RSS

Κατοχή—A.Lacroix-Riz

23 Ιαν.
Compagnie française des mines de Bor, Francolor, Théraplix

Compagnie française des mines de Bor, Francolor, Théraplix

Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος—A.Lacroix-Riz, Aux origines du carcan européen (1900-1960) (Κεφ. 4, σελ.87-110 [pdf, κεφ.4-6])

Μεταξύ Μπλίτσκριγκ …

Η άμεσα προηγούμενη προπολεμική περίοδος, ο «ψευδοπόλεμος» και ο καθαυτό πόλεμος εκτυλίχθηκαν ομαλά και σύμφωνα με το «χρονοδιάγραμμα» που είχε παρουσιάσει ο υποδιοικητής (και μελλοντικός διοικητής) τής Τράπεζας τής Γαλλίας.[i] Η περίοδος τής Κατοχής επιβεβαίωσε τις προβλέψεις τού εκπροσώπου της στην Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών[ii] όσον αφορά τον άμεσο γερμανικό έλεγχο επί των πλουσίων κρατών τής Ευρώπης. Η κατάληψη τής Γαλλίας από τις γερμανικές δυνάμεις επέτρεψε την πραγματοποίηση τού προγράμματος αποπληθωρισμού των λαϊκών εισοδημάτων, πράγμα που αποτελούσε τον απώτατο στόχο τής Κεντρικής Τράπεζας: μεταξύ τού 1940 και 1944 οι πραγματικοί μισθοί των εργατών και υπαλλήλων μειώθηκαν κατά 50%, επιτυχία που συντέλεσε στον κατευνασμό των όψιμων ανησυχιών της (που εκφράστηκαν για πρώτη φορά λίγο πριν από τη σοβιετική νίκη στο Στάλινγκραντ) για τις ολέθριες πληθωριστικές επιπτώσεις τις οποίες είχαν για τον δημόσιο προϋπολογισμό και το εθνικό νόμισμα τα έξοδα κατοχής και οι σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις, που συνολικά ανέρχονταν σε άνω των 600 εκ. [φράγκων] ημερησίως.[1]

—Καρτέλ και ενώσεις κεφαλαίων

Κατά την περίοδο τής Κατοχής, όλοι οι μεγαλοβιομήχανοι και οι μεγαλοτραπεζίτες, με επικεφαλής τα στελέχη τής Τράπεζας τής Γαλλίας, συμμετείχαν πρόθυμα και ενεργά στην υλοποίηση τού «ευρωπαϊκού» ή «ηπειρωτικού-ευρωπαϊκού» προγράμματος τού Ράιχ όσον αφορά τον ιδιωτικό καπιταλιστικό τομέα. Τα ανώτατα κλιμάκια τού κρατικού μηχανισμού (συμπεριλαμβανομένων και των υπουργείων) στελεχώνονταν αποκλειστικά από εκπροσώπους των εν λόγω κύκλων, είτε επρόκειτο για δημοσίους υπαλλήλους καριέρας είτε για άτομα που εγκατέλειψαν προσωρινά τις ιδιωτικές τους δραστηριότητες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο συντελέστηκε η συγχώνευση Κράτους και χρηματιστικού κεφαλαίου.

Στο πλαίσιο των ανανεωμένων ή νεοσυστημένων καρτελικών συμπράξεων και ενώσεων κεφαλαίων, η γαλλική πλευρά κατέλαβε τα δευτερεία — θέση την οποία είχε αποδεχτεί προ πολλού και η οποία επιδεινώθηκε μετά από το φιάσκο τού «πολέμου». Ωστόσο, δεν έπαψε ποτέ να εξυμνεί την «Ευρώπη» και την ευρωπαϊκή ένωση, που το Ράιχ ήταν πρόθυμο να της την προσφέρει, ιδίως αφότου η επιχείρηση Μπαρμπαρόσα τους έδωσε ελπίδες, τουλάχιστον για κάποιους μήνες, ότι επρόκειτο να απαλλαγούν οριστικά από τον πονοκέφαλο τού σοβιετικού προβλήματος, που οι κυβερνήσεις τού Παρισιού και τού Λονδίνου προσπαθούσαν μάταια να αντιμετωπίσουν από το 1918 και μετά.

Κατά τη διάρκεια γαλλογερμανικής σύσκεψης, τη σύγκληση τής οποίας είχε ζητήσει ήδη από τον Ιούλιο τού 1940 ο όμιλος Kuhlmann από την κυβέρνηση τού Βισί και η οποία έλαβε τελικά χώρα στις 21 Νοεμβρίου τού ίδιου έτους στο Βισμπάντεν, έδρα τής γερμανικής επιτροπής ανακωχής, ο Ντισεμέν[iii] πρότεινε αυθόρμητα στους επικεφαλής τής IG Farben τη διατήρηση απλώς τού καρτέλ τού 1927. Επικαλέστηκε μάλιστα την εξαιρετική του λειτουργία που «[δεν] διακόπηκε λόγω τού πολέμου», καθώς επίσης και την ιδιαίτερα ευνοϊκή συγκυρία, «τη στιγμή που ο Φύρερ και ο στρατάρχης Πετέν, σε κατ’ ιδίαν συνομιλία τους [στο Μοντουάρ στις 24 Οκτωβρίου], είχαν ήδη καταλήξει σε συμφωνία για τις αρχές που έπρεπε να διέπουν τις μελλοντικές σχέσεις ειλικρινούς και καλόπιστης συνεργασίας».

Η γερμανική αντιπροσωπεία, που απαρτιζόταν από ανθρώπους τής IG Farben, καθώς επίσης και από τον κρατικό υποστηρικτή των συμφερόντων της, τον Ρίχαρντ Χέμεν (πρώην μέλος τής «γαλλογερμανικής κυβερνητικής επιτροπής [συνεργασίας]», που είχε ιδρυθεί το 1937, και πλέον πρόεδρο τής γερμανικής επιτροπής ανακωχής), αντιπρότειναν ότι βεβαίως και επιθυμούσαν να «βγάλουν χρήματα […] κλείνοντας δουλειές» με τους Γάλλους — διατύπωση που χρησιμοποίησε ο Φριτς Τερ Μέερ, σημαντική μορφή στον τομέα των τοξικών αερίων, συμπεριλαμβανομένου και τού Zyklon B, και διακεκριμένος εγκληματίας πολέμου, ο οποίος μάλιστα το 1956 επρόκειτο να καταλάβει τη θέση τού προέδρου τού εποπτικού συμβουλίου τής Bayer —, αλλά οι παλιοί τους εταίροι θα έπρεπε να αποδεχτούν τους εξαιρετικά ταπεινωτικούς όρους τής ήττας και να αναγνωρίσουν «τον ρόλο διεύθυνσης και ελέγχου (Führung)», που ανατέθηκε δικαιωματικά στους «γερμανούς βιομηχάνους». Ο φον Σνίτσλερ, για τον οποίο ήδη έγινε λόγος, «έκλεισε [τον φιλιππικό του] λέγοντας ότι θα έπρεπε να δοθεί τέλος στις πλασματικές και αθέμιτες πρακτικές όσον αφορά τις γαλλικές εξαγωγές και ότι στο μέλλον η γαλλική βιομηχανία χρωστικών ουσιών θα έπρεπε να περιοριστεί στην προμήθεια των αγορών τής μητρόπολης και των γαλλικών αποικιών. […] Σας δίνουμε τη δυνατότητα να επιβιώσετε [και …] να λάβετε τη θέση που σας αρμόζει στο πλαίσιο τής IG. Θα είστε ευπρόσδεκτοι, αλλά βεβαίως αυτό δεν σημαίνει ότι θα επιστρέψετε στις ανεξέλεγκτες πρακτικές ανταγωνισμού τής προπολεμικής περιόδου».

Στην εξίσου εξευτελιστική συνεδρίαση τής 22ας Νοεμβρίου, ο Ζορζ Τεσμάρ επιδόθηκε σε μια γελοία απόπειρα να διασώσει τις γαλλικές εξαγωγές συνηγορώντας υπέρ τής δημιουργίας «ενός ευρωπαϊκού μπλοκ για την αντιμετώπιση τού ανταγωνισμού από το αμερικανικό μπλοκ»: «[Α]πό την άποψη αυτή, δεν είναι προς το συμφέρον σας να μας στραγγαλίσετε οικονομικά». Η αποστομωτική απάντηση που έλαβε ήταν η εξής: «Η επιθυμία μας είναι να αποφευχθούν οι πλασματικές και βλαβερές εξαγωγές σας. Μελλοντικά θα εξετάσουμε τα ειδικά καθεστώτα που θα ισχύσουν για το Μεξικό, το Βέλγιο και την Ισπανία. Ωστόσο δεν θέλουμε να κάνετε εξαγωγές ούτε προς την Ιταλία ούτε προς την Ολλανδία, δημιουργώντας μας έτσι προβλήματα. Θα μπορείτε να κάνετε εξαγωγές, μόνο όταν αυτές είναι αμοιβαία επωφελείς».[2]

Η υπογραφή τού πρωτοκόλλου τής 12ης Μαρτίου τού 1941 για τη σύσταση τής «μικτής εταιρείας» Francolor (γαλλογερμανικής εταιρείας χρωστικών ουσιών) αποτέλεσε το επιστέγασμα τής εφαρμογής τής αυστηρής «ρήτρας μη ανταγωνισμού» σε βάρος τού «γαλλικού ομίλου». Το επίσημο μερίδιο τής IG Farben που αντιστοιχούσε στο 51% τού κεφαλαίου τής Francolor δεν ανταποκρινόταν στον πραγματικό έλεγχο επί τής εταιρείας που ασκούσε η γερμανική πλευρά: «καθ’ όλη τη διάρκεια ύπαρξης τής Francolor, οι [εταιρείες] Kuhlmann, Saint-Denis & Saint-Clair du Rhône αναλαμβάνουν τη δέσμευση έναντι τής IG και τής Francolor ότι θα απέχουν από την άσκηση δραστηριοτήτων που σχετίζονται αμέσως ή εμμέσως με την παραγωγή ή την πώληση προϊόντων στον τομέα των χρωστικών, τόσο στη Γαλλία, στις αποικίες και στα προτεκτοράτα της, όσο και στο εξωτερικό, ότι δεν θα συμμετέχουν ενεργά σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή ή την πώληση των ίδιων προϊόντων και ότι, με κανέναν τρόπο, δεν θα ευνοούν επιχειρήσεις τού είδους αυτού».[3]

Τα υπόλοιπα καρτέλ αποκλειστικού χαρακτήρα που συνέστησε η IG Farben είχαν επίσης καθοριστική σημασία για το μέλλον τού κλάδου (οι συμφωνίες και συμπράξεις μεταξύ τής Bayer και τού ομίλου Gillet θα εξεταστούν στη συνέχεια).[4] Το λεόντειο αυτό καθεστώς, που το γαλλικό κεφάλαιο είχε κατ’ αρχήν αποδεχτεί από το 1920 στο πλαίσιο των συμφωνιών του με την πρώτη ενσάρκωση τής IG Farben [Dreibund], χαρακτήριζε όλες τις νέες ή ανανεωμένες καρτελικές συμπράξεις με μία μόνο μερική εξαίρεση: στον όμιλο Lambert επετράπη να διατηρήσει στην «βελγική αγορά» γύψου το μερίδιο που κατείχε προπολεμικά.[5]

Στη διάρκεια τής δίωρης συζήτησης που είχε με τον Χίτλερ στην Καγκελαρία τού Ράιχ στις 21 Φεβρουαρίου τού 1935, ο Λουί Ρενό, εμβληματικός εκπρόσωπος τού ρεύματος υπέρ τής γαλλογερμανικής συνεργασίας κατά τον μεσοπόλεμο και την Κατοχή, είχε παρακαλέσει θερμά τον ναζιστή ηγέτη να προωθήσει τη δημιουργία ενός γαλλογερμανικού καρτέλ στον τομέα τού αυτοκινήτου, χρησιμοποιώντας ως επιχείρημα ότι «ένας οικονομικός πόλεμος μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας θα ωφελούσε μόνο την Αγγλία και την Αμερική».[6] Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι, στα τέλη Σεπτεμβρίου τού 1940, ο ανιψιός του εξ αγχιστείας και γενικός διευθυντής των εργοστασίων του Φρανσουά Λεϊντέ (ένας από τους «46» συνάρχες [τής λίστας Σαβέν]) διορίστηκε στη θέση τού «αρμοδίου διευθυντή» τής «οργανωτικής επιτροπής» αυτοκινήτου (COA), η οποία αποτέλεσε την πρώτη από τις «οργανωτικές επιτροπές» που συνεστήθησαν στις 16 Αυγούστου τού 1940,[7] κατά τα πρότυπα των γερμανικών Reichsgruppen,[iv] από τον γενικό διευθυντή τής τράπεζας Worms Ζακ Μπαρνό (άλλη μια «φίρμα» τής λίστας των «46»). Πέραν των άλλων υπουργικών θώκων από τους οποίους πέρασε (μεταξύ των οποίων και αυτού τής «βιομηχανικής παραγωγής», από τον Φεβρουάριο τού 1941 μέχρι τον Απρίλιο τού 1942), ο Λεϊντέ παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι την Απελευθέρωση. Τον Νοέμβριο, μάλιστα, τού 1940, ο Λεϊντέ ικανοποίησε την επιθυμία τού θείου του ιδρύοντας επίσημα στο Βερολίνο μαζί με τον στρατηγό Άντολφ φον Σνελ, ο οποίος από το 1938 ήταν υφυπουργός επικοινωνιών και κυβερνητικός πληρεξούσιος στον τομέα τού αυτοκινήτου (Generalbevollmüchtigten für das Kraftfahrwesen, GBK), την «ευρωπαϊκή επιτροπή αυτοκινήτου» (CAE), που ουσιαστικά αποτελούσε τριμερές καρτέλ (με την επίσημη συμμετοχή τής Ιταλίας).

Με δεδομένη την πάγια συγκατάθεση τού Λεϊντέ, το Ράιχ θα διατηρούσε στο εν λόγω καρτέλ τον συνήθη επιχειρησιακό και διοικητικό έλεγχο και καθοδήγηση [Führung]: (1) η προεδρία τής «ευρωπαϊκής επιτροπής αυτοκινήτου» ανατέθηκε στον επικεφαλής τού γαλλικού παραρτήματος τής υπηρεσίας GBK συνταγματάρχη Μαξ Τένισεν, ο οποίος για καθαρά τυπικούς λόγους προτάθηκε για τη θέση αυτή από τον Λεϊντέ· (2) σύμφωνα με τη συμφωνία σύμπραξης «σε πέντε σημεία», στους μελλοντικούς στόχους τού «ευρωπαϊκού» καρτέλ θα εντασσόταν η αναδιοργάνωση τού κλάδου σε «ευρωπαϊκό» επίπεδο, ξεκινώντας από την παραγωγή και την «οργάνωση των αγορών» και καταλήγοντας στη ρύθμιση των εξαγωγών (ενώ, όσον αφορά την περίοδο τής Κατοχής, βασικός στόχος τού καρτέλ θα ήταν η εξυπηρέτηση τής πολεμικής οικονομίας τής Γερμανίας).

Το «σχέδιο για τον αυτοκινητιστικό κλάδο» που παρουσιάστηκε εν χορδαίς και οργάνοις στον γαλλικό τύπο από τον Λεϊντέ στις 24 Δεκεμβρίου τού 1940 δεν ήταν παρά απλή αντιγραφή τού γερμανικού σχεδίου και επομένως προδιέγραφε τη δημιουργία μιας σε μεγάλο βαθμό γερμανοποιημένης Ευρώπης. Λαμβάνοντας τη μερίδα τού λέοντος, το Ράιχ θα προμήθευε τις αγορές τής Δανίας, τής Φινλανδίας, τής Ουγγαρίας, τής Νορβηγίας, των Κάτω Χωρών, τής Πολωνίας, τής Σουηδίας και τής Τσεχοσλοβακίας. Έχοντας οριστικά εκδιωχθεί από τις αγορές τής Ανατολικής Ευρώπης, η Γαλλία έβλεπε τη θέση της να υποβαθμίζεται, αλλά παρ’ όλ’ αυτά διατηρούσε πρόσβαση στις αγορές τής Ολλανδίας, τού Βελγίου, τής Ελβετίας και τής Ισπανίας. Η Ιταλία αμείφθηκε με ψιχία, καθώς έγινε ανεκτή η παρουσία της στην Ελλάδα και τη Ρουμανία με μερίδιο αγοράς 40%. Ο Λεϊντέ ολοκλήρωσε την παρουσίαση τού (γερμανικού) «σχεδίου» του με την εξής προτροπή: «κανένα αμερικανικό αυτοκίνητο» στην ευρωπαϊκή ήπειρο[8] (φράση που κρατάμε στα υπόψιν).

Το καρτέλ στον τομέα των ασφαλίσεων, που συνεστήθη τον Φεβρουάριο-Μάρτιο τού 1941 στο Βερολίνο και το οποίο έσπευσε να αυξήσει κατακόρυφα τα τιμολόγια τού κλάδου (άμεσες ανατιμήσεις κατά 30% έως 50%), συνδέθηκε, μετά την προσχώρηση σε αυτό τής γαλλικής πλευράς, με το όνομα τού μεγαλοσυνάρχη Ζακ Γκεράρ, ενός εκ των «46» [τής λίστας Σαβέν]. Η τράπεζα Worms, κομβικός άξονας τής συναρχίας, προώθησε τον διορισμό τού διευθυντή των ασφαλιστικών της εταιρειών, τις οποίες είχε αποκτήσει και αναδιαρθρώσει το 1938 (La Préservatrice), πρώτα στη θέση τού επικεφαλής τής «οργανωτικής επιτροπής» τού τομέα ασφαλίσεων και κεφαλαιοποίησης και έπειτα ως γενικού γραμματέα τού Λαβάλ, θέση την οποία κατείχε από τον Απρίλιο τού 1942 έως τον Αύγουστο τού 1944.

Η μερίδα τού λέοντος που διεκδικούσε η γερμανική πλευρά στο πλαίσιο τής «ευρωπαϊκής» οργάνωσης τού τομέα των ασφαλίσεων αποδείχθηκε μικρότερη από τις προβλέψεις και αυτό όχι εξαιτίας τής αρχικής γαλλικής «αντίστασης», αλλά επειδή η έκβαση τού πολέμου εναντίον τής Βρετανίας, το κουφάρι τής οποίας περίμεναν να κατασπαράξουν η Allianz και η Munich-Re, δεν ήταν η αναμενόμενη. Άλλωστε, τουλάχιστον έως το 1942, οι γαλλικές εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στον κλάδο, με επικεφαλής την τράπεζα Worms, επέδειξαν ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στις γερμανικές φιλοδοξίες.

Στις 7 Μαρτίου τού 1941, κατά την τελετή σύστασης τού καρτέλ στο Παρίσι, ο Γκεράρ, επιφυλάσσοντας ενθουσιώδη υποδοχή στον ομόλογό του Έντουαρντ Χίλγκαρντ — επικεφαλής τού κεντρικού οργάνου στον τομέα των ασφαλίσεων («Leiter der Reichsgruppe Versicherung») από το 1933 έως το 1945 και διευθυντή τής Allianz — έσυρε τον χορό των πανηγυρισμών χαιρετίζοντας «τη στενή και καρποφόρα συνεργασία μεταξύ των γερμανικών και γαλλικών ασφαλιστικών φορέων». Εξέφρασε επίσης την ευχή ότι «η συνεργασία αυτή θα συνεχιστεί και θα διευρυνθεί στο μέλλον και ότι θα συντελέσει ώστε ο ασφαλιστικός κλάδος να καταλάβει την εξέχουσα θέση που του αρμόζει στη μελλοντική οικονομία τής Ευρώπης». Ο Χίλγκαρντ εξύμνησε επίσης τη γαλλογερμανική «συνεργασία [που, στο πλαίσιο τής] επιτυχούς ανασυγκρότησης μιας συμφιλιωμένης Ευρώπης [επρόκειτο να αναπτυχθεί] στη μεγαλύτερη δυνατή κλίμακα».[9]

Παρά το γεγονός ότι η γερμανική πλευρά εξασφάλισε, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, τη μερίδα τού λέοντος, η ανάπτυξη των καρτέλ, ξεκινώντας από τον τομέα των πολυκαταστημάτων και καλύπτοντας εν τέλει το σύνολο τής βιομηχανικής παραγωγής, παρέμεινε ελκυστική επιλογή για τους γάλλους συμβαλλόμενους. Και αυτό γιατί ναι μεν τους απαγορεύτηκε η περαιτέρω επέκταση σε αγορές τού εξωτερικού, αλλά συγχρόνως τους δόθηκε η δυνατότητα αφενός να αναπληρώσουν τις όποιες απώλειες στο εξωτερικό και αφετέρου να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους, προωθώντας βίαιες ανακατατάξεις, προς την κατεύθυνση συγκέντρωσης των εγχώριων κλάδων παραγωγής που ήλεγχαν, σε βάρος των ανταγωνιστών τους, είτε επρόκειτο για εβραϊκές επιχειρήσεις είτε όχι.[10] Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αναπλήρωση των ζημιών στην εσωτερική αγορά λειτούργησε ως αντίβαρο για τις δρακόντειες ρήτρες των καρτελικών συμφωνιών που συνήψε η IG Farben με τον όμιλο Κουλμάν και τους υπόλοιπους παλιούς εταίρους της.

Στον όμιλο Rhône-Poulenc — συναρχικό φέουδο τής δυναστείας των Ζιλέ, που ασκούσαν δικτατορικό έλεγχο επί των «οργανωτικών επιτροπών» των οικείων παραγωγικών κλάδων, ξεκινώντας από τη παραγωγή τεχνητών ινών (ρεγιόν, βισκόζης, φιμπράν) και χαρτιού κελοφάνης και φτάνοντας μέχρι τη φαρμακευτική βιομηχανία — δόθηκε η ευχέρεια «να εξαλείψει τον ανταγωνισμό», όχι μόνο όσον αφορά την παραγωγή κατά την περίοδο τής κατοχής αλλά και όσον αφορά τα προϊόντα που «θα παρήγαγε εκ νέου στο μέλλον […] εφόσον το επέτρεπε η οικονομική κατάσταση».[11] Κατά τον ίδιο τρόπο, ο όμιλος Κουλμάν κατάφερε να εξαλείψει όλους τους γάλλους ανταγωνιστές του: στη διετία 1942-1943 έβαλαν λουκέτο «400 περίπου μικρές βιομηχανίες χρωμάτων και βερνικιών».[12] Στο «απολογητικό υπόμνημα» που υποβλήθηκε για λογαριασμό τού ομίλου Ugine τον Ιανουάριο τού 1946 και το οποίο πιστοποιούσε, μεταξύ άλλων, τη σθεναρή «αντίσταση» που πρόβαλε στον κατακτητή, την απόρριψη των συμφωνιών ενώσεων κεφαλαίων και την οικονομική καταστροφή που υπέστη λόγω τής άρνησής του να υπηρετήσει τις ανάγκες τής γερμανικής πολεμικής οικονομίας κατά το διάστημα τής Κατοχής, υπάρχει μια αποκαλυπτική παραδρομή: ο «αφοπλισμός» και η ενδοτικότητα τής SECEM[v] απέναντι στις πιέσεις τής IG Farben θα όφειλε να αποδοθεί «στη μακρά ιστορία συμφωνιών, κατανόησης και φιλικού συναγωνισμού» μεταξύ των γαλλογερμανών εταίρων.

Από «ευρωπαϊκής» (τ.έ. γερμανικής) πλευράς, οι νικητές εμπέδωσαν και διεύρυναν την ηγεμονία τους μέσω των αλληλοσυνδεόμενων επιχειρήσεων και ειδικότερα μέσω τής σύστασης «μικτών εταιρειών», που οι γαλλογερμανοί συμβαλλόμενοι φρόντισαν προηγουμένως να τις απαλλάξουν από τυχόν «εβραϊκά» κεφάλαια. Οι μερίδες συμμετοχής που κατόρθωσαν να εξασφαλίσουν οι γερμανικές εταιρείες (σε αρκετές περιπτώσεις με τη βοήθεια αχυρανθρώπων), ανέρχονταν σε ποσοστό τουλάχιστον 50% τού μετοχικού τους κεφαλαίου, ενώ η υπέρμετρη επιρροή που ασκούσαν οι γερμανοί εταίροι στους γαλλογερμανικούς ομίλους δεν ανταποκρινόταν συχνά στην επίσημη εταιρική τους μερίδα. Ο Λεϊντέ ήταν βεβαίως λιγότερο διατεθειμένος να προωθήσει τις εταιρικές συγχωνεύσεις, με τη στενή έννοια τού όρου, στον τομέα τής αυτοκινητοβιομηχανίας, από όσο ήταν οι ομόλογοί του συνάρχες που δραστηριοποιούνταν σε άλλους τομείς και κυρίως στον τομέα τής χημικής βιομηχανίας, αλλά πρόκειται για τη μοναδική εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα όσον αφορά τον υπερβάλλοντα ζήλο συνεργασίας που επέδειξε κατά την κατοχή και τον διαρκή ενθουσιασμό του για την επίτευξη «συνεννόησης ανάμεσα στη Γαλλία και τη Γερμανία» ή — το συνώνυμό της — «την Ευρώπη».[14]

Πράγματι, κυρίως κατά τη διετία 1941-1942, ο επικεφαλής τής COA δεν έπαψε να επιβεβαιώνει τη δέσμευσή του υπέρ τής γερμανοευρωπαϊκής λύσης όσον αφορά την οργάνωση τής βιομηχανίας αυτοκινήτου. Αποδέχτηκε με προθυμία τον γερμανικό έλεγχο επί τής παραγωγής και τη μείωση των παραγόμενων μοντέλων, πράγμα που βεβαίως θα συνέβαλε στην παγίωση τής γερμανικής κυριαρχίας στο κλάδο. Άλλωστε, το τρίτο από τα «πέντε σημεία» τής συμφωνίας για την «ευρωπαϊκή επιτροπή αυτοκινήτου» προέβλεπε ότι η ειδική επιτροπή «τυποποίησης […] θα διερευνούσε τη μείωση τού κόστους παραγωγής που θα μπορούσε να επιτευχθεί χάρις στην ελάττωση τού αριθμού των μοντέλων και την κατάρτιση ενός γενικού προγράμματος τυποποίησης για τον εξοπλισμό και τα αξεσουάρ αυτοκινήτου».[15] Στις 20 Ιουλίου τού 1942, ο φον Σνελ επικαλέστηκε τη στήριξη τού Λεϊντέ προκειμένου να εξαναγκάσει τούς «γάλλους κατασκευαστές», που είχαν συνέλθει σε σύσκεψη στα γραφεία τής COA, να αποδεχτούν, «εντός των επομένων δύο, τεσσάρων ή το πολύ οκτώ εβδομάδων», «το πρόγραμμα τυποποίησης που θα συνεπαγόταν ότι, κατά τη διάρκεια τουλάχιστον τού πολέμου, το σύνολο των γάλλων κατασκευαστών θα παρήγαγαν ένα μόνο είδος φορτηγού για την κάλυψη των αναγκών τού πολέμου».[16] Καθώς δεν έβλεπε με καλό μάτι τις συγχωνεύσεις μεταξύ «αρίων» επιχειρήσεων, ο Λεϊντέ υπέδειξε στους γερμανούς να στραφούν στην απόκτηση των «εβραϊκών» επενδύσεων στον τομέα τής αυτοκινητοβιομηχανίας και στον έλεγχο των κλάδων των «παραγωγών ανταλλακτικών και αξεσουάρ», οι οποίοι κλάδοι εμφάνιζαν μικρότερη συγκέντρωση. Ως άμεσα ενδιαφερόμενος, υποστήριξε σθεναρά τη σύσταση «μικτών επιχειρήσεων» στον κλάδο κατασκευής αεριογόνων, χάρις στις οποίες η γαλλική Τράπεζα Παρισιού και Κάτω Χωρών, που υπήρξε βασικό ιδρυτικό μέλος τους, πραγματοποίησε μαζί με τους γερμανούς εταίρους της εξαιρετικά κερδοφόρες συναλλαγές, με ολέθριες όμως συνέπειες για τα γαλλικά δάση και τους γάλλους φορολογούμενους.[17] Άλλωστε, ο Λεϊντέ είχε χαρακτηρίσει ως «σοβαρή υπόθεση» το εν λόγω καρτέλ «που θα έθετε υπό κηδεμονία τη γαλλική αυτοκινητοβιομηχανία τουλάχιστον για τα επόμενα πενήντα χρόνια και [που] προϋπέθετε ως δεδομένη τη νίκη τής Γερμανίας».[18]

Ομοίως, η σύσταση καρτελικών συμπράξεων διάρκειας «πενήντα ετών», που προέβλεπε η έβδομη ρήτρα τής «συμβάσεως υπ. αριθμ. 1», η οποία περιείχε οκτώ συνολικά ρήτρες και που συνήφθη στις 30 Δεκεμβρίου τού 1940 μεταξύ τού ομίλου Rhône-Poulenc-Spécia και τής IG Bayer σε σχέση με την παραγωγή ασπιρίνης,[19] επισφραγίστηκε με την αμοιβαία απόκτηση συμμετοχών από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. Χαρακτηριστικότερη ήταν βεβαίως η περίπτωση τής Francolor, που επίσης είχε τη μορφή «μικτής εταιρείας» με τη συμμετοχή κατά 49% τού ομίλου Κουλμάν και κατά 51% τής IG Farben και τής οποίας πρόεδρος ήταν ο ήδη γνωστός μας Φροσάρ. Πέρα από το γεγονός ότι παρεχόταν η δυνατότητα διαρκούς ανανέωσής τους, αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, όπως συνέβαινε και στο παρελθόν, οι περισσότερες από τις εν λόγω συμφωνίες συνήφθησαν επισήμως σε τρίτες, πολιτικά και δημοσιονομικά ουδέτερες χώρες.

Σύμφωνα με την εκτίμηση, αναφορικά με την «μικτή εταιρεία» Théraplix, που διατυπώθηκε στο εκτενές σημείωμα με ημερομηνία 25 Ιανουαρίου 1945 τού υπουργείου βιομηχανικής παραγωγής (PI) με θέμα τις «σχέσεις που είχε αναπτύξει ο όμιλος Rhône-Poulenc με τους γερμανούς [κατά το διάστημα 1940-1944]», οι γερμανοί εταίροι, έχοντας εξασφαλίσει τη μακρά διάρκεια ισχύος των εν λόγω συμβάσεων, είχαν ήδη προκαθορίσει το μέλλον και μάλιστα ανεξάρτητα από την έκβαση τού πολέμου. «Καταβλήθηκε κάθε δυνατή προσπάθεια για την ανάπτυξη των πωλήσεων των προϊόντων τής Bayer στη Γαλλία. […] Ο διορισμός τού κ. Πιέρ Πουλάνκ ως επιστημονικού διευθυντού τής Théraplix αποτέλεσε το επιστέγασμα τής σύσφιξης των σχέσεων μεταξύ τού ομίλου Rhône-Poulenc και τής Théraplix. Ο κ. Πουλάνκ είχε μάλιστα πραγματοποιήσει μια σειρά ταξιδιών στη Γερμανία με σκοπό τη βελτίωση και ανάπτυξη των διαδικασιών παραγωγής από κοινού με την IG. Η λειτουργία τής Théraplix τελεί υπό τη διεύθυνση και τον έλεγχο των γερμανών».

Κατά την μεταπολεμική περίοδο, η γαλλική χημική βιομηχανία θα υποχρεωνόταν να αντιμετωπίσει τις συνέπειες τής παγίωσης των υπόγειων αυτών σχέσεων που συνήφθησαν μεταξύ τού γαλλικού και τού γερμανικού κεφαλαίου. Σύμφωνα με σχετική εκτίμηση τού εισηγητή τού υπουργείου βιομηχανικής παραγωγής, «ακόμα και μετά την υπογραφή τής συνθήκης ειρήνης, θα ήταν δύσκολο να αμφισβητηθούν τα νομικά και πρακτικά επιχειρήματα υπέρ τής εγκυρότητας των συμφωνιών που υπογράφησαν στο πλαίσιο τού φιλικού διακανονισμού με τους γερμανούς»· επιπλέον, ανάλογα προβλήματα δημιουργούσε και η επέκταση τού πεδίου εφαρμογής τής σύμβασης υπ’ αριθμ. 1, «προκειμένου να συμπεριλάβει και τις [αλλοδαπές θυγατρικές] εταιρείες οι οποίες [τύχαινε να] εδρεύουν σε τρίτες ουδέτερες χώρες, σε μία εξαιρετικά κρίσιμη και ευαίσθητη συγκυρία».[20] Μόνο το άνοιγμα των αρχείων θα μας επιτρέψει να αποφανθούμε οριστικά σχετικά με την ύπαρξη άμεσης σχέσης μεταξύ των δεσμεύσεων τής περιόδου τής Κατοχής και των γερμανικών συγχωνεύσεων τής «ευρωπαϊκής» περιόδου, που είχαν ως συνέπεια την εξαφάνιση όλων των «γαλλικών» χημικών ομίλων κατά τις τελευταίες δεκαετίες τού 20ού αιώνα.

Οι συμφωνίες και ενώσεις στον τομέα τής χαλυβουργίας άφησαν λιγότερα ίχνη, πράγμα που μετά την απελευθέρωση έδωσε τη δυνατότητα τόσο στους Βεντέλ όσο και στους υπόλοιπους βιομηχάνους χάλυβα τής Λορένης να παρουσιαστούν ως άβουλα θύματα τού «δικτάτορα» Χέρμαν Ρέχλινγκ. Οι εν λόγω συμφωνίες διατηρήθηκαν επίσης σε ισχύ μετά από ένα νέο «ξαναμοίρασμα» τής τράπουλας το 1944, στις παραμονές δηλαδή τής αναπόφευκτης στρατιωτικής συντριβής των γερμανών. Η ύπαρξη τους τεκμηριώνεται μεταξύ άλλων από το σχέδιο τού 1941 για τη σύσταση τής «μικτής εταιρείας» DAVUM με τη συμμετοχή των επιχειρήσεων Ρέχλινγκ, τής Ποντ-α-Μουσόν[vi] και των λοιπών συνήθων εταίρων τού κλάδου, το οποίο σχέδιο συνέχισε να εφαρμόζεται τουλάχιστον μέχρι το 1943 υπό την αιγίδα τής τράπεζας Worms.[21]

Στην κατοχή ο Αντρέ-Φρανσουά Πονσέ, άνθρωπος εμπιστοσύνης των βιομηχάνων χάλυβα και εθνικός σύμβουλος στο Βισί,[22] τήρησε την ίδια φιλογερμανική στάση όπως και προπολεμικά, φροντίζοντας ωστόσο να κρατήσει κάποια προσχήματα. Όπως φαίνεται, οι γερμανοί τού κρατούσαν μούτρα, παρά το γεγονός ότι το καλοκαίρι τού 1940 είχε κάνει γνωστή την πρόθεσή του «στον στρατάρχη τού Ράιχ [Γκέρινγκ …] να αφιερώσει όλες τις δυνάμεις του για την προώθηση τής γαλλογερμανικής συνεργασίας». Στη συνέχεια, όπως είχε κάνει και κατά την περίοδο 1931-1938, κατέβαλε κάθε προσπάθεια προκειμένου να «διαλύσει τις όποιες υπόνοιες σε βάρος του, […] να ανακτήσει την γερμανική εμπιστοσύνη» και να αποφύγει «τον πάντοτε ελλοχεύοντα κίνδυνο να περιπέσει στη δυσμένεια των γερμανών». Στις αρχές μάλιστα τού 1942, ο Πονσέ συνέδραμε τον συνάρχη Πολ Μαριόν — που στο παρελθόν είχε διατελέσει υπεύθυνος σε θέματα δημοσίων σχέσεων και διαφήμισης στην τράπεζα Worms και ο οποίος, χάρη στις ενέργειες τής τράπεζας, προωθήθηκε στη θέση τού υπουργού πληροφοριών — «προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική συνεργασία τού Τύπου […] στις μη κατεχόμενες περιοχές». Στις 8 Ιανουαρίου τού ίδιου έτους, γράφοντας στην εφημερίδα Figaro (υπό το ψευδώνυμο «Κέλτος» [Celtus]), διακήρυξε την επιθυμία του «για την εδραίωση μιας διαρκούς και δίκαιης ειρήνης […] στο πλαίσιο τής αναδιοργάνωσης τής Ευρώπης […] και για τον τερματισμό των έντονων αντιπαραθέσεων που σημάδεψαν την ιστορία των δύο χωρών μας […] [Δ]ηλώνουμε έτοιμοι να συνεργαστούμε, με αξιοπρέπεια και τιμή, για την εγκαινίαση μιας νέας εποχής σύμπνοιας και ομόνοιας».[23]

—Το πανηγύρι των γαλλικών εκχωρήσεων και αναδιπλώσεων

Με τα καρτέλ και τις λοιπές συμπράξεις τής Κατοχής επιστεγάστηκε η «αναδιανομή» των αγορών και των σφαιρών επιρροής, στην οποία είχε συναινέσει ο γαλλικός ιμπεριαλισμός από την περίοδο τού Μεσοπολέμου. Ωστόσο, ακόμα σημαντικότερες ήταν οι εκχωρήσεις που είχαν ήδη συμφωνηθεί στο πλαίσιο φιλικών διακανονισμών κατά την περίοδο τής «ειρηνικής» επέκτασης τής Γερμανίας και με τις οποίες επισημοποιήθηκε κατά τη διετία 1938-1939 η γαλλική αποχώρηση από την κεντρική και ανατολική Ευρώπη. Από το δεύτερο ήμισυ τού 1940, οι εν λόγω μεταβιβάσεις και εκχωρήσεις συνεχίστηκαν καλύπτοντας όλες τις ζώνες τής γερμανικής επέκτασης, είτε επρόκειτο για χώρες υπό επίσημη κατοχή, είτε για «χώρες-δορυφόρους» (όπως, για παράδειγμα, η πετρελαιοπαραγωγός Ρουμανία, η οποία ήταν έως τότε γαλλοβελγικό φέουδο). Το 1941 είχε πλέον ολοκληρωθεί το σύνολο σχεδόν των μεταβιβάσεων, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με ταχύτατους ρυθμούς. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι, κατά τη δεύτερη πρωθυπουργική θητεία τού Λαβάλ, οι μεγαλοτραπεζίτες ασχολούνταν με την είσπραξη των τελευταίων μικροκονδυλίων από τις παχυλές προμήθειες επί των εν λόγω πωλήσεων (τής τάξης τού 10-15%).[24]

Χρησιμοποιώντας, όπως συνηθίζει, ευφημιστική ορολογία, η Ανιές Ντ’ Ανζιό αναδεικνύει την αδιάσπαστη συνέπεια και συνέχεια τής εν λόγω πολιτικής, με ειδική αναφορά στην περίπτωση τού Σναϊντέρ. Και ενώ, εύλογα, τοποθετεί στο ίδιο επίπεδο τις συμφωνίες πώλησης που συνήφθησαν μετά από διαπραγματεύσεις κατά τη διετία 1938-1939 και τις ανάλογες συμφωνίες τής περιόδου 1940-1941, στην ανάλυσή της εισάγει, εσφαλμένα, το στοιχείο τού «εξαναγκασμού» συνδέοντάς το με «τη συγκυρία τής διετίας 1939-1940»: «Ο Σναϊντέρ αποκόμισε πολύ σημαντικές υπεραξίες από την πώληση τής Škoda (Δεκέμβρ. 1938, 206 εκ. σταθερά φράγκα[vii]), τής Báňská a hutni (Δεκέμβρ. 1940, 40 εκ. φράγκα) και τής Γενικής Πιστωτικής Τράπεζας τής Ουγγαρίας (Απρίλ. 1941, 10 εκ. φράγκα). Το 1941 πραγματοποιήθηκε η συγχώνευση τής UEIF[viii] με την Τράπεζα των Βορείων Χωρών, διότι, στο ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο που προέκυψε από τη ναζιστική κατοχή και δορυφοροποίηση, ο Σναϊντέρ δεν είχε πλέον συμφέρον να διατηρεί στην ιδιοκτησία του δύο εταιρείες άνευ αντικειμένου».[25] Ωστόσο, εδώ πρέπει να παρατηρηθεί ότι, χρησιμοποιώντας τον προσδιορισμό «ναζιστική» ως ερμηνευτικό πασπαρτού, η συγγραφέας παρακάμπτει το ζήτημα τής (γερμανικής) εθνικότητας των εμπλεκομένων Konzerne και μεγαλοτραπεζών.

Όλες οι μαζικές αυτές αγοραπωλησίες έπρεπε να έχουν την υπογραφή τού κράτους. Πιο συγκεκριμένα, έπρεπε να εγκριθούν από τον άρτι διορισθέντα δημοσιονομικό επιθεωρητή Μορίς Κουβ ντε Μιρβίλ, ο οποίος, στη συνέχεια, χάρη στους στενούς δεσμούς του με τη συναρχία, επρόκειτο να προαχθεί στη θέση τού διευθυντή τής υπηρεσίας συναλλάγματος και εξωτερικών συναλλαγών (1940-1943). Να σημειωθεί εν παρενθέσει ότι στις 5 Ιουνίου τού 1943, μόλις δύο μήνες μετά την αποχώρησή του από το Βισί, ο ντε Μιρβίλ θα αναλάβει τη θέση τού πρώτου γραμματέα οικονομικών υποθέσεων στην εξόριστη κυβέρνηση τού ντε Γκολ. Οι εν λόγω συναλλαγές χρηματοδοτήθηκαν εξ ολοκλήρου από το γαλλικό Δημόσιο, είτε μέσω τής μεθόδου τού διακανονισμού είτε μέσω των εξόδων κατοχής, ενώ το κόστος τους προσαυξήθηκε λόγω τής πλήρους απαλλαγής από τις συναφείς φορολογικές επιβαρύνσεις που αναγνωρίστηκε στους εμπλεκόμενους ιδιωτικούς ομίλους.

Το γαλλικό χρηματιστικό κεφάλαιο, επιλέγοντας «να αποσυρθεί πλήρως από τη ζώνη επιρροής του στα Βαλκάνια», αποκόμισε πράγματι τεράστιες «υπεραξίες». Η πλέον εξόφθαλμη περίπτωση ήταν ίσως η μεταβίβαση τής «Γαλλικής εταιρείας των ορυχείων τού Μπορ» [Compagnie française des mines de Bor] από τον τραπεζικό όμιλο «Μιραμπό-Σαμπέν» [Mirabaud-Champin] — που ήταν ουσιαστικά η μητρική εταιρεία τής εκχωρηθείσας επιχείρησης — στην Metallgesellschaft, τον παλιό και καλό πελάτη τής γαλλικής εξορυκτικής εταιρείας και μάλιστα από την εποχή τής ίδρυσής της (1904): το συμφωνηθέν τίμημα ήταν το τριακονταπενταπλάσιο τής χρηματιστηριακής της αξίας (μη συμπεριλαμβανομένης τής «εισφοράς επί των πωλήσεων»). Το τεράστιο οικονομικό όφελος από την εγκατάλειψη των γιουγκοσλαβικών ορυχείων χαλκού, που δεν κάλυπταν μόνο τις ανάγκες τής γαλλικής αγοράς, αλλά και σημαντικό μέρος των γαλλικών επανεξαγωγών, αυξήθηκε ακόμη περισσότερο λόγω των φορολογικών ελαφρύνσεων και κυρίως λόγω τής φορολογικής απαλλαγής τής υπεραξίας που είχε προκύψει από την πώληση.

Οι πρακτικές αυτές, που καθιερώθηκαν από τον υπουργό οικονομικών Ιβ Μπουτιγιέ (έναν από τους «46» συνάρχες) και τον βοηθό του Κουβ ντε Μιρβίλ κατόπιν επίμονων πιέσεων των επωφελούµενων γαλλικών ομίλων, αποτέλεσαν τον κανόνα όσον αφορά τόσο τις μεταβιβάσεις, όσο και τις συστάσεις των μεγάλων «μικτών εταιρειών».[26]

Στις 28 Ιουνίου τού 1941 — εποχή παραληρηματικού ενθουσιασμού υπέρ τού Ράιχ, καθώς ήταν διάχυτη η πεποίθηση ότι οι δυνάμεις τού άξονα θα κατήγαγαν συντριπτική νίκη σε βάρος των σοβιετικών — ο Ζακ Μπαρνό, ο ιθύνων νους τού «ευρωπαϊκού» προγράμματος τού γαλλικού χρηματιστικού κεφαλαίου, επιχείρησε να παρουσιάσει την εν λόγω «αναδιανομή» των σφαιρών επιρροής ως τη μόνη ενδεδειγμένη επιλογή. Και αυτό γιατί, σύμφωνα με τον ίδιο, δύο ήταν οι προοπτικές: είτε το Ράιχ θα κέρδιζε τον πόλεμο εξασφαλίζοντας έτσι την μακροπρόθεσμη κυριαρχία του στην ανατολική και κεντρική Ευρώπη, είτε οι προβληματικές επενδύσεις στις χώρες αυτές θα παρέμεναν ζημιογόνες λόγω τής συνεχιζόμενης κρίσης. «Θα μπορούσαμε, χωρίς μεγάλη ζημία, να προβούμε στη μεταβίβαση […] ορισμένων κινητών αξιών και ειδικότερα α) στη μεταβίβαση τού υπολοίπου τού λογαριασμού συμψηφισμού στο Βερολίνο, δεδομένου ότι το πιθανότερο είναι να ακυρωθεί ο λογαριασμός αυτός μετά τη σύναψη συμφωνίας ειρήνης· β) στη μεταβίβαση ορισμένων αλλοδαπών αξιών και πιο συγκεκριμένα τίτλων κρατών τα οποία σήμερα βρίσκονται υπό γερμανική κυριαρχία και που μελλοντικά είτε θα παραμείνουν στη σφαίρα επιρροής τού Ράιχ, είτε θα βρεθούν σε αδυναμία να ανταποκριθούν στις εξωτερικές χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις τους […] και αναφέρομαι κυρίως στη Ρουμανία, τη Γιουγκοσλαβία, την Πολωνία και τη Βουλγαρία».[27]

Συγχρόνως, όμως, με την άτακτη οπισθοχώρηση έναντι τού μεγάλου γερμανού ανταγωνιστή, εμφανιζόταν μια δυναμική τάση προς την κατεύθυνση τής επανένταξης τής Γερμανίας στην κλειστή λέσχη των πετρελαϊκών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, όπου, μετά τον πρώτο μεγάλο πόλεμο, συμμετείχαν ως άνισα μέλη η Αγγλία, οι ΗΠΑ και η Γαλλία.

Ο Λεϊντέ, ο Μπαρνό και η αφρόκρεμα τού γαλλικού πετρελαϊκού ιμπεριαλισμού (όπως, για παράδειγμα, ο Ζιλ Μενί, επίσης ένας από τους «46» τής λίστας Σαβέν) υπόσχονταν — μέχρι και την άνοιξη τού 1942 — στην IG Farben μερίδιο από τα πετρελαϊκά λάφυρα τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά την επικείμενη ήττα των αγγλοσαξόνων. Με άλλα λόγια, υπόσχονταν ξαναμοίρασμα τής πίτας προς όφελος τού Ράιχ στο πλαίσιο τού πετρελαϊκού καρτέλ που, με σκοπό τη διανομή των απρόσμενων κερδών τής «Εταιρείας Πετρελαίου τού Ιράκ», είχε συσταθεί το 1927 με τη συμμετοχή ενός αμερικανικού και δύο αγγλικών τραστ, καθώς και τής νεοσυσταθείσης «Γαλλικής Εταιρείας Πετρελαίων» (που, από την εποχή τής ίδρυσής της το 1924, χρηματοδοτούνταν από τους γάλλους φορολογούμενους) και τού «κυρίου 5%» (Γκουλμπένκιαν) — και πιο συγκεκριμένα την εκχώρηση στο Ράιχ των μεριδίων που κατείχαν οι τρεις πρώτοι από τους συμμετέχοντες στο καρτέλ (23.75% έκαστος). Όπως διαβεβαίωσε ο Λεϊντέ τα μέλη τής πετρελαϊκής αντιπροσωπείας τής IG Farben, με τα οποία συναντήθηκε στο Βερολίνο στις 10 Μαρτίου τού 1942, «ο Μενί», ήδη από την περίοδο «1937-1938», είχε αντιπαλέψει και καταδικάσει «την τυραννία των αγγλοσαξονικών τραστ. [Ο. κ Μενί] είχε πλήρη επίγνωση τού ότι η ευρωπαϊκή ήπειρος έπρεπε να παρουσιάσει ενιαίο μέτωπο έναντι των εν λόγω τραστ. Από τότε είχε αναγνωριστεί ως επιτακτική ανάγκη η προώθηση μιας πολιτικής στενής συνεργασίας ανάμεσα στη Γαλλία και τη Γερμανία». Σκοπός τής επίσκεψης τού Μενί στο Βερολίνο ήταν να διαπραγματευτεί τους όρους μιας συμφωνίας που θα συνήπτε το Ράιχ σε περίπτωση νικηφόρου έκβασης τού πολέμου και την οποία η αντίσταση τού Κόκκινου Στρατού θα καθιστούσε πλέον άνευ αντικειμένου.[28]

Ακόμη πιο ενδεικτική τής στάσης υποταγής τού συναρχικού πυρήνα τού γαλλικού κεφαλαίου απέναντι στους ισχυρούς τής εποχής ήταν η προθυμία με την οποία έσπευσε να παραιτηθεί από τα κεκτημένα του στη Δύση. Ο Μπουαζανζέ, ενεργώντας υπό την ιδιότητά του ως διοικητής τής Τράπεζας τής Γαλλίας (θέση στην οποία διορίστηκε με διάταγμα τού Πετέν στις 31 Αυγούστου τού 1940), καθώς επίσης και ως πρόεδρος τής γαλλικής οικονομικής αντιπροσωπείας στη γερμανική επιτροπή ανακωχής στο Βίσμπαντεν, ενέκρινε μαζί με τον υπουργό των οικονομικών Ιβ Μπουτιγιέ, ο οποίος λογοδοτούσε στην τράπεζα Worms, την παράδοση στη Ράιχσμπανκ των 200 τόνων χρυσού, που, κατά το διάστημα από τον Νοέμβριο τού 1939 έως τον Μάιο τού 1940, είχαν παραδοθεί προς φύλαξη στο θησαυροφυλάκιο τής γαλλικής κεντρικής τράπεζας από την Εθνική Τράπεζα τού Βελγίου. Το βελγικό χρηματιστικό κεφάλαιο, που από καιρό είχε προβλέψει και προετοιμάσει τη γερμανική κατοχή τού Βελγίου, επιθυμούσε, ωστόσο, να αποτρέψει την αρπαγή τής μεγάλης αυτής ποσότητας πολύτιμου μετάλλου (επρόκειτο για τα δεύτερα μεγαλύτερα, μετά τής Γαλλίας, αποθέματα χρυσού στην ηπειρωτική Ευρώπη). Και πράγματι είχε κάθε λόγο να πιστεύει στην επιτυχία τού εγχειρήματος, καθώς, μαζί με τα δικά της αποθέματα χρυσού, η Τράπεζα τής Γαλλίας είχε στο δίμηνο Μαΐου-Ιουνίου 1940 φροντίσει να αποσταλούν «καρφωμένα, σφραγισμένα και δεμένα με τσέρκια»[29] τα 5000 βελγικά κιβώτια στις γαλλικές αποικίες (αρχικά στη Σενεγάλη και κατόπιν στο Σουδάν).

Ο υπερβάλλων ζήλος που επέδειξε το δίδυμο Μπουαζανζέ-Μπουτιγιέ, από την αρχή (Ιούλιο 1940) μέχρι και το τέλος τής υπόθεσης (η παράδοση των τελευταίων τόνων χρυσού έγινε τον Μάιο τού 1942) εξέπληξε ακόμα και τους γερμανούς. Ο Μπουαζανζέ αγνόησε όλες τις προειδοποιήσεις όσον αφορά «το ανεπανόρθωτο πλήγμα […] που θα υφίσταντο [τόσο] το κύρος και η αξιοπιστία τού γαλλικού εκδοτικού ιδρύματος»,[30] όσο και οι μελλοντικές σχέσεις του με τους αγγλόφωνους ιμπεριαλισμούς. Αναγνώρισε εγγράφως, σε δύο περιστάσεις, στις 29 Οκτωβρίου και στις 11 Δεκεμβρίου τού 1940, τη Ράιχσμπανκ ως τη νόμιμο διάδοχο τής Εθνικής Τράπεζας τού Βελγίου, χωρίς να έχει εξασφαλίσει την έγκριση τού διοικητή τής κεντρικής βελγικής τράπεζας Ζορζ Ζανσέν, ο οποίος στο μεταξύ είχε επιστρέψει στο κατεχόμενο Βέλγιο. Αγνόησε επιδεικτικά ακόμα και τις απειλές τού υπευθύνου τού Ιδρύματος με το δικαιολογητικό ότι δεν εκπροσωπούσε παρά την «εξόριστη κυβέρνηση στο Λονδίνο». Στη συνέχεια, προετοίμασε με ζήλο την επιχείρηση μεταφοράς τού βελγικού χρυσού, που πραγματοποιήθηκε υπό τον επίβλεψη τού Κουβ Ντε Μιρβίλ και με αποκλειστική επιβάρυνση τού γαλλικού κράτους. Επρόκειτο για μια πολύπλοκη και επικίνδυνη επιχείρηση, καθώς οι αυτοκινητοπομπές ήταν εκτεθειμένες στους βομβαρδισμούς των συμμάχων (αρχικά των άγγλων και κατόπιν των αγγλοαμερικάνων). Η οδύσσεια τής μεταφοράς τού χρυσού — στην οποία ενεπλάκη το γαλλικό κράτος προς όφελος τού Ράιχ και που περιέλαβε συνολικά 21 αποστολές φορτίων χρυσού — ξεκίνησε στις 3 Νοεμβρίου τού 1940 και ολοκληρώθηκε τον Μάιο τού 1942, προς απόλυτη ικανοποίηση τής Ράιχσμπανκ, που μάλιστα εξέφρασε τις «ειλικρινέστερες ευχαριστίες» της για τις υπηρεσίες που της προσφέρθηκαν. Η Τράπεζα τής Γαλλίας εκμεταλλεύθηκε τη διαδικασία που είχε ακολουθηθεί και για την παράδοση τού ισπανικού χρυσού και η οποία είχε δημιουργήσει «νομικό προηγούμενο». Με διάταγμα που έφερε την υπογραφή τού Πετέν και τού Μπουτιγιέ και το οποίο εκδόθηκε στις 22 Δεκεμβρίου τού 1940, χωρίς να δημοσιευτεί στην επίσημη εφημερίδα τής κυβέρνησης, η Τράπεζα τής Γαλλίας απαλλάχτηκε προκαταβολικά από κάθε ευθύνη αναφορικά με την απόδοση των παρακατατεθειμένων ποσοτήτων, που θα εκχωρούνταν στη Ράιχσμπανκ (οι ευθύνες που θα προέκυπταν θα βάρυναν αποκλειστικά το γαλλικό κράτος).[31]

Οι μεγάλες τράπεζες, πρωτοστατούσης τής Τράπεζας τής Γαλλίας, ήταν ανοιχτές σε κάθε είδους συνεργασία με τον κατακτητή, ξεκινώντας από τη χρηματοδότηση των γερμανικών παραγγελιών, την ανάμιξη στις δραστηριότητες των «μικτών επιχειρήσεων» και φτάνοντας μέχρι και την ενεργό εμπλοκή τους στις διαδικασίες «αριοποίησης». Την εποχή των ψεύτικων προσδοκιών για τη συντριπτική επικράτηση τού Ράιχ και τής μανιώδους ενασχόλησης με τα «ευρωπαϊκά» προγράμματα, οι εν λόγω κύκλοι δεν έκρυβαν το γεγονός ότι μοιράζονταν τις ίδιες φιλοδοξίες με το Ράιχ για τη δημιουργία μιας «ηπειρωτικής» ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, στην οποία θα κυριαρχούσε το μάρκο. Στις 10 Σεπτεμβρίου τού 1941, σε δεξίωση τής γερμανικής πρεσβείας, όπου παρευρέθηκε η συναρχική αφρόκρεμα τού πολιτικού και οικονομικού δοσιλογισμού, o πρόεδρος τής Σοσιετέ Ζενεράλ και τής «οργανωτικής επιτροπής» των τραπεζών Ανρί Αρντάν «εξέφρασε, από κοινού με τον Πισέ [τότε υπουργό Εσωτερικών] και τον Μπισελόν [τον τότε γενικό γραμματέα τού υπουργείου Βιομηχανικής Παραγωγής — δύο από τους «46» συνάρχες τής έκθεσης Σαβέν], την ελπίδα τα γερμανικά σχέδια να είναι τέτοιας εμβέλειας, ώστε να επιφέρουν την κατάργηση των τελωνειακών συνόρων και τη δημιουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος».[32]

Την ίδια περίοδο, σε ομιλία του με αφορμή την επικείμενη έναρξη τής «ευρωπαϊκής επιτροπής αυτοκινήτου», ο φον Σνελ, καταθέτοντας την πίστη του στο «ευρωπαϊκό ιδεώδες», επιχείρησε, κατά τα ειωθότα τής εποχής, να πλασάρει το γερμανικό σχέδιο για την «ενοποίηση τής ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας» υπό τον μανδύα τής αντισοβιετικής σταυροφορίας: «Εδώ και δυόμιση μήνες, ο γερμανικός στρατός διεξάγει αποφασιστικό αγώνα εναντίον τού ρωσικού μπολσεβικισμού, εναντίον ενός αντιπάλου που θα πρέπει να συντριβεί, ούτως ώστε να μπορέσει η Ευρώπη να ζήσει με ειρήνη. Πριν από λίγες μέρες ξεκίνησε μια φοβερή επίθεση που, κατά τη γνώμη μου, μπορεί και θα κρίνει την έκβαση τού αγώνα. Στη γιγαντιαία αυτή πάλη, στρατιώτες από όλες τις χώρες και όλους τους μεγάλους λαούς τής Ευρώπης πολεμούν στο πλευρό τής Βέρμαχτ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι λαοί τής Ευρώπης δείχνουν ότι έχουν επίγνωση τού τι διακυβεύεται σε αυτόν τον αγώνα. Πρόκειται ακριβώς για τον νικηφόρο τερματισμό τού τελευταίου από μια σειρά αδελφοκτόνων ευρωπαϊκών πολέμων. Στην μικρή μας ήπειρο δεν χωρούν διχόνοιες. Εκπροσωπούμενοι από τους στρατιώτες τους, οι ευρωπαϊκοί λαοί, έχοντας πλέον αντιληφθεί ότι από τους εμφύλιους επωφελούνται τρίτοι, συμμετέχουν, στο πλευρό τής Βέρμαχτ, στην τελική φάση τής εκστρατείας που διεξάγεται στα μακρινά ρωσικά εδάφη και ετοιμάζονται να δώσουν τη χαριστική βολή στον αντίπαλο. Ωστόσο, ο κοινός αγώνας δεν πρέπει να σταματήσει με το τέλος τού πολέμου. Αν η μεταπολεμική Ευρώπη διατηρήσει το παλιό της πρόσωπο, αν δηλαδή αναζωπυρωθούν οι αντιπαραθέσεις και οι συγκρούσεις μεταξύ χωρών, λαών και συμφερόντων, τότε το αίμα των νεκρών τού πολέμου θα έχει χυθεί μάταια. Αλλά οι κοινές θυσίες δημιουργούν νέους δεσμούς. Οι λαοί δεν θα μπορέσουν ποτέ να ξεχάσουν τον κοινό αγώνα που διεξήγαγαν. Μια νέα Ευρώπη θα γεννηθεί, μια νέα Ευρώπη που, ακόμη και εν καιρώ ειρήνης, θα αναλάβει τη συλλογική πραγματοποίηση συγκεκριμένων στόχων […]»[33] κ.τ.λ.

… και των προοπτικών τής αμερικανικής ειρήνης

Ωστόσο, ήδη από τον Ιούλιο τού 1941, ο σκληρότερος πυρήνας τού χρηματιστικού κεφαλαίου και ένα τμήμα τού κρατικού μηχανισμού είχαν αντιληφθεί τόσο το γεγονός τής συντριπτικής αποτυχίας τής στρατηγικής τού «κεραυνοβόλου πολέμου», που προσέκρουσε στην άμεση αντίσταση τού «ρώσου στρατιώτη [και] τού τοπικού πληθυσμού», όσο και το ότι η «νέα Ευρώπη» θα ήταν κατά βάση αμερικανική.

Στις 16 Ιουλίου, ο στρατηγός Ντουαγιέν, που πήρε τη θέση τού Ιντσιζέ στην γαλλική αντιπροσωπεία στην Επιτροπή ανακωχής, έβαλε την υπογραφή του στο κείμενο που συνέταξε ο συνεργάτης του Αρμάν Μπεράρ (που μελλοντικά θα υπηρετούσε ως διπλωμάτης στην Ουάσινγκτον και κατόπιν στη Βόνη) και στο οποίο για πρώτη φορά παρουσιαζόταν το θεωρητικό σκεπτικό τής μετάβασης των γαλλικών ελίτ από τη φάση τού «μπλίτσκριγκ» στη φάση τής «παξ αμερικάνα»: «Πριν απ’ όλα, δεν πρέπει να λησμονούμε το γεγονός ότι, τόσο σήμερα όσο και στο μέλλον, οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να παίζουν τον ρόλο τού τελικού επιδιαιτητή και ότι, ως εκ τούτου, είναι επιτακτική ανάγκη να μην απολέσουμε τη συμπάθειά τους. Άλλωστε, η Αμερική ήταν ο μόνος νικητής τού πολέμου τού 1918 και δεν χωρά αμφιβολία ότι θα βγει ακόμα περισσότερο κερδισμένη από τη σημερινή σύγκρουση. Η οικονομική της δύναμη, ο υψηλός πολιτισμός της, ο μεγάλος της πληθυσμός, η αυξανόμενη παγκόσμια επιρροή της, η αποδυνάμωση των ευρωπαϊκών κρατών, που θα μπορούσαν να την ανταγωνιστούν, αποτελούν ισχυρές ενδείξεις για το ότι οι ΗΠΑ θα μπορέσουν κατά πάσα πιθανότητα να επιβάλουν παγκοσμίως τη θέλησή τους κατά τις επόμενες δεκαετίες».[34]

Τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια τής μεγάλης κρίσης, οι αμερικάνοι επέκριναν δριμύτατα και επανειλημμένα την απροθυμία τής Γαλλίας να εκπληρώσει τα πολεμικά της χρέη, ενώ μετά το ξέσπασμα τής κρίσης δεν έπαψαν να διαμαρτύρονται για τις ευρωπαϊκές πολιτικές «αυτάρκειας» και για τον «σαχτισμό», όρο που χρησιμοποιούσαν ως συνώνυμο τού Ράιχ. Η επιθετική πολιτική εμπορικής διείσδυσης που ακολουθούσε η Γερμανία, κυρίως από τα τέλη τού 1934, στις αγορές τής νοτιανατολικής Ευρώπης, αλλά προπάντων στις αγορές τής νοτίου Αμερικής, είχαν ως (προσωρινό) αποτέλεσμα την ψύχρανση των σχέσεων της με τον παραδοσιακό εταίρο και ανταγωνιστή της, όπως είχε συμβεί και κατά την περίοδο πριν και μετά από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.[35] Οι αμερικάνοι προετοίμαζαν μεθοδικά, ήδη από το 1942 και πιο ενεργά μετά τη μάχη τού Στάλινγκραντ, η οποία επέσπευσε την προδιαγεγραμμένη γερμανική ήττα, το μέλλον μιας Ευρώπης υπό την κυριαρχία τού κατεχόμενου Ράιχ. Μια σαρωτική νίκη θα τους έδινε τη δυνατότητα να διαμορφώσουν κατά το δοκούν το πρόσωπο τής Γηραιάς Ηπείρου, αποκτώντας έτσι μεγαλύτερα περιθώρια για την αναγκαστική υλοποίηση, τόσο στις μητροπόλεις όσο και στις αποικίες των εξασθενημένων ευρωπαϊκών χωρών, τού προγράμματος των «14 σημείων τού Ουίλσον», η εφαρμογή τού οποίου, μετά το 1918, είχε υπονομευτεί λόγω τής αντίστασης των ανταγωνιστικών ιμπεριαλισμών.

Το χρηματιστικό κεφάλαιο και οι εντεταλμένοι του — υπουργοί και ανώτατοι υπάλληλοι που υπηρετούσαν το καθεστώς τού Βισί, όπως για παράδειγμα, ο Πολ Μποντουέν, ο Λεμέγκρ-Ντιμπρέιγ, ο Φλαντέν, ο Λεϊντέ, ή ακόμη άτομα που είχαν εξαρχής ταχθεί στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ΗΠΑ, όπως ήταν ο Ζαν Μονέ, «[ο άνθρωπος τής] εμπιστοσύνης τού Σίτι και τής Ουόλ Στριτ, [ … που από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο], υπηρέτησε πιστά τα συμφέροντα και την πολιτική τού ομίλου Λαζάρ»[36] — υιοθέτησαν τον νέο αυτό προσανατολισμό, τόσο ατομικά όσο και για λογαριασμό τής κοινωνικής τους τάξης. Η διαδικασία τής σταδιακής μεταστροφής τους, που έλαβε χώρα κατά την περίοδο από το δεύτερο εξάμηνο τού 1941 έως το καλοκαίρι τού 1944, χαρακτηρίστηκε από σημαντικές χρονικές υστερήσεις και χάσματα μεταξύ τής σύναψης προσωπικών επαφών και τής εξωτερίκευσης τού νέου ιδεολογικού τους προσανατολισμού. Το χαρακτηριστικότερο από τα πολλά παραδείγματα είναι η περίπτωση τού Λεϊντέ, φανατικού θιασώτη τής γερμανικής Ευρώπης, ο οποίος άρχισε να προετοιμάζει το ευρωαμερικανικό του μέλλον το 1943 — πολύ νωρίτερα από τον ομόλογό του Ζαν-Πιέρ Πεζό — γλυκοκοιτάζοντας την Ford France, που εξακολουθούσε τότε να υπηρετεί τις ανάγκες τής γερμανικής πολεμικής οικονομίας με τον ίδιο ζήλο όπως και τα εργοστάσια τής Φορντ στην Κολωνία και στο Άμστερνταμ. Ο Λεϊντέ επέκρινε μάλιστα τον συνάδελφό του Πεζό για τη δουλοπρέπεια που έδειχνε, μέχρι και την άνοιξη τού 1944, απέναντι στις Patenfirmen και τους γερμανούς διευθυντές τους. Οι εν λόγω «εταιρείες-χορηγοί» (όπως, για παράδειγμα, η Volkswagen για την Peugeot) είχαν δημιουργηθεί την άνοιξη τού 1943, την εποχή δηλαδή που καταγράφονταν συντριπτικές στρατιωτικές αποτυχίες, με σκοπό την ενίσχυση τού γερμανικού ελέγχου στην αυτοκινητοπαραγωγή και τη μείωση τού αριθμού των παραγόμενων μοντέλων.

Το φθινόπωρο τού 1944, από το κελί τής φυλακής όπου κρατείτο από τον προηγούμενο Αύγουστο, ο Λεϊντέ, δριμύς επικριτής στο παρελθόν (1940-1942) των ιμπεριαλιστικών βλέψεων τής πετρελαϊκής και αυτοκινητιστικής βιομηχανίας των ΗΠΑ, εμφανίστηκε ξαφνικά ως εκπρόσωπος των «αμερικανικών αρχών». Όπως φαίνεται, είχε «επιφορτιστεί με την κατάρτιση ενός σχεδίου για την αναπροσαρμογή και μετάβαση τής γερμανικής βιομηχανίας από την πολεμική στην ειρηνική περίοδο, από το οποίο οι Σύμμαχοι θα αντλούσαν έμπνευση και ιδέες μετά τη σύναψη τής ειρήνης». Η αυτοκινητοβιομηχανία Φορντ, που ήταν παραδοσιακός σύμμαχος τού Ράιχ και τής οποίας ο επικεφαλής και ιδρυτής Χένρι Φορντ, εκδότης τού «The International Jew» (1920) και μέντορας τού ναζιστικού αντισημιτισμού, είχε από νωρίς υποστηρίξει την άνοδο τού Χίτλερ στην εξουσία,[37] ανταπέδωσε την «εκτίμηση» τού Λεϊντέ, διορίζοντάς τον το καλοκαίρι τού 1949 πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο τής Ford France, θέση που μέχρι τότε κατείχε ο Μορίς Ντολφίς, ο οποίος, ας σημειωθεί εδώ, είχε προασπίσει με αφοσίωση τα κοινά συμφέροντα τής Φορντ και τού Ράιχ κατά το διάστημα τής Κατοχής.[38]

Κατά τους μήνες που ακολούθησαν τη νίκη τού Στάλινγκραντ, όπως ήταν λογικά αναμενόμενο, η Τράπεζα τής Γαλλίας βρέθηκε στην εμπροσθοφυλακή τού εν λόγω ρεύματος, όπως άλλωστε είχε κάνει και το 1940 έναντι τού Ράιχ, προσαρμόζοντας, εκ νέου, τους στόχους της στη νέα αυτή ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων. Στις 15 Απριλίου τού 1943, ο Μπουαζανζέ πληροφόρησε το γενικό συμβούλιο τής κεντρικής τράπεζας «για το ακριβές περιεχόμενο των σχεδίων που καταρτίζονταν στην Αγγλία και τις ΗΠΑ σε σχέση με το παγκόσμιο νομισματικό καθεστώς που οι δύο αυτές χώρες επιδίωκαν να εγκαθιδρύσουν κατά το τέλος τού πολέμου».[39] Λαμβάνοντας ήδη από τον Μάιο τού 1943 τακτική ενημέρωση από τον Ομπουάν για το σχέδιο τής «αμερικανικής Ευρώπης» και τις αγγλοαμερικανικές αντιπαραθέσεις, από τις οποίες κερδισμένες θα έβγαιναν οι ΗΠΑ,[40] ο διοικητής τής γαλλικής κεντρικής τράπεζας «εξέθεσε» στις 15 Ιουλίου «τις βασικές προβλέψεις τού [αγγλικού] Σχεδίου Κέινς και τού [αμερικανικού] σχεδίου Ουάιτ». Η εν λόγω «έκθεση», στο ίδιο ψύχραιμο ύφος με εκείνη που είχε παρουσιάσει ο Ομπουάν τον Ιανουάριο τού 1939 όσον αφορά τα τότε γερμανικά σχέδια, ήταν ουσιαστικά περισσότερο επιφυλακτική σε σύγκριση με την προγενέστερη έκθεση λόγω ακριβώς τού εύρους των επικείμενων εμπορικών και χρηματοπιστωτικών ανακατατάξεων. Ο νικητής τού πολέμου «θα υποχρέωνε τα συμμετέχοντα κράτη να εγκαταλείψουν μέρος τής κυριαρχίας τους [… μέσω] τού καθορισμού των συναλλαγματικών ισοτιμιών βάσει των συμμετοχών κάθε χώρας», καθώς επίσης και μέσω «ποικίλων παρεμβάσεων […] στη νομισματική πολιτική κάθε κράτους μέλους […] Το διευθύνον όργανο» τού νέου θεσμικού οικοδομήματος «θα αποτελείτο από εκπροσώπους ξένων χωρών, με συνέπεια κάθε κράτος να υποχρεούται να συμμορφώνεται με ξένες εντολές και οδηγίες. […] Το σχέδιο Ουάιτ [… είχε] ως κύριο σκοπό την κινητοποίηση των πόρων τής αμερικανικής αγοράς προς όφελος των εξαθλιωμένων χωρών, προκειμένου κατ’ αυτόν τον τρόπο να εξασφαλιστούν εμπορικές διέξοδοι για τα προϊόντα τής βιομηχανίας των ΗΠΑ κατά την µεταπολεµική περίοδο». Οι συντάκτες τού σχεδίου απέβλεπαν «στην κατάργηση των διμερών συμφωνιών διακανονισμού» και, ως εκ τούτου, στον στραγγαλισμό τού ενδοευρωπαϊκού εμπορίου. Επομένως, η Τράπεζα τής Γαλλίας γνώριζε με ακρίβεια τις αμερικανικές αποφάσεις τουλάχιστον ένα έτος πριν από την επίσημη ανακοίνωσή τους κατά τη διάσκεψη τού Μπρέτον Γουντς, που, ως γνωστόν, πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο τού 1944. Η νηφάλια παρουσίαση των σχετικών προκλήσεων στα αρχειακά έγγραφα τής περιόδου από την άνοιξη τού 1943 έως την άνοιξη τού 1944 αποτελεί απόδειξη τού ότι οι γάλλοι ιθύνοντες (όπως άλλωστε και οι σκανδιναβοί ομόλογοί τους[41]) δεν βιάζονταν καθόλου να δουν την εθνική τους οικονομία να παραδίδεται έρμαιο στον αμερικανικό ανταγωνισμό.[42]

Κατά την απελευθέρωση ο Μπουαζανζέ, ο οποίος, το 1943, είχε καταβάλει απεγνωσμένες προσπάθειες για να αποκρύψει τις προσωπικές ευθύνες του όσον αφορά την έγκριση παράδοσης τού βελγικού χρυσού στη Ράιχσμπανκ, υποχρεώθηκε απλώς να εκχωρήσει τη θέση του στον Εμανιέλ Μονίκ (ο οποίος, μάλιστα, επρόκειτο να αναλάβει αργότερα, στα τέλη τού 1949, την προεδρία τού διοικητικού συμβουλίου τής Paribas).[43] Το κεντρικό πιστωτικό ίδρυμα έμεινε αλώβητο, όπως άλλωστε συνέβη και με το σύνολο σχεδόν των γαλλικών χρηματοπιστωτικών ομίλων και των διευθυντικών στελεχών τους. Τον Οκτώβριο τού 1944, υποχρεώθηκε βεβαίως να συνεισφέρει, από τα αποθέματά του σε χρυσό, στην αποζημίωση για τις απώλειες που υπέστη η βελγική κεντρική τράπεζα από την παράδοση τής ποσότητας των 200 τόνων χρυσού, πράγμα που θα πρέπει να εκληφθεί ως ισχυρή ένδειξη για την υιοθέτηση εκ μέρους των γαλλικών ελίτ των συμμαχικών «ηθών». Σύμφωνα όμως με τις προβλέψεις τής νομοθεσίας τού καθεστώτος τού Βισί, οι γάλλοι φορολογούμενοι επωμίστηκαν ολόκληρο το βάρος τής αποζημίωσης, καθώς δόθηκε στην Τράπεζα τής Γαλλίας κρατικό ομόλογο ύψους 10 δισ. φράγκων έναντι εξόφλησης τής «οφειλής» τού γαλλικού κράτους προς αυτή. Τη σχετική απόφαση έλαβε στις 11 Αυγούστου τού 1945 — μετά από ένα χρόνο επίμονων οχλήσεων τού Μονίκ προς το αρμόδιο υπουργείο Οικονομικών — ο τότε υπουργός Ρενέ Πλεβέν (ανδρείκελο τής Ουάσινγκτον και τού Μονέ, ο οποίος το 1939 είχε μεριμνήσει για τον διορισμό τού Πλεβέν σε μια αμερικανική θυγατρική τής τράπεζας Λαζάρ).[44] Άλλωστε, «οι χρηματοοικονομικοί κύκλοι» είχαν ήδη εκφράσει την προτίμησή τους στο πρόσωπό του, λόγω «των συμβατικότερων μεθόδων» που προτίθετο να χρησιμοποιήσει, έναντι τού Μεντές Φρανς (τον οποίο η Τράπεζα τής Γαλλίας αντιμετώπιζε ως μαύρο πρόβατο, επειδή ακριβώς είχε αρνηθεί να της δώσει συγχωροχάρτι για τις καταχρηστικές ενέργειες στις οποίες αυτή προέβη το 1940).[45]

Όπως ήταν επίσης αναμενόμενο, το πρόγραμμα τής «παξ αμερικάνα», που, όπως θα δούμε, είχε μια ισχυρή «ευρωπαϊκή» διάσταση, τέθηκε σε εφαρμογή, πριν από τη εγκαθίδρυση τής (στενά νοούμενης) «ειρήνης», με τις αποφάσεις τής διάσκεψης τού Μπρέτον Γουντς, όπου τελικά επικράτησε το σχέδιο Ουάιτ, καθώς επίσης και με τις ρήτρες των συμφωνιών «εκμισθώσεως και δανεισμού» (Lend Lease)¸ που ήταν λίγο-πολύ συνώνυμες με την κατάργηση των τελωνειακών προστατευτικών μέτρων, τα οποία, μετά την κρίση, είχαν υιοθετηθεί κατά κόρον από όλες τις χώρες τής ευρωπαϊκής ηπείρου. Ας σημειωθεί εδώ ότι η Αγγλία είχε ήδη από το 1941 αποδεχτεί σε μεγάλο βαθμό τις απαιτήσεις των ΗΠΑ, πράγμα που επιτάχυνε την παρακμή της σύμφωνα με τα πορίσματα τής αγγλόφωνης ιστοριογραφίας (που συγκεφαλαιώνονται σε ένα συναφές γαλλικό σύγγραμμα και τα οποία καταρρίπτουν τον διαδεδομένο στη χώρα μας μύθο όσον αφορά την αμερικανική διάσωση τής πάλαι ποτέ ισχυρής βρετανικής αυτοκρατορίας).[46]

Τον Φεβρουάριο τού 1945 ήρθε η σειρά τής Γαλλίας τού ντε Γκολ. Ο φανατικά αντι-γκολικός Ζαν Μονέ εστάλη στην Ουάσινγκτον να διαπραγματευτεί τη λήψη δανείων, εγκαινιάζοντας έτσι την εποχή των «θαυμάτων» τής αμερικανικής «απελευθέρωσης τού [διεθνούς] εμπορίου». Με το πέρασμα των ετών θα πλήθαιναν και οι παρεμβάσεις, εκ μέρους αναρίθμητων δημοσίων προσώπων φίλα προσκείμενων στις ΗΠΑ, με στόχο την κατάκτηση τού γαλλικού κοινού ή την αναζωογόνηση τού φθίνοντα φιλοαμερικανισμού των «πολιτικών» μας.


[1] Γενικό Συμβούλιο, 14 και 21 Ιανουαρίου 1943, ABDF [Αρχεία Τράπεζας ΓαλλίαςIndustriels et banquiers français sous l’Occupation, Paris, Armand Colin, 2013 (σελ. 541-543· για το εργατικό εισόδημα, κεφ. 10).
[2] Wiesbaden, τόμος 2, σελ. 523-525 και 529-534· Lacroix-Riz, « Les élites économiques françaises et la collaboration économique: la banque, l’industrie, Vichy et le Reich », Revue d’Histoire de la Shoah, αρ. 159, 1997, σελ. 8-123 (κυρίως, σελ. 60-71).
[3] Συμφωνίες για την Francolor, F37, 28, και επιστολή Kramer, Παρίσι, 21 Μαρτίου 1942, AJ40, 817, AN.
[4] Industriels, κεφ. 5 (βλ. και κατωτέρω).
[5] Επιστολή 1074 τού Lafond στον Barnaud, Παρίσι, 12 Ιουνίου 1941, F37, 34, AN, και Industriels, σελ. 221.
[6] Patrick Fridenson, « Première rencontre entre Louis Renault et Hitler », Renault-Histoire, Ιούνιος 1999, σελ. 13 (8-18).
[7] Με διάταγμα (που έφερε τον ψευδεπίγραφο τίτλο «νόμος)· βλ. Industriels, σποράδην (και κυρίως σελ. 104-115). [Σημ Μετ. Να σημειωθεί ότι στην κατοχή δεν υπήρχε βιομηχανία επιβατικών αυτοκινήτων στη Γαλλία (με την εξαίρεση τής παραγωγής ελάχιστων πολυτελών μοντέλων).]
[8] « Suite au projet de conventions franco-allemandes et franco-italiennes », [Σε συνέχεια των σχεδίων των γαλλογερμανικών και γαλλοϊταλικών συμβάσεων] 15 Ιανουαρίου 1941, W3, 234, και έκθεση τού επιθεωρητή Vilatte (Υπ. Βιομηχανικής Παραγωγής) για τις δραστηριότητες τού Lehideux, 19 Ιουλίου 1945, W3, 217, AN. Λεπτομερέστερα, βλ. Industriels, σελ. 231-234.
[9] Ομιλίες των δύο αξιωματούχων, 7 Μαρτίου 1941, F37, 28, AN. Λεπτομερέστερα, βλ. Industriels, σελ. 236-244.
[10] Λεπτομερέστερα, βλ. Industriels, σελ. 231-234.
[11] «Note hebdomadaire sur les affaires importantes» [Εβδομαδιαίο σημείωμα για τα ζητήματα μείζονος σημασίας], 17 Μαρτίου 1942, AJ38, 566, AN.
[12] Peter Hayes, Industry and ideology. IG Farben in the Nazi era, Cambridge, Cambridge UP, 1987, σελ. 289.
[13] Αναφορά στο υπόμνημα SECEM, F1 a, 9595, «Ugine», AN.
[14] Ενημέρωση προς τους στρατηγούς Milch και von Loeb, Βερολίνο, 18-19 Μαΐου 1942, [έγγραφα που ανευρέθησαν στο] « μπαούλο τού Πετέν», W3, 217, AN· Industriels, σελ. 150-151.
[15] Σημείωμα COA για την «Ευρωπαϊκή Επιτροπή αυτοκινήτου», Απρίλιος 1941, W3, 234, AN.
[16] Το γερμανικό πρωτότυπο τής ομιλίας στην COA, με σαφέστερη διατύπωση από αυτή τής μετάφρασης, W3,23 1, AN.
[17] Industriels, σελ. 447-454 (σύμφωνα με τα αρχεία Lehideux-COA).
[18] Ανακριτική εξέταση των Champomier και Pessereau (ΓΔ και διευθυντή γενικών υπηρεσιών τής COA, αντίστοιχα), 14 και 20 Νοεμβρίου 1944, έκθεση Caujolle, 27 Φεβρουαρίου 1945, W3,220, AN.
[19] Για τα εν λόγω καρτέλ τής διετίας 1940-1942, βλ. Industriels, σελ. 227-231 (και κυρίως σελ 228).
[20] Συμπέρασμα και πρώτο μέρος τού σημειώματος για τον Hilpert, F12, 9576, AN.
[21] Βλ. την ενότητα με τίτλο « La banque Worms, DAVUM et les alliances sidérurgiques », Industriels, σελ. 438-441.
[22] Γενικές πληροφορίες 19-31, I/1941 (για τα μέλη τού Εθνικού Συμβουλίου), F1a, 3308, AN.
[23] Τηλ. (χωρίς αριθμό) τού γερμανικού προξενείου, Γενεύη, 4 Σεπτεμβρίου 1940 (με επιβαρυντικά στοιχεία), τηλ. 249 τού Krugg von Nidda, Βισί, 5 Φεβρουαρίου 1942, και τηλ. 55 τού Struve, Παρίσι, 9 Ιανουαρίου 1942, W3, 351, 350, 353 («αρχεία Βερολίνου» 347-358), AN. Για τον μεσοπόλεμο, Lacroix-Riz, Le Choix de la défaite: les élites françaises dans les années 1930, Paris, Armand Colin, 2010, ευρετήριο ονομάτων.
[24] Γενικός απολογισμός και πίνακας [πωληθείσες συμμετοχές], Industriels, σελ. 288-289.
[25] Agnès D’Angio, « Schneider et Cie face aux risques géopolitiques en Europe centrale et orientale (1918-1939) », Cahiers IRICE, 2010/2, αρ. 6, σελ. 35-59.
[26] Για λεπτομερέστερη ανάλυση, βλ. Industriels, σελ. 253-267, το παράθεμα [«να αποσυρθεί πλήρως …»] από το σχετικό σημείωμα για την Εταιρεία των ορυχείων τού Μπορ, 2 Οκτωβρίου 1940, αυτόθι σελ. 255.
[27] Σημείωμα τού Barnaud με θέμα «τον διακανονισμό των εξόδων κατοχής», 28 Ιουνίου 1941, Βισμπάντεν, τόμ. 4, σελ. 594-595 (λογοκριμένο), και W3, 219 (πλήρες κείμενο), AN (η έμφαση δική μου). Για τον συνάρχη Αρντάν, Choix, Industriels, ευρετήριο ονομάτων.
[28] Πρακτικά τής συνάντησης, 10 Μαρτίου 1942, F37, 34, AN, και Industriels, σελ. 41, 389-394.
[29] Δήλωση Janssen όσον αφορά την «εθελοντική κατάθεση» [προς φύλαξη], Βρυξέλλες, 22 Φεβρουαρίου 1940, 1397 199402/13, ABDF.
[30] Το πρώτο από μια σερά σημειώματα τού Jean Bolgert «για τον κυβερνήτη [τής κεντρικής τράπεζας]», 30 Νοεμβρίου 1940, 1397 199402/13, ABDF.
[31] Lacroix-Riz, Industriels, σελ. 248-253.
[32] Έκθεση Gestner, φάκελος των 15 γάλλων κατηγορουμένων, το παράθεμα από την υπόθεση «Εισαγγελική Αρχή [Ministère public] κατά Αρντάν», 7 Ιανουαρίου 1948, F 12, 9569, AN.
[33] Γερμανικό πρωτότυπο και μετάφραση (στα γαλλικά), 16 Οκτωβρίου 1941, W3, 231, AN.
[34] Παράρτημα τής έκθεσης 556 που υπέβαλε ο Doyen στον Koeltz, Βισμπάντεν, 16 Ιουλίου 1941, W3, 210, AN. Για τον Μπεράρ, Lacroix-Riz, Industriels και Le Vatican, l’Europe et le Reich de la Première Guerre mondiale à la Guerre froide (1914-1955), Paris, Armand Colin, 2010 (ευρετήριο ονομάτων).
[35] Harold James, The German Slump. Politics and Economics, 1924-1936, Oxford, Clarendon Press, 1986, σελ. 388-413.
[36] «Εδώ και πάνω από πενήντα χρόνια», RGPP, φάκελος Monnet (άνευ ημερομηνίας), 1967, GA, B 12, «Τράπεζα Lazard», APP· για τον «αμερικανό» Μονέ, βλ. κατωτέρω.
[37] Charles Higham, Trading with the Enemy, an exposé of the Nazi-American Money Plot, 1933-1949, κεφ. 9, «The car connection».
[38] RGPP, 9 Οκτωβρίου 1944, GA, L 10, «Φ. Λεϊντέ», και 18 Φεβρουαρίου 1950, GA, F 5, «Φορντ Φρανς», APP · βλ. επίσης Industriels, ευρετήριο ονομάτων και, για τη γενική εξέλιξη των εν λόγω κύκλων, το κεφ. 9.
[39] CGBF, 15 Απριλίου 1943, ABDF.
[40] Επιστολή Auboin στον Bolgert, Βασιλεία, 19 Μαΐου 1943, BDF, BRI, 1069 199211/40, ABDF.
[41] Lacroix-Riz, « La Scandinavie et l’Europe d’après-guerre: projets et prises de positions de la guerre à 1947 », στο Plans des temps de guerre pour l’Europe d’après-guerre 1940-1947 (υπό την επιμέλεια τού Michel Dumoulin), Bruxelles, Bruylant, 1995.
[42] CGBF, 17 Ιουνίου, 15 Ιουλίου, 26 Αυγούστου, 28 Οκτωβρίου 1943· 4 Μαΐου 1944, ABDF.
[43] RGPP, φάκελος Monick, GA, R 7, «Πολ Ρεϊνό» , APP.
[44] Frédéric Charpier, La CIA en France: 60 ans d’ingérence dans les affaires françaises, Paris, Seuil, 2008, ευρετήριο.
[45] Παράθεμα από το σημείωμα RGSN XP 58/D.B. 3, 3 Φεβρουαρίου 1945, F7,15299, AN· και Lacroix-Riz, Industriels, σελ. 251 (υποσημείωση 54) & L’histoire contemporaine, σελ. 173-176.
[46] Για τη θέση τού Bossuat, βλ. L’Europe occidentale à l’heure américaine. Le Plan Marshall et l’unité européenne 1945-1952, Bruxelles, Complexe, 1992· για την αντίθετη άποψη, βλ. βιβλιογραφία κατωτέρω και Richard Farnetti, L’économie britannique de 1873 à nos jours, Paris, Armand Colin, 1993.


[i] Iβ Μπρεάρ ντε Μπουαζανζέ.
[ii] Ροζέ Ομπουάν.
[iii] Πρόεδρος των επιχειρήσεων Κουλμάν.
[iv] Κεντρικά όργανα οικονομικού συντονισμού-σχεδιασμού και ελέγχου των μισθών (1934).
[v] Société d’électrochimie, d’électrométallurgie et des aciéries électriques d’Ugine: Εταιρεία ηλεκτροχημείας, ηλεκτρομεταλλουργίας και ηλεκτροχαλυβουργίας.
[vi] Hauts-Fourneaux de Pont-à-Mousson.
[vii] Προσαρμοσμένα στον πληθωρισμό.
[viii] Union Européenne Industrielle et Financière.

Advertisements
 
1 σχόλιο

Posted by στο 23/01/2015 in Uncategorized

 

Ετικέτες:

One response to “Κατοχή—A.Lacroix-Riz

  1. dkoss

    23/01/2015 at 8:40 πμ

    Δύο-τρία πράγματα που πρέπει να προσέξετε (αν κάνετε τον κόπο να το διαβάσετε, λέμε τώρα):

    Από το πρώτο μέρος,
    [1] κεντρική έννοια οι «μικτές» επιχειρήσεις (Κουλμάν[49%]—> Francolor<—IG Farben [51%]) στο πλαίσιο των καρτελικών συμπράξεων· και το απόσπασμα «Μόνο το άνοιγμα των αρχείων θα μας επιτρέψει να αποφανθούμε οριστικά σχετικά με την ύπαρξη άμεσης σχέσης μεταξύ των δεσμεύσεων τής περιόδου τής Κατοχής και των γερμανικών συγχωνεύσεων τής «ευρωπαϊκής» περιόδου, που είχαν ως συνέπεια την εξαφάνιση όλων των «γαλλικών» χημικών ομίλων κατά τις τελευταίες δεκαετίες τού 20ού αιώνα.»

    [2] Από το δεύτερο μέρος, περίπτωση Skoda, κ.τλ.

    (α) —«Χρησιμοποιώντας, όπως συνηθίζει, ευφημιστική ορολογία, η Ανιές Ντ’ Ανζιό… κ.τ.λ.»·
    —«Οι εν λόγω συναλλαγές χρηματοδοτήθηκαν εξ ολοκλήρου από το γαλλικό Δημόσιο, είτε μέσω τής μεθόδου τού διακανονισμού είτε μέσω των εξόδων κατοχής, ενώ το κόστος τους προσαυξήθηκε λόγω τής πλήρους απαλλαγής από τις συναφείς φορολογικές επιβαρύνσεις που αναγνωρίστηκε στους εμπλεκόμενους ιδιωτικούς ομίλους. Το γαλλικό χρηματιστικό κεφάλαιο, επιλέγοντας «να αποσυρθεί πλήρως από τη ζώνη επιρροής του στα Βαλκάνια», αποκόμισε πράγματι τεράστιες «υπεραξίες»….»

    «Το τεράστιο οικονομικό όφελος από την εγκατάλειψη των γιουγκοσλαβικών ορυχείων χαλκού, που δεν κάλυπταν μόνο τις ανάγκες τής γαλλικής αγοράς, αλλά και σημαντικό μέρος των γαλλικών επανεξαγωγών, αυξήθηκε ακόμη περισσότερο λόγω των φορολογικών ελαφρύνσεων και κυρίως λόγω τής φορολογικής απαλλαγής τής υπεραξίας που είχε προκύψει από την πώληση. Οι πρακτικές αυτές, που καθιερώθηκαν από τον υπουργό οικονομικών Ιβ Μπουτιγιέ (έναν από τους «46» συνάρχες) και τον βοηθό του Κουβ ντε Μιρβίλ κατόπιν επίμονων πιέσεων των επωφελούµενων γαλλικών ομίλων, αποτέλεσαν τον κανόνα όσον αφορά τόσο τις μεταβιβάσεις, όσο και τις συστάσεις των μεγάλων μικτών εταιρειών»

    (β) Τις φράσεις με έντονους χαρακτήρες «Με άλλα λόγια, υπόσχονταν ξαναμοίρασμα τής πίτας προς όφελος τού Ράιχστο πλαίσιο τού πετρελαϊκού καρτέλ ….»

    «Η οδύσσεια τής μεταφοράς τού χρυσού — στην οποία ενεπλάκη το γαλλικό κράτος προς όφελος τού Ράιχ και που περιέλαβε συνολικά 21 αποστολές φορτίων χρυσού — ξεκίνησε στις 3 Νοεμβρίου τού 1940 και ολοκληρώθηκε τον Μάιο τού 1942, προς απόλυτη ικανοποίηση τής Ράιχσμπανκ, που μάλιστα εξέφρασε τις «ειλικρινέστερες ευχαριστίες» της για τις υπηρεσίες που της προσφέρθηκαν, Η Τράπεζα τής Γαλλίας εκμεταλλεύθηκε τη διαδικασία που είχε ακολουθηθεί και για την παράδοση τού ισπανικού χρυσού και η οποία είχε δημιουργήσει «νομικό προηγούμενο». Με διάταγμα που έφερε την υπογραφή τού Πετέν και τού Μπουτιγιέ και το οποίο εκδόθηκε στις 22 Δεκεμβρίου τού 1940, χωρίς να δημοσιευτεί στην επίσημη εφημερίδα τής κυβέρνησης, η Τράπεζα τής Γαλλίας απαλλάχτηκε προκαταβολικά από κάθε ευθύνη αναφορικά με την απόδοση των παρακατατεθειμένων ποσοτήτων, που θα εκχωρούνταν στη Ράιχσμπανκ (οι ευθύνες που θα προέκυπταν θα βάρυναν αποκλειστικά το γαλλικό κράτος).»

    «Τον Οκτώβριο τού 1944, υποχρεώθηκε βεβαίως να συνεισφέρει, από τα αποθέματά του σε χρυσό, στην αποζημίωση για τις απώλειες που υπέστη η βελγική κεντρική τράπεζα από την παράδοση τής ποσότητας των 200 τόνων χρυσού, πράγμα που θα πρέπει να εκληφθεί ως ισχυρή ένδειξη για την υιοθέτηση εκ μέρους των γαλλικών ελίτ των συμμαχικών «ηθών». Σύμφωνα όμως με τις προβλέψεις τής νομοθεσίας τού καθεστώτος τού Βισί, οι γάλλοι φορολογούμενοι επωμίστηκαν ολόκληρο το βάρος τής αποζημίωσης, καθώς δόθηκε στην Τράπεζα τής Γαλλίας κρατικό ομόλογο ύψους 10 δισ. φράγκων έναντι εξόφλησης τής «οφειλής» τού γαλλικού κράτους προς αυτή.»

     

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s