RSS

Τέσσερα Ποιήματα — William Empson

24 Ιολ.

 

Σημείωμα για την τοπική χλωρίδα [Note on local flora (1930)]

Δέντρο που ευδοκιμεί στο Τουρκεστάν — ή πιο βαθιά ίσως στην Ανατολή, εκεί που φυτρώνει και το Δέντρο τής Ζωής — και που τα σκληρά, τα παγωμένα του τα κουκουνάρια δεν τα φροντίζει ο καιρός και δεν αφήνουν τη μάνα τους παρά για κάποιο καλό σκοπό· γι’ αυτό ωριμάζουν κι ανοίγουν όταν το δάσος το τρώει η πυρκαγιά·  κι άρα περιμένουν να γεννηθούν με τον τρόπο που μια φορά κι έναν καιρό γεννήθηκε κι ο Βάκχος· ν’ αντικρίσουν, πιο απλά, την εικόν’ αυτή τού τέλους των καιρών. (Ήξερα από μικρός ότι ο Φοίνιξ είναι λαχανικό). Με τον τρόπο, λοιπόν, που η Σεμέλη πεθύμησε το θεό της επιθυμεί και το δέντρο στον Βοτανικό τού Κιου την Κόκκινη Αυγή.

Χαμένα Ραντεβού [Missing Dates (1937)]

Αγάλι το φαρμάκι χορταίνει το κυκλοφορικό. / Δεν είν’ ο πόνος· ούτε το στραπάτσο που εξοντώνει. / Τ’ αποκαΐδι ’μένει, τ’ αποκαΐδι ’μένει και σκοτώνει.

Δεν είν’ το σύστημα που ακολουθείς· ούτ’ ο ταχύς σου ο νους που δεν αλέθεις / απ’ τη ζωή σ’ ούτε μια αλεσιά τής προκοπής. / Αγάλι το φαρμάκι χορταίνει το κυκλοφορικό.

Άδειασαν αίμα κουταβιού σε γέρο σκύλο· / το τραβατζάρισμα βγαίνει λειψό: ζωή για ένα μήνα. / Αγάλι το φαρμάκι χορταίνει το κυκλοφορικό.

Δεν είν’ η γόνιμη γη που υποχωρεί· / την κατατρών οι τόνοι τής σκουριάς τη γη· / και τα προγονικά μνημεία. / Αγάλι το φαρμάκι χορταίνει το κυκλοφορικό.

Χωρίς φωτιά τομάρι γίνεσαι που αλαλάζει. / Όλος φωτιά πεθαίνεις. Απ’ τις μικρές φωτιές / τ’ αποκαΐδι ’μένει, τ’ αποκαΐδι ’μένει και σκοτώνει.

Ειν’ οι στίχοι που παράπεσαν, οι αρρώστιες / απ’ τα χαμένα ραντεβού, που βαλαντώνουν την καρδιά. / Αγάλι το φαρμάκι χορταίνει το κυκλοφορικό. / Τ’ αποκαΐδι ’μένει, τ’ αποκαΐδι ’μένει και σκοτώνει.

Αφιέρωμα στο Βρετανικό Μουσείο (Τανγκαρόα) [Homage to the British Museum (1932-Tangaroa)]

Στον εθνολογικό τομέα τού μουσείου υπάρχει ένας κούφιος Υπέρτατος Θεός σε σχήμα Φρύνου, που έχει για πρόσωπο μια κενή ασπίδα και την κοιλιά του άδεια για να χωρέσει ως ένθεμα το Πάνθεον, μέσω οπής που εντοπίζεται στην έδρα. Πάνω στον ομφαλό, στα διακοσμητικά στοιχεία που αποδίδουν με τρόπο μανιερίστικο τα αισθητήρια, κολλάνε κάτι ψειρίτσες, κουκλάκια, ντόπιοι θεοί· το λείο ξύλ’ αναρριγεί μ’ όλα τα Σύμβολα τής Πίστεως.

Προσερχόμενοι στο μουσείο, ας αφομοιώσουμε τις κουλτούρες των εθνών αποσυνθέτοντας στο διαβρωτικό τής κρίσης μας τους κώδικές τους. Στην συνέχεια, κατειλημμένοι από ένα αίσθημα απόφραξης και μετεωρισμού, ίσως, ορθότερα, φυσιολογικής αναστολής — δείτε και τους επισκέπτες που ζητούν διαρκώς να μάθουν πού βρίσκονται οι έξοδοι — ας σταθούμε εδώ, συνειδητοποιώντας ότι διέξοδος καμία δεν υπάρχει. Ας αποδεχτούμε στωικά ότι το να είσαι το Παν δεν είναι, στο κάτω-κάτω τής Γραφής, και το απόλυτο το τίποτα. Δεν αντιλέγω: θα μπορούσαμε να παράσχουμε στον εαυτό μας και το ευεργέτημα τής αμφιβολίας· εν τω μεταξύ ας προσφέρουμε μια πρέζα σκόνης σε τούτον τον Θεό αναγνωρίζοντας την Βασιλεία του επί τού όλου Κτίσματος τού μουσείου.

Άγνοια θανάτου (Καβαφικό) [Ignorance of Death (1940)]

… Υπάρχει επιπλέον και ένας τρόπον τινά «εξανθρωπιστικός» έρως τού θανάτου, μέσω τού οποίου ακόμη και η ζωγραφική ή η μουσική υποδεικνύουν ότι υπάρχουν κι άλλα πράγματα που αξίζει κανείς ν’ αγαπά. Βουδιστές και Χριστιανοί κατέληξαν, μάλιστα, σε συμφωνία επ’ αυτού,

κάνοντας τον θάνατο το ιδανικό θεμέλιο για τα διαφορετικά τους ιδεώδη. Από την άλλη πλευρά, οι Κομμουνιστές αποδοκιμάζουν κατά κανόνα τον θάνατο, εκτός και εάν εξυπηρετεί κάποιο πρακτικό σκοπό. Από έγκυρες πηγές πληροφορούμαι ότι, στις χώρες τους,

δεν θεωρούνται πλέον κοινωνικά επικίνδυνοι οι νεκρόφιλοι και δεν καταγγέλλονται επομένως στις αρχές υποθέσεις που αφορούν εκταφές και βιασμούς σορών. Οι φροϊδιανοί αντιμετωπίζουν μεν την επιθυμία τού θανάτου ως κάτι το εδραίο, αλλά προσέτι υποστηρίζουν ότι η «αλαλαγή τής ζωής» απορρέει από τον «Έρωτα», τον ανταγωνιστή της.

Αποφεύγουν ωστόσο να αποφανθούν επί τού ζητήματος εάν είναι προτιμότερο να αλαλάζει κανείς πολύ, λίγο ή και καθόλου. Οι αισιόδοξοι ελευθερόφρονες αντιμετωπίζουν τον θάνατο σαν να ήταν η κορνίζα ενός πίνακα ο οποίος βελτιώνεται με το πέρασμα τού χρόνου.

Στην απουσία ακριβώς άμεσης ή κληρονομικά μεταδιδόμενης γνώσης τού θανάτου πρέπει να αποδοθεί και το γεγονός τής μετατροπής του σε σκανδάλη τού βαρύτερου πυροβόλου που διέθεσε ποτέ ο άνθρωπος των γραμμάτων, πράγμα για το οποίο θα μπορούσε βέβαια να θεωρηθεί και ως συνώνυμο τής αγνώστου ονόματος Θεότητος: τής Ησυχίας.

Αν, Θεός φυλάξοι, αποφασίσει ο δείνα να θυσιαστεί για κάτι Άλλο εκτός απ’ τον εαυτό του, κι ’ναι έτοιμος ν’ αντικρίσει τον θάνατο γι’ αυτόν τον λόγο κι όχι για τον ίδιον, τούτο για τον εν λόγω μόνον μάς λέει κάτι.

Πέραν αυτών δεν θα μπορούσα να προσθέσω τίποτ’ άλλο. Γνώμη μου, ωστόσο, ότι, όσο σημαντικό κι αν είναι το ζήτημα ετούτο, κι όσο πρέπον και για τις πιο καθωσπρέπει συναναστροφές, οι περισσότεροί μας πρέπει να προετοιμάζονται να τον προϋπαντήσουν άνευ προκατειλημμένων ιδεών …

Μετάφραση: waltendegewalt

 

2 responses to “Τέσσερα Ποιήματα — William Empson

  1. dkoss

    24/07/2019 at 3:31 μμ

    Υποστηρικτής τής κινεζικής επανάστασης, η γυναίκα του κομμουνίστρια, έζησαν από κοντά τα πρώτα χρόνια τής Λ. Δημοκρατίας. Το «αφιέρωμα» και η «άγνοια θανάτου» είναι σκωπτικά.
    Βοτανικό τού Κιου: Kew Gardens

     

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s