RSS

China bashing — Samir Amin

09 Μαρ.

82302324

Κίνα: η αναδυόμενη χώρα—Σαμίρ Αμίν (The Implosion of Capitalism, κεφ.3)

Δεν θεωρώ πειστικές τις τρέχουσες συζητήσεις που αφορούν το παρόν και το μέλλον τής Κίνας ως «αναδυόμενης» δύναμης. Μερικοί ισχυρίζονται ότι, έχοντας επιλέξει οριστικά τον «καπιταλιστικό δρόμο», η Κίνα προτίθεται μάλιστα να επιταχύνει την ενσωμάτωσή της στη σύγχρονη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση. Επιπλέον,  δηλώνουν αρκετά ευχαριστημένοι με την προοπτική αυτή, ελπίζοντας ότι η εν λόγω «επιστροφή στην ομαλότητα» (με «δεδομένο» το ότι ο καπιταλισμός είναι το «τέλος τής ιστορίας») θα συνοδευτεί από τη σταδιακή ανάπτυξη μιας δημοκρατίας δυτικού τύπου (πολυκομματισμός, εκλογές, ανθρώπινα δικαιώματα). Επιπροσθέτως, πιστεύουν ή έχουν ανάγκη να πιστεύουν ότι, από πλευράς κατά κεφαλήν εισοδήματος, η Κίνα θα μπορέσει κατ’ αυτόν τον τρόπο να «καλύψει την απόσταση» που τη χωρίζει από τις πλούσιες δυτικές κοινωνίες — πράγμα που εγώ θεωρώ αδύνατο. Η κινεζική «δεξιά» συμμερίζεται την άποψη αυτή. Κάποιοι άλλοι πάλι αποδοκιμάζουν τις εξελίξεις αυτές στο όνομα των αξιών ενός «σοσιαλισμού που προδώθηκε». Ορισμένοι μάλιστα ευθυγραμμίζονται με τις κυρίαρχες εκφράσεις τής καταγγελτικής στάσης έναντι τής Κίνας [China bashing] που επικρατεί στο δυτικό κόσμο. Υπάρχουν όμως και κάποιοι — οι ιθύνοντες τού Πεκίνου — που περιγράφουν την επιλεγείσα πορεία ως «σοσιαλισμό κινεζικού τύπου» χωρίς περαιτέρω εξειδικεύσεις. Μπορεί ωστόσο κάποιος να διακρίνει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα τού εν λόγω «σοσιαλισμού» στηριζόμενος στην προσεκτική ανάγνωση επίσημων κρατικών κειμένων και, πιο συγκεκριμένα, των πενταετών σχεδίων, που όχι μόνο χαρακτηρίζονται από σαφήνεια, αλλά και τα οποία λαμβάνονται πολύ σοβαρά υπόψη.

Το ερώτημα αν είναι η Κίνα καπιταλιστική ή σοσιαλιστική τίθεται με εσφαλμένο τρόπο. Δεν μπορεί να δοθεί καμία λογική απάντηση σε ένα τόσο γενικό και αφηρημένο ερώτημα, διατυπωμένο μάλιστα υπό τη μορφή αποκλειστικής διάζευξης. Στην πραγματικότητα, η Κίνα ακολουθεί, ήδη από το 1950, (ή ίσως από την επανάσταση των Ταϊπίνγκ κατά τον 19ο αιώνα) τη δική της ιδιότυπη πορεία. Θα επιχειρήσω εδώ να διευκρινίσω τη φύση τής πορείας αυτής, όπως αυτή αναπτύχθηκε σε διαδοχικά στάδια που καλύπτουν την περίοδο από το 1950 έως και σήμερα (2012).

Το αγροτικό ζήτημα

Σύμφωνα με τον Μάο, η επανάσταση που πραγματοποιήθηκε στην Κίνα από το κομμουνιστικό της κόμμα ήταν «αντιϊμπεριαλιστική/αντιφεουδαρχική» καθ’ οδόν προς τον σοσιαλισμό. Έχοντας αντιμετωπίσει με επιτυχία τον ιμπεριαλισμό και τη φεουδαρχία, ο Μάο δεν θεώρησε ποτέ ότι ο κινεζικός λαός είχε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, «οικοδομήσει» μια σοσιαλιστική κοινωνία. Απεναντίας, πίστευε ότι η εν λόγω «οικοδόμηση» αποτελούσε το πρώτο στάδιο στη μακρά πορεία τής χώρας προς τον σοσιαλισμό.

Οφείλω να υπογραμμίσω τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο η κινεζική επανάσταση αντιμετώπισε το αγροτικό ζήτημα. Οι κατανεμημένες αγροτικές εκτάσεις δεν ιδιωτικοποιήθηκαν, αλλά εξακολούθησαν να είναι ιδιοκτησία τού κινεζικού έθνους εκπροσωπούμενου από τις αγροτικές κομμούνες. Η χρήση τους μάλιστα περιήλθε αποκλειστικά σε αγροτικές οικογένειες — και αυτό σε αντίθεση με ό,τι είχε συμβεί στη Ρωσία, όπου ο Λένιν, έχοντας βρεθεί ενώπιον τού τετελεσμένου γεγονότος τής εξέγερσης των φτωχών αγροτών κατά το 1917, αναγνώρισε την ιδιωτική ιδιοκτησία των επωφεληθέντων από την πραγματοποιηθείσα κατανομή των γαιών.

Σε τι αποδίδεται το γεγονός ότι στην Κίνα (και στο Βιετνάμ) μπόρεσε να εφαρμοστεί η αρχή τής μη εμπορευματοποίησης τής αγροτικής γης; Ακούμε να διατυπώνεται πολύ συχνά το επιχείρημα ότι το μόνο που επιθυμούν οι φτωχοί αγρότες ανά τον κόσμο είναι η ιδιοκτησία στη γη. Αν αυτό ίσχυε για την Κίνα, τότε η απόφαση εθνικοποίησης τής γης θα έπρεπε να είχε οδηγήσει σε έναν ατέλειωτο αγροτικό πόλεμο, όπως ακριβώς συνέβη όταν ο Στάλιν άρχισε να εφαρμόζει την πολιτική τής υποχρεωτικής κολεκτιβοποίησης στη Σοβιετική Ένωση. Η στάση των φτωχών αγροτών στην Κίνα και στο Βιετνάμ (και πουθενά αλλού στον κόσμο) δεν μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι οι εν λόγω αγρότες ήταν φορείς μιας υποτιθέμενης «παράδοσης» στο πλαίσιο τής οποίας «αγνοούσαν» την ιδιοκτησία. Αντιθέτως, ήταν αποτέλεσμα ενός ευφυούς και ιδιότυπου πολιτικού προσανατολισμού που υιοθετήθηκε στην πράξη από τα κομμουνιστικά κόμματα των δύο χωρών.

Η δεύτερη Διεθνής εξέλαβε ως δεδομένη την επιτακτική επιθυμία των αγροτών για ιδιοκτησία, πράγμα που σε μεγάλο βαθμό ανταποκρινόταν στα ευρωπαϊκά δεδομένα τού 19ου αιώνα. Στη μακρά ευρωπαϊκή μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό (1500-1800), οι προγενέστερες θεσμοποιημένες μορφές πρόσβασης στη γη μέσω δικαιωμάτων κατανεμημένων μεταξύ τού βασιλιά, των φεουδαρχών κυρίων και των χωρικών δουλοπάροικων άρχισαν σταδιακά να εξαφανίζονται και να αντικαθίστανται από τη σύγχρονη αστική ατομική ιδιοκτησία, βάσει τής οποίας η γη αντιμετωπιζόταν πλέον ως εμπόρευμα — με άλλα λόγια ως αγαθό το οποίο ο ιδιοκτήτης του μπορούσε να διαθέτει ελεύθερα (ελευθερία αγοραπωλησίας). Οι σοσιαλιστές τής δεύτερης Διεθνούς αποδέχθηκαν — αν και με μισή καρδιά — ως τετελεσμένο γεγονός την εν λόγω «κατάκτηση» τής «αστικής επανάστασης». Θεωρούσαν επιπλέον ότι η μικρή αγροτική ιδιοκτησία ήταν προορισμένη να εξαφανιστεί, ότι το μέλλον ανήκε στη μεγάλη μηχανοποιημένη αγροτική επιχείρηση, που θα διαμορφωνόταν στα πρότυπα τής βιομηχανικής παραγωγής, και ότι τέλος η καπιταλιστική ανάπτυξη θα οδηγούσε από μόνη της σε αυτού τού είδους την ιδιοκτησιακή συγκέντρωση και στις πλέον αποτελεσματικές μορφές εκμετάλλευσής της (βλέπε τα σχετικά κείμενα τού Κάουτσκι). Η ιστορία, όμως, τους διέψευσε, καθώς η γεωργική παραγωγή των χωρικών αντικαταστάθηκε αρχικά από την καπιταλιστική οικογενειακή γεωργία, υπό την έννοια ότι επρόκειτο, αφενός, για αγοραία παραγωγή (δεδομένου τού ότι η κατανάλωση για τις ανάγκες τού αγροκτήματος κατέστη ασήμαντη) και, αφετέρου, για παραγωγή που χρησιμοποιούσε σύγχρονο εξοπλισμό, βιομηχανικές εισροές και τραπεζικές πιστώσεις. Επιπλέον, σε σύγκριση με τα μεγάλα αγροκτήματα, η καπιταλιστική οικογενειακή γεωργική παραγωγή αποδείχτηκε αρκετά αποδοτική όσον αφορά τον όγκο παραγωγής ανά εκτάριο ανά εργαζόμενο/έτος. Η παρατήρηση αυτή δεν παραβλέπει το γεγονός ότι ο σύγχρονος καπιταλιστής αγρότης υφίσταται την εκμετάλλευση τού γενικευμένου μονοπωλιακού κεφαλαίου που ελέγχει την προμήθεια των εισροών και πιστώσεων στα προηγούμενα στάδια τής παραγωγής και, στη συνέχεια, την εμπορία των παραγόμενων προϊόντων. Οι εν λόγω αγρότες λειτουργούν πλέον ως υπεργολάβοι τού κυρίαρχου κεφαλαίου. Έχοντας σχηματίσει τη λανθασμένη αντίληψη ότι σε κάθε τομέα παραγωγής (βιομηχανία, υπηρεσίες και γεωργία), οι μεγάλες επιχειρήσεις υπερείχαν σε αποδοτικότητα σε σύγκριση με τις μικρές επιχειρήσεις, οι ριζοσπάστες σοσιαλιστές τής δεύτερης Διεθνούς θεώρησαν ότι η κατάργηση τής έγγειας ιδιοκτησίας (εθνικοποίηση τής γης) θα επέτρεπε να δημιουργηθούν μεγάλα σοσιαλιστικά αγροκτήματα (παρόμοια με τα μεταγενέστερα σοβιετικά σοβχόζ και κολχόζ). Ωστόσο, δεν μπόρεσαν να θέσουν σε εφαρμογή τέτοια μέτρα, καθώς στις χώρες τους, τα ιμπεριαλιστικά κέντρα, η επανάσταση δεν ήταν στην ημερήσια διάταξη. Μέχρι το 1917, οι μπολσεβίκοι συμμερίζονταν τις θέσεις αυτές και είχαν την πρόθεση να εθνικοποιήσουν τις μεγάλες ιδιοκτησίες τής ρωσικής αριστοκρατίας, αφήνοντας στους φτωχούς χωρικούς τις κοινόχρηστες εκτάσεις. Στη συνέχεια, ωστόσο, οι μπολσεβίκοι κατελήφθησαν εξ απήνης από την εξέγερση των χωρικών, που πήραν στην κατοχή τους τις μεγάλες έγγειες ιδιοκτησίες.

Ο Μάο άντλησε διδάγματα από την ιστορία αυτή και διαμόρφωσε μια εντελώς διαφορετική γραμμή πολιτικής δράσης. Ξεκινώντας τη δεκαετία τού 1930 στη νότια Κίνα, κατά τη διάρκεια τού πολυετούς εθνοαπελευθερωτικού εμφυλίου πολέμου, ο Μάο βάσισε την αυξανόμενη δράση και παρουσία τού κομμουνιστικού κόμματος πάνω σε μια σταθερή συμμαχία με τους φτωχούς και ακτήμονες αγρότες (που αποτελούσαν την πλειοψηφία), ενώ φρόντισε να διατηρήσει φιλικές σχέσεις με τους μεσαίους χωρικούς και να απομονώσει, σε όλα τα στάδια τού πολέμου, τους πλούσιους αγρότες (κουλάκους), χωρίς όμως κατ’ ανάγκη να τους αντιμετωπίζει με προκλητικότητα. Η επιτυχία τής πολιτικής αυτής γραμμής προετοίμασε τη μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων των αγροτικών περιοχών προκειμένου να συμφωνήσουν σε μια λύση που δεν προϋπέθετε την ατομική ιδιοκτησία επί των αγροτεμαχίων που αποκτήθηκαν μέσω διανομής. Πιστεύω ότι οι ιδέες τού Μάο, καθώς και η επιτυχής εφαρμογή τους, έχουν τις ιστορικές τους ρίζες στην επανάσταση των Ταϊπίνγκ, που έλαβε χώρα κατά τον 19ο αιώνα. Ο Μάο πέτυχε εκεί που απέτυχε το μπολσεβίκικο κόμμα, δηλαδή να δημιουργήσει μια ισχυρή συμμαχία με τη μεγάλη αγροτική πλειοψηφία. Στη Ρωσία, τα τετελεσμένα γεγονότα τού καλοκαιριού τού 1917 υπονόμευσαν εκ των προτέρων τη δυνατότητα μιας συμμαχίας με τους φτωχούς και μεσαίους χωρικούς απέναντι στους πλούσιους αγρότες, διότι οι πρώτοι επιδίωκαν να υπερασπιστούν την ατομική ιδιοκτησία που απέκτησαν και, ως εκ τούτου, προτίμησαν στη συνέχεια να ακολουθήσουν τους κουλάκους και όχι τους μπολσεβίκους. Αυτή η «κινεζική ιδιαιτερότητα» έχει μείζονος σημασίας συνέπειες και, ακόμα και σήμερα, δεν δικαιολογεί με κανένα τρόπο τον χαρακτηρισμό τής σύγχρονης Κίνας ως «καπιταλιστικής», αφού ο καπιταλιστικός δρόμος ανάπτυξης βασίζεται στη μετατροπή τής γης σε εμπόρευμα.

Το παρόν και το μέλλον τής μικρής παραγωγής

Από τη στιγμή που γίνει αποδεκτή η εν λόγω αρχή, η χρήση τού κοινού αυτού αγαθού (τής γης των αγροτικών κοινοτήτων) μπορεί να λάβει ποικίλες μορφές. Για να γίνει αυτό κατανοητό, θα πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στη μικροπαραγωγή και τη μικροϊδιοκτησία. Σε όλες τις προγενέστερες κοινωνίες η αγροτική και βιοτεχνική μικροπαραγωγή κατείχε κυρίαρχη θέση, ενώ, αναπόσπαστα πλέον συνδεδεμένη με την μικροϊδιοκτησία, εξακολούθησε να παίζει σημαντικό ρόλο στον σύγχρονο καπιταλισμό και, πιο συγκεκριμένα, στη γεωργία, στις υπηρεσίες και σε ορισμένα ακόμη τμήματα τής βιομηχανίας. Βεβαίως, στις χώρες τής κυρίαρχης τριάδας (ΗΠΑ, Ευρώπη και Ιαπωνία), η μικροπαραγωγή χαρακτηρίζεται από συνεχή υποχώρηση. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η εξαφάνιση των μικροεπιχειρήσεων και η αντικατάστασή τους από μεγάλες εμπορικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, η αλλαγή αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, άνευ άλλου τινός, ως «πρόοδος», ακόμη και σε επίπεδο αποδοτικότητας, ιδίως αν ληφθούν υπόψη οι κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτισμικές διαστάσεις τής διαδικασίας αυτής. Στην πραγματικότητα, η τάση αυτή αποτελεί παράδειγμα τής στρέβλωσης που προκαλείται από την κυριαρχία των προσανατολισμένων προς την προσοδοθηρία γενικευμένων μονοπωλίων. Είναι, επομένως, πιθανό, σε έναν μελλοντικό σοσιαλισμό, η μικροπαραγωγή να κληθεί εκ των πραγμάτων να ανακτήσει τη σημασία της. Εν πάση περιπτώσει, στη σύγχρονη Κίνα, η μικροπαραγωγή, χωρίς να συνδέεται κατ’ ανάγκην με την μικροϊδιοκτησία, εξακολουθεί να κατέχει σημαντική θέση στην εθνική παραγωγή — και μάλιστα όχι μόνο στη γεωργία, αλλά και σε ευρείς τομείς τής αστικής ζωής.

Η Κίνα γνώρισε ποικιλόμορφες ή και ακόμα και αντιφατικές μορφές χρήσης τής γης ως κοινού αγαθού. Εν προκειμένω, πρέπει να εξετάσουμε αφενός την αποδοτικότητα (όγκος παραγωγής ανά εκτάριο ανά εργαζόμενο/έτος) και αφετέρου τη δυναμική των δρομολογημένων μεταβολών. Οι μορφές αυτές μπορούν είτε να ενισχύσουν τις τάσεις καπιταλιστικής ανάπτυξης, θέτοντας έτσι εν αμφιβόλω τον μη-εμπορευματοποιημένο χαρακτήρα τής γης, είτε να ενταχθούν στο πλαίσιο μιας ανάπτυξης σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Τα ερωτήματα αυτά μπορούν να απαντηθούν μόνο μετά από συγκεκριμένη εξέταση των επίμαχων μορφών χρήσης τής γης, όπως αυτές εφαρμόστηκαν σε διαδοχικά στάδια τής κινεζικής ανάπτυξης από το 1950 έως και σήμερα. Στην αρχή, κατά τη δεκαετία τού 1950, οι μορφές που υιοθετήθηκαν ήταν αυτές τής μικρής οικογενειακής παραγωγής σε συνδυασμό με απλούστερες μορφές συνεργασίας για τη διαχείριση τής άρδευσης, τής εργασίας που απαιτούσε συντονισμό και τής χρήσης ορισμένων ειδών εξοπλισμού. Επιπλέον, η οικογενειακή αυτή μικροπαραγωγή ενσωματωνόταν στο πλαίσιο μιας κρατικής οικονομίας που διατηρούσε μονοψώνιο όσον αφορά τα προϊόντα που προορίζονταν για την εσωτερική αγορά και μονοπώλιο στην παροχή πιστώσεων και συντελεστών παραγωγής. Και όλα αυτά, στη βάση σχεδιασμένων τιμών που αποφασίζονταν από τους φορείς κεντρικού σχεδιασμού.

Η εμπειρία των κομμούνων, η οποία αποκτήθηκε μετά τη σύσταση παραγωγικών συνεταιρισμών κατά τη δεκαετία τού 1970, βρίθει διδαγμάτων. Το ζητούμενο δεν ήταν απαραίτητα η μετάβαση από την μικροπαραγωγή στις μεγάλες αγροκτηματικές μονάδες, παρ’ όλο που ορισμένοι από τους υποστηρικτές των συνεταιρισμών ήταν επηρεασμένοι από την ιδέα τής υπεροχής των μεγάλων αγροκτημάτων. Τα βασικά σημεία τού εγχειρήματος πρέπει να αναζητηθούν στις προσδοκίες για μια αποκεντρωμένη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Οι κομμούνες δεν ήταν επιφορτισμένες μόνο με τη διαχείριση τής αγροτικής παραγωγής των μεγάλων χωριών ή και ομάδων χωριών και οικισμών (ας σημειώσω εν παρενθέσει ότι η οργάνωση αυτή ήταν ένα μίγμα μορφών οικογενειακής μικροπαραγωγής σε συνδυασμό με περισσότερο φιλόδοξους στόχους για την ανάπτυξη εξειδικευμένης παραγωγής), αλλά παρείχαν επιπλέον το πλαίσιο για τη σύνδεση με βιομηχανικές δραστηριότητες όπου απασχολούνταν εποχιακά διαθέσιμοι αγρότες. Παράλληλα δε με τις παραγωγικές οικονομικές δραστηριότητες, οι κομμούνες ασχολούνταν και με τη διαχείριση κοινωνικών υπηρεσιών (εκπαίδευση, υγεία, στέγαση), πραγματοποιώντας τα πρώτα βήματα προς την κατεύθυνση τής αποκέντρωσης τής πολιτικής διαχείρισης τής κοινωνίας. Όπως είχε οραματιστεί η παρισινή κομμούνα, το σοσιαλιστικό κράτος επρόκειτο να μετατραπεί, εν μέρει τουλάχιστον, σε μια ομοσπονδία σοσιαλιστικών κομμούνων. Δεν χωρά αμφιβολία ότι από πολλές απόψεις οι κομμούνες προπορεύονταν τής εποχής τους, ενώ η διαλεκτική ανάμεσα στην αποκέντρωση όσον αφορά την εξουσία λήψης αποφάσεων και στον διάχυτο κεντρικό έλεγχο που εκπορευόταν από το κομμουνιστικό κόμμα δεν λειτουργούσε πάντοτε ορθά. Σε αντίθεση όμως προς τα όσα ισχυρίζεται η δεξιά [στη Δύση], τα καταγεγραμμένα αποτελέσματα κάθε άλλο παρά καταστροφικά ήταν. Μια κομμούνα στην περιοχή τού Πεκίνου, που δεν συμμορφώθηκε με την εντολή διάλυσης τού συστήματος, συνεχίζει να παρουσιάζει εξαιρετικά οικονομικά αποτελέσματα σε συνδυασμό με τη διεξαγωγή πολιτικών συζητήσεων υψηλής ποιότητας, που αλλού έχουν εκλείψει. Τα τρέχοντα σχέδια για την «αγροτική ανασυγκρότηση» (2012), που εφαρμόζονται από αγροτικές κοινότητες σε διάφορες περιοχές τής Κίνας, φαίνεται να αντλούν έμπνευση από την εμπειρία των κομμούνων.

Η απόφαση για τη διάλυση των κομμούνων, που ελήφθη από τον Ντενγκ Ξιαοπίνγκ το 1980, συνέβαλε στην ενίσχυση τής οικογενειακής μικροπαραγωγής και στη διατήρηση τού κυρίαρχου ρόλου της κατά τις τρεις επόµενες δεκαετίες (1980-2012). Συγχρόνως, όμως, διευρύνθηκε σημαντικά το φάσμα των δικαιωμάτων των χρηστών γης (είτε πρόκειται για αγροτικές κοινότητες είτε για οικογενειακές μονάδες). Δόθηκε έτσι η δυνατότητα στους κατόχους των δικαιωμάτων χρήσης να «εκμισθώνουν» τη γη (όχι όμως και να την «πωλούν») σε άλλους μικροπαραγωγούς — διευκολύνοντας ιδίως την αστική μετανάστευση νεαρών μορφωμένων ατόμων που δεν επιθυμούν να παραμείνουν στην ύπαιθρο — ή σε επιχειρήσεις για τη λειτουργία εκσυγχρονισμένων αγροτικών μονάδων, σημαντικά μεγαλύτερων από τις οικογενειακές φάρμες (ας σημειωθεί όμως εδώ ότι δεν υπάρχουν λατιφούντια στην Κίνα). Σκοπός εδώ είναι η ενθάρρυνση τής εξειδικευμένης παραγωγής (π.χ. ποιοτική οινοπαραγωγή, για την οποία μάλιστα ζητήθηκε η συνδρομή ειδικών από τη Βουργουνδία) ή η δοκιμασία νέων επιστημονικών μεθόδων, όσον αφορά, για παράδειγμα, την καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων οργανισμών κ.λ.π..

Θεωρώ παράλογη την εκ των προτέρων απόρριψη ή αποδοχή των ποικίλων αυτών συστημάτων και πρέπει να υπογραμμίσω, για άλλη μια φορά, ότι εκείνο που προέχει είναι η συγκεκριμένη ανάλυση καθενός από αυτά τόσο από πλευράς σχεδιασμού όσο και υλοποίησης. Ωστόσο, παραμένει το γεγονός ότι η ευρηματική ποικιλία των μορφών κοινοχρησίας τής γης συντέλεσε στην επίτευξη πρωτοφανών αποτελεσμάτων. Κατ’ αρχάς, από την άποψη τής οικονομικής αποδοτικότητας και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το ποσοστό τού αστικού πληθυσμού τής χώρας αυξήθηκε από 20% σε 50%, η Κίνα κατάφερε να μεγεθύνει την αγροτική της παραγωγή συμβαδίζοντας με τις γιγαντιαίες ανάγκες τής αστικοποίησης. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό και εξαιρετικό αποτέλεσμα, χωρίς ανάλογο στις χώρες τού «καπιταλιστικού» Νότου. Η Κίνα διατήρησε και ενίσχυσε την επισιτιστική της αυτάρκεια και κυριαρχία, παρά το γεγονός ότι αντιμετωπίζει το εξής σημαντικό μειονέκτημα: η γεωργική της παραγωγή καλύπτει τις διατροφικές ανάγκες τού 22% τού παγκόσμιου πληθυσμού, μολονότι η χώρα κατέχει μόλις το 6% των αρόσιμων εκτάσεων σε παγκόσμια κλίμακα. Επιπλέον, από πλευράς τρόπου (και επιπέδου) διαβίωσης των αγροτικών πληθυσμών, τα κινεζικά χωριά δεν έχουν πλέον τίποτα το κοινό με τις συνθήκες που επικρατούν στις άλλες χώρες τού καπιταλιστικού Τρίτου Κόσμου. Οι άνετες και κατάλληλα εξοπλισμένες μόνιμες δομές που συναντά κανείς σήμερα έρχονται σε έντονη αντίθεση όχι μόνο με τα φαινόμενα ακραίας φτώχειας και πείνας που χαρακτήριζαν την παλιά Κίνα, αλλά και με τις ακραίες μορφές φτώχειας που ακόμα επικρατούν στην ύπαιθρο τής Ινδίας και τής Αφρικής. Τα πρωτοφανή αυτά αποτελέσματα, που οφείλονται στις εφαρμοσθείσες αρχές και πολιτικές (κοινοχρησία γης, υποστήριξη τής μικροπαραγωγής, χωρίς όμως το στοιχείο τής μικροϊδιοκτησίας), επέτρεψαν τη σχετικώς ελεγχόμενη μετανάστευση από την ύπαιθρο προς τις πόλεις. Αρκεί κανείς να συγκρίνει, για παράδειγμα, την περίπτωση τής Κίνας με τα αποτελέσματα τού καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης που επέλεξε η Βραζιλία, όπου η ατομική ιδιοκτησία στη γεωργική γη οδήγησε στην αποψίλωση τού πληθυσμού στις περιοχές τής υπαίθρου — ο πληθυσμός τής υπαίθρου αντιπροσωπεύει σήμερα μόνο το 11% τού συνολικού πληθυσμού τής χώρας. Επιπλέον, τουλάχιστον το 50% των κατοίκων των πόλεων ζουν σε παραγκουπόλεις (φαβέλες) και επιβιώνουν χάρη στην «παραοικονομία» (συμπεριλαμβανομένου εδώ και τού οργανωμένου εγκλήματος). Δεν υπάρχει τίποτα παρόμοιο στην Κίνα, όπου ο αστικός πληθυσμός στο σύνολό του απολαύει επαρκούς απασχόλησης και στέγασης, ακόμα και σε σύγκριση με πολλές «αναπτυγμένες χώρες», χωρίς καν να λάβουμε υπόψη τις χώρες των οποίων το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι στο ίδιο επίπεδο με αυτό τής Κίνας. Η πληθυσμιακή μετακίνηση από τις πυκνοκατοικημένες περιοχές τής κινεζικής υπαίθρου — ανάλογοι δείκτες πυκνοκατοίκησης σημειώνονται μόνο στο Βιετνάμ, το Μπαγκλαντές και την Αίγυπτο — ήταν απαραίτητη για τη βελτίωση των συνθηκών τής αγροτικής μικροπαραγωγής, διότι συνέβαλε στο να καταστούν διαθέσιμες περισσότερες εκτάσεις γης. Αν και εν μέρει ελεγχόμενη — και ας μου επιτραπεί εδώ να επαναλάβω το αυτονόητο, ότι δηλαδή τίποτα δεν είναι τέλειο στην ιστορία τής ανθρωπότητας, είτε στην Κίνα είτε αλλού — αυτή η πληθυσμιακή μετακίνηση κινδυνεύει να αυξηθεί με υπερβολικά γρήγορους ρυθμούς. Το πρόβλημα όμως αυτό έχει ήδη προκαλέσει συζητήσεις στην Κίνα.

Ο κινεζικός κρατικός καπιταλισμός

«Κρατικός καπιταλισμός»: αυτό είναι το πρώτο πράγμα που έρχεται στο νου όσων επιχειρούν να περιγράψουν τη σύγχρονη κινεζική πραγματικότητα. Καλώς, αλλά αν δεν εξειδικευθεί αναλυτικά το περιεχόμενό της, η περιγραφή αυτή εξακολουθεί να παραμένει αόριστη και επιφανειακή. Καταρχάς πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι πρόκειται πράγματι για καπιταλισμό, υπό την έννοια ότι οι φορείς οργάνωσης τής παραγωγής επιβάλλουν στους εργαζόμενους μια σχέση ανάλογη με εκείνη που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό: εξαρτημένη, πειθαρχημένη και αποξενωμένη εργασία, απόσπαση υπερεργασίας. Στη σημερινή Κίνα συναντά κανείς βάρβαρες μορφές ακραίας εκμετάλλευσης, για παράδειγμα, στα ανθρακωρυχεία και στα συνεργεία και εργαστήρια όπου απασχολούνται γυναίκες, πράγμα σκανδαλώδες για μια χώρα που ισχυρίζεται ότι επιθυμεί να βαδίσει στον δρόμο τού σοσιαλισμού. Ωστόσο, η καθιέρωση ενός κρατικο-καπιταλιστικού καθεστώτος αποτελεί και θα συνεχίσει να αποτελεί παντού μια αδήριτη αναγκαιότητα. Οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες πρέπει υποχρεωτικά να περάσουν από την πρώτη αυτή φάση προκειμένου να βαδίσουν στον δρόμο τού σοσιαλισμού (προοπτική που βέβαια σήμερα δεν είναι ορατή). Είναι το αναγκαίο προκαταρκτικό βήμα που πρέπει να κάνει κάθε κοινωνία η οποία επιθυμεί ειλικρινά να απελευθερωθεί από τα δεσμά τού ιστορικού καπιταλισμού και να πορευθεί το μακρύ δρόμο προς το σοσιαλισμό/κομουνισμό. Η κοινωνικοποίηση και η αναδιοργάνωση τού οικονομικού συστήματος σε όλα τα επίπεδα — ξεκινώντας από την επιχείρηση, τη στοιχειώδη μονάδα, και καταλήγοντας στο εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο — απαιτούν παρατεταμένο αγώνα σε χρονικό ορίζοντα μιας ιστορικής περιόδου που δεν μπορεί να συρρικνωθεί κατά βούληση. Μετά από τις αρχικές αυτές σκέψεις, οφείλουμε να περιγράψουμε συγκεκριμένα τον κινεζικό κρατικό καπιταλισμό, αναδεικνύοντας τον χαρακτήρα τού κινεζικού κράτους και το γενικότερο σχέδιο που αυτό υλοποιεί, και αυτό γιατί δεν υπάρχει ένας μόνο τύπος κρατικού καπιταλισμού, αλλά περισσότεροι. Για παράδειγμα, το σύστημα τού κρατικού καπιταλισμού που ίσχυσε από το 1958 έως το 1975 κατά την πέμπτη γαλλική δημοκρατία δεν αποτελούσε έκφραση τής δέσμευσης τής χώρας να ακολουθήσει το σοσιαλιστικό δρόμο ανάπτυξης, αλλά ήταν ταγμένο στην εξυπηρέτηση και ενίσχυση των συμφερόντων των ιδιωτικών γαλλικών μονοπωλίων.

Ο κινεζικός κρατικός καπιταλισμός οικοδομήθηκε με σκοπό την επίτευξη των εξής τριών στόχων: (1) τη δημιουργία ενός σύγχρονου, ολοκληρωμένου και αυτάρκους, βιομηχανικού συστήματος· (2) τη διαχείριση τής σχέσης τού συστήματος αυτού με την αγροτική μικροπαραγωγή· (3) τον έλεγχο τής διαδικασίας ενσωμάτωσης τής χώρας στο παγκόσμιο σύστημα, που κυριαρχείται από τα γενικευμένα μονοπώλια τής ιμπεριαλιστικής Τριάδας. Η επιδίωξη των τριών αυτών πρωταρχικών στόχων συνιστά υποχρεωτική αναγκαιότητα. Το αποτέλεσμα είναι ότι κάτι τέτοιο αφήνει μεν περιθώρια για πιθανή πρόοδο προς σοσιαλιστική κατεύθυνση, συγχρόνως όμως ενισχύει τις τάσεις εγκατάλειψης τής προοπτικής αυτής χάριν τής επιδίωξης μιας καθαρά καπιταλιστικής ανάπτυξης. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτό ότι η αντίφαση αυτή προβάλλει και θα προβάλλει ως αναπόδραστη αναγκαιότητα. Στη συνέχεια, το ερώτημα που τίθεται είναι ποια από τις δύο προοπτικές ευνοούν οι συγκεκριμένες επιλογές τής Κίνας.

Κατά την πρώτη φάση τού κινεζικού κρατικού καπιταλισμού (1954-1980), επιβλήθηκε η εθνικοποίηση όλων των επιχειρήσεων, ανεξαρτήτως μεγέθους, σε συνδυασμό με την εθνικοποίηση των γεωργικών γαιών. Έπειτα, ακολούθησε το άνοιγμα στην εθνική και διεθνή ιδιωτική επιχειρηματικότητα και η απελευθέρωση τής αγροτικής και αστικής μικροπαραγωγής (μικρές επιχειρήσεις, εμπόριο, υπηρεσίες). Ωστόσο, οι μεγάλες βασικές βιομηχανίες και το πιστωτικό σύστημα, που είχαν δημιουργηθεί στη μαοϊκή εποχή, δεν απεθνικοποιήθηκαν, και αυτό παρά τις μεταβολές των οργανωτικών μορφών ενσωμάτωσής τους στην «οικονομία τής αγοράς». Οι επιλογές αυτές συνοδεύτηκαν με την καθιέρωση μέσων ελέγχου τής ιδιωτικής πρωτοβουλίας και τής σκοπούμενης συνεργασίας με το ξένο κεφάλαιο. Απομένει να διαπιστωθεί κατά πόσον τα μέσα αυτά εξακολουθούν να επιτελούν τον ρόλο για τον οποίο δημιουργήθηκαν ή εάν έχουν καταντήσει άδεια κελύφη με την επικράτηση μορφών συμπαιγνίας με το ιδιωτικό κεφάλαιο (σε συνδυασμό με τη «διαφθορά» των διοικητικών μηχανισμών). Παρ’ όλ’ αυτά, κατά την περίοδο μεταξύ τού 1950 και τού 2012, ο κινεζικός κρατικός καπιταλισμός πέτυχε ιδιαίτερα εντυπωσιακά αποτελέσματα. Κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο, σύγχρονο, αύταρκες και κυρίαρχο παραγωγικό σύστημα που ανταποκρίνεται στην κλίμακα τής γιγαντιαίας αυτής χώρας. Κατόρθωσε να ξεπεράσει το σοβαρό αρχικό μειονέκτημα τής τεχνολογικής εξάρτησης (τ.έ. εισαγωγή σοβιετικών και κατόπιν δυτικών προτύπων), αναπτύσσοντας αυτόνομες ικανότητες στον τομέα παραγωγής τεχνολογικών καινοτομιών. Ωστόσο, δεν μπόρεσε (ακόμη;) να θέσει σε κίνηση τη διαδικασία αναδιοργάνωσης τής εργασίας υπό την προοπτική τής κοινωνικοποίησης τής οικονομικής διαχείρισης. Εδώ θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το Σχέδιο (και όχι το «άνοιγμα στην οικονομία τής αγοράς») αποτέλεσε το βασικό μέσο υλοποίησης τής συστηματικής οικονομικής οικοδόμησης.

Κατά τη μαοϊκή φάση τού αναπτυξιακού σχεδιασμού, το Σχέδιο δεν απέβαλλε ποτέ τον επιτακτικό του χαρακτήρα (όσον αφορά, για παράδειγμα, τη φύση και τόπο των νέων εγκαταστάσεων, τους παραγωγικούς στόχους, τις τιμές κ.λπ.). Στο στάδιο αυτό, δεν υπήρχε εύλογη εναλλακτική λύση. Αναφέρω, χωρίς περαιτέρω επεξηγήσεις, τις ενδιαφέρουσες συζητήσεις σχετικά με τον χαρακτήρα τού νόμου τής αξίας που αποτέλεσαν υπόβαθρο για τον σχεδιασμό τής περιόδου αυτής. Η επιτυχία — και όχι η αποτυχία — τής πρώτης αυτής φάσης κατέστησε απαραίτητη την τροποποίηση των μέσων για την επίτευξη ενός σχεδίου επιταχυμένης ανάπτυξης. Το «άνοιγμα» στην ιδιωτική πρωτοβουλία — ξεκινώντας από το 1980, αλλά κυρίως από το 1990 και μετά — κρίθηκε αναγκαίο για την αποφυγή τής στασιμότητας, που αποδείχθηκε μοιραία για την ΕΣΣΔ. Κατά τη γνώμη μου και παρά το γεγονός ότι το «άνοιγμα» συνέπεσε με τον παγκόσμιο θρίαμβο τού νεοφιλελευθερισμού, με όλες τις αρνητικές συνέπειες που αυτό συνεπάγεται (βλ. κατωτέρω), η επιλογή υπέρ ενός «σοσιαλισμού τής αγοράς», ή μάλλον υπέρ ενός «σοσιαλισμού με αγορά», που αναγνωρίστηκε ως θεμελιώδης στο πλαίσιο τής δεύτερης φάσης ταχείας ανάπτυξης, ήταν σε μεγάλο βαθμό δικαιολογημένη. Τα αποτελέσματα τής επιλογής αυτής — και το υπογραμμίζω άλλη μια φορά — ήταν εντυπωσιακά. Μέσα σε λίγες δεκαετίες, η Κίνα κατόρθωσε να πυροδοτήσει μια διαδικασία παραγωγικής βιομηχανικής αστικοποίησης, η οποία περιέλαβε 600 εκ. ανθρώπους, τα δύο τρίτα των οποίων αστικοποιήθηκαν κατά τις δυο τελευταίες δεκαετίες (αριθμός σχεδόν ίσος με τον πληθυσμό τής Ευρώπης!). Το επίτευγμα αυτό οφείλεται στο Σχέδιο και όχι στην αγορά. Η Κίνα διαθέτει σήμερα ένα πραγματικά αύταρκες και κυρίαρχο παραγωγικό σύστημα. Με την εξαίρεση τής Ν. Κορέας και τής Ταϊβάν, καμία άλλη χώρα τού Νότου δεν έχει πετύχει κάτι ανάλογο. Για παράδειγμα, στην Ινδία και την Βραζιλία, συναντά κανείς μόνο κάποιες σκόρπιες ενδείξεις που παραπέμπουν δυνητικά σε ένα ανάλογο κρατικό σχέδιο, αλλά τίποτε περισσότερο.

Υπό τις νέες αυτές συνθήκες, επήλθε μεταβολή των μεθόδων επεξεργασίας και εφαρμογής τού Σχεδίου. Από τη μια μεριά, το Σχέδιο διατηρεί τον επιτακτικό του χαρακτήρα σε σχέση με τις τεράστιες επενδύσεις υποδομών που απαιτεί το όλο εγχείρημα: την επαρκή στέγαση των 400 εκ. νέων κατοίκων των αστικών περιοχών, την κατασκευή ενός απαράμιλλου δικτύου αυτοκινητοδρόμων, δρόμων, σιδηροδρόμων, φραγμάτων και σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, τη διάνοιξη και σύνδεση τού συνόλου σχεδόν τής κινεζικής υπαίθρου, τη μεταφορά τού κέντρου βάρους τής ανάπτυξης από τις παράκτιες στις δυτικές ηπειρωτικές περιοχές. Το Σχέδιο διατηρεί, εν μέρει τουλάχιστον, τον αναγκαίο και επιτακτικό χαρακτήρα του και σε σχέση με τους στόχους και τους χρηματοδοτικούς πόρους των δημοσίων — εθνικών, επαρχιακών, κοινοτικών — επιχειρήσεων. Κατά τα άλλα, κινείται προς την κατεύθυνση προώθησης πιθανών και δυνατών στόχων όσον αφορά την ανάπτυξη τής μικρής, αστικής εμπορευματικής παραγωγής, καθώς επίσης και όσον αφορά βιομηχανικές και άλλες ιδιωτικές δραστηριότητες. Οι στόχοι και οι προτεραιότητες αυτές λαμβάνονται σοβαρά υπόψη, ενώ επίσης προσδιορίζονται και εξειδικεύονται οι οικονομικοί και πολιτικοί πόροι που είναι αναγκαίοι για την πραγματοποίησή τους. Σε γενικές γραμμές, τα επιτευχθέντα αποτελέσματα δεν αποκλίνουν κατά πολύ από τις προβλέψεις τού Σχεδίου. Το αναπτυξιακό σχέδιο τού κινεζικού κρατικού καπιταλισμού περιλαμβάνει εμφανώς «κοινωνικές» διαστάσεις (αποφεύγω εδώ να χρησιμοποιήσω τον προσδιορισμό «σοσιαλιστικές»). Οι στόχοι αυτοί είχαν τεθεί ήδη από την μαοϊκή εποχή: εξάλειψη τού αναλφαβητισμού, βασική καθολική υγειονομική περίθαλψη κ.λπ. Κατά την πρώτη φάση τής μετα-μαοϊκής περιόδου (δεκαετία τού ’90), δεν υπάρχει αμφιβολία ότι διαπιστώθηκε τάση χαλάρωσης των προσπαθειών στους τομείς αυτούς. Θα πρέπει όμως να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι η κοινωνική διάσταση τού εγχειρήματος ανέκτησε, στο μεταξύ, τη σημασία της, ενώ αναμένεται να σημειωθεί μεγαλύτερη πρόοδος υπό την πίεση ισχυρών και δυναμικών κοινωνικών κινημάτων. Η νέα αστικοποίηση δεν έχει ανάλογο σε άλλη χώρα τού καπιταλιστικού Νότου. Στη σημερινή Κίνα, υπάρχουν βεβαίως πολυτελείς (και λιγότερο πολυτελείς) συνοικίες, όχι όμως και παραγκουπόλεις, που συνεχίζουν να ξεπηδούν στα αστικά κέντρα των χωρών τού Τρίτου Κόσμου.

Η ενσωμάτωση τής Κίνας στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση

Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε την ανάλυση τού κινεζικού κρατικού καπιταλισμού ή, όπως αποκαλείται από την κινεζική κυβέρνηση, τού «σοσιαλισμού τής αγοράς», χωρίς πρώτα να λάβουμε υπόψη την ενσωμάτωσή του στην παγκοσμιοποίηση. Το όραμα τού σοβιετικού κόσμου προέβλεπε την «αποσύνδεση» από το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα σε συνδυασμό με την οικοδόμηση ενός ολοκληρωμένου σοσιαλιστικού συστήματος που θα συμπεριελάμβανε την ΕΣΣΔ και την Ανατολική Ευρώπη. Σε σημαντικό βαθμό, η ΕΣΣΔ έφερε σε πέρας τον στόχο τής «αποσύνδεσης», θέλοντας και μη, λόγω τού επιβληθέντος αποκλεισμού που συντέλεσε στην απομόνωσή της από την εχθρική Δύση. Ωστόσο, παρά τις πρωτοβουλίες τού συμφώνου τής Κομεκόν, δεν σημειώθηκε σημαντική πρόοδος ως προς το σκέλος που αφορούσε την ενσωμάτωση τής Ανατολικής Ευρώπης. Οι λαοί τής Ανατολικής Ευρώπης εξακολούθησαν να βρίσκονται σε αβέβαιη και ευάλωτη θέση έχοντας μεν επιτύχει, εν μέρει και σε αυστηρά εθνική βάση, την αποσύνδεση αυτή, επιχειρώντας ωστόσο άνοιγμα προς τη Δυτική Ευρώπη, αρχής γενομένης από το 1970. Ουδέποτε είχε τεθεί θέμα ενσωμάτωσης των οικονομιών τής ΕΣΣΔ και τής Κίνας και αυτό όχι μόνο γιατί ο κινεζικός εθνικισμός δεν επέτρεπε κάτι τέτοιο, αλλά κυρίως γιατί μια τέτοια ενσωμάτωση δεν περιλαμβανόταν στους στόχους προτεραιότητας τής Κίνας. Η μαοϊκή Κίνα εφάρμοσε με τον δικό της τρόπο την πολιτική τής «αποσύνδεσης». Το ερώτημα επομένως είναι αν η ενσωμάτωσή της στην παγκοσμιοποίηση, που ξεκίνησε από τη δεκαετία τού 1990, πρέπει να ερμηνευτεί ως πλήρης και οριστική απόρριψη τής επιλογής τής αποσύνδεσης.

Η Κίνα μπήκε στον δρόμο τής παγκοσμιοποίησης με την προώθηση τής ταχείας ανάπτυξης των εξαγωγών μεταποιημένων προϊόντων στο πλαίσιο των δυνατοτήτων τού παραγωγικού της συστήματος, δίνοντας μάλιστα απόλυτη προτεραιότητα στις εν λόγω εξαγωγές, οι οποίες, στη συνέχεια, σημείωσαν ρυθμούς ανώτερους των ρυθμών ανάπτυξης τού Α.Ε.Π τής χώρας. Κατά τη διάρκεια τής δεκαπενταετίας 1990-2005, ο θρίαμβος τού νεοφιλελευθερισμού αποτέλεσε ευνοϊκό παράγοντα για την επιτυχία αυτής τής επιλογής. Ο προσανατολισμός όμως αυτός είναι αμφισβητήσιμος όχι μόνο εξαιτίας των γενικότερων αρνητικών πολιτικών και κοινωνικών συνεπειών του, αλλά και επειδή έχει πλέον τεθεί εν αμφιβόλω λόγω τής κατάρρευσης τού νεοφιλελεύθερου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, η οποία ως γνωστόν ξεκίνησε το 2007. Αυτό φαίνεται να έχει γίνει αντιληπτό από την κινεζική κυβέρνηση, η οποία φρόντισε πολύ έγκαιρα να προβεί σε διορθωτικές ενέργειες¸ δίνοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στην εσωτερική αγορά και στην ανάπτυξη τής δυτικής Κίνας.

Η κατά κόρον επαναλαμβανόμενη άποψη ότι η επιτυχία τής Κίνας πρέπει να αποδοθεί στην εγκατάλειψη τού μαοϊσμού (που «απέτυχε παταγωδώς»), στο άνοιγμα προς τα έξω τής οικονομίας της και στην είσοδο τού ξένου κεφαλαίου στη χώρα είναι πέρα για πέρα ανόητη. Η οικοδόμηση τής μαοϊκής περιόδου έθεσε τις απαραίτητες βάσεις για την επιτυχία τού εγχειρήματος τού ανοίγματος στην οικονομία τής αγοράς. Για να πειστεί κανείς, αρκεί να συγκρίνει την περίπτωση τής Κίνας με αυτή τής Ινδίας, η οποία δεν γνώρισε μια ανάλογη επανάσταση. Εξίσου ανόητη είναι και η άποψη ότι η κινεζική επιτυχία οφείλεται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, στις πρωτοβουλίες τού ξένου κεφαλαίου. Η οικοδόμηση τού κινεζικού βιομηχανικού συστήματος, η κατασκευή των υποδομών και η επιτυχής διαδικασία τής αστικοποίησης δεν έγιναν από το πολυεθνικό κεφάλαιο. Τα επιτεύγματα αυτά οφείλονται κατά 90% στο κυρίαρχο κρατικό σχέδιο. Βεβαίως, το άνοιγμα στο ξένο κεφάλαιο προσέφερε χρήσιμες υπηρεσίες, για παράδειγμα όσον αφορά την αύξηση των εισαγωγών νέων τεχνολογιών. Ωστόσο, χάρη στις μεθόδους εταιρικής σχέσης που χρησιμοποιήθηκαν, η Κίνα μπόρεσε να αφομοιώσει τις τεχνολογίες αυτές και είναι σήμερα σε θέση να να τις αναπτύξει περαιτέρω. Δεν υπάρχει κάτι ανάλογο πουθενά στον κόσμο, ούτε στην Ινδία, ούτε στην Βραζιλία, πόσο μάλλον δε στην Ταϊλάνδη, τη Μαλαισία, τη Ν. Αφρική κ.ο.κ. Η διαδικασία ενσωμάτωσης τής Κίνας στην παγκοσμιοποίηση παραμένει μερική και ελεγχόμενη (ή, έστω, δεν έχει ακόμα καταστεί ανεξέλεγκτη). Η χώρα δεν συμμετέχει στη σύγχρονη χρηματοοικονομική παγκοσμιοποίηση. Το τραπεζικό της σύστημα διατηρεί απόλυτα τον εθνικό του χαρακτήρα, εστιάζοντας στην εσωτερική πιστωτική αγορά. Η διαχείριση τού γιουάν εξακολουθεί να ανήκει στην αποκλειστική εξουσία τού κράτους. Το εθνικό νόμισμα δεν υπόκειται στο ευέλικτο καθεστώς συναλλαγματικών ισοτιμιών που επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση. Έτσι η κυβέρνηση τού Πεκίνου μπορεί σήμερα να πει στην Ουάσινγκτον ότι το γιουάν «είναι νόμισμά μας, αλλά πρόβλημά σας» — όπως ακριβώς είχε δηλώσει το 1971 στους Ευρωπαίους ο τότε υπουργός των Οικονομικών των ΗΠΑ («το δολάριο είναι νόμισμά μας, αλλά πρόβλημά σας»). Επιπλέον, η Κίνα είναι σε θέση να διοχετεύσει μεγάλη ρευστότητα στο εθνικό πιστωτικό σύστημα. Το δημόσιο χρέος είναι αμελητέο σε σύγκριση με τα (θεωρούμενα ως) υπερβολικά επίπεδα χρέους των ΗΠΑ, τής ΕΕ, τής Ιαπωνίας, αλλά και πολλών άλλων χωρών τού Νότου. Ως εκ τούτου, η Κίνα μπορεί να αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο σοβαρής αύξησης τού πληθωρισμού.

Η προσέλκυση ξένων κεφαλαίων αποτέλεσε μεν ευεργετικό παράγοντα, αλλά δεν υπήρξε η κινητήρια δύναμη για την επιτυχία τού κινεζικού σχεδίου. Απεναντίας ήταν η επιτυχία τού σχεδίου που προσέλκυσε το επενδυτικό ενδιαφέρον των δυτικών πολυεθνικών. Οι υπόλοιπες χώρες τού Νότου που άνοιξαν διάπλατα τις πόρτες τους στο ξένο κεφάλαιο, υποκύπτοντας ανεπιφύλακτα στις επιταγές τής χρηματοοικονομικής παγκοσμιοποίησης, υπολείπονται σε επενδυτική ελκυστικότητα. Επιπλέον, οι λόγοι προσέλκυσης τού ξένου κεφαλαίου δεν είναι η δυνατότητα ανεξέλεγκτης λεηλασίας των φυσικών πόρων τής χώρας ή η εξωτερική ανάθεση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, μη συνοδευόμενη από μεταφορά τεχνολογίας. Ούτε είναι η εκμετάλλευση τού χαμηλού μισθολογικού καθεστώτος ή των πλεονεκτημάτων που συνδέονται με την παραγωγική ενσωμάτωση εξωχώριων μονάδων, που, όπως συμβαίνει στο Μαρόκο ή στην Τυνησία, απασχολούν μεν εξειδικευμένο δυναμικό, αλλά λειτουργούν ανεξάρτητα από τα — εν προκειμένω ανύπαρκτα — εθνικά παραγωγικά συστήματα των χωρών «επενδυτικού ενδιαφέροντος». Ούτε βέβαια η «αξιοποίηση» από τις τράπεζες τού ιμπεριαλιστικού πυρήνα τής ευκαιρίας να «δημεύσουν» τις εθνικές αποταμιεύσεις μέσω οικονομικών επιδρομών, όπως συνέβη στο Μεξικό, στην Αργεντινή και στη νοτιανατολική Ασία. Στην Κίνα, αντίθετα, οι ξένοι επενδυτές μπορούν να επωφεληθούν από τους χαμηλούς μισθούς και να πραγματοποιήσουν μεγάλα κέρδη, υπό την προϋπόθεση μόνο ότι τα σχέδιά τους εναρμονίζονται με τις κινεζικές προτεραιότητες και διευκολύνουν τη μεταφορά τεχνολογίας. Εν ολίγοις, πρόκειται για «φυσιολογικά» κέρδη, που μπορούν δυνητικά να προσαυξηθούν με την ανοχή και συμπαιγνία των κινεζικών αρχών.

Κίνα: η αναδυόμενη δύναμη

Κανείς σήμερα δεν αμφιβάλλει ότι η Κίνα είναι μια αναδυόμενη δύναμη. Σύμφωνα με μία τρέχουσα αντίληψη, η Κίνα επιχειρεί απλώς να ανακτήσει τη θέση που κατείχε για αιώνες και την οποία απώλεσε κατά το 19ο αιώνα. Η ιδέα αυτή, η οποία βέβαια είναι ορθή και συνάμα κολακευτική, βοηθά λίγο στην κατανόηση τού χαρακτήρα και των πραγματικών προοπτικών τής αναδυόμενης χώρας στο πλαίσιο τού σύγχρονου κόσμου. Παρεμπιπτόντως, όσοι επικαλούνται, γενικά και αόριστα, την άποψη αυτή αδιαφορούν για το αν η Κίνα ως αναδυόμενη χώρα έχει ενστερνιστεί τις αρχές τού καπιταλισμού (πράγμα που, κατά τη γνώμη τους, είναι μάλλον αναγκαίο) ή αν παίρνει στα σοβαρά το σχέδιο για έναν «σοσιαλισμό με κινεζικά χαρακτηριστικά». Σε ό,τι με αφορά, θεωρώ ότι, αν η Κίνα είναι πράγματι μια αναδυόμενη δύναμη, αυτό οφείλεται στο ότι δεν έχει διαβεί, ανεπιστρεπτί, τον Ρουβίκωνα τού καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης και ότι, ως εκ τούτου, το σχέδιο ανάδυσης θα διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο αποτυχίας, αν η χώρα αποφάσιζε οριστικά να δεσμευθεί προς την κατεύθυνση αυτή. Η συγκεκριμένη άποψη συνεπάγεται την απόρριψη τής ιδέας ότι η αλληλουχία των αναγκαίων σταδίων δεν είναι υποχρεωτικά δεσμευτική για τους λαούς. Ως εκ τούτου, η Κίνα θα όφειλε να περάσει από το [κρατικο-]καπιταλιστικό στάδιο, πριν εξετασθεί το ενδεχόμενο τού σοσιαλιστικού της μέλλοντος. Να σημειωθεί εδώ ότι η σχετική συζήτηση ανάμεσα στα διάφορα μαρξιστικά ρεύματα ποτέ δεν κατέληξε σε σαφή συμπεράσματα. Ο ίδιος ο Μαρξ στάθηκε διστακτικός απέναντι στο ζήτημα αυτό. Γνωρίζουμε όμως ότι, μετά τις πρώτες ευρωπαϊκές επιθέσεις (τους πολέμους τού οπίου), έκανε την παρατήρηση ότι, την επόμενη φορά που εσείς, οι Άγγλοι, θα στείλετε τον στρατό σας στην Κίνα, να ξέρετε ότι θα γίνει δεκτός με λάβαρα που θα γράφουν «Προσοχή! Εδώ είναι τα σύνορα τής αστικής Δημοκρατίας τής Κίνας». Πρόκειται για μια εξαιρετική ιδέα που ναι μεν εκφράζει την εμπιστοσύνη του στην ικανότητα τού κινεζικού λαού να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, αλλά η οποία αποδείχθηκε λανθασμένη, διότι το λάβαρο πλέον γράφει «Εδώ είναι τα σύνορα τής Λαϊκής Δημοκρατίας τής Κίνας». Ωστόσο γνωρίζουμε επίσης ότι, όσον αφορά τη Ρωσία, ο Μαρξ δεν απέρριψε την ιδέα τής παράκαμψης τού καπιταλιστικού σταδίου (βλ. την αλληλογραφία του με την Βέρα Ζασούλιτς). Σήμερα κάποιος θα μπορούσε, λοιπόν, να ισχυριστεί ότι η πρώτη του εκτίμηση ήταν η σωστή και ότι πράγματι η Κίνα βρίσκεται στον δρόμο τής καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Ωστόσο, ο Μάο είχε κατανοήσει, ίσως καλύτερα από τον Λένιν, ότι ο καπιταλιστικός δρόμος δεν θα οδηγούσε πουθενά και ότι η αναγέννηση τής χώρας θα ήταν έργο των ίδιων των κομμουνιστών. Ως απάντηση στην πρόκληση τής Δύσης, η δυναστεία των Τσινγκ στα τέλη τού 19ου αιώνα, όπως και στη συνέχεια ο Σουν Γιατ-Σεν και το Κουομιντάνγκ, είχαν στα σκαριά σχέδια για την αναγέννηση τής Κίνας, που όμως δεν ξέφευγαν από τα στενά όρια τού καπιταλισμού. Και αυτό γιατί δεν είχαν τον απαραίτητο διανοητικό εξοπλισμό προκειμένου να αντιληφθούν τι πραγματικά σημαίνει καπιταλισμός και γιατί αυτός ο δρόμος ανάπτυξης ήταν και εξακολουθεί να είναι κλειστός για την Κίνα, όπως άλλωστε και για όλες τις περιφερειακές χώρες τού παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Με το ανεξάρτητο πνεύμα που τον διέκρινε, ο Μάο κατέληξε εν προκειμένω στα σωστά συμπεράσματα. Επιπλέον, κατανόησε ότι, παρά τη νίκη τού 1949, ο πόλεμος δεν είχε ακόμη κριθεί και ότι η αντίφαση ανάμεσα στην προσήλωση στον δρόμο τού σοσιαλισμού και τον πειρασμό επιστροφής στους κόλπους τού καπιταλισμού θα είχε καθοριστική σημασία για το άμεσο μέλλον. Η ανάλυση αυτή τού Μάο με έβρισκε πάντα σύμφωνο και θα επανέλθω στο ζήτημα αυτό, κάνοντας ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τον ρόλο τής εξέγερσης των Ταϊπίνγκ, η οποία μπορεί να θεωρηθεί σαν μακρινό προοίμιο τού μαοϊσμού, και τής επανάστασης τού 1911, όπως επίσης άλλων επαναστάσεων που ξέσπασαν σε χώρες τού Νότου στις αρχές τού 20ού αιώνα. Οι αρχικές συζητήσεις τής περιόδου που εγκαινίασε η διάσκεψη τής Μπαντούνγκ, όπως άλλωστε και η ανάλυση των πολλαπλών αδιεξόδων στα οποία οδηγήθηκαν οι αναδυόμενες χώρες τού Νότου που επέλεξαν τον καπιταλιστικό δρόμο, δεν οδήγησαν πουθενά. Οι σκέψεις αυτές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την κεντρική μου θέση όσον αφορά την πόλωση (τ.έ. την εμφάνιση τής αντίθεσης κέντρου-περιφέρειας) που χαρακτηρίζει εγγενώς την παγκόσμια ανάπτυξη τού ιστορικού καπιταλισμού. Η πόλωση αυτή καταργεί τη δυνατότητα των περιφερειακών χωρών να «καλύψουν το χαμένο έδαφος» έναντι των πλουσίων χωρών στο πλαίσιο τού καπιταλισμού. Άρα το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε είναι ότι, εφόσον είναι αδύνατη η εξάλειψη τής ανισομετρίας των περιφερειών, τότε κάτι άλλο πρέπει να γίνει. Και αυτό το «κάτι άλλο» είναι η επιλογή τού σοσιαλιστικού δρόμου.

Η αφετηρία τής ιδιότυπης πορείας που επέλεξε η Κίνα πρέπει να τοποθετηθεί χρονικά το 1950 και όχι το 1980. Και ναι μεν οι διαδοχικές φάσεις τής πορείας αυτής διαφέρουν μεταξύ τους από πολλές απόψεις, πλην όμως η χώρα έχει κατορθώσει να αναπτύξει ένα συνεκτικό κυρίαρχο κρατικό σχέδιο που ανταποκρίνεται στις δικές της ανάγκες. Το βέβαιο είναι ότι δεν πρόκειται για καπιταλισμό, γιατί κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε την εμπορευματοποίηση τής αγροτικής γης. Επιπλέον, το σχέδιο αυτό διατηρεί τον αυτάρκη και αυτόνομο χαρακτήρα του, καθόσον η χώρα εξακολουθεί να μην συμμετέχει στη σύγχρονη χρηματοοικονομική παγκοσμιοποίηση. Το ότι το κινεζικό σχέδιο δεν έχει καπιταλιστικό χαρακτήρα δεν συνεπάγεται άνευ άλλου τινός ότι πρόκειται για σοσιαλισμό, αλλά απλώς και μόνο ότι το σχέδιο αυτό επιτρέπει να σημειωθούν βήματα προόδου στον μακρύ δρόμο τού σοσιαλισμού. Ωστόσο, δεν έχει ακόμη εξαλειφθεί ο κίνδυνος απόκλισης από τη χαραχθείσα πορεία και επιστροφής στον καθαρό καπιταλισμό. Επομένως, η πορεία ανάδυσης τής χώρας οφείλεται αποκλειστικά στο αυτόνομο αυτό σχέδιο και υπό αυτή την έννοια η Κίνα, μαζί με την Κορέα και την Ταϊβάν, στις οποίες θα αναφερθώ στη συνέχεια, πρέπει να θεωρηθούν ως οι μόνες πραγματικά αναδυόμενες χώρες. Καμία από τις άλλες χώρες που, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, χαρακτηρίζονται ως «αναδυόμενες», δεν έχουν στην πραγματικότητα την ιδιότητα αυτή, διότι καμία από αυτές δεν επιδιώκει την υλοποίηση ενός ανάλογου σχεδίου. Οι χώρες αυτές, μάλιστα, έχουν αποδεχτεί τις αρχές τού καπιταλισμού, ακόμη και στους δυνητικά κρατικο-καπιταλιστικούς τομείς τής οικονομίας τους, ενώ επίσης έχουν υιοθετήσει πλήρως τη λογική τής υποταγής στην παγκοσμιοποίηση, συμπεριλαμβανομένης και τής χρηματοοικονομικής της διάστασης. Ως προς τα ανωτέρω μερική εξαίρεση αποτελούν η Ρωσία και η Ινδία (όχι όμως και η Βραζιλία ή η Ν. Αφρική κ.ο.κ). Σε ορισμένες περιπτώσεις εντοπίζει κανείς κάποια ψήγματα «εθνικής βιομηχανικής πολιτικής», αλλά δεν υπάρχει τίποτα συγκρίσιμο με το συστηματικό κινεζικό σχέδιο οικοδόμησης ενός πλήρους, ολοκληρωμένου και κυρίαρχου βιομηχανικού συστήματος (ιδίως στον τομέα τής τεχνογνωσίας και των καινοτομιών). Ως εκ τούτου, οι χώρες αυτές, παρά τον πρόωρο χαρακτηρισμό τους ως «αναδυόμενες», εξακολουθούν να είναι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό ευάλωτες, σε σύγκριση τουλάχιστον με την Κίνα. Επιπλέον, το φαινόμενο τής οικονομικής ανάδυσης, τού οποίου χαρακτηριστικά γνωρίσματα είναι οι αξιόλογοι αναπτυξιακοί ρυθμοί και η ικανότητα εξαγωγών μεταποιημένων προϊόντων, συνδέεται κατά κανόνα με διαδικασίες περιθωριοποίησης και εξαθλίωσης που επηρεάζουν την πλειοψηφία τού πληθυσμού των αναδυόμενων χωρών και κυρίως την αγροτική τους τάξη, πράγμα που όμως δεν συμβαίνει στην περίπτωση τής Κίνας. Η αύξηση των ανισοτήτων είναι βέβαια φαινόμενο που παρατηρείται παντού και όχι μόνο στην Κίνα, αλλά η επιφανειακή αυτή διαπίστωση οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα. Είναι άλλο πράγμα η ανισότητα ως προς την κατανομή των οφελών που απορρέουν από την εφαρμογή ενός αναπτυξιακού μοντέλου που δεν αποκλείει κανέναν και επιπλέον συμβάλλει στην μείωση θυλάκων φτώχειας (πράγμα που όντως συμβαίνει στην Κίνα) και άλλο πράγμα η ανισότητα που συνδέεται με μια οικονομική ανάπτυξη από την οποία επωφελείται μόνο μια μειοψηφία τού πληθυσμού (τής τάξης τού 5 έως 30%, ανάλογα με την περίπτωση), ενώ οι υπόλοιποι αφήνονται στη μοίρα τους. Όσοι συμμετέχουν στην εκστρατεία δυσφήμισης τής Κίνας αγνοούν ή κάνουν ότι αγνοούν τη σημαντική αυτή διαφορά. Η διαπίστωση τής ανισότητας που βασίζεται στο γεγονός ότι σε κάποια χώρα υπάρχουν αφενός οικιστικές περιοχές με πολυτελείς βίλες και αφετέρου συνοικίες με άνετες κατοικίες για τη μεσαία και την εργατική τάξη δεν είναι ταυτόσημη με την αντίστοιχη διαπίστωση που βασίζεται στην ύπαρξη πολυτελέστατων συνοικιών και άνετων οικισμών για τη μεσαία τάξη που έρχονται σε εξόφθαλμη αντίθεση με τις εκτεταμένες παρουγκοπόλεις, όπου ζει η πλειοψηφία τού πληθυσμού. Εν προκειμένω, ο συντελεστής Gini είναι χρήσιμος για την καταγραφή μεταβολών από έτος σε έτος, εφόσον όμως πρόκειται για συστήματα καθορισμένης δομής. Ωστόσο, σε περίπτωση διεθνών συγκρίσεων μεταξύ συστημάτων διαφορετικής δομής, οι εκτιμήσεις με βάση τον δείκτη αυτό στερούνται νοήματος, πράγμα που ισχύει για όλους τους δείκτες μακροοικονομικών μεγεθών των εθνικών λογαριασμών. Επιπλέον, οι υπόλοιπες αναδυόμενες χώρες είναι συγχρόνως και «αναδυόμενες αγορές», ανοικτές στη διείσδυση των μονοπωλίων τής ιμπεριαλιστικής Τριάδας, που είναι σε θέση να αποσπούν, προς δικό τους όφελος, σημαντικό μέρος τής υπεραξίας που παράγεται στις εν λόγω χώρες. Η περίπτωση τής Κίνας είναι διαφορετική: πρόκειται για μια αναδυόμενη χώρα, το οικονομικό σύστημα τής οποίας επιτρέπει την εσωτερική παρακράτηση τού μεγαλύτερου μέρους τής υπεραξίας που παράγεται εκεί.

Η Κορέα και η Ταϊβάν είναι οι δύο μόνες πραγματικές περιπτώσεις ανάδυσης εντός και μέσω τού καπιταλισμού. Οι χώρες όμως αυτές έτυχαν προνομιακής μεταχείρισης εκ μέρους των ΗΠΑ. Η αντίθεση ανάμεσα στην ενεργό υποστήριξη που παρείχαν οι ΗΠΑ στην ανάπτυξη τού κρατικού καπιταλισμού των δύο αυτών χωρών και την απροκάλυπτη υπονόμευση τής κρατικοκαπιταλιστικής οικονομίας τής νασερικής Αιγύπτου ή τής Αλγερίας τού Μπουμεντιέν είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Επομένως, η επιτυχία τους οφείλεται σε καθαρά γεωστρατηγικούς λόγους. Δεν θα εξετάσω εδώ τη (μεγάλη κατ’ εμέ) πιθανότητα ανάπτυξης και υλοποίησης αναλόγων σχεδίων ανάδυσης στο Βιετνάμ και την Κούβα ή τις αναγκαίες συνθήκες για τη συνέχιση τής προόδου προς αυτή την κατεύθυνση στη Ρωσία. Δεν θα ασχοληθώ επίσης με το ζήτημα των στρατηγικών στόχων πάλης των προοδευτικών δυνάμεων στην Ινδία, στη νοτιανατολική Ασία, στη Λατινική Αμερική, στον αραβικό κόσμο, στην Αφρική και σε άλλα μέρη τού καπιταλιστικού Νότου. Πάλη, που θα συμβάλλει στην υπέρβαση των σημερινών αδιεξόδων και στην εμφάνιση αυτόνομων σχεδίων που θα έρχονται σε ρήξη με την κυρίαρχη καπιταλιστική λογική.

Μεγάλες επιτυχίες, νέες προκλήσεις

Η Κίνα δεν βρίσκεται για πρώτη φορά σε κρίσιμη καμπή. Στην πραγματικότητα, από το 1950 και μετά, η χώρα βρίσκεται σε περίοδο διαρκών ανακατατάξεων και συγκρούσεων μεταξύ δεξιών και αριστερών κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, που διαδραμάτισαν και διαδραματίζουν ενεργό ρόλο στην κοινωνία και στο κόμμα. —Ποια είναι η προέλευση τής κινεζικής δεξιάς; Βεβαίως, η κομπραδόρικη και γραφειοκρατική μπουρζουαζία τού Κουομιντάνγκ είχε αποκλειστεί από την εξουσία. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια τού απελευθερωτικού πολέμου, μεγάλες μερίδες των μεσαίων στρωμάτων, των βιομηχάνων, των επαγγελματιών και κρατικών υπαλλήλων, έχοντας απογοητευτεί από την αναποτελεσματικότητα τού Κουομιντάνγκ έναντι τής ιαπωνικής επιθετικότητας, προσέγγισαν ή εντάχθηκαν στο κομμουνιστικό κόμμα. Πολλοί από αυτούς παρέμειναν εθνικιστές και τίποτα περισσότερο. Στη συνέχεια, παράλληλα με το άνοιγμα στην ιδιωτική πρωτοβουλία που πραγματοποιήθηκε κατά τη δεκαετία τού 1990, εμφανίστηκε μια νέα ισχυρότερη δεξιά, η οποία δεν συσπειρώνει μόνο «επιτυχημένους επιχειρηματίες», που, αφού απέκτησαν σε ορισμένες περιπτώσεις κολοσσιαίες περιουσίες, μπορούν πλέον να υπολογίζουν στην υποστήριξη τής «πελατείας» τους (— συμπεριλαμβανομένων και αρκετών κρατικών και κομματικών αξιωματούχων, οι οποίοι, όσον αφορά την άσκηση τού ελεγκτικού τους έργου, είτε εθελοτυφλούν είτε είναι «συνεταίροι» στη διαφθορά). Όπως είναι αναμενόμενο σε τέτοιες περιπτώσεις, η «επιτυχία» αυτή ενθαρρύνει την εμφάνιση και διάδοση δεξιόστροφων αντιλήψεων μεταξύ των διογκούμενων στρωμάτων τής μορφωμένης μεσαίας τάξης. Με αυτή την έννοια και παρά τις σημαντικές διαφορές που υπάρχουν σε σύγκριση με τις άλλες χώρες τού Νότου, η αυξανόμενη ανισότητα αποτελεί πράγματι σημαντικό πολιτικό κίνδυνο, διότι εν προκειμένω λειτουργεί ως όχημα για την εξάπλωση δεξιών αντιλήψεων, την ενθάρρυνση τής απολιτικοποίησης και την καλλιέργεια αφελών ψευδαισθήσεων.

Εδώ θα ήθελα να προσθέσω την εξής παρατήρηση, την οποία θεωρώ σημαντική: οι κινέζοι μικροπαραγωγοί και κυρίως οι μικροί αγρότες δεν εμφορούνται κατ’ ανάγκη από αντιδραστικές δεξιόστροφες ιδέες (διαπίστωση που βεβαίως αντιβαίνει στη διαδεδομένη λενινιστική αντίληψη, η οποία ωστόσο ανταποκρινόταν στα ρωσικά δεδομένα). Ως προς αυτό, η περίπτωση τής Κίνας διαφέρει σημαντικά από αυτή τής πρώην ΕΣΣΔ. Σε αντίθεση με ό,τι συνέβη με τους ρώσους φτωχούς αγρότες, τους οποίους οι κομμουνιστές δεν κατάφεραν πλήρως να απομακρύνουν από τους κουλάκους, η κινεζική αγροτική τάξη, κατά κανόνα, κάθε άλλο παρά αντιδραστική είναι. Και αυτό γιατί δεν είναι ταγμένη στην υπεράσπιση τής αρχής τής ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Ως εκ τούτου, οι κινέζοι μικροπαραγωγοί αγρότες (που, όπως είδαμε, δεν είναι μικροϊδιοκτήτες) αποτελούν σήμερα μια τάξη που όχι μόνο δεν προτάσσει αντιδραστικά αιτήματα, αλλά στηρίζει εκείνες τις δυνάμεις που προωθούν εξαιρετικά θαρραλέες κοινωνικές και οικολογικές πολιτικές. Απόδειξη για αυτό αποτελεί η ανάπτυξη ενός ισχυρού κινήματος για την «ανανέωση τής αγροτικής κοινωνίας». Επομένως, σε μεγάλο βαθμό, η κινεζική αγροτιά έχει ταχθεί με το αριστερό στρατόπεδο, στο πλευρό τής εργατικής τάξης. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η αριστερά διαθέτει τους δικούς της οργανικούς διανοούμενους και είναι σε θέση να ασκεί επιρροή στους κρατικούς και κομματικούς μηχανισμούς.

Η διαρκής σύγκρουση ανάμεσα στην κινεζική αριστερά και δεξιά βρήκε την αντανάκλασή της στις διάφορες πολιτικές γραμμές που υιοθετήθηκαν από το κράτος και την κομματική ηγεσία. Κατά τη μαοϊκή περίοδο, χρειάστηκε αγώνας για να επικρατήσει η αριστερή γραμμή. Εξαπολύοντας τη μεγάλη προλεταριακή πολιτιστική επανάσταση, ο Μάο επιχείρησε να ανακόψει τη διείσδυση δεξιών ιδεών και αντιλήψεων στην ηγεσία και στα μέλη τού κόμματος — εξέλιξη την οποία θεωρούσε παρόμοια με τα όσα συνέβησαν στην ΕΣΣΔ: το σύνθημα «βομβαρδίστε τα επιτελεία» στρεφόταν εναντίον των ηγετικών κλιμακίων τού κόμματος, όπου διαμορφωνόταν η «νέα μπουρζουαζία». Στα δύο πρώτα χρόνια τής πολιτιστικής επανάστασης τα αποτελέσματά της ήταν σύμφωνα με τις προσδοκίες τού Μάο, αλλά στη συνέχεια η κατάσταση αναρχίας που επικράτησε είχε ως συνέπεια την απώλεια, εκ μέρους τού Μάο και τής αριστεράς τού κόμματος, τού ελέγχου επί των εξελίξεων. Ο κρατικός και ο κομματικός μηχανισμός επιχείρησαν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους, φέρνοντας τη δεξιά πάλι στο προσκήνιο. Έκτοτε, η δεξιά διατηρεί ισχυρό ρόλο σε όλα τα ηγετικά σώματα. Ωστόσο, η αριστερά δεν έπαψε να δραστηριοποιείται προκειμένου να ωθήσει σε «κεντρώους» συμβιβασμούς την ανώτατη ηγεσία. Όσον αφορά αυτές τις «κεντρώες» λύσεις, το ερώτημα είναι αν έχουμε μετατόπιση τού κέντρου βάρους προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά.

Για να κατανοήσουμε τη φύση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει σήμερα η Κίνα, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι όσο περισσότερο θετική είναι η πορεία τής χώρας, τόσο περισσότερο θα οξύνεται ο ανταγωνισμός με τον βορειοαμερικανικό ιμπεριαλισμό και τους υποτελείς Ευρωπαίους και Ιάπωνες συμμάχους του. Υπάρχουν πράγματι πολλά πεδία αντιπαραθέσεων: η αφομοίωση και ανάπτυξη τής σύγχρονης τεχνολογίας, η πρόσβαση στους πόρους τού πλανήτη, η ενίσχυση των στρατιωτικών ικανοτήτων τής Κίνας και η εκ μέρους της επιδίωξη τού σκοπού τής αναδιοργάνωσης των διεθνών σχέσεων και τής διεθνούς πολιτικής με γνώμονα το κυρίαρχο δικαίωμα των λαών να αποφασίζουν για το πολιτικό και οικονομικό τους σύστημα. Καθένας από τους στόχους αυτούς έρχεται σε άμεση αντίφαση με τις επιδιώξεις τής ιμπεριαλιστικής Τριάδας. Ο βασικός στόχος τής πολιτικής στρατηγικής τού αμερικανικού ιμπεριαλισμού συνίσταται στον στρατιωτικό έλεγχο τού πλανήτη. Μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσει να διατηρήσει τα πλεονεκτήματα τής ηγεμονίας του. Ο στόχος αυτός επιδιώκεται μέσω των λεγόμενων προληπτικών πολέμων στη Μέση Ανατολή, που υπ’ αυτή την έννοια αποτελούν πιθανό προοίμιο ενός προληπτικού (πυρηνικού) πολέμου εναντίον τής ίδιας τής Κίνας, όπως ανοιχτά ομολογείται από το βορειοαμερικανικό κατεστημένο που πιέζει για την ανάληψη δράσης «πριν να είναι αργά». Η διαμόρφωση κλίματος εχθρότητας σε βάρος τής Κίνας είναι αναπόσπαστο κομμάτι τής παγκόσμιας αυτής στρατηγικής, πράγμα που διαφαίνεται από το γεγονός τής αμερικανικής υποστήριξης στους δουλοκτήτες τού Θιβέτ και τους ουιγούρους τού Σινκιάνγκ, από την αύξηση τής αμερικανικής ναυτικής παρουσίας στη Σινική Θάλασσα και τέλος από την αμέριστη υποστήριξη προς την Ιαπωνία σε σχέση με το σχέδιο ενίσχυσης των στρατιωτικών δυνατοτήτων τής νησιωτικής αυτής χώρας. Οι συνήθεις επικριτές τής Κίνας δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να τροφοδοτούν το γενικό κλίμα εχθρότητας εναντίον τής χώρας. Συγχρόνως, όμως, η Ουάσινγκτον, επιχειρώντας να χειραγωγήσει την κατάσταση, φροντίζει να επιδεικνύει διάθεση συμβιβασμού σε ό,τι αφορά τις ενδεχόμενες φιλοδοξίες τής Κίνας και των άλλων «αναδυόμενων» χωρών μέσω τής δημιουργίας τής Ομάδας των Είκοσι (G20) — που δεν έχει άλλο σκοπό παρά να καλλιεργεί την ψευδαίσθηση στις χώρες αυτές ότι η προσχώρηση στην παγκοσμιοποίηση θα αποβεί προς όφελός τους. Ομοίως, η ομάδα G2 (ΗΠΑ/Κίνα) λειτουργεί ως παγίδα, διότι, καθιστώντας την Κίνα πιθανό συνεργό στις ιμπεριαλιστικές περιπέτειες των ΗΠΑ, απειλεί να καταστρέψει την αξιοπιστία τής ειρηνικής εξωτερικής πολιτικής τού Πεκίνου. Εν προκειμένω, η μόνη αποτελεσματική απάντηση στις στρατηγικές επιδιώξεις των ΗΠΑ πρέπει να κινηθεί σε δύο άξονες. Ο πρώτος είναι η ενίσχυση των στρατιωτικών δυνάμεων τής Κίνας, προκειμένου να διασφαλιστεί η δυνατότητα αποτροπής απειλών. Όσον αφορά τον δεύτερο άξονα, η Κίνα θα πρέπει να έχει ως σταθερή επιδίωξη τη δημιουργία ενός πολυκεντρικού διεθνούς συστήματος στη βάση τού σεβασμού των εθνικών κυριαρχιών και, σε συνάρτηση με αυτό, την αποκατάσταση τού κύρους τού ΟΗΕ, τού οποίου η σημασία έχει παραμεριστεί προς όφελος τού ΝΑΤΟ. Θα ήθελα εδώ να υπογραμμίσω ότι ο στόχος αυτός αυτή έχει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία, διότι εν προκειμένω τίθεται ως προτεραιότητα η ανασύσταση ενός «μετώπου τού Νότου» (Μπαντούνγκ-2;),που θα λειτουργεί ως μηχανισμός για την προώθηση και στήριξη των αυτόνομων πρωτοβουλιών των χωρών και λαών τής περιφέρειας. Επιπρόσθετα, η Κίνα οφείλει να συνειδητοποιήσει ότι δεν διαθέτει τα αναγκαία μέσα για την (παράλογη) επιδίωξη ευθυγράμμισης με τις αρπακτικές πρακτικές τού ιμπεριαλισμού (λεηλασία των φυσικών πόρων τού πλανήτη). Η στρατιωτική της δύναμη υπολείπεται κατά πολύ αυτής των ΗΠΑ και, σε τελική ανάλυση, αυτός είναι ο σημαντικότερος παράγοντας για την επιτυχή προώθηση κάθε είδους ιμπεριαλιστικών σχεδίων. Από την άλλη πλευρά, η Κίνα έχει πολλά να κερδίσει, εάν τιμήσει τις υποσχέσεις της για στήριξη των προσπαθειών ανάπτυξης και βιομηχανοποίησης των χωρών τού Νότου, που υπονομεύονται από την κλειστή ιμπεριαλιστική λέσχη των «χορηγών αναπτυξιακής βοήθειας». Όσον αφορά τα διεθνή θέματα, οι εξαιρετικά συγκρατημένες και επιφυλακτικές διατυπώσεις που χρησιμοποιούν οι κινέζοι αξιωματούχοι (—και ποιος μπορεί να τους κατηγορήσει για αυτό;) δεν επιτρέπουν να γνωρίζουμε αν και κατά πόσον οι ηγέτες τής χώρας έχουν επίγνωση των ανωτέρω προκλήσεων. Το σοβαρότερο, όμως, είναι ότι οι διατυπώσεις αυτές καλλιεργούν αφελείς ψευδαισθήσεις και τάσεις απολιτικοποίησης στην εγχώρια κοινή γνώμη.

Η δεύτερη σημαντική πρόκληση αφορά το θέμα τού εκδημοκρατισμού τής κοινωνικής και πολιτικής διαχείρισης τής χώρας. Ο Μάο είχε διατυπώσει και εφαρμόσει μια γενική αρχή για την πολιτική διαχείριση τής Νέας Κίνας που μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: συσπειρώστε την αριστερά, εξουδετερώστε (αλλά μην αφανίσετε) τη δεξιά, κυβερνήστε από τα κεντροαριστερά. Κατά τη γνώμη μου, αυτός είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος για την επίτευξη προόδου μέσω διαδοχικών βημάτων με εξασφαλισμένη τη στήριξη και κατανόηση τής μεγάλης πλειοψηφίας τής κοινωνίας. Με αυτόν τον τρόπο, ο Μάο έδωσε ουσιαστικό περιεχόμενο στις έννοιες τού εκδημοκρατισμού τής κοινωνίας και τής προόδου στον μακρύ δρόμο τού σοσιαλισμού. Το όνομα που έδωσε στη μέθοδο εφαρμογής τής γενικής αυτής αρχής ήταν «μαζική γραμμή»: πηγαίντε στις μάζες, μάθετε για τους αγώνες τους, ξαναγυρίστε στην ηγεσία. Η Λιν Τσουν περιέγραψε λεπτομερώς τη μέθοδο αυτή και τα αποτελέσματα τής εφαρμογής της. Το ζήτημα ενός εκδημοκρατισμού που θα συμπορεύεται με την κοινωνική πρόοδο — σε αντίθεση με μια κατ’ επίφαση «δημοκρατία» που όχι μόνο δεν συνοδεύεται από πρόοδο, αλλά συχνά συμβαδίζει με κοινωνική οπισθοδρόμηση — αφορά όλους τους λαούς και όχι μόνο την Κίνα. Όσον αφορά το πρόβλημα αυτό, δεν υπάρχει μια ενιαία μέθοδος με γενική και διαχρονική ισχύ. Η συνταγή που προτείνεται από την προπαγάνδα των δυτικών μέσων ενημέρωσης (εκλογές, πολυκομματισμός) πρέπει σε κάθε περίπτωση να απορριφθεί. Επιπλέον, αυτού τού είδους η «δημοκρατία» εκφυλίζεται σε φάρσα ακόμη και στη Δύση, πόσο μάλλον σε χώρες τής περιφέρειας. Η μαζική γραμμή ήταν το μέσο για τη διαμόρφωση συναίνεσης σε σχέση με διαδοχικούς και συνεχώς εξελισσόμενους στρατηγικούς στόχους. Σε αντίθεση, η συναίνεση που εξασφαλίζεται μέσω τού προπαγανδιστικού μηχανισμού των ΜΜΕ και τής φάρσας των εκλογών δεν αποτελεί παρά ευθυγράμμιση με τις επιταγές τού κεφαλαίου. Όμως, με ποιο τρόπο η Κίνα θα μπορούσε σήμερα να διαμορφώσει μια μέθοδο αντίστοιχη τής μαζικής γραμμής που να ανταποκρίνεται στις νέες κοινωνικές συνθήκες; Καθόλου εύκολος στόχος, αν ληφθεί υπόψη ότι, εξαιτίας τής, σε μεγάλο βαθμό, μετατόπισης τής ηγεσίας τού κομμουνιστικού κόμματος προς τα δεξιά, η σταθερότητα τής διακυβέρνησης βασίζεται πλέον στην απολιτικοποίηση και στις παρεπόμενες αφελείς ψευδαισθήσεις. Η επιτυχία μάλιστα των αναπτυξιακών πολιτικών που ακολουθούνται ευνοεί αυτόματα τις τάσεις αυτές. Σε συνδυασμό με τον άκριτο ενθουσιασμό για τις «αμερικανικές» μεθόδους, είναι ευρύτατα διαδεδομένη η αντίληψη ότι η ακολουθούμενη πορεία αποτελεί τη βασιλική οδό για την κάλυψη τού χαμένου εδάφους όσον αφορά το επίπεδο διαβίωσης των ανεπτυγμένων πλούσιων χωρών και ότι τα κράτη τής Τριάδας δεν προτίθενται να δημιουργήσουν εμπόδια στην επιδίωξη αυτή. Η εν λόγω διαπίστωση ισχύει ιδίως για τις ταχέως διευρυνόμενες αστικές μεσαίες τάξεις, των οποίων οι συνθήκες ζωής βελτιώνονται αλματωδώς. Η πλύση εγκεφάλου που υφίστανται οι κινέζοι φοιτητές στις ΗΠΑ, ιδίως στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών, συνέβαλε, σε συνδυασμό με την απόρριψη εκ μέρους τους τού «κοινότοπου» κρατικού μαρξιστικού δόγματος, στη συρρίκνωση τού πεδίου των ριζοσπαστικών κριτικών συζητήσεων.

Η κινεζική κυβέρνηση κάθε άλλο παρά αδιάφορη είναι για το «κοινωνικό» ζήτημα, και αυτό όχι μόνο λόγω τής μακροχρόνιας παράδοσης τού κόμματος που βασίζεται στα διδάγματα τού μαρξισμού, αλλά και γιατί βρίσκεται υπό τη διαρκή πίεση τού κινεζικού λαού που ξέρει να αγωνίζεται. Και ναι μεν η «κοινωνική» διάσταση είχε παραμεληθεί κατά τη δεκαετία τού 1990 υπέρ των άμεσων προτεραιοτήτων που συνδέονταν με την επίσπευση τής ανάπτυξης, ωστόσο η τάση αυτή έχει πλέον αντιστραφεί. Την ώρα που στην πλούσια Δύση αφαιρούνται η μια μετά την άλλη οι σοσιαλδημοκρατικές κατακτήσεις τής κοινωνικής ασφάλισης, η φτωχή Κίνα εφαρμόζει ένα πρόγραμμα επέκτασης των κοινωνικών παροχών γύρω από τρεις βασικούς άξονες: υγεία, στέγαση, συντάξεις. Στην πραγματικότητα, η λαϊκή στεγαστική πολιτική που αναπτύσσει σήμερα η Κίνα και η οποία δέχεται συντονισμένα ευρωπαϊκά πυρά εκ δεξιών και αριστερών, είναι αξιοζήλευτη για τα δεδομένα όχι μόνο τής Ινδίας και τής Βραζιλίας, αλλά και των υποβαθμισμένων αστικών περιοχών τού Παρισιού, τού Λονδίνου ή τού Σικάγο! Η κοινωνική ασφάλιση και το σύστημα συνταξιοδότησης καλύπτει ήδη το 50% τού συνολικού αστικού πληθυσμού (που, όπως αναφέραμε, αυξήθηκε από 200 σε 600 εκ. κατ.), ενώ το Σχέδιο, που συνεχίζει να εφαρμόζεται, προβλέπει, για τα επόμενα χρόνια, αύξηση τού ποσοστού τού πληθυσμού που καλύπτεται από το σύστημα κοινωνικής προστασίας στο 85%. Ας μας πουν οι δυτικοί δημοσιογράφοι που συμμετέχουν στην εκστρατεία δυσφήμισης τής Κίνας, ποιες από τις χώρες που προβάλλονται ως παραδείγματα προς μίμηση — διότι «επέλεξαν τον δημοκρατικό δρόμο» — έχουν να επιδείξουν ανάλογα επιτεύγματα. Ωστόσο, η συζήτηση παραμένει ανοιχτή όσον αφορά τις μεθόδους εφαρμογής τού συστήματος κοινωνικής προστασίας. Η αριστερά προτείνει το διανεμητικό σύστημα γαλλικού τύπου, που στηρίζεται στις αρχές τής ενδογενεακής και διαγενεακής αλληλεγγύης μεταξύ των εργαζομένων (σύστημα που αρχικά προοριζόταν να αποτελέσει ένα πρώτο βήμα προς τον σοσιαλισμό), ενώ, όπως είναι αναμενόμενο, η δεξιά προτιμά το κεφαλαιοποιητικό σύστημα αμερικανικού τύπου, που διαιρεί τους εργαζόμενους και μεταθέτει τον κίνδυνο από το κεφάλαιο στην εργασία.

Ωστόσο, η απόκτηση κοινωνικών παροχών από μόνη της δεν αρκεί, αν δεν συνοδεύεται από τον εκδημοκρατισμό τής πολιτικής διαχείρισης και την εκ νέου πολιτικοποίηση τής κοινωνίας μέσω μεθόδων που θα προάγουν τις δυνατότητες επινόησης νέων μορφών με προσανατολισμό το σοσιαλιστικό/κομμουνιστικό μέλλον. Ομοίως δεν αρκεί για την αντιμετώπιση των συναφών προκλήσεων η υιοθέτηση ενός πλουραλιστικού εκλογικού συστήματος, όπως υποστηρίζεται κατά κόρον όχι μόνον από τα δυτικά ΜΜΕ και τους συνήθεις επικριτές τής χώρας, αλλά και από τους λεγόμενους «αντιφρονούντες» τού καθεστώτος που ενδύονται τον μανδύα τού «δημοκράτη». Αντιθέτως, όπως προκύπτει από την εμπειρία των χωρών στις οποίες εφαρμόστηκαν τέτοιου είδους αρχές (όπως π.χ. στη Ρωσία, στην ανατολική Ευρώπη ή στις χώρες τού αραβικού κόσμου), η συγκεκριμένη πορεία δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην κατάρρευση τού σχεδίου ανάδυσης και κοινωνικής αναγέννησης, πράγμα που αποτελεί κρυφή ελπίδα όσων προωθούν τις αρχές αυτές χρησιμοποιώντας μια κενή ρητορική τού τύπου «δεν υπάρχει άλλη λύση από τις πολυκομματικές εκλογές». Επιπλέον, όμως, ως αντίλογος στην πρόταση αυτή δεν αρκεί ούτε η άκαμπτη υπεράσπιση των προνομίων τού κόμματος, που έχει μετατραπεί σε μηχανισμό στελέχωσης τής δημόσιας διοίκησης. Η χώρα χρειάζεται κάτι άλλο. Η ουσιαστική επίτευξη των στόχων που αφορούν την επαναπολιτικοποίηση και τη δημιουργία συνθηκών που να ευνοούν την επινόηση νέων λύσεων δεν μπορεί να γίνει μέσω προπαγανδιστικών εκστρατειών. Προς τούτο χρειάζονται κοινωνικοί, πολιτικοί και ιδεολογικοί αγώνες, πράγμα που ωστόσο προϋποθέτει την πάλη για τη νομιμοποίηση των αγώνων αυτών και την εισαγωγή νομοθεσίας που να κατοχυρώνει τα συλλογικά δικαιώματα οργάνωσης, πολιτικής έκφρασης και ανάληψης νομοθετικών πρωτοβουλιών. Αυτό με την σειρά του συνεπάγεται την εμπλοκή τού κόμματος στους αγώνες, με άλλα λόγια την εκ νέου ερμηνεία τής μαοϊκής φόρμουλας τής «μαζικής γραμμής». Επιπλέον, η προσπάθεια επαναπολιτικοποίησης θα είναι χωρίς νόημα αν δεν συνοδεύεται από διαδικασίες που να ενθαρρύνουν τη σταδιακή ανάληψη τής ευθύνης διαχείρισης τής κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα (επιχειρησιακό, τοπικό, εθνικό) από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Ένα τέτοιο πρόγραμμα όχι μόνο δεν αποκλείει, αλλά προϋποθέτει τη θεσμική αναγνώριση των «ατομικών» δικαιωμάτων. Η εφαρμογή του θα μπορούσε μάλιστα να οδηγήσει στην επινόηση νέων μορφών εκλογικής ανάδειξης των ηγετικών οργάνων τής χώρας.

Advertisements
 
1 σχόλιο

Posted by στο 09/03/2015 in Uncategorized

 

One response to “China bashing — Samir Amin

  1. dkoss

    09/03/2015 at 12:13 πμ

    Δείτε και το «Νόμο τής παγκοσμιοποιημένης Αξίας» τού ίδιου ( μαζί με τα τελευταία κεφάλαια από το «Σμιθ στο Πεκίνο», και ολόκληρο τον «μακρύ εικοστό» τού Αρίγκι [και να μην τα διαβάσετε, λίγο με κόφτει. All roads lead to E.B.uddhaAuhm…. Nuclear Boom…].

    Χησιμοποίησα την πολύ κακή μετάφραση τού κειμένου στα αγγλικά. Στα γαλλικά, εκδόσεις Delga.

     

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s