RSS

Ο «σωφρονισμός» των κομμουνιστών—Gleichschaltung (V)

13 Ιον.

Ρ. Λανζερόν [εξελέγη στην Ακαδημία Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών το 1960]

Η πρόκληση τού συμβιβασμού με τον άξονα Ρώμης-Βερολίνου Τα νομοθετικά διατάγματα μιας γερμανικής Γαλλίας; [pdf]
[Α. Lacroix-Riz, Από το Μόναχο στο Βισί, Κεφάλαιο VI: «Ο εσωτερικός πόλεμος: “σωφρονίζοντας τους κομμουνιστές”»]

Η ψυχορραγούσα γαλλική δημοκρατία δεν διέπραξε τόσα εγκλήματα όσα γνωρίζουμε ότι διέπραξαν, με τη συνδρομή των κατακτητών, οι ιθύνοντες τού καθεστώτος τού Βισί. Ωστόσο, όπως θα δούμε, το υπόμνημα, με ημερομηνία 3 Απριλίου 1941, τής «γενικής επιθεώρησης τής εγκληματολογικής αστυνομίας» τής Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας [IGSPC] καταδεικνύει τη σαθρότητα τού (ψυχολογικού) επιχειρήματος για την υποτιθέμενη ασυνέχεια[1200] μεταξύ τής «δημοκρατικής» αντικομμουνιστικής καταστολής τής περιόδου Σεπτεμβρίου 1939 ‒ Ιουνίου 1940 και των εγκλημάτων τής Κατοχής. Έτσι, και στις δύο περιπτώσεις, διαπιστώνουμε ότι την ευθύνη τής καταστολής ανέλαβαν τα ίδια πρόσωπα — όπως, για παράδειγμα, ο αρχιβασανιστής και διοικητής τής RG[i] Λ. Ροτέ, τού οποίου «ο αντικομμουνισμός» επρόκειτο να «ενταθεί ως αποτέλεσμα τής στάσης που τήρησε το ΚΚΓ μετά την κήρυξη τού πολέμου».[1201] Ομοίως, είναι δυσδιάκριτες οι διαφορές ανάμεσα στην εδραίωση ενός «καθεστώτος εξαίρεσης» στα πλαίσια ενός κράτους που «[παρέμενε] κράτος δικαίου υπό τους Νταλαντιέ και Ρεϊνό» και το κατοχικό καθεστώς τού Βισί, «όπου η δημόσια διοίκηση, ο τύπος, οι οργανώσεις και οι πολίτες όφειλαν να λειτουργούν ως ιμάντες τού ολοκληρωτικού εγχειρήματος, ενίοτε σε συνεργασία με τον κατακτητή»[1202]: τόσο το υπόμνημα τού Απριλίου 1941, όσο και οι ομολογίες και εκμυστηρεύσεις των Μπονέ και Νταλαντιέ στους ιταλούς και γερμανούς αξιωματούχους σχετικά με το γαλλικό σχέδιο για επιβολή δικτατορικού καθεστώτος κατά τα ξένα πρότυπα, όπως άλλωστε και η γαλλογερμανική αστυνομική συνεργασία των ετών 1938-1939, αποτελούν τεκμήριο συνέχειας όσον αφορά τις δομές και τους στόχους των δύο καθεστώτων.

Έχοντας αναλάβει, από τον «Οκτώβριο τού 1939», το έργο τής «καταστολής των κομμουνιστικών συνωμοσιών», η γενική επιθεώρηση εγκληματολογικής αστυνομίας έδρασε σε συνεργασία με τη γερμανική αστυνομία για το διάστημα από τον Ιούλιο και, κυρίως, τον Σεπτέμβριο τού 1940 και μετά, χωρίς να χρειαστεί καμία αλλαγή στη δομή της υπό το καθεστώς τού Βισί: η «απόφαση» τού Οκτωβρίου 1939, με την οποία προβλέφθηκε η εξειδίκευση «τού 2ου τμήματος τής υπηρεσίας […] στον τομέα τής [αντικομμουνιστικής] καταστολής», απλώς «συμπληρώθηκε και οριστικοποιήθηκε την 1η Σεπτεμβρίου τού 1940». Η απολογιστική έκθεση για τις «δραστηριότητές» της κατά την περίοδο από «2ας Σεπτεμβρίου» [1939] και εφεξής[1203] (δηλ. αρχής γενομένης από την επομένη τής έκδοσης τού αντικομμουνιστικού διατάγματος τού Νταλαντιέ) μαρτυρεί επίσης τη συνέχεια των στόχων των δύο καθεστώτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εν λόγω έκθεση πεπραγμένων τού τμήματος τής υπηρεσίας, όπου εκτίθενται τα αποτελέσματα τής πολύμηνης συνεργασίας μεταξύ των δύο κρατών στον τομέα τής δίωξης των κομμουνιστών, γκολιστών και εβραίων,[1204] υποβλήθηκε «στις γερμανικές αρχές» προς στήριξη τού γαλλικού αιτήματος «όπως επιτραπεί στους υπαλλήλους τής κεντρικής υπηρεσίας τής επιφορτισμένης με την καταστολή τής κομμουνιστικής προπαγάνδας να κυκλοφορούν κατά μήκος τής διαχωριστικής γραμμής των συνόρων, χωρίς χρονικούς περιορισμούς, σε όλα τα συνοριακά σημεία διέλευσης, και ανεξαρτήτως τού χρησιμοποιούμενου μεταφορικού μέσου», ούτως ώστε να αρθούν τα όποια εμπόδια στην αποτελεσματικότητα τής διασυνοριακής αστυνόμευσης.[1205] Ομοίως, τα στοιχεία τής έκθεσης που αφορούν το σύνολο τής χώρας[1206] και τα οποία περιλαμβάνονται υπό τον τίτλο «καταστολή των αντεθνικών συνωμοσιών για την περίοδο από τη 2α Σεπτεμβρίου 1939 μέχρι την 1η Απριλίου 1941» δεν συνιστούν ένδειξη αναπροσανατολισμού των δραστηριοτήτων τής υπηρεσίας. Άλλωστε, μεγάλο μέρος των διωκτικών «επιτυχιών» τής Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας [SN] τοποθετούνται σε χρόνο προγενέστερο τού Ιουνίου τού 1940 (—το 65% των διενεργηθεισών ερευνών, το 60% των συλλήψεων,[1207] το σύνολο σχεδόν των «διοικητικών εγκλεισμών», των απαγορεύσεων λειτουργίας οργανώσεων και των υποθέσεων αναστολής λειτουργίας εφημερίδων[1208]). Παρόμοια εικόνα εμφανίζει και ο απολογισμός για τη συνεργαζόμενη με την SN αστυνομική διεύθυνση τού Παρισιού.[1209] Επομένως, όπως συμβαίνει και με άλλα ανάλογα αστυνομικά έγγραφα,[1210] από τον εισαγωγικό πίνακα με τα στοιχεία των διώξεων τής έκθεσης τής SN με ημερομηνία 3 Απριλίου 1941 δεν σηματοδοτείται καμία αλλαγή κατεύθυνσης όσον αφορά την κατοχική περίοδο:

1° συλλήψεις 9.320
2° διενεργηθείσες έρευνες 22.875
3° διαλυθείσες οργανώσεις 992
4° εφημερίδες των οποίων η λειτουργία ανεστάλη ή απαγορεύθηκε 434
5° εγκλεισμοί σε κέντρα φύλαξης και διαμονής 5.271, εκ των οποίων 935 στην κατεχόμενη ζώνη (φυλακές Ενκούρ, Κλαιρβό)*, 3.315 στην μη κατεχόμενη ζώνη και 1.021 στην Αλγερία.

Καμία επίσης αλλαγή δεν σημειώθηκε στα «βασικά αντικείμενα τού ενδιαφέροντος τής κεντρικής υπηρεσίας η οποία [ήταν] επιφορτισμένη με τον συντονισμό τής καταστολής»: «1° η παρακολούθηση των στελεχών [τού κόμματος …] εστιάστηκε στον εντοπισμό των παράνομων δραστηριοτήτων των αγωνιστών κομμουνιστών, οι οποίοι είτε ήταν γνωστό ότι ανέλαβαν οργανωτικό ρόλο στο απαγορευμένο κόμμα, είτε συμμετείχαν ή συμμετέχουν ως εκπρόσωποι σε εκλεγμένα σώματα ή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις· 2° ο εντοπισμός και έλεγχος των πρακτόρων/συνδέσμων: ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στον ρόλο των σιδηροδρομικών, των υπαλλήλων τής δημόσιας επιχείρησης ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών [PTT], των ταξιδιωτών και των γυναικών, πράγμα που επέτρεψε την ανακάλυψη πολλών δικτύων επικοινωνίας· 3° η μελέτη και ανάλυση των φυλλαδίων ανατέθηκε σε ειδική υπηρεσία, η οποία έχει ως αποστολή τον εντοπισμό παρανόμων εστιών επικοινωνίας. Η αναγνώριση και ταυτοποίηση των τυπογραφικών χαρακτήρων και στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν στην παραγωγή και εκτύπωση παρανόμων εντύπων οδήγησε στη διενέργεια αστυνομικών ερευνών (επί τού παρόντος υπό εξέλιξη)· 4° σε εξέλιξη βρίσκονται επίσης διάφορες έρευνες, προκειμένου να πιστοποιηθεί η προέλευση των χρηματικών πόρων που διαθέτει το πρώην κομμουνιστικό κόμμα».

Οι μόνες διαφοροποιήσεις που καταγράφονται μεταξύ των περιόδων «(1°) προ και (2°) μετά την ανακωχή» αφορούσαν «τον ανακαθορισμό των υπηρεσιακών προτεραιοτήτων, αρχής γενομένης από την έναρξη τής καταστολής» και, όσον αφορά τη δεύτερη περίοδο (2°), τη γεωγραφική ταξινόμηση ανά ζώνες (κατεχόμενες και μη).[1212] Ανάμεσα στις εντυπωσιακότερες συλλήψεις που κατεγράφησαν ήταν αυτές των «πενήντα περίπου κομμουνιστών βουλευτών, σε κοινή επιχείρηση τού τμήματος τής γενικής επιθεώρησης τής εγκληματολογικής αστυνομίας τής Εθνικής Ασφάλειας και τής Διεύθυνσης τής Αστυνομίας, κατά τη διάρκεια μιας και μόνο νύκτας [τής 7ης προς 8η Οκτωβρίου 1939]», όπως επίσης και «οι συλλήψεις, που πραγματοποιήθηκαν στις 20 Οκτωβρίου 1939, κατά τη διάρκεια επιχείρησης των υπηρεσιών εθνικής ασφάλειας στον σταθμό τού Λος (Εντρ-ε-Λουάρ), τού Πιέρ Σεμάρ — πρώην διαχειριστή τής Εθνικής Εταιρείας Σιδηροδρόμων τής Γαλλίας [SNCF], γενικού γραμματέα τής εθνικής ομοσπονδίας των εργαζομένων στους σιδηροδρόμους και συμβούλου τής νομαρχίας τής Σεν — και τού Τουρνμέν Ραϊμόν, ο οποίος κατείχε [τότε] τη θέση τού ενός εκ των δύο ταμιών τής εθνικής ομοσπονδίας των σιδηροδρομικών».[1213]

Την ίδια εικόνα δίνει και η γαλλογερμανική αλληλογραφία αναφορικά με τον αρχηγό τής αστυνομίας Ρ. Λανζερόν, που από τη θέση αυτή, την οποία κατείχε μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου 1941, διηύθυνε σε συνεργασία με τις υπηρεσίες εθνικής ασφάλειας και τον κατακτητή την επιχείρηση των διώξεων κατά των εβραίων και των κομμουνιστών. Η σχετική αλληλογραφία κηλιδώνει το πορτραίτο τού οιονεί αντιστασιακού που φιλοτεχνούν οι κκ. Μπες και Πενετιέ για τον ριζοσπάστη «ελευθεροτέκτονα [Λανζερόν], τον οποίο διατήρησε στη θέση [αυτή] η κυβέρνηση Μπλουμ».[1214] Η συνέχιση τής πάλης ενάντια στον «πάντα ορατό κίνδυνο ολέθρου που συνιστούσε ο κομμουνισμός όχι μόνο για τη Γαλλία και τη Γερμανία, αλλά και για όλες τις χώρες τής Ευρώπης» υπογραμμιζόταν σε όλους τους τόνους στις κοινές υπηρεσιακές συναντήσεις και συνεδριάσεις, όπου, από το καλοκαίρι τού 1940, ο Μπέμελμπουργκ θα αναθέρμανε τις επαφές του με τους «γάλλους αξιωματούχους και υπαλλήλους που είχαν μακρά πείρα στα κομμουνιστικά ζητήματα» (όπως, λόγου χάρη, στη συνάντηση που έλαβε χώρα στις 28 Φεβρουαρίου 1941, στα πλαίσια τής οποίας ο Αλφόνς Περιέ[ii] «συζ[ήτησε] με άνεση με τον [γερμανό αξιωματούχο] για τα καταστατικά άρθρα όπου εκτίθεντο οι βασικές αρχές [τής Γ΄ Διεθνούς] και, πιο συγκεκριμένα, για τα άρθρα 1 και 3, όπως επίσης και για τα άρθρα 5 και 12 που [αποτύπωναν] την οργανωτική δομή τής Τρίτης Διεθνούς και [κατοχύρωναν] την απόλυτη κηδεμονία που ασκούσε η Κομιντέρν στα εθνικά κομμουνιστικά κόμματα και ειδικότερα στο γαλλικό κομμουνιστικό κόμμα (το γαλλικό τμήμα τής Κομμουνιστικής Διεθνούς)»).[1215]

Η έναρξη τής δίκης τού Πετέν δημιούργησε την εύλογη εντύπωση ότι θα ριχνόταν φως στη σχέση που υφίστατο μεταξύ των προσδοκιών που εναποτέθηκαν στον Άξονα και τής απαγόρευσης τού ΚΚΓ. Ο Ζ. Ιζορνί,[iii] έχοντας πλήρη γνώση των πραγματικών περιστατικών, αρχικά φάνηκε έτοιμος να σύρει το ξίφος από τη θήκη του, αλλά στη συνέχεια άλλαξε γνώμη. Έμοιαζε πράγματι δελεαστική η ιδέα τής διαλεύκανσης όλων των πτυχών τής σκοτεινής αυτής υπόθεσης, καθώς η επισήμανση τού γεγονότος ότι επρόκειτο για μέτρο που υιοθετήθηκε και εφαρμόστηκε από την τελευταία δημοκρατική κυβέρνηση θα αποτελούσε ισχυρή υπερασπιστική γραμμή υπέρ τού Πετέν (όπως επίσης και υπέρ των υπουργών και λοιπών συνεργατών του). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι ιθύνοντες τής «εθνικής επανάστασης» θα παρουσιάζονταν ως απλοί συνεχιστές και διαχειριστές τής νομοθετικής πολιτικής και των πρακτικών καταστολής τής τρίτης δημοκρατίας. Ωστόσο, αυτή η γραμμή υπεράσπισης ερχόταν σε αντίθεση με την κατηγορική προσταγή που απαιτούσε την πλήρη αθώωση τού Πετέν για την κατηγορία τής εσχάτης προδοσίας, τη συγκάλυψη των σχέσεών του με την Καγκούλ και την απαλλαγή από κάθε ευθύνη τού Νταλαντιέ. Η αντιφατικότητα μεταξύ των δύο αυτών στόχων κατέστη εξόφθαλμη στις τακτικές που επέλεξε να ακολουθήσει ο Ιζορνί στις 24 και 25 Ιουλίου 1946, κατά τη διάρκεια τής εξέτασης τού Ρεϊνό και τού Νταλαντιέ, οι οποίοι είχαν κληθεί να παραστούν ως «μάρτυρες κατηγορίας»: η ομοβροντία ερωτήσεων που δέχθηκε ο Ρεϊνό καταλάγιασε, μόλις ο Νταλαντιέ πήρε τη θέση του στο έδρανο των μαρτύρων.

Ο Ιζορνί επιχείρησε να στήσει στον τοίχο τον Ρεϊνό, βομβαρδίζοντάς τον με ερωτήματα για τους λόγους που πυροδότησαν την «αντικομμουνιστική πολιτική». Πέραν τής μαρτυρίας για την ανεπιφύλακτη συμμετοχή τού τέως πρωθυπουργού στην επιχείρηση αντικομμουνιστικής καταστολής, ο Ιζορνί φαίνεται ότι προσπαθούσε να του αποσπάσει την ομολογία ότι τόσο οι αποφάσεις τού Σεπτεμβρίου τού 1939, όσο και τα μέτρα που ακολούθησαν, διαμορφώθηκαν, κυρίως, υπό την πίεση τής Γερμανίας ή με σκοπό την εξασφάλιση τής ευμένειας τού Βερολίνου: «Ο στρατάρχης Πετέν κατηγορείται για το ότι εφάρμοσε αντικομμουνιστικές πολιτικές. Μέχρι τις 14 Αυγούστου 1941, όταν δηλαδή τέθηκε σε ισχύ η νέα νομοθεσία, πράγμα που κανείς δεν αμφισβητεί, [ο Πετέν] εφάρμοσε μια νομοθεσία την οποία ψήφισε η κυβέρνηση τής οποίας ήσαστε μέλος. Μπορείτε να πείτε στους δικαστές τού Ανωτάτου Δικαστηρίου κάτω από ποιες συνθήκες η κυβέρνηση στην οποία συμμετείχατε προέβη στη διάλυση τού κομμουνιστικού κόμματος και στην υιοθέτηση αντικομμουνιστικών μέτρων και πολιτικών;» Ο Ρεϊνό απάντησε υπεκφεύγοντας: «Λίγο μετά την κήρυξη πολέμου, εκδόθηκε, κατ’ αίτηση τού υπουργού των εσωτερικών, ένα νομοθετικό διάταγμα το οποίο εστρέφετο εναντίον όσων προέβαιναν σε σαμποτάζ τής παραγωγής στις πολεμικές βιομηχανίες και όχι εναντίον των κομμουνιστών. […] Δεν ισχύει ότι το εν λόγω διάταγμα εστρέφετο αποκλειστικά κατά των κομμουνιστών». Ο Ιζορνί επανέλαβε την ερώτησή του: «Κάτω από ποιες συνθήκες; Απαντήστε χωρίς υπεκφυγές, κ. Ρεϊνό». Τότε άρχισε το παιχνίδι τής «γάτας με το ποντίκι» με τον Ρεϊνό να επιμένει πεισματικά πως η επιχείρηση καταστολής στόχευε αποκλειστικά στην αντιμετώπιση των δολιοφθορών στην πολεμική παραγωγή και τον Ιζορνί να τον πιέζει να αποκαλύψει τα πραγματικά «κίνητρα πίσω από την έκδοση τού διατάγματος τής 26ης Σεπτεμβρίου 1939 για τη διάλυση τού κομμουνιστικού κόμματος». «[Επιμένετε στον ισχυρισμό σας πως] δεν υπήρχε καμιά σχέση με τις εξελίξεις τής εξωτερικής πολιτικής;» «Δεν είχε γίνει καμία αναφορά στις εξελίξεις τής εξωτερικής πολιτικής», απάντησε ο Ρεϊνό. Ιζορνί: «Ούτε ακούσατε τίποτε σχετικό;» Ρεϊνό: «Σχετικό με τι;» Ιζορνί: «Με τις εξωτερικές εξελίξεις που φαίνεται να οδήγησαν στη διάλυση τού κομμουνιστικού κόμματος.» Ο Ρεϊνό ολοκλήρωσε την κατάθεσή του, επικαλούμενος την ταπεινή θέση του ως υπουργός των οικονομικών, και παρέπεμψε για την απάντηση στον αρμοδιότερο Νταλαντιέ. «Πολύ καλά, θα θέσουμε εκ νέου το ερώτημα, όταν έρθει η σειρά τού κ. Νταλαντιέ», περιορίστηκε να δηλώσει ο Ιζορνί.[1216]

Όταν όμως ήρθε η σειρά τού Νταλαντιέ να καταθέσει ως μάρτυρας, ο «τίγρης» έκρυψε τα νύχια του: «στο ερώτημα τής υπεράσπισης για το διάταγμα τής 26 Σεπτεμβρίου 1939 που αφορούσε την καταστολή των κομμουνιστών, ο κ. Νταλαντιέ απάντησε, με μεγάλη άνεση, κάνοντας λόγο για την απεμπλοκή (sic!) που συνεπαγόταν η σύναψη τού γερμανοσοβιετικού συμφώνου και επισημαίνοντας ότι οι πληροφορίες που διέθετε [κατά το χρόνο έκδοσης τού διατάγματος] παρουσίαζαν τους κομμουνιστές ως επικίνδυνους για την εθνική άμυνα και ασφάλεια τής χώρας». Ο συνήγορος δεν ζήτησε άλλες διευκρινίσεις, θεωρώντας επαρκείς τις απαντήσεις τού Νταλαντιέ, όπως είχε προηγουμένως κάνει και ο συνάδελφός του, ο Ζαν Λεμέρ, ο οποίος έκρινε δέον να περιορίσει την εξέταση τού μάρτυρα επί τού εξής μόνου θέματος: «[Είχαν περιέλθει εις γνώση σας πληροφορίες σχετικές με] τη συμμετοχή τού στρατάρχη στην Καγκούλ; — Όχι, […] κανείς των υπουργών δεν ανέφερε κάτι σχετικό».[1217] Η πλήρης κάλυψη που έδωσε εξαρχής ο Νταλαντιέ στον ηγέτη τής Καγκούλ και που συνέχιζε να παρέχει ακόμη και κατά τη δίκη του,[1218] μετέτρεψε τον ρόλο τού κατοχικού πρωθυπουργού και προέδρου τής Γαλλίας σε ζήτημα-ταμπού για την υπεράσπιση.


[1200] Αν και πλούσια τεκμηριωμένο, το — δριμύτατα επικριτικό απέναντι στον Νουαριέλ — βιβλίο τού Μπαρούκ [M.O.Baruch] με τίτλο Servir l’État français. L’administration en France de 1940 à 1944 (Paris, Fayard, 1997) αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τής τάσης αυτής (βλ. επίσης Noiriel Gérard, Les origines républicaines de Vichy, Paris, Hachette, 1999).

[1201] Σύμφωνα με τον Μπερλιέρ, επρόκειτο για απλό υπάλληλο «εμμονικά προσκολημμένο στις αξίες τής τάξης και τής πειθαρχίας» (Berlière Jean-Marc & Chabrun Laurent, Les policiers français sous l’Occupation, Paris, Perrin, 2001. σελ.150-55 και σποράδην· βλ. και ανωτέρω).

[1202] Το παράθεμα που χρησιμοποιεί εδώ ο Κρεμιέ-Μπριλάκ προέρχεται από το κείμενο τού Ντ. Πεσανσκί [D. Peschanski] «Du régime d’exception à “l’assainissement national”» (στο συλλογικό: Les communistes français de Munich à Châteaubriant, 1938-1941, έκδ. υπό τη διεύθυνση των J-P. Azéma, A. Prost & J-P. Rioux, Paris, PFNSP, 1987), σελ. 166· ο ιστορικός αναγνωρίζει, ωστόσο, την ύπαρξη συγγενειών μεταξύ των δύο φάσεων (Crémieux-Brilhac Jean-Louis, Les Français de l’an 40, I, La guerre, oui ou non, II, Ouvriers et soldats, Paris, Gallimard, 1990).

[1203] Υπόμνημα Υπ. Εσωτερικών, Γεν. Επιθεώρησης Υπηρεσιών Εγκληματολογικής Αστυνομίας και Γεν. Διεύθυνσης Εθνικής Ασφάλειας [MI/DGSN/IGSPC], Βισί, 3 Απριλίου 1941, F7 15277, AN [Εθνικά Αρχεία].

[1204] Για περισσότερες λεπτομέρειες για τη δράση τού Λανζερόν και λοιπών, κατά την περίοδο από Ιούνιο 1940 έως Ιούνιο 1941, βλ. Annie Lacroix-Riz, «Le PCF entre assaut et mea culpa: juin 1940 et la résistance communiste» (2006), βάσει των γαλλικών (Εθν. Αρχεία & Αρχ. Αστυνομικής Διεύθυνσης [AN & APP]) και γερμανικών αρχείων (AJ 40), καθώς και τού τόμου F7 15277, AN.

[1205] Υπόμνημα Υπ. Εσωτερικών, Γεν. Επιθεώρησης Υπηρεσιών Εγκληματολογικής Αστυνομίας και Γεν. Διεύθυνσης Εθνικής Ασφάλειας [MI/DGSN/IGSPC], Βισί, 3 Απριλίου 1941, F7 15277, AN.

[1206] Από το προαναφερθέν υπόμνημα (MI/DGSN/IGSPC, Βισί, 3 Απριλίου 1941, F7 15277, AN) προκύπτει ότι στο στόχαστρο είχε τεθεί αποκλειστικά το ΚΚΓ. Αν και ο Κρεμιέ-Μπριλάκ διακρίνει διάφορες κατηγορίες «πασιφιστών» και «αρνησιπάτριδων» — η υιοθέτηση των οποίων θα καθιστούσε δυσχερέστερη τη μελέτη τής ειδικά αντικομμουνιστικής καταστολής (Français, I, p. 196) —, τα έγγραφα που έχουν συγκεντρωθεί στα αρχεία F7, είτε αφορούν ατομικές υποθέσεις είτε όχι, επιβεβαιώνουν, στη συντριπτική τους πλειοψηφία — πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που αφορούν γερμανόφιλους, τ.έ. ψευδοειρηνιστές ή κατασκόπους — τον ανωτέρω ισχυρισμό.

[1207] Υπολογισμός δικός μου, μέσω συσχετισμού των στοιχείων τού ακόλουθου πίνακα, που καταρτίστηκε με βάση το υπόμνημα τής Γεν. Διεύθυνσης Εθνικής Ασφάλειας [DGSN] τής 3 Απριλίου 1941, με τα αντίστοιχα στοιχεία που δίνει ο Κρεμιέ-Μπριλάκ (συνολικά 14.913 έρευνες και 5.553 συλλήψεις στις 31 Μαΐου 1940· Crémieux-Brilhac, Français, I, σελ. 196). Οι αριθμοί αντιστοιχούν σε ποσοστά 68% και 63%, αν λάβουμε υπόψιν τα συνολικά στοιχεία για την 31η Ιανουαρίου 1941, που περιέχονται στον πίνακα (βλ. σημείωση 1210) που υποβλήθηκε από τον Περιέ στον Μπέμελμπουργκ, PA 1370/B, Βισί, 7 Μαρτίου 1941 (και συνομιλία στις 28 Φεβρουαρίου, F7 15277, AN).

[1208] Καμία μεταβολή στον αριθμό των εγκλείστων για το διάστημα από Ιανουάριο έως Απρίλιο 1941: το μέγιστο ποσοστό των καταγεγραμμένων στοιχείων ανάγονται στην περίοδο πριν από το καλοκαίρι τού 1940.

[1209] «2170 συλλήψεις» στις 5 Μαΐου 1940 μόνο για τη νομαρχία τής Σεν, σύμφωνα με τον Λανζερόν, βλ. Crémieux-Brilhac, Français, I, σελ. 196· «Ιούλιος 1940» ‒ Απρίλιος 1941, 2025 συλλήψεις για την Αστ. Διεύθυνση Παρισιού [PP] (συμπεριλαμβανομένης και τής νομαρχίας Σεν-ε-Ουάζ), (εβδομαδιαία) έκθεση τής PP για τον MBF [γερμανό στρατιωτικό διοικητή], συνταγμένη στα γερμανικά, 6 Απριλίου 1941, AJ 40 876, AN.

[1210] Αριθμητικός απολογισμός «για την περίοδο από 2-9-1939 [έως] 31-1-1941», που «υποβλήθηκε από την υπηρεσία εγκληματολογικής αστυνομίας, κατά τις πρώτες μέρες τού καθεστώτος τού Βισί» στον Περιέ, για να διαβιβαστεί στον Μπέμελμπουργκ (τα στοιχεία τής 5ης κατηγορίας τού υπομνήματος τού Απριλίου παρουσιάζονται εδώ σε δύο κατηγορίες [5° και 6°], αλλά το σύνολο είναι το ίδιο):

1° συλλήψεις 8.872· 2° διενεργηθείσες έρευνες 21.152· 3° διαλυθείσες οργανώσεις 990· 4° εφημερίδες των οποίων η λειτουργία ανεστάλη ή απαγορεύθηκε 432· 5° εγκλεισμοί σε κέντρα φύλαξης και διαμονής (ελεύθερη ζώνη) 4.014· 6° διοικητικοί εγκλεισμοί (κατεχόμενα: (φυλακές Ενκούρ, Κλαιρβό [Clairvault (sic): αντί για το ορθό Clairvaux], Μερινιάκ) 1.000 (—δεν είναι σαφής ο προσδιορισμός τής ακρίβειας των στοιχείων τής 6ης κατηγορίας).

[1212] Με πλήθος λεπτομερειών για τη «μη κατεχομένη ζώνη», με σκοπό την απόδειξη ότι η αναγνώριση απεριόριστης «ελευθερίας κυκλοφορίας κατά μήκος τής διαχωριστικής γραμμής των συνόρων» θα καθιστούσε δυνατή την αποτελεσματικότερη επιτέλεση τού έργου τής Υπ. Εθνικής Ασφάλειας.

[1213] Υπόμνημα Υπ. Εσωτερικών, Γεν. Επιθεώρησης Υπηρεσιών Εγκληματολογικής Αστυνομίας και Γεν. Διεύθυνσης Εθνικής Ασφάλειας [MI/DGSN/IGSPC], Βισί, 3 Απριλίου 1941, F7 15277, AN (όπου περιλαμβάνεται παρόμοιος κατάλογος για την περίοδο «2° μετά την ανακωχή».

[1214] «Έχοντας τεθεί σε διαθεσιμότητα στις 23 Ιουνίου και στη συνέχεια σε κατ’ οίκον περιορισμό με απόφαση των κατοχικών αρχών, του επετράπη να επιστρέψει στα καθήκοντά του στις 16 Ιουλίου [1940]. Συνελήφθη, όμως, στις 24 Ιανουαρίου 1941 από τους Γερμανούς, φυλακίστηκε για κάποιο διάστημα και κατόπιν συνταξιοδοτήθηκε» (Besse Jean-Pierre & Pennetier Claude, Juin 40, la négociation secrète. Les communistes français et les autorités allemandes, Paris, éditions de l’Atelier, 2006, σελ.110, σημ.2.).

[1215] Πρώτο παράθεμα, Μπέμελμπουργκ, τα υπόλοιπα, Περιέ, PA 1370/B, Βισί, 7 Μαρτίου 1941, F7 15277, AN.

[1216] Δίκη Πετέν, συνεδρίαση τής 24ης Ιουλίου 1945, F1 a 3310, AN (οι υπογραμμίσεις δικές μου).

[1217] Πρακτικά 3ης ημέρας (25 Ιουλίου 1945), F7 15549, AN.

[1218] «Ενημερωτικό υπόμνημα» X.P. 16, 25 Μαΐου 1945, F7 15549, AN (βλ. και ανωτέρω).


[i] Γενική Υπηρεσία Πληροφοριών.

[ii] Για τον Περιέ, δες την ενότητα «Από την αστυνομική συνεργασία έως την εξύμνηση τού γερμανικού «κοινωνικού» μοντέλου».

[iii] Συνήγορος τού Πετέν.

Advertisements
 
 

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s