RSS

Ο «σωφρονισμός» των κομμουνιστών—Gleichschaltung (VI)

30 Ιον.

Φ. Σασέν [σοσιαλδημοκράτης «δουλέμπορος», μέλος τής «Επιτροπής Φίλων τής Waffen SS»]

Η πρόκληση τού συμβιβασμού με τον άξονα Ρώμης-ΒερολίνουΠρος την κατεύθυνση τής εφαρμογής «πραγματικά δικτατορικών εξουσιών»: από την τύχη που επιφυλάχθηκε στους κομμουνιστές βουλευτές έως την έκδοση τού διατάγματος Σερόλ
[Α. Lacroix-Riz, Από το Μόναχο στο Βισί, Κεφάλαιο VI: «Ο εσωτερικός πόλεμος: “σωφρονίζοντας τους κομμουνιστές”»] [pdf]

Η απόφαση τής άρσης τής κοινοβουλευτικής ασυλίας και τής παραπομπής σε δίκη των κομμουνιστών βουλευτών επέσπευσε τη διαδικασία «εκφασισμού τής δημοκρατίας». Τα νομοθετικά διατάγματα τής 1ης και τής 26ης Σεπτεμβρίου [1939] αποτέλεσαν τη βάση για την κατάλυση τής συνταγματικής νομιμότητας, ενώ ως πρόσχημα χρησιμοποιήθηκε η «επιστολή προς τον [πρόεδρο τής Βουλής] Εριό» που έφερε τις υπογραφές των κομμουνιστών βουλευτών Αρτίρ Ραμέτ και Φλοριμόν Μποντ. Η επιστολή συνετάχθη την 1η Οκτωβρίου από την «εργατοαγροτική [κοινοβουλευτική] ομάδα» (GOP), που είχε συγκροτηθεί στις 27-28 Σεπτεμβρίου ως απάντηση στην επιβληθείσα στις 26 Σεπτεμβρίου απαγόρευση λειτουργίας τού κόμματος. Πρέπει να σημειωθεί ότι εν προκειμένω είχαν τηρηθεί οι σχετικές διαδικασίες που προέβλεπε ο κανονισμός τής Βουλής και μάλιστα με τη σύμφωνη γνώμη και καθ’ υπόδειξη τού προέδρου Εριό και τού κοσμήτορα Εντουάρ Μπαρντ:[1219] η GOP είχε ζητήσει από τον Εριό «να παρέμβει στις αρμόδιες αρχές προκειμένου (1) να διεξαχθεί δημόσια κοινοβουλευτική συζήτηση για το ζήτημα τής ειρήνης και (2) να δοθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο η δυνατότητα στους επιστρατευμένους βουλευτές να συμμετάσχουν στις διαβουλεύσεις για το συγκεκριμένο θεμελιώδες ζήτημα, εκ τού οποίου εξαρτώνται η ζωή και ο θάνατος εκατομμυρίων γάλλων πολιτών».[1220] Κατά την έναρξη τής δικαστικής διαδικασίας, που έλαβε χώρα στις αρχές τού επόμενου έτους, ο συνήγορος κ. Μαρσέλ Βιλάρ έκρινε σκόπιμο να υπενθυμίσει ότι η ενέργεια αυτή των κομμουνιστών βουλευτών αφορούσε αποκλειστικά το ενδεχόμενο προσφοράς κλάδου ελαίας από το Βερολίνο, υπό τον όρο ότι «θα συμφωνούσε και η Σοβιετική Ένωση».[1221]

Η απόφαση παραπομπής σε δίκη των κομμουνιστών βουλευτών «προϋπ[έθετε] τη διακοπή των εργασιών τής Βουλής και τής Γερουσίας», πράγμα που «αποφασίστηκε σε άκρως μυστική σύσκεψη» τού υπουργικού συμβουλίου στις 4 Οκτωβρίου, μία ημέρα πριν από τη δημοσίευση στο ΦΕΚ τού διατάγματος με το οποίο «επετράπη η διενέργεια των πρώτων συλλήψεων».[1222] Η συγκεκριμένη απόφαση ελήφθη κατά παραβίαση τού άρθρου 13 τού συνταγματικού νόμου τού 1875 — με το οποίο ρυθμίζονταν τα θέματα τής ασυλίας των βουλευτών — και στη βάση μιας παντελώς ατεκμηρίωτης δικογραφίας, όπως προσπάθησε, επί ματαίω, να αποδείξει η υπεράσπιση κατά τη διάρκεια τής δίκης.[1223] Προς υποστήριξη τού ισχυρισμού αυτού, μπορεί να αναφερθεί ενδεικτικά η έκθεση 305 σελίδων τής γενικής επιθεώρησης των υπηρεσιών τής διοικητικής αστυνομίας τής Εθνικής Ασφάλειας, η οποία ξεκινά με μια ενότητα 114 σελίδων, όπου αναλύονται, με κακόπιστο τρόπο, οι ιστορικοί «δεσμοί» μεταξύ τού ΚΚΓ και τής κομμουνιστικής Διεθνούς (— κύριος τομέας ειδίκευσης τής υπηρεσίας από το 1919 και εφεξής). Ο τίτλος τής έκθεσης («περί τού ρόλου που διαδραμάτισαν στους κόλπους τού κομμουνιστικού κόμματος τα σημερινά μέλη τής εργατοαγροτικής κοινοβουλευτικής ομάδας»), η παραπομπή στην «παρούσα δικαστική παραγγελία»[1224] και ο τελικός πίνακας με τίτλους δημοσιευμάτων για το διάστημα από 3 έως 8 Οκτωβρίου 1939 μαρτυρούν ότι το ντοσιέ πληροφοριών ετοιμάστηκε στο πόδι (τέλη Σεπτεμβρίου‒8 Οκτωβρίου). Τα «δύο μέρη» τής έκθεσης (αφενός, οι φάκελοι των 43 βουλευτών με στοιχεία για την αγωνιστική τους πορεία και κυρίως για το περιεχόμενο και το είδος τής προπαγάνδας που διακινούσαν και, αφετέρου, οι «πληροφορίες» τής Γενικής Διεύθυνσης Εθνικής Ασφάλειας [DGSN]) είχαν περιορισμένη ή και καμία χρησιμότητα για την εισαγγελία.

Στους κατηγορουμένους κατελογίζοντο τα εξής δύο εγκλήματα: 1° ότι ήταν κομμουνιστές — «ένας εκ των έμπιστων τού γαλλικού κομμουνιστικού κόμματος, αλλά και τής Τρίτης Διεθνούς» (για τον Ζοανί Μπερλιόζ, βουλευτή τού Σεν-Ντενί-Σεντ-Ουέν), «αμετανόητος κομμουνιστής και φανατικός επαναστάτης» (Γκαστόν Κορναβέν, βουλευτή τής Μπουρζ), «δεινός προπαγανδιστής των επαναστατικών θεωριών» (Ζακ Ντικλό, βουλευτή στο Σο, Μοντρέιγ) · 2° ότι από τον Σεπτέμβριο τού 1938 έως το καλοκαίρι τού 1939 κατήγγειλαν δημόσια α) τη γαλλογερμανική πολιτική τού Μονάχου που συνίστατο στην «συνθηκολόγηση τής Γαλλίας με τη Γερμανία και […] την Ιταλία» και συνεπαγόταν τον κίνδυνο τής «μετατροπής [τής χώρας] σε εμπορικό υποκατάστημα τού Χίτλερ και τού Μουσολίνι»· β) την ευθυγράμμιση με τις πολιτικές τού Ράιχ («ο κ. Νταλαντιέ έστειλε σε διακοπές τους βουλευτές για να μπορεί ελεύθερα να εκφοβίζει τους εργαζόμενους και να σέρνεται με την κοιλιά μπροστά στον Χίτλερ»)[1225]· γ) τη συμμετοχή στον εξοπλισμό τού εχθρού («η καπιταλιστική Γαλλία […] συνεχίζει να εφοδιάζει τον Χίτλερ με μεταλλεύματα βωξίτη, που αποτελούν την πρώτη ύλη για την παραγωγή αλουμινίου και των παραγώγων του, ενώ έχει ήδη παραδώσει πολεμικά πλοία και όπλα στις δυνάμεις τού Φράνκο»)· δ) την ευμενή μεταχείριση των πεμπτοφαλαγγιτών (ο Νταλαντιέ και ο Μπονέ «ανέχονται τη διακίνηση και την αναπαραγωγή δια τού τύπου ηττοπαθούς προπαγάνδας κατά τρόπο ώστε να υπονομεύεται η ειρήνη και η εθνική άμυνα»), κ.ο.κ.[1226]

Δύο «πληροφορίες» πολιτικού χαρακτήρα που προέρχονταν από την Ασφάλεια και αφορούσαν την περίοδο μετά τις 23 Αυγούστου δεν αποκάλυπταν παρά τη συνεπή τήρηση εκ μέρους των κατηγορουμένων τής αντιφασιστικής γραμμής. Ο Ρενό Ζαν, βουλευτής τής περιφέρειας Λο-ε-Γκαρόν, «υπερασπίστηκε ανοιχτά το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο. Ισχυρίστηκε ότι το σύμφωνο ήταν ένας ακόμα κρίκος στην πολιτική διαφύλαξης τής ειρήνης και ότι αντί να αποτελεί χτύπημα για τις δημοκρατίες, στην πραγματικότητα, συνέβαλε στην ενδυνάμωσή τους». Τον περασμένο Σεπτέμβριο, ο Ζαν Μπαρτολινί, βουλευτής τής Τουλόν, επιστρέφοντας από ταξίδι στο Παρίσι, «συμβούλευσε τα στελέχη τού κόμματός του να μην κάνουν απερισκεψίες, να μην παρασυρθούν σε προβοκάτσιες, απ’ όπου κι αν προέρχονται αυτές, και το σπουδαιότερο να μην χάσουν την πίστη τους, διότι παρά τις αντίθετες ενδείξεις η ΕΣΣΔ δεν είπε ακόμη την τελευταία λέξη. Και τέλος υπογράμμισε ότι τα γεγονότα θα επιβεβαιώσουν “σύντομα την πίστη τους αυτή”». Άχρηστη για την εισαγγελία ήταν και η ακόλουθη πληροφορία, με ημερομηνία 4 Οκτωβρίου [1939], που προέρχονταν «από σοβαρή πηγή»: «[γ]ια τις επαφές του με γαλλικές και ξένες προσωπικότητες, ο Ζακ Ντικλό χρησιμοποίησε ως μεσολαβήτρια την κ. Μαντλέν Μπράουν, [ … ενώ] μετέφερε μέρος τού προσωπικού του αρχείου στην οικία τού κ. [Λεόν] Πιζινιέ, δημάρχου τού Μαλακόφ».[1227]

Ο Γκιγιόμ Μπουρζουά και ο Ντενί Πεσανσκί αποδίδουν στον Νταλαντιέ την πρόθεση «να χτυπήσει με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια: να ξεφορτωθεί τους κομμουνιστές βουλευτές και να εξαλείψει τον πραγματικό κίνδυνο ενός κύματος υπέρ τής ειρήνης». Ωστόσο, όσα προηγήθηκαν και όσα επακολούθησαν αποτελούν απόδειξη ότι, έχοντας υιοθετήσει ανεκτική στάση απέναντι στη διόγκωση τού «αντιπολεμικού ρεύματος», το οποίο εξυπηρετούσε αντικειμενικά τα συμφέροντα τού Άξονα, ο Νταλαντιέ δεν επιδίωκε, βεβαίως, ούτε «τη δραστική αντιμετώπιση τού διογκούμενου και πιεστικού προβλήματος τής πασιφιστικής αντιπολίτευσης», αλλά ούτε και «την εξασφάλιση τής εθνικής ενότητας τής απειλούμενης με πόλεμο χώρας μέσω τής ενεργοποίησης ενός εσωτερικού μετώπου αντίστασης» στις δυνάμεις τού Ράιχ.[1228] Όσον αφορά μάλιστα τα μέτρα «σωφρονισμού των κομμουνιστών», ο γάλλος δικτάτορας, ο οποίος είχε εκφράσει τη θέλησή του για «ριζική κοινωνικοπολιτική αλλαγή» και για μια «εκ βάθρων αναδιάταξη τού κοινοβουλευτικού σκηνικού», αναζήτησε έμπνευση στο ιταλογερμανικό μοντέλο. Ήδη από το 1938, ο Νταλαντιέ, ενεργώντας σε συνεργασία με τον Μπονέ και τους υπουργούς δικαιοσύνης τής κυβέρνησής του, τον Ρεϊνό και στη συνέχεια τον Μαρσαντό, προσέφερε μεγάλες εκδουλεύσεις στα μέλη τής συναρχίας και τής Καγκούλ, τοποθετώντας τους σε θέσεις-κλειδιά τού κρατικού μηχανισμού. Την ίδια στάση τήρησε και στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ τής έκδοσης των δύο αντικομμουνιστικών νομοθετικών διαταγμάτων: στις 5 Σεπτεμβρίου 1939, αποφυλακίστηκαν με εγγύηση δύο επαγγελματίες δολοφόνοι και σημαίνοντα μέλη τής Καγκούλ, ο συνάρχης Εζέν Ντελόνκλ και ο Ζακ Κορέζ[1229] — την ίδια στιγμή μάλιστα που οι βουλευτές τού ΚΚΓ αντιμετωπίζονταν ως «εγκληματίες τού κοινού ποινικού δικαίου».

Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων διαμαρτυρήθηκαν όχι μόνο για τις κακουχίες και τους εξευτελισμούς στους οποίους υπεβλήθησαν οι κομμουνιστές βουλευτές, αλλά και για το ότι οι υπόδικοι «στερήθηκαν τής πρόσβασης σε έγγραφα πολιτικού περιεχομένου και δημοσιεύματα τού τύπου, πράγμα αναγκαίο για την προετοιμασία τής πολιτικής τους υπεράσπισης — τη στιγμή μάλιστα που η δικαστική και ανακριτική διαδικασία αφορούσε ουσιαστικά τα πολιτικά τους φρονήματα. Θα έλεγε λοιπόν κανείς ότι οι μεθοδεύσεις αυτές δεν [είχαν] άλλο σκοπό παρά να παραλύσουν τις προσπάθειες των κατηγορουμένων να υπερασπιστούν αποτελεσματικά τους εαυτούς τους».[1230] «Οι δεξιοί τής Καγκούλ, που κρατούντ[ο] στη φυλακή τής Σαντέ», όπως επισήμανε στην αρχή τής δίκης ο συνήγορος τής υπεράσπισης Βιλάρ, «[έχαιραν] προνομιακής μεταχείρισης, παρά το ότι η κατηγορία τής προδοσίας που τους βάραινε αφορούσε, μεταξύ άλλων, και την παράνομη διακίνηση όπλων με πιθανή προέλευση τη Γερμανία. Αντιθέτως, οι υπόδικοι κομμουνιστές, μεταξύ των οποίων και ένας τυφλός, ένας ανάπηρος που είχε χάσει και τα δύο του πόδια και είκοσι περίπου βετεράνοι τού τελευταίου πολέμου, αντιμετωπίστηκαν εξαρχής ως κοινοί εγκληματίες. Θα μπορούσε, βεβαίως, να προβληθεί η αντίρρηση ότι η Γαλλία [βρισκόταν] σε εμπόλεμη κατάσταση. Ωστόσο, οι ηγέτες τής Καγκούλ, που αποδεδειγμένα συνωμοτούσαν, με τη βοήθεια τής Γερμανίας, για την ανατροπή τής Τρίτης Δημοκρατίας, βρέθηκαν εκ νέου σε θέσεις επιρροής, ενώ ακόμη και κατά τη διάρκεια τού τελευταίου πολέμου είχε αναγνωριστεί στον κ. Καϊγιό το ειδικό καθεστώς τού πολιτικού κρατούμενου». Στις 31 Μαρτίου, ο συνήγορος τής υπεράσπισης Ζεβαές αναφέρθηκε στα ονόματα και στη μεταχείριση που επιφυλάχθηκε στους υπόδικους — τραυματίες ή ανάπηρους — βετεράνους, καταθέτοντας στο δικαστήριο και τις σχετικές ιατρικές γνωματεύσεις:[1231] τους στοίβαξαν, πρώτα, στη φυλακή «λες και ήταν κοινοί εγκληματίες, μαζί με τους πλιατσικολόγους, τους διαρρήκτες, τούς απατεώνες, τους πορνοβοσκούς και τους δολοφόνους», προκαλώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την αγανάκτηση των περήφανων αυτών αγωνιστών, που διακρίνονταν για το ήθος και τη σχολαστική τους ευσυνειδησία·[1232] και, έπειτα, θεώρησαν πρέπον να τους φέρουν «χειροδέσμιους με το μεταγωγικό τής αστυνομίας» από τη Σαντέ στο Δικαστικό Μέγαρο. Ο συνήγορος αντιδιέστειλε την απαράδεκτη αυτή μεταχείριση προς «την ικανοποίηση τού αιτήματος προσωρινής αποφυλάκισης [των στελεχών τής Καγκούλ], που [επρόκειτο] μάλλον να μετατραπεί σε οριστική».[1233]

Καθώς για τη λήψη τής απόφασης έκπτωσης από το κοινοβουλευτικό αξίωμα ήταν υποχρεωτική η προσφυγή στην κρίση των κοινοβουλευτικών αντιπροσώπων, ο Νταλαντιέ φρόντισε προηγουμένως να εξασφαλίσει την υποστήριξη των νομοθετικών σωμάτων. Η βουλή των αντιπροσώπων και, σε μικρότερο βαθμό, τα μέλη τής γερουσίας, συναίνεσαν στην απόφαση αυτή παρασυρμένοι από το «αντικομμουνιστικό τους μένος».[1234] Οι βουλευτές όλων των άλλων κομμάτων — με ελάχιστες μόνο εξαιρέσεις, που θα μνημονεύσει ονομαστικά ο Μπόντ το 1949, εξαίροντας το θάρρος και τη γενναιότητά των διαφωνούντων βουλευτών — απαρνήθηκαν τις δημοκρατικές αρχές τους. Στην κοινοβουλευτική του ομιλία στις 16 Ιανουαρίου 1940, ο διαφωνών ακροδεξιός βουλευτής [Ανρί] ντε Κεριλίς ανέπτυξε εκ νέου το κεντρικό μοτίβο των άρθρων που είχε δημοσιεύσει τον περασμένο μήνα στην L’Époque[1235] περί τής «καταχθόνιας γερμανικής μηχανής [που λειτουργούσε] στο εσωτερικό τής χώρας μας»: οι μισθοφόροι τού Άμπετς και «όσοι [γέμιζαν] τις τσέπες τους με γερμανικό χρήμα» αποτελούσαν σοβαρότερη απειλή από ό,τι ο «κομμουνισμός». Αν και εύστοχη, η περιγραφή τής κατάστασης εκ μέρους τού ντε Κιριλίς ήταν ελλιπής, καθόσον χαρακτήριζε τα μέλη τής Καγκούλ ως «καθόλα έντιμους ανθρώπους, […] που έγιναν, άθελά τους, υποχείρια τής μακιαβελικής και διαβολικής αυτής οργάνωσης». Ο βουλευτής περιορίστηκε να καταγγείλει ονομαστικά τρία δημόσια πρόσωπα, τον Αλφόνς ντε Σατομπριάν, τον Φερντονέ[i] και τον Φλαντέν[ii] (για τα πεπραγμένα του κατά τον Σεπτέμβριο τού 1938). Ωστόσο, παρά την ατολμία του, ο βουλευτής κατάφερε να εξαγριώσει την αγέλη των (παλιών) φίλων του, μεταξύ των οποίων και των Γκζαβιέ Βαλά, Ζορζ Σκαπινί, Φλαντέν, κ.ά., που τον κάλεσαν (ελαφρά τη καρδία;) να αποκαλύψει ονόματα.[1236] Ο σοσιαλιστής γερουσιαστής Αλεξάντρ Μπασελέ κατήγγειλε την καθόλα παράτυπη διαδικασία και εξέφρασε τη στήριξή του στον Μισέλ Κασέν σε δύο περιστάσεις, στις 19 Ιανουαρίου και, στη συνέχεια, στις 29 Φεβρουαρίου (την ημέρα ακριβώς τής δημόσιας αποκήρυξης τού κομμουνιστή γερουσιαστή από τον Μαρξ Ντορμουά).[1237] Ο Πολ Ραμαντιέ ήταν ο μόνος εκ των βουλευτών που προσπάθησε, εις μάτην, να επικαλεστεί στις 20 Φεβρουαρίου «το ιερό δικαίωμα ακρόασης των κατηγορουμένων», το οποίο η Γερουσία σεβάστηκε δίνοντας στον Κασέν τη δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ο ονομαστικός κατάλογος με τις φωτεινές εξαιρέσεις[1238], που, ας σημειωθεί, θα ψήφιζαν “όχι” και στις 10 Ιουλίου 1940, περιλαμβάνει ακόμη λιγότερα ονόματα και από την εξαιρετικά ολιγάριθμη λίστα των πρέσβεων (Σαρλ Αλφάν, Ραϊμόν Μπριζέρ και Πολ-Εμίλ Ναγκιάρ) και των στρατιωτικών ακολούθων (Φοσέ, Λιγκέ και Παλάς) που, ως φωνές βοώντων εν τη ερήμω, είχαν υποστηρίξει την παροχή βοήθειας στην κυβέρνηση τής Πράγας και τη σύναψη ενός γαλλοσοβιετικού συμφώνου.

Οι προτροπές σε φόνο και ο καταιγισμός προσβολών που ακούγονταν εντός των κοινοβουλευτικών τειχών αναπτύσσονταν παράλληλα με την προπαγανδιστική φρενίτιδα τού «ευθυγραμμισμένου» τύπου, γεγονός που επισήμανε τόσο ο [γερμανός ακόλουθος] Μπρόιερ όσο και η αστυνομική έκθεση με τους 26 «τίτλους εφημερίδων που σχολίασαν την επιστολή προς τον πρόεδρο Εριό ή δημοσίευσαν, εν μέρει ή εν όλω, το κείμενο της» κατά το διάστημα μεταξύ 3ης και 8ης Οκτωβρίου 1939. Μάλιστα, όσο πιο προχωρημένη ήταν η φασιστικοποίηση τους, τόσο πιο έντονα εκδηλωνόταν η «πατριωτική» τους αγανάκτηση ενάντια στους «γάλλους κομμουνιστές που εν καιρώ πολέμου [συνωμοτούσαν] με τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι» (στην Le Matin τού Μορίς Μπινό-Βαριλά) ή «που τα [είχαν] κάνει πλακάκια με τους εχθρούς μας» (Le Jour τού Λεόν Μπελμπί).[1239] Εν μέσω αυτού τού νοσηρού πολιτικού κλίματος, οι βουλευτές, με τα μέλη τής «επιτροπής συνδέσμου για την ειρήνη» να σέρνουν τον χορό, σιγοντάριζαν — τόσο κατά τις συνεδριάσεις των επιτροπών τής βουλής, όσο και κατά τις σπάνιες πλέον διαβουλεύσεις τής κολοβής Ολομέλειας — το κυβερνητικό σχέδιο για μια «βαθιά αναμόρφωση τού κοινοβουλευτικού σκηνικού».

Στην έκτακτη συνεδρίαση τής Βουλής, που έλαβε χώρα το διήμερο 30 Νοεμβρίου ‒ 1 Δεκεμβρίου 1939, οι βουλευτές συμμορφούμενοι προς τις επιθυμίες τού Νταλαντιέ συναίνεσαν στην πλήρη απεμπόληση τού κοινοβουλευτικού τους ρόλου: εξουσιοδότησαν «την κυβέρνηση να λαμβάνει σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης τα δέοντα μέτρα για τη διασφάλιση τής εθνικής άμυνας δια διαταγμάτων εκδιδομένων προτάσει τού Υπουργικού Συμβουλίου» — με άλλα λόγια, να νομοθετεί, χωρίς να υπόκειται σε κανένα έλεγχο.[1240] Ο Μποντ προσπάθησε να εισέλθει στην αίθουσα των συνεδριάσεων τής Βουλής αλλά, με εντολή τού Εριό, απομακρύνθηκε από τους κλητήρες, δεχόμενος «βροχή ύβρεων [και] απειλών». Διακόπτοντας τη συγκινησιακά φορτισμένη ομιλία του για τον «πόλεμο υπεράσπισης τής ελευθερίας και τής ασφάλειας τής χώρας μας», ο Νταλαντιέ, εν μέσω χειροκροτημάτων «από όλους τους παριστάμενους βουλευτές», επιδοκίμασε την απομάκρυνση τού Μποντ με την εξής δραματική αποστροφή: «Να γιατί το γαλλικό κοινοβούλιο δεν μπορεί να διαβουλεύεται ανεχόμενο την παρουσία προδοτών».[1241] Στις 9 Ιανουαρίου 1940 ξεκίνησαν οι εργασίες τής τακτικής συνόδου που είχε συγκληθεί για την εξέταση τού ζητήματος τής έκπτωσης από το βουλευτικό αξίωμα των κομμουνιστών βουλευτών, ενώ στις 21 και στις 29 Φεβρουαρίου, πραγματοποιήθηκαν ομαλά οι συνεδριάσεις τής Βουλής και τής Γερουσίας (—σε σχέση με τον Κασέν) αντίστοιχα, όπου οριστικοποιήθηκε η λίστα με τους έκπτωτους βουλευτές. Ωστόσο, μια ομάδα βουλευτών, μεταξύ των οποίων και κάποιων που προσέκειντο στην ακροδεξιά, αναγνώρισε το παράτυπο τής διαδικασίας και το αβάσιμο τής κατηγορίας: μη επιτρεπόμενη από «το άρθρο 28 τού οργανικού διατάγματος τού 1852», τού οποίου η ισχύς ανανεώθηκε τον Μάρτιο τού 1901, η έκπτωση προϋπέθετε «προηγούμενη ποινική καταδίκη» που θα συνοδευόταν από «στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων», όπως χαρακτηριστικά επισήμανε ο Τιξιέ-Βινιανκούρ. Στην συγκεκριμένη όμως περίπτωση, «δεν είχε καν ολοκληρωθεί η ανακριτική διαδικασία».[1242]

Ο Νταλαντιέ, όπως αργότερα και ο Λαβάλ, εκμεταλλεύτηκε με μαεστρία την ολιγοψυχία και κυρίως τον αντικομμουνισμό των εκπροσώπων τής νομοθετικής εξουσίας (αρκεί εδώ να αναφερθεί η πανομοιότυπη αντίδραση και τοποθέτηση τού Εντουάρ Εριό και τού Ζιλ Ζανενέ, προέδρων, αντίστοιχα, τής βουλής και τής γερουσίας, τόσο στο θέμα τής έκπτωσης των εκλεγμένων τού ΚΚΓ — όλων συλλήβδην των βουλευτών και τού γερουσιαστή Κασέν — όσο και απέναντι στις μεθοδεύσεις για την επιβολή τού καθεστώτος τού Βισί κατά το τριήμερο 8-10 Ιουλίου 1940). Σημειωτέον, από τον Σεπτέμβριο ήδη τού 1939, το SFIO[iii] συμμετείχε ενεργά στις κυβερνητικές μεθοδεύσεις[1243] — πράγμα που προκάλεσε την οξεία αντίδραση των κομμουνιστών, η οποία όμως είχε ανεπαίσθητο δημόσιο αντίκτυπο: δημοσιεύματα στις παράνομες εφημερίδες και έντυπα κατήγγειλαν τόσο τον Πολ Φορ όσο και τον «σύμβουλο τού κράτους» Μπλουμ — όπως τον απεκάλεσε ο Μαρτί στην «ανοικτή επιστολή» που του απηύθυνε τον Οκτώβριο [τού 1939] — για τον «πρωταγωνιστικό [τους] ρόλο στην [υπό εξέλιξη] αντικομμουνιστική και αντισοβιετική εκστρατεία», ενώ επέκριναν, ειδικότερα, τον ζήλο υπεράσπισης τής Πολωνίας (και, στη συνέχεια, τής Φινλανδίας[1244]) εκ μέρους εκείνου[iv] που επέτρεψε τον «στραγγαλισμό τής Ισπανικής Δημοκρατίας» και που «μαζί με τον Νταλαντιέ, […] πανηγύρισε για τις συμφωνίες τού Μονάχου, [με άλλα λόγια, για] την αθέτηση των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει η Γαλλία».[1245]

Ήταν αρκετοί οι βουλευτές τού σοσιαλιστικού κόμματος που πρωτοστάτησαν τον Ιανουάριο τού 1940 στην προώθηση τού παράνομου «νομοσχεδίου για την έκπτωση [από το βουλευτικό αξίωμα]» και, στη συνέχεια, τον Φεβρουάριο στη σύνταξη τής λίστας με τους έκπτωτους βουλευτές τού ΚΚΓ. «Ήρθε η ώρα να αντιμετωπίσουμε μια και καλή τον κομμουνιστικό κίνδυνο» διακήρυξε στις 16 [Ιανουαρίου] ο Ζορζ Μπαρτελεμί, βουλευτής και δήμαρχος τού Πιτό, εισηγούμενος εκ μέρους τής «επιτροπής για το καθολικό δικαίωμα ψήφου», που είχε εκφραστεί ομόφωνα υπέρ τής έκπτωσης. «Όταν η πατρίδα κινδυνεύει, πρέπει, ακολουθώντας το παράδειγμα των προγόνων μας κατά τις δύσκολες στιγμές τής ιστορίας τής Γαλλίας, να χρησιμοποιήσουμε κάθε αναγκαίο μέσο, προκειμένου να συντρίψουμε τους προδότες. […] Θα το μετανιώσουμε, αν δεν δώσουμε τη δυνατότητα στα μέλη των νομοθετικών σωμάτων να αποφανθούν επί τής έκπτωσης. [… Τ]ο μέτρο αυτό δεν είναι παρά το προοίμιο για την ανάληψη αποφασιστικότερης δράσης. Πρέπει να χτυπήσουμε γρήγορα και σκληρά». Ο Φρανσουά Σασέν, ισχυριζόμενος ότι γνώριζε «μυστικά από τα άδυτα τού κομμουνιστικού στρατοπέδου», στο οποίο ανήκε μέχρι πρότινος, αποδοκίμασε το γεγονός ότι, παρά τα επανειλημμένα αιτήματα που υπέβαλε «ματαίως […] από την έναρξη τού πολέμου», η κυβέρνηση δεν διέταξε ακόμη τη «συνοπτική» εκτέλεση, «με πυροβολισμό στο σβέρκο, όπως ακριβώς γινόταν στα μπουντρούμια τής Μόσχας», των «κομμουνιστών ηγετών […] που για χρόνια ολόκληρα προετοίμαζαν την προδοσία και την αποκάλυψη των απορρήτων τής εθνικής μας άμυνας».[1246] Στις 20 Φεβρουαρίου, ο Μπαρτελεμί πρότεινε ένα ακόμα μέσο «πάλης ενάντια στον κίνδυνο τού μπολσεβικισμού»: «Όλοι τους [ήταν] λίγο-πολύ ένοχοι, αλλά πολλούς από αυτούς, μεταξύ των οποίων και κάποιους από τους ηγέτες τους, για παράδειγμα τον [Μορίς] Τορέζ και τον [Ζαν] Κατελάς, [θα έπρεπε] να τους οδηγήσουμε αμέσως στη στρατιωτική δικαιοσύνη, όχι για να τους κάνουμε την τιμή να τους στείλουμε στο απόσπασμα, αλλά για να τους εκτελέσουμε δημόσια στη λαιμητόμο». Όμως αυτό δεν ήταν το μόνο ρεκόρ που κατέρριψε ο Μπαρτελεμί, καθώς είχε την έμπνευση να δηλώσει επίσης ότι «πράκτορες τής Μόσχας» που ήταν τοποθετημένοι σε διοικητικά πόστα φρόντιζαν να στέλνουν «έντιμους εργάτες, που συνέβαινε συχνά να είναι και σοσιαλιστές» σε στρατόπεδα συγκέντρωσης («εννιά φορές στις δέκα, […] πίσω από κάθε εντολή εγκλεισμού σε στρατόπεδο συγκέντρωσης βρισκόταν ένας καμουφλαρισμένος κομμουνιστής»), συμπληρώνοντας τέλος ότι η επιτροπή του θα κατέθετε πρόταση «να στερηθούν τού δικαιώματος κρατικής αρωγής οι σύζυγοι όλων των έκπτωτων βουλευτών — πολλώ μάλλον των διαφυγόντων στην αλλοδαπή — για τον λόγο ότι [είχαν] νυμφευθεί αλλοδαπούς πράκτορες».[1247]

Δηλώσεις που στέκονται αντάξιες τής μελλοντικής φήμης των ιθυνόντων τού καθεστώτος τού Βισί: — Ο Μπαρτελεμί, μαζί με τους Ανρί Σελιέ και Αντρέ Μοριζέ,[1248] αποτέλεσε, σύμφωνα με τον Ότο Άμπετς, το τρίο των πιο «προσιτών» και έμπιστων σοσιαλιστών· έδρασε ως καταδότης των «γερμανόφοβων» φιλοκομμουνιστών στην Feldkommandantur τής περιοχής τού Παρισιού,[1249] ενώ συμμετείχε και στην πρώτη Εθνική Κυβέρνηση τού Πετέν.[1250] — Ο Σασέν συναγωνιζόταν τον Ντοριό: εξέχουσα προσωπικότητα τού κατοχικού τύπου (με αρθογραφία στην La France socialiste[v]),[1251] διευθυντής τού τμήματος εργατικής προπαγάνδας στο υπουργείο πληροφοριών και επίσημος προπαγανδιστής τής υπηρεσίας υποχρεωτικής εργασίας κατά τη διετία 1942-1943,[1252] αποτέλεσε, μαζί με τον Μπισελόν,[1253] το δίδυμο των μεγάλων «δουλεμπόρων» τής κατοχής· από τον Νοέμβριο μάλιστα τού 1943, διετέλεσε διευθυντής στο υπουργείο τού μεγάλου αυτού συνάρχη, «όπου διορίστηκε για λόγους τάξης και αρχής, διότι το όνομά του ήταν γνωστό στον εργατόκοσμο» (δρώντας όμως ως ενεργούμενο τού συνάρχη Ζεράρ Μπαρντέ)·[1254] διετέλεσε, επίσης, γενικός γραμματέας τού Υπουργείου Επισιτισμού και, τέλος, το 1944, μέλος τής γαλλικής «Επιτροπής Φίλων τής Waffen SS», μαζί με τον Μαρσέλ Ντεά, Ζοζέφ Νταρνάν, Ζακ Ντοριό, Ντομινίκ Σορντέ, Μισέλ Αλέρμ, κ.ά.[1255]

Η φασιστική δεξιά που διατηρούσε δεσμούς με την Καγκούλ κλήθηκε να παίξει τον δικό της ρόλο στο κοινοβούλιο. Στις 30 Νοεμβρίου, ο Ζ. Ιμπαρνεγκαρέ, ο οποίος ζητούσε προ πολλού τη φυλάκιση των «73 κομμουνιστών βουλευτών»,[1256] αξίωσε επίσης να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα για τη «διάλυση όλων των επαναστατικών οργανώσεων που, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, λειτουργούσαν στην παρανομία και που, […] στον στρατό και σε όλη χώρα, προσπαθούσαν να εφαρμόσουν τα εγκληματικά τους σχέδια εθνικής μειοδοσίας και διχασμού τής κοινωνίας».[1257] Στις 9 Ιανουαρίου, εξοργισμένος από την «απαράδεκτη [παρουσία] στα έδρανα τής Βουλής» των «τεσσάρων κομμουνιστών βουλευτών που είχαν κληθεί για στρατιωτική υπηρεσία» (των Φερνάν Γκρενιέ, Ραϊμόν Γκιγιό, Αντρέ Μερσιέ και Σαρλ Μισέλ), προκάλεσε, μαζί με τον Ζαν Σιάπ, «μεγάλο σαματά», προκειμένου να διαταχθεί η βίαια απομάκρυνση και η οριστική τους αποβολή από την αίθουσα τής Βουλής.[1258] Ο Σιάπ, σε δύο περιστάσεις, στις 30 Νοεμβρίου [1939] και στις 11 Ιανουαρίου [1940], ζήτησε να συζητηθεί άμεσα το επίμαχο νομοσχέδιο και κατέθεσε επερώτηση σε σχέση με τις «πρωτοβουλίες που [σκόπευε] να αναλάβει η Κυβέρνηση για την αφαίρεση τής βουλευτικής ιδιότητας των κομμουνιστών βουλευτών, προκειμένου να απαγορευτεί στους συνεργάτες τού εχθρού η άσκηση όλων των καθηκόντων που [συνδέονταν] με το βουλευτικό αξίωμα».[1259] Ο Ντε Λα Ροκ έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην προώθηση τού «νομοσχεδίου για την έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα»: «η εισηγητική έκθεση που, όπως λεγόταν, είχε συνταχθεί στο σύνολό της από το “Αφεντικό”, υιοθετήθηκε ομόφωνα από όλους τους προέδρους των επιτροπών τής βουλής των αντιπροσώπων».[1260]

Όπως ήταν αναμενόμενο, η Βουλή ψήφισε στις 16 Ιανουαρίου 1940 τον «νόμο που [προέβλεπε] την έκπτωση των κομμουνιστών βουλευτών, καθώς επίσης και την αφαίρεση τής ιδιότητας τού μέλους και την καθαίρεση από όλα τα όργανα και συνελεύσεις των εκλεγμένων κομμουνιστών». Το σχέδιο νόμου ψηφίστηκε «ομόφωνα με την εξαίρεση δύο ψήφων», όπως σημειώνει ο Νικολά Ρουσελιέ, που όμως παραλείπει να αναφέρει ότι οι δύο αρνητικές ψήφοι, επί συνόλου 524 ψηφισάντων, ανήκαν στους κομμουνιστές βουλευτές Ετιέν Φαζόν και Αντριάν Μουτόν (που απουσίαζαν μεν κατά την έναρξη τής συνεδρίασης, αλλά στους οποίους επετράπη, στη συνέχεια, η είσοδος προκειμένου να παρευρεθούν στη συζήτηση και την ψηφοφορία).[1261] Όπως σημείωνε στην επιστολή του με ημερομηνία 25 Ιανουαρίου προς τον Μπονέ ο [υπουργός των εσωτερικών] Σαρό (—των οποίων την υπογραφή, ειρήσθω εν παρόδω, έφερε το κατατεθέν σχέδιο νόμου[1262]), ο συγκεκριμένος «νόμος τού κράτους» κήρυττε «έκπτωτους τού βουλευτικού αξιώματος, με αναδρομική ισχύ, τους κοινοβουλευτικούς αντιπρόσωπους που, με κρίσιμο χρονικό σημείο την 26η Οκτωβρίου 1939, αρνήθηκαν να διακόψουν οριστικά τους δεσμούς τους με το κομμουνιστικό κόμμα και που εξακολουθούσαν να συμμετέχουν στις δραστηριότητες που είχαν απαγορευτεί από το διάταγμα τής 26ης Σεπτεμβρίου 1939».[1263] Οι μόνες «διαφωνίες» που εκφράστηκαν αφορούσαν ζητήματα «χρονολογίας και ετυμολογίας» και πιο συγκεκριμένα τον καθορισμό τής «ημερομηνίας εφαρμογής τού μέτρου» (με εναλλακτικές ημερομηνίες την 1η, την 26η Οκτωβρίου ή την 9η Ιανουαρίου) και τον «έλεγχο» τού «βαθμού ειλικρίνειας» των αποστατών.[1264] Στη συνεδρίαση αποφασίστηκε, επίσης, ομόφωνα η αναδρομικότητα τού μέτρου. Επομένως, οι συναφείς καινοτομίες που εισήγαγε ο Πισέ το καλοκαίρι τού 1941 βασίστηκαν στις ήδη νομοθετημένες διατάξεις και δεν αποτέλεσαν επινοήσεις εκ τού μηδενός. Αξίζει δε να αναφερθεί ότι «οι δύο διαβόητες “ειδικές ταξιαρχίες” τής διεύθυνσης τής αστυνομίας τού Παρισιού», δημιούργημα επίσης τού Πισέ, προέκυψαν από τη διεύρυνση «τού ειδικού τμήματος που είχε δημιουργήσει ο Λανζερόν και τού οποίου η λειτουργία εντασσόταν στο γενικότερο πλαίσιο τής αντικομμουνιστικής πάλης».[1265] Τα συγκεκριμένα νομοθετικά διατάγματα έστρωσαν τον δρόμο και για την υλοποίηση τού μέτρου τής επ’ αόριστον κράτησης από τους Νταρλάν και Ζοζέφ-Μπαρτελεμί — μέτρο το οποίο θα εκμεταλλευτεί, στη συνέχεια, ο αιμοσταγής Πισέ, με τις ευλογίες πάντα τού Κοινοβουλίου, για τη διαλογή των θυμάτων των γερμανικών εκτελέσεων. Το επόμενο βήμα μετά την κήρυξη ως έκπτωτων των κομμουνιστών βουλευτών ήταν η παραπομπή τους ενώπιον τού 3ου στρατοδικείου τού Παρισιού, όπου δικάστηκαν κεκλεισμένων των θυρών, με βάση την προδικαστική απόφαση ημερομηνίας 5 Φεβρουαρίου 1940[1267] τού ανακριτή-προέδρου λοχαγού ντε Μοϊσάκ.[1266]

Η έναρξη τής δίκης στις 20 Μαρτίου συνέπεσε με τη λήξη τής πρωθυπουργικής θητείας τού Νταλαντιέ (ο οποίος, στη νέα κυβέρνηση, παρέμεινε επικεφαλής τού υπουργείου «εθνικής άμυνας»). Είχε μόλις προηγηθεί η παρουσίαση στη Γερουσία τής θριαμβευτικής έκθεσης απολογισμού τής επιχείρησης καταστολής, η οποία είχε συνταχθεί από τον Σαρό.[1268] Η δίκη διεξήχθη ομαλά και ολοκληρώθηκε, στις 3 Απριλίου 1940, υπό τη νέα κυβέρνηση τού Ρεϊνό.[1269] Ο Νταλαντιέ είχε ζητήσει, στις 15 Μαρτίου, από τους «κυβερνητικούς επιτρόπους»[1270], τον συνταγματάρχη Λουί Λοριό και τον ταγματάρχη Αντρέ Μπριζέν (που επρόκειτο αργότερα να διοριστεί μέλος τού ανωτάτου δικαστηρίου τής Ριόμ[1271]), τη διεξαγωγή τής δίκης κεκλεισμένων των θυρών. Στις 20 Μαρτίου, το δικαστήριο διέταξε, πράγματι, την κεκλεισμένων των θυρών διεξαγωγή τής διαδικασίας απορρίπτοντας ως αλυσιτελείς τις προδικαστικές «ενστάσεις» που διατύπωσαν οι συνήγοροι υπεράσπισης προς «τον πρόεδρο και τα μέλη τού 3ου στρατοδικείου» και τις οποίες επρόκειτο να προβάλλουν εκ νέου, μετά την αλλαγή τής κυβέρνησης, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα.[1272] Κατά την πρώτη μέρα τής διαδικασίας, ο συνήγορος τής υπεράσπισης Βιλάρ διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός ότι ακολουθούνταν μεθοδεύσεις «φίμωσης» παρόμοιες με αυτές που εφάρμοζε «το καθεστώς τού Χίτλερ, στην απέναντι όχθη τού Ρήνου», ενώ οι κατηγορούμενοι κατήγγειλαν την «εισαγωγή χιτλερικών μεθόδων στη Γαλλία» (Ζαν Κριστοφόλ). Η διεξαγωγή τής συνεδρίασης «πίσω από κλειστές πόρτες» συνιστούσε παραβίαση των παραδεδεγμένων κανόνων τής νομικής και πολιτικής παράδοσης τής χώρας: η διεξαγωγή τής διαδικασίας κεκλεισμένων των θυρών δεν είχε απαιτηθεί ούτε καν στην περίπτωση των δικών εσχάτης προδοσίας κατά τον Μεγάλο Πόλεμο, στις οποίες, άλλωστε, κατηγορούμενοι δεν ήταν βουλευτές, αλλά «σημαίνοντα πρόσωπα τής πολιτικής ζωής τής χώρας μας» που διατηρούσαν σχέσεις με «πολιτικές προσωπικότητες τού εξωτερικού». «[Ήταν] πρωτοφανές για τα δικαστικά χρονικά να διεξάγεται πολιτική δίκη κεκλεισμένων των θυρών», επισήμανε ο Ζεβαές. Η μόνη εξαίρεση ήταν «η δίκη σε βάρος τού λοχαγού Ντρέιφους, στις 22 Δεκεμβρίου 1894», όπου «η διεξαγωγή τής συζήτησης κεκλεισμένων των θυρών ενθάρρυνε τη διάπραξη παρατυπιών και σφαλμάτων, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καταστεί αναγκαία η αναίρεση τής απόφασης τού Σερς-Μιντί από το Ακυρωτικό Δικαστήριο». Η δε δίκη τής Ρεν (1906) έγινε «υπό συνθήκες πλήρους δημοσιότητας. Λόγω, μάλιστα, τής περιορισμένης χωρητικότητας τής αίθουσας τού στρατοδικείου τής Ρεν, η δίκη μεταφέρθηκε στην ειδικά διαρρυθμισμένη αίθουσα τελετών τού λυκείου τής πόλης. Ο Αλμπέρ Βιλμ [ένας από τους συνηγόρους στην παρούσα δίκη] βρισκόταν εκεί μαζί μου και η διαδικασία εκτυλίχθηκε ενώπιον κοινού που ξεπερνούσε τα 2000 άτομα — εκ των όποιων και 450 δημοσιογράφοι που είχαν έρθει από κάθε γωνιά τού πλανήτη».[1273]

Την ίδια τύχη είχαν και όλες οι άλλες «ενστάσεις» που υπέβαλαν οι συνήγοροι υπεράσπισης στον «πρόεδρο [συνταγματάρχη Γκαφαζολί] και στα τρία μέλη τού 3ου στρατοδικείου».[1274] Πιο συγκεκριμένα, ζήτησαν την εξέταση ως μαρτύρων τού Νταλαντιέ και τού Μπονέ, τους οποίους το δικαστήριο είχε απαλλάξει από την υποχρέωση µαρτυρίας, παρά το γεγονός ότι ο Νταλαντιέ, «στην ομιλία του ενώπιον τού σώματος τής Βουλής, είχε διασύρει [τους κατηγορουμένους] ως προδότες».[1275] Οι συνήγοροι «πιστοποίησαν το γεγονός ότι δεν επετράπη στους κατηγορουμένους να έχουν πρόσβαση, είτε ατομικά είτε ως ομάδα, στα αποδεικτικά στοιχεία που περιέχονταν στο φάκελο τής δικογραφίας». Επιπλέον, πέρα από το ότι η κατηγορία ήταν νομικά αβάσιμη, ένα από τα προσκομισθέντα «αποδεικτικά στοιχεία», η επιστολή τής 1ης Οκτωβρίου στον Εριό, διέφερε από το πρωτότυπο: «αφαιρέθηκε το σημαντικότερο απόσπασμα, από το οποίο προέκυπτε αδιαμφισβήτητα ο [κοινοβουλευτικός] χαρακτήρας της». Το πετσοκομμένο κείμενο τής επιστολής αναπαρήχθη από τις εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίες και εκλήφθηκε ως μανιφέστο που ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής των νομοθετικών διαταγμάτων.[1276]

Οι βουλευτές και οι συνήγοροί τους θα μπορούσαν, υπό διαφορετικές συνθήκες, να εκμεταλλευτούν τις αποκαλύψεις τής «Κίτρινης Βίβλου» [Livre Jaune] τού Μπονέ, που, άμα τη δημοσιεύσει της (τον Ιανουάριο τού 1940), εστάλη, από παραδρομή των διοικητικών υπηρεσιών τής βουλής, στους «εγκληματίες τού κοινού ποινικού δικαίου».[1277] Η συλλογή περιείχε σημαντικά έγγραφα, μεταξύ των οποίων τα πρακτικά τής συνάντησης Μπονέ-Βέλτσεκ κατά την 1η Ιουλίου τού προηγούμενου έτους, όπου γινόταν αναφορά στο σχέδιο «σωφρονισμού των κομμουνιστών», και την «απαίτηση» που διατύπωσε ο Κουλόντρ στις 18 Αυγούστου «να απαγορευθούν οι αρνητικές αναφορές στον Τύπο» κατά τού προσώπου τού Χίτλερ.[1278] Από τον Ιανουάριο έως τον Απρίλιο, οι κατηγορούμενοι και οι συνήγοροί τους δεν έπαψαν να ζητούν να ληφθούν υπόψη τα συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία αποδείκνυαν ότι το οργανωμένο σχέδιο διώξεων είχε τεθεί σε εφαρμογή προ τής σύναψης τού γερμανοσοβιετικού συμφώνου με σκοπό, ακριβώς, την προσέλκυση τής εύνοιας τού Βερολίνου.[1279] Καθώς όμως βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη η επιχείρηση αντιδραστικής θωράκισης τού καθεστώτος, ήταν προφανές ότι η προσπάθεια επίκλησης των αποδεικτικών αυτών στοιχείων θα έπεφτε στο κενό.

Δίνοντας μια πρόγευση τής μελλοντικής τους στάσης υπό το καθεστώς τού Βισί, η δουλικότητα των δικαστών απέναντι στο Κράτος και η επιθετικότητα με την οποία αντιμετώπισαν τους κατηγορουμένους απεδείχθησαν εφάμιλλες των προκατόχων τους στην εκδίκαση τής υπόθεσης κατά τού Εμίλ Ζολά, κατηγορουμένου για συκοφαντία, το 1898. Όταν ο Βαλντέκ Ροσέ, κάνοντας ανασκόπηση τής γαλλοβρετανικής πολιτικής από το 1938 και μετά, προσπάθησε να αναφερθεί στις «δολοπλοκίες» που απέβλεπαν στη διάσπαση τού «μετώπου υπέρ τής ειρήνης, που επρόκειτο να συγκροτηθεί σε συνεννόηση με τη Σοβιετική Ένωση», ο [συνταγματάρχης] Λοριό δεν τον άφησε να ολοκληρώσει: «Είναι απαράδεκτα τα όσα ειπώθηκαν, καθόσον θέτουν εν αμφιβόλω τις σχέσεις μεταξύ των δύο κυβερνήσεων». Συμφωνώντας με τον Λοριό, ο Γκαφαζολί απείλησε τον κατηγορούμενο με «αφαίρεση τού λόγου» ή και με «βίαιη απομάκρυνση από την αίθουσα τού δικαστηρίου, εφόσον κρινόταν αναγκαίο» και, στη συνέχεια, του υπέδειξε να «μην εκτοξεύει κατηγορίες εις βάρος τής αγγλικής ή τής γαλλικής κυβέρνησης». Οι συνήγοροι Βιλάρ και Βιλμ[1280] διαμαρτυρήθηκαν, επισημαίνοντας πως οι περιορισμοί αυτοί τού δικαιώματος υπεράσπισης — αδιανόητοι στα πλαίσια μιας δίκης με σαφή πολιτικό χαρακτήρα — ισοδυναμούσαν ουσιαστικά με τη διαβόητη φράση τού Αλμπέρ Ντελεγκόργκ:[vi] «το ερώτημα να μην απαντηθεί ως απαράδεκτο».

Όπως αναμενόταν, το στρατοδικείο αποφάνθηκε υπέρ τής ενοχής των κατηγορουμένων, επιβάλλοντάς τους ποινές δυόμισι φορές αυστηρότερες σε σύγκριση με το ιστορικό παράδειγμα νομικής στρεψοδικίας που επικαλέστηκε ο Ζεβαές: την καταδίκη τού Αουγκούστ Μπέμπελ και τού Βίλχελμ Λίμπκνεχτ σε «φυλάκιση σε φρούριο για περίοδο δύο ετών» λόγω τού ότι είχαν ψηφίσει κατά των πολεμικών πιστώσεων στις 26 Νοεμβρίου και 3 Δεκεμβρίου τού 1870 — και τούτο σε αντίθεση με τους γάλλους κομμουνιστές βουλευτές που ψήφισαν υπέρ στη συναφή ψηφοφορία τής 2ας Σεπτεμβρίου 1939.[1281] Στο σύνολο σχεδόν των — παρόντων ή απόντων από τη δίκη τους — βουλευτών που καταδικάστηκαν για κατηγορίες σχετικές με την «προπαγάνδα τής Τρίτης Διεθνούς» (δηλ. την συμμετοχή τους στην «εργατοαγροτική ομάδα» και την έγκριση και αποδοχή τής επίμαχης επιστολής προς τον Εριό) επιβλήθηκαν «ποινές φυλάκισης πέντε ετών, χρηματικές ποινές ύψους 5.000 [ή 4.000] γαλλικών φράγκων και πενταετής στέρηση των αστικών και πολιτικών τους δικαιωμάτων».[1282]

Για την επιβολή τού μέτρου τής έκπτωσης απαιτείτο η συνδρομή των κοινοβουλευτικών αντιπροσώπων, ενώ για την επιβολή των ποινών φυλάκισης η συνδρομή των δικαστικών λειτουργών. Για το κερασάκι στην τούρτα τού «σωφρονισμού» ο Ρεϊνό θα χρειαζόταν όμως να προσφύγει στις υπηρεσίες τού υπουργού του δικαιοσύνης, τού σοσιαλιστή Αλμπέρ Σερόλ. Προσκείμενος στη ριζοσπαστική πτέρυγα τής συναρχίας, ο Σερόλ διατελούσε ήδη «από το 1939» μέλος τού επιτελείου τής συσταθείσας το 1932 «συμβουλευτικής επιτροπής» για την «ευρωπαϊκή ομοσπονδία», της οποίας προήδρευε ο Νταλαντιέ και στην οποία συμμετείχαν ως μέλη και οι «Ζορζ Μπονέ, Ντελμπός, Ανριό, Λαβάλ, Μαρέν, ντε Μονζί, Φ. Πιετρί, [όπως και ο ίδιος ο] Πολ Ρεϊνό».[1283] Ειρηνιστής που αδιαφορούσε για τις επεκτατικές φιλοδοξίες τού Ράιχ και γνωστός για τα συντηρητικά κοινωνικά του φρονήματα, ο Σερόλ επελέγη από τον ίδιο τον Μπλουμ, στο διάστημα τής δίμηνης κυβέρνησης που αυτός σχημάτισε τον Μάρτιο-Απρίλιο τού 1938, για να αναλάβει, μαζί με τον Πολ Φορ, το τιμόνι τής CGT.[1284] Στο συνέδριο τού SFIO που διεξήχθη τον Μάιο τού 1939, αντιμετώπισε με χλιαρότητα τα γεγονότα τής 15 Μαρτίου:[vii] «Διερωτώμαι, όχι χωρίς κάποια ανησυχία, εάν το γαλλικό τμήμα τής εργατικής διεθνούς έπραξε ό,τι όφειλε να πράξει για την αποτροπή τής κατάρρευσης των αδελφών δυνάμεων στην Τσεχοσλοβακία», αλλά «τα γενόµενα ουκ απογίνονται!». Και ολοκλήρωσε την τοποθέτησή του βγάζοντας από το μανίκι τον γνωστό άσο τού «αφοπλισμού». Πολύ πιο αυστηρός απέναντι στην «εργατική τάξη», υπολόγιζε για τη νουθέτησή της στη στήριξη τής CGT, η οποία μάλιστα έδειξε για μια ακόμα φορά την «απαιτούμενη σύνεση» δηλώνοντας ότι «κατανοούσε την αναγκαιότητα των θυσιών και ότι δεσμευόταν να επιτελέσει στο ακέραιο το καθήκον της».[1285]

Έχοντας συμβάλει ενεργά στην εκστρατεία αντικομμουνιστικής καταστολής από τη θέση τού προέδρου τής κοινοβουλευτικής επιτροπής αστικής και ποινικής νομοθεσίας,[1286] ο Σερόλ θα υπογράψει στις 9 Απριλίου 1940 το διάταγμα για το οποίο πίεζε ήδη από τον προηγούμενο Σεπτέμβριο ο στρατηγός Ερίν. Το εν λόγω διάταγμα, με το οποίο «[συμπληρωνόταν] το άρθρο 76 τού Ποινικού Κώδικα, όπως αυτός τροποποιήθηκε από το διάταγμα τής 29ης Ιουλίου 1939», προέβλεπε τη θανατική ποινή για «κάθε γάλλο πολίτη που [μετείχε] εν γνώσει του σε δραστηριότητες ενέχουσες τον κίνδυνο διάβρωσης τού φρονήματος τού στρατού και τού έθνους και αποσκοπούσες στην υπονόμευση τής εθνικής άμυνας».[1287] Έχοντας ορθώς ταξινομηθεί στα αρχεία υπό τον τίτλο «αντικομμουνιστική πάλη» (—όπως άλλωστε προκύπτει σαφώς από τα σχετικά δημοσιεύματα τού εργοδοτικού τύπου τής Επιτροπής Σιδηρομεταλλουργίας, τού Προυβόστ, κ.ά., όπου, ήδη πριν από τη δημοσίευση τού διατάγματος, αναφερόταν ότι στο στόχαστρο έμπαιναν «όσοι καταδικάζονταν για τα αδικήματα τής προετοιμασίας, τής διακίνησης ή τής αποθήκευσης κομμουνιστικών φυλλάδιων»[1288]), το διάταγμα τής «θανατικής ποινής», που αποτέλεσε και το σπουδαιότερο επίτευγμα τής καριέρας τού Σερόλ, δεν έχει, περιέργως, περιληφθεί στα, έτσι κι αλλιώς λιγοστά, στοιχεία τού φακέλου που διατηρούσε για αυτόν η RG.[viii] [1289] Για το παράνομο ΚΚΓ, το «τρομοκρατικό διάταγμα» τού Σερόλ αποτέλεσε το έσχατο στάδιο τής διαδικασίας πολιτικής ευθυγράμμισης τού SFIO με την «πολιτική τής αντιδραστικής αυτής κυβέρνησης! Στις κρατήσεις, χωρίς δίκη, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ήρθε τώρα να προστεθεί και η θανατική ποινή». Με το διάταγμά του αυτό, «ο Σερόλ, ο “σοσιαλιστής” υπουργός δικαιοσύνης των “διακοσίων οικογενειών”,» κατέκτησε επάξια τη θέση του στη χορεία των «υπηρετών τού κεφαλαίου, δίπλα στον Μπλουμ, […] τον Πολ Φορ [και] τον Ζουό».[1290]

Τα στρατιωτικά στελέχη τής Kαγκούλ επωφελήθηκαν τής ευκαιρίας που τους δόθηκε. Ο Ιτσινζέ, που είχε διοριστεί υφυπουργός πολέμου στις 6 Σεπτεμβρίου 1940, επιχείρησε να αναγορεύσει το διάταγμα Σερόλ σε κανόνα γενικής εφαρμογής στις υποθέσεις που ενέπιπταν στην αρμοδιότητα των στρατοδικείων και, στο διάστημα μεταξύ 1ης και 5ης Δεκεμβρίου, η υπηρεσία τής οποίας προΐστατο ασχολήθηκε με τη σύνταξη σχετικής πρότασης. «Για τη διεύρυνση των εξουσιών των πολιτικών και στρατιωτικών δικαστηρίων[1291] [… στο πεδίο τής] πάλης κατά τού πρώην κομμουνιστικού κόμματος», τού οποίου «ο παράνομος κομματικός μηχανισμός όχι μόνο δεν [είχε] παροπλιστεί, αλλά απεναντίας ενισχύθηκε, [ο υφυπουργός …] [έλαβε] την τιμή να ζητήσει από τη διεύθυνση χωροφυλακής, τη διεύθυνση πολιτικών δικαστηρίων και τη διεύθυνση στρατιωτικής δικαιοσύνης να εκτιμήσουν το κατά πόσον θα ήταν σκόπιμο να τροποποιηθεί το νομοθετικό διάταγμα τής 24ης Ιουνίου 1939,[1292] ούτως ώστε να είναι δυνατή η επιβολή τής θανατικής ποινής σε βάρος προσώπων που [υπήγοντο] στο πεδίο εφαρμογής τού εν λόγω διατάγματος,[1293] που [αφορούσε] την καταπολέμηση τής διανομής και διακίνησης εντύπων και φυλλαδίων ξένης προέλευσης».[1294] Ωστόσο, όπως επιβεβαίωσε υπάλληλος τού υπουργείου του, «δεν [ήταν] δυνατή επί τού παρόντος η ανάληψη ενεργειών» πέραν των ορίων τής νομοθεσίας που άφησε ως παρακαταθήκη το προηγούμενο δημοκρατικό καθεστώς. «Για την αντιμετώπιση των κομμουνιστικών μηχανορραφιών, έχουμε στην διάθεσή μας τις ακόλουθες δυνατότητες: α) όσον αφορά τον ενεργό στρατό, την στρατολογική κατηγορία P.R.[επαναστάτες προπαγανδιστές][1295]· β) όσον αφορά τα εφεδρικά σώματα, την κατηγορία P.R., τις κρατήσεις σε στρατόπεδα, τα πολιτικά και στρατιωτικά δικαστήρια. Εάν, κατά τη γνώμη τού στρατηγού Ι. [Ιτσινζέ], τα ανωτέρω δεν αρκούν, θα πρέπει να υποβάλει αίτημα στον υπουργό δικαιοσύνης [τον Ζοζέφ-Μπαρτελεμί], προκειμένου αυτός να υποχρεώσει όλα τα πολιτικά και στρατιωτικά δικαστήρια να επιδεικνύουν μεγαλύτερη αυστηρότητα επιβάλλοντας, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη θανατική ποινή (αρθ.76 [τού Ποινικού Κώδικα])».[1296]


[1219] Bonte Florimond, Le chemin de l’honneur de la Chambre des Députés aux prisons de France et au bagne d’Afrique (Paris, Éditions sociales, 1970, 1η έκδοση, 1949 [εξιστόρηση τής δίκης που ταυτίζεται ουσιαστικά με αυτή τού φακέλου τής Υπ. Εθν. Ασφάλειας με τίτλο «Δίκη τού κομμουνιστικού κόμματος‒1940 (20 Μαρτίου‒3 Απριλίου 1940)», «Πρακτικά», F7 15278, AN [Εθν. Αρχεία] (Langlet)), σελ.67-71.

[1220] Πλήρες κείμενο τής επιστολής στον τύπο και στον Bonte, Le chemin, σελ. 12-13.

[1221] Πρακτικά ακροάσεων, 20 Μαρτίου, απογευματινή συνεδρίαση, F7 15278, «Δίκη τού [ΚΚΓ]‒1940 (20 Μαρτίου‒3 Απριλίου 1940)», AN.

[1222] G. Bourgeois G. & Peschanski D. «Les députés communistes devant leurs juges: un procès biaisé», στο Le parti communiste français des années sombres 1938-1941 (έκδ. υπό τη διεύθυνση των J-P. Azéma et al., Paris, Seuil, 1986), σελ.95. Πηγή, SHAT [Ιστορική Υπηρεσία Στρατού Ξηράς], 9 N 363.

[1223] Πρακτικά ακροάσεων, F7 15278, AN.

[1224] Φάκελος για τον Γκαμπριέλ Περί, τού οποίου «η αρθρογραφία […] αποπνέει ισχυρή παιδεία και βαθιά γνώση των επαναστατικών θεωριών» (για παραπομπή στην πηγή, δες επόμ. σημείωση).

[1225] Δηλώσεις Ανρί Μαρτέλ, βουλευτή Ντουέ, στις 14 Ιανουαρίου 1939 στο Ουαζιέ και στις 2 Ιουλίου στο Μπαβελνί, F7 15329, φάκελοι Ραμέτ και Μποντ.

[1226] Δηλώσεις Φρανσουά Μπιγιού, βουλευτή Μασσαλίας, στις 9 Μαΐου 1939 στην Λα Σιοτά και στις 24 στη Μασσαλία, F7 15329, φάκελοι Ραμέτ και Μποντ.

[1227] Το (άνευ ημερομηνίας) αναφερόμενο έγγραφο συντάχθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο και πάντως μετά την 8η Οκτωβρίου 1939, F7 15329, φάκελοι Ραμέτ και Μποντ, AN.

[1228] Bourgeois & Peschanski, «Les députés», σελ. 95 και 100 (η υπογράμμιση δική μου)· την ίδια θέση υποστηρίζει και ο [J-L] Crémieux-Brilhac στο Les Français de l’an 40, I, La guerre, oui ou non ?, II, Ouvriers et soldats (Paris, Gallimard, 1990), σελ.165-201.

[1229] Σύμφωνα με τους J. Lévy & S. Simon, De la République à l’État français. Le chemin de Vichy, 1930-1940 (Paris, L’Harmattan, 1996), σελ. 134, οι οποίοι παραπέμπουν σε δημοσίευμα τής εφημερίδας Le Matin με ημερομηνία 6/9, όπου αναφέρεται και ένας άλλος αποφυλακισθείς, χωρίς όμως άλλα στοιχεία.

[1230] «Ενστάσεις» στον στρατιωτικό ανακριτή-πρόεδρο τού δικαστηρίου λοχαγό ντε Μοϊσάκ (άνευ ηµεροµηνίας), που υποβλήθηκαν κατά το διάστημα μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου 1939, F7 15278, AN.

[1231] Γνωματεύσεις των ιατρών Πολ, Μπουρντιέ και Ματιέ για τους: Πετί, Λοζερέ, Μπαρέλ, Μπαρτολινί, Μπρεν, Νταντό (ακρωτηριασμένο διαβητικό), Ζαν Ντικλό (αδερφό τού Ζακ, «βετεράνο που είχε υποστεί βαρύ τραυματισμό»), δρ. Λεβί (σε πολύ κακή κατάσταση υγείας), αγόρευση Ζεβαές, 31 Μαρτίου απόγευμα, F7 15278, AN.

[1232] Θέμα που επανέρχεται ως μόνιμη επωδός στο βιβλίο τού Bonte, Le chemin (σποράδην).

[1233] Πρακτικά ακρoάσεων, Βιλάρ, 20 Μαρτίου, απογευματινή συνεδρίαση· αγόρευση Ζεβαές, 31 Μαρτίου, απογευματινή συνεδρίαση, F7 15278, AN.

[1234] Αγόρευση Ζεβαές, 31 Μαρτίου 1940, απογευματινή συνεδρίαση, F7 15278, AN.

[1235] «από τα μέσα Δεκεμβρίου […] έως τα μέσα Ιανουαρίου»· πρόκειται για άρθρα που μαρτυρούν «εκ των έσω» γνώση (πβ. Lacroix-Riz Annie, Le Choix de la défaite: les élites françaises dans les années 1930 (Paris, Armand Colin, 2006, επανέκδ. 2007) κεφ. 3 & 6· Crémieux-Brilhac, Français, I, σελ. 356-357, και Lévy & Pietri [για τα άρθρα στις 3-7, 10 και 15 Ιανουαρίου], De la République, σελ. 193-198).

[1236] JOD [Εφημ. Βουλής], 17 Ιανουαρίου 1940, σελ. 29-37.

[1237] Bonte, Le chemin, σελ. 86, 91-93 (όπου περιγράφεται και η κατά μέτωπο επίθεση «πασιφισμού» τού Ντορμουά, βλ. και κατωτέρω).

[1238] JOD, 1940, 21 Φεβρουαρίου, για τη συνεδρίαση τής 20ης Φεβρ., σελ. 241-242· Bonte, Le chemin, σελ. 95-97, όπου αναφέρονται δύο τρία ακόμα ονόματα διαφωνούντων.

[1239] Πρωτοσέλιδοι τίτλοι στα φύλλα τής 3ης Οκτωβρίου, παρόμοια πρωτοσέλιδα και από τις υπόλοιπες εφημερίδες, F7 15329, φάκελος Ραμέτ και Μποντ (για πρόσωπα και έντυπα, βλ. Choix, ευρετήριο).

[1240] Θέμα 4 τής ημερ. διάταξης, «προς άμεση συζήτηση, κατάθεση [τής σχετικής] πρότασης νόμου», JOD, 1939, σελ. 2013, και N. Rousselier, « Le Parlement dans la tourmente 1914-1940», στο Histoire du Parlement de 1789 à nos jours (έκδ. υπό τη διεύθυνση τού Jean Garrigues, Armand Colin, 2007, κεφ.6, σελ.315-372) σελ.368.

[1241] JOD, 1939, σελ. 2010, και πρακτικά, έως τη σελ. 2062· και Bonte, Le chemin, σελ. 35-43 και 83-84.

[1242] JOD, 17 Ιανουαρίου 1940, σελ. 24 (και πρακτ. συνεδρίασης έως τη σελ. 48)· και Bonte, Le chemin, σελ 81-102. Ο Κασέν ήταν ο μόνος κομμουνιστής στη Γερουσία.

[1243] Bonte, Le chemin, σποράδην· για το SFIO, σελ. 27-30 (βλ. και κατωτέρω).

[1244] Βλ. την εσωτερική εγκύκλιο τού παράνομου κόμματος «Οι δίκες των κομμουνιστών» (άνευ ημερομηνίας) (που τοποθετείται χρονικά τον Δεκέμβριο τού 1939 ή τον Ιανουάριο τού 1940, σύμφωνα με το υπόμνημα 419/4 τής IGSPC [Γεν. Επιθεώρησης τής Αστυνομίας Εγκλημάτων] Παρίσι, 22 Ιανουαρίου 1940, F7 14810), F7 14814, AN, κ.λπ.· η Φινλανδία ήταν ένα θέμα που βρισκόταν διαρκώς στο προσκήνιο στο διάστημα μεταξύ Δεκεμβρίου 1939‒Μαρτίου 1940.

[1245] Για τα αντίστοιχα παραθέματα: «Ο Μορίς Τορές μας λέει … Κάπου στη Γαλλία, στις 20 Οκτωβρίου 1939», στο φύλλο τής L’Humanité με θεματικό τίτλο «Κάτω ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος» (άνευ ημερομηνίας, αλλά) με τις εξής ενδείξεις: «Το γαλλικό κομμουνιστικό [απευθυνόμενο] προς τον γαλλικό λαό», «έκκληση [που έγινε] κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο τού Οκτωβρίου»)· και «Ανοιχτή επιστολή τού Μαρτί στον Λεόν Μπλουμ» όπου αναφέρονται και τα εξής: «Λέτε ότι πρόκειται για την ανεξαρτησία τής Πολωνίας! Για την τιμή τής Γαλλίας! Αλλά, για την Ισπανία; Τι κάνατε για την Ισπανία, κύριε Μπλουμ; […] Από την πρώτη κιόλας μέρας επιχειρήσατε να στραγγαλίσετε τη δημοκρατική Ισπανία και, τελικά, καταφέρατε να τη δολοφονήσετε μαζί με τον Νταλαντιέ και τον Τσάμπερλεν», Le Monde (κομμουνιστικό περιοδικό που δημοσιευόταν στις Βρυξέλλες) n° 4, 7 Οκτωβρίου 1939, η έμφαση με πλάγιους χαρακτήρες στο πρωτότυπο, F7 14809, AN. Η οργή ενάντια στο SFIO διαγράφεται ανάγλυφα από όλα τα έγγραφα και τις μαρτυρίες που σχετίζονται με την καταστολή και που έχουν συγκεντρωθεί στους τόμους F7 14809-14814, AN. Η δριμύτατη καταγγελία κατά τού Μπλουμ και τού SFIO θα πρέπει εκ των υστέρων να χαρακτηριστεί ως ευφημιστική: το ΚΚΓ αγνοούσε ότι ο Μπλουμ «υποστήριζε» την Πολωνία με τον ίδιο τρόπο που το έκανε και ο Φλαντέν (βλ. ανωτέρω και Choix).

[1246] 17 Ιανουαρίου 1940, σελ. 26 και 41, όπου γίνεται και η διάκριση μεταξύ ηγετών και παραπλανημένων αγωνιστών που «δεν ήταν όλοι τους εξοβελιστέοι».

[1247] «Ένταση» στα έδρανα μετά την αναφορά στη γκιλοτίνα, που κατέληξε σε «διακοπές και έντονες παρεμβάσεις από την άκρα αριστερά», JOD, 2η συνεδρίαση στις 20 Φεβρουαρίου 1940, σελ. 246-247· και Bonte, Le chemin, σελ. 84-85 (για τους Μπαρτελεμί και Σασέν).

[1248] Έκθεση Άμπετς στον στρατηγό και στρατιωτικό διοικητή τής Γαλλίας [MBF] Στρέτσιους, Παρίσι, 15 Ιουλίου 1940, DGFP [Documents on German Foreign Policy], D, X, σελ.215-16.

[1249] Ο Μπαρτελεμί, δήμαρχος Πιτό, «δηλώνει: 1° ότι ήδη από το 1936 ο κ. Ανρί Σελιέ, δήμαρχος τής Σιρέν, είχε δώσει την υποστήριξή του στο Κομμουνιστικό Κόμμα, με το οποίο έκτοτε διατηρεί στενές σχέσεις», δήλωση με ημερομηνία 11 Δεκεμβρίου, συνημμένη στην επιστολή τού λογαχού και περιφερειακού διοικητή τής Κομαντατούρ τής Ανιέρ, 10 ρι ντι Σατό, 17 Δεκεμβρίου 1940, ο οποίος, βάσει τής μαρτυρίας τού Μπαρτελεμί, εξέφρασε την εκτίμηση ότι ο Σελιέ «δεν έπαυσε να έχει στενούς δεσμούς με το γαλλικό κομμουνιστικό κόμμα και δεν μετέβαλε την ανοιχτά γερμανόφοβη στάση του μετά την κατοχή τής χώρας». Ωστόσο, δεν ίσχυε ούτε το ένα ούτε το άλλο και, με την επιστολή τού αστυνομικού τμήματος (119) τής στρατιωτικής διοίκησης Γαλλίας [MBF] προς την Φελντκομαντατούρ τού Νειγί, ημερομηνίας 1ης Απριλίου 1941, δόθηκε εντολή να επιστρέψει στα καθήκοντά του ως δημάρχος τής Σιρέν, AJ 40 881, AN. — Ας σημειωθεί ότι, όπως και οι Μοριζέ‒Μπασλέ, ο Σελιέ συμπεριφέρθηκε ευπρεπώς στη συνεδρίαση για την κύρωση τού νόμου τής έκπτωσης, που έλαβε χώρα στις 19 Ιανουαρίου στη Γερουσία, όπου ο Μπασλέ εκφράστηκε εν ονόματι τής ομάδας των τριών γερουσιαστών (Bonte, Le chemin, σελ. 91).

[1250] Γενικές πληροφορίες 19 έως 31, I/1941, υπόμνημα για τα μέλη [τής κυβέρνησης Πετέν], που είχαν διοριστεί με διάταγμα (JO, 24 Ιανουαρίου 1941, F1 a, 3308, AN).

[1251] «Το όργανο τής γερμανικής προπαγάνδας στη Γαλλία κατά την κατοχή», DRG [Διεύθυνση τής Υπηρεσίας Πληροφοριών], Παρίσι, 22 Δεκεμβρίου 1944, πηγή X.P.2 XP9, F7 15307, AN.

[1252] Υπόμνημα Κεντρικού Γραφείου Πληροφοριών τού Επιτελείου τού Ντε Γκολ [BCRA, E.M.P.: Bureau Central de Renseignements et d’Action/État Major Particulier], Λονδίνο, 3 Οκτωβρίου 1942, F1 a 3935, AN.

[1253] «Οι δουλέμποροι: Μπισελόν, Σασέν και ΣΙΑ», πληροφοριακό υπόμνημα 15 Οκτωβρίου 1942, n°14, ένδειξη A, Νανσί, F1 a 3945, AN.

[1254] RG, 29 Νοεμβρίου 1943, GA [αρχείο αναφορών και εκθέσεων τής Υπηρεσίας Πληροφοριών], L 1, «Ιμπέρ ντε Λαγκαρντέλ», APP [Αρχεία Αστυνομικής Διεύθυνσης]· κατείχε πρωταγωνιστικό ρόλο στο «Ημερολόγιο» τού Πιέρ Νικόλ, APP (παρόμοια στοιχεία) (—η προσθήκη τού προσδιορισμού «συνάρχης» δική μου, βλ. όμως Choix ευρετήριο).

[1255] Απόσπασμα έκθεσης τής RG, 28 Απριλίου 1944, και RG, 5 Ιουνίου 1945, BA 2125, «πολιτικοποιημένοι δημοσιογράφοι», 1914-1945, όπου και ο φάκελος τού Νοτιμινίκ Σορντέ (Inter-France), APP.

[1256] Στο Κουρμπεβουά, ACPU [Εμπιστευτικά Αρχεία, μοναδικό αντίτυπο], 22 Ιουνίου 1939, BA 2036, «Ιμπαρνεγκαρέ», APP.

[1257] JOD, 1939, σελ. 2013.

[1258] Η συνεδρίαση διεκόπη και συνεχίστηκε αφού πρώτα απομακρύνθηκαν οι τέσσερις βουλευτές, JOD, 10 Ιανουαρίου 1940, σελ. 1-2· «δέχτηκαν επίθεση με κλωτσιές και γρονθοκοπήματα από μια αγέλη σκύλων» κ.λπ., Bonte, Le chemin, σελ. 82-83 (στην επίθεση συμμετείχε και ο Σιάπ).

[1259] JOD 1939, 1 Δεκεμβρίου, σελ. 2013, 1940, 12 Ιανουαρίου, σελ. 11· για τον Σιάπ, Choix, ευρετήριο ονομάτων.

[1260] Δήλωση Μπουλανζέ, ηγετ. στελέχους τού Γαλλ. Κοινωνικού Κόμματος [PSF], σε συγκέντρωση, RG, 6 Απριλίου 1940, BA 1952, «PSF», APP.

[1261] Rousselier, «Le Parlement», σελ. 368· JOD, 1940, 17 Ιανουαρίου, σελ. 60· και Bonte, Le chemin, σελ. 87.

[1262] Μεταξύ των υπογραφόντων και οι Νταλαντιέ, Σοτάν και Λεμπρέν, JO, 21 Ιανουαρίου 1940.

[1263] Επιστολή τού Σαρό στον Μπονέ, 25 Ιανουαρίου 1940, F7 14813, AN, (η υπογράμμιση στο πρωτότυπο).

[1264] JOD, 1940, 17 Ιανουαρίου, «5. Συζήτηση τού νομοσχεδίου για την επιβολή τής έκπτωσης από το βουλευτικό αξίωμα», έως τη σελ. 48· Bonte, Le chemin, σελ. 86.

[1265] Crémieux-Brilhac, Français, I, σελ. 194.

[1266] Υπόθεση Ραμέτ και Μποντ, βάσει των «πρακτικών τής ανάκρισης», F7 15329, AN.

[1267] Όπου περιλαμβάνεται και η λίστα των σαραντατεσσάρων κατηγορουμένων· για το πλήρες κείμενο τής προδ. απόφασης, Bonte, Le chemin, σελ. 104-105.

[1268] Crémieux-Brilhac, Français, I, σελ. 194.

[1269] Υπόθεση Ραμέτ και Μποντ, F7 15329, AN.

[1270] Bourgeois & Peschanski, «Les députés», σελ. 97.

[1271] Νεκρολογία τού γενικού εισαγγελέα Ανρί Λεμπέγκ (εγκωμιαστική μεν, αλλά με ειλικρινή απολογισμό τής καριέρας τού αποθανόντος κατά τη διάρκεια τού καθεστώτος τού Βισί), στην πανηγυρική συνεδρίαση έναρξης τού δικαστικού έτους τού Ακυρωτικού Δικαστηρίου, 2 Οκτωβρίου 1954, δημοσιευμένη στον ιστοχώρο του Δικαστηρίου.

[1272] «Ενστάσεις», F7 15278, AN.

[1273] Πρακτικά ακροάσεων, 20 Μαρτίου 1940, πρωινή και απογευματινή συνεδρίαση, F7 15278, AN.

[1274] Διάφορες «ενστάσεις» (που υπεβλήθησαν τον Μάρτιο 1940, συχνά όμως χωρίς ακριβή ημερομηνία), γύρω από τα θέματα που αναφέρονται στη συνέχεια, F7 15278, AN.

[1275] Βιλάρ, Πρακτικά ακροάσεων, 20 Μαρτίου 1940, απόγευμα, F7 15278, AN και κατωτέρω σελ.188.

[1276] Bonte, Le chemin, σελ. 107-109.

[1277] Η διοίκηση φυλακών τους διαβίβασε το έγγραφο που εστάλη από τη διοικητική υπηρεσία της βουλής· η υποδικία τους θα τους στερούσε τη δυνατότητα αυτή (Bonte, Le chemin, σελ. 191).

[1278] Υπόμνημα Μπονέ, 1 Ιουλίου, και επιστολή Κουλόντρ, 18 Αυγούστου 1939, «Κίτρινη Βίβλος», σελ. 205 και 283.

[1279] Bonte, Le chemin, κεφ. 7-11· πρακτικά ακροάσεων, F7 15278, AN.

[1280] Ο Μποντ δεν υπερβάλλει καθόλου: παράβαλε τα πρακτικά τής δίκης, F7 15278, AN και Chemin, κεφ. 9-16, σελ. 113-265.

[1281] Ζεβαές, αγόρευση, 31 Μαρτίου, απογευματινή συνεδρίαση, F7 15278, AN (—οι βουλευτές τού ΚΚΓ είχαν ψηφίσει υπέρ των πιστώσεων).

[1282] Καταδίκη με αναστολή για τους βαριά ακρωτηριασμένους Μπρεν, Νταντό, Ζαν Ντικλό και Ρενό Ζαν και για τους «αποστάτες», Bonte, Le chemin, σελ. 264-265.

[1283] Η επιτροπή συνεστήθη το 1931· τη «γραμματεία τού γαλλικού τμήματος» τής επιτροπής, που έδρευε στην οδό «Κε Ντ’Ορσέ 84, την είχε αναλάβει ο συνάρχης Γκαστόν Ριού», «Απόσπασμα» συναρχία-CSAR [Καγκούλ: Μυστική Επιτροπή Επαναστατικής Δράσης], F7 15343, AN.

[1284] Φάκελος «Εργατικά Συνδικάτα, Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας», F60 238, AN (βλ. και κατωτέρω).

[1285] 36ο Συνέδριο, 29‒31 Μαΐου 1939, σελ.72, Mfm 270.36, BDIC [Βιβλιοθ. Σύγχρ. Διεθν. Τεκμηρίωσης].

[1286] Έρευνα στα γραφεία συνδικαλιστικής οργάνωσης στη Σεβρ, φάκελος με ημερομηνία Δεκέμβριος 1939‒Ιανουάριος 1940, F7 14814, AN.

[1287] Αντίγραφο τού διατάγματος δημοσιεύθηκε στην JO [ΦΕΚ], 10 Απριλίου 1940, F7 14999, AN (βλ. και κατωτέρω).

[1288] Paris-Soir, 6 Απριλίου 1940, όπως παρατίθεται από τους Lévy et Pietri, De la République, σελ. 144.

[1289] Στο ντοσιέ τής RG, που άλλωστε περιέχει περιορισμένες μόνο πληροφορίες για την περίοδο από το 1932 έως το 1940 (ως επί το πλείστον αποκόμματα εντύπων, με μόνη εξαίρεση έναν ειδικό φάκελο για την υπουργική του θητεία στην κυβέρνηση Ρεϊνό), δεν γίνεται καμία αναφορά στο περίφημο διάταγμα, GA S3, «Αλμπέρ Σερόλ», APP.

[1290] «“La relève”, όργανο τής κομμουνιστικής οργάνωσης νεολαίας μαθητών-φοιτητών τής Γαλλίας», πολυγραφημένο, Απρίλιος 1940· η αρνητική αποτίμηση τού Σερόλ καταλαμβάνει περίοπτη θέση στις «οδηγίες» της για «μια σειρά φυλλαδίων […] τυπώστε τα, τοιχοκολλήστε τα», F7 14810, AN.

[1291] Έχει διαγραφεί το τμήμα «τής πάλης κατά»· στο περιθώριο σημειώνεται νέα πρόταση με κεφαλαίο («Ο παράνομος μηχανισμός τού κόμματος […]).

[1292] Έχει επίσης διαγραφεί το τμήμα «να τροποποιηθεί το νομοθετικό διάταγμα τής 24ης Ιουνίου 1939» και στο περιθώριο σημειώνεται η χειρόγραφη φράση: «να δοθεί γραπτή εντολή προς τα στρατοδικεία» — πράγμα που συνεπάγεται ότι ο στρατός θα αποκτούσε την αποκλειστική αρμοδιότητα για την επιβολή τής θανατικής ποινής.

[1293] Διεγράφη ο ορισμός («που υπάγονται […]») και αντικαταστάθηκε από το ακόλουθο κείμενο: «που παραμένουν αποδεδειγμένα ενεργά μέλη τού διαλυθέντος κόμματος».

[1294] Υπηρεσιακό «Υπόμνημα CD/1.12. 1940/4» για τη «Διεύθυνση Δικαστηρίων […]», 1 Δεκεμβρίου 1940, με χειρόγραφες διορθώσεις έως [σελ.] 5, F7 14999, AN.

[1295] «Παραπέμποντο σε πειθαρχικά σώματα»· η κατηγορία P.R. τού 1939 αντιστοιχούσε στο «καρνέ Β» τού 1914· Sadoul Georges, Journal de guerre (2 septembre 1939-20 juillet 1940) (Paris, Les Éditeurs français réunis, 1977) σελ.18 (πρβλ. κατωτέρω).

[1296] Χειρόγραφη υπόμνημα τού (ανώνυμου) συντάκτη των σημειώσεων στο περιθώριο τού προηγούμενου εγγράφου, 5 Δεκεμβρίου 1940, F7 14999 (η υπογράμμιση στο πρωτότυπο).


[i] Δημοσιογράφοι και εκδότες, πληρωμένοι συνεργάτες τού Ράιχ.
[ii] Ηγέτης τής Δημοκρατικής Συμμαχίας.
[iii] Το Γαλλικό Τμήμα τής Εργατικής Διεθνούς.
[iv] Η αναφορά είναι για τον Μπλουμ.
[v] Κύριο όργανο τής γερμανικής προπαγάνδας στην Γαλλία κατά την κατοχή.
[vi] Ο δικαστής που προήδρευσε τής δίκης σε βάρος τού Ζολά.
[vii] Ημερομηνία τής γερμανικής εισβολής στην Τσεχοσλοβακία.
[viii] Οι Υπηρεσίες Πληροφοριών.

Advertisements
 
 

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s