RSS

Ένα σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο για την Κίνα; — T.Andréani & R.Herrera

16 Ιον.

«Τα έξι κινεζικά μονοπώλια», Νι Ζαν—1345 (ή «Χαιρέτα μας τον πλάτανο και Σοσιαλισμό καρτέρει»)

Ένα σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο για την Κίνα; — Tony Andréani & Rémy Herrera [pdf]

Κριτικές παρατηρήσεις στο βιβλίο των Μ. Αλιετά & Γκούο Μπάι «Ο Κινέζικος Δρόμος: Καπιταλισμός και Αυτοκρατορία»

Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζονται με λεπτομερή και εμπεριστατωμένο τρόπο μια σειρά από πρωτότυπες θέσεις για την Κίνα — πρωτότυπες σε σχέση πάντα με την περιρρέουσα συναινετική άποψη που αναπαράγεται στα ΜΜΕ και σύμφωνα με την οποία το κινεζικό σύστημα αποτελεί ένα ασυνήθιστο κράμα που συνδυάζει την «κομμουνιστική» μονοκομματική δικτατορία με τις υπερβολές ενός αποχαλινωμένου καπιταλισμού. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, το σύστημα τής Κίνας υποτίθεται ότι είναι ένας «ιδιότυπος καπιταλισμός», η «ρύθμιση» τού οποίου βρίσκεται στα χέρια μιας γραφειοκρατικής τάξης που αναζητεί τρόπους ελέγχου των ιδιωτικών καπιταλιστικών συμφερόντων και τη διατήρηση τής κοινωνικής συναίνεσης, με απώτερο όμως σκοπό την εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων μέσω τής διασφάλισης τής νομιμοποίησης τής εξουσίας που η ίδια ασκεί. Ακόμα πιο πρωτότυπη είναι η άποψή τους ότι, σε σχέση με το δυτικό καπιταλισμό, το κινεζικό σύστημα παρουσιάζει μεγαλύτερο δυναμικό τόσο με γνώμονα την αύξηση τού «πραγματικού πλούτου» — μια έννοια που δεν πρέπει να συγχέεται με την αύξηση τού ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, καθόσον η αειφόρος ανάπτυξη προϋποθέτει μέριμνα για τη διατήρηση των φυσικών πόρων και τη ζωή των μελλοντικών γενεών — όσο και με γνώμονα τη βελτίωση τής κοινωνικής ευημερίας, πράγμα που είναι θέμα πολιτικών επιλογών. Από αυτή την άποψη, το κινεζικό σύστημα φαίνεται μάλιστα ότι είναι ανώτερο από τις φιλελεύθερες δημοκρατίες όσον αφορά την ικανότητα σχεδιασμού για το μέλλον, την «ηθική» του (που είναι «κομφουκιανής» έμπνευσης), όπως επίσης και όσον αφορά τη βούληση προώθησης μορφών συμμετοχικής δημοκρατίας ως αντιστάθμισμα τής απολυταρχικής κρατικής εξουσίας. Η γενική αίσθηση που αποκομίζει κανείς είναι ότι εν τέλει τα θετικά στοιχεία τού συστήματος υπερτερούν των αρνητικών, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα αντιμετωπιστούν οι σημερινές ανισορροπίες μέσω ενός νέου καθεστώτος «ρύθμισης». Για το σκοπό αυτό, όπως θα δούμε, οι συγγραφείς απευθύνουν προς την πολιτική ηγεσία τής χώρας μια σειρά λεπτομερών προτάσεων υπέρ μιας μορφής «σοσιαλδημοκρατικού συμβιβασμού» — και αυτό παρά τη βαθιά κρίση τού κοινωνικού κράτους στις δυτικές χώρες — προσαρμόζοντάς τον στις απαιτήσεις τής παγκοσμιοποίησης και στις σύγχρονες περιβαλλοντολογικές προκλήσεις. Αυτές είναι πολύ συνοπτικά οι θέσεις τού βιβλίου, τις οποίες, στη συνέχεια, θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε κριτικά.

Ένας «ιδιότυπος καπιταλισμός»;

Όπως αναλυτικά περιγράφεται στην εισαγωγή τού βιβλίου, η ερμηνευτική προσέγγιση που υιοθετείται είναι αυτή τής θεωρίας τής «ρύθμισης». Άλλωστε, ο Αλιετά είναι ένας από τους πρωτοπόρους τής θεωρίας αυτής, έχοντας συμβάλει, περισσότερο ίσως από οποιανδήποτε άλλο, στη διαμόρφωσή της. Η βασική ιδέα τής θεωρίας τής «ρύθμισης» μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: από τη στιγμή που εμφανιστεί το φαινόμενο τής «ατομικοποίησης» ως συνέπεια τής χρηματικής ανταλλαγής και συνακολούθως ο διαχωρισμός μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου και η ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, έχουμε πλέον να κάνουμε με «καπιταλιστικά καθεστώτα». Τα εν λόγω «καθεστώτα» διαφέρουν μεταξύ τους μόνο ως προς το είδος των «θεσμών» (κανόνες, «πεποιθήσεις» κ.λ.π.) που «ρυθμίζουν» το διπλό αυτό διαχωρισμό, που επομένως είναι στενά συνδεδεμένος με την αγορά και την αποκλειστική ιδιοκτησία. Οι «καπιταλισμοί» αυτοί απαιτούν τη λειτουργία αγορών με συγκεκριμένη μορφή (—των λεγόμενων «αγορών μελλοντικών δεσμεύσεων» και πιο συγκεκριμένα των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών κινητών αξιών, οι οποίες μάλιστα είναι απαραίτητες για την ορθή κατανομή των παραγωγικών κεφαλαίων με σκοπό τη γέννηση χρήματος από χρήμα). Τέλος, οι διακρατικές σχέσεις καθορίζονται από το «χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο», το οποίο ελέγχει, σε παγκόσμιο επίπεδο, την κατανομή των διαφόρων μορφών κεφαλαίου ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των καθεστώτων «ρύθμισης». [α] Με βάση τις παραδοχές αυτές, το σημερινό κινεζικό σύστημα πρέπει να θεωρηθεί ως μια μορφή καπιταλισμού, σε αντιπαραβολή προς την «σοσιαλιστική περίοδο» τής μαοϊκής εποχής (και τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» των πρώην κομμουνιστικών χωρών). [β1] Εν προκειμένω, αξίζει να αναφερθεί ότι οι συγγραφείς αρνούνται, εμμέσως πλην σαφώς, να λάβουν υπόψη τις απόψεις και αναλύσεις άλλων θεωρητικών τής ίδιας σχολής, που θεωρούν, ομοίως, ότι τα συστήματα τής περιόδου αυτής συνιστούσαν μια μορφή «καπιταλισμού», με τη διαφορά ωστόσο ότι η οικονομία τους ήταν μάλλον μια «κεντρικά σχεδιαζόμενη» και «κατευθυνόμενη» οικονομία, παρά μια κρατική οικονομία τής αγοράς. [β2] Αν και ξεκινώντας από διαφορετικές θεωρητικές αφετηρίες, τείνουμε να συμφωνήσουμε με αυτό το συμπέρασμα, ότι δηλαδή επρόκειτο για μια μορφή «καπιταλισμού χωρίς καπιταλιστές». Ωστόσο, κατά την άποψή μας, το πρόβλημα έγκειται στο ότι, σύμφωνα με τους θεωρητικούς αυτούς, ο «σοσιαλισμός» δεν είναι και δεν μπορεί να είναι τίποτα παραπάνω και τίποτα λιγότερο από αυτό.

Πρέπει να επισημάνουμε, πρώτον, ότι η προσέγγιση των συγγραφέων τού βιβλίου έχει ελάχιστη σχέση με το μαρξισμό και αυτό παρ’ όλο που ο μαρξισμός ήταν, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη τής δεκαετίας τού ’70, μια από τις θεωρητικές πηγές των απόψεων τού Αλιετά. Υπό το πρίσμα τής μαρξιστικής ανάλυσης, ο καπιταλισμός είναι πολύ πιο σύνθετο φαινόμενο από ό,τι διαφαίνεται από την ανάγνωση τού συγκεκριμένου βιβλίου. Πιο συγκεκριμένα, συνεπάγεται έναν ισχυρότερο διαχωρισμό ανάμεσα στους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής και την εργασία. Για τον Μαρξ, η ιδιοκτησία τού κεφαλαίου τείνει να καταστεί συλλογική, με τους ιδιοκτήτες να μην συμμετέχουν πλέον με κανέναν τρόπο στην παραγωγική διαδικασία. Η τάση αυτή εκδηλώνεται πλήρως στον σύγχρονο «χρηματιστικοποιημένο» καπιταλισμό, όπου η επιχειρηματική διοίκηση ανατίθεται σε διευθυντικά στελέχη, ενώ το κέρδος τής επιχείρησης λαμβάνει τη μορφή τής καθαρής «μετοχικής αξίας» — ή αλλιώς τής «αξίας που δημιουργείται προς όφελος τού μετόχου», η οποία μάλιστα ορίζεται ως η διαφορά μεταξύ επιτοκίων επένδυσης με ή χωρίς ρίσκο [αμοιβή κινδύνου]). Υπό το πρίσμα αυτό, μπορεί επομένως να λεχθεί ότι ένας πολύ μεγάλος αριθμός κινεζικών μικροεπιχειρήσεων υπάγεται μάλλον στην κατηγορία τής οικογενειακής ή τής βιοτεχνικής παραγωγής, παρά στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Δεύτερον, όπως είναι γνωστόν, η λογική τού καπιταλισμού είναι αυτή τής μεγιστοποίησης τού ποσοστού κέρδους, το οποίο διανέμεται στους ιδιοκτήτες (ειδική μορφή υπεραξίας). Ωστόσο, το κριτήριο αυτό δεν ανταποκρίνεται επακριβώς στα δεδομένα των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων, όπως καταδεικνύεται από το γεγονός τής μη διανομής ή τής διανομής πολύ χαμηλών μερισμάτων προς το Κράτος — τα οποία, όπως θα δούμε στη συνέχεια, έχουν μάλλον τη μορφή φόρου επί τού κεφαλαίου.[1] Η τρίτη επισήμανση σχετίζεται με το ότι, στην περίπτωση τής Κίνας, ο διαχωρισμός κεφαλαίου και εργασίας είναι κάτι το πολύ σχετικό: όπως θα αναλυθεί στη συνέχεια, εμφανίζεται σε περιορισμένο βαθμό στις δημόσιες επιχειρήσεις (—που, επομένως, δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται απλώς ως μορφή κρατικού καπιταλισμού) και ακόμα λιγότερο στη λεγόμενη «συλλογική» οικονομία — και πιο συγκεκριμένα στις λαϊκές κομμούνες που εξακολουθούν ακόμα να λειτουργούν, καθώς και στους συνεταιρισμούς (μετοχικής σύνθεσης ή μη), όπου οι εργαζόμενοι συμμετέχουν μερικώς ή και πλήρως στην ιδιοκτησία τού κεφαλαίου. Βεβαίως, στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις, οι εργαζόμενοι δεν έχουν πάντα άμεση εμπλοκή στη διοίκηση, αλλά το γεγονός παραμένει ότι αυτό το πεδίο τής μη κρατικής οικονομίας, που αγνοείται πλήρως από τους συγγραφείς τού βιβλίου, θα μπορούσε πολύ δύσκολα να υπαχθεί στην κατηγορία τού «ιδιότυπου καπιταλισμού».

Κλείνοντας τις αρχικές αυτές παρατηρήσεις, αξίζει να σημειώσουμε ότι η ανάλυση των συγγραφέων απορρίπτει ασυζητητί τις σχετικές θέσεις των ανώτερων αξιωματούχων τής χώρας, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε πλήθος δηλώσεών τους. Παραβλέποντας προς στιγμήν το «ιδεολογικό τους περιεχόμενο» και την ορολογική σύγχυση η οποία οφείλεται στην «ξύλινη γλώσσα» που σε μεγάλο βαθμό χαρακτηρίζει τις επίσημες ομιλίες των κινέζων αξιωματούχων (—είναι μήπως πολύ διαφορετικά τα πράγματα στη Δύση;), είναι προφανές ότι οι κινέζοι ιθύνοντες παραδέχονται το γεγονός ότι η οικονομία τής χώρας περιλαμβάνει σήμερα έναν σημαντικό ιδιωτικό καπιταλιστικό τομέα (εγχώριας ή αλλοδαπής προέλευσης). Θεωρούν ωστόσο ότι ο τομέας αυτός αποτελεί μέρος τής λεγόμενης «σοσιαλιστικής οικονομίας τής αγοράς», με άλλα λόγια, μέρος μιας μικτής οικονομίας όπου «σημαντικότερη βαρύτητα δίνεται στο δημόσιο τομέα» και στην «ανάγκη συνολικής ενίσχυσης τού σοσιαλιστικού κράτους». Σύμφωνα με δηλώσεις πολλών κινέζων ηγετών, η χώρα βρίσκεται σήμερα στην «πρωταρχική φάση τού σοσιαλισμού», στο «πρώτο και αναπόφευκτο στάδιο» ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, «για την ολοκλήρωση τού οποίου θα απαιτηθεί μια εκατονταετία». Ο ιστορικός στόχος που επιδιώκεται παραμένει αυτός τού αναπτυγμένου σοσιαλισμού και τού κομμουνισμού, χωρίς ωστόσο το στρατηγικό αυτό πρόγραμμα να εξειδικεύεται περαιτέρω. Οι συγγραφείς τού βιβλίου υποστηρίζουν εμμέσως πλην σαφώς ότι οι δηλώσεις αυτές δεν είναι παρά βιτρίνα, ο ιδεολογικός μανδύας με τον οποίο οι κινεζικές αρχές επιχειρούν να «ντύσουν» τη συγκεκριμένη μορφή καπιταλισμού, και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ληφθούν στα σοβαρά. Επομένως, σύμφωνα με την οπτική τους, ο κινεζικός σοσιαλισμός θα πρέπει θεωρείται νεκρός και ενταφιασμένος μετά τη λήξη τής μαοϊκής περιόδου. Μήπως έφτασε «το τέλος τής ιστορίας» και για την Κίνα;

Το ερμηνευτικό μας πλαίσιο

Στη συνέχεια τού κειμένου, θα προτείνουμε μια διαφορετική ανάγνωση τού φαινομένου τού «σοσιαλισμού κινεζικού τύπου» μέσα από το ερμηνευτικό σχήμα τού «σοσιαλισμού τής αγοράς», ή αλλιώς τού «σοσιαλισμού με αγορά». Εν συντομία, η θέση μας είναι ότι το συγκεκριμένο σύστημα βασίζεται στους ακόλουθους επτά πυλώνες (—οι οποίοι, όπως θα δούμε, δεν έχουν μεγάλη σχέση με τον καπιταλισμό):

[1] η διαρκής και ισχυρή παρουσία ενός πολύμορφου κρατικού σχεδιασμού, που κινητοποιεί διαφορετικά μέσα ανάλογα με τις ανάγκες τού κάθε τομέα τής οικονομίας·

[2] μια μορφή πολιτικής δημοκρατίας, στη βάση τής οποίας διαμορφώνονται οι συλλογικές επιλογές που διαπνέουν τον κρατικό σχεδιασμό·

[3] η λειτουργία δημοσίων υπηρεσιών, οι οποίες είναι καθοριστικές για την άσκηση τής κοινωνικής/οικονομικής ιδιότητας τού πολίτη και οι οποίες είτε λειτουργούν εκτός αγοράς, είτε είναι σε μικρό μόνο βαθμό εμπορευματοποιημένες·

[4] η ύπαρξη διαφοροποιημένων μορφών ιδιοκτησίας που όμως ανταποκρίνονται στην κοινωνικοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων: — εδώ συγκαταλέγονται οι δημόσιες επιχειρήσεις, που προβλέπεται να λειτουργούν καθ’ όλη τη μακρά περίοδο τής μετάβασης και οι οποίες διαφέρουν από πολλές απόψεις από τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, κυρίως μάλιστα ως προς την ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων στη διαχείριση. Το φάσμα των προβλεπομένων μορφών εκτείνεται από τις μικρές ατομικές ιδιωτικές επιχειρήσεις, μέχρι τις ποικίλες μορφές κοινωνικοποιημένης ιδιοκτησίας. Θεμελιώδους σημασία είναι η πρόβλεψη ότι η ιδιοκτησία τής γης και των φυσικών πόρων θα παραμείνει στο δημόσιο τομέα. Για την περίοδο τής μετάβασης, προβλέπεται η διατήρηση ή/και η ενθάρρυνση τής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, με δεδηλωμένο σκοπό την αύξηση τού δυναμισμού τής οικονομίας και τη δημιουργία κινήτρων για τη βελτίωση τής αποτελεσματικότητας των υπολοίπων μορφών ιδιοκτησίας·

[5] ο γενικός προσανατολισμός τής κινεζικής πολιτικής συνίσταται στην αύξηση των εισοδημάτων τής εργασίας, έναντι των εσόδων από άλλες πηγές, και στην εμβάθυνση τής κοινωνικής δικαιοσύνης, με τελική προοπτική την ισότητα·

[6] η προστασία τής φύσης δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε ανταγωνιστική σχέση με την επίτευξη τής κοινωνικής προόδου, αλλά αντιμετωπίζεται ως ένας από τους κεντρικούς στόχους τής οικονομικής ανάπτυξης άρρηκτα συνδεδεμένος με αυτήν, στο πλαίσιο πάντα τής μεγιστοποίησης τού πραγματικού πλούτου·

[7] οι οικονομικές σχέσεις μεταξύ των κρατών πρέπει να στηρίζονται στην αρχή τού αμοιβαίου οφέλους, ενώ οι πολιτικές τους σχέσεις πρέπει να κατευθύνονται προς την επιδίωξη τής ειρήνης και την ισόρροπη συνύπαρξη μεταξύ των λαών και των εθνών.

Στη συνέχεια θα δούμε ότι, παρά τις επικρίσεις που θα διατυπωθούν, η πραγματικότητα δεν απέχει πολύ από αυτό το πλαίσιο ερμηνείας τού «σοσιαλισμού κινεζικού τύπου». Επιπλέον, θα πρέπει να επισημανθεί ότι στη χώρα υπάρχουν, πράγματι, δύο αντιτιθέμενες πολιτικές γραμμές: η μία από αυτές συμβαδίζει πράγματι με την προοπτική τής «ανανεωμένης σοσιαλδημοκρατίας» που προτείνεται από τους συγγραφείς τού βιβλίου, ενώ η δεύτερη συνάδει περισσότερο με την προοπτική τού σοσιαλισμού. Ας δούμε λοιπόν από πιο κοντά την επιχειρηματολογία των Μ. Αλιετά και Γκούο Μπάι.

Ανισορροπίες στη σημερινή κινεζική οικονομία

Οι συγγραφείς ξεκινούν από μια δύσκολα αμφισβητήσιμη διαπίστωση. Η κινεζική οικονομία χαρακτηρίζεται από σημαντικές ανισορροπίες. Το τμήμα τού εθνικού εισοδήματος που διατίθεται για επενδύσεις, αντί να ελαττώνεται ανάλογα με την πρόοδο τής φάσης τής συσσώρευσης που απαιτείται για την ταχεία οικονομική επέκταση, συνεχίζει να αυξάνεται και μάλιστα σε βάρος τής κατανάλωσης, χωρίς ωστόσο αυτό να αναιρεί το γεγονός ότι έχει σημειωθεί τεράστια βελτίωση στο βιοτικό επίπεδο τού πληθυσμού τής χώρας. Οι επενδύσεις στον τομέα των υπηρεσιών (είτε αυτές αφορούν τα νοικοκυριά είτε τις επιχειρήσεις) προχωρούν με βραδύτερους ρυθμούς από ό,τι οι βιομηχανικές επενδύσεις. Ο τομέας ακινήτων και κατασκευών εμφανίζει τάσεις υπερθέρµανσης, που απαιτούν συνεχή αντιμετώπιση μέσω τής εφαρμογής πιστωτικών περιορισμών. Το μερίδιο τού εισοδήματος των νοικοκυριών συνεχίζει να μειώνεται ως ποσοστό τού εθνικού εισοδήματος. Το ποσοστό αποταμίευσης είναι υπερβολικό, πράγμα που οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι η ανεπάρκεια τής κοινωνικής προστασίας οδηγεί τα νοικοκυριά να στρέφονται στην προληπτική αποταμίευση. Η χρήση των φυσικών πόρων δεν φορολογείται επαρκώς, προκειμένου αφενός να αποφεύγονται η κατασπατάληση τους και οι περιβαλλοντικές ζημιές και αφετέρου να διευκολύνεται η μετάβαση προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Το κινεζικό οικονομικό σύστημα εξαρτάται υπερβολικά από τις εξαγωγές και δεν επικεντρώνεται επαρκώς στην εσωτερική αγορά. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργούνται ανισορροπίες στο ισοζύγιο πληρωμών, πράγμα που αντανακλάται στην αυξανόμενη σώρευση συναλλαγματικών αποθεμάτων, τα οποία μάλιστα επενδύονται στο εξωτερικό και κυρίως σε ομόλογα τού αμερικανικού δημοσίου, με όλους τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται. Οι συγγραφείς τού «Κινεζικού Δρόμου» θεωρούν ότι η κινεζική κυβέρνηση έχει επίγνωση αυτών των ανισορροπιών και ότι καταβάλλει προσπάθειες για την αντιμετώπισή τους, χωρίς όμως μεγάλη επιτυχία. Και για τον λόγο αυτό προτείνουν μια σειρά από λύσεις, τις οποίες, στη συνέχεια, θα εξετάσουμε λεπτομερώς μία προς μία.

Θα θέλαμε, με τη σειρά μας, να επισημάνουμε το προφανές, ότι, δηλαδή, ήδη από τη δεκαετία τού 1990, αλλά κυρίως μετά το 2000, ο δυναμισμός των εξαγωγών αποτέλεσε ένα από τα εντυπωσιακότερα χαρακτηριστικά τής κινεζικής οικονομικής επέκτασης και ότι επιπλέον η κρίση τής διετίας 2008-2009 λειτούργησε ως παράγοντας ανακοπής τής δυναμικής πορείας των κινεζικών εξαγωγών. Θα ήταν, ωστόσο, πρόωρο να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αποτελούν τη βασική κινητήρια δύναμη τής ανάπτυξης τής χώρας. Και αυτό γιατί η στρατηγική ανάπτυξης που εφαρμόζεται από τις κινεζικές αρχές στηρίζεται σε ένα περισσότερο συνεκτικό και «αυτόκεντρο» μοντέλο ανάπτυξης σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη οικονομία τού Νότου (και τής Ανατολής). Όσον αφορά την πλειοψηφία των κινεζικών επιχειρήσεων των βιομηχανικών κλάδων, εκείνο που προέχει είναι η ύπαρξη διεξόδων στην εσωτερική αγορά για τα παραγόμενα προϊόντα τους. Η τόνωση τής εγχώριας ζήτησης, μέσω τής αύξησης τής κατανάλωσης των νοικοκυριών και τής ενίσχυσης των κρατικών κεφαλαιουχικών δαπανών (κυρίως στον τομέα των υποδομών), αποτελεί τον κύριο παράγοντα αισιοδοξίας για την πορεία των επενδυτικών τους σχεδίων. Ως εκ τούτου, η ταχεία αύξηση τής παραγωγικότητας τής εργασίας έχει συνοδευτεί από αντίστοιχες αυξήσεις στους πραγματικούς μισθούς στη βιομηχανία, χωρίς ωστόσο η σχετική αύξηση τού κόστους τής εργασίας να έχει προκαλέσει επιδείνωση τής ανταγωνιστικότητας τής οικονομίας τής χώρας. Οι εξαγωγές, όπως άλλωστε και οι άμεσες ξένες επενδύσεις, παίζουν ένα μάλλον επικουρικό ρόλο, γεγονός που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε, για παράδειγμα, γιατί το 2011 η αρνητική συμβολή των εξαγωγών στην οικονομική μεγέθυνση (τής τάξης περίπου τού -5%) δεν περιόρισε την αναπτυξιακή δυναμική τής κινεζικής οικονομίας (που, για άλλη μια φορά, κινήθηκε στο +10%).

«Αναποτελεσματική κατανομή των συντελεστών παραγωγής» …;

Οι συγγραφείς τού βιβλίου θεωρούν ότι στην πλειοψηφία τους τα προβλήματα ανισορροπιών που αναφέρθηκαν ανωτέρω οφείλονται στις μεγάλες «στρεβλώσεις των τιμών των συντελεστών παραγωγής» και ότι, επομένως, επιβάλλεται η περαιτέρω ανάπτυξη των αγορών μέσω τής άρσης των διοικητικών περιορισμών, πράγμα που θα επιτρέψει μια «καλύτερη κατανομή των σχετικών πόρων». Κατά πρώτο λόγο, η αξία τού χρήματος ως κεφαλαίου διατηρείται τεχνητά σε χαμηλά επίπεδα μέσω τής συμπίεσης των επιτοκίων δανεισμού, παρότι η διαχείρισή τους έχει στο μεταξύ καταστεί ελαστικότερη. Η απόδοση των αποταμιεύσεων των νοικοκυριών κινείται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, πράγμα που επιτρέπει στα πιστωτικά ιδρύματα να αποκομίζουν κέρδη από τη χορήγηση χαμηλότοκων δανείων σε επιχειρήσεις, στις οποίες δίνεται έτσι η δυνατότητα να προβαίνουν σε σημαντικές επενδύσεις. Επιπλέον, το χαμηλό κόστος χρήματος ευνοεί μάλλον τις επενδύσεις μεγάλης κλίμακας και, ως εκ τούτου, τις επενδύσεις των πολύ μεγάλων δημοσίων επιχειρήσεων, και μάλιστα σε βάρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται κυρίως στον ιδιωτικό τομέα. Οι συγγραφείς θεωρούν, επομένως, αναγκαία την απελευθέρωση των επιτοκίων, προκειμένου να αποθαρρυνθούν ορισμένες επενδύσεις υψηλής εντάσεως κεφαλαίου, οι οποίες ενδέχεται να υπονομεύσουν την τεχνολογική πρόοδο και την ικανότητα δημιουργίας προστιθέμενης αξίας (η οποία δείχνει πτωτική τάση). Η απελευθέρωση των επιτοκίων θα επιτρέψει αντίστοιχα την τόνωση τού ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών. Όσον αφορά την αγορά εργασίας, οι συγγραφείς προτείνουν, ομοίως, την άρση των περιορισμών που απορρέουν από το καθεστώς διακρίσεων μεταξύ των εργατών των πόλεων (και κυρίως εκείνων που απασχολούνται στις δημόσιες επιχειρήσεις με συμβάσεις εργασίας που περιέχουν συγκριτικά ευνοϊκότερους όρους) και των εσωτερικών μεταναστών εργατών,[2] οι οποίοι πολύ συχνά στερούνται δικαιωμάτων και των οποίων η κατάσταση εξαρτάται από την καλή θέληση των εργοδοτών τους (πράγμα που, με τη σειρά του, οδηγεί στη σημαντική επιβράδυνση τής συνολικής αύξησης των μισθών). Όσον αφορά την τιμή τής γης, που στην ύπαιθρο παραμένει σε καθεστώς συλλογικής ιδιοκτησίας, ενώ στις πόλεις αποτελεί ιδιοκτησία τού κράτους, ο Μισέλ Αλιετά και ο Γκούο Μπάι θεωρούν ότι η αγορά θα πρέπει να αφεθεί περισσότερο ελεύθερη, ούτως ώστε να δοθεί στους αγρότες — οι οποίοι σήμερα λαμβάνουν ανεπαρκείς κρατικές αποζημιώσεις για την εκχώρηση τής γης τους — η δυνατότητα να διαπραγματεύονται για την εξασφάλιση «εύλογης τιμής», που θα ανταποκρίνεται στην πραγματική της αξία ως δομήσιμης γης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μειωνόταν η τάση υπερεπένδυσης που οφείλεται τόσο στο γεγονός των πολύ χαμηλών τιμών των βιομηχανικών οικοπέδων, όσο και στη συμπαιγνία των τοπικών αρχών που επιδιώκουν με κάθε τίμημα την ανάπτυξη των περιοχών τους λόγω τής αύξησης των φορολογικών εσόδων που αυτή συνεπάγεται.

Αυτή η αντίληψη αναφορικά με τη στρέβλωση των τιμών των συντελεστών παραγωγής βασίζεται, σε υπερβολικό θα λέγαμε βαθμό, στην κλασική οικονομική θεωρία τού συνδυασμού των «συντελεστών παραγωγής» (κεφαλαίου, εργασίας, γης …) και τής «βέλτιστης κατανομής» τους μέσω τής αγοράς. Βεβαίως, για να είμαστε δίκαιοι, οι συγγραφείς έχουν σαφώς επίγνωση τού γεγονότος ότι η αγορά εργασίας διαφέρει από τις υπόλοιπες αγορές, καθόσον η λειτουργία της εξαρτάται από το συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, τη νομοθεσία, τους κανόνες των συλλογικών συμβάσεων κ.ο.κ. Γι’ αυτό άλλωστε προτείνουν βελτιώσεις στη «ρύθμισή» της (ιδίως μέσω τής ενίσχυσης τής ανεξάρτητης λειτουργίας των συνδικάτων, τής ενδυνάμωσης τής επιθεώρησης εργασίας, τής καλύτερης εφαρμογής τής νομοθεσίας κ.ο.κ.). Επιπλέον, όμως, συνιστούν η αγορά εργασίας να καταστεί περισσότερο ανοικτή και λιγότερο κατακερματισμένη. Επίσης επισημαίνουν ότι, για ορισμένες κατηγορίες «άυλου κεφαλαίου» (για ό,τι αποκαλούν «θεσμικό» ή «κοινωνικό» κεφάλαιο), δεν υπάρχει αγορά με την κυριολεκτική έννοια τού όρου, ενώ για ορισμένες άλλες κατηγορίες κεφαλαίου οι αγορές τείνουν να λειτουργούν άσχημα. Με βάση αυτή τη διαπίστωση, θεωρούν ότι για τη διαμόρφωση τού ορθού μίγματος μέτρων απελευθέρωσης και ρύθμισης των αγορών, ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να δίνεται στις ρυθμιστικές παρεμβάσεις. Αυτές μάλιστα οι παρεμβάσεις πρέπει να λάβουν τη μορφή ενός «στρατηγικού σχεδιασμού» με σκοπό την επίδραση στη διαμόρφωση των τιμών (σημείο στο οποίο θα επανέλθουμε). Ωστόσο, το γεγονός παραμένει ότι το θεωρητικό σχήμα τής εμπορευματικής αγοράς αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς για τους συγγραφείς τού βιβλίου (πράγμα που ισχύει και για τη συντριπτική πλειοψηφία των λεγόμενων «νεοθεσμικών» οικονομολόγων, οι οποίοι, στην πραγματικότητα, παραμένουν εγκλωβισμένοι στη «νεοκλασική ορθοδοξία»).

… ή εσκεμμένη παραμόρφωση των τιμών των συντελεστών παραγωγής;

Αντιθέτως, εμείς υποστηρίζουμε ότι η ιδιαιτερότητα και η ισχύς τής κινεζικής οικονομίας έγκειται, ακριβώς, στο στοιχείο τής ηθελημένης στρέβλωσης των τιμών συντελεστών παραγωγής. Επιπλέον, θεωρούμε ότι η κινεζική κυβέρνηση πράττει ορθά όταν απαγορεύει την «ελεύθερη» διαμόρφωση τής αξίας τού χρήματος από την αγορά, γιατί διαφορετικά καθίσταται δύσκολη η άσκηση ελέγχου στην προσφορά πιστώσεων, που είναι ζωτικής σημασίας για την οικονομία. Για παράδειγμα, η προσφορά πίστωσης μπορεί να κινείται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, όταν, εν όψει ύφεσης, οι τράπεζες δεν δανείζουν αρκετά αποφεύγοντας την ανάληψη υπερβολικών κινδύνων. Αντιστρόφως, εν μέσω κλίματος αισιοδοξίας, λόγω τής ισχυρής ζήτησης, η προσφορά μπορεί να κινείται σε αδικαιολόγητα υψηλά επίπεδα (αρκεί να υπενθυμίσουμε εδώ ότι η αμερικανική οικονομία έφτασε στο χείλος τής καταστροφής ακριβώς λόγω τής υπερβολικής προσφοράς πιστώσεων). Ας προστεθεί, επίσης, ότι η νομισματική πολιτική των κεντρικών τραπεζών έχει αβέβαια αποτελέσματα όσον αφορά τη συμπεριφορά των πιστωτικών ιδρυμάτων (χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι, εν μέσω κρίσης, η ΕΚΤ άνοιξε τους κρουνούς των πιστώσεων προς τις τράπεζες, προκειμένου να τις ενθαρρύνει να χορηγήσουν δάνεια στην πραγματική οικονομία, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα).

Οι συγγραφείς προβάλλουν το σκεπτικό ότι η εκτίμηση των κινδύνων πραγματοποιείται καλύτερα από μια πληθώρα ιδιωτικών φορέων παρά από τις κρατικές αρχές. Εμείς, αντιθέτως, πιστεύουμε όχι μόνο ότι οι κρατικές αρχές είναι σε θέση να διαμορφώνουν μια πιο σφαιρική, μακροσκοπική θεώρηση των κινδύνων, αλλά και ότι είναι οι μόνες που μπορούν να καθοδηγούν συνολικά την οικονομία βάσει ενός Πλάνου. Βεβαίως, η διοικητική ρύθμιση των επιτοκίων δεν ευνοεί την ανάληψη ταχείας και ευέλικτης δράσης για την προσαρμογή τής προσφοράς των αποταμιεύσεων των νοικοκυριών στις χρηματοδοτικές ανάγκες τής οικονομίας. Κατά τη γνώμη μας, θα ήταν ίσως προτιμότερο ένα καθεστώς «μερικής» ρύθμισης με τη σύγχρονη εφαρμογή κατωτάτων επιτοκίων απόδοσης για τις αποταμιεύσεις και ανωτάτων επιτοκίων προσφοράς χρήματος· ένα τέτοιο καθεστώς μπορεί μάλιστα να βελτιώνεται σταδιακά μέσω τής τροποποίησης των επιτοκίων σε συνάρτηση με τις ανάγκες που προκύπτουν από την υλοποίηση τού Πλάνου. Εξάλλου πιστεύουμε ότι η εφαρμογή τού εργαλείου των «υποχρεωτικών ελάχιστων αποθεματικών» (το οποίο για πολλούς θεωρείται «απαρχαιωμένο») αποτελεί ένα αποτελεσματικό μέσο διαφοροποίησης τού επιπέδου τής προσφοράς τραπεζικών πιστώσεων — και δεν είναι καθόλου τυχαία η ευρεία χρήση του από τη Λαϊκή Τράπεζα τής Κίνας. Επομένως, στο πλαίσιο τής συζήτησης που διεξάγεται σήμερα όσον αφορά την απελευθέρωση των επιτοκίων, κλίνουμε υπέρ τής αναγκαιότητας τού κρατικού παρεμβατισμού. Δεν αρνούμαστε το γεγονός ότι σήμερα στην Κίνα το επίπεδο τής απόδοσης των αποταμιεύσεων είναι εξαιρετικά χαμηλό, πράγμα που ισοδυναμεί με μια μορφή έμμεσης επιδότησης που ενθαρρύνει τις υπερβολικές επενδύσεις — και κυρίως στους τομείς εντάσεως κεφαλαίου. Ας σημειωθεί εδώ ότι το σχετικό ζήτημα τού κατά πόσον είναι επιθυμητή η «διαφοροποίηση των επενδύσεων» των κινεζικών νοικοκυριών θα εξεταστεί στη συνέχεια.

Όσον αφορά τους εσωτερικούς μετανάστες, συμφωνούμε βεβαίως με τη διαπίστωση των συγγραφέων τού βιβλίου ότι «η ανεπάρκεια των μισθών και η απουσία κοινωνικής προστασίας συνέβαλαν στη σχετική μείωση τού μεριδίου των μισθών στο εθνικό εισόδημα, εμπόδισαν την αύξηση που θα έπρεπε να είχε συνολικά το εισόδημα των νοικοκυριών και συμπίεσαν τις καταναλωτικές δαπάνες» (σελ. 219) — καθώς και με την επισήμανση ότι, παρά την ενίσχυση τής εργατικής νομοθεσίες, οι σχετικές προστατευτικές ρυθμίσεις δεν εφαρμόζονται πάντα ορθά, και ότι το χαμηλό κόστος τού κεφαλαίου ήταν παράγοντας που ευνόησε σε μεγάλο βαθμό τους εργοδότες σε βάρος των εργαζομένων. Για τους λόγους αυτούς, οι συγγραφείς τού βιβλίου θεωρούν ότι το ρυθμιστικό πλαίσιο θα πρέπει να γίνει πιο ισχυρό και αποτελεσματικό, μέσω κυρίως τής ενίσχυσης των συνδικάτων, τής εισαγωγής τού θεσμού των συλλογικών συμβάσεων, τής βελτιστοποίησης τού συστήματος κοινωνικής προστασίας κ.ο.κ. Με άλλα λόγια, την εισαγωγή μηχανισμών προστασίας παρόμοιων με εκείνους που χαρακτηρίζουν το — υπό διάλυση — κράτος πρόνοιας των δυτικών οικονομιών. Παρ’ όλο που η κινεζική κυβέρνηση δείχνει όντως να κινείται προς αυτή την κατεύθυνση, εμείς θεωρούμε ότι αυτό δεν αρκεί, διότι, ακόμα και αν η αγορά εργασίας ρυθμιστεί σύμφωνα με τις υποδείξεις των συγγραφέων τού βιβλίου, θα εξακολουθήσουν να υφίστανται έντονες κοινωνικές ανισότητες, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν παρά μόνο μέσω τής φορολογίας. Δύο παράγοντες μπορούν να βελτιώσουν αυτό το σχέδιο «σοσιαλδημοκρατικού συμβιβασμού», που, σύμφωνα με τους συγγραφείς, η «γραφειοκρατική εξουσία» τής χώρας θα έπρεπε να εφαρμόσει στην πράξη: (α) η γενικευμένη συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκηση (λόγου χάριν, θα μπορούσαν να συμμετέχουν στη διαμόρφωση τής μισθολογικής πολιτικής τής επιχείρησης)· και (β) ο σημερινός τρόπος λειτουργίας των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων μπορεί και πρέπει να χρησιμεύσει ως παράδειγμα προς μίμηση για τις υπόλοιπες επιχειρήσεις (ας υπενθυμίσουμε εδώ ότι, στη Γαλλία, πριν ιδιωτικοποιηθεί η Ρενό διαδραμάτιζε ρόλο «κοινωνικής ατμομηχανής» και ότι, στις κινεζικές δημόσιες επιχειρήσεις, συναντά κανείς σήμερα πρωτόγνωρες μορφές εργατικής εξουσίας). Και αυτό γιατί η κυβέρνηση διαθέτει την εξουσία θέσπισης νέων κανόνων όσον αφορά τόσο τη μισθολογική ιεραρχία όσο και τις μισθολογικές διαπραγματεύσεις. Άλλωστε, μπορούμε σήμερα να διαπιστώσουμε ότι η εργατική νομοθεσία εφαρμόζεται εν γένει καλύτερα στις δημόσιες επιχειρήσεις παρά στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό το αποτελεσματικό ρυθμιστικό πλαίσιο που διέπει το δημόσιο τομέα έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει τις μισθολογικές συνθήκες που επικρατούν στις υπόλοιπες επιχειρήσεις, διότι δύναται να λειτουργήσει ως «πόλος έλξης» για τους εργαζόμενους — όπως βλέπουμε σήμερα να γίνεται με τις λαϊκές κομμούνες, οι οποίες προσελκύουν μετανάστες εργαζόμενους λόγω ακριβώς των κοινωνικών πλεονεκτημάτων που παρέχουν, και αυτό παρά τους χαμηλότερους μισθούς που ισχύουν εκεί. Και αυτό είναι ένα ισχυρότατο επιχείρημα υπέρ τής διεύρυνσης και ενίσχυσης τού δημόσιου τομέα, επιλογή με την οποία, όπως φαίνεται, διαφωνούν οι συγγραφείς τού βιβλίου.

Το ζήτημα τής διαχείρισης των φυσικών πόρων

Ο Μισέλ Αλιετά και ο Γκού Μπάι υποστηρίζουν ότι, όσον αφορά γενικά τους φυσικούς πόρους, θα ήταν σκόπιμο να δημιουργηθεί μία εγχώρια «αγορά εκπομπών διοξειδίου τού άνθρακα» με σκοπό την αύξηση τού κόστους εκμετάλλευσης των μη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και την προώθηση τής παραγωγής ανανεώσιμων πηγών. Είναι επομένως προφανές ότι, μαζί με πολλούς άλλους αναλυτές, οι συγγραφείς προτείνουν μια σειρά «ρεφορμιστικών» λύσεων, αποφεύγοντας να ασκήσουν κριτική στους πυλώνες τού καπιταλιστικού συστήματος και στους βασικούς προσανατολισμούς τής νεοφιλελεύθερης στρατηγικής και υιοθετώντας άκριτα τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν οι μεγάλες διεθνείς διασκέψεις για το περιβάλλον (—όπως, για παράδειγμα, οι «διασκέψεις κορυφής για τη Γη» που έλαβαν χώρα στο Ρίο ντε Τζανέιρο το 1992 και στο Γιοχάνεσμπουργκ το 2002), όπως επίσης και το θεωρητικό υπόβαθρο των διεθνών συνθηκών για το κλίμα, μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση κατέχουν η σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές τού 1992 και το πρωτόκολλο τού Κιότο, που αποτελεί άμεση προέκταση τής εν λόγω σύμβασης-πλαισίου.

Η πρόταση που διατυπώνουν οι συγγραφείς παραβλέπει αφενός το γεγονός ότι η λειτουργία τής «αγοράς εκπομπών άνθρακα» είναι καθαυτή προβληματική, καθόσον μετατρέπει τη φύση σε εμπόρευμα και τη ρύπανση σε εμπορεύσιμο «δικαίωμα» μέσω τής αποτίμησης τού εν λόγω «αρνητικού εξωγενή παράγοντα» από μια αγορά οργανωμένη προς όφελος των πολυεθνικών, στις οποίες δίνεται η δυνατότητα να προμηθεύονται «πιστωτικά μόρια εκπομπών», και αφετέρου το γεγονός ότι, μετά τη δοκιμαστική έναρξη λειτουργίας των πρώτων εθνικών αγορών διοξειδίου τού άνθρακα, οι δραστηριότητες που αναπτύχθηκαν περισσότερο στα «χρηματιστήρια περιβάλλοντος» (όπως, για παράδειγμα, στο «Chicago Climate Exchange» και στο ευρωπαϊκό «Powernext») σχετίζονταν με την κερδοσκοπία στην εμπορία ρύπων. Κατά τη γνώμη μας, ο προσανατολισμός αυτός είναι εσφαλμένος.

Πρέπει να επισημάνουμε ότι, τόσο στον τομέα τού περιβάλλοντος όσο και στους λοιπούς τομείς, η κρατική πολιτική δεν πρέπει να υποτάσσεται στην εξουσία των αγορών, η οποία σήμερα μάλιστα ενδύεται τον μανδύα τής προοπτικής ενός «καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο» αναδεικνύοντας κάθε είδους ρεφορμιστικά προτάγματα. Απεναντίας, ο ρόλος τού κράτους θα πρέπει είναι η χάραξη εξωτερικών και αυστηρών ορίων στη λογική τής διαδικασίας επέκτασης τού κεφαλαίου, με γνώμονα την εξασφάλιση τής προστασίας τής ανθρωπότητας και τού περιβάλλοντος από τις καταστροφικές επιπτώσεις και τάσεις τού συγκεκριμένου συστήματος. Με δεδομένο το ότι δεν εκφεύγει από το πλαίσιο τής μεγιστοποίησης τού κέρδους και τής εμπορευματοποίησης των φυσικών πόρων, η στρατηγική ελέγχου τής ρύπανσης και προστασίας τού περιβάλλοντος, την οποία προτείνουν οι συγγραφείς τού βιβλίου, επικαλούμενοι μάλιστα την αρωγή τού κράτους, οδηγεί με βεβαιότητα στην αποτυχία.

Όσον αφορά τη χρήση των φυσικών πόρων, η πρότασή τους για επιβολή πολύ υψηλότερης φορολογίας είναι προφανώς εύλογη, αλλά πιστεύουμε ότι θα πρέπει να εγκαταλειφθεί η ιδέα τής σύστασης μιας αγοράς δικαιωμάτων ρύπανσης, καθώς είναι γνωστή η δυσκαμψία και η αναποτελεσματικότητά της (ακόμα και στην περίπτωση που προβλεφθεί διαδικασία εκπλειστηριασμού των σχετικών δικαιωμάτων, σύμφωνα με τις συστάσεις των συγγραφέων), όπως γνωστό είναι και το γεγονός ότι η λειτουργία της συνδέεται με πλήθος αρνητικών συνεπειών (π.χ. την κερδοσκοπία και τις ανεξέλεγκτες διακυμάνσεις στα «χρηματιστήρια περιβάλλοντος»). Επιπλέον, οι ισχυρότεροι οικονομικά «φορείς» μπορούν να αγοράζουν διαπραγματεύσιμες άδειες ρύπων, που δεν είναι παρά συγχωροχάρτια για τους μεγαλύτερους ρυπαίνοντες και για τις καταστροφικές για το περιβάλλον πρακτικές τους, οι οποίες συνεχίζονται αδιάλειπτα. Αντιστρόφως, το σύστημα αυτό παρέχει ισχυρό κίνητρο στους ασθενέστερους οικονομικά φορείς να πωλούν τα δικαιώματά τους, παρακάμπτοντας την ανάγκη εφαρμογής πολιτικών ανάπτυξης που μπορούν να συμβάλλουν στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι — έστω και αν η πιθανότητα να συμβεί κάτι τέτοιο στην Κίνα είναι ισχνή — ο μηχανισμός που προτείνουν οι συγγραφείς τού βιβλίου ενδέχεται να παραγάγει φαινόμενα [αντι-ανταγωνιστικού] «αποκλεισμού» (όπως, π.χ., «καταβόθρες/συλλέκτες άνθρακα έναντι τής διάνοιξης φρεάτων ύδατος» — πράγμα που συνήθως συμβαίνει όταν η δημόσια αναπτυξιακή βοήθεια που παρέχεται από τις χώρες τού Βορρά αντικαθίσταται από προγράμματα «ανάπτυξης προσαρμοσμένα στις ανάγκες» τού Νότου). Επιπλέον, το γεγονός ότι η υλοποίηση τέτοιων έργων ανατίθεται συνήθως σε πολυεθνικές εταιρείες, οι οποίες κατ΄ αυτόν τον τρόπο κερδίζουν πιστωτικά μόρια, οδήγησε σε ορισμένες περιπτώσεις στην εκδίωξη γηγενών πληθυσμών από τη γη τους, με σκοπό την εισαγωγή καλλιεργειών για την καταπολέμηση των εκπομπών CO2. Επιπλέον, οι συγγραφείς είναι αδύνατο να αγνοούν τα φορολογικά και οικολογικά σκάνδαλα στα οποία ενεπλάκησαν ορισμένες επιχειρήσεις που εξασφάλισαν επιδοτήσεις μέσω τού μηχανισμού αυτού, αυξάνοντας έτσι όχι μόνο τα κέρδη τους αλλά και … τις εκπομπές τους αερίων θερμοκηπίου.

Το ζήτημα τού καθεστώτος πρόσβασης στη γη

Ας περάσουμε στο ζήτημα τής αγοράς των δικαιωμάτων τής χρήσης τής γης, που, όπως αναφέρθηκε, διατηρείται υπό καθεστώς δημόσιας ιδιοκτησίας. Ξεκινώντας από την ορθή διαπίστωση ότι σε πολλές περιπτώσεις οι αποζημιώσεις που δίνονται στους αγρότες για την εκχώρηση τού δικαιώματος χρήσης τής γης είναι ανεπαρκείς, οι συγγραφείς καταλήγουν με την πρόταση να δοθεί στους καλλιεργητές «το δικαίωμα να πωλούν, να μεταβιβάζουν, να εκμισθώνουν και να υποθηκεύουν τη γη τους — υπό τον όρο όμως ότι οι εν λόγω πράξεις παραχώρησης θα είναι νόμιμες και συμβατές με τον κυβερνητικό σχεδιασμό» (σελ. 361). Ωστόσο, αυτή η φαινομενικά «ρεαλιστική» πρόταση ισοδυναμεί με την ανατροπή τού σοσιαλιστικού χαρακτήρα τού κινεζικού αγροτικού συστήματος, το οποίο επιτρέπει μόνο την εκμίσθωση και μεταβίβαση τού δικαιώματος χρήσης προς άλλους καλλιεργητές. Με άλλα λόγια, η εφαρμογή της συνεπάγεται την εισαγωγή ενός συστήματος δυτικού τύπου, που, ως γνωστόν, συνδυάζει την καπιταλιστική γεωργία μεγάλης κλίμακας με την μικρή οικογενειακή γεωργία, η οποία κυριαρχείται από τα ολιγοπώλια που ελέγχουν τόσο την προμήθεια των γεωργικών εισροών όσο και την εμπορία των παραγόμενων προϊόντων.

Πρέπει εδώ να υπενθυμιστεί ότι το αγροτικό σύστημα τής χώρας έχει αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματικό, ικανοποιώντας τις διατροφικές ανάγκες ενός συνεχώς αυξανόμενου αστικού πληθυσμού και εξασφαλίζοντας έτσι την επισιτιστική κυριαρχίας τής χώρας. Επιπλέον, η οικογενειακή γεωργία αυτού τού τύπου μπορεί να κάνει και εξαγωγές. Είναι ένα πράγμα να διαμορφώνεται ένα πλαίσιο για τις συμβάσεις αγροτικών εκμισθώσεων και τη λειτουργία τής αντίστοιχης αγοράς, και άλλο να επιτρέπεται η πώληση και η υποθήκευση τής αγροτικής γης, καθώς κάτι τέτοιο προϋποθέτει την ιδιωτικοποίησή της. Όσον αφορά τις οικοδοµήσιµες εκτάσεις, μπορεί να δοθεί η δυνατότητα στους αγρότες να τις εκμισθώνουν για στεγαστικές, εμπορικές και βιομηχανικές χρήσεις, ενώ, σε περίπτωση που καταστεί αναγκαία η απαλλοτρίωση των δικαιωμάτων τους, η αποζημίωση θα πρέπει να καθορίζεται με βάση τις τιμές των αγορών αυτών, πράγμα που θα συνέβαλε στην εξάλειψη των αρνητικών συνεπειών που προκύπτουν από το χαμηλό επίπεδο των αποζημιώσεων που καταβάλλονται σήμερα.

Η «απογείωση» τής κινεζικής οικονομίας αποδίδεται συνήθως στο άνοιγμα προς την παγκοσμιοποίηση. Ένα επιπρόσθετο στοιχείο που αξίζει ωστόσο να σημειωθεί και το οποίο σπανίως αναδεικνύεται από τη σχετική βιβλιογραφία είναι το γεγονός ότι το εγχείρημα τού ανοίγματος τής οικονομίας βασίστηκε ακριβώς στα επιτεύγματα τής προηγούμενης περιόδου, στα επιτεύγματα δηλαδή τής σοσιαλιστικής επανάστασης. Έτσι εξηγείται σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι η Κίνα κατέχει σήμερα μια ιδιαίτερη θέση μεταξύ των λεγόμενων «αναδυομένων» χωρών τού Νότου, όπως και το γεγονός ότι, πέραν των επιτυχιών που σημείωσε στον τομέα τής κοινωνικής πολιτικής, των υποδομών και τής εκβιομηχάνισης, η χώρα μπόρεσε να αντιμετωπίσει με αποτελεσματικό τρόπο και το αγροτικό ζήτημα. Εν προκειμένω, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η Κίνα είναι μια από τις ελάχιστες χώρες που έχουν προχωρήσει στη νομοθετική κατοχύρωση τού δικαιώματος πρόσβασης στη γη για τη συντριπτική πλειοψηφία τού αγροτικού πληθυσμού τους (πράγμα που δεν συνέβη σε καμία από τις γειτονικές της χώρες, με την εξαίρεση εκείνων στις οποίες έγινε σοσιαλιστική επανάσταση, όπως στο Βιετνάμ). Βεβαίως, τα τελευταία χρόνια, σημειώθηκαν απόπειρες αμφισβήτησης τού εν λόγω δικαιώματος, όπως επίσης και πολλές παραβιάσεις τής σχετικής νομοθεσίας (που οδήγησαν, για παράδειγμα, στην εκχώρηση δημοσίων εκτάσεων και την απαλλοτρίωση οικογενειακών αγροτεμαχίων). Ωστόσο, οι ενέργειες αυτές προσέκρουσαν στην αντίσταση των αγροτών, που μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις αυτο-οργανώθηκαν σε απόσταση από το ΚΚΚ. Τέλος, το ζήτημα τής πρόσβασης στη γη εξακολουθεί να κατέχει κεντρική θέση στις συζητήσεις που διεξάγονται στο εσωτερικό τής πολιτικής ηγεσίας τής χώρας.

Η κυριότερη πρόκληση που αντιμετωπίζει η Κίνα συνίσταται στο ότι η γεωργική της παραγωγή καλύπτει τις διατροφικές ανάγκες τού 22% τού παγκόσμιου πληθυσμού, μολονότι η χώρα κατέχει μόλις το 6% των αρόσιμων εκτάσεων σε παγκόσμια κλίμακα. Επιπλέον, στην Κίνα, το ποσοστό καλλιεργούμενης γης ανά κάτοικο, που υπολογίζεται σε μόλις 0,25 εκτάρια/κάτοικο, είναι σχεδόν το υποδιπλάσιο σε σύγκριση με αυτό τής Ινδίας και υποδεκαπλάσιο από αυτό τής Γαλλίας. Η θεσμική αναγνώριση τού δικαιώματος των αγροτών να έχουν πρόσβαση στη γη αποτέλεσε το πολυτιμότερο κληροδότημα τής μαοϊκής περιόδου και έναν από τους βασικούς παράγοντες για την αντιμετώπιση τής πρόκλησης αυτής. Και μπορεί μεν οι σύγχρονοι τρόποι οργάνωσης τής παραγωγής να διαφέρουν κατά πολύ από εκείνους τής μαοϊκής περιόδου ως συνέπεια τής εισαγωγής των μηχανισμών τής αγοράς, αλλά το γεγονός παραμένει ότι η ιδιοκτησία τής γης παραμένει συλλογική, έστω και αν εμφανίζεται με ποικίλες και διαβαθμισμένες μορφές. Αυτή είναι και η βασική ειδοποιός διαφορά μεταξύ τού οικονομικού συστήματος τής Κίνας και των οικονομιών των άλλων «αναδυόμενων» χωρών, ορισμένες εκ των οποίων εξακολουθούν να στηρίζονται εν μέρει σε αγροτικές κοινωνικές δομές — ας σημειώσουμε εν παρενθέσει ότι το 2010 το 37% τού ενεργού πληθυσμού τής χώρας ήταν αγρότες. Σε αντιδιαστολή λοιπόν με τις ευρέως διαδεδομένες αντιλήψεις, η προσέγγιση που υιοθετούμε δικαιολογείται και ιστορικά, καθώς ο αγροτικός τομέας συνεισέφερε τα μέγιστα στην οικονομική ανάπτυξη τής χώρας μέσω των μεταβιβάσεων τεράστιων αγροτικών πλεονασμάτων για την προώθηση τής εκβιομηχάνισης. Περαιτέρω όμως βρίσκει έρεισμα και στο γεγονός ότι, κάθε φορά που σημειώνεται κάμψη στην οικονομική ανάπτυξη, οι κινεζικές αρχές δείχνουν να επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στην παραγωγική δραστηριότητα των αγροτικών περιοχών.

Ανάπτυξη … ή έλεγχος τής αγοράς κινητών αξιών;

Οι συγγραφείς τού βιβλίου εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους για το γεγονός ότι το κινεζικό χρηματοπιστωτικό σύστημα βασίζεται κατά κύριο λόγο στην τραπεζική πίστη και εμφανίζονται ως ένθερμοι υποστηρικτές των αγορών κινητών αξιών [ομολόγων], στις οποίες αποδίδουν μια σειρά από αρετές που — κατά τη γνώμη τους — απουσιάζουν από τις πιστωτικές αγορές. Πιο συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι η «κοινότητα των επενδυτών» εκτιμά καλύτερα τους κινδύνους από ό,τι κάθε τράπεζα χωριστά, ενώ επίσης έχει την ικανότητα να διαμορφώνει μακροπρόθεσμες στρατηγικές, σε αντίθεση με τα πιστωτικά ιδρύματα που δείχνουν προτίμηση στους βραχυπρόθεσμους τίτλους. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που υπάρξουν προβλήματα σε κάποιες τράπεζες, η εν λόγω «κοινότητα» έχει την ικανότητα να αναστρέψει τις τάσεις συρρίκνωσης των πιστώσεων. Υποστηρίζουν ακόμη ότι η λειτουργία των αγορών αυτών θα προετοιμάσει το έδαφος, προκειμένου η κεντρική τράπεζα τής χώρας να μεταβεί από το καθεστώς τής άμεσης πιστωτικής εποπτείας σε αυτό τού καθορισμού των βασικών επιτοκίων, και ότι μακροπρόθεσμα θα οδηγήσει στην πλήρη απελευθέρωση των κινήσεων κεφαλαίων, στη σύνδεση τής εσωτερικής αγοράς με τις παγκόσμιες κεφαλαιακές αγορές και στην ευελικτοποίηση τής αγοράς συναλλάγματος, με απώτερο σκοπό την πλήρη μετατρεψιμότητα και διεθνοποίηση τού νομίσματος τής χώρας. Αυτό όμως που διαπιστώνουμε είναι ότι οι προτάσεις αυτές, οι οποίες φαινομενικά αποβλέπουν στη βελτίωση τού συστήματος χρηματοδότησης των δημοσίων φορέων και των επιχειρήσεων, ισοδυναμούν με ριζική αναδιοργάνωση τού χρηματοπιστωτικού συστήματος τής χώρας, προκειμένου να ευθυγραμμιστεί με τα δυτικά χρηματοπιστωτικά συστήματα τα οποία είναι πλήρως εναρμονισμένα με τις απαιτήσεις τής παγκοσμιοποίησης. Είναι επίσης προφανές ότι στην ίδια ακριβώς λογική εντάσσονται και μια σειρά επιπρόσθετων προτάσεων, όπως είναι, για παράδειγμα, η ενίσχυση τού ρόλου των κινέζων θεσμικών επενδυτών και το μεγαλύτερο άνοιγμα τής αγοράς ομολόγων στους ισχυρούς ξένους επενδυτές. Να υπενθυμίσουμε ότι σήμερα προβλέπεται περιορισμένη μόνο πρόσβαση στην εγχώρια αγορά ομολόγων στο πλαίσιο τού συστήματος παροχής ποσοστώσεων σε «ειδικούς» επενδυτές.[3]

Είναι άξιο απορίας το γεγονός ότι οι συγγραφείς τού βιβλίου δηλώνουν πίστη στις αρετές τού παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος! Ποιος αγνοεί σήμερα τις εγκληματικές πρακτικές τού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου; Στην πραγματικότητα, η επιχειρηματολογία των συγγραφέων είναι διάτρητη. Δεν είναι καθόλου αλήθεια ότι οι «φορείς» τής αγοράς ομολόγων συμπεριφέρονται περισσότερο υπεύθυνα σε σύγκριση με τα πιστωτικά ιδρύματα. Τις περισσότερες φορές οι εν λόγω «φορείς» ρυθμίζουν τη συμπεριφορά τους με γνώμονα τις εκτιμήσεις των οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, οι οποίες όμως είναι τόσο παράλογες και μεροληπτικές, ώστε πολλοί θεσμικοί επενδυτές προτιμούν να βασίζονται στη δική τους κρίση — όπως άλλωστε κάνουν και οι τράπεζες, όταν πρόκειται για τη χορήγηση δανείων. Είναι, άραγε, αλήθεια ότι η «κοινότητα» των εν λόγω φορέων βρίσκεται «πιο κοντά» στους εκδότες χρεωστικών τίτλων από ό,τι τα πιστωτικά ιδρύματα; Σίγουρα όχι, εφόσον οι τράπεζες διοικούνται σωστά. Έχουν, αλήθεια, οι «φορείς» αυτοί μια περισσότερο μακροπρόθεσμη προοπτική — στην περίπτωση, λόγου χάρη, των επενδύσεων των συνταξιοδοτικών ταμείων; Σαφώς και όχι. Συγχρόνως όμως βλέπουμε ότι οι τράπεζες είναι σε θέση να χορηγούν μακροπρόθεσμα δάνεια με απόλυτα ικανοποιητικούς όρους. Πρέπει επιπλέον να επισημάνουμε ότι οι εκτροπές και οι αστοχίες που παρατηρούνται στο τραπεζικό σύστημα [των δυτικών χωρών] οφείλονται στις αλλοιώσεις που αυτό υπέστη μέσω τής εφαρμογής τού μοντέλου τής «τράπεζας γενικών συναλλαγών» (τής τράπεζας, δηλαδή, που συνδυάζει τις παραδοσιακές πιστωτικές εργασίες με τις επενδυτικές δραστηριότητες). Τέλος, δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι, όσον αφορά τη χρηματοδότηση τής οικονομίας, ο καθορισμός των βασικών επιτοκίων θα πρέπει να θεωρείται ως το μόνο αποτελεσματικό εργαλείο, αποκλείοντας μάλιστα τη χρήση άλλων άμεσων εργαλείων (όπως είναι, για παράδειγμα, οι συντελεστές των υποχρεωτικών ελάχιστων αποθεματικών).

Ένα από τα πειστικότερα επιχειρήματα υπέρ τής αγοράς ομολόγων είναι ότι προσφέρει πρόσβαση σε μεγαλύτερο αριθμό επενδυτών από ό,τι οι τράπεζες, οι οποίες δεν έχουν άλλη δυνατότητα παρά μόνο να απευθυνθούν στους πελάτες τους, είτε άμεσα (δηλαδή, με την απευθείας πώληση κρατικών ομολόγων σε ιδιώτες), είτε με τη διαμεσολάβηση των μεγάλων θεσμικών επενδυτών. Το συγκεκριμένο πλεονέκτημα αφορά κυρίως τα κράτη, τους ΟΤΑ, καθώς και τις μεγάλες επιχειρήσεις. Επομένως, είναι λογικό η κινεζική κυβέρνηση να επιδιώκει την ευρύτερη ανάπτυξη τής αγοράς ομολόγων, που σήμερα περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη διακίνηση κρατικών τίτλων. Ωστόσο, ανακύπτει το σοβαρό ζήτημα τής ρύθμισης τής «δευτερογενούς αγοράς» (τουτέστιν τής μεταπώλησης τίτλων), κυρίως εφόσον γνωρίζουμε ότι η λειτουργία της στις δυτικές χώρες οδήγησε σε σωρεία προβλημάτων, όπως ο τεράστιος όγκος των συναλλαγών, κυρίως επί των παραγώγων προϊόντων επιτοκίων, και, ως εκ τούτου, είχε σοβαρές οικονομικές συνέπειες οφειλόμενες κυρίως σε σφάλματα εκτίμησης και αξιολόγησης. Οι συγγραφείς φαίνεται να συμφωνούν με τα δοκιμαστικά μέτρα που η κινεζική κυβέρνηση προτίθεται να εφαρμόσει (όπως, για παράδειγμα, τις άδειες ποσοστώσεων για την έκδοση τίτλων και την αξιολόγηση των χρεογράφων από την Εθνική Επιτροπή Μεταρρύθμισης και Ανάπτυξης). Σύμφωνοι! Αλλά αρκούν αυτά; Το ενδιαφέρον που μπορεί να παρουσιάζει το άνοιγμα στους ξένους επενδυτές έγκειται μάλλον στην ενίσχυση τής χρήσης άλλων νομισμάτων στη θέση τού δολαρίου και είναι, εξάλλου, γνωστό ότι η κινεζική κυβέρνηση έχει συνάψει με πολλές ασιατικές χώρες μια σειρά από συμβάσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο, πιστεύουμε ότι με την πλήρη απελευθέρωσή της η αγορά συναλλάγματος θα αφηνόταν έρμαιο στις κερδοσκοπικές ορέξεις των διεθνών επενδυτών, η συμπεριφορά των οποίων δεν έχει τίποτα το ορθολογικό.

Πλήρες και άνευ όρων άνοιγμα τής αγοράς μετοχών;

Όσον αφορά, τώρα, τη μετοχική αγορά, οι συγγραφείς δεν προτείνουν ευθέως την ανάπτυξή της, δίνοντας την εντύπωση ότι έχουν πλήρη επίγνωση των μειονεκτημάτων τής συγκεκριμένης «αγοράς δεσμεύσεων». Ωστόσο, η πρότασή τους να διευρυνθεί το πεδίο δράσης τού ιδιωτικού τομέα έχει ως λογικό επακόλουθο την ανάπτυξη και διεύρυνση τής εν λόγω αγοράς. Εμείς, αντιθέτως, πιστεύουμε ότι η αγορά μετοχών μπορεί και πρέπει να παραμείνει περιορισμένη. Δεν αμφισβητούμε τη χρησιμότητά της όσον αφορά τον ιδιωτικό τομέα, αλλά κατά τη γνώμη μας οι δημόσιες επιχειρήσεις πρέπει να την χρησιμοποιούν ολοένα και λιγότερο, αφενός, καθόσον βελτιώνονται οι δυνατότητες αυτοχρηματοδότησής τους και, αφετέρου, καθόσον το κράτος θα διαθέτει ένα ισχυρότερο ταμείο που θα χρηματοδοτείται από τις επιχειρήσεις αυτές και το οποίο θα επιτρέπει την πραγματοποίηση αυξήσεων κεφαλαίου. Υποστηρίζουμε επίσης ότι η διαδικασία μεταπώλησης μετοχών θα πρέπει να βασίζεται σε ένα πολύ αυστηρό πλαίσιο και ότι θα πρέπει να παρεμποδίζεται η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη τής εν λόγω αγοράς με την εφαρμογή των απαραίτητων νομικών και δημοσιονομικών μέτρων. Και για άλλη μια φορά τίθεται το δύσκολο ζήτημα κατά πόσον θα επιτρέπεται η πρόσβαση στη μετοχική αγορά σε διεθνείς επενδυτές. Πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι, όσον αφορά τις μετοχές που είναι εκφρασμένες σε γιουάν, ο βαθμός ανοίγματος τής συγκεκριμένης αγοράς είναι μόλις 1.5%. Επιπλέον, οι μετοχές αυτές διατίθενται αποκλειστικά στους λεγόμενους «ειδικούς» επενδυτές στη βάση ενός συστήματος ποσοστώσεων. Επί τού παρόντος συζητείται η διεύρυνση τού ανοίγματος τής αγοράς, προκειμένου να δοθεί ώθηση στα κινεζικά χρηματιστήρια, αλλά η κινεζική κυβέρνηση εξακολουθεί, δικαιολογημένα, να ανησυχεί για το ενδεχόμενο κερδοσκοπικών κινήσεων. Επιπλέον, οι κρατικές αρχές συνεχίζουν να απαγορεύουν στις αλλοδαπές επιχειρήσεις την έκδοση μετοχών σε γιουάν. Κατά τη γνώμη μας, η άρση των περιορισμών αυτών, με απώτερο στόχο την επίτευξη των πλεονεκτημάτων που, υποτίθεται, συνδέονται με την πλήρη μετατρεψιμότητα τού γιουάν, θα συνεπαγόταν, εκ των πραγμάτων, την υποταγή στους σχεδιασμούς των «μεγάλων διεθνών επενδυτών»· με άλλα λόγια, παράδοση στις ορέξεις των ισχυρότερων ξένων, και δη αμερικανικών, χρηματοπιστωτικών μονοπωλίων.

Αξίζει επίσης να υπενθυμίσουμε ότι οι μεταρρυθμίσεις τού χρηματοπιστωτικού συστήματος, που προχώρησαν με ταχύτερους ρυθμούς μετά από το 2005 και οι οποίες συνίσταντο στη μετοχοποίηση των μεγάλων κρατικών τραπεζών και στη δημιουργία χρηματιστηρίων, ακολούθησαν χρονικά το πρόγραμμα μεταρρύθμισης των δημοσίων επιχειρήσεων, οι οποίες απέκτησαν μεγαλύτερη ευχέρεια χειρισμών όσον αφορά τις κατευθύνσεις τού κεντρικού σχεδιασμού, μετατράπηκαν σε ανώνυμες εταιρείες και ωθήθηκαν να υιοθετήσουν αγοραία κριτήρια διαχείρισης, να εξαγάγουν διδάγματα από τις χρηματοδοτικές μεθόδους τής αγοράς και, τέλος, να αναπτύξουν εταιρικές σχέσεις με εξωτερικούς επενδυτές. Πρέπει επίσης να προστεθεί ότι, σε πολλές περιπτώσεις, πριν από την εισαγωγή στο χρηματιστήριο των μεγάλων κινεζικών τραπεζών, επετράπη σε αλλοδαπούς στρατηγικούς οργανισμούς να αποκτήσουν μερίδια συμμετοχής στο κεφάλαιο των ιδρυμάτων αυτών, με ρητό σκοπό τη μεταφορά εμπειρίας σε θέματα εταιρικής διακυβέρνησης [corporate governance]. Ωστόσο, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι, παρά τις τάσεις αυτές, το σύστημα χρηματοδότησης τής κινεζικής οικονομίας εξακολουθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό να στηρίζεται στην τραπεζική διαμεσολάβηση και η ιδιαιτερότητα του έγκειται ακριβώς στον «έμμεσο» χαρακτήρα του. Οι ταχείες μεταβολές που σημειώνονται οφείλονται στην προσπάθεια των κινεζικών αρχών να επιτύχουν μία σχετική ισορροπία ανάμεσα στο σημερινό σύστημα που βασίζεται στην τραπεζική πίστη και στο μοντέλο χρηματοδότησης που στηρίζεται στην ανάπτυξη των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Δεν ασπαζόμαστε την άποψη των συγγραφέων ότι η λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών παρουσιάζει κάποια ιδιαίτερη «αποτελεσματικότητα». Η άποψη αυτή, που υποστηρίζει ότι οι συγκεκριμένες αγορές διαδραματίζουν «θετικό» (ή και «άριστο») ρόλο από πλευράς πληροφόρησης, αξιολόγησης και κατανομής πόρων, έχει τις ρίζες της στη λεγόμενη «νεοκλασική» σχολή, που αποτελεί πλέον το κυρίαρχο παράδειγμα στην οικονομική θεωρία. Με την επίκληση τέτοιου είδους επιχειρημάτων δικαιολογήθηκε η απορρύθμιση των χρηματοδοτικών συστημάτων, η οποία, ως γνωστόν, οδήγησε στον σύγχρονο «χρηματιστικοποιημένο» καπιταλισμό που κυριαρχείται από τα χρηματοπιστωτικά ολιγοπώλια. Πέρα από το ότι είναι θεωρητικά έωλη, η άποψη αυτή αναιρείται από την εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών, η οποία δείχνει ότι οι εν λόγω αγορές δεν είναι σε θέση να διαμορφώσουν «συνεπείς» — πόσω μάλλον, «ορθές» — τιμές όσον αφορά κάθε είδους χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου, και κυρίως όσον αφορά τις εταιρικές μετοχές. Χρειάζεται άραγε να υπενθυμίσουμε τις καταστροφικές δυσλειτουργίες τους και και τις συνέπειες που είχε το σπάσιμο των «φουσκών» για το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα; Ποια είναι άραγε η αποτελεσµατικότητά τους, όταν βλέπουμε να υποβαθμίζονται οι μετοχές επιχειρήσεων που πραγματοποιούν κέρδη δισεκατομμυρίων; Για ποια ορθολογικότητα μπορεί να μιλάει κανείς, όταν οι ίδιες επιχειρήσεις προβαίνουν σε μαζικές απολύσεις, ενώ την ίδια στιγμή συνεχίζουν να διανέμουν τεράστια μερίσματα στους μετόχους τους; Σαφώς και δεν μπορούμε να συμμεριστούμε την εμπιστοσύνη που έχουν οι συγγραφείς στις αρετές των χρηματοπιστωτικών αγορών, από τη στιγμή που γνωρίζουμε ότι οι αγορές αυτές επιδεικνύουν μιμητικές τάσεις υπερθέρμανσης, πυροδοτούν αυτοεκπληρούμενες προσδοκίες, στερούνται αυτοδιορθωτικών μηχανισμών και επιδίδονται σε κερδοσκοπικές ενέργειες μέσω τής αλόγιστης και καταχρηστικής χρησιμοποίησης των παραγώγων και των μέσων αντιστάθμισης κινδύνων, πρακτικές που έχουν οδηγήσει σε ανυπολόγιστες καταστροφές. Επιστρέφοντας στο ζήτημα τής χρηματοδότησης των κινεζικών επιχειρήσεων, έχουμε επίγνωση τού ότι οι τραπεζικές πιστώσεις και η αυτοχρηματοδότηση ενδέχεται μην είναι επαρκή εργαλεία, αλλά θεωρούμε ότι η προσφυγή σε ξένες επενδύσεις και στη μετοχική αγορά πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο περιορισμένη και κυρίως δεν πρέπει να οδηγήσει στην ευθυγράμμιση με τις πρακτικές μεγιστοποίησης τής «μετοχικής αξίας» (δηλαδή τής επιπρόσθετης απόδοσης η οποία απαιτείται για την πραγματοποίηση επενδύσεων σε χρεόγραφα που ενέχουν κίνδυνο [αμοιβή επένδυσης]). Οι εγχώριες αποταμιεύσεις υπερεπαρκούν για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων και μπορούν να αξιοποιηθούν μέσω των τοπικών θεσμικών επενδυτών, με τον καθορισμό [, όσον αφορα τους τελευταίους,] ανωτάτων επιπέδων οικονομικής απόδοσης που δεν θα ταυτίζονται απαραιτήτως με τα επίπεδα απόδοσης που απαιτούνται από το λεγόμενο «κράτος-μέτοχο».

Για τη διεθνοποίηση τού νομίσματος και τη νομισματική κυριαρχία

Όσον αφορά τη στάση μας απέναντι στο επιχείρημα των συγγραφέων ότι η βελτίωση των δυνατοτήτων προσέλκυσης διεθνών επενδυτών μέσω τού ανοίγματος τού λογαριασμού κεφαλαίου και τής κατάργησης τού επιλεκτικού καθεστώτος συναλλαγματικών ελέγχων θα αποτελούσε ένα βήμα προς την πλήρη μετατρεψιμότητα και διεθνοποίηση τού εθνικού νομίσματος, θα θέλαμε να κάνουμε τις εξής επισημάνσεις. Η διεθνοποίηση τού γιουάν, με απώτερο σκοπό την αναβάθμισή του σε παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, απαιτεί την υλοποίηση μιας σειράς αυστηρών προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων και οι εξής: το άνοιγμα τού λογαριασμού κεφαλαίου και την ευελιξία τής συναλλαγματικής ισοτιμίας· την ενσωμάτωση στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα των κινεζικών χρηματοπιστωτικών αγορών· τον αναπροσανατολισμό των μακροοικονομικών πολιτικών τής χώρας, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η «εμπιστοσύνη» των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών αναφορικά με την καταπολέμηση τού πληθωρισμού και τον περιορισμό τού δημόσιου χρέους· και, τέλος, την επίτευξη κρίσιμης οικονομικής μάζας, αναγκαίας για την υλοποίηση τού φιλόδοξου στόχου τής διεθνοποίησης τού νομίσματος. Η επίτευξη των δύο πρώτων κριτηρίων αποτελεί όρο εκ των ουκ άνευ. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για τα υπόλοιπα κριτήρια, τα οποία, άλλωστε, δεν τηρούνται πάντοτε από τις καπιταλιστικές χώρες, το νόμισμα των οποίων χρησιμοποιείται ως διεθνές αποθεματικό συνάλλαγμα.

Αναμφίβολα η υιοθέτηση και εφαρμογή των όρων αυτών αποφέρει για τις εν λόγω χώρες σημαντικά πλεονεκτήματα (όπως, λ.χ., το εκδοτικό προνόμιο), πράγμα ιδιαίτερα ορατό στην περίπτωση των ΗΠΑ. Αλλά ένας τέτοιος προσανατολισμός θα σήμαινε διαρκή συμβιβασμό με τις απαιτήσεις τού παγκόσμια κυρίαρχου χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και, επομένως, αντίστοιχες απώλειες στη δυνατότητα άσκησης τής νομισματικής κυριαρχίας τής χώρας. Μπορεί, αλήθεια, η Κίνα να επωφεληθεί από τη διεθνοποίηση τού νομίσματός της, χωρίς να κληθεί να καταβάλει το σχετικό τίμημα, με άλλα λόγια, χωρίς να παραχωρήσει μέρος τής νομισματικής της κυριαρχίας και χωρίς να απεμπολήσει το δικαίωμα αυτόνομης χάραξης τής αναπτυξιακής της πολιτικής; Διότι είναι προφανές ότι, στην εποχή τού νεοφιλελευθερισμού, το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο έχει ανάγκη από ένα ισχυρό Κράτος που θα δρα σε βάρος των λαϊκών συμφερόντων. Περί τούτου δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη από την εκ νέου ενεργοποίηση τού ρόλου τού νεοφιλελεύθερου Κράτους όσον αφορά την εφαρμογή των μέτρων αντιμετώπισης τής κρίσης, που δεν αποσκοπούν στη σωτηρία των λαών, αλλά στη διάσωση τού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.

Σήμερα, στην Κίνα, οι πιέσεις υπέρ τής απελευθέρωσης τής χρηματοπιστωτικής αγοράς, οι οποίες ασκούνται από πολλούς οικονομολόγους και πολιτικούς που εδρεύουν κυρίως στη Σαγκάη, μπορεί μεν να αντισταθμίζονται από την καθησυχαστική ρητορική των κυβερνητικών στελεχών, που διαβεβαιώνουν ότι η εν εξελίξει μεταρρυθμιστική διαδικασία βρίσκεται υπό έλεγχο και ότι ο «εκσυγχρονισμός» τού συστήματος χρηματοδότησης τής εθνικής οικονομίας αποτελεί βήμα προς την κατεύθυνση τής διεθνοποίησης τού νομίσματος, αλλά πρέπει να προσθέσουμε ότι, όσον αφορά τις μελλοντικές προοπτικές τού κινεζικού σοσιαλισμού τής αγοράς, θεωρούμε κάπως ανησυχητικό το γεγονός ότι ορισμένες δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών δείχνουν να συγκλίνουν με τις συστάσεις που διατυπώθηκαν από το ΔΝΤ και από ορισμένους νεοφιλελεύθερους ηγέτες καπιταλιστικών χωρών τού Βορά (όπως, για παράδειγμα, από τον πρώην Πρόεδρο τής Γαλλικής Δημοκρατίας, Νικολά Σαρκοζί, ο οποίος, στη σύνοδο κορυφής τής G20 που πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο τού 2011, απηύθυνε έκκληση για την υιοθέτηση νεοφιλελεύθερων μέτρων από την Κίνα και για τη συμπερίληψη τού γιουάν στο καλάθι νομισμάτων των ειδικών τραβηκτικών δικαιωμάτων (ΕΔΤ/DTS) τού ΔΝΤ).[4]

Σε γενικές γραμμές, λοιπόν, η νομισματική πολιτική τής Κίνας είναι σύμφωνη με τις επιταγές που επιβάλλονται από την ανάγκη διατήρησης τής νομισματικής της κυριαρχίας. Παρ’ όλ’ αυτά, όπως, φαίνεται, γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη προσφυγή στα εργαλεία που χρησιμοποιούνται από τις κεντρικές τράπεζες τού καπιταλιστικού Βορά με τον καθορισμό, μάλιστα, στόχων παρόμοιων με τα κριτήρια που χρησιμοποιούν οι τελευταίες — με κύριο παράδειγμα, την καταπολέμηση τού πληθωρισμού. Οι πληθωριστικές πιέσεις αντιπροσωπεύουν οπωσδήποτε έναν πραγματικό κίνδυνο για την ταχέως αναπτυσσόμενη οικονομία τής Κίνας, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η δυναμική τού πληθωρισμού είναι απόρροια τού συσχετισμού δυνάμεων που ενυπάρχουν στην κοινωνία· είναι, δηλαδή, απόρροια τής ταξικής πάλης. Θέλουμε επίσης να υπογραμμίσουμε ότι, όσον αφορά τη χάραξη τής νομισματικής πολιτικής, η κινεζική κυβέρνηση οφείλει να ενεργεί με γνώμονα αναπτυξιακούς στόχους που θα συμβάλλουν στη μέγιστη δυνατή ενίσχυση των κοινωνικών πολιτικών. Με άλλα λόγια, δίνοντας προτεραιότητα στις λαϊκές ανάγκες, η κυβέρνηση πρέπει να δείξει πολιτική βούληση και να αγνοήσει την ιεράρχηση των εργαλείων οικονομικής πολιτικής που επιβάλλει ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός, πράγμα που σημαίνει ότι, πέραν τής φορολογικής και δημοσιονομικής πολιτικής, πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στις παραμέτρους τής νομισματικής πολιτικής που συνδέονται κυρίως με την ανάπτυξη τής κοινωνικής προστασίας και την ενίσχυση των οικονομικών υποδομών τής χώρας. Πιστεύουμε ότι, για κάθε χώρα που επιθυμεί να διατηρήσει τη νομισματική της κυριαρχία, αυτή η αντιστροφή των προτεραιοτήτων πρέπει να αποτελέσει απαραίτητο στοιχείο τής αναπτυξιακής της στρατηγικής.

Εξομάλυνση τού νομικού καθεστώτος που διέπει τη λειτουργία των δημοσίων επιχειρήσεων … ;

Οι συγγραφείς τού βιβλίου θεωρούν ότι συνιστά ανωμαλία το γεγονός ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις τυγχάνουν προνομιακής μεταχείρισης σε σύγκριση με τις επιχειρήσεις τού ιδιωτικού τομέα. Άλλωστε, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, οι δημόσιες επιχειρήσεις επί μακρόν δεν κατέβαλαν μέρισμα στο κράτος, ενώ ακόμη και σήμερα εξακολουθούν να διανέμουν πολύ χαμηλά μερίσματα. Λαμβάνοντας υπόψη και το πλεονέκτημα τής πρόσβασης σε εξαιρετικά φθηνό δανεισμό, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι οι επιχειρήσεις αυτές επιδίδονται σε αθέμιτο ανταγωνισμό με τον ιδιωτικό τομέα. Επιπλέον, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ενθαρρύνονται να υλοποιούν επενδυτικά σχέδια με εξαιρετικά υψηλή ένταση κεφαλαίου, πράγμα που, σύμφωνα πάντα με τους ίδιους, έχει δυσμενείς επιπτώσεις για τα νοικοκυριά και την κατανάλωση. Προτείνουν, λοιπόν, να εξομαλυνθεί το καθεστώς λειτουργίας τους, καθώς επίσης και να τους επιβληθεί η υποχρέωση να καταβάλλουν υψηλό μέρισμα στο κράτος, πράγμα που θα επέφερε αύξηση των δημοσιονομικών εσόδων, τα οποία μάλιστα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη βελτίωση τής κοινωνικής προστασίας.

Επιχειρηματολογώντας με αυτόν τον τρόπο, οι συγγραφείς παραβλέπουν παντελώς την ιδιαιτερότητα των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων, που συνίσταται στο ότι η λειτουργία τους δεν αποσκοπεί στον πλουτισμό τού κράτους-ιδιοκτήτη. Στην πραγματικότητα, το ότι σήμερα καταβάλλουν φόρους και τέλη για τη χρήση δημοσίου κεφαλαίου είναι κάτι το απολύτως φυσιολογικό. Ωστόσο, σε περίπτωση που υπαχθούν σε καθεστώς χρηματοδοτικής απόδοσης,[5] θα επιτελούν λίγο-πολύ τον ίδιο σκοπό με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Κάτι τέτοιο εξάλλου υπαινίσσονται οι συγγραφείς τού βιβλίου, όταν επιχειρηματολογούν για την ανάγκη επανακαθορισμού τής λειτουργίας τους, υπογραμμίζοντας μάλιστα «τη δυσκολία που παρουσιάζει το εγχείρημα τής καθιέρωσης καθεστώτος πλήρους ανταγωνισμού και τής εξάλειψης των εξωτερικοτήτων που συνδέονται με τη λειτουργία των μονοπωλίων[6]» (σελ. 364).

Αντιθέτως, εμείς υποστηρίζουμε ότι ο λόγος ύπαρξης των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων είναι τριπλός. Κατ’ αρχάς, μπορούν να καταβάλλουν στους εργαζόμενούς τους υψηλότερους μισθούς· κατά δεύτερο, η κυβέρνηση έχει πλήρη ευχέρεια να καθορίζει τον τρόπο διοίκησής τους (όσον αφορά, για παράδειγμα, τη μισθολογική ιεραρχία)· και κατά τρίτο, η κυβέρνηση έχει επίσης τη δυνατότητα να τις χρησιμοποιεί για την άμεση εξυπηρέτηση των σκοπών της, χωρίς ωστόσο να τους αφαιρεί κάθε περιθώριο αυτονομίας επιβάλλοντάς τους την κατά γράμμα εφαρμογή των σχεδίων της. Επομένως, είναι φυσιολογικό το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις αυτές καταβάλλουν, μέσω τού SASAC,[7] [χαμηλά] μερίσματα στο κράτος, τα οποία μάλιστα κατευθύνονται σε ειδικό ταμείο για τη στήριξη τής ανάπτυξης των δημοσίων επιχειρήσεων. Αυτό άραγε δεν αποτελεί επιχείρημα για το ότι το καθεστώς λειτουργίας τους εντάσσεται σε ένα πλαίσιο με σοσιαλιστικό προσανατολισμό σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζονται οι συγγραφείς τού βιβλίου; Αν αντιθέτως επρόκειτο για ένα «σοσιαλδημοκρατικό» καθεστώς (ή για ένα καθεστώς που θα διακρινόταν από τάσεις προς αυτή την κατεύθυνση), ο ρόλος τού δημοσίου τομέα θα περιοριζόταν στην παροχή συνδρομής στον ιδιωτικό τομέα — ή εν ανάγκη και στην «εξυγίανση» των προβληματικών επιχειρήσεων μέσω τής απορρόφησης των ζημιών τους, προκειμένου να διευκολυνθεί η επιστροφή τους στον ιδιωτικό τομέα (όπως φαίνεται και από τον «διάλογο» που διεξάγεται σήμερα στη Δύση για τις «προσωρινές εθνικοποιήσεις»).

Επομένως, ο δυναμισμός των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων εξηγείται, μεταξύ άλλων, από το γεγονός ότι ο εν λόγω τομέας διοικείται και λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο από ό,τι οι δυτικές ιδιωτικές επιχειρήσεις που είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο και οι οποίες προσανατολίζονται προς τη διανομή μερισμάτων, τη μεγιστοποίηση τής «μετοχικής αξίας», τη χρηματιστηριακή αποτίμηση των μετοχών τους και την εξασφάλιση πολύ υψηλών επενδυτικών αποδόσεων, αποκομίζοντας κέρδη από την εκμετάλλευση τής αλυσίδας των υπεργοληπτών τους — είτε αυτοί δραστηριοποιούνται στην έδρα λειτουργίας των αναθετουσών εταιρειών, είτε σε τρίτες χώρες. Αν οι κινεζικές δημόσιες επιχειρήσεις συμπεριφέρονταν με την ίδια απληστία, η δράση τους θα διέβρωνε τον τοπικό παραγωγικό ιστό — κάτι που προφανώς δεν συμβαίνει. Στην περίπτωση αυτή, θα είχαμε να κάνουμε με μια ακραία μορφή «κρατικού καπιταλισμού», πράγμα που θα επιβεβαίωνε τους ισχυρισμούς που προβάλλονται συχνά στη Δύση. Μια τέτοια μορφή «κρατικού καπιταλισμού» θα διέφερε ελάχιστα από τον ιδιωτικό καπιταλισμό. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που οι κινεζικές δημόσιες επιχειρήσεις είναι ή καθίστανται προσοδοφόρες, εκείνο που διαπιστώνουμε είναι ότι λειτουργούν με γνώμονα, όχι φυσικά τον πλουτισμό των μετόχων τους, αλλά τις παραγωγικές επενδύσεις και την εξυπηρέτηση των πελατών τους. Από τη στιγμή, μάλιστα, που η λειτουργία των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων συμβάλλει στην τόνωση τής συνολικής οικονομίας τής χώρας, έχει μικρή σημασία το γεγονός ότι καταγράφουν μικρότερα κέρδη από ό,τι οι δυτικοί ανταγωνιστές τους. Οι κινεζικές δημόσιες επιχειρήσεις καταβάλλουν μεν φόρους, αλλά συγχρόνως διανέμουν περιορισμένα μερίσματα στο κράτος, τον κύριο μέτοχό τους, (ύψους περίπου 10%), και αυτό σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με τις γαλλικές δημόσιες επιχειρήσεις, τα κέρδη των οποίων πηγαίνουν να καλύψουν τις μαύρες τρύπες των κρατικών ταμείων. Επομένως, κατά τη γνώμη μας, δεν συνιστά ορθή επιλογή η καταβολή μερίσματος προς το κράτος κατά την πρακτική που ακολουθείται στις [δυτικές] καπιταλιστικές χώρες. Θα ήταν ίσως προτιμότερο να θεσπιστεί [ενιαίος] φόρος επί τού κεφαλαίου, εν είδει μισθώματος για τη χρήση και εκμετάλλευση δημοσίων αγαθών. Εφόσον μάλιστα οι επιχειρήσεις αυτές λειτουργούν ικανοποιητικά, μπορεί να τους παρέχεται η δυνατότητα να παρακρατούν μεγαλύτερο μέρος των κερδών τους με σκοπό την επανεπένδυση ή για την υλοποίηση δραστηριοτήτων έρευνας και ανάπτυξης, λαμβανομένου πάντοτε υπόψη ότι, σύμφωνα με το ισχύον καθεστώς, η φορολογική τους επιβάρυνση είναι ανάλογη προς τα έσοδα που πραγματοποιούν.

… ή διαφύλαξη των ιδιαιτεροτήτων και πλεονεκτημάτων των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων;

Είναι αλήθεια ότι η αύξηση των διανεμομένων μερισμάτων προτείνεται και από πολλούς εμπειρογνώμονες τής Παγκόσμιας Τράπεζας και άλλων διεθνών οργανισμών. Επιπλέον, η κινεζική ρυθμιστική επιτροπή χρηματιστηρίων έχει περιστασιακά αφήσει να εννοηθεί ότι συμφωνεί με την επιλογή αυτή. Πιστεύουμε ότι πρόκειται για μια εσφαλμένη πολιτική, η εφαρμογή τής οποίας θα καταργούσε τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από το ειδικό καθεστώς λειτουργίας των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων. Σε μια τέτοια περίπτωση, ακόμα και αν οι επιχειρήσεις αυτές παραμείνουν υπό δημόσιο έλεγχο, θα έχουν την τάση να αντιγράφουν τις πρακτικές των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων τής Δύσης, οι οποίες, ως γνωστόν, διαθέτουν ολοένα και μεγαλύτερα μερίσματα, προκειμένου να εξασφαλίσουν την εύνοια των ιδιωτών μετόχων τους, οι οποίοι, με τη σειρά τους, εξαρτούν τις επενδυτικές τους αποφάσεις από τις στρατηγικές επένδυσης χαρτοφυλακίου των ολιγοπωλίων που κυριαρχούν παγκοσμίως στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Κατά τη γνώμη μας, η λειτουργία των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων δεν πρέπει να εναρμονιστεί με τα πρότυπα διαχείρισης των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Στην Κίνα, ο σοσιαλισμός τής αγοράς στηρίζεται στην ύπαρξη και διατήρηση ενός ισχυρού δημόσιου τομέα που διαδραματίζει στρατηγικό ρόλο στην οικονομία τής χώρας. Όλα τα διαθέσιμα στοιχεία συνηγορούν στο συμπέρασμα ότι το στοιχείο αυτό αποτελεί ένα από τα «μυστικά» για την αλματώδη οικονομική ανάπτυξη τής χώρας, είτε αυτό αρέσει είτε όχι στους «φιλελεύθερους» που τάσσονται υπέρ τής ιδιωτικής ιδιοκτησίας και τής μεγιστοποίησης τού ατομικού κέρδους. Επιπλέον δεν πρέπει να παραβλεφθεί και το γεγονός ότι οι κινεζικές δημόσιες επιχειρήσεις είναι πραγματικά μεγαθήρια, δραστηριοποιούμενες στους τομείς τής ενέργειας, των πρώτων υλών, των ημικατεργασμένων προϊόντων, των κατασκευών, των θαλασσίων μεταφορών κ.ο.κ. Σε όλους αυτούς τους τομείς, οι οικονομίες κλίμακας επιτρέπουν τη δραστική μείωση τού κόστους σε όλα τα επίπεδα (αγορές, παραγωγή, πωλήσεις). Αυτές ακριβώς οι επιχειρήσεις παρέχουν συντελεστές παραγωγής σε πληθώρα βιομηχανικών μονάδων μεσαίου και μικρού μεγέθους και μάλιστα σε πολύ καλές τιμές, εξασφαλίζοντας έτσι — μεταξύ άλλων — συνθήκες παραγωγής ευνοϊκές για την επιτυχία στην παγκόσμια αγορά.

Ένα από τα σημεία «υπεροχής» των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων είναι η συμμετοχή τού προσωπικού τους στη διαχείριση των μονάδων παραγωγής μέσω των εκπροσώπων τους στο εποπτικό συμβούλιο και τη συνέλευση των εργατών [Congrès des ouvriers] (—συμμετοχή που είναι μεν ουσιαστική, αλλά, κατά τη γνώμη μας, μπορεί και πρέπει να διευρυνθεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό). Σε αντιδιαστολή, η ενίσχυση τής «μετοχικής νοοτροπίας» έρχεται σε αντίθεση με την επιδίωξη τής διεύρυνσης τής συμμετοχής των εργαζομένων στη διοίκηση των επιχειρήσεων. Τα προγράμματα συμμετοχής των εργαζομένων στο μετοχικό κεφάλαιο, τα οποία εφαρμόζονται από ορισμένες μεγάλες δυτικές επιχειρήσεις, δεν συνεπάγονται αύξηση τής επιρροής των εργαζομένων στη διαχείριση, αφενός λόγω τής μειοψηφικής μετοχικής συμμετοχής που διατηρούν συνήθως οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις αυτές, και αφετέρου λόγω τής σύγκρουσης συμφερόντων που προκύπτει εξαιτίας τής διπλής τους ιδιότητας ως μισθωτών και μετόχων.

Ένα ακόμη σημείο «υπεροχής» των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων είναι η ικανότητά τους να ανταποκρίνονται στους στόχους τού κεντρικού σχεδιασμού. Σε καμία περίπτωση δεν εννοούμε με αυτό την επιβολή καθηκόντων για την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων, με τρόπο που θα υπονόμευε την ικανότητα τους να επιτύχουν τους οικονομικούς τους στόχους. Ο κεντρικός σχεδιασμός μπορεί κάλλιστα να κατευθύνει και να συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα με τη χρήση έμμεσων μέσων (όπως είναι, για παράδειγμα, η φορολογία και οι κάθε είδους κρατικές ενισχύσεις και επιδοτήσεις). Ωστόσο, οι κρατικές αρχές (— το κράτος, με την ευρεία έννοια τού όρου, συμπεριλαμβανομένων τής κεντρικής κυβέρνησης και των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης, υπό τον έλεγχο των οποίων βρίσκονται πολλές επιχειρήσεις), έχοντας την ευθύνη τού διορισμού και εποπτείας των διοικητικών στελεχών, μπορούν να εξασφαλίσουν ότι οι επιχειρήσεις αυτές θα αναλαμβάνουν κατάλληλη δράση, όχι μόνο στον τομέα τής εμπορευματικής παραγωγής, αλλά κυρίως στους τομείς «παροχής κοινωφελών υπηρεσιών» [missions de service public]. Η ιδιαιτερότητα των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων διαφαίνεται εντονότερα, όταν λειτουργούν ως φορείς παροχής κοινωνικών υπηρεσιών. Εν προκειμένω, συμφωνούμε με τη διαπίστωση των συγγραφέων ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις «αποκομίζουν αθέμιτα πλεονεκτήματα» κυρίως όσον αφορά την πρόσβαση σε πιστώσεις, με τη διευκρίνιση όμως ότι οι πρακτικές αυτές μπορούν να προκαλέσουν στρέβλωση τού ανταγωνισμού αποκλειστικά και μόνο έναντι των ιδιωτικών οικονομικών φορέων που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή «συνήθων εμπορευματικών αγαθών».

Να επιτραπεί η είσοδος τού ιδιωτών στον τομέα των κοινωνικών υπηρεσιών …;

Στην Κίνα, η συντριπτική πλειονότητα, αν όχι το σύνολο, των υπηρεσιών παροχής κοινωνικών αγαθών (εκπαίδευση, υγεία, συντάξεις και λοιπές κοινωνικές παροχές) βρίσκεται στα χέρια τού Κράτους, δηλαδή στα χέρια τής κεντρικής κυβέρνησης ή, το συνηθέστερο, των τοπικών αρχών. Οι συγγραφείς τού βιβλίου θεωρούν μη ικανοποιητικό το σημερινό σύστημα λόγω τής «αναποτελεσματικότητας και τής ανελαστικότητάς του» (σελ. 180). Βεβαίως, δεν κάνουν λόγο για ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών, αλλά προτείνουν να τεθεί τέρμα στο μονοπώλιο αυτό. «Η κυβέρνηση πρέπει αφενός να πάψει να εμποδίζει την είσοδο ιδιωτικών φορέων στην αγορά κοινωνικών υπηρεσιών και αφετέρου να αναπροσαρμόσει τις λειτουργίες και τα καθήκοντα τού κράτους. Προτείνουμε να αντικατασταθεί σταδιακά το σημερινό καθεστώς διαμεσολάβησης τής καθημερινής διαχείρισης [μέσω] των φορέων παροχής κοινωνικών υπηρεσιών με ένα σύστημα ελέγχου και ρύθμισης των αγορών, οι οποίες θα λειτουργούν με τη συμμετοχή ιδιωτικών και δημοσίων φορέων» (σελ. 381). Σύμφωνα, λοιπόν, με τους συγγραφείς τού βιβλίου, στόχος τής κυβέρνησης θα πρέπει να είναι η μετάβαση σε ένα μικτό σύστημα εμπορευματικού ανταγωνισμού.

Εμείς θεωρούμε απαράδεκτη μια τέτοια εξέλιξη. Τα αγαθά τα οποία παρέχουν οι δημόσιες υπηρεσίες δεν είναι όπως τα υπόλοιπα. Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για «κοινωνικά αγαθά» που αντιδιαστέλλονται σαφώς από τα αγαθά που εμπορευματοποιούνται από φορείς τού ιδιωτικού τομέα. Αυτό σημαίνει, πάνω απ’ όλα, ότι τα συγκεκριμένα αγαθά είναι αναγκαία για την άσκηση των δικαιωμάτων τού πολίτη, παρέχοντας στο άτομο τη δυνατότητα να καταστεί πολιτικό υποκείμενο (μέσω τής παροχής εκπαίδευσης και επιμόρφωσης), κοινωνικό υποκείμενο (μέσω τής προαγωγής τής καλής υγείας, τής παροχής δημόσιων συγκοινωνιών…) και, τέλος, οικονομικό υποκείμενο (μέσω τής παροχής επαγγελματικής κατάρτισης, τής πρόσβασης στην απασχόληση κ.ο.κ.). Όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με τον τυποποιημένο οικονομολογικό ορισμό των «δημοσίων αγαθών», τον οποίο επικαλούνται οι συγγραφείς τού βιβλίου και σύμφωνα με τον οποίο τα συγκεκριμένα αγαθά είναι «μη ανταγωνιστικά και μη αποκλειστικά» (σελ. 225) — με την έννοια ότι δεν μπορούν εύκολα να αποτελέσουν αντικείμενο εμπορευματοποίησης, και τούτο ακριβώς λόγω των «τεχνικών» τους χαρακτηριστικών. Εν προκειμένω, οι συγγραφείς τού βιβλίου υιοθετούν τον ορισμό που έχει δοθεί από τους οικονομολόγους τής κυρίαρχης νεοκλασικής σχολής. Σύμφωνα λοιπόν με τους τελευταίους, τα προϊόντα που παράγονται για την αγορά και τα οποία διοχετεύονται μέσω τής αγοράς είναι αγαθά αποκλειστικής χρήσης. Επιπλέον, οι σχέσεις αλληλεξάρτησης μεταξύ των οικονομικών φορέων που δραστηριοποιούνται στην αγορά διαμεσολαβούνται από τον μηχανισμό των τιμών. Ωστόσο, τα αγαθά που οι ίδιοι αποκαλούν «δημόσια» εμφανίζουν την ιδιαιτερότητα ότι είναι αντικείμενα συλλογικής κατανάλωσης, είτε σε υποχρεωτική βάση (όπως π.χ. συμβαίνει με τα αγαθά τής «δικαιοσύνης» και τής «δημόσιας τάξης»), είτε προαιρετικά (π.χ. «πολιτισμός»). Καθώς όμως τα αγαθά αυτά είναι καθολικά διαθέσιμα, η κατανάλωσή τους δεν μπορεί να επιμεριστεί. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να τεθούν φραγμοί στη χρήση τους με την επιβολή «περιορισμών στην προσφορά» μέσω τού μηχανισμού των τιμών, όπως αντιθέτως συμβαίνει με τα συνήθη εμπορεύματα. Συνεπώς, ο ιδιωτικός τομέας δεν έχει συμφέρον να παράγει αγαθά αυτού τού είδους. Ενόψει αυτής τής «ανεπάρκειας τής αγοράς», οι οικονομολόγοι που ανήκουν στο κυρίαρχο ρεύμα τής «νεοκλασικής» οικονομίας παραδέχονται το γεγονός ότι η παραγωγή των εν λόγω «δημοσίων αγαθών» μπορεί να ανατεθεί στο κράτος, ενώ, παράλληλα, επιχειρούν να θέσουν δικλείδες ασφαλείας για την αντιμετώπιση των φαινομένων «παρασιτισμού» [comportements dits de «passager clandestin»], δηλαδή των προβλημάτων που εμφανίζονται όταν ορισμένα άτομα απολαμβάνουν τα δημόσια αγαθά, χωρίς να συμμετέχουν, μέσω τής φορολογίας, στις συλλογικές δαπάνες παροχής των εν λόγω αγαθών.

Η προσέγγισή μας είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με αυτή των νεοκλασικών οικονομολόγων. Σύμφωνα με την αντίληψή μας, η μερική ή πλήρης αδυναμία εμπορευματοποίησης των «δημοσίων υπηρεσιών» οφείλεται στην ιδιότητά τους ως «κοινωνικών αγαθών». Στην πρώτη περίπτωση ανήκουν, για παράδειγμα, τα αγαθά «πολιτισμού» (ηλεκτρικό, νερό, τηλέφωνο κ.ο.κ), των οποίων η χρήση είναι μεν κοινή, αλλά εξαρτάται από τη κρίση και τις ανάγκες κάθε ατόμου. Στη δεύτερη περίπτωση ανήκουν τα αγαθά τής ασφάλειας, τής δικαιοσύνης, τής εκπαίδευσης κ.ο.κ. Και στις δύο περιπτώσεις, η παροχή των εν λόγω αγαθών αποτελεί ευθύνη τού κράτους. Ας δούμε το παράδειγμα τής παιδείας. Ως επί το πλείστον, η παιδεία είναι αγαθό που πρέπει να διατίθεται σε όλους δωρεάν και επί ίσοις όροις. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, το συγκεκριμένο δικαίωμα περιλαμβάνεται μεταξύ των θεμελιωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων. Βεβαίως, μπορεί να αναγνωριστεί η ύπαρξη «ιδιωτικής» παιδείας, για λόγους που άπτονται τής ελευθερίας θρησκεύματος και πεποιθήσεων κ.ο.κ., αλλά, εν προκειμένω, στα «ιδιωτικά» [τ.έ. εβραϊκά, καθολικά, μουσουλμανικά κ.ο.κ.] σχολεία, τα προγράμματα τής υποχρεωτικής εκπαίδευσης θα παρέχονται από κρατικά πιστοποιημένους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι θα πληρώνονται από το Δημόσιο. Αντιθέτως, είναι δυνατόν να προβλέπεται ότι, πέραν τού πλαισίου τής υποχρεωτικής εκπαίδευσης, οι υπόλοιπες υπηρεσίες παιδείας θα παρέχονται έναντι αμοιβής. Όσον αφορά, τώρα, την περίπτωση τής υγείας, μπορεί να επιτρέπεται η λειτουργία ιδιωτικών κλινικών, με την πρόβλεψη όμως ότι το μεγαλύτερο ποσοστό τής δαπάνης περίθαλψης θα καλύπτεται από την κοινωνική ασφάλιση. Και στις δυο όμως περιπτώσεις, εφόσον στόχος είναι η διάπλαση των ατόμων σε πολίτες, είναι απαράδεκτη η θέσπιση ενός καθεστώτος «ανταγωνισμού» για την παροχή των συγκεκριμένων κοινωνικών αγαθών. Γνωρίζουμε, εξάλλου, ότι είναι αδύνατο, υπό τις συνθήκες αυτές, να διασφαλισθούν ανόθευτοι όροι ανταγωνισμού, αφού οι ιδιωτικές κλινικές επικεντρώνουν τη δραστηριότητά τους στα πιο κερδοφόρα τμήματα τής αγοράς, μεταθέτοντας στα δημόσια νοσοκομεία την ευθύνη για τα δύσκολα αλλά αναγκαία καθήκοντα (όπως είναι, για παράδειγμα, η εκπαίδευση και κατάρτιση των γιατρών). Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ειδοποιός διαφορά μεταξύ ενός προσανατολισμού με σοσιαλδημοκρατικό (ή καλύτερα: «σοσιαλφιλελεύθερο») πρόσημο και τής σοσιαλιστικής προοπτικής.

… ή να εκτιμηθεί δεόντως η διευρυμένη αντίληψη για τις δημόσιες υπηρεσίες, η οποία έχει διαμορφωθεί στην Κίνα;

Ωστόσο, η περίμετρος που καταλαμβάνουν οι κινεζικές δημόσιες υπηρεσίες είναι πολύ ευρύτερη και λιγότερο σαφής από ό,τι υπαινιχθήκαμε. Σύμφωνα με την κινεζική αντίληψη, οι δημόσιες υπηρεσίες περιλαμβάνουν και τον τομέα των αγαθών που μπορούμε να αποκαλέσουμε «στρατηγικά». Πρόκειται, με άλλα λόγια, για υπηρεσίες προμήθειας συντελεστών παραγωγής που έχουν στρατηγική σημασία για το σύνολο τής εθνικής οικονομίας. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε τα διάφορα είδη υποδομών, την ενέργεια υπό την ευρεία έννοια τού όρου, τις πρώτες ύλες, αλλά επίσης και τις τραπεζικές υπηρεσίες, τη βασική έρευνα κ.τ.λ. Αυτό εξηγεί γιατί το 1999 η κινεζική κυβέρνηση προέβη στην οριοθέτηση τού λεγόμενου «στρατηγικού τομέα» τής οικονομίας και ανέθεσε την ευθύνη για την ανάπτυξή του στις δημόσιες επιχειρήσεις, παρέχοντας σε αυτές κάθε δυνατή βοήθεια και υποστήριξη (προνομιακή πρόσβαση σε δάνεια, τραπεζικές παρεμβάσεις εκ μέρους των λεγόμενων «πολιτικών τραπεζών» κ.τ.λ.). Ο ιδιωτικός τομέας δεν εξαιρέθηκε από τη διαδικασία αυτή, καθώς προβλέφθηκε ότι μπορεί να παίξει επικουρικό και ενισχυτικό ρόλο. Ωστόσο, οι δημόσιες αρχές τής χώρας ευνόησαν απροκάλυπτα τις επιχειρήσεις τού δημοσίου τομέα στα πλαίσια τού ανταγωνισμού τους με τον ιδιωτικό τομέα, φροντίζοντας συγχρόνως να διαμορφώσουν συνθήκες πραγματικού ανταγωνισμού μεταξύ των δημοσίων επιχειρήσεων. Ο έντονος δυναμισμός που χαρακτηρίζει σήμερα τον κλάδο των «στρατηγικών» δημοσίων υπηρεσιών αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα σημεία τής κινεζικής οικονομίας.

Στη Δύση είναι διαδεδομένη η άποψη ότι η επιτυχία των εξαγωγών τής Κίνας οφείλεται κυρίως στο εξαιρετικά χαμηλό κόστος τού εργατικού της δυναμικού. Η αντίληψη αυτή είναι εσφαλμένη διότι το εργατικό κόστος αντιπροσωπεύει μικρό μόνο ποσοστό των τιμών πώλησης (τής τάξης, κατά μέσο όρο, τού 4-10%) και, επομένως, δεν αρκεί για να αντισταθμίσει το κόστος μεταφοράς προς τις χώρες εισαγωγής που βρίσκονται στον καπιταλιστικό Βορά — και αυτό πέραν τού ότι οι μισθοί τής Κίνας τείνουν να αυξάνονται με ταχύτερο ρυθμό σε σχέση με τους μισθούς των ανταγωνιστικών της οικονομιών τού Νότου. Οι εξαγωγικές επιτυχίες τής Κίνας οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στις συγκριτικά πολύ χαμηλότερες τιμές των αναγκαίων συντελεστών παραγωγής (ηλεκτρικό, πρώτες ύλες, τηλέφωνο, θαλάσσιες μεταφορές κ.ο.κ.). Επιπλέον, το γεγονός ότι οι επιβαρύνσεις παραγωγής κινούνται σε συγκριτικά χαμηλά επίπεδα οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις προμηθεύουν τους παραγωγούς με τους αναγκαίους συντελεστές παραγωγής σε τιμές που υπόκεινται σε αυστηρό κρατικό έλεγχο ή οι οποίες καθορίζονται απευθείας από το Κράτος (όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει με τις τιμές τού ηλεκτρικού ρεύματος και των καυσίμων). Πρέπει, βεβαίως, να ληφθεί υπόψη ότι οι μισθοί στις κινεζικές επιχειρήσεις είναι σημαντικά χαμηλότεροι από ό,τι στη Δύση, με την επισήμανση ωστόσο ότι είναι κατά πολύ υψηλότεροι από τους «μισθούς πείνας» των διαβόητων «εργασιακών γκουλάγκ» που λειτουργούν σε άλλες χώρες τού Νότου και που επίσης παράγουν προϊόντα προς εξαγωγή. Τέλος, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, παρά την κρίση που ξέσπασε το 2008, το κατά κεφαλήν καθαρό εισόδημα των κινεζικών αστικών νοικοκυριών αυξήθηκε σε πραγματικούς όρους κατά +8,0% το 2010, κατά +8,5% το 2011 και κατά +10,0% το 2012!

Στην πραγματικότητα, το κρίσιμο διακύβευμα πίσω από αυτή την αντίληψη για τις στρατηγικές δημόσιες υπηρεσίες δεν είναι άλλο από την εθνική κυριαρχία — μια λέξη που έχει συκοφαντηθεί βάναυσα από τους απανταχού θιασώτες τής παγκοσμιοποίησης, οι οποίοι ωστόσο δεν διστάζουν να χρησιμοποιούν τα κράτη για την εξυπηρέτηση των ιδιωτικών τους συμφερόντων, αποκαλύπτοντας έτσι τις πραγματικές τους προθέσεις. Και βλέπουμε σήμερα την Κίνα να εγκαλείται για «εθνικισμό», ενώ στην πραγματικότητα οι φιλοδοξίες της περιορίζονται στη διαφύλαξη τού πολιτισμού της και των επιτευγμάτων τής επανάστασης. Θα θέλαμε προσθέτως να επισημάνουμε ότι, κατά τη γνώμη μας, τα έθνη που δεν διακατέχονται από το σύνδρομο τού ιμπεριαλισμού συνιστούν πλούτο για την ανθρωπότητα, μια μορφή κοινωνικής ποικιλομορφίας, απειλούμενης με εξαφάνιση λόγω τής ομογενοποίησης των τρόπων ζωής, κατανάλωσης και πολιτισμικής έκφρασης, και, ως εκ τούτου, ευτύχημα και ευκαιρία για πολιτισμικές ανταλλαγές και κάθε είδους επιμιξίες. Εμείς, από την πλευρά μας, πιστεύουμε ότι οι επανειλημμένες διακηρύξεις των κινεζικών αρχών όσον αφορά το «σοσιαλισμό κινεζικού τύπου» ή τον «κινεζικό πνευματικό πολιτισμό» δεν πρέπει να ερμηνεύονται ως ένδειξη ματαιοδοξίας, αλλά εκφράζουν την ειλικρινή ανησυχία που προκαλεί το ενδεχόμενο τής απώλειας τής πολιτισμικής ιδιαιτερότητας τής χώρας μέσα στο ασφυκτικά ομογενοποιημένο περιβάλλον των δυτικών αξιών και τρόπων ζωής, πράγμα που ωστόσο δεν αντιφάσκει με την πρόθεσή τους να συμμεριστούν εμπειρίες και αξίες καθολικού χαρακτήρα, όπως αυτές που έχουν διατυπωθεί με θαυμάσιο τρόπο στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων τού Ανθρώπου των Ηνωμένων Εθνών.

Όσον αφορά τώρα τις ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων υπηρεσιών που πραγματοποιήθηκαν (έστω και εν μέρει) στις δυτικές χώρες, υπάρχει σωρεία παραδειγμάτων, όπου σημειώθηκε αισθητή επιδείνωση στο επίπεδο παροχής υπηρεσιών μετά την ιδιωτικοποίησή τους. Δεν είναι, άραγε, γνωστό ότι πολλές επιχειρήσεις τού ιδιωτικού τομέα βρίσκουν τρόπους να παρακάμψουν τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από τον ρόλο τους ως παρόχων κοινωφελών υπηρεσιών και ότι δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο, προκειμένου να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό στην αγορά αυτών των υπηρεσιών προς ίδιον όφελος (μέσω, για παράδειγμα, των πρακτικών «φορολογικής ελάφρυνσης» ή μέσω παραπλανητικών διαφημίσεων); Ελπίζουμε ειλικρινά ότι, ως προς το ζήτημα αυτό, οι κινεζικές αρχές θα βρουν τη δύναμη να αντισταθούν στις σειρήνες τού φιλελευθερισμού. Την ίδια ελπίδα τρέφουμε και για το μέλλον τού «κινεζικού σοσιαλισμού». Πέραν των θετικών επιπτώσεων που έχει η εισαγωγή μηχανισμών τής αγοράς, κυρίως όσον αφορά την επιτάχυνση τής οικονομικής ανάπτυξης (πράγμα που οπωσδήποτε συμβάλλει στη νομιμοποίηση τής υιοθετηθείσας στρατηγικής), θα πρέπει επίσης να υπογραμμίσουμε ότι η τυχόν επιλογή εκ μέρους τής κινεζικής κυβέρνησης να ακολουθήσει τον καπιταλιστικό δρόμο θα υπονομεύσει με βεβαιότητα την όλη αναπτυξιακή στρατηγική της.

Τι είδους «στρατηγικός σχεδιασμός»;

Ένα ιδιαίτερα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό τού πολιτικο-οικονομικού συστήματος τής Κίνας είναι η ύπαρξη ενός ισχυρού σχεδιασμού που εξακολουθεί να εφαρμόζεται, παρ’ όλο που τις τελευταίες δεκαετίες έχει μεταβληθεί ο χαρακτήρας των επιδιωκόμενων στόχων καθώς και των εργαλείων που χρησιμοποιούνται για την επίτευξή τους. Αρκεί κανείς να διαβάσει τις ετήσιες ομιλίες τού πρωθυπουργού και τού υπουργού σχεδιασμού ενώπιον τής Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης, για να διαπιστώσει κατά πόσον υλοποιούνται οι ποσοτικοί στόχοι που καθορίζονται λεπτομερώς στα πενταετή σχέδια. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο καλοπροαίρετος ερευνητής μπορεί να βεβαιωθεί ότι αυτό πράγματι συμβαίνει σε πολύ μεγάλο βαθμό. Επιπλέον σε αυτές τις ομιλίες προδιαγράφονται επακριβώς οι ποσοτικοί στόχοι για το επόμενο έτος. Άλλωστε και οι ίδιοι οι συγγραφείς τού βιβλίου δείχνουν εντυπωσιασμένοι από τα αποτελέσματα τού κινεζικού κεντρικού σχεδιασμού, ο οποίος στοχεύει με αυτοπεποίθηση στο μέλλον παρά την αυξανόμενη αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει τη ζωή στον πλανήτη μας. Αν και στο βιβλίο τους υπάρχουν διάσπαρτες αναφορές στο «στρατηγικό σχεδιασμό», πρέπει ωστόσο να διευκρινισθεί ότι οι συγγραφείς με τον όρο αυτό εννοούν τις κρατικές πολιτικές που στοχεύουν στην καθοδήγηση τής δράσης των οικονομικών παραγόντων, κυρίως όσον αφορά κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα, καθώς και όσον αφορά ζητήματα αστικοποίησης. Βεβαίως, δεν χάνουν την ευκαιρία να αναφερθούν στο προσφιλές τους θέμα, το (δυτικού τύπου) «στρατηγικό κράτος»[8] — μια έννοια η οποία έχει το νόημα ότι το κράτος αποσύρεται από την οικονομία, διατηρώντας ρόλο «ρυθμιστή» τής οικονομικής δραστηριότητας. Είναι προφανές ότι οι συγγραφείς προκρίνουν πολιτικές «παρεμβατισμού» που επηρεάζουν τις τιμές των συντελεστών παραγωγής προς την επιθυμητή κατεύθυνση, και πιο συγκεκριμένα πολιτικές «εξισορρόπησης τού πλούτου προς όφελος τού άυλου και τού φυσικού κεφαλαίου» (σελ. 237). Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι συγγραφείς αφιερώνουν μερικές θαυμάσιες σελίδες, για παράδειγμα, στα ζητήματα τής επιθυμητής μορφής τής αστικοποίησης και των μέτρων που πρέπει ληφθούν, προκειμένου να καταστεί δυνατή η βιώσιμη ανάπτυξη στη σημερινή εποχή τής ενεργειακής και κλιματικής πρόκλησης. Ωστόσο, όπως φαίνεται, ο «στρατηγικός» σχεδιασμός, με την έννοια με την οποία χρησιμοποιείται από τους συγγραφείς τού «Κινεζικού Δρόμου», δεν είναι παρά ένα απλό κυβερνητικό εργαλείο, και μάλιστα κατά το πρότυπο τού «σχεδιασμού μέσω τής παροχής κινήτρων» [planification incitative] που εφαρμόστηκε στη Γαλλία κατά τη διάρκεια τής «λαμπρής τριακονταετίας». Εμείς έχουμε διαφορετική αντίληψη για τον κεντρικό σχεδιασμό. Ως πεδίο καθορισμού και διαμόρφωσης συλλογικών επιλογών, ο κεντρικός σχεδιασμός οφείλει να αποτελεί πυρήνα τής δημοκρατίας. Και αυτό γιατί οι συλλογικές επιλογές αποτελούν έκφραση μιας γενικής βούλησης, και όχι, όπως υποστηρίζουν οι συγγραφείς τού βιβλίου, «έκφραση προϋπαρχουσών συλλογικών προτιμήσεων». Επομένως, ο κεντρικός σχεδιασμός αποτελεί αφενός το πεδίο όπου ένα λαός καθορίζει το συλλογικό του πεπρωμένο και αφετέρου το εργαλείο που χρησιμοποιεί για να διαμορφώσει υπεύθυνα το κοινό του μέλλον, και τούτο όσον αφορά κάθε τομέα τής ζωής του: για παράδειγμα, τις εμπειρίες τής κατοίκησης και τις νοηματοδοτήσεις τού χώρου, τα καταναλωτικά πρότυπα, το μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό συλλογικότητας τού κοινού βίου κ.ο.κ. Το γεγονός είναι ότι στην Κίνα ο καθορισμός των επιλογών αυτών πραγματοποιείται από το κομμουνιστικό κόμμα για λογαριασμό των πολιτών («εν ονόματι τού λαού»), πράγμα που φέρνει στο προσκήνιο το ζήτημα τού χαρακτήρα τού πολιτικού καθεστώτος τής χώρας. Ως προς αυτό, θα περιοριστούμε στην επισήμανση ότι σήμερα η αρχή τής διαβούλευσης προτάσσεται ολοένα και περισσότερο ως θεμελιώδης ανάγκη. Όπως και να έχει, πιστεύουμε ότι στις κυβερνητικές πρακτικές και τις ομιλίες των κινέζων αξιωματούχων αποτυπώνεται αυτή ακριβώς η έννοια τού κεντρικού σχεδιασμού, με άλλα λόγια ενός σχεδιασμού για την υλοποίηση τού οποίου χρησιμοποιούνται σύγχρονα μέσα προσαρμοσμένα στις απαιτήσεις τού παρόντος. Αυτού τού είδους ο σχεδιασμός, που κατ’ εμάς αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα τού σοσιαλιστικού δρόμου ανάπτυξης, αντιδιαστέλλεται σαφώς από τη νεοφιλελεύθερης έμπνευσης έννοια τής «χρηστής διακυβέρνησης», που, στη πραγματικότητα, χρησιμοποιείται κατ’ αντίφραση για να δηλώσει την αφαίρεση εξουσιών από το κράτος μέσω τής θέσπισης κανόνων προς όφελος των κυρίαρχων δυνάμεων τής αγοράς. Στην περίπτωση όμως τού κινεζικού «στρατηγικού» σχεδιασμού, βλέπουμε να χρησιμοποιείται ένα ευρύ φάσμα εργαλείων. Οι συγγραφείς, μάλιστα, τού «Κινεζικού Δρόμου» επιλέγουν να εστιάσουν στη φορολογική πολιτική, που ναι μεν συνιστά ένα πολύ σημαντικό εργαλείο, αλλά δεν εξαντλεί το φάσμα των μέσων που έχει στη διάθεσή του το κινεζικό κράτος. Παραλείπουν, δυστυχώς, να αναφερθούν στην ευρέως διαδεδομένη πρακτικής τής χορήγησης δανείων με επιδοτούμενα επιτόκια, όπως επίσης και στον ρόλο που διαδραματίζουν το σύστημα καθορισμού τιμών και οι δημόσιες παραγγελίες, που, κατά τη γνώμη μας, αποτελούν κρίσιμους παράγοντες που συντελούν αποφασιστικά στην αποτελεσματικότητα τού κινεζικού σχεδιασμού.

Μια «καλοπροαίρετη» γραφειοκρατική εξουσία …;

Σύμφωνα με τον Μισέλ Αλιετά και τον Γκούο Μπάι, η πολιτική εξουσία τής χώρας συνεχίζει την παλιά παράδοση τής αυτοκρατορικής εξουσίας, η οποία ας σημειωθεί ότι δεν ήταν μια ελέω θεού απόλυτη μοναρχία, αλλά στηριζόταν σε ένα είδος «κοινωνικού συμβολαίου» με το λαό, με την έννοια, αφενός, ότι ο κυρίαρχος ηγεμόνας παρείχε στους υπηκόους του υπηρεσίες με αντάλλαγμα την αφοσίωσή τους και, αφετέρου, ότι το σύστημα των αυτοκρατορικών εξετάσεων προσέφερε ευκαιρίες κοινωνικής ανόδου στους διοικούμενους. Επιπλέον, η μη πλήρωση των εν λόγω νομιμοποιητικών προϋποθέσεων καθιστούσε δικαιολογημένη την ανατροπή τής εξουσίας. Η αυτοκρατορική εξουσία όφειλε επιπροσθέτως να συμμορφώνεται προς συγκεκριμένους κανόνες ηθικής συμπεριφοράς, μεταξύ των οποίων μπορούν να αναφερθούν η δικαιοσύνη, η εντιμότητα και ο σεβασμός των οικογενειακών αξιών. Εν ολίγοις, η συμπεριφορά τής εξουσίας έπρεπε να καθορίζεται από ένα ηθικό κώδικα κομφουκιανής, κυρίως, έμπνευσης. Σύμφωνα, λοιπόν, με τους συγγραφείς τού βιβλίου, τα ίδια ισχύουν και όσον αφορά το κινεζικό κομμουνιστικό κόμμα. Όπως μάλιστα επισημαίνουν, η εξουσία που ασκεί το κόμμα είναι μεν ιεραρχική (—και, ως προς αυτό, επισημαίνουν το παράδειγμα τού «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού»), αλλά όχι «δικτατορική» (καθόσον το κόμμα εφαρμόζει την αρχή τής «συλλογικότητας»). Η κοινωνική αποδοχή τής εξουσίας που ασκεί το κόμμα, το οποίο έχει υπό την εποπτεία του τη λειτουργία τού κρατικού μηχανισμού, εξαρτάται από το κατά πόσον επιτελεί τα καθήκοντά του που αφορούν την προαγωγή τής κοινωνικής ευημερίας και την αύξηση τού «πραγματικού πλούτου». Το τελευταίο αυτό σημείο συνεπάγεται ότι το κόμμα ενεργεί με τη δέουσα μέριμνα όσον αφορά όλες τις μορφές κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων τόσο τού «ανθρωπίνου κεφαλαίου» (τ.έ. το σύνολο των ικανοτήτων και προσόντων που διαθέτει κάθε άτομο) όσο και τού «φυσικού κεφαλαίου» (που διακρίνεται από το στοιχείο τής σπανιότητας των πόρων, πράγμα που δικαιολογεί την ανάγκη τής «αναπτυξιακής αειφορίας»). Η κοινωνική ευημερία προϋποθέτει ειδικότερα την προαγωγή τής κοινωνικής συνοχής, πράγμα που με τη σειρά του απαιτεί την κατά το δυνατόν εξάλειψη των κοινωνικών ανισοτήτων, την εγγύηση των κοινωνικών δικαιωμάτων και την ενίσχυση τής συμμετοχής τής κοινωνίας των πολιτών στις διαδικασίες προσφοράς δημοσίων αγαθών. Όλοι αυτοί οι στόχοι είναι υλοποιήσιμοι μόνον εάν η εξουσία ενεργεί με βάση ηθικά κριτήρια. Αυτή είναι, σε γενικές γραμμές, η ουσία των επιδιώξεων που, σύμφωνα με τους συγγραφείς, πρέπει να έχει η πολιτική εξουσία. Υπό το πρίσμα μάλιστα αυτό, οι συγγραφείς θεωρούν ότι, όσον αφορά την αποτελεσματική άσκηση τής εξουσίας, το πολιτικό καθεστώς τής χώρας διαθέτει πολύ περισσότερα μέσα από ό,τι ορισμένες φιλελεύθερες δημοκρατίες, στις οποίες μια συχνά περιορισμένη πλειοψηφία κοινωνικών δυνάμεων κατόρθωσε, μετά από έντονη διαπάλη, να επιβάλλει την κυριαρχία της επί τής μειοψηφίας, με αποτέλεσμα την επικράτηση ιδιωτικών συμφερόντων που κρύβονται πίσω το μανδύα τού «δημοσίου συμφέροντος», και στις οποίες πρώτιστη μέριμνα είναι η ικανοποίηση των αναγκών τής παρούσας γενιάς, διακυβεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα των μελλοντικών γενιών να ικανοποιήσουν τις δικές τους. Επιπλέον, λόγω τού ότι η επίτευξη των στόχων που συνδέονται με την βιώσιμη ανάπτυξη και την κοινωνική ευημερία αποτελεί τη μοναδική πηγή νομιμοποίησης τού κινεζικού καθεστώτος, η πολιτική εξουσία τής χώρας είναι σε θέση να διαμορφώσει ένα μακροπρόθεσμο πρόγραμμα δράσης, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στις δυτικές δημοκρατίες, όπου η πολιτική εξουσία αδυνατεί να υπερβεί το βραχύ χρονικό ορίζοντα των εκλογικών συγκυριών.

Αυτή η ανάλυση, που σε επίπεδο εννοιών αντλεί έμπνευση από τις προτάσεις τής επιτροπής Στίγκλιτς και τις απόψεις τού Αμάρτια Σεν, είναι οπωσδήποτε αρκετά καινοτόμος, αλλά πιστεύουμε ότι βασική της επιδίωξη είναι να συμβάλει στον αναπροσανατολισμό τής κινεζικής αναπτυξιακής πολιτικής προς την κατεύθυνση ενός, τρόπο τινά, «ανανεωμένου σοσιαλδημοκρατικού συμβιβασμού», ο οποίος συνίσταται στην υπαγωγή των δημόσιων και ιδιωτών ιδιοκτητών κεφαλαίου στην εξουσία ενός Κράτους που θα στοχεύει στην αξιοποίηση εκείνων των μορφών κεφαλαίου — π.χ. ανθρώπινο, κοινωνικό, θεσμικό, φυσικό κεφάλαιο κ.τ.λ. — που συνήθως παραμελούνται στο πλαίσιο τής «συνήθους» λειτουργίας τού καπιταλισμού. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, η κινεζική «αυτοκρατορία» θα μπορέσει κατ’ αυτόν τον τρόπο να θέσει φραγμούς στα ιδιωτικά συμφέροντα. Εμείς από την πλευρά μας δεν θεωρούμε πειστική την ανάλυση αυτή, παρ’ όλο που ανταποκρίνεται φαινομενικά στην πολιτική που ακολουθεί σήμερα η κινεζική κυβέρνηση. Έχουμε επίσης την εντύπωση ότι η ερμηνεία που προτείνουν οι συγγραφείς τού βιβλίου όσον αφορά τον χαρακτήρα τής πολιτικής εξουσίας τής χώρας τείνει συχνά να αντιμετωπίζει την κινεζική πραγματικότητα υπό το στρεβλό πρίσμα τού «σοσιαλδημοκρατικού κράτους». Και αυτό γιατί η θεώρησή τους συγκλίνει προς αυτή που προτάθηκε από τον Τζ. Μ. Κέινς στη «Γενική θεωρία τής απασχόλησης, τού τόκου και τού χρήματος» και στο πλαίσιο τής οποίας δίνεται υπερβολική έμφαση στον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει το καπιταλιστικό κράτους, σε μια τουλάχιστον από τις εκφάνσεις του. Αυτή η εμπιστοσύνη στον ρόλο τού κράτους οδήγησε τον Κέινς στο να πιστέψει ότι, μέσω κρατικών παρεμβάσεων που θα έρχονταν σε σύγκρουση με την αμιγή λογική τής μεγιστοποίησης τού καπιταλιστικού κέρδους, θα μπορούσαν να βελτιωθούν σταδιακά οι «αποκρουστικές πτυχές τού καπιταλισμού», στις οποίες συμπεριελάμβανε, μεταξύ άλλων, τη μαζική ανεργία και τις εισοδηματικές ανισότητες. Ωστόσο, η ανάλυση αυτή υποτιμά, αδικαιολόγητα κατά τη γνώμη μας, την πραγματική δύναμη των ολιγοπωλίων που σήμερα κυριαρχούν παγκοσμίως στον χρηματοπιστωτικό τομέα, καλλιεργώντας έτσι πολιτικές αυταπάτες και ψεύτικες ελπίδες όσον αφορά την υποτιθέμενη παντοδυναμία που διαθέτει ένα «ρεφορμιστικό» κράτος με καθαρά σοσιαλδημοκρατικό προσανατολισμό. Αποφεύγοντας επίσης να αμφισβητήσει τις κυρίαρχες ιδεολογικές παραδοχές, η έκθεση τής επιτροπής Στίγκλιτς, η οποία δημοσιοποιήθηκε το 2009, συνέστησε απλώς την επανεξέταση των εδραιωμένων βεβαιοτήτων τού νεοφιλελευθερισμού. Πιο συγκεκριμένα, η επιτροπή πρότεινε τη διατήρηση τής ευελιξίας των συναλλαγματικών ισοτιμιών και επανέλαβε τις συνήθεις προειδοποιήσεις για τους «κινδύνους τού προστατευτισμού», υπογραμμίζοντας συγχρόνως τις αρετές τού καθεστώτος των ελεύθερων συναλλαγών. Οι συντάκτες τής έκθεσης θεώρησαν μεν αναγκαία την αντιμετώπιση των εξόφθαλμων παθογενειών τής «εταιρικής διακυβέρνησης», αλλά έκριναν ότι ο διεθνής χρηματοοικονομικός τομέας θα όφειλε να έχει τον τελικό λόγο για τη διαχείριση των σχετικών κινδύνων. Τα συμπεράσματα τής έκθεσης πόρρω απέχουν από τη στάση απόρριψης τής χρηματοπιστωτικής φιλελευθεροποίησης που έχει υιοθετηθεί από την κινεζική κυβέρνηση και η οποία βρίσκει απήχηση σε ολοένα και περισσότερα κράτη τού Νότου — χωρίς βεβαίως η διαδικασία αυτή να είναι απαλλαγμένη από αντιφάσεις. Όσον αφορά τώρα την «κριτική» θεώρηση τού Αμάρτια Σεν, θέλουμε να επισημάνουμε ότι το πλεονέκτημά της έγκειται στην υιοθέτηση τής οπτικής τής «ανθρώπινης ανάπτυξης», αλλά, πέραν τής ορολογικής πρωτοτυπίας που τη διακρίνει (πβ. λ.χ. την «προσέγγιση των ικανοτήτων»), στην πραγματικότητα δεν αποτελεί παρά αντίγραφο τής επικρατούσας οικονομικής θεωρίας που είναι στενότατα συνδεδεμένη με την εφαρμογή νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Η φαινομενική πειστικότητα των επιχειρημάτων του οφείλεται στο γεγονός ότι ο Αμάρτια Σεν ουδέποτε έλαβε ξεκάθαρη στάση, περιοριζόμενος στον ρόλο τού εμπειρογνώμονα που παρέχει συμβουλευτική υποστήριξη σε διάφορους διεθνείς οργανισμούς, η συμβολή των οποίων στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των φτωχότερων πληθυσμών τού πλανήτη είναι τουλάχιστον αμφίβολη. Το πλούσιο συγγραφικό του έργο συνιστά αστείρευτη πηγή εννοιών, αλλά η εύρεση «πρακτικών εφαρμογών» τής θεωρίας του μοιάζει μάλλον με την αναζήτηση μιας βελόνας στα άχυρα. Αφήνοντας κατά μέρος το γεγονός ότι ο Αμάρτια Σεν είναι ένας προικισμένος συγγραφέας, η «εναλλακτική» οπτική που προτείνει είναι σε μεγάλο βαθμό εναρμονισμένη με την επικρατούσα ιδεολογία και επομένως μπορεί εύκολα να ενσωματωθεί στο κυρίαρχο ρεύμα τού νεοφιλελευθερισμού, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τις θέσεις που υποστηρίζουν οι συγγραφείς τού «Κινεζικού Δρόμου». Είναι άραγε δυνατή η άσκηση μιας εναλλακτικής πολιτικής με κοινωνικό και δημοκρατικό προσανατολισμό εντός των πλαισίων τού «ρεφορμισμού»; Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί, άραγε, τροχοπέδη σε κάθε απόπειρα σύγκρουσης με το παγκοσμιοποιημένο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο;

… ή μια πολιτική εξουσία που βαδίζει στο δρόμο τού σοσιαλισμού;

Η αναζήτηση τού «βέλτιστου» αποτελέσματος μέσα από το πρίσμα τής «ορθής κατανομής» των διαφόρων μορφών [παραγωγικού] κεφαλαίου ισοδυναμεί με την παραδοχή ότι όλες οι μορφές κεφαλαίου έχουν το ίδιο βάρος όσον αφορά τη διαδικασία παραγωγής πλούτου — είτε δηλαδή πρόκειται για τις φυσικές πηγές παραγωγής πλούτου, είτε για τους «απτούς» και «ανθρώπινους πόρους» (για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία τής «διοίκησης επιχειρήσεων»). Εν προκειμένω έχουμε να κάνουμε με μια θεωρητικά περιγραφική και όχι μεταφορική χρήση τού όρου «κεφαλαίου». Ωστόσο, στη μαρξιστική παράδοση, δύο είναι οι πηγές πλούτου από πλευράς παραγωγής αξιών χρήσης: η γη και η εργασία (που, ας σημειωθεί παρενθετικά, είναι η μοναδική παραγωγός αξίας). Εκείνο που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι το κινεζικό κομμουνιστικό κόμμα δεν έπαψε ποτέ να επικαλείται την κληρονομιά τού μαρξισμού. Και μπορεί μεν ορισμένα ηγετικά στελέχη του να κάνουν χρήση τού όρου «συντελεστές παραγωγής» (εργασία, κεφάλαιο, τεχνολογία, διοίκηση κ.τ.λ.), αλλά θα πρέπει να θεωρηθεί ότι, τόσο για αυτούς όσο και για τον ίδιο τον Μαρξ, ο όρος αυτός σημαίνει τους συντελεστές τής παραγωγικής δύναμης τής εργασίας. Στην Κίνα, η κατανομή ανάλογα με την εργασία εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως θεμελιώδης αρχή στο επίπεδο τής διανομής τού προϊόντος, ενώ τα εισοδήματα που πηγάζουν από τους υπόλοιπους συντελεστές παραγωγής — όσο θεμιτός και αν είναι ο προσπορισμός τους — θεωρούνται ότι αφαιρούνται από την αξία που παρήχθη από την εργασία. Όλα αυτά ίσως να ακούγονται σαν ανοησίες, ιδίως αν λάβει κανείς υπόψη το επίπεδο των μισθών και τον αριθμό των εκατομμυριούχων στην Κίνα. Πιστεύουμε, ωστόσο, ότι αυτός ήταν και παραμένει ο προσανατολισμός τής κινεζικής πολιτικής. Είναι αλήθεια ότι, μετά από δεκαετίες καθυστέρησης, οφειλόμενης εν μέρει στην εφαρμογή τού προτάγματος τού εξισωτισμού, η υλοποίηση τής κατευθυντήριας αυτής γραμμής «ανεστάλη» προσωρινά με σκοπό την επιτάχυνση τής ανάπτυξης (—έτσι, κατά τη γνώμη μας, πρέπει να ερμηνευθεί το σύνθημα «προλάβετε να πλουτίσετε»). Βεβαίως, η εν λόγω διαδικασία δημιούργησε προβλήματα, αλλά η συζήτηση και το ενδιαφέρον όσον αφορά τον βασικό αυτό προσανατολισμό αναζωπυρώθηκε πρόσφατα με την προαγωγή των ζητημάτων που άπτονται τής κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας. Γι’ αυτό, άλλωστε, οι περισσότεροι κινέζοι ηγέτες επιμένουν να κάνουν λόγο για σοσιαλισμό.

Όσον αφορά τώρα το ζήτημα τής ηθικής, οι αξιωματούχοι τού κόμματος δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στο λεγόμενο «σοσιαλιστικό ήθος», που διακρίνεται από τα εξής γνωρίσματα: την «ευσυνείδητη εργασία», την «εντιμότητα», τη «χρηστότητα», την «αλληλεγγύη» και, όσον αφορά τη σχέση προς εαυτόν, τον «αυτοσεβασμό», την «αυτοπεποίθηση», την «πραότητα» και, τέλος, το «πνεύμα δημιουργικότητας» (—ομολογουμένως, η λίστα είναι κάπως ευρύτερη, σε σχέση με τις συνήθεις επικλήσεις των αφηρημένων αξιών τής ελευθερίας, τής ισότητας, τής αμεροληψίας κ.τ.λ., ή και τού κλασικού τριπτύχου των εννοιών τού αληθούς, τού ωραίου και τού αγαθού). Το περιεχόμενο των εν λόγω αρετών είναι, βεβαίως, ένα θέμα που επιδέχεται συζήτησης, αλλά το γεγονός παραμένει ότι οι αρετές αυτές χαρακτηρίζονται ρητά ως «σοσιαλιστικές», και όχι ως «κομφουκιανές». Ταυτόχρονα όμως αυτές οι αρετές και αξίες συμφωνούν σε πολλά με την παραδοσιακή κινεζική ηθική, ενώ το ίδιο το κόμμα διακηρύσσει ότι στόχος του είναι η «προβολή των παραδοσιακών αρετών». Υπό αυτή την έννοια, μπορεί κανείς να κάνει λόγο για μια ιδιαίτερη κινεζική «ηθική». Οι επισημάνσεις μας αυτές εύλογα ίσως μπορεί να δώσουν αφορμή για σκεπτικισμό ή και να προκαλέσουν ειρωνικά μειδιάματα στον αναγνώστη, λαμβανομένης υπόψη τής «χαλάρωσης των ηθών» που επικρατεί σήμερα στην Κίνα (αριβισμός, δίψα για χρήμα, καταναλωτισμός, διαφθορά ακόμα και στα ανώτατα κλιμάκια τής κινεζικής ηγεσίας κ.ο.κ). Ωστόσο, η ηθική αυτή δεν πρέπει να εκληφθεί ως απλή ηθικολογία, καθόσον ακριβώς έχει αναγορευθεί σε επίσημο δόγμα τού κινεζικού κράτους. Πέραν τού γεγονότος ότι οι κινεζικές αρχές διεξάγουν μια διαρκή εκστρατεία εναντίον τής «έκλυσης των ηθών», θα πρέπει να επισημανθεί και το ότι τα μέλη τού κομμουνιστικού κόμματος υποχρεούνται να ακολουθούν πολύ αυστηρότερους ηθικούς κανόνες και πρότυπα υποδειγματικής συμπεριφοράς. Για να μην πολυλογούμε, ο «κινεζικός δρόμος» διατηρεί μεν την κληρονομιά τής παράδοσης και τού πολιτισμού τού κινεζικού λαού, αλλά εξακολουθεί να έχει ως σημείο αναφοράς τα σύγχρονα ιδεώδη τού σοσιαλισμού και όχι το μπαλωμένο λάβαρο μιας ψιμυθιωμένης σοσιαλδημοκρατίας που υποτίθεται ότι ανταποκρίνεται στις ανάγκες των καιρών και η οποία συνίσταται σε μια μορφή κοινωνικής δικαιοσύνης που εξαντλείται στο αίτημα τής περιορισμένης αναδιανομής τού εισοδήματος, σε μια κατ’ επίφαση «αντιπροσωπευτική δημοκρατία» χωρίς το στοιχείο τής λαϊκής συμμετοχής και στην εφαρμογή τής ρωλσιανής ιδέας τής «ισότητας» ως δίκαιης ανισότητας, με τη συνοδεία μέτρων διαχείρισης τής ακραίας φτώχειας.

Βεβαίως συμφωνούμε ότι, όποια ερμηνεία και αν δοθεί στην αρχή «στον καθένα ανάλογα με την εργασία του», η σημερινή κατάσταση στην Κίνα απέχει πολύ από το σοσιαλιστικό ιδεώδες τής ισότητας. Η Κίνα παραμένει μια χώρα στην οποία επικρατούν μεγάλες κοινωνικές ανισότητες και όπου το σύστημα κοινωνικής προστασίας είναι αφενός ανεπαρκές — εξαιρουμένης τής περίπτωσης των δημοσίων υπαλλήλων και των εργαζομένων στις δημόσιες επιχειρήσεις — και αφετέρου ελάχιστα αναδιανεμητικό (και μάλιστα, όπως ορθά επισημαίνεται από τους συγγραφείς τού βιβλίου, υστερεί κατά πολύ έναντι τού κοινωνικού κράτους των σκανδιναβικών χωρών κατά την εποχή τής ακμής του). Ο Μ. Αλιετά και ο Γκούο Μπάι προτείνουν, λοιπόν, την ενίσχυση τού κρατικού πυλώνα ασφάλισης μέσω τής θέσπισης ενός ειδικού κοινωνικού φόρου επί όλων των εισοδημάτων για τη χρηματοδότηση τού κόστους κάλυψης των λεγόμενων «καθολικών» ασφαλιστικών κινδύνων (εκείνων δηλαδή που δεν συνδέονται αποκλειστικά με την εργασία, όπως είναι λ.χ. ο κίνδυνος ασθενείας). Η πρότασή τους αυτή μάς βρίσκει σύμφωνους, αν και πιστεύουμε ότι, πέραν τής ασφάλισης ασθενείας (για την οποία ισχύει — κατά τρόπο πρωθύστερο — η αρχή τού «αναπτυγμένου» κομμουνισμού «στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του»), το πεδίο εφαρμογής της θα πρέπει να επεκταθεί, προκειμένου να περιλάβει τις συντάξεις και τα επιδόματα ανεργίας, εξασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την ευρύτερη δυνατή κάλυψη για τους βασικούς κινδύνους.

Ωστόσο, η ουσία τού προβλήματος βρίσκεται στις ανισότητες των πρωτογενών εισοδημάτων. Ως προς αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι η φορολογική αναδιανομή κρίνεται σήμερα αναγκαία, ακριβώς λόγω των μεγάλων εισοδηματικών ανισοτήτων (και οι συγγραφείς προτείνουν μια σειρά από ουσιαστικά μέτρα στον τομέα τής φορολογίας). Δεν πρέπει, όμως, να λησμονηθεί ότι, αξιοποιώντας το ευρύ φάσμα εργαλείων και μέσων που ήδη διαθέτει για την εξάλειψη των ανισοτήτων, το κράτος (κεντρική κυβέρνηση και τοπική αυτοδιοίκηση) μπορεί να δράσει πολύ αποτελεσματικότερα στο δημόσιο τομέα. Εν κατακλείδι, ο Μ. Αλιετά και ο Γκού Μπάι συνιστούν στις κινεζικές αρχές να υιοθετήσουν ό,τι «καλύτερο» (κατά τη γνώμη των συγγραφέων) έχει να προσφέρει το καθεστώς τής σοσιαλδημοκρατίας στον τομέα τής αναδιανομής τού εισοδήματος, πράγμα που αναμφίβολα συνιστά βελτίωση σε σύγκριση με την τρέχουσα κατάσταση. Εμείς, αντιθέτως, πιστεύουμε ότι ο σοσιαλιστικός προσανατολισμός απαιτεί την ανάληψη ευρύτερων δράσεων και πρωτοβουλιών και στον τομέα αυτό.

Σύντομες καταληκτικές παρατηρήσεις για τον σοσιαλισμό κινεζικού τύπου

Έχοντας υιοθετήσει μια διαφορετική προσέγγιση, η ανάλυσή μας αναδεικνύει μια εικόνα τής κινεζικής πραγματικότητας που απέχει πολύ από αυτή που σκιαγραφεί το έργο των Μισέλ Αλιετά και Γκούο Μπάι — το ερευνητικό εύρος και η ποιότητα τού οποίου είναι υπεράνω αμφισβήτησης, Πιστεύουμε, λοιπόν, ότι στην Κίνα δεν έχει εγκαταλειφθεί ο σοσιαλιστικός δρόμος. Χαρακτηριστική ένδειξη για αυτό αποτελεί το γεγονός ότι σήμερα ο κινεζικός δημόσιος τομέας βρίσκεται σε μια διαδικασία ανάκτησης τού χαμένου εδάφους έναντι τού ιδιωτικού τομέα μέσω τής εξαγοράς μεγάλου αριθμού ιδιωτικών επιχειρήσεων. Επιπλέον, κατά τη γνώμη μας, δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά δεδομένα η ιδέα των συγγραφέων ότι η «βούληση» ενός ιεραρχικού και πειθαρχημένου κομμουνιστικού κόμματος να διατηρηθεί στην εξουσία μέσω τής προνομιακής ικανοποίησης των συμφερόντων που συνδέονται με τη λειτουργία ενός υπερμεγέθους γραφειοκρατικού και κομματοκρατούμενου κρατικού μηχανισμού, ο οποίος εξυπηρετεί πρωτίστως τη λειτουργία τής αναπαραγωγής τού κόμματος, μπορεί να αναχθεί αβίαστα σε παράγοντα ερμηνείας τού τρόπου άσκησης τής πολιτικής εξουσίας τής χώρας, συμπεριλαμβανομένης και τής χάραξης τής κινεζικής οικονομικής πολιτικής. Κατ’ αρχάς, θεωρούμε φυσιολογικό ότι ένα κόμμα που έφερε εις πέρας μια νικηφόρο επανάσταση επιθυμεί να διατηρήσει την εξουσία χρησιμοποιώντας την ως μέσο επίτευξης των στόχων που το ίδιο θεωρεί ότι εξυπηρετούν τα συμφέροντα τού λαού. Κατά δεύτερο λόγο, πιστεύουμε ότι πρέπει να παρακολουθήσουμε εκ τού σύνεγγυς τόσο τα βήματα προόδου που σημειώνονται σε επίπεδο μεταρρύθμισης τού πολιτικού συστήματος τής χώρας όσο και τις προσπάθειες αυτομεταρρύθμισης τού κομμουνιστικού κόμματος, το οποίο κάθε άλλο παρά φοβάται τη δημοσιοποίηση των ελαττωμάτων του, κυρίως αναφορικά με τις ελλείψεις στο ζήτημα τής εσωτερικής δημοκρατίας. Επομένως, πιστεύουμε ότι είναι δυνατή μια διαφορετική ερμηνεία τού κινεζικού πολιτικού συστήματος, ζήτημα το οποίο αποφύγαμε να θίξουμε άμεσα στο παρόν άρθρο, που αφιερώθηκε κυρίως σε ζητήματα οικονομικού ενδιαφέροντος. Τούτου λεχθέντος, θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι, κατά τη γνώμη μας, τόσο στο εσωτερικό τού κόμματος όσο και στα πανεπιστήμια, τους ερευνητικούς οργανισμούς, τους κύκλους τής διανόησης και, με μεγαλύτερη διακριτικότητα, στα τοπικά μέσα ενημέρωσης, υποβόσκει μια λανθάνουσα διαμάχη — που διατηρείται μακριά από τη δημοσιότητα, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στη μαοϊκή εποχή — μεταξύ δύο πολιτικών γραμμών και προσανατολισμών, και πιο συγκεκριμένα μεταξύ μιας σοσιαλδημοκρατικής γραμμής (που ορισμένοι μάλιστα θα χαρακτήριζαν, δικαιολογημένα, ως «φιλελεύθερη») και ενός καθαρά σοσιαλιστικού προσανατολισμού, τού οποίου φορέας είναι σε μεγάλο βαθμό η λεγόμενη «νέα αριστερά», που θεωρείται ότι συνεχίζει την κληρονομιά τού μαοϊσμού. Αν και ο αγώνας αυτός δεν έχει ακόμα κριθεί, πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι η υπερίσχυση τού σοσιαλιστικού «στρατοπέδου» δεν θα συνεπάγεται κατ’ ανάγκη την απουσία ανάπτυξης τάσεων και διαφοροποιήσεων στο εσωτερικό του — πράγμα που θα αποτελούσε ευπρόσδεκτη εξέλιξη, διότι τίποτε δεν είναι χειρότερο από την μονολιθική σκέψη [pensée unique]. Και είναι δυσάρεστο το ότι ο σχετικός διάλογος δεν διαχέεται σε ευρύτερα στρώματα τής κοινωνίας, αν και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, κρίνοντας από τις εμπειρίες τού παρελθόντος, ο κίνδυνος εκφυλισμού τού διαλόγου εξακολουθεί να προκαλεί εύλογες ανησυχίες.

Ολοκληρώνοντας, θα θέλαμε να κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις σε σχέση με την ερμηνεία τού όρου «σοσιαλισμός κινεζικού τύπου», που αποτελεί ένα από τα πιο επίμονα μοτίβα τής επίσημης ρητορικής των κινεζικών αρχών. Κατά τη γνώμη μας, τρεις είναι οι πιθανές ερμηνείες που μπορεί να δώσει κανείς στον όρο αυτό: σύμφωνα με την πρώτη, ο όρος περιγράφει την προσαρμογή τού σοσιαλιστικού σχεδίου στις συγκεκριμένες συνθήκες ανάπτυξης που επικρατούν στην Κίνα. Ως προς αυτό, δεν υπάρχει καμία ουσιαστική αντίρρηση και οι οποίες επιμέρους αντιρρήσεις θα αφορούν τις λεπτομέρειες υλοποίησης του: όπως έχει πολλάκις ειπωθεί, ο σοσιαλισμός δεν θα οικοδομηθεί εν μία νυκτί. Σύμφωνα με μια δεύτερη ερμηνεία, ο όρος σημαίνει την «κινεζοποίηση» τού σοσιαλισμού. Με άλλα λόγια, όσον αφορά το ένα πέμπτο τής ανθρωπότητας, κρίνεται αναγκαία η εκ βάθρων επανεξέταση τού σοσιαλιστικού σχεδίου σε συνάρτηση με το παρελθόν και το μέλλον ενός καθαρά κινεζικού πολιτισμού, πράγμα που έχει ως φυσική απόρροια την ανάγκη ριζικής αναθεώρησης τού ίδιου τού μαρξισμού. Πολλές επίσημες δηλώσεις κινέζων αξιωματούχων τείνουν πράγματι προς αυτή την κατεύθυνση, αν και πρέπει να επισημανθεί ότι το περιεχόμενο τους επιδέχεται πέραν τής μιας ερμηνείας. Τέλος, σύμφωνα με μια τρίτη ερμηνεία, ο όρος αναφέρεται στην επιλογή τής διατήρησης των στοιχείων εκείνων που συγκροτούν τον καθολικό πυρήνα τού σοσιαλισμού και τής εναρμόνισης τού λοιπού περιεχομένου τού σοσιαλιστικού σχεδίου με τις προσδοκίες και την πολιτιστική κληρονομιά τού κινεζικού έθνους. Κατά τον ίδιο τρόπο και οι υπόλοιπες χώρες δύνανται να επιλέξουν να διατηρήσουν τα στοιχεία οικουμενικής αξίας τού σοσιαλιστικού σχεδίου, προσαρμόζοντας κατά το δυνατόν τη διαδικασία τής σοσιαλιστικής οικοδόμησης στα συγκεκριμένα πρότυπα τής «ηθικής» τους, που νοείται εδώ ως «τρόπος ζωής» (ας αναφερθεί ότι αυτή η ερμηνεία τής κινεζικής πραγματικότητας και τής επίσημης ρητορικής των αρχών μάς βρίσκει εν πολλοίς σύμφωνους).

Επιπλέον, θα μπορούσαμε να αντλήσουμε διδάγματα καθολικής εμβέλειας από την κινεζική «σκέψη», η οποία, πέραν τής πολιτικής τής σημασίας, προσφέρει γόνιμους ερευνητικούς προσανατολισμούς στο πεδίο τουλάχιστον των κοινωνικών επιστημών. Καθώς η πραγμάτευση τού συγκεκριμένου θέματος υπερβαίνει τα όρια τού παρόντος άρθρου, θα αρκεστούμε σε ορισμένες επισημάνσεις παίρνοντας ως σημείο αναφοράς δύο τυπικά κινεζικές έννοιες: την κομφουκιανής προέλευσης έννοια τής «αρμονίας» και την «ενότητα των αντιθέτων». Η ιδέα τής «επιδίωξης τής αρμονίας», η οποία έχει το νόημα τής αποκατάστασης των διαταραγμένων ισορροπιών, συνδέεται άμεσα όχι μόνο με την προσπάθεια αντιμετώπισης των ανισορροπιών τής κινεζικής οικονομίας, στις οποίες αναφερθήκαμε ήδη (υπερεπενδύσεις, κοινωνικές ανισότητες, εξαγωγές, επιζήμια για το περιβάλλον ανάπτυξη κ.ο.κ.), αλλά και με πλήθος άλλων ζητημάτων, όπως είναι, για παράδειγμα, ο υπερβολικός ατομικισμός, η χαλάρωση των ηθών, ο χαμηλός βαθμός σύνδεσης τής πολιτικής εξουσίας με τις μάζες κ.ο.κ. Αυτό που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι η ιδέα αυτή αφορά δυνητικά κάθε τομέα τής ύπαρξης και επομένως υπερβαίνει τα πλαίσια μιας συγκεκριμένης μαρξιστικής παράδοσης που εστιάζεται κυρίως στην τεχνολογική πρόοδο, που εν προκειμένω θεωρείται ως «πηγή αφθονίας», και τη σταδιακή εξαφάνιση των ταξικών αντιθέσεων. Ίσως θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι πρόκειται για το «πάντρεμα των αντιθέτων» (πόλης/υπαίθρου, περιβαλλοντικής προστασίας/πρότυπα κατανάλωσης τού πληθυσμού κ.λπ.) και την προσπάθεια μετριασμού των κοινωνικών εντάσεων που απειλούν την κοινωνική συνοχή και σταθερότητα, πράγμα που βεβαίως δεν απέχει πολύ από την ιδέα τής επιδίωξης «κατάλληλων συμβιβασμών». Εδώ όμως υπεισέρχεται η ιδέα τής «ενότητας των αντιθέτων», που συμβολίζεται με το ζεύγος γιν-γιανγκ και η οποία λέει κάτι περισσότερο, ότι δηλαδή τα αντίθετα δεν είναι τελείως ξένα μεταξύ τους, αλλά βρίσκονται σε σχέση ανάδρασης, με αποτέλεσμα να είναι δυνατή η εξεύρεση ενός σημείου δυναμικής ισορροπίας (—στην περίπτωση των παραδειγμάτων μας, η «πόλη» [«εργάτες»-«ανεξάρτητοι μικροπαραγωγοί»] μπορεί να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη τής «υπαίθρου» [«αγρότες»], όπως ισχύει και το αντίθετο· κατά τον ίδιο τρόπο, η κατανάλωση μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο για την αναζήτηση νέων τεχνολογιών, ενώ ταυτόχρονα η μέριμνα για τη διατήρηση των φυσικών πόρων μπορεί να συμβάλει στον αναπροσανατολισμό τής τεχνολογίας με σκοπό την παραγωγή προϊόντων τα οποία θα είναι λιγότερο «ποροβόρα» κ.ο.κ.). Η πρόταση αυτή είναι γενικεύσιμη: η αναζήτηση σημείων ισορροπίας μπορεί να εκληφθεί ως διαδικασία που αφορά τις σχέσεις μεταξύ ατόμου και κοινωνίας, τις αντιθέσεις μεταξύ τού ατομικού και συλλογικού συμφέροντος ή ακόμα και τη συμφιλίωση των βασικών αναγκών διαβίωσης με τις απαιτήσεις τής ηθικής. Ο σοσιαλισμός παύει τότε να αποτελεί εσχατολογικό σχέδιο με ορίζοντα έναν «καθαρό και τέλειο» κομμουνισμό και καθίσταται μια διαδικασία δυναμικής οικοδόμησης και ουσιαστικής «μετάβασης». Με αυτές τις επιγραμματικές επισημάνσεις ουσιαστικά υπονοούμε ότι η κινεζική σκέψη δεν πρέπει να γίνει αντιληπτή αποκλειστικά ως πολιτισμική ιδιαιτερότητα, η οποία διεκδικεί ισότιμη θέση με τη δυτική σκέψη, αλλά μπορεί επιπλέον να λειτουργήσει ως χωνευτήρι ιδεών για την επιστήμη και την πολιτική τού αύριο.


[1] [φόρο χρήσης κεφαλαίου]
[2] Πρόβλημα που υπάρχει από την μαοϊκή εποχή και συνδέεται με το σύστημα «hukou».
[3] πβ. http://www.kathimerini.gr/813958/article/oikonomia/die8nhs-oikonomia/anoigma-kinezikhs-agoras-omologwn-se-3enoys .
[4] [«Συμφωνούμε όλοι [πώς να μην…] αλλά θα ήταν καλό να μην υπάρχει βιασύνη επ’ αυτού», δήλωσε ο Β. Σόιμπλε. 30/5/15
[5] [Πβ. ανωτέρω («κράτος-μέτοχο»).]
[6] [Πβ. τα «κινεζικά μονοπώλια» τού «Ρ».]
[7] [τού κινεζικού οργανισμού διαχείρισης κρατικών συμμετοχών]
[8] [Εκλεκτικές Συγγένειες:, http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/a08fc2dd-61a9-4a83-b09a-09f4c564609d/es131206.doc. («κράτος-στρατηγός», Μάξιμος Σενετάκης).
http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=163435
http://www.capital.gr/Articles.asp?id=727833
http://www.mod.mil.gr/mod/el/content/show/36/A70776 (Ν. Δένδιας)]

Advertisements
 
1 σχόλιο

Posted by στο 16/06/2015 in Uncategorized

 

One response to “Ένα σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο για την Κίνα; — T.Andréani & R.Herrera

  1. dkoss

    17/06/2015 at 1:12 πμ

    Αν ήσαστε έντιμοι άνθρωποι, θα είχατε εξηγήσει στον κόσμο σας τι σημαίνει «εθνική αστική τάξη» στο πλαίσιο των «εθνικοαπελευθερωτικών-αντι-ιμπεριαλιστικών» αγώνων στις εξαρτημένες-αποικιακές χώρες — αγώνες που πλέον ταυτίζετε περιοριστικά με εξεγέρσεις/ταραχές για «αστικοδημοκρατικούς εκσυγχρονισμούς» και σουφρώνετε τη ροζ μυτούλα σας όχι μόνο γιατί πολύ σάς μυρίζουν τέτοιου είδους [«αντιδραστικοί»] αγώνες, αλλά και γιατί είστε οι πιο καλές μαθήτριες τού Πάνου Φλωρά … συγγνώμη, τού Μηλιού. Μια «διανοήτριά» σας (ας την πούμε Λίζα Παπασταύρου) έγραψε για την «επικινδυνότητα» κάποιων θεωριών στο ζήτημα τού «αποικιακού». Οι «επικίνδυνες» θεωρίες αφορούσαν το ερώτημα αν η «εθνική αστική τάξη» μπορεί να ηγεμονεύσει στον αντι-ιμπεριαλιστικό αγώνα. Η Λίζα μας η «διανοήτρια» παρέλειψε (από «αβλεψία») να αναφέρει ότι θετική απάντηση στο ερώτημα δόθηκε από τους σοβιετικούς (εξ ου και η διάσπαση τού κομμουνιστικού κόμματος Ινδίας) — αν και κατά καιρούς υπήρξαν διαφοροποιήσεις. Επαναλαμβάνω, το ζήτημα αφορά αποκλειστικά τις αποικιακές-εξαρτημένες χώρες. Εσείς, όμως, «μεταφέρατε» τη θεωρία στο επίπεδο των δυτικών ιμπεριαλιστικών χωρών («αναλογική εφαρμογή») — κάνοντας επιπλέον την ταύτιση [σοσιαλδημοκρατία=ηγεμονία τής αστικής τάξης στο εργατικό κίνημα]=φασισμός=[ηγεμονία τής εθνικής αστικής τάξης στους αντι-ιμπεριαλιστικούς αγώνες σττις εξαρτημένες/αποικιακές χώρες (π.χ. Νάσερ)]. —Έτσι εξηγούνται και οι ανοησίες κάποιων «συντρόφων» τού χρυσού δέρατος [αυτό είναι ευφημισμός για φασίστες που παρουσιάζονται σαν «οπαδοί» — η επεξήγηση αναγκαία γιατί γνωρίζω ότι οι σαρκασμοί, οι ειρωνείες, οι αντιφράσεις και τα υπονοούμενα δεν είναι στα φόρτε σας…] για τη σύγκρουση φασισμών στην Ουκρανία. Περιττό να σας πω ότι, μαζί με το χνουδωτό κουκλάκι «Ελισαίο», οι «σύντροφοι» κερδίζουν και ετήσιο εισιτήριο ελευθέρας για την ιερή μονή Ρέθων.

    Επομένως, στη συνέχεια θα μεταφράσω ένα σχετικό δοκίμιο τού Αμίν (από τα «Τρία δοκίμια για τη θεωρία τής αξίας» (Three Essays on Marx’s Value Theory, αγγλική μετάφραση) — στη γαλλική έκδοση τού «Νόμου τής παγκοσμιοποιημένης αξίας» τα τρία αυτά δοκίμια προστέθηκαν ως παραρτήματα.

    ΥΓ Όταν κλέβετε (για παράδειγμα, από τον Αμίν), παρακαλείσθε να τα κλέβετε ολόκληρα κι όχι μισά και παρμένα, γιατί άνθρωπος είμαι και δεν μπορώ να ψάχνω σε χίλια μέρη για να ανακαλύψω τις «πηγές» των «επεξεργασιών» σας. Άντε και με το καλό να «κοινωνικοποιήσετε» την JPMorgan και την DeutscheBank…αλλιώς, με τα κριτήριά σας, «σοσιαλισμός» γιοκ… Καλή σας διάσπαση.

     

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s