RSS

Μπελοβέζα—D.Bleitrach & M.Dunlop

15 Ιον.

Η αυλή τού ξενώνα νέων όπου μένουμε εγώ και η Μαριάν και όπου χτες πήραμε συνέντευξη από τον Κονσταντίν. Για σήμερα το βράδυ έχουμε προγραμματίσει να μιλήσουμε με δύο γυναίκες από το Χάρκοβο… (Κριμαία, 9/6)

Ο Κονσταντίν είναι γίγαντας — καλόβολος αν και κάπως αγριωπός. Ένας ρώσος «αγριάνθρωπος», σύμφωνα με το στερεότυπο, με τα φουντωτά και απεριποίητα μαλλιά, αλλά χωρίς το μούσι. Μάς πάει συνεχώς κόντρα· λες και επίτηδες, ξεκινάει πάντα με μια δήλωση-κεραυνό την οποία στη συνέχεια πασχίζει να διορθώσει, σαν να θέλει να μας πει κάπως ντροπαλά «δεν είμαι αυτός που νομίζετε, ο χοντροκέφαλος από τον Ντονμπάς που φαντάζονται οι άνθρωποι· απλά μ’ αρέσει να λέω τα πράγματα με τ’ όνομα τους». Το πρώτο πράγμα που μας λέει είναι ότι ο ίδιος δεν είναι πρόσφυγας. Κάθε χρόνο την ίδια εποχή έρχεται εδώ για διακοπές στη θάλασσα. Ο Κονσταντίν ζει στην Γκορλόβκα, 45 χιλιόμετρα από το Ντόνετσκ, όπου η κατάσταση είναι ήσυχη. Μάς πληροφορεί ότι η «αντιτρομοκρατική επιχείρηση», όπως την αποκαλεί κοροϊδευτικά, περιορίζεται σε μερικές μόνο πόλεις και χωριά τού Ντονμπάς, όπως για παράδειγμα το Σλαβιάνσκ, το Λουγκάνσκ και το Ντόνετσκ, όπου ωστόσο γίνεται χρήση βαριών όπλων. Χθες μόλις σκότωσαν ανθρώπους με σκουντ στη Σιμιονόβκα. Πρόκειται για πραγματικό πόλεμο με βόμβες διασποράς και οβίδες.

Ξινίζοντας τα μούτρα, όπως συνηθίζει όταν θέλει να υπογραμμίσει κάτι, δηλώνει κυνικά ότι όλη αυτή η ιστορία είναι εντελώς ηλίθια.

—Ηλίθια; Ποιοι είναι οι ηλίθιοι;

— Μα, οι κυβερνητικοί στρατιώτες, φυσικά. Ο στρατός, ο Δεξιός Τομέας…

—Ο Δεξιός Τομέας;

—Όποιοι κι αν είναι. Κάθε στρατός διοικείται από κάποιον και υπεύθυνος είναι ο επικεφαλής, όχι οι στρατιώτες. Είναι δεκαοχτάχρονα και εικοσάχρονα παιδιά. Τι άλλο μπορούν να κάνουν από το να υπακούουν;

—Μάς είπατε ότι στην πόλη σας τα πράγματα είναι ήσυχα. Αλλά πιστεύετε ότι οι άνθρωποι φοβούνται;

—Μόνο οι ηλίθιοι δεν φοβούνται.

Στην Γκορλόβκα επικρατεί, λοιπόν, ηρεμία, κανείς δεν θέλει να φύγει, δεν χρειάζεται να απομακρυνθούν οι ηλικιωμένοι και τα παιδιά. Ανησυχεί όμως πολύ για τους συγγενείς και φίλους του.

—Σκεφτήκατε ποτέ να πάτε να πολεμήσετε στο πλευρό των ανταρτών;

— Μα δεν μπορώ! Ποιος θα κάνει τη δουλειά μου; Ποιος θα φροντίσει και θα βοηθήσει τους ανθρώπους; Ποιος θα τους προστατεύσει; Και τι θα γίνει όταν τελειώσει αυτή η ιστορία; Ποιος θα ξαναχτίσει όσα γκρεμίστηκαν;

Ο Κονσταντίν είναι επιχειρησιακά έμπειρος πυροσβέστης με συντονιστικά καθήκοντα· έχει σπουδάσει μηχανικός με ειδίκευση στην αντιμετώπιση καταστροφών. Στο τέλος μάλιστα τής συνέντευξης, θα ζητήσει, δείχνοντάς με με το δάχτυλο, να διαγραφεί από το κείμενο μια έκφραση όπου δίνει την εντύπωση ότι αυτοοικτίρεται για τους κινδύνους τού επαγγέλματος, θεωρώντας την ανάρμοστη σε σχέση με τα εν εξελίξει γεγονότα.

Καθώς επιμένει στο ίδιο μοτίβο, ότι δηλαδή πρόκειται για ηλιθιότητες και ότι κανείς δεν γνωρίζει τι κατάληξη θα έχουν τα πράγματα, τον ρωτάω ποια θεωρεί ότι είναι η αιτία για την κρίση. Σηκώνει τους ώμους. Όλα ξεκίνησαν με το Μαϊντάν. Ενώ οι διαδηλωτές έκαναν στο Κίεβο τα καραγκιοζιλίκια τους, οι άνθρωποι στο Ντονμπάς δούλευαν.

—Πρόκειται για καραγκιόζηδες ή για φασίστες;

— Στην αρχή, ήταν απλοί άνθρωποι. Ορισμένα από τα αιτήματά τους ήταν δίκαια. Στη συνέχεια, όμως, εμφανίστηκαν οι παραστρατιωτικοί και τότε άρχισαν τα επεισόδια με τις δυνάμεις τής τάξης. Είμαι πυροσβέστης και ξέρω τι σημαίνει να καίγεσαι ζωντανός. Έριχναν μολότοφ σε άοπλους νεαρούς αστυνομικούς. Φρικτά πράγματα. Δεν ήξεραν τι έκαναν και ο λόγος που οι άνθρωποι ξεσηκώθηκαν ήταν ακριβώς γιατί δυσανασχετούσαν όλο και περισσότερο με τα καμώματά τους. Να, για παράδειγμα, κοιτάξτε τι έγινε πριν από λίγες μέρες στη Σιμιονόβκα, όπου υπάρχει ένα ψυχιατρείο. Αρκετοί από τους ασθενείς που νοσηλεύονταν εκεί κυκλοφορούσαν ελεύθερα, αλλά ανάμεσά τους υπήρχαν και επικίνδυνα άτομα. [Οι στρατιωτικές δυνάμεις] επιτέθηκαν απροειδοποίητα, δεν μας έδωσαν χρόνο να εκκενώσουμε το νοσοκομείο. Υπήρχαν άτομα σε κατάσταση κρίσης, βίαιοι ασθενείς με απίστευτη σωματική δύναμη· σε τέτοιες περιπτώσεις, μια γυναίκα στο μπόι μου μπορεί να με βάλει κάτω. Δεν μας άφησαν περιθώριο να διαχειριστούμε την κατάσταση. Στο τέλος, με τα χίλια ζόρια, μπορέσαμε να πάρουμε μαζί μας στην Γκορλόβκα 60 ασθενείς.

Ξεχνώντας να μάς πει ότι είχε πάρει μέρος στην επιχείρηση ως πυροσβέστης, συνεχίζει αποκαρδιωμένος:

— Είναι ντροπή να επιτίθενται στους αμάχους χωρίς προειδοποίηση. Δεν προλαβαίνουν οι άνθρωποι να πάνε να κρυφτούν… Τι σόι ανθρωπισμός είναι αυτός; Όλο τέτοια κάνουν μετά το Μαϊντάν. Πώς να μην επαναστατήσει ο κόσμος στο Ντονμπάς…

Τον ρωτάω αν ψήφισε στο δημοψήφισμα.

—Ναι, βεβαίως. Το δημοψήφισμα έγινε χωρίς την παραμικρή πίεση. Δεν έγινε καν προεκλογική εκστρατεία. Καθορίστηκε η ημερομηνία και παντού οι άνθρωποι προσήλθαν μαζικά στις κάλπες, εκφράζοντας έτσι τη συμφωνία τους.

—Για την απόσχιση;

—Μα, όχι. Αρχικά, το αίτημα ήταν η ομοσπονδιοποίηση και όχι η απόσχιση, αλλά σταδιακά αυξανόταν όλο και περισσότερο η δυσαρέσκεια των ανθρώπων. Η κατάσταση επιδεινώθηκε με τη λεγόμενη «αντιτρομοκρατική» επιχείρηση.

—Ποιοι, κατά τη γνώμη σας, είναι οι στόχοι τής «αντιτρομοκρατικής επιχείρησης»; Για παράδειγμα, τι επιδιώκουν όταν εξαπολύουν άνευ προειδοποίησης επίθεση με βαριά όπλα;

—Να σκοτώσουν, να εξολοθρεύσουν τους «αποσχιστές», να τρομοκρατήσουν τον κόσμο. Κανείς δεν γνωρίζει εκτός από αυτούς που δίνουν τις διαταγές.

—Δεδομένου τού ότι η αντίσταση απαιτεί κάποια εκπαίδευση και εξοπλισμό, μπορείτε να μου πείτε ποιοι είναι οι άνθρωποι που αντιστέκονται στις πόλεις που δέχονται επίθεση;

— Οι πολίτες, όλος ο κόσμος. Ανάμεσα στους αντάρτες θα συναντήσετε τους χειρότερους και τους καλύτερους ανθρώπους, απλούς πολίτες αλλά και κακοποιά στοιχεία, τσετσένους, κοζάκους από το Ροστόβ, άτομα από όλα τα στρώματα τού πληθυσμού.

—Κακοποιούς;

—Κακοποιούς. Κακοποιοί υπάρχουν παντού, η μαφία, οι αλήτες… Ανάμεσα τους υπάρχουν και τέτοια άτομα.

—Υπάρχει κάποια δύναμη που να χαίρει γενικού σεβασμού, που να μπορεί να βάλει τάξη;

—Αυτό είναι το πρόβλημα. Καταρχάς, η ιδέα φαίνεται πολύ καλή. Πίσω, όμως, από τη δημοκρατία κρύβονται κάθε λογής ύποπτα άτομα.

Μιας και αναφερθήκαμε στα ύποπτα και κακοποιά στοιχεία, θα ήθελα να τον ρωτήσω για τον Ρινάτ Αχμέτοφ, έναν από τους πλουσιότερους ανθρώπους τού κόσμου. Μού παραθέτει τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχει ο ολιγάρχης στο Ντονμπάς και γενικότερα στην Ουκρανία, υπογραμμίζοντας την οικονομική βαρύτητα των επιχειρήσεών του στον εξορυκτικό και μεταλλουργικό τομέα, καθώς και στον κλάδο επεξεργασίας οπτάνθρακα. Όταν τον πιέζω να συνεχίσει την ανάλυση, προτιμά να τηρήσει εχέφρονα σιωπή. Με κοφτό τρόπο μού εξηγεί ότι ο Αχμέτοφ έχει τους δικούς του στόχους, οι οποίοι δεν συμπίπτουν με αυτούς των πολιτικών. «Μπορεί κανείς να πει ότι ελέγχει το Ντονμπάς. Δίνει δουλειά στους ανθρώπους, αν και οι ήδη ανεπαρκείς μισθοί εξανεμίζονται λόγω τής αύξησης των τιμών». Δείχνοντας με τη στάση του ότι δεν θέλει να πει περισσότερα, πρόσθεσε το εξής: «Εγώ δεν ασχολούμαι με την πολιτική!» Πριν αρχίσει η συνέντευξη μάς διευκρίνισε ότι θέλει να παραμείνει ανώνυμος, ενώ επίσης ζήτησε να μην μαγνητοσκοπηθεί η συνομιλία μας. Προκειμένου ο αναγνώστης να κατανοήσει την οπτική τού συνομιλητή μας, οφείλει να συγκρατήσει το εξής ουσιώδες στοιχείο: για τον άνθρωπο τού Ντονμπάς (τον «χόμο σοβιέτικους», όπως τον αποκαλώ εγώ), η εργασία είναι ιερή, εκείνο που προέχει είναι η συντήρηση τής οικογένειας και, υπό τις σημερινές συνθήκες κυριαρχίας τού κεφαλαίου, εργοδότης είναι ο καπιταλιστής. Από αυτή την πλευρά, έχουν απόλυτο άδικο όσοι θεωρούν ότι μπορούν να τον ξεγελάσουν με τα ωραία συνήθη λόγια, πόσο μάλλον με μια νέα φρασεολογία. Προοπτικές απασχόλησης, μισθοί, οικογενειακές διακοπές, αυτή είναι η γλώσσα που καταλαβαίνει ο χόμο σοβιέτικους.

Τον ρωτάω αν ψήφισε στις προεδρικές:

—Στον Ντονμπάς δεν ψήφισε κανένας. Πουθενά, εξάλλου, δεν λειτουργούσαν εκλογικά τμήματα και στις περιοχές όπου ίσως λειτουργούσαν κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει πού βρίσκονταν. Ό,τι λέει η ουκρανική τηλεόραση για τις εκλογές στο Ντονμπάς είναι ψέμματα. Κανένας δεν ψήφισε. Μπορεί κάποιοι να ψήφισαν στο Ζαπορόζιε, σε δύο-τρία τμήματα στα χωριά. Γιατί, άλλωστε, να πάει ο κόσμος να ψηφίσει, αφού οι υποψήφιοι ήταν όλοι τους για τα μπάζα!

Η περιφρόνησή του είναι προφανής, σκληρή σαν αδιαπέραστος τοίχος.

—Τι σημαίνει για σας η Σοβιετικής Ένωση;

Είναι συγκινητικό ότι τη στιγμή αυτή φωτίστηκε, κυριολεκτικά, το πρόσωπό του…

—Αχ, μουρμουρίζει, τι νοσταλγία! Μεγάλωσα στη Σοβιετική Ένωση. Ένα καλοκαίρι κάναμε με τους γονείς μου τον γύρο τής χώρας. Το αχανές, η απεραντοσύνη… Παντού ανακαλύπταμε νέα μέρη, φίλους, κοντινούς λαούς… Στα μαγαζιά υπήρχαν τα πάντα, ό,τι τουλάχιστον χρειάζεται ένας άνθρωπος για να ζήσει, τα πάντα λειτουργούσαν, οι τιμές όχι μόνο δεν αυξάνονταν αλλά έπεφταν και η ζωή των ανθρώπων βελτιωνόταν συνεχώς…

—Γιατί νομίζετε ότι όλα αυτά κατέρρευσαν;

—Επειδή τρεις μαλάκες[*] στο δάσος τής Μπελοβέζα έγιναν σκνίπα στο μεθύσι και αυτοανακηρύχθηκαν τσάροι… Τα τρία τομάρια από τη Ρωσία, την Ουκρανία και τη Λευκορωσία… Το ’91 έκαναν δημοψήφισμα, το ερώτημα ήταν περίεργα διατυπωμένο και μας έπιασαν κορόιδα. Έκαναν το αντίθετο από αυτό που αποφάσισε ο λαός.

—Γι’ αυτό δεν ασχολείστε με την πολιτική;

—Σήμερα, στη Ράντα, δεν υπάρχει ούτε ένας βουλευτής που να αξίζει να ψηφιστεί.

—Και ο Σιμονένκο, ο επικεφαλής τού ΚΚ Ουκρανίας;

— Ο Σιμονένκο είναι από το Ντονμπάς, ήταν επικεφαλής των κομσομόλων, τον είδαμε κι αυτόν και την παρέα του… (Και ξαναρχίζει:) Κανένας δεν αξίζει ψήφο.

Καθώς μού ήταν αδύνατο να του αποσπάσω περισσότερες πληροφορίες πάνω στο θέμα, θα περιοριστώ κατ’ ανάγκη στην ερμηνεία των όσων είπε: Οι κομσομόλοι στους οποίους αναφέρθηκε ήταν γκορμπατσοφικοί. Ο φίλος μας ο Κονσταντίν διακατέχεται από βαθιά μνησικακία.

—Τι χαρακτηριστικά θα έπρεπε να έχει ένας πολιτικός για να αξίζει την ψήφο σας;

—Πρέπει να είναι κάποιος που να μπορεί να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για τη βελτίωση τού βιοτικού επιπέδου, να δείχνει ενδιαφέρον για τους κατωτέρους του, κάποιος που θα έβγαζε τη χώρα από τον λάκκο. Σημασία δεν έχουν τα πρόσωπα. αλλά το τι κάνουν, πώς δημιουργούν και εκμεταλλεύονται τις συνθήκες.

—Τι γνώμη έχετε για τον Πούτιν;

—Δείτε τα ποσοστά δημοτικότητάς του, πέρσι ήταν 45%, φέτος 80%.

—Λόγω των γεγονότων στην Ουκρανία;

—Ναι, αλλά όχι μόνο. Πρόσφατα επισκέφτηκα ένα χωριό στην ανθρακοφόρο λεκάνη, όπου κάποτε ζούσαν 300 οικογένειες. Σήμερα έχει μόλις 23 κατοίκους, κάτι γιαγιάδες, και παρ’ όλ’ αυτά όλοι οι δρόμοι είναι ασφαλτόστρωτοι, υπάρχουν υπηρεσίες για τις ηλικιωμένες και από το χωριό περνάει και ένας πλανόδιος πωλητής και τους φέρνει τρόφιμα. Στη Ρωσία, δεν εγκαταλείφθηκαν οι περιοχές όπου παλιότερα λειτουργούσαν ορυχεία. Το ίδιο συμβαίνει και με τους εορτασμούς τής επετείου τής 9ης Μαΐου, εκεί την θεωρούν ιερή. Δεν βλέπετε σε τι κατάσταση βρίσκονται οι δρόμοι στην Ουκρανία;

Τον ρωτάω για την πτώση τής Σοβιετικής Ένωσης.

—Ένα σύστημα που εξαρτιόταν από τη βούληση τριών μέθυσων με φιλοδοξίες να γίνουν τσάροι ήταν κατά τη γνώμη σας ιδιαίτερα εύθραυστο;

—Όταν καταρρέει το σύστημα, σημασία δεν έχει τι κάνουν δύο-τρεις μαλάκες, το θέμα είναι τι κάνουν εκείνοι που κινούν πραγματικά τα νήματα… εκείνοι που έχουν στα χέρια τους το κεφάλαιο. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν συντοπίτες σας, από τη Δύση.

—Ποιοι;

—Οι Ροκφέλερ… Αυτοί έδιναν τις εντολές και οι τρεις μαλάκες απλώς υπάκουαν…

Για μία και μόνη φορά διακρίνω μια υποψία αντισημιτισμού. Καθώς σκοπός μου δεν είναι να τον προβοκάρω, τον αφήνω να συνεχίσει πάνω στο θέμα γενικά τού καπιταλισμού (χωρίς περαιτέρω γεωγραφική εξειδίκευση):

—Αυτοί οι άνθρωποι δεν ικανοποιούνται με τίποτε. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η συσσώρευση των κερδών. Σε αυτό, άλλωστε, έγκειται και η δύναμή τους. Ποιος μπορεί να αντισταθεί σε ένα άτομο που έχει ως μοναδικό στόχο το κέρδος και που αφιερώνει όλες τις προσπάθειές του στον σκοπό αυτό, αδιαφορώντας για οτιδήποτε άλλο; Ο καπιταλιστής είναι μηχανή συσσώρευσης. Το χρήμα παράγει χρήμα, έτσι δεν είπε ο Μαρξ; Και είναι τόσο ισχυροί επειδή ακριβώς ζουν για τα κέρδη τους. Να σας δώσω ένα παράδειγμα. Κοντά στο Σλαβιάνσκ υπάρχει μια μικρή πόλη με ένα μοναστήρι [το Σβιατογκόρσκ]. Η πόλη είναι φημισμένη για τα ιαματικά της λουτρά, το νερό είναι πεντακάθαρο, η λίμνη και τα γύρω δάση είναι θαυμάσια διατηρημένα. Υπάρχει μάλιστα και ένα νοσηλευτικό ίδρυμα. Η [αμερικανική εταιρεία] Σεβρόν εκδήλωσε ενδιαφέρον για την εξόρυξη σχιστολιθικού αερίου στη συγκεκριμένη περιοχή. Εμείς όμως δεν το θέλουμε αυτό!

—Δεν θέλετε να να λεηλατηθεί η χώρα σας.

—Η λεηλασία έχει αρχίσει από καιρό, μαθημένα τα βουνά από τα χιόνια. Έχουμε και άλλα πράγματα να ασχοληθούμε… Έτσι είναι η ρωσική νοοτροπία. Εγώ βολεύομαι εδώ, εσύ παραδίπλα, και έτσι όλοι είναι καλά. Αλλά, αν με τσαντίσεις, θ’ αγριέψω.

—Πιστεύετε ότι είναι δυνατή η ανασύσταση τής Σοβιετικής Ένωσης;

—Όχι, αυτό είναι αδύνατο. Δεν μπορεί να υπάρξει επιστροφή στο παρελθόν. Κανείς δεν θα το επιτρέψει. Οι κυρίαρχοι τού κόσμου, οι καπιταλιστές, θα κάνουν τα πάντα για να το αποτρέψουν.

—Και το 1917 υπήρχαν καπιταλιστές, αυτό όμως δεν απέτρεψε την επανάσταση.

—Το 1917 υπήρξε οικονομική στήριξη από τη Γερμανία, τότε δεν ήξεραν τις συνέπειες. Σήμερα όμως τις γνωρίζουν… Δεν μπορεί να μην έμαθαν τίποτα από την Ιστορία. Βέβαια, πέρα από το γεγονός ότι υπάρχουν αμφισβητούμενα προβλήματα που απασχολούν ακόμη τους ιστορικούς, τα εγχειρίδια τής ιστορίας γράφονται και ξαναγράφονται σύμφωνα με την οπτική των νικητών. Έτσι δεν είναι; Ο σύντροφος Στάλιν [με έμφαση στη λέξη «σύντροφος»], στην εποχή του, έκανε μαζικές εκκαθαρίσεις. Μπορέσαμε έτσι να πάρουμε ανάσα για 60 χρόνια, η χώρα είχε σταθερή οικονομία, οι τιμές όχι μόνο δεν αυξάνονταν, αλλά μειώνονταν. Στον Στάλιν οφείλουμε την ανόρθωση τής οικονομίας… Υπήρχαν βέβαια πολλοί που υπέφεραν, άτομα που κατηγορήθηκαν άδικα…

Επανέρχομαι στο θέμα τής «αντιτρομοκρατικής επιχείρησης» και στους λόγους ανάληψής της. Συζητάμε για τα γεγονότα στην Οδησσό και τον ρωτάω ποια είναι η γνώμη του ως πυροσβέστης:

—Στην Οδησσό, τους ανθρώπους τούς έκαψαν μέσα στο κτίριο. Ήταν προσχεδιασμένο. Πέρασε αρκετή ώρα πριν επιτρέψουν στους πυροσβέστες να παρέμβουν. Σε άτομα που είναι ικανά για κάτι τέτοιο αξίζει θάνατος, θάνατος δι’ αποκεφαλισμού, με την γκιλοτίνα σας… [Επιστρέφει στο ζήτημα τής Σοβιετικής Ένωσης:] Είτε το θέλουν είτε όχι, τα όσα συνέβησαν στα χρόνια ανάμεσα στο 1917 και το 1991 είναι η ιστορία μας. Τα μνημεία τού Λένιν, για παράδειγμα, δεν ήταν αντίγραφα σε γύψο, όπως αυτή εδώ η προτομή [δες φωτογραφία]. Τα φιλοτέχνησαν γλύπτες… Έχουν αξία… Γιατί τα καταστρέφουν; Γιατί έρχονται εδώ; Οι άνθρωποι από το Ντονμπάς δεν είναι έτσι. Δεν ξεσηκώθηκαν όταν στα δυτικά τής χώρας αποκατέστησαν τον Μπαντέρα και έστησαν μνημεία προς τιμή του. Ξεσηκώθηκαν όταν οι δυτικοί [ουκρανοί] είχαν το θράσος να συγκρίνουν τον Μπαντέρα με τους ήρωες τής Σοβιετικής Ένωσης.

Στη συνέχεια, μιλάει επί μακρόν και με συγκίνηση για τον πατέρα του που απελευθέρωσε την Ουκρανία, που πήγε να πολεμήσει τους Γερμανούς φτάνοντας μέχρι την Πολωνία και που από εκεί πήρε διαταγή μετακίνησης στο Βλαδιβοστόκ. Ύστερα, αλλάζοντας συζήτηση, προσπαθώ με τη σειρά μου να του εξηγήσω πως η εξέγερση έδωσε σε κάποιους από εμάς [στη Γαλλία] την ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε ότι μια μεγάλη πλειοψηφία σοβιετικών πολιτών δεν επιθυμούσε τη διάλυση τής Σοβιετικής Ένωσης και ότι αυτό ήταν κάτι που τους επιβλήθηκε.

—Μα αυτό το γνωρίζουν όλοι! Πώς μπορεί να μην το ξέρετε; Τώρα που το λέτε, είναι αλήθεια ότι συνάντησα κάποιους πολωνούς που πίστευαν ότι οι αμερικάνοι απελευθέρωσαν τη χώρα τους από τους ναζί… Αγνοούσαν εντελώς τον ρόλο τής Σοβιετικής Ένωσης… Δεν μπορώ όμως να πιστέψω ότι εσείς οι γάλλοι αγνοείτε πως αυτό μας το επέβαλαν οι μαριονέτες των καπιταλιστών…

Στη συνέχεια μιλάμε για τον αρνητικό αντίκτυπο που είχε για τους γάλλους κομμουνιστές όχι μόνο η κατάρρευση τής Σοβιετικής Ένωσης αλλά και το γεγονός ότι κανένας δεν ξεσηκώθηκε για να την υπερασπιστεί… Όταν αναφέρομαι στην ανεπάρκεια και την αποδιόργανωση των αγώνων μας, ρωτάει να μάθει για τα συνδικάτα μας και μου λέει: «τα συνδικάτα πρέπει να είναι ανεξάρτητα από την πολιτική εξουσία»…

Τον ρωτάω ξανά για τους λόγους και τους σκοπούς τής λεγόμενης αντιτρομοκρατικής επιχείρησης στο Ντονμπάς, την οποία χαρακτηρίζει «εγκληματική και ηλίθια»… Η θέση που προβάλλει βασίζεται σε δύο στοιχεία: καταρχάς, στα δυτικά τής χώρας επικρατεί ο απόλυτος οικονομικός μαρασμός, και μάλιστα σε σημείο ώστε οι άνθρωποι εκεί φιλοδοξούν μόνο να δουλέψουν ως εργάτες γης στις ευρωπαϊκές χώρες ή να γίνουν υπηρέτριες και καμαριέρες των ευρωπαίων. Με άλλα λόγια, «να γίνουν μέρος τής Ευρώπης». Στο Ντονμπάς, υπάρχουν ακόμη δουλειές, αν και εκεί οι συνθήκες είναι ιδιαίτερα σκληρές. Οι ανθρακωρύχοι, για παράδειγμα, κατεβαίνουν στις 4 το πρωί στο ορυχείο, χωρίς να γνωρίζουν αν θα επιστρέψουν ζωντανοί από το εξάωρο. Εργάζονται για να θρέψουν την οικογένεια, παρά το ότι οι συνθήκες εργασίες γίνονται κάθε μέρα όλο και πιο σκληρές και παρά το ότι βλέπουν να εξανεμίζονται σταδιακά οι ήδη ανεπαρκείς μισθοί τους. Τι άλλο να κάνουν… Και εδώ, κατά τη γνώμη του, εντοπίζεται ο βασικότερος λόγος για την επίθεση σε βάρος τους. Καθώς όλος ο κόσμος ασχολείται με αυτήν την ιστορία, καθώς ο πόλεμος και οι σφαγές γίνονται αντικείμενο παθολογικού ενδιαφέροντος, οι άνθρωποι τείνουν να ξεχνούν τα μέτρα που τους επιβάλλονται με τις ευλογίες τής Ευρώπης: οι τιμές τού ηλεκτρικού ρεύματος και τού αερίου αυξήθηκαν κατά 50%, την ίδια μάλιστα στιγμή που η γρίβνα, το εθνικό νόμισμα τής Ουκρανίας, έχανε το μισό τής αξίας της.

Ιδού ο σοβιετικός άνθρωπος, «που δεν ασχολείται με την πολιτική». Για κάποιο λόγο θυμήθηκα μια σκηνή από την ταινία τού Ρόσι «Χέρια πάνω από την πόλη», όπου ο καπιταλιστής, ο επιχειρηματίας ακινήτων, απευθύνει το κατηγορώ του στον κομμουνιστή δημοτικό σύμβουλο. Βρίσκονται μόνοι τους σ’ ένα πολυώροφο γιαπί, ο καπιταλιστής δείχνει μια βρύση και λέει: «Εγώ χτίζω, το νερό τρέχει, δίνω στέγη στους ανθρώπους. Εσύ;». Ο χόμο σοβιέτικους είναι το αιώνιο ορφανό ενός χαμένου παραδείσου, τον οποίο υπερασπίζεται με νύχια και με δόντια. Παλεύει για το σπίτι και την οικογένεια του, αγωνίζεται να σώσει τα λίγα που του απόμειναν, αλλά δεν πιστεύει πια στα λόγια. Γνώρισε από πρώτο χέρι τις προδοσίες, τους λαοπλάνους και δημαγωγούς, τους ιδεολόγους, τις μάχες ανάμεσα στα κόμματα, τις αξιοθρήνητες διαμάχες. Όταν εκφράζω τον θαυμασμό μου για το εύρος τής ιστορικής — και όχι μόνο — παιδείας του, με κοιτάει λίγο ειρωνικά και μου λέει: «Μας περνάτε για άξεστους χωριάτες, νομίζετε ότι οι άνθρωποι από το Ντομπάς είναι ανίκανοι να σκεφτούν…». Κάνει ψύχρα, σκοτεινιάζει, ετοιμαζόμαστε να φύγουμε, ο Κονσταντίν μάς ευχαριστεί. — Κατά τη διάρκεια τής συνέντευξης εγώ έκανα τις ερωτήσεις, η Μαριάν μετέφραζε και αυτός, χωρίς να ξέρει λέξη γαλλικά, συχνά-πυκνά παρενέβαινε με σχόλια και διευκρινίσεις, προκειμένου να διαπιστώσει αν έγινε αντιληπτός.

Danielle Bleitrach & Marianne Dunlop


*[Το τρίο: Μπόρις Γιέλτσιν, Στανισλάβ Σουσκιέβιτς, Λεονίντ Κραβτσούκ]

Advertisements
 
1 σχόλιο

Posted by στο 15/06/2014 in Uncategorized

 

One response to “Μπελοβέζα—D.Bleitrach & M.Dunlop

  1. dkoss

    16/06/2014 at 6:21 μμ

    Στο 6:19 το ψυχιατρείο.

     

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s