RSS

Τα Νέα-Παλιά Τετράδια [τής «Μεταδημοκρατίας»]

16 Μαρ.

(Α.Lacroix-Riz, «Η Επιλογή τής Ήττας», σελ.255-58 [pdf])

Εκ των υστέρων, οι υπεύθυνοι τής έκδοσης των Nouveaux Cahiers,[i] οι βιομήχανοι Ογκίστ Ντετέφ και Αντρέ Ιζαμπέρ, οι οποίοι διατηρούσαν φιλικούς δεσμούς με τον Μπαρνό[ii] και τον Κουτρό «ήδη περίπου από το 1930», ομολόγησαν την ουσία τού εγχειρήματός τους. Όπως παραδέχθηκε ο ίδιος ο Ντετέφ, το περιοδικό, στο οποίο ο Μπαρνό «υπήρξε τακτικός συνεργάτης μας μέχρι και την έναρξη τού πολέμου», ήταν αφοσιωμένο στην προσπάθεια «εξάλειψης τού ταξικού πνεύματος και στην ανάπτυξη τής ατομικής σκέψης, τής συνείδησης τής πραγματικότητας, τής ειλικρινούς πληροφόρησης, σε αντιδιαστολή προς το κομματικό και το προπαγανδιστικό πνεύμα». Σύμφωνα με τον Ιζαμπέρ, «η ομάδα μας, μετά τις εκλογές τού 1936, επιδίωξε να συμβάλει στην πολιτική ειρήνευση μέσω τού σχεδιασμού και τής επιτυχούς υλοποίησης εποικοδομητικών μεταρρυθμίσεων, όπως επίσης και μέσω τής δημιουργίας άμεσων και αξιόπιστων επαφών με πρόσωπα, από διάφορους χώρους, επιλεγμένα λόγω τής ανεξαρτησίας και τής ανυστεροβουλίας τους. Αφήνοντας κατά μέρος κάθε πολιτική προκατάληψη και προσωπική φιλοδοξία, ξεκινήσαμε τις εβδομαδιαίες συζητήσεις μας, τις οποίες αποφασίσαμε μετά από έξι μήνες να δημοσιοποιήσουμε, προκειμένου να διευρύνουμε τις επαφές μας τόσο στο Παρίσι όσο και στην επαρχία με άτομα με τα οποία μοιραζόμασταν τις ίδιες διανοητικές ανησυχίες και ηθικούς προβληματισμούς. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν τα Nouveaux Cahiers. Το κοινό που προσελκύαμε αποτελούνταν κυρίως από αριστερούς διανοούμενους, εκπαιδευτικούς, κρατικούς υπαλλήλους, νέους στην ηλικία βιομηχάνους και μηχανικούς, αλλά επίσης και από εργάτες συνδικαλιστές. Η Επιτροπή Επαγρύπνησης των αντιφασιστών Διανοούμενων μάς τροφοδότησε με μεγάλο αριθμό οπαδών. Τα Nouveaux Cahiers, διοργάνωναν, στην έπαυλη τού Πολ Ντεζαρντέν στο Ποντινί, γαλλο-σουηδικές συναντήσεις, όπου οι ηγέτες των σουηδικών εργοδοτικών και εργατικών συνομοσπονδιών παρευρίσκονταν ως προσκεκλημένοι για να συζητήσουν για τον τρόπο με τον οποίο η ανάπτυξη τού συνδικαλισμού στη χώρα τους συνέβαλε στην επιτυχή διευθέτηση των κοινωνικών αντιπαλοτήτων και στην καθιέρωση ρυθμίσεων με ελάχιστη κρατική παρέμβαση. Στις συναντήσεις αυτές συμμετείχαν και πολλοί γάλλοι εργοδότες, όπως επίσης και στελέχη τής γραμματείας τής CGT».[88]

Όπως σχολίασε τον Οκτώβριο τού 1938 στο Club du Faubourg ο συνάρχης και πρώην ηγέτης τής γαλλικής Φάσιο Ζορζ Βαλουά,[89] «σ’ αυτό το αστικό πλαίσιο λαμπρών δεξιώσεων τού κ. Ντεζαρντέν, τα στελέχη των επαναστατικών συνδικάτων μένουν έκθαμβοι από την πολυτέλεια που αντικρίζουν και σαστίζουν με τις εγκάρδιες φιλοφρονήσεις εκ μέρους των εκπροσώπων τής εργοδοσίας. [Α]υτές οι συναντήσεις είναι ιδιαίτερα ριψοκίνδυνες, διότι είναι προφανές ότι τα συνδικαλιστικά στελέχη αισθάνονται μειονεκτικά λόγω τής μη εξοικείωσής τους με τη γλώσσα, τους τρόπους και τα ήθη τής κοσμικής κοινωνίας. Για παράδειγμα στη συγκεκριμένη συνάντηση […] παρευρέθησαν ο σουηδός ομόλογος τού Ζουό [ΓΓ τής CGT], οι εκπρόσωποι τής σουηδικής Επιτροπής Σιδηρομεταλλουργίας και ο σουηδός Μερσιέ[iii]· από γαλλικής πλευράς συμμετείχαν οι ρεφορμιστές συνδικαλιστές [Ρομπέρ] Λακόστ, [Ζορζ] Λεφράν[90] και ορισμένα μη κομμουνιστικά στελέχη τής CGT. Οι γάλλοι εκπρόσωποι μπόρεσαν να διαπιστώσουν από πρώτο χέρι την καλή θέληση και το πνεύμα συνεργασίας που υπήρχε μεταξύ τής σουηδικής εργοδοσίας και των σουηδών συνδικαλιστών, όταν στη διάρκεια ενός περιπάτου στο Αββαείο τού Βεζελέ είδαν τον σουηδό συνδικαλιστή και τη σουηδέζα εκπρόσωπο τής εργοδοσίας πιασμένους αγκαζέ να τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους. […] Η CGT συμφωνεί εν γένει με την προοπτική προσέγγισης εργοδοσίας και εργατικής τάξης, προκειμένου να διασφαλιστεί η κοινωνική ειρήνη και να αναληφθούν οι απαραίτητες ενέργειες για την προετοιμασία τού αναπόφευκτου πολέμου» — αντίφραση για τον επερχόμενο κοινωνικό πόλεμο και την επιδίωξη συμφωνίας με το Ράιχ.[91]

Την ίδια περίοδο υιοθετήθηκε και το κείμενο των «13 βασικών σημείων και 598 προτάσεων» τού «συναρχικού συμφώνου τού MSE»,[iv] που σύμφωνα με τον Σαβέν υπήρξε έργο τού Κουτρό. Στην έκθεση που συνέταξε, ο Σαβέν ισχυρίζεται ότι το παρέλαβε από «οικείο πρόσωπο» τού βιομηχάνου (— όπως διευκρινίζει ο Κιούζελ, από τον γαμπρό του, τον Ανρί Μπριλέ, που δολοφονήθηκε αμέσως μετά τον Κουτρό[92]) και ότι «ο προσεκτικός αναγνώστης θα εντοπίσει σε κάθε σελίδα τού κειμένου την ειδική ορολογία τού κ. Ζαν Κουτρό, όπως επίσης και τις ρηματικές διατυπώσεις που χαρακτηρίζουν απόλυτα το ιδίωμα τού συγγραφέα. Είναι, επομένως, προφανές ότι ο Ζαν Κουτρό ήταν υπεύθυνος, αν όχι αποκλειστικά, τουλάχιστον ως επί το πλείστον, για τη σύνταξη τού κειμένου αυτού».[93] Στο υπόμνημα τής Γενικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, που στηρίχθηκε στην «έρευνα τού Μαΐου τού 1941», παρουσιάζεται μια λεπτομερής σύγκριση μεταξύ, αφενός, τής «παραγράφου 8 […] τής χρυσόδετης έκδοσης τού κειμένου τού συναρχικού Συμφώνου και των σπουδαιότερων γραπτών τού Ζαν Κουτρό, και, αφετέρου, τής δραστηριότητας και σταδιοδρομίας του πριν από τον πόλεμο τού 1939-40».[94] Τον Ιούνιο τού 1941, ο Σαβέν συνόψισε ως εξής «το βασικό αυτό κείμενο […] άνω των εκατό σελίδων, που εκδόθηκε σε πολυτελή τόμο […] σε σχήμα όγδοο»: «Ρητή πρόθεσή του είναι “ο σχεδιασμός και η εγκαθίδρυση στη γαλλική αυτοκρατορία ενός κατάλληλου συναρχικού καθεστώτος” (σελ.VI)», ενώ «η πρόταση n° 80 αποτελεί ένα δριμύ κατηγορητήριο» (δες κατωτέρω) «εναντίον τού γαλλικού κοινοβουλευτισμού, ο οποίος περιγράφεται ως το «πολιτικό ποτ-πουρί που προέκυψε από Σύνταγμα τού 1875».[95]

Διαψεύδοντας τον ισχυρισμό τού Κιούζελ περί δήθεν προοδευτισμού τού Κουτρό, «το αντίτυπο τού συναρχικού συμφώνου τής αυτοκρατορίας» που φυλάσσεται στα Εθνικά Αρχεία διατυπώνει μια σειρά από αιτήματα για κοινωνικοοικονομικές «μεταρρυθμίσεις» που διαπνέονται από πνεύμα μίσους προς τη δημοκρατία και τον λαό αντίστοιχο με αυτό των ξένων φασιστικών καθεστώτων. Η δημοκρατία («ο γαλλικός κοινοβουλευτισμός, αυτό το πολιτικό ποτ-πουρί που προέκυψε από το Σύνταγμα τού 1875») περιγράφεται ως εξής: « — καθεστώς αλλοδαπής προέλευσης, το οποίο, όπως και ο σοβιετισμός, ο μαρξισμός και ο φασισμός [προσθήκη που προφανώς έγινε για λόγους «τήρησης ισορροπιών»], είναι ασυμβίβαστο με τα γαλλικά δεδομένα· — καθεστώς παθητικής εκπροσώπησης μονάδων-πολιτών από εκλεγμένα αρμόδια όργανα· — καθεστώς που δεν διαπνέεται από ιδεώδη αλλά από συγκεχυμένες ή φανατικές αντιλήψεις που διαμορφώνονται από ανεύθυνους και αναξιόπιστους ηγέτες και επιτροπές για λογαριασμό των ψηφοφόρων τους, οι οποίοι δεν έχουν γνώση των πολιτικών πραγμάτων· — καθεστώς εξαπάτησης, τού οποίου η ίδια η λειτουργία απομακρύνει τόσο τους ψηφοφόρους όσο και τους εκλεγμένους αντιπροσώπους τους από τα δεδομένα τής πραγματικότητας, ενώ αποστολή του θα έπρεπε να είναι η πιστή απεικόνιση, οργάνωση, ταξινόμηση και ο αρμονικός συνδυασμός των δεδομένων αυτών· — καθεστώς ψευδοδημοκρατίας που, μέσω τής πλειοδοσίας υποσχέσεων κατά τις εκλογικές αναμετρήσεις, μετατρέπει κάθε κόμμα σε δημαγωγική φατρία· — καθεστώς συγκαλυμμένης αναρχίας που κάνει ακόμη πιο έκδηλη την έλλειψη κοινοτικού ήθους που χαρακτηρίζει το γαλλικό πνεύμα· — καθεστώς ιδεολογικής φλυαρίας που αμβλύνει το πραγματιστικό και εμπειρικό αισθητήριο τού γαλλικού πνεύματος· — καθεστώς ψεύδους και πλάνης που αποβλέπει αποκλειστικά στη διαιώνιση τής κυριαρχίας παλαιών και νέων ολιγαρχιών κρυμμένων πίσω από το προσωπείο μιας κομματικής ψευδοεξουσίας (ταγμένης στην εξυπηρέτηση οικονομικών και συντεχνιακών συμφερόντων)· — καθεστώς διαφθοράς στα πλαίσια τού οποίου οι συνασπισμοί αυτοί ανομολόγητων οικονομικών, συντεχνιακών και κομματικών συμφερόντων ιδιοποιούνται τη μόνη πραγματική εξουσία που συγκεντρώνεται στα χέρια μιας ανεύθυνης γραφειοκρατίας, η οποία, παρά τις προσπάθειες που καταβάλλονται εκ μέρους τής ελίτ των κρατικών υπαλλήλων, αδυνατεί να ανταπoκριθεί στις απαιτήσεις οποιουδήποτε δημιουργικού έργου· — καθεστώς παρασιτισμού, ακρισίας, απάθειας και επιπολαιότητας που οδήγησε στην παρακμή τής εν γένει δυναμικής τού Κράτους, σε σημείο που να τίθεται εν αμφιβόλω το μέλλον τής χώρας· — καθεστώς κυβερνητικής αβουλίας και στερεότυπης επανάληψης, που χαρακτηρίζεται από εγγενή αδυναμία ανανέωσης, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να προσφέρει στον γαλλικό λαό τα αναγκαία πολιτικά εργαλεία και πόρους για την επαναστατική προσαρμογή που απαιτούν οι παγκόσμιες ανακατατάξεις» (πρόταση 80, από την οποία ο Σαβέν παραθέτει αυτούσιες τις δύο αυτές τελευταίες παραγράφους). «Ο λαός» αντιμετωπίζεται με την ίδια περιφρόνηση: «Ο οντολογικός νόμος που διέπει τον λαό είναι αυτός τής πνευματικής αναρχίας, που μετριάζεται από το αγελαίο ένστικτο, το πνεύμα τής μίμησης και την ηθική αδράνεια, κατάσταση η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μονολεκτικά ως “καχεξία”» (πρόταση 38). «Πρωταρχικό καθήκον τού κράτους είναι η πραγµατοποίηση των απαραίτητων θεσμικών διαρρυθµίσεων για τη διαιτητική επίλυση των διαφορών που αναφύονται μεταξύ των ισχυρότερων και των πιο αδύναμων εγωιστικών επιδιώξεων τού λαϊκού σώματος, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ισόρροπη ικανοποίηση των ιδιαίτερων αναγκών κάθε κοινωνικής ομάδας» (πρόταση 108). «Το πλήθος στερείται πραγματικής σκέψης: ο λαός, ως μάζα, έχει μόνο ανάγκες και ένστικτα» (πρόταση 377).

Επιπλέον, σε αντίθεση με τα όσα υποστηρίζει ο Κιούζελ,[96] οι προτεινόμενες «μεταρρυθμίσεις» δεν είχαν ως κύριο στόχο τη δημιουργία ενός ελκυστικού «συστήματος διμερών αμοιβαίων συμφωνιών [ententes] και συλλογικών συμβάσεων ανά βιομηχανικό κλάδο για τη ρύθμιση των όρων εργασίας και παραγωγής». Εξαρχής, ήδη στην προμετωπίδα τού κειμένου, όπου εξυμνείται ο «σιδηρούς νόμος τής αδιάλλακτης επαναστατικής δράσης», προοικονομείται το καθεστώς τού Βισί. Πίσω από τον ψευδεπίγραφο τίτλο τής «κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής»(πρόταση 110), οι εν λόγω «μεταρρυθμίσεις» προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «ο ρόλος τού πολιτικού Κράτους δεν μπορεί ποτέ να ταυτιστεί: α) με την οικονομική ιδιοκτησία (τού εδάφους-υπεδάφους, των πηγών ενέργειας, των πρώτων υλών, των μέσων παραγωγής και διανομής, των επί πληρωμή υλικών υπηρεσιών, τού χρηματοοικονομικού κεφαλαίου, κ.λπ.· β) με την άμεση διαχείριση οιουδήποτε τομέα τής οικονομικής δραστηριότητας τού λαού, χωρίς να γίνεται καμία διάκριση μεταξύ των χωρών τής γαλλικής Αυτοκρατορίας» (άλλοι τομείς που επίσης αφαιρούνται «παντελώς» από το πεδίο δραστηριότητας τής πολιτείας είναι αυτοί τής «παιδείας, τής εκπαίδευσης και τού πολιτισμού» [πρόταση 314]).

Ιδιαίτερα διαφωτιστικές για τις σχέσεις «συναρχίας» και Ράιχ είναι οι προτάσεις αρ. 49 έως 51, που αναφέρονται στο ζήτημα τού εξωτερικού («ατελέσφορη βία») και τού εσωτερικού («αναγκαία βία») πολέμου: «Ο εμφύλιος πόλεμος, το πραξικόπημα, η εξέγερση, η τρομοκρατία, οι ταραχές, η απεργία, ο κοινωνικός αναβρασμός, οι διεκδικήσεις συνιστούν λιγότερο ή περισσότερο βίαιες [κοινωνικές] μεταβολές επί τα χείρω, συμπτώματα αναρχικής απροσαρμοστικότητας».(49) «[Ομοίως,] ο στρατιωτικός πόλεμος […] συνιστά μία άλλη, λιγότερο βίαιη μορφή μεταβολής — ή έλλειψης προσαρμογής στις απαιτήσεις — τής πραγματικής ζωής των ανθρώπινων κοινωνιών. […] Εν προκειμένω, η μόνη πραγματική θεραπεία και το μόνο αποτελεσματικό διορθωτικό μέτρο είναι η ανάληψη δράσης για την προώθηση τής συναρχικής επανάστασης και από τις δυο πλευρές των συνόρων» (50-51).[97]

Όπως θα διαπιστωθεί στη συνέχεια, οι βίαιες προθέσεις τού κειμένου, που δεν μπορούν να συγκαλυφθούν πίσω από το «φιλοσοφικό μοτίβο τού ανθρωπισμού, […που] διατρέχει το σύνολο τού συναρχικού συμφώνου»,[98] τείνουν να συγκλίνουν με τις επιδιώξεις τής δεύτερης — (δήθεν) «λαϊκής» — συνιστώσας τού διττού επιθετικού εγχειρήματος, ψυχή και στυλοβάτης τού οποίου υπήρξε ο Ντοριό.


[88] Μαρτυρικές καταθέσεις των δύο βιομηχάνων στον Α. Ματιέ, 28 Ιανουαρίου 1946, PJ [Υπηρεσία Διώξεως Εγκλήματος] 40, «Μπαρνό», APP [Αρχεία Αστυνομικής Διεύθυνσης].
[89] Έκθεση SSS [τής Υπηρεσίας αρμόδιας για τις μυστικές οργανώσεις] τής 25ης Ιουνίου 1942, F7 15343 AN [Εθνικά Αρχεία], και supra.
[90] Ένας ακόμα μεταπολεμικός «ειδικός» — μετά από μια «παρένθεση» συνεργασίας με τους κατακτητές στο πλευρό τού Μπελέν και των περί αυτόν.
[91] Φάκελος RG [Υπηρεσία Γενικών Πληροφοριών] για τη συνάντηση τής 30ής Οκτωβρίου 1938, GA G 5, «Οικογένεια Γκρεσέν» (Ζορζ Βαλουά), APP.
[92] Πρόλογος [ασαφής παραπομπή· πιθανώς να αναφέρεται στον πρόλογο τής έκθεσης Σαβέν ή στον πρόλογο τού άρθρου τού Richard Kuisel, «The legend for Vichy synarchy», French historical Studies, vol.VI-3, άνοιξη 1970, σελ.365-398.]
[93] ´Εκθεση Σαβέν, Ιούνιος 1941, F7 15343, AN.
[94] Υπόμνημα «συναρχία», με στοιχεία μέχρι και τον Δεκέμβριο τού 1941, 10 Μαΐου 1945, F7 15343, AN.
[95] Κεφάλαιο Ι τής έκθεσης Σαβέν, Ιούνιος 1941, F7 15343, AN.
[96] Kuisel, «Legend», σελ. 376-377 (χρήση τού γαλλικού όρου «ententes» και έμφαση με πλάγιους χαρακτήρες στο πρωτότυπο), και σελ.381.
[97] Το πλήρες αντίτυπο, F7 15343, AN.
[98] Υπόμνημα «συναρχία», 10 Μαΐου 1945, «8. σύγκριση με τον χρυσόδετο τόμο […]», F7 15343, AN.


[i] Κατάλογος συνεργατών του περιοδικού: Guillaume de Tarde, Boris Souvarine, Bertrand de Maudhuy, Drieu la Rochelle, Lucien Laurat, Auguste Detoeuf, Jean Coutrot, Bernard de Plas, Pierre de Lanux, Raoul Dautry, Bertrand de Jouvenel κ.ά.
[ii] Jacques Barnaud: Γενικός Διευθυντής τής Τράπεζας Worms.
[iii] Γάλλος μεγιστάνας στον τομέα τού ηλεκτρισμού, ιδρυτής τής Redressement français [Γαλλικής Ανόρθωσης], που προωθούσε μια τεχνοκρατική και κορπορατιστική πολιτική.
[iv] Συναρχικό Κίνημα τής Αυτοκρατορίας.

Advertisements
 
Σχολιάστε

Posted by στο 16/03/2013 in Πολιτική

 

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s