RSS

Ο «σωφρονισμός» των κομμουνιστών—Gleichschaltung (IV)

06 Ιον.

Ο Νταλαντιέ δήλωσε «ειλικρινά ενθουσιασμένος» με τη συγκυρία, η οποία πίστευε ότι θα συνέβαλε «στην εδραίωση μιας νέας ευρωπαϊκής συνείδησης και μιας διαρκούς αλληλεγγύης βασισμένης στη δύναμη των μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών» [Στη φωτ.: Τσάμπερλεν‒Νταλαντιέ-Χίτλερ-Μουσολίνι-Τσιάνο]


Η πρόκληση τού συμβιβασμού με τον άξονα Ρώμης-ΒερολίνουΗ σημασία των νομοθετικών διαταγμάτων τού φθινοπώρου τού 1939
[Α. Lacroix-Riz, Από το Μόναχο στο Βισί, Κεφάλαιο VI: «Ο εσωτερικός πόλεμος: “σωφρονίζοντας τους κομμουνιστές”»] [pdf]

Στις 26 Αυγούστου 1939, ο Μπονέ, ο οποίος την 1η Ιουλίου είχε αναλάβει τη δέσμευση, απέναντι στο Βερολίνο, να «σωφρονίσει τους κομμουνιστές», παρουσίασε στον Γκαρίλια την πρόοδο που είχε σημειωθεί στον τομέα αυτό: «Η κατάσταση στη Γαλλία έχει αλλάξει ριζικά, τα σοσιαλκομμουνιστικά κόμματα έχουν οδηγηθεί σε αδυναμία αντίδρασης και, ως εκ τούτο, ο ίδιος [ο Μπονέ] “[ήταν] πλέον σε θέση να υλοποιήσει τους αρχικούς του στόχους, πράγμα που μέχρι σήμερα δεν ήταν εφικτό λόγω τής εσωτερικής κατάστασης στη χώρα”».[1173]

Από τη στιγμή τής υπογραφής τού γερμανο-σοβιετικού συμφώνου το κράτος, με άψογα ενορχηστρωμένο τρόπο, επέδειξε σιδερένια πυγμή σε βάρος τού ΚΚΓ. Το αρχικό έναυσμα δόθηκε από το κύμα τού «πατριωτισμού» που σάρωσε το σύνολο των μη κομμουνιστικών εφημερίδων, ανεξαρτήτως απόχρωσης, όπως επίσης και όλα «τα γαλλικά πολιτικά κόμματα» (γεγονός που επισημάνθηκε από τον εμπορικό ακόλουθο τής γερμανικής πρεσβείας Κουρτ Μπρόιερ ήδη από τις 23 Αυγούστου). Ο τύπος, με την κρυφή παρότρυνση τής κυβέρνησης, κάλεσε το κράτος να λάβει σε βάρος των προδοτών κομμουνιστών τα μέτρα για τα οποία πίεζε η αγανακτισμένη κοινή γνώμη. «Η γαλλική κυβέρνηση» όφειλε «να έρθει σε συνεννόηση» με τα κοινοβουλευτικά κόμματα «για την υιοθέτηση των διαφόρων σχετικών μέτρων», προκειμένου να κατασταλεί η ελευθερία τής κομμουνιστικής έκφρασης.[1174] Στις 25 Αυγούστου, «δυνάμει τού διατάγματος τής 24ης […] που αφορούσε δημοσιεύματα επιβλαβή εις τα συμφέροντα τής εθνικής άμυνας», επιβλήθηκαν «κατασχέσεις των κομμουνιστικών εφημερίδων L’Humanité και Ce soir» και, «με το αιτιολογικό ότι [έθεταν] “σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη και την άμυνα τής χώρας”», απαγορεύτηκε «μέχρι νεωτέρας» η έκδοσή τους. Στις 26,[1175] την ημέρα ακριβώς που ο Νταλαντιέ, στο μελιστάλαχτο μήνυμά του προς τον γερμανό καγκελάριο, προσφώνησε τον Χίτλερ ως «σύντροφο βετεράνο τού τελευταίου πολέμου»,[1176] προβλέφθηκε με απόφαση τού υπουργείου εσωτερικών η «οριστική αναστολή» τής κυκλοφορίας τους. Στις 27, ο Μπρόιερ σημειώνει σε τηλεγράφημά του ότι «σύμφωνα με ημιεπίσημη ανακοίνωσή της που δημοσιεύθηκε στην Petit Parisien, η κυβέρνηση προειδοποίησε ότι δεν επρόκειτο να ανεχθεί διαδηλώσεις τού κομμουνιστικού κόμματος και ότι [ήταν] διατεθειμένη να λάβει, εν ανάγκη, μέτρα για την απαγόρευσή τους». Στη συνέχεια, ο γερμανός ακόλουθος περιγράφει λεπτομερώς τις αποτυχημένες προσπάθειες των κομμουνιστών προκειμένου να γίνουν δεκτοί σε ακρόαση από τον Νταλαντιέ και τον Σαρό[i] και καταλήγει επισημαίνοντας πως ο Νταλαντιέ σκόπευε «να συγκροτήσει ένα εθνικό μέτωπο αγώνα με τη συμμετοχή όλων των κομμάτων και να ρίξει το σύνθημα τής πάλης κατά τού κομμουνισμού».[1177]

Το διάταγμα τής 1ης Σεπτεμβρίου, που «απαγόρευε τη δημοσίευση πληροφοριών ικανών να επηρεάσουν δυσμενώς το ηθικό τού στρατού και των πολιτών» και το οποίο προέβλεπε μέγιστη ποινή φυλάκισης 10 ετών, εξειδίκευσε τις ρυθμίσεις των προγενέστερων διαταγμάτων με ημερομηνία, αντίστοιχα, 21 Απριλίου (αναφορικά με την «ξένη προπαγάνδα») και 24 Ιουνίου 1939 (για την απαγόρευση τής «διανομής και κυκλοφορίας ξένων φυλλαδίων»). Το οπλοστάσιο ενάντια στην «Τρίτη Διεθνή» εμπλουτίστηκε από το νομοθετικό διάταγμα τής 9ης Σεπτεμβρίου για την αντιμετώπιση των «υπηκόων τρίτων κρατών», όρος με σχετικά νεοπαγή σημασία, εφόσον εναπόκειτο στην ευχέρεια τού κράτους να καθορίσει ποιοι νοούνταν ως αλλοδαποί. Προαναγγέλλοντας ουσιαστικά το μέτρο τής έκπτωσης από την ιθαγένεια τού καθεστώτος τού Βισί, ο Σαρό και ο Μπονέ μπόρεσαν έτσι να «κινήσουν τη διαδικασία αφαίρεσης τής γαλλικής ιθαγένειας» σε βάρος των κομμουνιστών βουλευτών που διέφυγαν (ή που εφέροντο ότι διέφυγαν) «στο εξωτερικό». Το μέτρο, που η κυβέρνηση τού Βισί θα διατηρούσε σε ισχύ, επεκτείνοντας την εφαρμογή του σε βάρος των εβραίων και των διαφωνούντων «αρίων» μελών τής γαλλικής ελίτ, εφαρμόστηκε για πρώτη φορά, στις 25 Ιανουαρίου 1940, στην περίπτωση τού βουλευτή Ζαν Ριγκάλ: «Μέλος μιας οργάνωσης που, ως γνωστόν τοις πάσι, καθοδηγείται από το εξωτερικό, [ο Ριγκάλ], αποφασίζοντας να εγκαταλείψει τη Γαλλία, έδειξε εμπράκτως την πρόθεσή του να διαρρήξει τους δεσμούς του με τη χώρα μας, […] τέθηκε αυτοβούλως εκτός τού εθνικού σώματος [και, συνεπώς, πρέπει] οπωσδήποτε να θεωρηθεί ότι συμπεριφέρθηκε ως υπήκοος τρίτης χώρας».[1178]

Στις 26 Σεπτεμβρίου, το νομοθετικό διάταγμα που «προέβλεπε τη διάλυση των κομμουνιστικών οργανώσεων» εφαρμόστηκε απαρεγκλίτως, προς πάσα κατεύθυνση, τόσο σε βάρος πολιτικών ομάδων, όσο και σε βάρος απλών στελεχών και βουλευτών τού κομμουνιστικού κόμματος (πράγμα πρωτοφανές για τα μέχρι τότε δεδομένα). Στη δίκη των βουλευτών, ο μεγάλος νομικός Αλεξάντρ Ζεβαές, άλλοτε με οργή και άλλοτε με σαρκαστικό χιούμορ, στηλίτευσε το «αντικομμουνιστικό πάθος» που, αίφνης, κυρίευσε τους πάντες. Σε μια ενέργεια επίσης πρωτοφανή στα χρονικά τής τρίτης δημοκρατίας, οι αρχές κατέσχεσαν «κάθε έγγραφο, κάθε βιβλίο, κάθε μπροσούρα, κάθε φυλλάδιο, κάθε εφημερίδα, κάθε δημοσίευμα που χαρακτήρισαν ως ‘ανατρεπτικού περιεχομένου’». Από τις κατασχέσεις δεν γλύτωσαν ούτε τα βιβλία στις συλλογικές και στις προσωπικές βιβλιοθήκες των στελεχών τού κόμματος — μεταξύ των οποίων ο νομικός αναφέρει: «ένα φιλοσοφικό σύγγραμμα τού λόγιου καθηγητή στη Σορβόνη Ε. Μπουτρού, που, καθώς είχε πεθάνει προ εικοσαετίας, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ύποπτος για φιλομπολσεβικικές θέσεις» και «την “Ιστορία τής Κομμούνας” τού Λισαγκαρέ, […] το κλασικό έργο για το παρισινό κίνημα τού 1871 […] που γράφτηκε το 1876 και ως εκ τούτου [ήταν] εκ των πραγμάτων απίθανο να [αποτύπωνε] τα συνθήματα τής τρίτης διεθνούς». Ως «αποδεικτικά στοιχεία» προσκομίστηκαν μάλιστα στο δικαστήριο «το κωμικό κομψοτέχνημα τού Τεοντόρ ντε Μπανβίλ “Γκρενγκουάρ”, καθώς και η τραγωδία “Ελ Σιντ”, τού Κορνέιγ. Ως γνωστόν, το θεατρικό αυτό εκτυλίσσεται στην Καστίλλη και ο αστυνομικός επιθεωρητής θεώρησε, μάλλον, ότι οι περιπέτειες τού Σιντ είχαν κάποια ιστορική σχέση με τα πρόσφατα γεγονότα στην Ισπανία. Ίσως, πάλι, να θυμήθηκε κάποιους αλεξανδρινούς στίχους που ο τραγικός ποιητής βάζει στο στόμα, για παράδειγμα, τού Κόμη: “όσο σπουδαίοι κι αν είναι οι ρηγάδες, δεν διαφέρουν σε τίποτα από εμάς· όπως κι οι κοινοί θνητοί, μπορούν κι αυτοί να σφάλουν …”. Εύλογα, λοιπόν, θεώρησε πως οι δηλώσεις τού Κόμη αποτελούν μπολσεβίκικα συνθήματα. Επιτρέψατέ μου, λοιπόν, αγαπητοί κύριοι, να προτείνω το εξής θαυμάσιο θέμα διατριβής στους μελλοντικούς υποψήφιους διδάκτορές μας: “Ο Κορνέιγ και η Τρίτη Διεθνής”!» Η αστυνομία «διέλυσε» πλήθος οργανώσεων, μεταξύ των οποίων την οργάνωση για την «Ειρήνη και την Ελευθερία», γνωστή και ως κίνημα «Πλεγιέλ-Άμστερνταμ», τις πολιτιστικές στέγες, τη «Λαϊκή Μέριμνα», τα «επαγγελματικά συνδικάτα», «την ομοσπονδία ενοικιαστών, που είχε προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες στους μικροενοικιαστές-θύματα των καρχαριών τής αγοράς μίσθωσης ακινήτων», «τη συνομοσπονδία βιοτεχνών», και, τέλος, ακόμη και «την “Ένωση των Μαρτύρων τού Ιεχωβά”, […] μια οργάνωση που δεν [είχε] προφανώς καμία σχέση με τον κομμουνισμό».[1179]

Στη δίκη των βουλευτών ο Ζεβαές υπενθύμισε επίσης ότι, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη κατά τη διάρκεια τής πρόσφατης αντεργατικής καταστολής, «αυτό και μόνο το διάταγμα [τής 26ης Σεπτεμβρίου 1939], αναμφίβολα προϊόν τής γόνιμης φαντασίας τού προέδρου τής κυβέρνησης» δεν τηρούσε καν τα προσχήματα τής τυπικής νομιμότητας. Ο Νταλαντιέ ενσωμάτωσε μεν στο διάταγμά του τον «νόμο τού 1872» τής κυβέρνησης τού Ζιλ Ντιφόρ που απαγόρευε «την επαύριο των γεγονότων τής Κομμούνας, […] την Εργατική Διεθνή […] και τιμωρούσε με ποινές φυλάκιση την προσχώρηση ή τη συμμετοχή, με οποιοδήποτε τρόπο, στην εν λόγω οργάνωση», εξάλειψε δε την απαίτηση «κατάθεσης για συζήτηση και ψηφοφορίας στη Βουλή τής σχετικής νομοθετικής πρότασης».[1180] Σύμφωνα, μάλιστα, με τη γνώμη που διατύπωσε τον Απρίλιο τού 1941 η Γενική Διεύθυνση Εθνικής Ασφάλειας [DGSN], το κείμενο αυτό, μαζί με τρία άλλα βασικά διατάγματα τής τρίτης δημοκρατίας, αποτέλεσε το βασικό κορμό τού οπλοστασίου «καταστολής των κομμουνιστικών συνωμοσιών» (που περιελάμβανε συνολικά πέντε διατάγματα).[1181] Εξέχουσα θέση, εν προκειμένω, κατείχαν τα προγενέστερα νομοθετικά διατάγματα τής 21ης Απριλίου και τής 24 Ιουνίου 1939, στα οποία ήρθαν να προστεθούν τα διατάγματα τής 1ης και τής 26ης Σεπτεμβρίου, προσδίδοντάς τους τον χαρακτήρα τής μαζικής καταστολής. Το καθεστώς τού Βισί, κρατώντας άσβεστο «το μένος ενάντια στους κομμουνιστές», δεν χρειάστηκε καν να επινοήσει νέα μέτρα, με μόνη εξαίρεση τις νομικές «καινοτομίες» τού «χασάπη» Πισέ[1182] — τα «εξαιρετικά δικαστήρια» [sections spéciales] τού νόμου τής 14ης Αυγούστου τού 1941. Όταν, λοιπόν, στις 2 Απριλίου 1941, με επιστολή του προς τον ναύαρχο Νταρλάν — τον επικεφαλής τής κυβέρνησης και υφυπουργό εσωτερικών, θέση που διατήρησε μέχρι την αντικατάστασή του από τον Πισέ, ο οποίος υπηρετούσε στο υπουργείο βιομηχανικής παραγωγής μέχρι τις 17 Ιουλίου 1941 —, ο σφραγιδοφύλακάς του[ii] Ζοζέφ Μπαρτελεμί προσφέρθηκε να προβεί σε αυστηροποίηση τής ποινικής μεταχείρισης των κομμουνιστών, οι υποδείξεις του περιορίστηκαν σε μικρές βελτιώσεις τού κειμένου των διαταγμάτων τού 1939: όπως άλλωστε είχε προτείνει και ο Νταρλάν στις 27 Φεβρουαρίου, θα ήταν αρκετό να «διπλασιαστούν οι ελάχιστες προβλεπόμενες ποινές φυλάκισης» (αύξηση των ποινών των διαταγμάτων τής 21ης Απριλίου και τής 24ης Ιουνίου 1939 από έξι μήνες σε φυλάκιση ενός έτους και, για τα δύο διατάγματα τού Σεπτεμβρίου, αύξηση από ένα σε δύο έτη) και να ευθυγραμμιστεί «το ανώτατο όριο των ποινών φυλάκισης», για όλα τα αδικήματα που θεσπίζονταν από τα εν λόγω διατάγματα, με τη μέγιστη ποινή «10 ετών» που προβλεπόταν από «το δεύτερο άρθρο [τού διατάγματος] τής 1ης Σεπτεμβρίου 1939, [που, επομένως,] δεν [χρειαζόταν] να τροποποιηθεί». «[Σ]τους υπεύθυνους επικεφαλής των παράνομων περιφερειακών κομμουνιστικών οργανώσεων, όπως επίσης και στα κομμουνιστικά στελέχη που θα [εκρίνοντο] ένοχα για διασπορά προπαγάνδας στον στρατό, για υποκίνηση σε στάση, για κατοχή τυπογραφικού εξοπλισμού, για εκτύπωση φυλλαδίων ή επειδή βρέθηκαν στην κατοχή τους αποθηκευμένα όπλα [θα μπορούσε εύκολα να] επιβληθεί η μέγιστη ποινή που [προεβλέπετο] από τα προαναφερθέντα διατάγματα [10 έτη], ενώ [σε περίπτωση συρροής] τα δικαστήρια θα [είχαν] επίσης την ευχέρεια να επιβάλλουν ποινή επαυξημένη έως το διπλάσιο τής ανώτατης ποινής». Ωστόσο, προκειμένου να ικανοποιηθεί η απαίτηση τού Νταρλάν για αυτόματο διπλασιασμό τής μέγιστης ποινής (δηλαδή, για επιβολή συνολικής «ποινής είκοσι ετών»), ήταν αναγκαία η συμπλήρωση τού νομικού οπλοστασίου τής τρίτης δημοκρατίας. Και αυτό «γιατί, όσον αφορά τις ποινικές υποθέσεις, το μέγιστο τής κλίμακας των ποινών που [προέβλεπε] η [τότε] ισχύουσα νομοθεσία [ήταν] τα δέκα έτη». Εντούτοις, θα ήταν εύκολο να διπλασιαστεί «το μέγιστο των προστίμων που [προεβλέποντο] από τα αντίστοιχα διατάγματα», ενώ για την κατάργηση «τού ανασταλτικού χαρακτήρα των προβλεπομένων ποινών φυλάκισης» θα αρκούσε η «προσθήκη […] σχετικού εδαφίου» στα διατάγματα τής 21ης Απριλίου και τής 24ης Ιουνίου και, αντίστοιχα, «ενός άρθρου στα διατάγματα τού Σεπτεμβρίου».[1183]

Υπενθυμίζω εδώ ότι, κατά τον Νοέμβριο-Δεκέμβριο τού 1933, ο Φρανσουά Πονσέ είχε ήδη προαναγγείλει στον Χίτλερ και τους στενούς του συνεργάτες τον σχηματισμό «μιας ισχυρής» ή «πολύ ισχυρής κυβέρνησης υπό τον Νταλαντιέ».[1184] Τον δε Νοέμβριο τού 1938, ο γάλλος πρέσβης[iii] μετέφερε στην κυβέρνηση τής Ρώμης τη δέσμευση των Νταλαντιέ και Μπονέ για την προώθηση τού «εκφασισμού τής [γαλλικής] δημοκρατίας».[1185] Στις 14 Σεπτεμβρίου τού 1939, ο Νταλαντιέ εξέθεσε αυτοπροσώπως στον Γκαρίλια τα επιτεύγματά του, όπως επίσης και τα μελλοντικά σχέδια τής κυβέρνησής του, στον τομέα αυτό. Έχοντας μόλις αναλάβει και το «υπουργείο εξωτερικών» (—μετά τη μετακίνηση τού Μπονέ στο υπουργείο δικαιοσύνης, προκειμένου να αναλάβει, από τη θέση αυτή, το κυνήγι των κομμουνιστών), ο πρόεδρος τού υπουργικού συμβουλίου εξήγησε στον Γκαρίλια τους λόγους για τους οποίους η Γαλλία «μπήκε στον πόλεμο». Όπως ομολόγησε, πρόθεσή του δεν ήταν να σεβαστεί τις — κατά τη γνώμη του, επαχθείς και αίολες — εδαφικές εγγυήσεις που δόθηκαν στην Πολωνία,[1186] αλλά να εξυπηρετήσει τις εξής σκοπιμότητες: «ο πόλεμος [θα έδινε] το έναυσμα για μια ριζική κοινωνικοπολιτική αλλαγή, καθώς επίσης και για μια εκ βάθρων αναδιάταξη τού όλου συστήματος και, κατά πρώτο λόγο, τού κοινοβουλευτικού σκηνικού τής Γαλλίας».[1187] Στις 26 Σεπτεμβρίου, ημέρα έκδοσης τού σημαντικότερου των διαταγμάτων, ο Γκαρίλια επιβεβαίωσε στον [Γκαλεάτσο] Τσιάνο ότι ο Νταλαντιέ ήθελε να χρησιμοποιήσει ως πρόσχημα τον «πόλεμο» (τον οποίο δεν θα διεξήγαγε ποτέ), προκειμένου να επιτύχει τον σχηματισμό «μιας πραγματικά ισχυρής κυβέρνησης, η οποία θα [συγκέντρωνε] στα χέρια της όλες τις εξουσίες». Επομένως, «σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε μέχρι [τότε], η κυβέρνησή του, θα μπορούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο να αναπτύξει τη μέγιστη δυναμική της, οπλισμένη με την πλέον ανεξέλεγκτη εξουσία, την οποία [μπορούσε] να ασκήσει μόνο ένας δικτάτορας».[1188]

Ο Νταλαντιέ δημιούργησε, εν τέλει, ένα διευρυμένο κατασταλτικό οπλοστάσιο που μάλιστα υπερτερούσε έναντι τού αντίστοιχου τής κυβέρνησης Μπρίνινγκ από πλευράς, τουλάχιστον, εκμηδένισης τού ρόλου τού γαλλικού κοινοβουλίου, το οποίο, ας σημειωθεί, αποδείχτηκε εξίσου πειθήνιο απέναντι στις επιταγές τής εκτελεστικής εξουσίας όσο και το γερμανικό Ράιχσταγκ. Η επίθεση εναντίον των κομμουνιστών βουλευτών, που ενορχηστρώθηκε από τον Νταλαντιέ και η οποία αποτελούσε πρωτοφανή και κατάφωρη παραβίαση τής συνταγματικής νομιμότητας, θα κορυφωθεί επί πρωθυπουργίας τού Π. Ρεϊνό. «Τον Οκτώβριο τού 1939, η γενική επιθεώρηση υπηρεσιών εγκληματολογικής αστυνομίας [IGSPC] [επιφορτίστηκε] με την ευθύνη καταστολής των κομμουνιστικών συνωμοσιών και το 2ο τμήμα τής εν λόγω υπηρεσίας» — σε άμεση επαφή με την Γκεστάπο, τουλάχιστον, μέχρι και το επόμενο καλοκαίρι — «εξειδικεύτηκε» στον τομέα αυτό.[1189] Στο μεταξύ, μεγάλωνε η λίστα των νομοθετικών διαταγμάτων, μεταξύ των οποίων αξίζει να αναφερθεί το διάταγμα «τής 18ης Νοεμβρίου τού 1939, σχετικά με τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση των ατόμων που [έθεταν] σε κίνδυνο τη δημόσια ασφάλεια και την εθνική άμυνα». Σύμφωνα με τον αρχηγό τής αστυνομίας Ρ. Λανζερόν, η θέσπισή του επιβαλλόταν λόγω τής αδυναμίας τής αστυνομίας να αντιμετωπίσει όσους «συνέβαλαν στη διάδοση τής καθοδηγητικής γραμμής τής III διεθνούς». Το διάταγμα παρείχε στις αρχές τη δυνατότητα «να θέσουν υπό κράτηση, σε κέντρα φύλαξης και διαμονής, ή υπό κατ’οίκον περιορισμό […] σεσημασμένα στελέχη [τού κόμματος]». Πρόκειται για το πέμπτο και τελευταίο κατά σειρά βασικό διάταγμα, στο οποίο αναφέρεται το σχετικό υπόμνημα τής εθνικής ασφάλειας με ημερομηνία Απρίλιος 1941 (βλ. ανωτέρω).[1190] Επεκτείνοντας στους γάλλους και αλλοδαπούς κομμουνιστές το σύστημα τού εγκλεισμού σε στρατόπεδα συγκέντρωσης — που ήδη εφαρμοζόταν σε βάρος των ισπανών προσφύγων — το κράτος καθιέρωνε έτσι το δικαίωμα απομάκρυνσής τους από την περιφέρεια τού Παρισιού.

Το νομοθετικό αυτό κείμενο αποτέλεσε αναπόσπαστο τμήμα τού σχεδίου σχηματισμού μιας «πολύ ισχυρής κυβέρνησης», για την οποία προαπαιτούμενο ήταν η εθελούσια «ήττα» από τα στρατεύματα τού Ράιχ. Σε συνομιλία του με τον Βέλτσεκ, ο συνωμότης Μπονέ αναφέρθηκε με σαρκασμό στις τρομακτικές απώλειες που υπέστησαν «οι εθελοντές τού Ισπανικού Εμφύλιου, […] όλοι τους κομμουνιστές από τα κόκκινα προάστια τού Παρισιού».[1191] Πίσω από τον σαρκασμό τού Μπονέ κρυβόταν η βασανιστική του ανησυχία για την παρουσία στην πρωτεύουσα, που εξακολουθούσε να είναι προπύργιο των κομμουνιστών, δεκάδων χιλιάδων γάλλων και αλλοδαπών μαχητών των διεθνών ταξιαρχιών — ανησυχία που θα αυξανόταν όσο θα πλησίαζε η στιγμή τής γερμανικής επίθεσης. Προς μεγάλη, λοιπόν, δυσαρέσκεια τού Μπονέ, στην πόλη είχε συγκεντρωθεί υπερβολικός αριθμός «ταραξιών». Ωστόσο, στις 13 Αυγούστου 1939, ο Ντουμάνκ[iv] θα διαβεβαιώσει τον Βοροσίλοφ ότι η Γαλλία είχε στρατολογήσει «συνολικά περί τους 200.000 ισπανούς δημοκράτες που [επιθυμούσαν] να υπηρετήσουν στον γαλλικό στρατό» και ότι το σώμα αυτό των μαχητών συνιστούσε το βασικό πυλώνα των «ισχυρών επικουρικών στρατευμάτων» για την αντιμετώπιση των «φασιστικών δυνάμεων» ή τού «φασιστικού μπλοκ».[1192] Ως προς το σημείο αυτό, ο Ντουμάνκ ψευδόταν ασύστολα, διότι αφενός η κυβέρνηση του παρέδιδε τους πρόσφυγες-μαχητές στον Φράνκο και αφετέρου, όσον αφορά την αντιμετώπιση των «αμάχων προσφύγων» από την Ισπανία, η Υπηρεσία Γενικής Ασφάλειας συναγωνιζόταν το Γενικό Επιτελείο Στρατού σε αντικομμουνιστικό οίστρο — ο Μπισιέρ,[v] όντας ο ίδιος μέλος τής Καγκούλ, τους είχε εγκαταλείψει βορά στη διωκτική μανία των φίλων του (ένστολων ή μη), που δρούσαν από άκρη σε άκρη τής χώρας,[1193] την ίδια στιγμή που αλλοδαποί αντιφασίστες, μέλη των διεθνών ταξιαρχιών, σάπιζαν στο (ήδη σε λειτουργία) στρατόπεδο συγκέντρωσης τής Γκιρς.[1194]

Ωστόσο, ο Ντουμάνκ έλεγε την αλήθεια για τους κληρονόμους και συνεχιστές τού «έτους ΙΙ» [τής γαλλικής επανάστασης] που μπόρεσαν να αντισταθούν με επιτυχία στις δυνάμεις τού Φράνκο μέχρι τις αρχές τού 1939: το 2ο Γραφείο Στρατού είχε, άλλωστε, αναγνωρίσει την αξία και τις αρετές τού «δημοκρατικού στρατού τής Καταλονίας, [που είχε] αναδιοργανωθεί» και ενισχυθεί κατά την άνοιξη τού 1938. Σύμφωνα με το σχετικό υπόμνημα τής υπηρεσίας, επρόκειτο για ένα πειθαρχημένο στράτευμα που διέθετε «ισχυρή ηγεσία», διακρινόταν για «το πάθος και τη μαχητικότητά του» και μπορούσε να «προβάλει αντίσταση μέχρις ενός σημείου».[1195] Αξίζει να προστεθεί ότι, τον Σεπτέμβριο τού 1938, εν μέσω τής κατάρρευσης των φρανκικών δυνάμεων, το Ράιχ, δια στόματος τού στρατηγού Βάλτερ φον Ράιχεναου,[1196] — όπως άλλωστε και οι φίλα προσκείμενες στη Γερμανία δυνάμεις — απέτισαν φόρο τιμής στα θύματά τους: «πορτογάλοι αξιωματικοί που υπηρέτησαν στον εθνικό στρατό [τού Φράνκο]» έκαναν την πρόβλεψη ότι, με δεδομένη την «τεράστια αντίσταση», που προέβαλαν οι «κυβερνητικές δυνάμεις […] απέναντι στις επιθέσεις τού εθνικού στρατού, ο πόλεμος δε θα έπαιρνε τέλος παρά μόνο μέσω συμβιβασμού ή μέσω τής γενίκευσης τής σύρραξης».[1197]

Η αποφασιστικότητα τής κυβέρνησης να προβεί και να ολοκληρώσει την εκκαθάριση τής περιφέρειας τού Παρισιού από τους κομμουνιστές (είτε επρόκειτο για ένστολους, είτε για εργάτες στις βιομηχανίες τής περιοχής) αποτελεί τεκμήριο τού ότι το νομοθετικό διάταγμα τής 18ης Νοεμβρίου εξυπηρετούσε κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, εξωτερικές σκοπιμότητες. Όπως μάλιστα αποκαλύπτει υπόμνημα συνημμένο στο φάκελο τής δίκης των υπευθύνων τής ιταλικής SIM (τής Υπηρεσίας Στρατιωτικών Πληροφοριών τού Τσιάνο), που έλαβε χώρα τον Σεπτέμβριο τού 1944 — η γνησιότητα τού οποίου, (όπως και τού συνόλου των στοιχείων τού σχετικού φακέλλου) επιβεβαιώθηκε από τον [ανακριτή-δικαστή] Μπετέιγ — το εν λόγω μέτρο εντασσόταν αναπόσπαστα στο σχέδιο κατάλυσης τής τρίτης δημοκρατίας. Το υπόμνημα περιγράφει ως εξής «το τακτικό σχέδιο τής CSAR »[vi] για την κατάληψη τής εξουσίας: «Πρώτη φάση: τα μέλη τού πολιτικού σκέλος τής οργάνωσης, μπαίνοντας στην πρώτη γραμμή τού αγώνα και εφοδιασμένα με τα κατάλληλα μέσα, θα διεξάγουν την πάλη για την αντιμετώπιση τής κόκκινης απειλής, για όσο χρειαστεί, προκειμένου να δικαιολογηθεί η επιβολή δικτατορικού στρατιωτικού καθεστώτος. Δεύτερη φάση: το στρατιωτικό σκέλος θα αναλάβει, στη συνέχεια, δράση, προβαίνοντας στην εκκαθάριση των διαφωνούντων αξιωματικών, στη συγκρότηση ταγμάτων εφόδου, αποτελούμενα από τα μέλη τού πολιτικού σκέλος τής οργάνωσης, και στην ανάληψη τής ηγεσίας των ταγμάτων εθνοφρουράς, με σκοπό τη χρησιμοποίησή τους για την κατάπνιξη τής αντίστασης των κομμουνιστών».[1198] Κατά τα μέσα Δεκεμβρίου τού 1939, ο «πρώην ιταλός υφυπουργός» Λοζάτι «[ήρθε] στη Γαλλία, ως απεσταλμένος τού κ. Μουσολίνι, για να ενημερωθεί σχετικά με τις συνωμοτικές δραστηριότητες των κομμουνιστών». Κατά την επίσκεψή του, συναντήθηκε κυρίως με τον Λαβάλ.[1199] Διαπιστώνουμε εδώ ότι, όπως συνέβαινε και με το καθεστώς τού Φράνκο, η Γαλλία έβρισκε στην κυβέρνηση τού Μουσολίνι έναν αξιόπιστο διαμεσολαβητή στις επαφές της με το Ράιχ.


[1173] Βλ. ανωτέρω και τηλεγράφημα 161 Γκαρίλια, Παρίσι, 26 Αυγούστου 1939, DDI [Ιταλικά Διπλωματικά Έγγραφα], 8η σειρά, XIII, σελ.199.

[1174] Από διάφορες πηγές, όπως τηλεγράφημα Μπρόιερ 500, 27 Αυγούστου 1939, DGFP [Documents on German Foreign Policy], D, VII, σελ.350.

[1175] Τηλεγράφημα Μπρόιερ 500, 27 Αυγούστου 1939, DGFP, D, VII, σελ.350, και (κυρίως) «υπόμνημα για την καταστολή των κομμουνιστικών συνωμοσιών», 7 Νοεμβρίου, συνημμένο στην επιστολή τής DPJ [Διεύθυνση Δικαστικής Αστυνομίας] προς την IGSPC (DGSN) [Γεν. Επιθεώρηση Υπηρ. Εγκληματολογικής Αστυνομίας/Γεν. Διεύθυνση Εθνικής Ασφάλειας], Παρίσι, 8 Νοεμβρίου 1939, φάκελος Ριβολιέ Λισιέν, F7 14814, AN [Εθνικά Αρχεία].

[1176] Απαντητική επιστολή Νταλαντιέ στον Χίτλερ, Παρίσι, 26 Αυγούστου 1939, DBFP, 3, VII, σελ.330-331.

[1177] Τηλεγράφημα Μπρόιερ 500, 27 Αυγούστου 1939, DGFP, D, VII, σελ.350.

[1178] Επιστολή τού Σαρό προς την GDS [Γενικ. Διεύθυνση Ασφάλειας] τού [υπουργού δικαιοσύνης] Μπονέ, 25 Ιανουαρίου 1940 (το μόνο έγγραφο που αναφέρεται στην υπόθεση Ριγκάλ), F7 14813, AN (βλ. και κατωτέρω).

[1179] Αγόρευση στη δίκη των βουλευτών τού ΚΚΓ, 31 Μαρτίου 1940, απογευματινή συνεδρίαση, F7 15278, AN (τής οποίας το περιεχόμενο επιβεβαιώνεται από τα αρχειακά έγγραφα F714809 έως 14814, AN· βλ. και κατωτέρω).

[1180] Αγόρευση στη δίκη των βουλευτών τού ΚΚΓ, 31 Μαρτίου 1940, απογευματινή συνεδρίαση, F7 15278, AN.

[1181] Υπόμνημα Υπ. Εσωτερικών, Γεν. Επιθεώρησης Υπηρεσιών Εγκληματολογικής Αστυνομίας και Γεν. Διεύθυνσης Εθνικής Ασφάλειας [MI/DGSN/IGSPC], Βισί, 3 Απριλίου 1941, F7 15277, AN.

[1182] Géraud André (Pertinax), Les fossoyeurs: défaite militaire de la France, armistice, contre-révolution (New York, 1943, 2 τόμ.), τόμ. ΙΙ σελ.240 (βασικό έργο αναφοράς)· και Lacroix-Riz Annie, Le Choix de la défaite: les élites françaises dans les années 1930 (Paris, Armand Colin, 2006, επανέκδ. 2007), ευρετήριο ονομάτων.

[1183] Άρθρα 3 και 5 αντίστοιχα, επιστολή τού Ζοζέφ Μπαρτελεμί προς τον Νταρλάν, 2 Απριλίου 1941, η οποία αναφέρεται στην προγενέστερη (μη συνημμένη) επιστολή τού Νταρλάν, με ημερομηνία 27 Φεβρουαρίου, F7 15277, AN.

[1184] Μνημόνια Νόιρατ, RM 1620, 25 Νοεμβρίου, και II SG 3180, Μπίλο, 5 Δεκεμβρίου 1933, DGFP, C, II, σελ.153 και 176-177.

[1185] Έκθεση 9865/5361 τού Ρενάτο Προύνας, εμπορικού ακολούθου, στον Τσιάνο, Παρίσι, 5 Νοεμβρίου 1938, DDI, 8η σειρά, X, σελ.378-380· τις ίδιες δηλώσεις έκανε και στη συνάντησή του με τον Τσιάνο, στις 9 Νοεμβρίου, υπόμνημα Τσιάνο για τον Μουσολίνι, Ρώμη, ίδια ημερομ., αυτόθι, σελ.400-02.

[1186] Ο Νταλαντιέ δήλωσε «ειλικρινά ενθουσιασμένος» με τη συγκυρία, η οποία πίστευε ότι θα συνέβαλε «στην εδραίωση μιας νέας ευρωπαϊκής συνείδησης και μιας διαρκούς αλληλεγγύης βασισμένης στη δύναμη των μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών, πράγμα αδύνατο στο πλαίσιο τού σημερινού συστήματος των κατακερματισμένων κρατών που προέκυψαν από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών και τα οποία, έχοντας περιέλθει, το ένα μετά το άλλο, στη σφαίρα επιρροής άλλων εθνών και τρέφοντας ψευδαισθήσεις για την δυνατότητα τους να απολαύουν πλήρους ανεξαρτησίας, οδηγήθηκαν, εκ των πραγμάτων, στην παρούσα σύγκρουση» (για παραπομπή στην πηγή, δες επόμ. σημείωση).

[1187] Τηλεγράφημα 257 Γκαρίλια, Παρίσι, 15 Σεπτεμβρίου 1939, DDI, 9η σειρά, Ι, σελ.135.

[1188] Τηλ. 6071/2769 Γκαρίλια, Παρίσι, 26 Σεπτεμβρίου 1939, DDI, 9η σειρά, Ι, σελ.269-271 (παράθεμα, σελ.270).

[1189] Υπόμνημα «για την καταστολή των κομμουνιστικών συνωμοσιών», Υπ. Εσωτερικών, Γεν. Επιθεώρησης Υπηρεσιών Εγκληματολογικής Αστυνομίας και Γεν. Διεύθυνσης Εθνικής Ασφάλειας [MI/DGSN/IGSPC], Βισί, 3 Απριλίου 1941, F7 15277, AN (βλ. και ανωτέρω).

[1190] Υπόμνημα Υπ. Εσωτερικών, Γεν. Επιθεώρησης Υπηρεσιών Εγκληματολογικής Αστυνομίας και Γεν. Διεύθυνσης Εθνικής Ασφάλειας [MI/DGSN/IGSPC], Βισί, 3 Απριλίου 1941, F7 15277, AN (μετά από αίτημα των Λανζερόν, Κρεμιέ-Μπριλάκ, Φρανσέ, Ι, σελ.191).

[1191] Αστ. Έκθεση II 1957, Βέλτσεκ, Παρίσι, 17 Ιουνίου 1938, DGFP, D, II, σελ.416-417.

[1192] Πρακτικά πρώτης και δεύτερης συνεδρίασης, με ημερομηνία 13 Αυγούστου 1939, DBFP [Documents on British Foreign Policy], 3, VII, σελ.565-570 (βλ. και ανωτέρω σελ.162).

[1193] Βλ. ανωτέρω και την αλληλογραφία των μηνών Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 1939, ανάμεσα στον δηλωμένο φασίστα και υποστηρικτή τού Φράνκο «έφεδρο στρατηγό Τουσάν» (έξαλλο με όλους ανεξαιρέτως τους «άμαχους πρόσφυγες» από την Ισπανία, τους οποίους προτείνει «να μεταφερθούν μαζικά στο στρατόπεδο τού Σετφόν»), τον — ανήσυχο, αλλά ψύχραιμο — νομάρχη τής Ταρν-ε-Γκαρόν Μπουκουαράν και τον Μπισιέρ, ο οποίος εμφανίζεται να συμφωνεί με την πρόταση τού στενού του φίλου Τουσάν (παράθεμα, επιστολή Μπουκουαράν στο Υπ. Εσωτερικών, Μοντομπάν, 22 Σεπτεμβρίου 1938)· επίσης, την αλληλογραφία των μηνών Σεπτεμβρίου-Δεκεμβρίου 1939, ανάμεσα στον Ανζελό Σιάπ, (φασίστα) νομάρχη στα Κάτω-Πυρηναία, και τον «αγαπητό του φίλο» Μπισιέρ, σε σχέση με τους «ύποπτους ισπανούς στη βασκική ακτή»· και, τέλος, την αλληλογραφία μεταξύ τού Γεν. Επιτελείου τού Γκαμελέν και τού Μπισιέρ σχετικά με το πρόβλημα των «ανεπιθύμητων ισπανών προσφύγων στα διαμερίσματα τού Πα-ντε-Καλέ και Σομ», επιστολή Γεν. Επιτελείου Στρατού 10821, 22 Σεπτεμβρίου 1939, F7 13984, AN.

[1994] Φάκελος Σεπτεμβρίου 1939, F7 14752, AN.

[1195] Υπόμνημα Γεν. Επιτελείου Στρατού (2ο Γραφείο) [EMA-DB] για τα έτη «1938-1939» (χειρόγραφη ημερομηνία), 7 N 2758, SHAT [Ιστορική Υπηρεσία Στρατού Ξηράς].

[1196] DGFP [Documents on German Foreign Policy], D, ΙΙ, σποράδην· και Choix, σελ.353-375.

[1197] CRSR [Πρακτικά‒ημερ. σειρές], 8 Σεπτεμβρίου 1938, 7 N 2523, SHAT.

[1198] Έκθεση Μπετέιγ «Πετέν-CSAR [Καγκούλ]», αρχ. Μορνέ, II, BDIC [Βιβλιοθ. Σύγχρ. Διεθν. Τεκμηρίωσης] (οι υπογραμμίσεις δικές μου).

[1199] PA 16827/1, «από έμπιστη πηγή», Παρίσι, 21 Δεκεμβρίου 1939, F7 15328, «Λαβάλ», AN.


[i] Υπ. Εσωτερικών.
[ii] Υπ. Δικαιοσύνης.
[iii] Στο Βερολίνο.
[iv] Γάλλος στρατηγός, μέλος τής γαλλοαγγλικής αντιπροσωπείας στη Μόσχα (Ιούλιος-Αύγουστος ’39).
[v] Γενικός διευθυντής τής Εθνικής Ασφάλειας.
[vi] Καγκούλ: Μυστική Επιτροπή Επαναστατικής Δράσης.

Advertisements
 
 

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s