RSS

A.Badiou—«Prose pour des Esseintes»

16 Απρ.

Prose pour des Esseintes

[…]

 Στη βάση αυτών θα διαπιστώσουμε ότι δεν περιοριζόμαστε κατ’ ανάγκην στο πεπερασμένο και ότι κάθε στιγμή τής «αληθινής ζωής» αποδεικνύεται να είναι μια μορφή απειροποίησης. Η διαδικασία ενσωμάτωσης σε μια αλήθεια συνίσταται από στιγμές απειροποίησης, από υπαρξιακές διαστολές, στιγμές, όπου κατά κάποιο τρόπο η ύπαρξη υπερβαίνει τον εαυτό της. Ο Αριστοτέλης συνόψισε το τέλος τής ηθικής στη φράση «χρὴ ἀθανατίζειν». Για τους Έλληνες, η ζωή εν αθανασία δεν ταυτιζόταν με τη μετά θάνατον ζωή, αλλά με την ανακάλυψη τής ικανότητας τού διάγειν τον βίον ως θεοί. Εν προκειμένω, ο «αθάνατος» θεός δεν είναι μια ύπαρξη που έχει αποσυρθεί σε μια άφατη υπερβατικότητα, αλλά κάποιος όμοιός μας (κάποιος που μοιράζεται τα πάθη μας) — με τη διαφορά ότι είναι «αθάνατος». Ωστόσο, οι Έλληνες — και είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο δεν ήταν μονοθεϊστές — αποστρέφονταν την ιδέα τής καθαυτό ύπαρξης τού άπειρου-είναι, θεωρώντας ότι το πεπερασμένο συνιστά απόλυτο νόμο τού είναι. Καθώς δεν διέθεταν την διαλεκτική έννοια τού απείρου, προσανατολίστηκαν στην αναζήτηση τής αθανασίας ως αρχετυπικής μορφής τής ζωντανής ύπαρξης που έχει προικιστεί με τη δυνατότητα αυθυπέρβασης, τ.έ. στην αναζήτηση τού αρχετύπου των εγγενών δυνατοτήτων υπέρβασης των ορίων της. Το «αθάνατο-είναι» θα πρέπει εδώ να γίνεται αντιληπτό ως μεταφορά μυθολογικού χαρακτήρα. Ας σημειωθεί ότι, εν τη απουσία κατάλληλης έννοιας, οι Έλληνες προσέφευγαν κατά γενικό κανόνα στον μύθο· οι ελληνικοί θεοί πρέπει, επομένως, να θεωρηθούν ως απεικόνιση τού ελλείποντος απείρου. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο η εμφάνιση τού απείρου σήμανε την εξαφάνιση των αθανάτων — με την παράπλευρη απώλεια ότι κανείς πλέον δεν είχε επίγνωση τού νοήματος τής ζωής εν αθανασία. Στο εξής, η αθανασία, ως υπόσχεση τού επέκεινα τής ζωής, θα τελεί υπό την εγγύηση ενός υπερβατικού απείρου. Ως εκ τούτου, η εμφάνιση τής εμμενούς (τής μη θεολογικής) έννοιας τού απείρου θα συνοδευτεί από την επανανάδυση ενός τρόπο τινά παγανιστικού στοιχείου, καθόσον η εν λόγω έννοια συνίσταται στον επαναπροσανατολισμό και επαναδιάταξη τής δυνατότητας τής ίδιας τής ανθρώπινης ζωής προς την κατεύθυνση τής δυνητικής τής απειρότητας. Από αυτή την άποψη, ο ιστορικός προσδιορισμός τής εποχής μας (ως «νεωτερικής») έγκειται ακριβώς στο έργο τού εμμενούς απείρου. Άλλωστε, η εποχή αυτή αρχίζει με την κριτική των μονοθεϊσμών κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, με τον εγκαινισμό τού θανάτου τού Θεού, με το λυκόφως του. Ωστόσο, το λυκόφως των θεών είχε ήδη συντελεστεί: η αντικατάστασή τους από τον έναν Θεό προϋπέθετε ακριβώς την επέλευση τού θανάτου τους.

Αυτό που εμποδίζει την υποκειμενοποίηση τού ατόμου είναι η έμμονη ιδέα τού πεπερασμένου. Αν ορίσουμε την «καταπίεση» ως το πάγωμα τής διαδικασίας τής ατομικής υποκειμενοποίησης και την παρεπόμενη αδυναμία εμφάνισης νέων μορφών τής εμμενούς απειρότητας, βλέπουμε ότι το άτομο-δεσμώτης τού πεπερασμένου αποτελεί τη βασική κατηγορία κάθε μορφής καταπίεσης. Προς τούτο, το άπειρο δύναται να ανεγερθεί [ανα-στηθεί] ως υπερβατικότητα, απόμακρο και τυλιγμένο στο μυστήριο (το απόκρυφο έχει εδώ μεγάλη σημασία, γιατί αν το υπερβατικό άπειρο εδύνατο να γνωστεί μετά βεβαιότητος, θα διεγράφετο ορατή η προοπτική τής ζωής εν αθανασία ) — ή ακόμη, κατά την εκκοσμικευμένη μορφή τής καταπίεσης, η καθήλωση δύναται να συντελεστεί εντός τού ίδιου τού πεπερασμένου. Και στις δυο περιπτώσεις, θα υφίσταται απαγόρευση [τής έλευσης] τού καθαυτό άπειρου υποκειμένου.

Πολύ συχνά, οι μορφές τής καταπίεσης περιγράφονται ως απαγορεύσεις που επιβάλλονται από πεπερασμένες υπάρξεις επί ορισμένων άλλων επίσης πεπερασμένων υπάρξεων: εντοπισμένα προσκόμματα ή παροδικές μορφές ανισότητας (μεταξύ φτωχών και πλουσίων, για παράδειγμα). Ωστόσο, υπό μία έννοια, όλα αυτά δεν είναι παρά συνέπειες των ιδιαιτεροτήτων τού αντίστοιχου καταπιεστικού συστήματος. Και είναι κάτω από αυτό το πρίσμα που πρέπει να κατανοήσουμε το εγχείρημα τού Μαρξ. Το πρόβλημα που απασχολεί τον Μαρξ είναι ποια μορφή απείρου τίθεται υπό απαγόρευση από το γενικό σύστημα τής κοινωνικής οργάνωσης τού καπιταλισμού, το οποίο αναλύει εξονυχιστικά. Η έννοια τού καπιταλισμού έχει εδώ πολιτικό περιεχόμενο, καθόσον είναι οντολογική και συγχρόνως κανονιστική έννοια: συνιστά περιγραφή μιας κατάστασης πραγμάτων, η οποία όμως γίνεται από τη σκοπιά τού εντοπισμού τής συγκεκριμένης μορφής απαγόρευσης που αυτή αντιπροσωπεύει. Ο Μαρξ ξεκινάει από την ανάλυση τού εμπορεύματος, επειδή ακριβώς το εμπόρευμα αποτελεί το κατεξοχήν σύμβολο τού πεπερασμένου που χαρακτηρίζει αυτό το είδος συστήματος. Ποιες, λοιπόν, δυνατότητες τής ανθρωπότητας έχουν τεθεί υπό περιορισμό από το συγκεκριμένο κοινωνικό σύστημα δόμησής της, εντός τού οποίου έχει εγκλωβιστεί; Για τον Μαρξ, η απειρότητα για την οποία είναι ικανή η ανθρωπότητα και την οποία ο καπιταλισμός γεννά ως απαγόρευση και περιορισμό αντιπροσωπεύεται από τη γενολογικότητα τής εργατικής τάξης, την οποία χαρακτηρίζει με τον όρο «κομμουνισμός». Το επόμενο ζήτημα που θα τον απασχολήσει είναι το εξής: στο πλαίσιο τού εν λόγω πεπερασμένου, ποιος είναι ο συνδυασμός ή η σύνθεση που καθιστά δυνατή την εμφάνιση αυτής τής λανθάνουσας, καταπιεσμένης απειρότητας ως εγγενούς ανθρώπινης δυνατότητας που η γενική κοινωνική οργάνωση έχει θέσει εκτός των ορίων της; (— η καταπίεση μιας ύπαρξης αποτελεί πάντα μια μορφή απομάκρυνσης [αλλοτρίωσης] από την εν δυνάμει προσίδια απειρότητα της).

Αναφέραμε τρεις τύπους απείρου: το άπειρο-σημείο, το άπειρο-τόπος, το άπειρο-όριο.

(α) Όσον αφορά το άπειρο-σημείο, υπενθυμίζω ότι είναι μια τοπική έκλαμψη μη μετρήσιμη ως προς το πεπερασμένο πλαίσιο εμφάνισής της· εδώ ανήκει, όπως θα δούμε, το ενεργειακό ίχνος που αποτίθεται από ένα συμβάν.

(β) Η έννοια τού απείρου ως τόπου (ή ως θεμελίου) είναι η έννοια που αναφέρεται στο ότι κάθε πεπερασμένη διαδικασία έλκει την ουσία της από μια υποκείμενη απειρότητα. Εξετάσαμε ήδη το σχετικό παράδειγμα των αριθμών, θα μπορούσαμε όμως να δούμε τη λειτουργία της στο πεδίο τής πράξης, παραδείγματος χάριν όσον αφορά μία εργατική απεργία. Μια απεργία ξεκινά ως αποτέλεσμα μιας τοπικής διαδικασίας που αποτυπώνει έναν συσχετισμό δυνάμεων (αίτημα για αύξηση μισθών, αντίθεση στο κλείσιμο ενός εργαστηρίου, μιας μονάδας, κ.λπ.) και η οποία δεν εξέρχεται από το πλαίσιο τού πεπερασμένου. Ωστόσο, προϋπόθεση τής δυνατότητας υλοποίησης τέτοιων δράσεων είναι η ύπαρξη ενός «υπόβαθρου» ικανοτήτων που παραμένουν λανθάνουσες και απαρατήρητες. Αυτές οι ικανότητες — θα μπορούσαμε να τις αποκαλέσουμε «εργατική δράση», «αλληλεγγύη», «ξεσηκωμός» κ.ο.κ. — θα οδηγήσουν σε συγκεκριμένες επινοήσεις και καινοτομίες που θα χρησιμοποιηθούν και θα αναπτυχθούν εν συνειδήσει τής υποκείμενης-υποκειμενικής απειρότητας στην οποία παραπέμπουν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα άτομα που απεργούν μετατρέπονται σε «απεργούς», προσχωρώντας δηλ. στο «υπόστρωμα» τής δράσης. Και είναι γνωστό τοις πάσι ότι αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί είναι τόσο δύσκολο να τερματιστεί μια πραγματική απεργία. Ο τερματισμός της ισοδυναμεί με τον ενταφιασμό τού απείρου. Ό,τι ήρθε στο φως ως αποτέλεσμα τής δράσης των εργατών-απεργών δεν μπορεί να συγκριθεί στα μάτια τους με τους συγκεκριμένους στόχους που είχαν αρχικά τεθεί.

Η υποκειμενική συγκρότηση ενός αριθμού εργατών, η ανακάλυψη τής δυνατότητάς τους να αναλάβουν τον ελέγχο τής συγκεκριμένης κατάστασης, ενέχει το στοιχείο τού μεταδοτικού ενθουσιασμού. Όπως πάντα, ο αντίπαλος, που δεν φοβάται τίποτα περισσότερο από την εμφάνιση τού υποκειμένου, θα εργάζεται ακατάπαυστα προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο αυτό. Κατ’ αρχάς, θα διατυπώσει, ως είθισται, τις γνωστές αντιρρήσεις: «Βάλτε το σε ψηφοφορία και θα δείτε ότι δεν είστε πλειοψηφία» (όπως και συχνά συμβαίνει, αλλά τούτο ποσώς ενδιαφέρει το υποκείμενο· η πλειοψηφικότητα δεν είναι το κύριο μέλημά του), και θα καταλήξει πάντα στο ίδιο ερώτημα: «Δεν είναι ώρα να στείλουμε την αστυνομία να εκκενώσει τον χώρο;» Και όλα αυτά γιατί απέβησαν άκαρπες οι γνωστές διαδικασίες τής «αναγωγής στο πεπερασμένο» και γιατί είναι προ των θυρών η έλευση μιας ύπαρξης που, υπό το πρίσμα των παραμέτρων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση, αντιμετωπίζεται ως άπειρη.

Με μεγάλη λύπη, οφείλω να επισημάνω ότι πολύ συχνά, όχι όμως πάντα, τα συνδικάτα λειτουργούν ως όργανα τού πεπερασμένου, κι αυτό ακριβώς λόγω τής θεσμικής τους σχέσης με την κατάσταση. Θεωρούν δηλ. ότι έχουν λάβει την εντολή να κινούνται μέσα στα όρια ενός γενικού καθεστώτος διαπραγμάτευσης. Ωστόσο, η διαπραγμάτευση δεν συνιστά παρά αποδοχή των πεπερασμένων κανόνων που ισχύουν για την περίπτωσή τους, κατά τρόπο μάλιστα ώστε το υποκείμενο να μην εισέρχεται ποτέ στον στίβο των διαπραγματεύσεων (—το υποκείμενο διαπραγματεύεται τότε μόνον όταν αισθάνεται ότι μπορεί να θέσει υπό έλεγχο την κατάσταση· αλλά στην περίπτωση αυτή θα βρίσκεται σε θέση επιβολής και όχι σε θέση διαπραγμάτευσης). Αλλά, αν δούμε από κοντά την ιστορία τους, τα νομικά τερτίπια και τα πάρε-δώσε τους με τα άτομα τής εξουσίας, δηλαδή όλα τα στοιχεία εκείνα που υπάγονται στην κατηγορία τής «υποκειμενικής» διαφθοράς, θα διαπιστώσουμε ότι ένα μεγάλο τμήμα των συνδικαλιστικών οργανώσεων αισθάνεται σαν κομμάτι τού — διαπραγματευτικού — μηχανισμού τού κράτους και ότι δυστυχώς συνέβαλε και συμβάλλει ουσιαστικά στην αποτροπή τής εμφάνισης τού υποκειμένου που κάθε φορά εμπεριέχει η αντίστοιχη συγκυρία. Στο σύνολό τους σχεδόν οι πραγματικές απεργίες καταλήγουν σε συγκρούσεις με τους εν λόγω θεσμικούς μηχανισμούς. Η υπέρβαση των εν λόγω ορίων αποτελεί την πρώτη άμεση ένδειξη τού γεγονότος ότι τείνει να γεννηθεί κάτι που προσομοιάζει στο υποκείμενο. Αυτό, μάλιστα, το στοιχείο θα μπορούσε να ληφθεί ως πρόχειρο κριτήριο παρουσίας του.

Κάθε κοινωνικό εγχείρημα το οποίο οδηγεί σε μια γνήσια υποκειμενοποίηση έχει αρχικά χαρακτήρα τοπικό (— ανεξαρτήτως δε των εξελίξεων, η «απεργιακή ημέρα» αντιπροσωπεύει εδώ τη μέγιστη οριακή τιμή τού πεπερασμένου τής κατάστασης). Γιατί αυτός ο εντοπισμός; Επειδή έχουμε να κάνουμε με την ανίχνευση τού άπειρου υποκείμενου χώρου (— θα προσέθετα εδώ ότι κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην περίπτωση που παρουσιάζεται η ανάγκη εισαγωγής τής έννοιας τής άπειρης βάσης για τη συνέχιση μιας μαθηματικής διαδικασίας).

(γ) Το άπειρο-όριο βρίσκεται στο επέκεινα τής πεπερασμένης κάλυψης ενός χώρου που τείνει να μετατραπεί σε εμμενές άπειρο. Η διενέργεια εκλογών αποτελεί την κατεξοχήν διαδικασία πεπερασμένης κάλυψης: η καταμέτρηση των δυνάμεων αποτελεί πάντοτε πεπερασμένη διαδικασία. Επιστρέφοντας στο παράδειγμα τής εργατικής απεργίας, η διαδικασία τής κάλυψης στοχεύει στην καλλιέργεια τής εντύπωσης ότι η διεύρυνση τού κινήματος συνίσταται στην παρουσίαση ενός μωσαϊκού φτιαγμένου από τα διαφορετικά σύνολα τής κατάστασης, όπου το μόνο κριτήριο συμπερίληψής τους είναι αυτό τής διαμεσολάβησης μέσω των δομών τού γραφειοκρατικού συνδικαλισμού. Για να πάρουμε ένα άλλο παράδειγμα, το ζήτημα «ποιος έχει τη γαλλική ταυτότητα;» θα μπορούσε ομοίως να επιλυθεί μέσω μιας πεπερασμένης κάλυψης των στοιχείων τής κατηγορίας αυτής. Ωστόσο, διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν πάντα κάποιοι που, αν και παρόντες, δεν συνυπολογίζονται στην καταμέτρηση· τα στοιχεία αυτά θα λέγαμε ότι κατέχουν τη θέση τής εσωτερικής ετερότητας. Πρόκειται για ένα θέμα με το οποίο ασχολήθηκε εκτενώς ο Λακάν: η ταυτοτική κάλυψη, για να λειτουργήσει ως τέτοια, προϋποθέτει την ύπαρξη μιας εξαίρεσης. Αυτή η εξαίρεση αντιπροσωπεύει το μη πεπερασμένο όριο τής διαδικασίας τής κάλυψης, είναι το άπειρο όριο τής δυνατότητάς της. Τι κάνουμε σε αυτές τις περιπτώσεις; Διαιρούμε, χωρίζουμε στα δύο την εξαίρεση: από τη μια μεριά, θα έχουμε εκείνους που δεν θα συνυπολογιστούν στο τελικό άθροισμα και, από την άλλη, εκείνους που θα ληφθούν υπόψιν, παρά το ότι δεν είχαν συμπεριληφθεί στον αρχικό μας υπολογισμό (αυτή είναι η περίπτωση όσων αποκτούν το «δικαίωμα» ενσωμάτωσης/νομιμοποίησης). Το σημαντικό σημείο είναι ότι κάποιοι πάντα εξαιρούνται. Και αυτό γιατί διαφορετικά η διαδικασία μας θα έχανε τον ταυτοτικό της χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, η διαδικασία ενσωμάτωσης ορίζεται πάντα με βάση το «μη ενσωμάτωσιμο», πράγμα που επίσης σημαίνει ότι υπάρχει πάντα μια εξαίρεση τής εξαίρεσης που τελικά θα λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς τής διαδικασίας τής κάλυψης. Αυτές είναι οι μόνες επιλογές μας. Οι προτάσεις ταυτότητας εμπεριέχουν μεν την αξίωση τού πεπερασμένου, αλλά υπάρχει πάντα κάτι που εκφεύγει των ορίων της και που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε διαγώνιο τού έτερου.

Είδαμε ότι σε αντίστιξη με τα τρία αυτά είδη απείρου μπορούν να οριστούν τρία είδη πεπερασμένου ή, αλλιώς, τρεις αντίστοιχοι τύποι τελεστών καταπίεσης: το ποσοτικό πεπερασμένο, στο οποίο ανατίθεται η διεκπεραίωση τής λειτουργίας τεκμηρίωσης τής ασημαντότητας τού άπειρου-σημείου· το εποικοδοµιστικό πεπερασμένο που, είτε ανάγοντας τα πάντα στο σχεσιακό επίπεδο ανάλυσης, είτε προσφεύγοντας στη διαδικασία τής κάλυψης, επιδιώκει να καταστήσει μη προσβάσιμο το άπειρο-ως-τόπο· και τέλος το επαναληπτικό πεπερασμένο, όπου η διαδοχή/επανάληψη εμφανίζεται να λειτουργεί ως όργανο τού πεπερασμένου.

Νομίζω όμως ότι, ειδικά για την περίπτωση τού κόσμου μας, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε και ένα τέταρτο ζεύγος. Ας ξεκινήσουμε δίνοντας στο άπειρο την έννοια τής θραύσης τού καθιερωμένου πεπερασμένου, αντιμετωπίζοντας, δηλαδή, το άπειρο ως μορφή τροπικότητας τής ίδιας τής αλλαγής, καθόσον αυτή συνιστά άρνηση πεπερασμένων υπάρξεων. Στη συνέχεια, ας υποθέσουμε ότι η βίαιη αυτή θραύση εκτείνεται πέραν των ορίων της, κατά τρόπο ώστε να δημιουργείται ένα νέο διευρυμένο πεδίο αντίστοιχο με το διανοιχθέν άπειρο. Όπως βλέπουμε, πρόκειται πιο συγκεκριμένα για μορφές μη πεπερασμένων υπάρξεων συμβαντικού τύπου, δηλαδή για μορφές απείρου που όχι μόνο επιτυγχάνουν να αποκτήσουν αυτόνομη ύπαρξη, αλλά ταυτόχρονα φέρνουν στο φως κάτι που σηματοδοτεί μια θεμελιακή ρήξη με το υφιστάμενο σύστημα των πεπερασμένων υπάρξεων. Η δημιουργική αυτή διάστασή τους έγκειται ακριβώς στη διεύρυνση και αναζωογόνηση των πεπερασμένων αυτών υπάρξεων. Εδώ, ο όρος «άπειρο» προσδιορίζει ένα συγκεκριμένο είδος αποτελεσματικής καινοτομίας. Η αντιπρόταση τού πεπερασμένου σε αυτού τού είδους την υπαρκτή απειρότητα συνίσταται στην εισαγωγή μιας διαφορετικής μορφής καινοτομίας και πιο συγκεκριμένα τής «πεπερασμένης καινοτομίας». Για την περιγραφή της, είχα χρησιμοποιήσει στο παρελθόν τον όρο «πεπερασμένο τής κυκλοφορίας», αλλά θα μπορούσαμε επίσης να την ονομάσουμε επιτόπια κινητικότητα. Αυτή η μορφή «καινοτομίας» είναι απολύτως ταυτόσημη με την εμπορευματική κινητικότητα, με την αέναη παραγωγή «νεωτερικών» προϊόντων, κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη λειτουργία τού συστήματος τής εμπορευματικής κυκλοφορίας (τεχνολογική απαξίωση, παραγωγή νέων μοντέλων, αντικειμένων, κ.λπ.), χωρίς, ωστόσο, να δημιουργούνται συνθήκες πραγματικής ρήξης σε σχέση με την υπάρχουσα κατάσταση. Μιλώντας με όρους πολιτικής οικονομίας, η διαδικασία αυτή αποτελεί έκφραση τού νόμου τής κυκλοφορίας τού κεφαλαίου. Θα μπορούσαμε επομένως να πούμε ότι υπάρχει μια συσχέτιση μεταξύ τού απείρου ως επεκτατικής ρήξης και τού πεπερασμένου ως ενδοσυστημικής ανανέωσης, ως έκφρασης τού νόμου που διέπει το ίδιο το σύστημα.

Θα ήθελα να προσθέσω μερικά λόγια σχετικά με ένα εξαιρετικά δύσκολο ζήτημα που θα μας απασχολήσει και στο μέλλον. Στην περίπτωση τού απείρου ως επεκτατικής ρήξης, αναστέλλεται ο νόμος επιβολής τού πεπερασμένου, χωρίς όμως να αναιρείται η ύπαρξή του. Επομένως, εκείνο που μεταβάλλεται είναι η δυνατότητα επιβολής του. Όσον αφορά, λοιπόν, τη νέα μορφή υποκειμενοποιημένου απείρου, τίθεται το εξής ερώτημα: τι πρέπει να γίνει με τον νόμο, την πεπερασμένη αυτή ύπαρξη, από τη στιγμή που παύει να ισχύει ως απαγόρευση τής διαδικασίας υποκειμενοποίησης; Η καινοτόμος υποκειμενικότητα δεν μπορεί να παραβλέψει το γεγονός ότι ο κόσμος παραμένει ανομοιογενής ως προς τη μεταβολή που η ίδια υπέστη. Ενώ προηγουμένως το άτομο υποχρεούτο να συμμορφωθεί προς τα όρια τού κόσμου, τώρα οι πρότερες πεπερασμένες υπάρξεις θα πρέπει, για να συμμορφωθούν προς τη νέα υποκειμενικότητα, να διευρυνθούν και να αγγίξουν τα όρια τής τελευταίας.

Το ποίημα τού Μαλαρμέ που σας διάβασα στο προηγούμενο σεμινάριο ασχολείται με το ζήτημα αυτό. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής:

Σ’ ένα νησί ναι στον άνεμο μεστό από βλέμμ’ αθέατο ανοίγοντας χωρίς μιλιά τ’ άνθη όλα γέμιζαν

Ώσπου πελώρια καθένα τους αρμονικά κοσμούνταν με χείλι λαμπρό απ’ τα περβόλια χώρια.

Δόξα τού αρχαίου ίμερου των ιδεών αγάλλετο το είναι μου, καθώς γεννιότανε στο νέο τους προορισμό το γένος των ιρίδων.

Το αρχαίο άνθος πρέπει να ανοίξει, ώσπου κάποια στιγμή, πελώριο, να γίνει σύμμορφο με την απειρότητα τού υποκειμένου και να αποχωριστεί απ’ τον παμπάλαιο κήπο. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το πρόβλημα στο οποίο αναφέρεται το «άνοιγμα» τού άνθους είναι αυτό των «μεταρρυθμίσεων», με την καλή έννοια τού όρου (δηλαδή, να υπάρχει, τουλάχιστον, ένα σύστημα δημόσιας υγείας και δημόσιας παιδείας άξια τού ονόματος τους, κ.λπ.). Είναι, όμως, εντελώς διαφορετικό το ζήτημα τού αποχωρισμού, τής δυνατότητας μιας άνθησης που δεν εξαρτάται από τον παλιό κήπο. Η εμμένεια των αληθειών έγκειται λοιπόν στο εξής: υπό το πρίσμα μιας αλήθειας, θα αντιμετωπίζουμε τον κόσμο με τέτοιο τρόπο ώστε αυτός να διευρύνεται και να μετασχηματίζεται, ενώ συγχρόνως θα αναλαμβάνουμε τον σχεδιασμό και την ευθύνη τού έργου τού αποχωρισμού. Αυτή είναι η εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την αποδέσμευση μιας νέας υποκειμενικότητας η οποία δεν αποβλέπει απλώς και μόνο στην καταστροφή τού παλιού κόσμου, αλλά και στην αληθινή του σωτηρία. Ως προς το σημείο αυτό, ο ποιητής εκφράζεται με μεγάλη ακρίβεια: το όλο ζήτημα περιστρέφεται γύρω από την ανάγκη ο «αποχωρισμός» να είναι λαμπρός, διαυγής· δηλαδή, απαιτείται να μην είναι βίαιος αφανισμός, αλόγιστη καταστροφή, επιπόλαιο ξερίζωμα, αλλά μέσα από τον χωρισμό να διατηρείται ό,τι υπέροχο, χρήσιμο και ενδιαφέρον υπάρχει στο παλιό άνθος. Με άλλα λόγια, ο χωρισμός θα είναι φως, και όχι σκοτεινή βία. Αιώνιο πρόβλημα και πρόβλημα τού αιώνα.

Advertisements
 

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s