RSS

1945-1949 — A.Lacroix-Riz

01 Ιαν.
καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν … καὶ εἰσάξω σε εἰς γῆν ρέουσαν γάλα καὶ μέλι (Μπιντό-Κλέιτον)

καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν … καὶ εἰσάξω σε εἰς γῆν ρέουσαν γάλα καὶ μέλι (Μπιντό-Κλέιτον)

Προς την Ευρωπαϊκή Ένωση — A. Lacroix-Riz, Aux origines du carcan européen (1900-1960) (Κεφ. 5, σελ.111-131) [pdf κεφ.5-6]

Σε συνδυασμό με τους νομισματικούς σχεδιασμούς που εκτέθηκαν ανωτέρω, τα αμερικανικά σχέδια για τη νέα Γερμανία, τα οποία επρόκειτο να αποτελέσουν τον πυρήνα τού μελλοντικού ευρωπαϊκού οικοδομήματος, έθεταν σοβαρά προβλήματα για τον γαλλικό ιμπεριαλισμό. Το υπουργείο εξωτερικών των ΗΠΑ είχε ήδη από το 1942 διαμορφώσει την «αρχή τής πρώτης [ή προνομιακής] απαίτησης» (first charge principle). Η υποτιθέμενη αυτή «νομική» και «τεχνική» έννοια αποσκοπούσε στο να εξαλείψει εν τη γενέσει τους τις αξιώσεις «επανορθώσεων», που αντιμετωπίζονταν με την ίδια εχθρότητα, όπως και οι «πολεμικές επανορθώσεις» τόσο κατά τη διάρκεια τού πρώτου μεγάλου πολέμου (όταν οι εν λόγω αξιώσεις κρίνονταν απαράδεκτες από άποψη αρχής) όσο και κατά την προηγούμενη μεταπολεμική περίοδο (όταν απαράδεκτος θεωρούνταν ο τρόπος εκτέλεσής τους). Η εν λόγω «αρχή» προέβλεπε ότι η εξισορρόπηση τού γερμανικού εμπορικού ισοζυγίου — ζήτημα που βεβαίως αφέθηκε στην καλοπροαίρετη φροντίδα των ΗΠΑ — αποτελούσε προτεραιότητα έναντι τής καταβολής επανορθώσεων. Δεδομένου ότι τα αμερικανικά σχέδια συνίσταντο στην αντικατάσταση των ενδοευρωπαϊκών εμπορικών συναλλαγών από το ευρωαμερικανικό εμπόριο, στη διατήρηση των αμερικανικών τελωνειακών προστατευτικών μέτρων, καθώς επίσης και στον περιορισμό τής γερμανικής παραγωγής, η εξισορρόπηση τού εμπορικού ισοζυγίου τής Γερμανίας θα ήταν πρακτικά αδύνατη για μεγάλο διάστημα, πράγμα που συνεπαγόταν ότι ουδέποτε επρόκειτο να καταβληθούν επανορθώσεις. Η ταχυδακτυλουργική αυτή απάτη, την οποία ξεσκέπασε ο Μπρους Κάκλικ το 1972,[1] αποτελούσε προάγγελο τής «ανασυγκρότησης, κατά προτεραιότητα», των δυτικών ζωνών τού Ράιχ — τής ανασυγκρότησης, με άλλα λόγια, μιας πολεμικής μηχανής που έθετε στο στόχαστρό της όχι μόνο την ΕΣΣΔ, που έχοντας υποστεί τις μεγαλύτερες καταστροφές υπέφερε περισσότερο από ό,τι οι υπόλοιπες χώρες, αλλά, όπως συνέβη και μετά το 1918, ολόκληρη την κατεχόμενη Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης και τής αμερικανικής σφαίρας επιρροής (στην οποία, άλλωστε, ανήκε και η Γαλλία).[2] Η επαναφορά τής φόρμουλας τής προηγούμενης μεταπολεμικής περιόδου προκάλεσε πολύ λιγότερες αντιδράσεις εκ μέρους των γαλλικών «χρηματοοικονομικών κύκλων», που στο μεταξύ είχαν αναγάγει σε τέχνη την πολιτική οσφυοκαμψία.

Η γαλλοαμερικανική προπαρασκευαστική φάση: Μάιος 1945-1949 (κεφ.5)

Μετά τον Μάιο τού 1945 οι όροι για τη δημιουργία μιας «ενσωματωμένης» δυτικής Ευρώπης καθορίστηκαν από τις ΗΠΑ, οι οποίες επιθυμούσαν τη σύσταση μιας «τελωνειακής ένωσης» και μιας γιγαντιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, που εξαρχής θα στερούνταν κάθε εμπορικής και χρηµατοοικονοµικής προστασίας έναντι τού ανταγωνισμού τους. Το Ράιχ (ή έστω προσωρινά το δυτικό τού τμήμα) — ο παλιός τους προνομιακός εταίρος, κύριο κέντρο υποδοχής αμερικανικών κεφαλαίων από τη δεκαετία τού ’20 και μετά, και πεδίο δραστηριοποίησης πλήθους αμερικανικών θυγατρικών, οι οποίες είχαν θησαυρίσει από τη γερμανική πολεμική οικονομία — επρόκειτο να αποτελέσει την ατμομηχανή τής εν λόγω αγοράς.

Ο Μπιντό μεταξύ ενδοιασμών και συνθηκολόγησης

Οι «γερμανικές» πτυχές τής αμερικανικής στρατηγικής προκαλούσαν την ίδια απέχθεια με τις γενικότερες απαιτήσεις τους για την απελευθέρωση των κεφαλαίων και των εμπορευματικών συναλλαγών. Η κυβέρνηση τού Παρισιού γνώριζε ήδη από το 1945 ότι ήταν μηδενικές οι προοπτικές επιτυχίας των επίσημων σχεδίων της όσον αφορά τη Γερμανία (επανορθώσεις, διεθνοποίηση τής λεκάνης τού Ρουρ, αποστρατικοποίηση κ.ο.κ.). Έχοντας ξεγράψει κάθε πιθανότητα καταβολής επανορθώσεων, το Παρίσι υποχρεώθηκε να αρκεστεί στην προσπάθεια εξασφάλισης τακτικού εφοδιασμού σε άφθονο γερμανικό άνθρακα αρχικά από τους αγγλοαμερικάνους και έπειτα από τους αμερικάνους, οι οποίοι είχαν σημαντικό λόγο στο ζήτημα τού άνθρακα, πριν ακόμα θέσουν υπό τον άμεσο έλεγχό τους την κοιλάδα τού Ρουρ (που τότε βρισκόταν στην αγγλική ζώνη κατοχής). Τον Ιούνιο τού 1945 το γκωλικό κράτος ενημερώθηκε επισήμως ότι ο εξαιρετικής ποιότητας γερμανικός οπτάνθρακας θα πληρωνόταν εξ ολοκλήρου σε δολάρια. Αλλά, εκτός τού ότι απείχε παρασάγγας σε ποιότητα από τον αμερικανικό άνθρακα, ο γερμανικός άνθρακας ήταν επιπλέον δύο φορές φθηνότερος: στις αρχές τού 1946, η τιμή του ανερχόταν στα 11 δολάρια τον τόνο, έναντι 20 δολαρίων για τον αμερικανικό άνθρακα, ποσό που υπερδιπλασιαζόταν με τον συνυπολογισμό των ναύλων μεταφοράς από τις ΗΠΑ. Η συμβιβαστική λύση που προωθούσε η γαλλική πλευρά και η οποία συνίστατο απλώς στην εξασφάλιση τής δυνατότητας αγοράς ποιοτικού γερμανικού άνθρακα ήταν ωστόσο εξίσου χιμαιρική με την προσδοκία καταβολής «επανορθώσεων». Στην πραγματικότητα, οι ΗΠΑ επιθυμούσαν να διοχετεύσουν τα τεράστια δομικά πλεονάσματα τής εθνικής τους παραγωγής άνθρακα στην Ευρώπη, να αποκαταστήσουν το status quo όσον αφορά τον εξορυκτικό κλάδο με την επίσημη επιστροφή τής λεκάνης τού Ρουρ στους προηγούμενους ιδιοκτήτες της, οι οποίοι, ας σημειωθεί, συνέθεταν μια εντυπωσιακή συλλογή από μεγάλους εγκληματίες πολέμου (— διαδικασία που, τόσο από διεθνούς άποψης όσο και από την άποψη τής εσωτερικής κατάστασης τής Γερμανίας, απαιτούσε κάποιο χρόνο για να υλοποιηθεί) και, τέλος, να αποσπάσουν νέα προνόμια από τους ηττημένους εταίρους τους (στόχος για τον οποίο επίσης απαιτείτο κάποιο χρονικό περιθώριο). Ήταν προφανές ότι τα μεγαλεπήβολα αυτά σχέδια επρόκειτο αφενός να καθυστερήσουν σημαντικά την επανέναρξη τής πλήρους εκμετάλλευσης των γερμανικών ορυχείων και αφετέρου να παρεμποδίσουν τις κατ’ αυτόν τον τρόπο μειωμένες εξαγωγές προς τους παραδοσιακούς εμπορικούς εταίρους τού Ράιχ.[3]

Μετά τις συμφωνίες τού Μπρέτον Γουντς, οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν κυρίως στο γενικός μέρος τού αμερικανικού προγράμματος, την απελευθέρωση τού εμπορίου. Αυτός ο στόχος, που είχε εξαγγελθεί κατά τη διάσκεψη τού Ιουλίου τού 1944, υιοθετήθηκε επίσημα πρώτα από την Αγγλία και στη συνέχεια από τη Γαλλία, με την αποδοχή τη ρήτρας VII των συμφωνιών «εκμισθώσεως και δανεισμού».[4] Η εν λόγω διαδικασία έκανε εμφανείς τις αντιφάσεις τής εξωτερικής εμπορικής πολιτικής των ΗΠΑ: (1) από τη μια μεριά, παρατάθηκαν και μετά τον πόλεμο οι απαγορευτικοί δασμοί οι οποίοι είχαν προβλεφθεί από το δασμολογικό νόμο Χόλεϊ–Σμουτ τού 1930 και που είχαν διατηρηθεί σε ισχύ βάσει τού νόμου για τις «αμοιβαίες συναλλαγές» τού 1934, ο οποίος μάλιστα προέβλεπε αυξημένες προεδρικές εξουσίες όσον αφορά τη διαπραγμάτευση εμπορικών συμφωνιών· (2) από την άλλη όμως μεριά, οι ΗΠΑ απαιτούσαν από τους ευρωπαίους εταίρους να προβούν σε «απελευθέρωση τού εξωτερικού [τους] εμπορίου»[5] και να πάψουν να εφαρμόζουν τις διακρατικές διαδικασίες «συμψηφισμού» [κλήρινγκ], που προσέκρουαν στο αποκλειστικό νομικό καθεστώς των διεθνών συναλλαγών σε δολάρια· με άλλα λόγια, να παραιτηθούν από κάθε προστασία σε εθνικό επίπεδο και συγχρόνως να διακόψουν το ενδοευρωπαϊκό εμπόριο και κυρίως τις — αμοιβαία επωφελείς — εμπορικές συναλλαγές μεταξύ Ανατολής και Δύσης.[6] Ωστόσο, οι ευρωπαϊκές χώρες τής αμερικανικής σφαίρας επιρροής, οι οποίες βρίσκονταν στη φάση τής ανοικοδόμησης, ήταν εκ των πραγμάτων υποχρεωμένες αφενός να προστατεύσουν, έναντι τού αμερικανικού ανταγωνισμού, τις εθνικές τους οικονομίες, οι οποίες είχαν αποδυναμωθεί λόγω των λεηλασιών και των καταστροφών που προκάλεσαν τα γερμανικά στρατεύματα (1939-1945) και, στη συνέχεια, τα στρατεύματα των συμμάχων (και πιο συγκεκριμένα η συμμαχική εκστρατεία βομβαρδισμών στη διάρκεια τής περιόδου από το 1942 έως το 1944-1945) και αφετέρου να συνεχίσουν ή και να διευρύνουν τις διευρωπαϊκές εμπορικές συναλλαγές εκτός δολαρίου στο πλαίσιο των υφισταμένων διαδικασιών συμψηφισμού.

Οι ανυπέρβλητες αυτές αντιφάσεις είχαν ως αποτέλεσμα να παραταθούν, μέχρι το 1947, οι «δασμολογικές διαπραγματεύσεις», οι οποίες διεξήχθησαν στο πλαίσιο των διασκέψεων τής Αβάνας και τής Γενεύης, που είχαν συγκληθεί με πρωτοβουλία των ΗΠΑ και με σκοπό τη διαμόρφωση ενός «Χάρτη για τη διεθνή οργάνωση τού εμπορίου».[7] Το 1948, όταν είχε πλέον επισήμως δυναμιτιστεί το κλίμα τής τετραμερούς συνεννόησης όσον αφορά το ζήτημα τής Γερμανίας με τη σύγκληση τής τριμερούς διάσκεψης τού Λονδίνου, η «σοβιετική αρκούδα», που βρέθηκε με δεμένα τα χέρια, πρωταγωνιστούσε στα πρωτοσέλιδα τού τύπου. Όπως όμως φαίνεται από την εσωτερική αλληλογραφία, οι γάλλοι διαπραγματευτές είχαν εστιάσει στο πραγματικό πρόβλημα, δηλαδή στην «αντιπαράθεση μεταξύ των αμερικάνων, που εμφανίζονταν ως υπέρμαχοι τής μεγαλύτερης δυνατής [μονομερούς] ελευθερίας τού εμπορίου, και των υπολοίπων κρατών, που είχαν επίγνωση τής ανάγκης προστασίας των καθυστερημένων ή αποδυναμωμένων οικονομιών τους».[8] Δεδομένου τού αμερικανικού προστατευτισμού και τής «παράλογης» διατήρησης εκ μέρους των ΗΠΑ τού υφισταμένου συστήματος των απαγορευτικών εισαγωγικών δασμών, οι τελικές τους παραδοχές επικεντρώθηκαν στην αδυναμία υιοθέτησης των αμερικανικών επιθυμιών αναφορικά με την απελευθέρωση τού εμπορίου.[9]

Ο δεύτερος πυλώνας τού προγράμματος «απελευθέρωσης τού εμπορίου» συνίστατο στην ταχεία ανοικοδόμηση τού Ράιχ — και μάλιστα κατά προτεραιότητα έναντι των χωρών που είχαν περιέλθει υπό γερμανική κατοχή — και στην ταυτόχρονη ενσωμάτωσή του στη μεγάλη ευρωπαϊκή αγορά, στην οποία δόθηκε το όνομα «τελωνειακή ένωση». Μαρτυρίες για αυτό το αμερικανικό μάλλον, παρά «ευρωπαϊκό» σχέδιο παρέχει η γαλλική αλληλογραφία τής μεταπελευθερωτικής περιόδου, η οποία, μάλιστα, κατά τα πρώτα χρόνια τής εφαρμογής τού σχεδίου Μάρσαλ, περιέχει εντονότερες διατυπώσεις όσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα σε σύγκριση με την κατοπινή περίοδο τού πολέμου τής Κορέας. Χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα την κορεάτικη κρίση, η Ουάσινγκτον επρόκειτο να ενισχύσει τις πιέσεις της τόσο προς τη Γαλλία όσο και προς τις υπόλοιπες «συμμετέχουσες χώρες» (ή, αλλιώς, «χώρες ΕΠΑ/ERP»[i] ή «χώρες τού σχεδίου Μάρσαλ») να αποδεχθούν τις απαιτήσεις της. Ο Ανρί Μπονέ — πρώτος μεταπολεμικός πρεσβευτής τής Γαλλίας στην Ουάσινγκτον (θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1955) και ανοιχτά δηλωμένος «ευρωπαϊστής» προκειμένου να φανεί αρεστός στις ΗΠΑ — μετέφερε τις αμερικανικές πιέσεις και εκβιασμούς στον προϊστάμενό του υπουργό Ζορζ Μπιντό και, στη συνέχεια, στον Ρομπέρ Σουμάν, ζητώντας με κατηγορηματικό τρόπο την άμεση συμμόρφωσή τους στις απαιτήσεις τής Ουάσινγκτον.

Το Παρίσι είχε αρχίσει, πριν από το τέλος τού πολέμου, να καταγράφει και να αξιολογεί τα διαδοχικά στάδια τής διαδικασίας αναγόρευσης τής ηττημένης Γερμανίας σε προνομιακό εταίρο, πράγμα που συνεπαγόταν, μεταξύ άλλων, την «εξομάλυνση τής κατάστασης» (back to normalcy) στη λεκάνη τού Ρουρ — ή, καλύτερα, την επιστροφή στην πεπατημένη τού γερμανικού ιμπεριαλισμού· χαρακτηριστικά, μπορεί να αναφερθεί η ομιλία τού [Τζέιμς] Μπερνς στη Στουτγάρδη στις 6 Σεπτεμβρίου τού 1946, κατά την οποία ανακοινώθηκε η πλήρης άρση των περιορισμών (συμπεριλαμβανομένου και τού οικονομικού τους σκέλους) που προβλέπονταν από τις συμφωνίες τής Γιάλτας και τού Πότσδαμ.[10] Στις 2 Δεκεμβρίου τού 1946, ακολούθησαν οι άμεσα εκτελεστές συμφωνίες τής Νέας Υόρκης, με τις οποίες δημιουργήθηκε η διζωνία και οι οποίες ήρθαν ως αποτέλεσμα τής εκμετάλλευσης εκ μέρους των ΗΠΑ των χρηµατοοικονοµικών δυσκολιών των βρετανών: η συγχώνευση τής αμερικανικής και τής αγγλικής ζώνης κατοχής τέθηκε σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου τού επομένου έτους.

Στη συνέχεια, ο Τζον Φόστερ Ντάλες, «επίσημος» προστάτης τού Ράιχ από την εποχή τού πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ζήτησε αιφνιδίως τον «εξευρωπαϊσµό τής Ρουρ», με τρόπο που δεν μπορεί παρά να φέρει στον νου την εγκωμιαστική περιγραφή τού «Άνσλους» από τον Αντενάουερ ως «εξευρωπαϊσµό τής Αυστρίας». Ενθουσιασμένος με αυτή την «θαυμαστή» σύγκλιση των απόψεων τής γαλλικής και τής αμερικανικής πλευράς, ο Μπονέ έκανε λόγο για «πλήγμα στα σχέδια τού στρατηγού [Λούσιους] Κλέι», που, ας σημειωθεί, ήταν κυβερνήτης τής αμερικανικής ζώνης και αμέριστος συμπαραστάτης τού Ράιχ, και τον οποίο οι γάλλοι παρουσίαζαν ως δήθεν «μοναχικό λύκο».[11] Το εν λόγω τέχνασμα δεν αποσκοπούσε παρά στην διασφάλιση τής προσχώρησης, μετά από τη διατύπωση ορισμένων τυπικών επιφυλάξεων, τής γαλλικής πλευράς στο «δυτικό» στρατόπεδο κατά την επικείμενη διάσκεψη τής Μόσχας, πράγμα για το οποίο ουδείς αμφέβαλλε.

Όπως είχε συμβεί και στην περίπτωση των «ηπειρωτικών» σχεδίων τού Βερολίνου, η γαλλική συνθηκολόγηση ήταν προδιαγεγραμμένη στο μέτρο που η κυβέρνηση τού Παρισιού είχε συμβιβαστεί με την ιδέα τής αντιμετώπισής της ως ένα τίποτα: «Ακολουθώντας τη γραμμή τής ΜΚΑΠ/NCLP (“Μη Κομμουνιστικής Αριστερής Πολιτικής”),[ii] ] το Στέιτ Ντιπάρτμεντ τείνει ολοένα και περισσότερο να θεωρεί ως ακρογωνιαίο λίθο τού ευρωπαϊκού συστήματος τη Γερμανία και όχι τη Γαλλία». Αυτό ήταν το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η Υπηρεσία εξωτερικής τεκμηρίωσης και αντικατασκοπίας (SDECE) στα τέλη τού Ιανουαρίου τού 1947[12] (όψιμη ομολογία, καθώς τίποτε δεν είχε αλλάξει από το 1918 και μετά).

Ο Μπονέ δεν σταμάτησε να ψιθυρίζει στο αυτί τού Μπιντό — που από την απελευθέρωση και μετά ήταν υπουργός των εξωτερικών και ο οποίος δεν έβλεπε με καλό μάτι τη γερμανική πολιτική τής Ουάσινγκτον — τις αναγκαίες «εποικοδομητικές προτάσεις». Στις αρχές, μάλιστα, τού Ιανουαρίου, τον δασκάλεψε να τις πλασάρει ως προτάσεις που αποσκοπούσαν «στην ενσωμάτωση [τής Γερμανίας] στο πλαίσιο τής ευρωπαϊκής κοινότητας […] προκειμένου να προληφθούν οι αλλεπάλληλες κρίσεις, από τις οποίες καμιά αμερικανική βοήθεια, όσο μεγάλη κι αν ήταν, δεν θα μπορούσε να τη σώσει».[13] Ο Μπιντό άρχισε να δείχνει σημάδια διαλλακτικότητας μετά τη διάσκεψη τής Μόσχας τού Μαρτίου-Απριλίου τού 1947. Αποσιωπώντας την έντονη διαμάχη του με τους αγγλοαμερικάνους όσον αφορά τις «επανορθώσεις», θα δηλώσει ότι κατέληξε σε τελική συμφωνία μαζί τους επί τού ζητήματος τού κρατιδίου τού Σαρ και ότι ήρθε στα μαχαίρια με τους σοβιετικούς που του αρνήθηκαν πρόσβαση στα ανθρακοφόρα κοιτάσματα τής περιοχής αυτής. Επρόκειτο για διπλό ψέμα.[14] Στα μέσα Απριλίου και ενώ έρχονταν βροχή οι πληροφορίες για το «γενικό σχέδιο» τής Ουάσινγκτον όσον αφορά τη γερμανική «Ευρώπη», ο Μπονέ επρόκειτο να πολλαπλασιάσει τις πιέσεις και τις παροτρύνσεις του προς τον Μπιντό, διατυπωμένες μάλιστα σε έντονα «ψυχροπολεμικό» τόνο, δεδομένου τού ότι είχε παγιωθεί, εκ νέου πλέον, το αντισοβιετικό κλίμα.[15] Προκειμένου να «ξεχωρίσει» από το πλήθος των αποδεκτών των αμερικανικών πιστώσεων, η Γαλλία θα όφειλε να εγκαταλείψει τις αντιγερμανικές της προκαταλήψεις. Καθώς «το γερμανικό πρόβλημα» αποτελούσε μία από τις μεγαλύτερες «πηγές ανησυχίας για την [αμερικανική] κυβέρνηση», θα ήταν προφανώς «ευπρόσδεκτες οι γαλλικές προτάσεις για την ενσωμάτωση τής Γερμανίας στην ευρωπαϊκή οικονομία […] [Η] καθιέρωση τόσο τού [ευρωπαϊκού αυτού] σχεδίου όσο και άλλων ευρύτερων σχεδίων που θα μπορούσαν να προκύψουν στο μέλλον κρίνεται ιδιαίτερα σκόπιμη, δεδομένου ότι στη πρώτη γραμμή των μελημάτων τού Καπιτωλίου [έδρας τού Κογκρέσου] και τής αμερικανικής κυβέρνησης βρίσκονται χώρες για τις οποίες κρίνεται εύκολο ή επείγον να αναχαιτιστεί η σοβιετική επιρροή. Ενδεικτικά θα μπορούσα να αναφέρω την Ελλάδα, την Τουρκία, το Ιράν, την Αυστρία, ή ακόμη και την Ουγγαρία και την Ιταλία, πόσω δε μάλλον την Κορέα και την Κίνα. Εναπόκειται σε εμάς να εξασφαλίσουμε ότι η Γαλλία καθώς και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες δεν θα μείνουν εκτός νυμφώνος».[16]

Οι γάλλοι ιθύνοντες δεν έπαψαν στο εξής να αναπαράγουν τις «ανησυχίες τής [αμερικανικής] κυβέρνησης». Πριν ακόμα ο Μάρσαλ εκφωνήσει την (αναμενόμενη από μήνες) ομιλία του τής 5ης Ιουνίου στο πανεπιστήμιο τού Χάρβαρντ — ομιλία που δεν εξέπληξε απολύτως κανέναν, πόσω μάλλον τον Μονέ[17] — ο Μπιντό δούλευε διπλοβάρδιες. Ωστόσο, το «σχέδιο υπομνήματος προς την κυβέρνηση των ΗΠΑ», που έφερε ημερομηνία 28 Μαΐου [1947], φαίνεται να συντάχθηκε όχι από τον ίδιο αλλά από τον αποδέκτη του. Στο εν λόγω «υπόμνημα», εξέφραζε την υποστήριξή του για το σχέδιο ανοικοδόμησης μιας «ηπειρωτικής Ευρώπης» — η οποία, εννοείται, «δεν θα περιλάμβανε τις Βρετανικές Νήσους και τη Σοβιετική Ένωση» — μέσω «πιστώσεων που θα χορηγούνταν συνολικά από την αμερικανική κυβέρνηση». Σε αντίθεση λοιπόν με τη Βρετανία και την ΕΣΣΔ, «τα πρώην εχθρικά κράτη και ιδίως η Γερμανία επρόκειτο να μετάσχουν στο έργο αυτό τής ανοικοδόμησης». Στο τέλος, ο συντάκτης τού κειμένου το παράκανε με το λιβάνισμα, καθώς έκλεισε με την ευχή να πάψει πλέον η Γερμανία να αποτελεί για τους προϋπολογισμούς των δυτικών δυνάμεων «μια μαύρη τρύπα που καταπίνει αενάως εκατομμύρια δολάρια. Η ανοικοδόμηση [τής Γερμανίας] δεν θα γίνει μεμονωμένα, αλλά σε συνάρτηση με το συνολικό ευρωπαϊκό σχέδιο. Υποβάλλοντας μια τέτοια πρόταση και μάλιστα την επαύριο τού πολέμου, η Γαλλία επιθυμεί να υπογραμμίσει το εποικοδομητικό και φιλελεύθερο πνεύμα με το οποίο αντιμετωπίζει το μέλλον τού μέχρι πρότινος αντιπάλου της».[18]

Το συγκεκριμένο μοτίβο γνώρισε άπειρες παραλλαγές μετά την ομιλία στο Χάρβαρντ, που θεωρήθηκε από όλους ορόσημο για την ενσωμάτωση τής δυτικής Γερμανίας στην «Ευρώπη». Ενώ οι εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίες έταζαν στις δυτικές μάζες το Ελντοράντο τής «αμερικανικής βοήθειας», ο Μπιντό πέρασε το καλοκαίρι τού ’47 επικρίνοντας δημόσια τα γερμανικά σχέδια τής Ουάσινγκτον. Ωστόσο, είχε ήδη στις 5 Ιουνίου αποδεχτεί το αμερικανικό αίτημα να καλέσει στο Παρίσι τον υπουργό εξωτερικών των Εργατικών Έρνεστ Μπέβιν και τον Μολότοφ. Σκοπός τής ενέργειας αυτής ήταν να παραγκωνιστεί η ΕΣΣΔ, εμφανίζοντάς την, με τη βοήθεια τού ακραίου αντισοβιετικού βρετανού αξιωματούχου, ως αποκλειστικά υπεύθυνη για την — ούτως ή άλλως αναπόφευκτη, σύμφωνα με όλες τις καγκελαρίες — απόρριψη ενός τόσο γενναιόδωρου προγράμματος «βοήθειας» καθολικής εμβέλειας. Η επιδέξια αυτή τακτική εφαρμόστηκε με επιτυχία στα τέλη τού Ιουνίου, με συνέπεια ο Μπιντό, που διαδραμάτισε ρόλο ενορχηστρωτή τού όλου εγχειρήματος, να εισπράξει την επιβράβευση των αμερικάνων στις 9 Ιουλίου, τρεις μέρες πριν από την έναρξη τής Διάσκεψης για την ευρωπαϊκή οικονομική συνεργασία (CCEE/CEEC) — γνωστής και ως διάσκεψης των Δεκαέξι — στο Παρίσι. Ο αμερικανός υπουργός εμπορίου Ουίλιαμ Κλέιτον, περαστικός από το Παρίσι, τον συνεχάρη για το ότι κατόρθωσε να παρακάμψει τον ενοχλητικό σκόπελο τής ΕΣΣΔ «με πολύ επιδέξιο και ευέλικτο τρόπο». Παρ’ όλ’ αυτά ο Κλέιτον, ο οποίος μάλιστα ήταν επικεφαλής τού μεγαλύτερου αμερικανικού τραστ στον τομέα τού βάμβακος, τού επιβεβαίωσε αφενός την οριστική διάψευση των όποιων γαλλικών προσδοκιών αναφορικά με τον γερμανικό άνθρακα, δεδομένου τού ότι η Ουάσινγκτον απέκλειε την καταβολή κάθε είδους «επανορθώσεων» («δεν πρέπει να αναμένεται η καταβολή επανορθώσεων επί τής τρέχουσας παραγωγής [… ενώ επιπλέον οι επανορθώσεις] με τη μορφή εξοπλισμού παρουσιάζουν ελάχιστο ενδιαφέρον»), και αφετέρου την επίσημη λήξη τής ισχύος των συμφωνιών τής Γιάλτας και τού Πότσδαμ, κατά το μέρος που αφορούσαν τον περιορισμό τής [δυτικο]γερμανικής παραγωγής. Πράγματι, οι ΗΠΑ ήταν έτοιμες να αποκαταστήσουν την παραγωγή άνθρακα και χάλυβα τής περιοχής τού Ρουρ «στα προπολεμικά επίπεδα», με πρόσχημα την εξυπηρέτηση των αναγκών τής Γαλλίας και τής Ευρώπης. Εξάλλου, για την προώθηση τής ευρωπαϊκής τελωνειακής ένωσης, η Ουάσινγκτον χρησιμοποιούσε κατά κόρον το επιχείρημα ότι η μετατροπή τής ιμπεριαλιστικής Γερμανίας σε υπερδύναμη θα αποτελούσε εξαιρετική εξέλιξη για τους «ευρωπαίους» ανταγωνιστές της.

Στη συνέχεια, τα παράπονα τού Μπιντό όσον αφορά τον κίνδυνο επιβεβαίωσης τής προπαγάνδας τού ΓΚΚ άφησαν ασυγκίνητο τον Κλέιτον: «το βασικό επιχείρημα που χρησιμοποιούν οι κομμουνιστές είναι ότι οι ΗΠΑ και η Μεγάλη Βρετανία επιθυμούν να εξασφαλιστεί κατά προτεραιότητα η ανοικοδόμηση τής Γερμανίας και όχι τής Γαλλίας και ότι η γαλλική κυβέρνηση υπαναχωρεί από τις θέσεις της αναφορικά με τις επανορθώσεις, τη λεκάνη τού Ρουρ και τις λοιπές διεκδικήσεις της έναντι τής Γερμανίας». Ο Κλέιτον αδιαφόρησε επίσης και για τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις «τού Μπιντό […] όσον αφορά τον κίνδυνο τον οποίο ενέχει οποιαδήποτε δημόσια δήλωση που θα έδινε την εντύπωση στον γαλλικό λαό και γενικότερα στους ευρωπαίους πολίτες ότι έχουμε βάλει στο συρτάρι τις επανορθώσεις και ότι πρώτο μας μέλημα είναι πλέον η αύξηση τού οικονομικού δυναμικού τής Γερμανίας. Αν γινόταν μια τέτοια δήλωση, […] θα καταδικαζόταν σε αποτυχία η διάσκεψη που έχει προγραμματιστεί για το Σάββατο και, ως εκ τούτου, δεν πρόκειται να υπάρξει καμία Ευρώπη».[19] Στο εξής, τα παράπονα και οι απειλές, διατυπωμένες κατ’ επανάληψη στην εμπιστευτική αλληλογραφία τού Κε Ντ’Ορσέ ή ενώπιον των αγγλοσαξόνων απεσταλμένων, επρόκειτο να αποτελέσουν τον τρόπο διαχείρισης τού δίπτυχου «διαφωνία και συνθηκολόγηση».

Στις 12 Ιουνίου έλαβε χώρα η προγραμματισμένη Διάσκεψη των Δεκαέξι, όπου έλαμψαν με την απουσία τους οι εκπρόσωποι των δυτικών ζωνών τής Γερμανίας, οι οποίες επρόκειτο να ενσωματωθούν άμεσα και με πλήρη δικαιώματα στην εν λόγω «Ευρώπη». Λίγο αργότερα, ο Μπιντό έλαβε και επίσημη επιβεβαίωση, αφενός, ότι επρόκειτο να αρθούν οι περιορισμοί στα «επίπεδα τής γερμανικής βιομηχανικής παραγωγής», οι οποίοι απέρρεαν από τις διασυμμαχικές συμφωνίες τού 1945, και, αφετέρου, ότι ταυτόχρονα με τη διάσκεψη τού Παρισιού πραγματοποιούνταν αγγλοαμερικανικές συνομιλίες για τη «διαχείριση τής λεκάνης τού Ρουρ».

Καθώς η οργή, οι μεμψιμοιρίες και οι εκβιασμοί τού Μπιντό[20] είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, συνεχίστηκαν χωρίς άλλα παρατράγουδα οι συνεδριάσεις τής Διάσκεψης, η οποία προκάλεσε παραλήρημα στον Τύπο για το μάννα εξ ουρανού τής αμερικανικής «βοήθειας». Ο φαινομενικά έκδηλος «ευρωπαϊσμός» των εκπροσώπων των συμμετεχουσών χωρών, με προεξάρχοντες τους γάλλους απεσταλμένους, διαψεύστηκε από τα γεγονότα: κάθε χώρα παρουσίασε τα αιτήματά της για δολαριακές πιστώσεις που ανταποκρίνονταν στο εθνικό της πρόγραμμα ανοικοδόμησης και/ή εκσυγχρονισμού (η δεύτερη περίπτωση αφορούσε τις λεγόμενες «ουδέτερες» χώρες). Στα τέλη Αυγούστου, το συνολικό τους ποσό έφτασε στα 29,2 δις δολάρια (πάντοτε εξαιρουμένης τής Γερμανίας). Εξοργισμένη, η κυβέρνηση τής Ουάσινγκτον έστειλε πάραυτα τον Κλέιτον στο Παρίσι, με σκοπό την επανασύνταξη τής «συνοπτικής έκθεσης» τής Διάσκεψης,[21] καθώς το κείμενο τής έκθεσης «δεν ανταποκρινόταν στους προτεινόμενους στόχους» και, ως εκ τούτου, είχε προκαλέσει «πολύ κακή εντύπωση στις ΗΠΑ». Τα «έξι σημεία» που ο αμερικανός υπουργός εμπορίου υπαγόρευσε στους «ευρωπαίους» στις 10 και 11 Σεπτεμβρίου τού 1947 συνοψίζουν συνολικά το παγκόσμιο και ευρωπαϊκό εμπορικο-χρηματοδοτικό πρόγραμμα τής Ουάσινγκτον, το οποίο ήταν σε γνώση τής Τράπεζας τής Γαλλίας από το 1943:

«(1) Να βελτιωθούν και να διευκρινισθούν οι όροι τού κεφαλαίου τής τελικής έκθεσης που αφιερώνεται στην εσωτερική χρηματοπιστωτική και οικονομική σταθεροποίηση·
(2) να διευκρινισθούν οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνει κάθε χώρα αναφορικά με την εκτέλεση τού οικείου προγράμματος παραγωγής·
(3) να ενισχυθούν οι αμοιβαίες δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν από τις συμμετέχουσες χώρες αναφορικά με την ευρωπαϊκή συνεργασία, την εσωτερική σταθεροποίηση, κ.τ.λ.·
(4) να αποσαφηνιστεί το τμήμα για την αύξηση τού εξωτερικού εμπορίου (μείωση των ποσοτικών περιορισμών και τελωνειακές ενώσεις)·
(5) να αποσυνδεθούν οι ανάγκες εξοπλισμού από τις ανάγκες σε πρώτες ύλες και καταναλωτικά προϊόντα·
(6) να προβλεφθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια η δημιουργία ενός μονίμου ευρωπαϊκού οργανισμού, ο οποίος, σε περίπτωση που χορηγηθεί η αμερικανική βοήθεια, θα είναι επιφορτισμένος με τον έλεγχο τής εφαρμογής τού ευρωπαϊκού προγράμματος».[22]

Εδώ ο Κλέιτον περιγράφει σε αδρές γραμμές τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας (OECE/EOEC), που θα ιδρυόταν επισήμως στις 16 Απριλίου τού 1948. Η εκ γενετής αδυναμία τού εν λόγω φορέα δεν οφειλόταν — όπως θέλει ο μύθος που διαιωνίζεται από τον ακαδημαϊκό «ευρωπαϊσμό» — στο γεγονός ότι οι βρετανοί έθεταν βέτο στο πρόσωπο τού «αυταρχικού» του προέδρου Σαρλ-Ανρί Σπάακ. Στην περίοδο μετά το 1935, ο πρώην αυτός «αριστερός» σοσιαλιστής και ελευθεροτέκτονας διακρίθηκε ως «κατευναστής» υπουργός και, στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια τού Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, υπηρέτησε με δουλοπρέπεια πρώτα τους γερμανούς (στάση που υιοθέτησε στην αρχή τού πολέμου) και κατόπιν τούς αμερικάνους. Στο εξής «ευρωπαίος» και άνθρωπος για όλες τις δουλειές τής κυβέρνησης τής Ουάσινγκτον (οικονομικές, πολιτικές, ατλαντικο-στρατιωτικές κ.ο.κ.), αποτέλεσε, όπως θα δούμε, μέλος τής στρατιάς των έμμισθων συνεργατών τής CIA.[23]

Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας ήταν εξαρχής το μαλακό υπογάστριο τού συστήματος, καθώς, όπως είχε επισημάνει η Διεύθυνση Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων τού Κε Ντ’Ορσέ, τελούσε «υπό την πλήρη κηδεμονία των ΗΠΑ» και δεν διέθετε «εξουσίες ελέγχου και ανάληψης πρωτοβουλιών»[24] (θα αναφερθώ στη συνέχεια στον γάλλο γενικό γραμματέα τού οργανισμού, τον οποίο διόρισαν οι αμερικάνοι, τον Ρομπέρ Μαρζολέν, που ήταν ανώτερος δημόσιος λειτουργός και συνάρχης το 1937 και, κατόπιν, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό εξαρτημένος από τους αμερικάνους όσο και ο Μονέ).[25]

Οι πτυχές αυτού τού καθαρά αμερικανικού προγράμματος που σχετίζονταν με την «εσωτερική […] σταθεροποίηση» — όπερ έστι μεθερμηνευόμενο, τον δομικό αποπληθωρισμό των μισθών — ήταν οπωσδήποτε ελκυστικές για κάθε επίδοξο μέλος τής διαδικασίας τής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ωστόσο, ορισμένες προοπτικές που είχαν να κάνουν με τον διεθνή καταμερισμό τής εργασίας προκαλούσαν αποτροπιασμό, ενώ οι οικονομικές και στρατιωτικές πτυχές τού προγράμματος που αφορούσαν ειδικά τη Γερμανία ήταν ζοφερές και δυσοίωνες, πράγμα που έγινε φανερό στις συνεδριάσεις που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ Φεβρουαρίου και Ιουνίου 1948 στο πλαίσιο τής τριμερούς διάσκεψης τού Λονδίνου (με τη συμμετοχή των ΗΠΑ, τού Ηνωμένου Βασιλείου και τής Γαλλίας).

Ο γάλλος απεσταλμένος Ρενέ Μασιλί — όψιμος γκωλικός (1943) και τότε πρέσβης τής Γαλλίας στο Λονδίνο — ήταν, όπως και ο επικεφαλής τού Κε Ντ’Ορσέ, ένας αμετανόητος «κατευναστής». Έχοντας, το 1938, αναλάβει προσωπικά να προετοιμάσει την εγκατάλειψη τής Τσεχοσλοβακίας, αντιλαμβανόταν απόλυτα το γεγονός ότι οι «εγγυήσεις» που δόθηκαν στη γαλλική πλευρά επρόκειτο να αποτελέσουν κενό γράμμα (πράγματι, οι υποτιθέμενες «εξουσίες» τού μελλοντικού «Διεθνούς Οργανισμού Ελέγχου τής Ρουρ», που το 1949 θα μεταβαπτιζόταν σε «Διεθνή Αρχή τής Ρουρ» [AIR] και όπου οι Αμερικάνοι απαιτούσαν την παρουσία και το δικαίωμα ψήφου των γερμανών, επρόκειτο να καταστούν συντόμως «άνευ αντικειμένου»). Στις 4 Μαρτίου τού 1948, έχοντας πλήρη επίγνωση των ιστορικών γεγονότων, ο Μασιλί θα περιγράψει με ρόδινα χρώματα την παρελθούσα [γαλλο-γερμανική] «συμφιλίωση»: «Εκείνη την εποχή, πριν από εικοσιδύο χρόνια, εργαζόμαστε σε κλίμα αισιοδοξίας και, όταν κάποιοι οργανισμοί ή φορείς απαιτούσαν την άμεση επίλυση ορισμένων ζητημάτων που αφορούσαν τον αφοπλισμό, η απάντηση που δινόταν ήταν ότι στο μέλλον θα βρίσκαμε τις λύσεις, πράγμα που ποτέ δεν έγινε».[26] Ομοίως, η υπόσχεση για τη δημιουργία μιας στρατιωτικής υπηρεσίας ασφαλείας [OMS], η οποία δόθηκε στη δεύτερη συνεδρίαση τής διάσκεψης τού Λονδίνου και η οποία περιλήφθηκε στο τελικό κείμενο των συμφωνιών, αποδείχτηκε κενή περιεχομένου (επρόκειτο απλώς για «κατ’ αρχήν συμφωνία», πράγμα που κατέστη προφανές κατά την εποχή τού Σουμάν).[27] Προφανώς, για να χρυσώσει το πικρό χάπι, ο αμερικανός απεσταλμένος στη διάσκεψη Λίουις Ντάγκλας — χρηματιστής, σύμβουλος τού επιτελείου τού Κλέι το 1946 για την οικονομική ανασυγκρότηση τής Γερμανίας και τότε πρέσβης στο Λονδίνο — προέβαλε το επιχείρημα, που χρησιμοποιούνταν και στην εποχή τού σχεδίου Ντόους και των συμφωνιών τού Λοκάρνο, ότι η σύναψη βιομηχανικών συμμαχιών με επίκεντρο την εκμετάλλευση τής κοιλάδας τού Ρουρ αποτελούσε προαπαιτούμενο για την επίτευξη πραγματικής «ασφάλειας». Στα τέλη Φεβρουαρίου τού 1948, ο Ντάγκλας επανέλαβε τη γνωστή πλέον ευρωπαϊκή επωδό τού Ντάλες και έδωσε ελπίδες για επιστροφή στις προπολεμικές πρακτικές των καρτέλ: «ο έλεγχος τής κοιλάδας τού Ρουρ, που πρέπει, ουσιαστικά, να εξεταστεί υπό το πρίσμα τής συνεργασίας με τη δυτική Ευρώπη, θα πρέπει να περιέλθει στην αρμοδιότητα μιας διεθνούς αρχής, η οποία, […] κατά την περίοδο που η δυτική Ευρώπη θα εμφανίζει έλλειμμα, θα επιφορτιστεί με τον συντονισμό τής βιομηχανικής δραστηριότητας τής Γαλλίας και των χωρών τού Μπενελούξ […] Σε περιόδους ευημερίας, ένα τέτοιο καθεστώς θα συντελούσε στην εξάλειψη των τεχνητών εμποδίων στον ελεύθερο ανταγωνισμό των οικονομικών δυνάμεων».[28] Τον Απρίλιο τού ίδιου έτους, ο Ντάγκλας διευκρίνισε ότι η προοπτική δημιουργίας τής εν λόγω «αρχής» «παρουσίαζε ενδιαφέρον μόνον εφόσον θα περιελάμβανε και άλλες βιομηχανικές περιοχές ανάλογης δομής, όπως για παράδειγμα, τη Λορένη», που, επομένως, προοριζόταν να υπαχθεί στην ίδια διαδικασία αμερικανογερμανικού «εξευρωπαϊσμού».[29]

Ωστόσο, η διαλλακτικότητα και οι καλές προθέσεις τής γαλλικής κυβέρνησης αναφορικά με το ζήτημα τής Γερμανίας περιορίζονταν στο επίπεδο των προφορικών ή γραπτών εξαγγελιών. Υπό το βάρος των ισχυρών πιέσεων τού Μπονέ, ο Μπιντό πολλαπλασίασε τις φιλοευρωπαϊκές δηλώσεις του — γεμάτες αιχμές εναντίον τής Σοβιετικής Ένωσης και τής Βρετανίας — μη διστάζοντας να χρησιμοποιήσει ακόμη και φτηνά τεχνάσματα. Τον Μάρτιο τού 1948 στο Τορίνο, κατέληξε σε σχέδιο συμφωνίας με την Ιταλία, που όπως και η Γαλλία εφάρμοζε πολιτική προστατευτισμού, για τη δημιουργία μιας «τελωνειακής ένωσης». Στην πραγματικότητα, το εν λόγω σχέδιο, που από πλευράς περιεχομένου και διατύπωσης αποτελούσε το άκρον άωτον τού «ευρωπαϊσμού», δεν είχε καμία σχέση με την «απελευθέρωση τού εμπορίου», αλλά προοριζόταν να βοηθήσει την ιταλική χριστιανοδημοκρατία να αποσπάσει από το μέτωπο τής αριστεράς, τού οποίου ηγείτο το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, τη νίκη στις εκλογές τής 18ης Απριλίου. Επιπλέον, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Μπιντό θα μπορούσε να καυχιέται στους αμερικάνους για τις «ιδιαίτερα αποτελεσματικές πρωτοβουλίες» που ανέλαβε. Όπως, όμως, τού εξήγησε επανειλημμένα ο Μπονέ, το μέγεθος των δολαριακών πιστώσεων τού μελλοντικού σχεδίου Μάρσαλ θα ήταν ανάλογο με την «εποικοδομητική ευρωπαϊκή πολιτική» που θα εφάρμοζε η Γαλλία.[30]

Από τον Μπιντό στον Σουμάν

Ο Μπιντό εγκατέλειψε το υπουργείο εξωτερικών τον Ιούλιο τού 1948, μετά την έναρξη τής δεύτερης φάσης των τριμερών συμφωνιών που έβαλαν οριστικά ταφόπετρα στη «γερμανική πολιτική» τής Γαλλίας.[31] Η κυβέρνηση τού Παρισιού, που, τουλάχιστον από τον Ιανουάριο τού 1945, παρακολουθούσε από κοντά τα στάδια τού (στενώς εννοούμενου) επανεξοπλισμού τού διάδοχου κράτους τού γερμανικού Ράιχ, γνώριζε ότι σύντομα θα ετίθετο και το ζήτημα αυτό. Καταβεβλημένος και χωρίς να διαθέτει εναλλακτική πολιτική, όπως, άλλωστε, συνέβη και με τον προκάτοχό του Εριό,[32] ο πρώην επικεφαλής τού Εθνικού Αντιστασιακού Συμβουλίου αρνήθηκε να αναλάβει την ευθύνη τής ένταξης τής γαλλικής ζώνης κατοχής στη διζωνία και, κυρίως, την ευθύνη των στρατιωτικών συνεπειών τής απόφασης αυτής. Η πραγματικότητα, λοιπόν, απέχει παρασάγγας από την θέση τού Τζίλιγχαμ, την οποία δανείστηκε από τον πολιτειολόγο Άλφρεντ Γκρόσερ και σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση τού Παρισιού εξάντλησε τα αποθέματα χρόνου και επιρροής που διέθετε όσον αφορά το ζήτημα τής τύχης τής Γερμανίας, καθώς καθυστέρησε υπερβολικά να αποδεχτεί τη συγχώνευση των ζωνών κατοχής, επιμένοντας σε μια ανόητη πολιτική «α λα Ρισελιέ», με αποτέλεσμα να πέσει θύμα τής μεγαλομανίας της.[33]

Η κυβέρνηση τού Λονδίνου, η οποία ενέδωσε πρώτη στις πιέσεις, είχε ελάχιστο ή καθόλου λόγο στις αποφάσεις που αφορούσαν τη διζωνία, ενώ η πολιτική επιρροή που διέθετε η Γαλλία όσον αφορά το γερμανικό ζήτημα περιοριζόταν απλώς στην ικανότητα όχλησης έναντι των συμμάχων και, όσον αφορά την οικονομία, στην αξιοποίηση των περιορισμένων πόρων τής ζώνης κατοχής, που της είχε παραχωρηθεί, εν τη απουσία της, από τους Αγγλοαμερικάνους στη Γιάλτα. Η πολιτική της παραλυσία στο θέμα τής Γερμανίας δεν οφειλόταν στην αδιαλλαξία της όσον αφορά τη συγχώνευση των τριών ζωνών κατοχής. Η ικανότητα αυτόνομης δράσης της ήταν αλληλένδετη με την σχετική αυτονομία που διέθετε στη ζώνη τής κατοχής της. Ως εκ τούτου, θα επέμενε, μέχρι τελευταίας στιγμής, στην άρνησή της να αποδεχτεί τη συγχώνευση, η οποία μάλιστα συνέπεσε με το τέλος τής θητείας τού Μπιντό.

Η τακτική κωλυσιεργίας, που επομένως δεν οφειλόταν στην άγνοια ή στην αδιαλλαξία της, τής επέτρεψε να παρατείνει την καταβολή «εισφορών» και «επανορθώσεων», να συνεχίσει να εφαρμόζει (ήπιες) μεταρρυθμίσεις, για παράδειγμα στον τομέα τής εκπαίδευσης, και να παρακάμπτει κάθε διαδικασία ενοποίησης (όσον αφορά τις ζώνες κατοχής, το συνδικαλιστικό σύστημα, κ.ο.κ.) — πρακτικές στις οποίες έθεσε άμεσο τέλος η αμερικανική κηδεμονία. Επομένως, η κυβέρνηση τού Παρισιού δεν περίμενε μέχρι την οριστική υπονόμευση τού κλίματος τής τετραμερούς συνεννόησης για να «διαπιστώσει» — όπως έκανε καθυστερημένα ο γενικός γραμματέας τού Κε Ντ’Ορσέ Ζαν Σοβέλ «ενώπιον τού αμερικανού πρέσβη στο Παρίσι Τζέφερσον Κάφρι» τον Ιανουάριο τού 1948 — ότι «η γαλλική κυβέρνηση [αντιμετωπιζόταν] με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως και η σοβιετική κυβέρνηση».[34]

Το πικρό ποτήρι που απέφυγε να πιει ο Μπιντό το γεύτηκε τελικά ο διάδοχός του και «πατέρας τής Ευρώπης» Ρομπέρ Σουμάν, ο οποίος ήταν επίσης ηγετικό στέλεχος τού MRP.[iii] Η σταδιοδρομία τού Σουμάν αξίζει λεπτομερούς ανάλυσης. Γερμανόφιλος, κληρικαλιστής καθολικός και φανατικός πολέμιος τού «επαίσχυντου» λαϊκού σχολείου, είχε στον μεσοπόλεμο στηρίξει το κίνημα για την αυτονομία τής Αλσατίας, που χρηματοδοτήθηκε από το Ράιχ πριν και μετά την άνοδο τού Χίτλερ στην εξουσία. Ο εδαφικός του «αναθεωρητισμός» (υπέρ των διεκδικήσεων των ούγγρων, των ουστάσι, κ.τ.λ.), που στρεφόταν ενάντια στη συνθήκη των Βερσαλλιών, ήταν γνωστός τοις πάσι. Στη Μοζέλ, είχε διευθύνει το παράρτημα τής οργάνωσης Action catholique [Καθολική Δράση] των Βεντέλ, η οποία ήταν εξίσου φασιστική, αντισημιτική και αντικομμουνιστική, όπως και οι λίγκες που χρηματοδοτούνταν από την ίδια δυναστεία (ο Σουμάν συμμετείχε, άλλωστε, σε δύο εξ αυτών). Έχοντας υπερψηφίσει την πρόταση για την ανάθεση απόλυτων εξουσιών στον Πετέν και έχοντας παραμείνει στη θέση τού υφυπουργού στο Υπουργείο Προσφύγων στην αρχή τού καθεστώτος τού Βισί, θα επιστρέψει στη συνέχεια στη Μοζέλ, που είχε στο μεταξύ προσαρτηθεί στο Ράιχ, και θα καταστρέψει «εσκεμμένα […] τα προσωπικά του έγγραφα τον Σεπτέμβριο τού 1940». Η δράση του επί κατοχής δεν εξετάστηκε από την ανακριτική διαδικασία τού Ανωτάτου Δικαστηρίου (όπως, άλλωστε, συνέβη και με τον Ζαν Προυβόστ[35]), αλλά τον Σεπτέμβριο τού 1945 εξακολουθούσε να συντρέχει κώλυμα εκλογιμότητας στο πρόσωπό του, λόγω αποκλειστικά των γνωστών ενεργειών που ανέλαβε το καλοκαίρι τού 1940.[36] Αφού ανέκτησε τα πολιτικά του δικαιώματα, ανέλαβε τον Ιούνιο τού 1946 το περίοπτο αξίωμα τού υπουργού των οικονομικών.

Υπουργός εξωτερικών από τον Ιούλιο τού 1948 έως τον Δεκέμβριο τού 1952, θέση στην οποία ανήλθε και την οποία διατήρησε χάρη στις πιέσεις τής Ουάσινγκτον, ο Ρομπέρ Σουμάν αποτέλεσε πρόσωπο-σύμβολο τής πολιτικής μετάβασης των γαλλικών ελίτ από τη φάση τού «μπλίτσκριγκ» στη φάση τής «παξ αμερικάνα» (ή τουλάχιστον τής συμβατότητας μεταξύ των δύο αυτών προσανατολισμών). Η αρχή τής θητείας του συνέπεσε με την ίδρυση τής «Αμερικανικής Επιτροπής για την Ενωμένη Ευρώπη» [ACUE] από τους πρώην επικεφαλής τού «Γραφείου Στρατηγικών υπηρεσιών» [OSS], οι οποίοι από το 1947 είχαν αναλάβει τα ηνία τής Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών [CIA], τής διάδοχης υπηρεσίας τού OSS: ο αντιδραστικός καθολικός Ουίλιαμ Τζόζεφ Ντόνοβαν και ο προτεστάντης Άλεν Ντάλες, που ήταν ο μικρότερος αδελφός τού Φόστερ και ο οποίος ίδρυσε ουσιαστικά τη μελλοντική Γερμανία κατά την περίοδο που υπηρετούσε στη Βέρνη από τον Νοέμβριο τού 1942 έως τον Μάιο τού 1945, διορίστηκαν πρόεδρος και αντιπρόεδρος αντίστοιχα τής ACUE (και οι δυό τους γνωστοί από παλιά γερμανόφιλοι και ρωσόφοβοι, όπως εξάλλου και οι ομόλογοί τους).

Εύκολα γίνεται αντιληπτός ο λόγος για τον οποίο η κυβέρνηση τής Ουάσινγκτον έτρεφε τέτοια αγαθά αισθήματα για τον Σουμάν, εφόσον διαβάσει κανείς τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα των αμερικανικών Εθνικών Αρχείων, τα οποία ο βρετανός δημοσιογράφος Άμπροουζ Έβανς–Πρίτσαρντ συνοψίζει ως εξής: «οι ηγέτες τού ευρωπαϊκού κινήματος [, όπως για παράδειγμα] ο οραματιστής Ρομπέρ Σουμάν και ο πρώην βέλγος πρωθυπουργός Πολ-Ανρί Σπάακ, αντιμετωπίζονταν εν γένει ως μισθοφόροι [hired hands] από τους αμερικανούς χρηματοδότες τους. Η διαχείριση τού ρόλου των ΗΠΑ είχε τα χαρακτηριστικά “καλυμμένης επιχείρησης” [πράγμα που αποτελούσε τον κανόνα όσον αφορά τις επιχειρήσεις τής CIA]. Η χρηματοδότηση τής ACUE προερχόταν από τα ιδρύματα Φορντ και Ροκφέλερ, όπως επίσης και από επιχειρηματικούς ομίλους που διατηρούσαν στενούς δεσμούς με την αμερικανική κυβέρνηση».[37][iv]

Οι αμερικάνοι είχαν ανάγκη από έναν τέτοιο υπουργό για τον χειρισμό τού ευαίσθητου ζητήματος τής επίσημης αναμεταβίβασης στους γερμανούς βαρόνους τού Ρουρ τής κυριότητας των ορυχείων και των υψικαμίνων τους, η οποία συντελέστηκε τον Νοέμβριο τού 1948,[38] και γενικότερα για την αντιμετώπιση τής Γαλλίας ως αμελητέας ποσότητας: τον Σεπτέμβριο τού 1949, οι όροι με τους οποίους έγινε η υποτίμηση τού μάρκου υπογράμμισαν την γαλλική ανυποληψία όσον αφορά το γερμανικό ζήτημα.[39] Οι ικεσίες τού Μπονέ και τής ισχυρής «αμερικανικής» κλίκας που κυριαρχούσε στον κρατικό μηχανισμό (με επικεφαλής τα κόμματα τού αμερικανικού μονοδρόμου MRP και SFIO) έπιασαν τόπο, με αποτέλεσμα την παράταση τής θητείας τού Σουμάν παρά τους απανωτούς κυβερνητικούς μεταχηματισμούς: όπως διαβεβαίωσε και ο αμερικανός πρέσβης, η Ουάσινγκτον θεωρούσε τον «[αμερικανό] πατέρα τής Ευρώπης» ως την ιδανικότερη επιλογή για τη θέση τού υπουργού των εξωτερικών.


[1] Bruce Kuklick, American Policy and the Division of Germany. The clash with Russia over Reparations, Ithaca, Cornell UP, 1972 (που παραμένει αμετάφραστο [στα γαλλικά]).
[2] Τεράστια η σχετική βιβλιογραφία από την οποία ενδεικτικά αναφέρουμε: Carolyn Eisenberg, Drawing the Line. The American decision to divide Germany, 1944-1949, New York, Cambridge UP, 1996· Gabriel Kolko, The Politics of War. The World and the United States Foreign Policy, 1943-1945, New York, Random House, 1969· G. & Joyce Kolko, The Limits of power. The World and the United States Foreign Policy 1945-1954, New York, Harper and Row, 1972, κ.λπ.
[3] Lacroix-Riz, «Négociation et signature des accords Blum-Byrnes (octobre 1945-mai 1946)», revue d’histoire moderne contemporaine (rhmc), αρ. 31-3, 1984, σελ. 417-447, και Le choix de Marianne: les relations franco-américaines de 1944 à 1948, Éditions sociales,‎ 1986, σποράδην· Régine Perron, Le marché du charbon, un enjeu entre l’Europe et les États-Unis, Paris, Publications de la Sorbonne, 1996, σελ. 55-114.
[4] Lacroix-Riz, «Réflexion sur un ouvrage récent (1992) [Ι-ΙΙ]» (Προβληματισμός για ένα πρόσφατο σύγγραμμα:] Bossuat, L’Europe occidentale à l’heure américaine. Le Plan Marshall et l’unité européenne 1945-1952, Bruxelles, Complexe, 1992), Cahiers d’histoire de l’institut de recherches marxistes (chirm), αρ. 54, 1994, σελ. 115-140, και αρ. 55, σελ. 115-153 (σελ. 54).
[5] Henri Bonnet, Ουάσινγκτον, τηλ. 861, 14 Φεβρουαρίου, τηλ. 1264-1266, 7 Μαρτίου, και επιστολή 449, 28 Μαρτίου 1945, «B Αμερική ΗΠΑ 1944-1960 (ΗΠΑ 1944)», 233 MAE.
[6] Ζήτημα καθοριστικής σημασίας για την ιστορία τής Ευρώπης: Gunnar Adler-Karlsson, Western Economic Warfare 1947-1949. A Case Study in Foreign Economic Policy, Stockholm, 1968· Lacroix-Riz, L’économie suédoise entre l’Est et l’Ouest 1944-1949: neutralité et embargo, de la guerre au Pacte Atlantique, Paris, L’Harmattan, 1991· «Plan Marshall et commerce Est-Ouest: continuités et ruptures (cas français et perspective comparative) 1945-1952», I & II, Μελέτες και Κείμενα, τόμ. 4, 1992, σελ. 415-448 και 448-480· III, Πρακτικά Συμποσίου, Imprimerie nationale, Paris, 1993, σελ. 650-683· και «La Scandinavie et l’Europe d’après-guerre: projets et prises de positions de la guerre à 1947», στο Plans des temps de guerre pour l’Europe d’après-guerre 1940-1947 (υπό την επιμέλεια τού Michel Dumoulin), Bruxelles, Bruylant, 1995.
[7] Σημειώματα 30, 18, 144 τού Raymond Dreux, Ουάσινγκτον, 14¸15 Ιανουαρίου και 14 Μαρτίου 1947, «ΗΠΑ 1944», 233, MAE.
[8] Σημείωμα για τη Διάσκεψη τού Χάρτη Εμπορίου και Απασχόλησης στην Αβάνα και τη Γενεύη, 1948, «ΗΠΑ 1944», 233, MAE.
[9] Επιστολή 393 τού Dreux, 15 Σεπτεμβρίου 1949, «ΗΠΑ 1944», 233, και γενικότερα τα υπόλοιπα έγγραφα στον ίδιο τόμο και στους τόμους 234-235, MAE.
[10] Lacroix-Riz, Marianne, σελ. 13-127· «Une “politique douce” précoce : Paris face à la politique allemande de Washington 1944-1945», rhmc, αρ. 38-3, 1991, σελ. 428-461· «La perception française de la politique américaine en Europe de 1945 à 1948», chirm, αρ. 25, 1986, σελ. 119-129 (119-154), «La dénazification économique de la zone d’occupation américaine», Revue historique, αρ. 574, 1991, σελ. 303-337 (303-347), «“Bonne Allemagne” ou reconstruction prioritaire: Paris et Washington du départ du Général de Gaulle à la Conférence de Moscou (janvier 1946-printemps 1947)», Guerres mondiales et conflits contemporains (gmcc), αρ. 169, 1993, σελ. 157-163 (137-177).
[11] Ιανουάριος 1947, «Ευρώπη Γερμανία 1944-1949» (Γερμανία), 76, και «ΗΠΑ 1944», 174, όπου και τα τηλ. τού Μπονέ 210-211, 223-235, 236-237, Ουάσινγκτον, 18 ιανουαρίου 1947, MAE.
[12] Σημείωμα 21.1.1/00.303/SD, 28 Ιανουαρίου 1947, B-ΗΠΑ, 9-1, εξωτερική πολιτική, Οκτώβριος 1946-Αύγουστος 1947 (κείμενα που συμβουλεύθηκα πριν την οριστική τους ταξινόμηση, VCCD). Για την έννοια τής ΜΚΑΠ/NCLP, Lacroix-Riz, «Réflexion», cirm, αρ. 57, Marianne, σποράδην, και «Du bon usage de la “politique de la gauche non communiste”», chirm, αρ. 30, 1987, σελ. 75-104. Για τις αρχές τού 1947, «Bonne Allemagne».
[13] Επιστολή 73 τού Bonnet, Ουάσινγκτον, 8 Ιανουαρίου 1947, «ΗΠΑ 1944», 174, MAE.
[14] Lacroix-Riz, Marianne, σελ. 111-122, και «La transformation d’un ami en ennemi: l’URSS, le Quai d’Orsay, Washington et la presse entre l’alliance de guerre et la guerre froide, 1941-1948», στο Pratiques et cultures politiques dans la France contemporaine. Hommage à Raymond Huard (υπό την επιμέλεια τού Jean Sagnes), Montpellier, Université Paul Valéry, 1995, σελ. 126-128 (111-149).
[15] Κεντρικό μοτίβο των αμερικάνων «αναθεωρητικών» ιστορικών από τη δημοσίευση τού έργου τού William A. Williams, The Tragedy of American Diplomacy, New York, Dell Publishing C°, New York, 1972 (1η έκδ. 1959).
[16] Τηλ. 1251 τού Bonnet, Ουάσινγκτον, 18 Απριλίου 1947, CE 44, A229, VCCD, MAE.
[17] Η ομιλία τής «5 Ιουνίου τού 1947 μάς εξέπληξε όλους», Monnet, Mémoires [Απομνημονεύματα] (εν γένει ψευδή), Paris, Seuil, 1976, σελ. 315.
[18] Προαναφερθέν σχέδιο υπομνήματος, 28 Μαΐου 1947, CE 44, A229, MAE.
[19] Προαναφερθείσα διάσκεψη, 9 Ιουλίου 1947, Y 45.9, CCEE,1, VCCD, MAE.
[20] Τηλ. Bidault στον Massigli, Παρίσι, 18 Ιουλίου 1947, CE 44, A229, MAE.
[21] New York Times, 26 και 28 Αυγούστου 1947.
[22] Τηλ. Bidault στους Bonnet και Massigli, Παρίσι, 12 Σεπτεμβρίου 1947, MAE, A.22.9.2 C II, VCCD.
[23] Για τον «αυταρχικό» Σπάακ, βλ. Τζίλιγχαμ (ο οποίος υιοθετεί την γαλλική οπτική), Coal, steel and the rebirth of Europe 1945-1955: the Germans and French from Ruhr conflict to economic community, Cambridge, Cambridge UP, 1991, σελ.129, 134, 146-8, 176· πβ. ALR op. & art. cit. (για την προπολεμική περίοδο, Le Choix de la défaite: les élites franfaises dans les années 1930, Paris, Armand Colin, 2010, σελ. 418)· για το ότι ήταν μίσθαρνο όργανο τής CIA, infra.
[24] Σημείωμα DAEF (Διεύθυνση Οικονοµικών και ∆ηµοσιονοµικών Υποθέσεων-Υπ.Εξ.) για Bidault, 28 Μαΐου 1948, MAE, A.22.9. 2 C IV, VCCD.
[25] «Διευθυντικά στελέχη» τής «μυστικής φασιστικής οργάνωσης με την επωνυμία France 1950 (ή F. 1950)», 17 Απριλίου 1937 (όταν ο Μαρζολέν ήταν 26 ετών), πίνακας στο (αχρονολόγητο) σημείωμα τής RGSN [Υπηρεσίας Γεν. Πληροφοριών Εθν. Ασφάλειας] «Extrait d’un dossier sur la synarchie et le CSAR» [Απόσπασμα φακέλου για την συναρχία και τη Μυστική Επιτροπή Επαναστατικής Δράσης [CSAR]], F7 15343, AN (Choix, σελ. 252-253), στοιχεία στις ίδιες πηγές και για τον Αντρέ Φιλίπ, πβ. κατωτέρω.
[26] Πρακτικά 8ης συνεδρίασης, 4 Μαρτίου 1948, Y 1944-1949. Για την περίοδο 1938-1944, ευρετήριο ονομάτων Choix· De Munich à Vichy: L’assassinat de la Troisième République (1938-1940), Paris, Armand Colin, 2008· Industriels et banquiers français sous l’Occupation, Paris, Armand Colin, 2013.
[27] Σημείωμα για την OMS, επισυνημμένο στην επιστολή με ημερομηνία 16 Ιουλίου 1948, Y 1944-1949, 357 (και 357-358), MAE.
[28] Τηλ. 757-762 Massigli, και πρακτικά συνεδρίασης, 27 Φεβρουαρίου 1948, Y 1944-1949, 300, MAE.
[29] Κοινοποίηση που έλαβε η γαλλική αντιπροσωπεία στις 22 Απριλίου τού 1948, Y 1944-1949, 304, MAE.
[30] Μπονέ, τηλ. 15 Μαρτίου, A.22.9. 2 C II, 1284, 23ης Μαρτίου, ΗΠΑ, 9.1.1948 (VCCD), 9 Απριλίου, Y 45.9, CCEE, II, 15 Μαρτίου 1948 (και αλληλογραφία του ίδιου μήνα), ΗΠΑ 1944, 162, MAE· Lacroix-Riz, «La perception française de la politique américaine», σελ. 135· «Puissance ou dépendance française ? La vision des “décideurs” des Affaires étrangères en 1948-1949», στο La puissance française en question (συλλ. έργο υπό την επιμέλεια των René Girault & Robert Frank), Paris, Publications de la Sorbonne, 1988, σελ.70-71 (53-76).
[31] Y 1944-1949, 300-309, τριμερής διάσκεψη, Λονδίνο, Φεβρουάριος-Ιούνιος 1948, MAE.
[32] Lacroix-Riz, «Sécurité française et menace militaire allemande avant la conclusion des alliances occidentales: les déchirements du choix entre Moscou et Washington (1945-1947)», Relations internationales, αρ. 51, 1987, σελ. 289-312· «Vers le Plan Schuman: les jalons décisifs de l’acceptation française du réarmement allemand (1947-1950), I & II, gmcc, 1989, αρ. 155, σελ. 25-41 και αρ. 156, σελ. 73-87· «La France face à la menace militaire allemande au début de l’ère atlantique: une alliance militaire redoutée, fondée sur le réarmement allemand (1947-1950)», Francia 16-3, 1990, σελ. 49-64 (49-71).
[33] Gillingham, Coal, σελ. 151, 158· Alfred Grosser, La IV République et sa politique extérieure, Paris, Armand Colin, 1961· και Les Occidentaux, Paris, Seuil, 1981, σποράδην.
[34] Σημείωμα για τις συνομιλίες τής 10ης και 12ης Ιανουαρίου 1948· έγγραφα υπαλλήλων, ιδιωτικά έγγραφα, αρχείο Μπονέ, σχετική αλληλογραφία (αρχείο Μπονέ), MAE.
[35] Lacroix-Riz, Choix, Munich & Le Vatican, l’Europe et le Reich de la Première Guerre mondiale à la Guerre froide (1914-1955), Paris, Armand Colin, 2010 (ευρετήριο ονομάτων)· τα επιβαρυντικά αυτά στοιχεία αναφέρονται ακόμα και από τους αγιογράφους του: Raymond Poidevin, Robert Schuman, homme d’État 1886-1963, Paris, Imprimerie nationale, 1986, & François Roth, Robert Schuman. 1886-1963. Du Lorrain des frontières au père de l’Europe, Paris, Fayard, 2008 (καταστροφή τού αρχείου του).
[36] Έκθεση τού νομάρχη τής Μοζέλ, 3 Σεπτεμβρίου 1945, F1c III, «Μοζέλ», AN.
[37] Evans-Pritchard, « Euro-federalists financed by US spy chiefs », Daily Telegraph, 19 Σεπτεμβρίου 2000 (http://www.telegraph.co.uk/news/worldnews/europe/1356047/Euro-federalists-financed-by-US-spy-chiefs.html). Για τους Ντόνοβαν και Ντάλες, βλ. την αμερικανική «αναθεωρητική» βιβλιογραφία και Lacroix-Riz, op. cit.
[38] Πιο συγκεκριμένα, στις 12 Νοεμβρίου 1948, «Γερμανία 1944», 79, και «ΗΠΑ 1944», 178, MAE.
[39] Υποτίμηση κατά 20% που επιβλήθηκε στις 28 τού 1949, παρά το ότι είχε θεωρηθεί απαράδεκτη από την κυβέρνηση τού Παρισίου στις 18 Σεπτεμβρίου, η οποία έκρινε ότι η υποτίμηση έπρεπε να περιοριστεί «στο 10-15%», αλληλογραφία τής Υπηρεσίας Οικονομικής Συνεργασίας και τής Διεύθυνσης Οικονοµικών και ∆ηµοσιονοµικών Υποθέσεων [Υπ.Εξ], 1945-1960 (CE-DAFE), 515, MAE.


[i] Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Ανασυγκρότησης.
[ii] Non Communist Left Policy: πολιτική για μια μη κομμουνιστική αριστερά.
[iii] Mouvement Républicain Populaire: Λαϊκό Δημοκρατικό Κίνημα.
[iv] «The leaders of the European Movement – Retinger, the visionary Robert Schuman and the former Belgian prime minister Paul-Henri Spaak – were all treated as hired hands by their American sponsors. The US role was handled as a covert operation. ACUE’s funding came from the Ford and Rockefeller foundations as well as business groups with close ties to the US government.»

Advertisements
 
Σχολιάστε

Posted by στο 01/01/2015 in Uncategorized

 

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s