επίτηδες λίγο πριν από την έναρξη τού εθνικού συνεδρίου, από το οποίο οι εργοδοτικοί και κυβερνητικοί καθοδηγητές τής διάσπασης, δεόντως ενημερωμένοι για τις κινήσεις των συνασπισμένων τής CGT, προσδοκούσαν τα μέγιστα. Οι πρωτεργάτες τού «εσωτερικού Μονάχου» άνοιξαν τα χαρτιά τους από την πρώτη στιγμή των συνεδριάσεων. Ο ενωτικός Μαρκ Ντιπουί τού συνδικάτου μηχανοδηγών κατέθεσε προς ψήφιση «πρόταση εκτός ημερήσιας διάταξης» προτρέποντας τους συνδικαλιστές να παλέψουν «όσο πιο δυναμικά μπορούν ενάντια στα διατάγματα». Ο γενικός γραμματέας Ζουό άσκησε βέτο στο ψήφισμα και προσπάθησε να κερδίσει χρόνο ψευδόμενος (—γνώριζε ήδη λεπτομερώς τα μέτρα, στα οποία είχε δώσει εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή του, πριν απουσιάσει από τη συνεδρίαση τής Τράπεζας τής Γαλλίας κατά την ημέρα τής επίσημης δημοσίευσης τους): «Η μη υιοθέτηση τής πρότασης [του συναδέλφου] δεν μπορεί να εκληφθεί από τον τύπο ως αποδοχή των διαταγμάτων, το περιεχόμενο των οποίων δεν γνωρίζουμε. Βρισκόμαστε σε μία στιγμή που δεν αρκούν μερικές δηλώσεις αποδοκιμασίας των κυβερνητικών διαταγμάτων. Πρέπει βεβαίως να πάρουμε σαφή και ξεκάθαρη θέση. Αλλά η στάση μας θα πρέπει να είναι εποικοδομητική. Λαμβάνοντας υπόψη τις παρούσες περιστάσεις, η εκτίμησή μου είναι ότι δεν μπορούμε να εμμένουμε σε μια στείρα άρνηση».[578]

Εφαρμόζοντας, μαζί με τον Μπελέν, την πρακτική τού «καταμερισμού τής εργασίας», εύστοχος χαρακτηρισμός τού Ζορζ Λεφράν, αχυράνθρωπου τής συναρχίας και στυλοβάτη των Syndicats,[579] ο Ζουό έδωσε το ελεύθερο στα στελέχη τού κίτρινου συνδικάτου να αποδυθούν σε αντικομμουνιστική προπαγανδιστική εκστρατεία πάνω στο διπλό μοτίβο τής [σοβιετικής] «αποίκισης» και τής πολεμοκαπηλίας. Όπως ακριβώς η προφορική και γραπτή παραγωγή τής δεξιάς (είτε επρόκειτο για τη ριζοσπαστική «άκρα» δεξιά, είτε για την παραδοσιακή «δημοκρατική» δεξιά), έτσι και η πολιτική τοξικότητα τής τάσης τής οποίας ηγείτο ο Μπελέν, η οποία θα ενσωμάτωνε σύντομα την «κεντρώα» τάση τού συνδικαλιστικού κινήματος, έκανε εμφανή τα περιθώρια ελιγμού τού κράτους και τής μεγαλοεργοδοσίας — επιβεβαιώνοντας τη διαπίστωση που διατύπωσε ο ανταποκριτής τής Daily Herald στο Παρίσι στις αρχές Οκτωβρίου προς τον Φρέιζερ ότι «οι κομμουνιστές, […] το μαχητικό στοιχείο τής CGT, βρίσκ[ονταν] σε γενική υποχώρηση, με αποτέλεσμα η CGT να έχει ταχθεί υπέρ τής διατήρησης τής ειρήνης με κάθε τίμημα».[580] Από τις 14 έως τις 17 Νοεμβρίου, τα ηγετικά στελέχη των Syndicats είχαν ως μόνιμη επωδό την παλαιότερη δήλωση που είχε κάνει ο Ματέ (—τής ομοσπονδίας σωματείων ταχυδρομικών, όπου ανήκε και ο Μπελέν) στο συνέδριο τής Τουλούζ, τον Μάρτιο τού 1936: «Από τον πόλεμο, προτιμότερη η δουλεία: η δουλεία κάποτε τελειώνει, αλλά από τα ερείπια τού πολέμου η χώρα δεν θα τα καταφέρει ποτέ να ορθοποδήσει».[581] Οι παλληκαρισμοί και οι φλογερές διακηρύξεις υπέρ τής πολιτικής τού Μονάχου εκ μέρους των «επίσημων φίλων» τού Μπελέν (Φρουαντεβάλ, Μπαρ, Ντιμουλέν, Ντελμά και Ματέ), όπως και εκ μέρους τού «αριστερού» Ζιλμπέρ Σερέ, που εκδήλωσε με τον πλέον οξύ τρόπο την αντίθεσή του στις «πολιτικές ασυναρτησίες τού Στάλιν»,[x] [582] αποκαλύπτουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο που διαδραμάτισαν όλοι αυτοί οι κήρυκες τού αντιμπολσεβικισμού στη διαδικασία τής Gleichschaltung.[xi] Για να αντιληφθούμε, όμως, την πραγματική σημασία τής υπαινικτικής αναφοράς τού Ζιλ Μοκ, κατά τη διάρκεια τού συνεδρίου τού SFIO τον Μάιο τού ’39, στην «επιτήδεια προπαγανδιστική εκστρατεία, που κατά πάσα πιθανότητα οργανώθηκε από τον “Φαιό Οίκο”,[xii] [με σκοπό να] σπείρει σύγχυση στις συνδικαλιστικές μας οργανώσεις»,[583] θα χρειαστεί να εξετάσουμε λεπτομερέστερα τους δεσμούς εξάρτησης από τη Γερμανία των «ομοτράπεζων και οικείων» των διαβόητων μισθοφόρων τού Ράιχ.

Το συνομοσπονδιακό συνέδριο θα εκπληρώσει τον σκοπό για τον οποίο είχε προοριστεί από τον Ζουό και τους γερμανούς πάτρωνες, που κινούσαν παρασκηνιακά τα νήματα των εξελίξεων με τη βοήθεια των εγκαθέτων τους σε νευραλγικές θέσεις τού συνδικαλιστικού μηχανισμού[584]: η CGT θα τηρήσει στάση αδράνειας απέναντι στα νομοθετικά διατάγματα τού Ρεϊνό. Έπεσαν έτσι στο κενό οι αγωνιστικές εκκλήσεις ενάντια στα «διατάγματα τού εκφασισμού» που απηύθυναν οι ενωτικοί «στους εργαζόμενους», καλώντας τους να αγωνιστούν ενάντια στην «κατακρεούργηση των νομικά κατοχυρωμένων κοινωνικών δικαιωμάτων, [που επιχειρούσαν οι] κκ. Νταλαντιέ και Ρεϊνό» και εκλιπαρώντας τους να μην μείνουν αδιάφοροι, «όπως στο παρελθόν, όταν παρακολούθησαν σαν θεατές, με βαριά τη συνείδηση, τον διαμελισμό τής Τσεχοσλοβακίας από τους τέσσερις χασάπηδες τού Μονάχου».[585]


[513] Περιγραφή της συγκυρίας και ανάλυση των όσων είπε (όπως αναπαρήχθησαν στην Le Temps, 22 Αυγούστου 1938), Bourdé Guy, La défaite du Front Populaire (Paris, Maspéro, 1977), σελ.93-4.

[514] Συνομιλία με τον Μπούλιτ και τηλεγράφημα 472 Μπούλιτ προς Χαλ, Παρίσι, 23 Αυγούστου 1938, FRUS [Foreign Relations of the United States], 1938, Ι, σελ. 70-71.

[515] Μπαρ, προσβεβλημένος από τον χαρακτηρισμό, Συνέδριο τής CGT, Νοέμβριος 1938, 1938, σελ. 176.

[516] Αναφορά, πέραν τού Ρος, στους Σαρλ Νεντελέκ και Παρσάλ, Συνέδριο τής CGT, Νοέμβριος 1938, 1938, σελ. 200 και 212.

[517] «Ναι, συναντηθήκαμε με ανθρώπους που δεν συμπαθούμε. Αλλά οι συναντήσεις έγιναν μετά από δική τους παράκληση και όχι με δική μας πρωτοβουλία.» Συνέδριο CGT, Νοέμβριος 1938, σελ. 259.

[518] Συνέδριο CGT, Νοέμβριος 1938, σελ. 219-225.

[519] De Monzie Anatole, Ci-devant, (Paris, Flammarion, 1941), αντίστοιχες ημερολογιακές καταχωρήσεις στις σελ. 32, 34 και 38 (η έμφαση δική μου).

[520] Τηλεγράφημα 519 Βελτσέκ, Παρίσι, 6 Οκτωβρίου, DGFP [Documents on German Foreign Policy], D, IV, σελ. 433-434.

[521] Τηλεγράφημα 674 Φιπς, Παρίσι, 12 Οκτωβρίου 1938, DBFP [Documents on British Foreign Policy], 3, III, σελ. 156-157.

[522] Σαρλ Νεντελέκ, Συνέδριο CGT, Νοέμβριος 1938, σελ. 200.

[523] Κείμενο επιστολής προς τον πρόεδρο τού υπουργικού συμβουλίου, εγκεκριμένο ομόφωνα, 31 Μαΐου 1938, CCP [Εμπορικό Επιμελητήριο], IX, 1, 47, Πρακτικά συνεδριάσεων 1937-1938, ACCP [Αρχείο Εμπορικού Επιμελητηρίου Παρισιού].

[524] AG [Πρακτικά Γεν. Συνελεύσεων, Εθνικά Αρχεία] 5 και 19 Οκτωβρίου· Dutter Gordon, «Doing business with the nazis: French economic relations with Germany under the Popular Front», The Journal of Modern History, vol. 63, n° 2, Ιούνιος 1991, σελ. 296-326 (σελ.316-318)· και Lacroix-Riz Annie, Le Choix de la défaite: les élites françaises dans les années 1930 (Paris, Armand Colin, 2006, επανέκδ. 2007), σελ.463.

[525] Bourdé, La défaite, σελ. 81 (πηγή Le Populaire). Για την ξενοφοβία, κατωτέρω.

[526] Διπλωματική αναφορά 1186, Βερολίνο, 3 Νοεμβρίου, F 60 174, AN [Εθνικά Αρχεία].

[527] Βεντενάν, συνέδριο ΔΗ.ΣΥ, 13 Νοεμβρίου 1938, BA 1897, ARD, APP [Αρχεία Αστυνομικής Διεύθυνσης (Περιφ.)].

[528] «Οι επιφυλάξεις των σοσιαλιστών δεν ήταν αρκετές για να αποτρέψουν τους ριζοσπάστες», Bourdé, La défaite, σελ. 81-82.

[529] Κατάλογος με τα ονόματα των 364 μελών· έκθεση Σαβέν, Ιούνιος 1941· έκθεση SSS, 25 Ιουνίου 1942, αντίγραφο n° 09, ονομαστικός κατάλογος 97 συναρχών, στους οποίους περιλαμβάνονται (με την εξαίρεση δύο ονομάτων) και οι 46 τής έκθεσης Σαβέν, F7 15343, AN· και Choix, ευρετήριο ονομάτων.

[530] Géraud André (Pertinax), Les fossoyeurs: défaite militaire de la France, armistice, contre-révolution (New York, 1943, 2 τόμ.), τόμ. Ι σελ. 191, 194-196· για τον Ρεϊνό, ευρετήριο Choix (και σελ. 114)· και Tellier Thibaut, Paul Reynaud, un indépendant en politique, 1878-1966 (Paris, Fayard, 2005).

[531] DRG [Διεύθυνση τής Υπηρεσίας Πληροφοριών], 4ο τμήμα, υπόμνημα 11 Δεκεμβρίου 1945, στο οποίο έγινε ήδη παραπομπή, F7 15343, AN.

[532] Du Réau Élisabeth, Édouard Daladier 1884-1970 (Paris, Fayard, 1993), σελ. 295-297· για τη συναρχία, ALR [;] και κατωτέρω.

[533] Bourdé, La défaite, σελ. 94-95.

[534] Sauvy Alfred, Histoire économique de la France entre les deux guerres, 1931-1939 (τόμ. 2, Paris, Fayard, 1967), σποράδην. Για τα σχετικά θέματα, το IEP [Ινστιτούτο Πολιτικών Μελετών] συμβουλευόταν αποκλειστικά τον Σοβί, τους Ρεμόν και Μπουρντέν, όπως και τον Εντουάρ Νταλαντιέ, τον Λα Φρανς και μερικούς άλλους· τον Δεκέμβριο τού 1975, ο Σοβί είχε το θράσος να δηλώσει «έκπληκτος» για τον διορισμό του ως «κυβερνητικού επιτρόπου» στην Επιτροπή Ιστορίας τού Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Tellier, Reynaud, σελ. 857.

[535] Pertinax, Fossoyeurs, σποράδην, και κατωτέρω.

[536] Sauvy Alfred, De Paul Reynaud à Charles de Gaulle (scènes, tableaux, souvenirs), Paris, Castermann, 1972 (παράθεμα στο: Bourdé, La défaite, σελ. 95)· για Πομαρέ, Choix, ευρετήριο.

[537] Πηγή: μελέτη τού αμερικανού Melvin M. Fagen (σχετική αναφορά στο: Cot Pierre, Le procès de la République, éditions de la maison française, New York, 1944, 2 τόμ. (Langlet)).

[538] Bourdé, La défaite, σελ. 94-95.

[539] Φερασόν, ομιλία πάνω στο «Ψήφισμα-Έκκληση σχετικά με τον έλεγχο τής δραστηριότητας αλλοδαπών εμπόρων και καταστηματαρχών στη Γαλλία» (συνέλευση τής 19ης Οκτωβρίου)· το οποίο ψήφισμα ενεκρίθη ομόφωνα, χωρίς να προηγηθεί συζήτηση· σελ. 28, κείμενο έκκλησης σελ. 55-56, CCP, IX, 1, Πρακτικά 47, ACCP.

[540] Ο Σορ αποδίδει αδικαιολόγητη βαρύτητα στη διάχυτη ξενοφοβική «κοινή γνώμη», προσάπτει τόσο στην δεξιά όσο και στην «αριστερά» ότι εμφορούντο από τις ίδιες «εθνικιστικές» απόψεις, και επιρρίπτει ευθύνη στον Τορέζ για την επανυιοθέτηση «τού παλιού συνθήματος “Η Γαλλία στους Γάλλους”»· Schor Ralph, Histoire de l’immigration en France de la fin du XIXe siècle à nos jours (Paris, Armand Colin, 1996) σελ.156-160· παράθεμα, σελ.158. Ωστόσο, χρησιμοποιώντας το συγκεκριμένο σύνθημα, το ΓΚΚ είχε ως μόνο σκοπό να καταγγείλει τον ρόλο των ξένων φασιστών που δρούσαν σε γαλλικό έδαφος.

[541] A-2840 (SG [Γεν.Γραμμ.]), 1 Απριλίου 1933, F7 13430, AN.

[542] Πρόεδρος τού επιμελητηρίου ήταν ο Κάρβεγκ, τον οποίο διαδέχθηκε, στη συνέχεια, ο Έμπερχαρτ, Choix, ευρετήριο· όσο για την εν λόγω «επιτροπή προστασίας», επρόκειτο για οργάνωση-βιτρίνα που δημιουργήθηκε από την αυτοχαρακτηριζόμενη «δημοκρατική» δεξιά για να καλύψει τον αντισημιτισμό της, αυτόθι, σελ. 15[5]-157.

[543] Στις αρχαιρεσίες των [πρωτοβάθμιων] συντεχνιών τους έλαβαν αντίστοιχα 37 και 31 ψήφους (επί συνόλου 59 ψηφισάντων), απόσπ. πρακτικών τού τμήματος, 26 Απριλίου 1933, «Μποϊκοτάρισμα γερμανικών προϊόντων. Προστασία εβραίων», φάκελος «Επιτροπή προστασίας των διωκομένων εβραίων τής Γερμανίας», CCP, σειρά VI-6.50 (1), ACCP.

[544] Αναφορά στην «έκκληση», γενική συνέλευση τής 19ης Οκτωβρίου 1938, σελ. 28, κείμενο έκκλησης σελ. 55-56, CCP, IX, 1, Πρακτικά 47, ACCP.

[545] Διπλωματική αποστολή 3, Λεόν Νοέλ, από τη Βαρσοβία, 30 Μαρτίου, και νομοσχέδιο συνημμένο στην αποστολή 37 τού Ζαν ντε Σεγκέν, 11 Απριλίου 1938, SDN [Κοινωνία των Εθνών] 2173, Πολωνία, Γενικός Φάκελος, Απρίλιος-Αύγουστος 1938, MAE [Αρχεία Υπ.Εξ.].

[546] Μήνυμα (αντίγραφο χωρίς στοιχεία συντάκτη) Μπονέ προς Σαρό, 28 Απριλίου, SDN 2173, MAE .

[547] Schor Ralph, Histoire de l’immigration en France, σελ.159.

[548] Αντίγραφο επιστολής (χωρίς στοιχεία συντάκτη) προς Λεόν Νοέλ, Παρίσι, 19 Μαΐου 1938, SDN 2173, MAE.

[549] Schor, Histoire de l’immigration, σελ. 159 (ο οποίος δεν αναφέρει την εγκύκλιο τής 3ης τού μήνα).

[550] Αντίγραφο επιστολής (χωρίς στοιχεία συντάκτη) προς Λεόν Νοέλ, Παρίσι, 19 Μαΐου 1938, SDN 2173, MAE.

[551] Πρόκειται για το έκτο από τα έξι συμπληρωματικά μέτρα που είχε προτείνει και τα οποία είχαν σε μεγάλο βαθμό καταστεί περιττά μετά την υιοθέτηση των διαταγμάτων τού Μαΐου, επιστολή Μπονέ προς Σαρό, 28 Απριλίου 1938, SDN 2173, MAE.

[552] Για τον νόμο τού 1927, Noiriel Gérard, Les origines républicaines de Vichy (Paris, Hachette, 1999), σελ.129-138.

[553] Συζήτηση με θέμα «Αλλοδαποί βιοτέχνες και έμποροι. Πολιτογραφήσεις», και ψήφισμα 4 σημείων, Πρακτικά συνέλευσης 31 Μαΐου 1938, σελ. 32 και 68-69, CCP, IX, 1, Πρακτικά 47, ACCP.

[554] Συζήτηση γύρω από τη «γενική κατάσταση» μετά από σχετική παρέμβαση τού προέδρου τού εμπ. επιμελητηρίου τού Κλερμόν-Φεράν, συνέλευση 8 Νοεμβρίου 1938, σελ.29-30, CCP [Επιμ. Παρισιού], IX, 1, Πρακτικά 47, ACCP.

[555] Χειρόγραφη επιστολή τού νομάρχη τής Ντουμπ «στον αγαπητό [τ]ου φίλο» Ματιβέλ, υποδιοικητή τής Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας, 4 Νοεμβρίου 1939, σε σχέση με την «υπόθεση» τού Μπενουά, μέλους τής Καγκούλ, F7 14815 (και κάτωθι)· και αλληλογραφία Μπισιέρ-νομάρχη τής Ταρν-ε-Γκαρόν (Μπουκουαράν) σε σχέση με τον στρατηγό Τουσάν, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1939, F7 13984, AN.

[556] «Υπόμνημα για την αναδιοργάνωση τής υπηρεσίας αλλοδαπών», στο μεσοδιάστημα μεταξύ τής έκδοσης τού διατάγματος τής 2ης Μαΐου και τής δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα στις 16-17 Μαΐου 1938, το οποίο δεν φέρει υπογραφή, αλλά περιλαμβάνεται στο αρχείο τής «αλληλογραφίας του μαζί με άλλα κείμενα συναφή με τους πρόσφυγες και τους αλλοδαπούς, 1938-1939», F7 14885, AN.

[557] Ο αντισημιτισμός τού οποίου πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με την εντονότατη πίεση στην Ιταλία εκ μέρους τού Ράιχ για τη λήψη μέτρων προς αυτή την κατεύθυνση, BA 2162, Ιταλία, 1915-51, APP.

[558] Υπόμνημα (αχρονολόγητο και χωρίς στοιχεία συντάκτη) τού Φουρκάντ «προς τον κ. Γενικό Διοικητή τής Εθνικής Ασφάλειας σχετικά με τα μέτρα που ελήφθησαν για τους διαμένοντες στην Ιταλία ισραηλίτες», F7 14885, AN.

[559] Μπονέ αναφερόμενος στο κυνήγι σε βάρος των πολωνοεβραίων, επιστολή στον Νοέλ, Παρίσι, 19 Μαΐου 1938, SDN 2173, MAE.

[560] Φάκελος Μπισιέρ, «Αίτημα που ενεκρίθη από το Συμβούλιο στις 27.6.41», Βισί, τής αυτής ημερομηνίας , F7 15387, AN.

[561] Εγκύκλιος 391 Αστ. 7, υπογεγραμμένη από τον Υ. Φουρκάντ (με την υπηρεσιακή του ιδιότητα) προς τους νομάρχες των δύο ζωνών, Βισί, 6 Οκτωβρίου 1941, εντολή «απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα των κκ. Φιλίπ Σερ και Ζουό» που σκόπευαν, «σε συνεννόηση με τον έκπτωτο στρατηγό Ντε Γκολ, να μεταβούν στο Λονδίνο», GA J 4, «Ζουό», APP.

[562] Έγγραφο (χωρίς άλλη αναφορά) «συνομιλίας που έλαβε χώρα στις 24 Απριλίου 1941 με τον Φουρκάντ, διευθυντή τού Υπουργείου Εσωτερικών» σχετικά με τον «αριθμό των έγκλειστων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης εβραίων» στη Νότια [Ελεύθερη] Ζώνη, AJ 38 60, AN.

[563] «Η δράση τής Καγκούλ κατά τη διάρκεια τού πολέμου και τής γερμανικής Κατοχής», έκθεση Καγκούλ, F7 15343, AN.

[564] PA (Γενική Ασφάλεια) 1370/B, Βισί, 7 Μαρτίου 1941, συνομιλία στις 28 Φεβρουαρίου μεταξύ τού Περιέ, γενικού επιθεωρητή, διορισμένου από την Εθνική Ασφάλεια στο Παρίσι και τού Μπέμελμπουργκ, F7 15277, φάκελος «Αντικομμουνιστική αστυνομία 1941-1943», AN.

[565] Ανακριτική εξέταση 127 τού Μαξ Κνίπινγκ από τον Λεόν Ντοζά, (αστυνομικό) επίτροπο τής RGSN [Υπηρεσία Γενικών Πληροφοριών Εθνικής Ασφάλειας], Παρίσι, 14 Ιουλίου 1945, F7 15327, «Μαξ Κνίπινγκ», AN. Για την πολεμική «σταδιοδρομία » τού Πισέ, Lacroix-Riz Annie, Industriels et banquiers français sous l’Occupation: la collaboration économique avec le Reich et Vichy (Paris, Armand Colin, 1999, επανέκδ. 2007) και Choix, ευρετήριο. Για τους λοιπούς (πλην τού Φουρκάντ), Rajfus Maurice, La police de Vichy. Les forces de l’ordre françaises au service de la Gestapo, 1940/1944 (Paris, Le Cherche Midi éditeur, 1995) ευρετήριο.

[566] Φάκελος «“CSAR” [Καγκούλ: Μυστική Επιτροπή Επαναστατικής Δράσης] (συμπληρωματική έρευνα)», Παρίσι, 21 Νοεμβρίου 1937: ο Κουζινέ, αρχιτέκτονας στην Αντίμπ, ο οποίος είχε στην κατοχή του «πλήρη φάκελο σχετικά με το λαθρεμπόριο όπλων στην περιοχή τής Νίκαιας», δήλωσε ότι θα τον παραδώσει μόνο σε αστυνομικό «που θα έρθει από το Παρίσι», λόγω των «σοβαρών καταγγελιών που βαρύνουν τους τοπικούς αστυνομικούς και ιδιαίτερα τον επικεφαλής τής ασφάλειας τής Νίκαιας», F7 14673, φάκελος 1127 2, 191, «κατάσχεση όπλων προέλευσης εξωτερικού στη Νίκαια». Τον Νοέμβριο τού 1938, ο Φουρκάντ — τον οποίο ο «κ. Μεντεσέν, γερουσιαστής-δήμαρχος τής Νίκαιας» επαινούσε θερμά σε «προσωπική» του επιστολή στον Μπισιέρ ημερομηνίας 2/11/1938 — βρισκόταν στη Νίκαια αναζητώντας υπηρεσιακό αντικαταστάτη, F7 13984, AN.

[567] Επιστολή προς Μπισιέρ, 2 Νοεμβρίου 1938 και συνημμένο το πλήρες κείμενο διαρθρωμένο σε 5 άρθρα, F7 13984, AN.

[568] Απάντηση Μπισιέρ προς Φουρκάντ, Παρίσι, 3 Νοεμβρίου 1938, F7 13984, AN.

[569] Παράθεμα στο: Noiriel, Les origines, σελ. 145-146.

[570] Για το «διάταγμα τής 12 Απριλίου 1939» και τα λοιπά «πατριωτικά» αντικομμουνιστικά μέτρα, ίδε κατωτέρω.

[571] Έκτακτη συνεδρίαση 26, 12 Νοεμβρίου 1938, σελ.809-826 ABF [Αρχ. Τράπεζας Γαλλίας]

[572] Από τη Le Temps τής 14ης Νοεμβρίου 1938 (παράθεμα στο: Bourdé, La défaite, σελ. 99-100)· το απόσπασμα με την αναφορά στα «κέρδη και τα καύσιμα» απουσιάζει από τα πρακτικά που συνετάχθησαν το επόμενο πρωί, 13 Νοεμβρίου 1938, BA 1897, ARD, APP.

[573] Έκθεση 9865/5361 Πρινά, Παρίσι, 5 Νοεμβρίου, 1938, DDI [Ιταλικά Διπλωματικά Έγγραφα], 8η σειρ., X, σελ. 378-380.

[574] Όλα τα παραθέματα από το Συνέδριο ΔΗ.ΣΥ, 12-14 Νοεμβρίου 1938, BA 1897, ARD, APP.

[575] Choix, ευρετήριο· για τις σχέσεις του με τον Φλαντέν την περίοδο πριν και μετά από τον Ιούνιο τού 1940, «Νέα σύλληψη» και «Νέα Ανακριτική Εξέταση» (για «την δραστηριότητά σας μετά την αναχώρησή σας από τη Γαλλία στις 18 Αυγούστου 1939») τού Γκριμ, 14 και 16 Ιουνίου 1945, και ανάκριση 149/14 τού Φάιλ από τον Μπερζέ, 1 Σεπτεμβρίου 1946, Φάιλ, «Αναπληρωτής Γραμματέας τής Γαλλογερμανικής Επιτροπής», F7 15327, AN.

[576] Φλαντέν, για τους «ανεπιθύμητους», Συνέδριο, Πρακτικά 15 Νοεμβρίου 1938, BA 1897, ARD, APP.

[577] 25ο και όχι 31ο συνέδριο, Bourdé, La défaite, σελ. 105.

[578] 25ο Συνέδριο CGT Ναντ, σελ. 147.

[579] Λεφράν, δωσίλογος τής κλίκας τού Μπελέν, εκδιώχθηκε κατά την απελευθέρωση από την CGT, στη συνέχεια αναδείχθηκε σε «ειδικό» όπως συνέβη και με τον Σοβί (δες Lefranc Georges, Le syndicalisme en France, (Paris, PUF, 1953), σελ.89).

[580] Έκθεση Φρέιζερ με συνημμένη την ανταπόκριση 1168 προς Κάμπελ, Παρίσι, 12 Οκτωβρίου, DBFP [Documents on British Foreign Policy] 3, III, σελ. 159-160.

[581] 24ο Συνέδριο CGT Τουλούζ, σελ. 42.

[582] 25ο Συνέδριο CGT Ναντ, σελ. 159-171, 179, 189-191, 215-226, 255-259.

[583] 36ο Συνέδριο SFIO, 29-31 Μαΐου 1939, 7η συνεδρία, σελ. 121, Mfm 270.36, BDIC [Βιβλιοθ. Σύγχρ. Διεθν. Τεκμηρίωσης].

[584] 25ο Συνέδριο CGT· Bourdé, La défaite, σελ. 122-126 και Lacroix-Riz Annie «Unitaires et Confédérés d’une réunification à l’autre (1934-1943)», Cahiers d’histoire de l’institut de recherches marxistes, n° 15, 1983, σελ. 31-58 (σελ.39-41).

[585] Ενάφ, στο 25ο Συνέδριο CGT, σελ. 274.


[i] CGPF:Confédération générale de la Production française.
[ii] Υπ. Εμπορίου.
[iii] Αργηχός τής Δημοκρατικής Συμμαχίας [δεξιά-ακροδεξιά].
[iv] Στιχομυθία Φλαντέν-Ρεϊνό στο συνέδριο τής ΔΗ.ΣΥ. (12 Νοεμβρίου 1938): «Αν αντικαταστήσουμε τους πυροσβεστικούς κρουνούς με τα μυδραλιοβόλα, τότε το αποτέλεσμα θα είναι η παγκόσμια εξάπλωση τής επανάστασης»
[v] Γερμανός Πρέσβης.
[vi] Το γαλλικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.
[vii] Βρετανός Πρέσβης.
[viii] Πρόεδρος τού εμπορικού επιμελητηρίου τού Παρισιού.
[ix] CGPF: Confédération générale de la Production française.
[x] «σενεγαλέζικα τού Στάλιν» στο πρωτότυπο.
[xi] Ευθυγράμμιση με τις πολιτικές τού Ράιχ.
[xii] Braunes Haus.

Advertisements
 

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s