RSS

Η ουκρανική «Αυγή» τού ΣΥΡΙΖΑ

26 Φεβ.

Επανεκχριστιανισμός τής ΕΣΣΔ;
(Α. Lacroix-Riz, «Le Vatican, l’Europe et le Reich», σελ.527-28)

Ο [ιστορικός] Stehle θεωρεί μεν αποκύημα τής φαντασίας τού Winter τη «μυστική συμφωνία» για την επανένταξη στη σφαίρα επιρροής τού Βατικανού των υπό γερμανική κατοχή εδαφών [τής ΕΣΣΔ], όμως αποκαλύπτει δύο συναφείς ενδείξεις όσον αφορά την ύπαρξη μιας τέτοιας συμφωνίας: τη βιασύνη τού [καρδινάλιου] Tardini (29 Ιουνίου [1941]) να εξασφαλίσει την αποστολή «αντιπροσώπου» από την Αγία Έδρα «στη Ρωσία, τις Βαλτικές Χώρες και την Ουκρανία» και τη διαμόρφωση «σχεδίου δράσης τής Αποστολικής Διακονίας στη Ρωσία» από το [Pontificio Istituto] Orientale, πράγμα για το οποίο συζήτησαν οι [καρδινάλιοι] Tisserant και Ledochowski με τους επικεφαλής των ταγμάτων των καπουτσίνων και των βασιλειανών και τον πάπα Πίο τον ΙΒ΄ στις 4 Ιουλίου. Οι εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι συμφώνησαν ότι έπρεπε «να ληφθεί ιδιαίτερη μέριμνα, ώστε, αφενός, να μην δοθεί η εντύπωση ότι υπήρχε οποιαδήποτε σχέση ανάμεσα στην αποστολή των ιερωμένων και την εισβολή τού [γερμανικού] στρατού και, αφετέρου, να μην προσβληθεί το πατριωτικό συναίσθημα των ρώσων».

Ο τοπικός κλήρος

Μια σειρά επιφανών κληρικών, που είχαν εκδιωχθεί, έσπευσαν να επιστρέψουν στις έδρες τους: ο λετονός Sloskans «δήλωσε […] έτοιμος να επιστρέψει στη Ρωσία», τον Ιούλιο τού 1941, ως επιβάτης στα καμιόνια τού κατακτητή (— θα εγκαταλείψει τη «Λετονία του» με το ίδιο μεταφορικό μέσο, μετά το μεγάλο φιάσκο, «στα τέλη τού 1943», με προορισμό το Schneidemühle, όπου τον άφησαν οι γερμανοί, για να επιστρέψει μετά τη λήξη τού πολέμου στο «αββαείο τού Mont-César στο Louvain»). Ο λιθουανός Matoulanis επέστρεψε στην πατρίδα του στα τέλη τού 1941 και «χρίστηκε επίσκοπος τού Kaisiadorys στις αρχές τού 1943». Όσον όμως αφορά το μεγαλύτερο μέρος των «στρατευμάτων», δεν χρειάστηκε καν να γίνει εισαγωγή τους από το εξωτερικό: απαρτίστηκαν από λιθουανούς και άλλους κατοίκους των βαλτικών χωρών, όπως επίσης και από ρουθηνο-ουκρανούς (—ανάμεσα στους οποίους και αρκετοί κληρικοί), οι οποίοι είχαν εκπαιδευθεί για δεκαετίες στον αντιρωσικό αγώνα υπό την καθοδήγηση των ουνιτών ιεραρχών. Σύμφωνα με έναν εσθονό κληρικό, οι «εκτελέσεις και εκτοπίσεις [από πλευράς σοβιετικών] προσώπων που θεωρούνταν γερμανόφιλοι […] στις βαλτικές χώρες» ανήλθαν, για την περίοδο 1940-1941, στον αριθμό των 260.000 ατόμων. Τα μέτρα όμως αυτά δεν ήταν αρκετά για να εξαλείψουν έναν καθολικισμό αναπόσπαστα συνδεδεμένο με τον αντισημιτισμό και την ρωσοφοβία.

Εν προκειμένω, η εκκλησία ανέλαβε να επιτελέσει παρόμοια καθήκοντα με εκείνα που ανέλαβε στην Κροατία τού Pavelic και στη Σλοβακία τού Tiso. Είναι αδύνατο να διακρίνει κανείς μεταξύ τού «καθολικού στρατού τής Ουκρανίας» — που προέκυψε από την «Οργάνωση Ουκρανών Εθνικιστών» [OUN] τού ουκρανού ναζί Stefan Bandera — και των εκκλησιαστικών «κηδεμόνων» του. Την προπολεμική τρομοκρατία θα διαδεχθεί το κατοχικό καθεστώς τρόμου, που επιβλήθηκε με τη βοήθεια τής «επικουρικής [αυτής] αστυνομίας» που έφερε την ευθύνη για τις σφαγές μαχητών του Κόκκινου Στρατού, εβραίων και ανταρτών, επιδεικνύοντας, μάλιστα, παράφορο ζήλο, ακόμα και σε σύγκριση με τους γερμανούς, οι οποίοι, όπως φαίνεται, προτιμούσαν τις «ορθολογικές» εκκαθαρίσεις — πράγμα που επισήμανε ο Raul Hilberg σε σχέση με όλα τα έθνη-δορυφόρους τού Ράιχ (ουκρανούς, σλοβάκους, κροάτες, ρουμάνους, ούγγρους, βαλτικά έθνη, όπως επίσης και σε σχέση με τους «εθνικούς γερμανούς» τής ανατολικής Ευρώπης).

Ο αυστροαμερικανός ιστορικός υπογράμμισε επίσης το γεγονός ότι οι επίσκοποι είχαν απαγορεύσει στους ιερείς τους να προσφέρουν βοήθεια στους διωκόμενους — από τις ειδικές μονάδες των Einsatzgruppen — εβραίους. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι τα μέλη τής μεραρχίας SS Galicia, που συγκροτήθηκε την περίοδο 1942-43, στρατολογήθηκαν από τις τάξεις τής «επικουρικής αστυνομίας» των βαλτικών χωρών, τής Λευκορωσίας και τής Ουκρανίας (οι 20.000 Ουκρανοί τής μεραρχίας επιλέχθηκαν από διπλάσιο αριθμό εθελοντών). Οι εν λόγω δυνάμεις δέχονταν διαρκώς τις ευλογίες των κληρικών, ακόμη και μετά τη σφαγή 6.000 εβραίων, που διήρκεσε «τρεις μέρες και νύχτες», και από την οποία γλύτωσε ο νεαρός τότε Simon Wiesenthal. Η σφαγή αυτή, που διαπράχθηκε το καλοκαίρι τού 1941 από την OUN «για να εορταστεί η επιστροφή της στο Lvov» (επισκοπική έδρα τού Szepticky), σταματούσε μόνο όταν ηχούσαν οι καμπάνες και ακουγόταν, στη συνέχεια, «μια φωνή που ούρλιαζε στα ουκρανικά: “Αρκετά για απόψε! Ήρθε η ώρα τής θείας λειτουργίας!”». Κοινότοπο παράδειγμα, γιατί, παρά το μύθο των ενδοιασμών τους απέναντι στις φρικαλεότητες (μύθος που κατασκευάστηκε εκ των υστέρων, μετά το Στάλινγκραντ), οι ιεράρχες, με επικεφαλής τον ίδιο τον Szepticky, είχαν τον έλεγχο τής όλης διαδικασίας. Περιγράφοντας τα ναζιστικά εγκλήματα, ο επίσκοπος θα προβεί σε μια ψυχρή ανάλυση τού μίσους που έτρεφε «αυτή η χώρα» απέναντι στο «γερμανικό καθεστώς, [που ήταν] ίσως χειρότερο και δαιμονικότερο, ακόμη και από αυτό των μπολσεβίκων». Ωστόσο, τον Αύγουστο τού 1942, δήλωσε ότι θα εξακολουθούσε «να υποστηρίζει τον γερμανικό στρατό, που μας ελευθέρωσε από το μπολσεβίκικο καθεστώς, έως ότου νικήσει στον πόλεμο, συντρίβοντας μια για πάντα, με τη βοήθεια τού Θεού, τον άθεο και πολεμοχαρή κομμουνισμό». Ο επίσκοπος, μαζί με άλλους ιεράρχες, έδωσε μάλιστα τις ευλογίες του στη μεραρχία Galicia, που τελούσε «υπό την καθοδήγηση ουνιτών εφημερίων, στην πάλη [της εναντίον] των άθρησκων μπολσεβίκων».

Μια μερίδα των κληρικών πήρε ενεργά μέρος στις «κοσμικές» αυτές δραστηριότητες. Όπως συνέβη και με τους φραγκισκανούς στην Κροατία, οι βασιλειανοί ανέλαβαν αποστολές μάχης και κατασκοπείας. Πριν, κατά και μετά τον πόλεμο «οι δραστηριότητες των βασιλειανών ταυτίζονταν με αυτές των banderewci» [ανδρών τού Bandera]. Τόσο προπολεμικά όσο και μεταπολεμικά, το τάγμα, που είχε μεν πολύ «ισχυρή παρουσία στην σλοβακική και πολωνική Ουκρανία», αλλά ήταν μέχρι τότε σχεδόν ανύπαρκτο στη «σοβιετική Ουκρανία», συνέδραμε όχι μόνο στη δράση των banderewci, αλλά και σε όλες τις μορφές τής λεγόμενης «ουκρανικής αντίστασης», τής οποίας αποτέλεσε τον «πυρήνα». Από το στάδιο τής «παθητικής αντίστασης απέναντι στα σοβιέτ», στις 22 Ιουνίου 1941, θα περάσει σε αυτό τής πλήρους «συνεργασίας με τους γερμανούς» — η οποία θα κορυφωθεί κατά την τριετία 1941-1943, περίοδο κατά την οποία το τάγμα θα διακριθεί ιδιαίτερα για την ενθουσιώδη «προσφορά» του. Στην πολωνική Γαλικία, «πολλά βασιλειανά μοναστήρια, τα οποία είχε σεβαστεί [ο κόκκινος στρατός το 1939], κατελήφθησαν [το φθινόπωρο τού 1941] από τα γερμανικά στρατεύματα»: λαμβανομένων υπόψιν τής στρατιωτικής τους σημασίας και των όσων ακολούθησαν, η εν λόγω απόφαση δεν πρέπει να εγγραφεί στο υποθετικό πλαίσιο μιας πολιτικής «εκκοσμίκευσης των ταγμάτων» — ένα μέτρο τού οποίου η εφαρμογή ενισχύθηκε στην επικράτεια τού Ράιχ μετά την έναρξη τού πολέμου.[29]

[29] Stehle H. Eastern, σελ. 203, 211-12, 216-20· Wenger A., Rome, σελ.294 και 298-299· Hilberg R., Destruction, κεφ. VII και επ. (κυρίως σελ. 266)· Aarons M. et al, Nazis, σελ.203, 211-12 — και κεφ.8, διακοίνωση 223500, 21 Δεκεμβρίου 1948 «Τσεχοσλοβακία 1944», 47, τηλεγράφ. Bérard αρ. 90, 21 Νοεμβρίου 1941, «Βισύ-Ευρώπη», 551, καθολική πολιτική, «Βισύ-Ευρώπη», 87.

Βιβλιογραφία
Aarons Μ. & Loftus J., Des Nazis au Vatican, Paris, O. Orban, 1992.
Hilberg R., La destruction des juifs d’Europe, Paris, Gallimard, 1991, 2 τόμ.
Stehle H., Eastern Politics of the Vatican 1917-1979, Athens, Ohio, 1981.
Wenger A., Rome et Moscou 1900-1950, Paris, Desclée de Brower, 1984.
Winter E., Die Sowietunion und der Vatican, Berlin-Est, Akademie-Verlag, 1972

Advertisements
 
Σχολιάστε

Posted by στο 26/02/2014 in Uncategorized

 

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s