RSS

Category Archives: Ποίηση

6 Ποιήματα — Paul Celan

(Ο Τσελάν απαγγέλλει το «Μέτρα μου τ αμύγδαλα»)

 Φωτεινές μπάρες, το πηγαδάκι τους, στις κυκλοφοριακές νησίδες, με τις εν τέλει απολυθείσες εραλδικές απολαύσεις, / νοήματα καβάλα στα διαλυμένα πεζοδρόμια, / ο νεοσσό-χρονος, κλο-κλο-κλο, για να βρει την υγειά του, γλιστράει στο νεύρο-Κράκεν, / ένας αναρροφητικός βραχίονας αρπάζει, μέσ’ απ’ την τσάντα τη φτιαγμένη από ίνες τύπου γιούτα, τα εις τας συνεδριάσεις τής Κεντρικής Αρχιδεπιτροπής αποφασισθέντα ψηφίσματα-Βόλων, / άνω-κάτω στον οχετό παροχέτευσης κόπρου κυκλοφορεί τ’ αυταπόδεικτο.

Leuchtstäbe [8/9/1968] Schneepart V.6

 Φύλλο άδεντρο για τον Μπέρτολτ Μπρεχτ: / Τι χρόνια είν’ τούτα που κοντεύει να γίνει έγκλημα μια κουβέντα που ’τυχε να ξαναπεί τόσ’ απ’ όσα έχουν ήδη ειπωθεί;

Ein Blatt [7/1968] Schneepart IV.3

Πηγάδια σκαμμένα στον αέρα: Κάποιος, στο καπηλειό, θα παίζει βιόλα στον κατήφορο τής μέρας / Κάποιος θα στέκεται με το κεφάλι πάνω στη λέξη «Αρκετά» / Κάποιου σταυρωτά τα πόδια απ’ το κατώφλι θα κρέμονται δίπλα στο μαγκάνι.
Τούτος ο χρόνος, / χωρίς βιάση να περάσει, / ξανά στα μούτρα μάς πετά Δεκέμβρη και Νοέμβρη, / ξεσκάβει τις πληγές του, για να χωρέσ’ εσένα, φρεσκοσκαμμένο ταφοπήγαδο, / δωδεκάστομο.

Brunnengräber [25/12/1967] Schneepart I.4

Η Αιωνιότης παραμένει εντός ορίων: αλαφρά, στις τεράστιές της πλοκάμους μέτρησης, με περίσκεψη στριφογυρίζει το — ακτινογραφημένο με τη χρήση νυχιών χεριών — μπιζέλι τού σακχάρου τού αίματος.

Die Ewigkeit [18/10/1968] Schneepart V.18

Μπρος για το νησί, μαζί με τους πεθαμένους στο νερό, / με τις πιρόγες δασοπαντρεμένοι, / με τα χέρια να τα παραμονεύουν οι ουρανοί, /  κρόνια δακτυλιωμένες οι ψυχές τους:
έτσι οι ελεύθεροι, οι ξένοι τραβάν κουπί, / οι μάστορες τού πάγου και τής πέτρας: / με το κουδούνισμα των σημαδούρων όταν τις καταπίνει το νερό, / με τα γαβγίσματα τού ωκεανού που παίρνει τού καρχαρία το γαλάζιο. Κουπί, κουπί, τραβάν κουπί — εσείς, τα πτώματα που κολυμπάτε, δείξτε μας τον δρόμο! / Βάλτε κι αυτό, κι εμάς, στον κιούρτο! / Κι αύριο θα ξεραθεί η θάλασσά μας!

Inselhin [6/1954] Von Schwelle zu Schwelle

Μέτρα μου τ’ αμύγδαλα, / μέτρα ό,τι πίκρισε κι ό,τι σ’ άφησ’ άγρυπνο, / και μέτρα με μαζί:
Έψαξα το μάτι σου όταν τ’ άνοιξες και δεν σε πρόσεξε κανείς, / έγνεσα τη μυστική κλωστή / απ’ όπου γλίστρησ’ η δροσιά, που ’χες στον νου, / μες το κανάτι που φύλαγ’ ένας λόγος που ’χασε τον δρόμο του για κάποιου την καρδιά.
Πρωτοκληρονόμησες εκεί τ’ όνομα που ’ταν το δικό σου, / με βήμα βέβαιο διάβηκες τού εαυτού σου το κατώφλι, / ανεμπόδιστα πηγαινοέρχονταν στο καμπαναριό τής σιωπής σου τα σφυριά, / ό,τι κρυφάκουγε σε σκούντηξε, / ό,τι νεκρό και σένα σφίγγει στην αγκάλη του, / κι οι τρεις σας διαβήκατε τη νύχτα.
Πίκρανέ με. / Μέτρα με με τ’ αμύγδαλα μαζί.

Zähle die Mandeln [1954] Mohn und Gedächtnis


Leuchtstäbe, deren Gespräch, auf Verkehrsinseln, mit endlich beurlaubten Wappen-Genüssen, / Bedeutungen grätschen im aufgerissenen Pflaster, / das Küken Zeit, putt, putt, putt, schlüpft in den Kraken-Nerv, zur Behandlung, / ein Saugarm holt sich den Jutesack voller Beschlußmurmeln[1] aus dem Klöten-ZK,[2] / die Düngerrinne herauf und herunter kommt Evidenz.

Leuchtstäbe [8/9/1968] Schneepart V.6

[1] [murmeln: «βόλοι» (το παιχνίδι), αλλά και «μουρμουρητά» (εναλλακτικά «ψηφίσματα-Μώμων» κατά το «ψηφίσματα-Νόμων»· πιο κοντά στο νόημα θα ήταν ίσως το «ψηφίσματα-μουρμούρες»]
[2] [Klöten-ZK: το «Klöten-» εμφανίζεται σε ορισμένες εκδοχές τού ποιήματος (εναλλακτικά «Κεντρικής Επιτροπής Όρχεων»)]

Ein Blatt, baumlos, für Bertolt Brecht: / Was sind das für Zeiten, wo ein Gespräch beinah ein Verbrechen ist, weil es soviel Gesagtes mit einschließt?

Ein Blatt [7/1968] Schneepart IV.3

Brunnengräber[1] im Wind: es wird einer die Bratsche spielen, tagabwärts, im Krug, / es wird einer kopfstehn im Wort Genug,[2] / es wird einer kreuzbeinig hängen im Tor, bei der Winde.[3]
Dies Jahr / rauscht nicht hinüber, / es stürzt den Dezember zurück, den November, / es gräbt seine Wunden um, / es öffnet sich dir, junger Gräber- brunnen, / Zwölfmund.

Brunnengräber [25/12/1967] Schneepart I.4

[1] [Brunnengräber μπορεί να αποδοθεί ως «ταφοπήγαδα» (δηλ. πηγάδια στον άερα) ή ως «σκάφτης πηγαδιών» (επομένως εναλλακτικά: «Για σένα που σκάβεις πηγάδια στον αέρα»]
[2] [«Όποιος περπατάει με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω, κυρίες και κύριοι, βλέπει από κάτω τον ουρανό σαν να ’ταν άβυσσος», Μεσημβρινός] [Εναλλακτικά: «[όταν δοθεί]/ [με] το σύνθημα «Αρκετά»»]
[3] [Winde: βαρούλκο, τροχαλία αλλά και αναρριχητικό φυτό]

Die Ewigkeit hält sich in Grenzen: leicht, in ihren gewaltigen Meß-Tentakeln, bedachtsam, rotiert die von Finger- nägeln durchleuchtbare Blutzucker-Erbse.

Die Ewigkeit [18/10/1968] Schneepart V.18

Inselhin, neben den Toten, / dem Ein baum waldher vermählt, / von Himmeln umgeiert[1] die Arme, / die Seelen saturnisch beringt[2]:
so rudern die Fremden und freien, / die Meister vom Eis und vom Stein : / umläutet von sinkenden Bojen, / umbellt von der haiblauen See.
Sie rudern, sie rudern, sie rudern – : / Ihr Toten, ihr Schwimmer, voraus! / Umgittert auch dies von der Reuse! / Und Morgen verdampft unser Meer!

Inselhin [6/1954] Von Schwelle zu Schwelle

[1] [umgeiert: νεολογισμός· εναλλακτικά «με τα χέρια που τα οσφραίνονται οι ουρανοί»· στα αγγλικά η λέξη έχει αποδοθεί με το νεολογισμό «to vulture» ώστε να εκφραστεί η κίνηση λ.χ. τής ύαινας ή τού όρνιου σε σχέση με τη λεία τους]

[2] [saturnisch beringt: κρόνια δακτυλιωμένες· η εικόνα έχει να κάνει με τους δακτύλιους δέντρων]

Zähle die Mandeln, / zähle, was bitter war und dich wachhielt, / zähl mich dazu:
Ich suchte dein Aug, als du’s aufschlugst und niemand dich ansah, / ich spann jenen heimlichen Faden, / an dem der Tau, den du dachtest, / hinunterglitt zu den Krügen, / die ein Spruch, der zu niemandes Herz fand, behütet.
Dort erst tratest du ganz in den Namen, der dein ist, / schrittest du sicheren Fußes zu dir, / schwangen die Hämmer frei im Glockenstuhl deines Schweigens, / stieß das Erlauschte zu dir, / legte das Tote den Arm auch um dich, / und ihr ginget selbdritt[1] durch den Abend.
Mache mich bitter. / Zähle mich zu den Mandeln.

Zähle die Mandeln, [1954] Mohn und Gedächtnis

[1] [«Anna selbdritt»: μοτίβο απεικόνισης τού θείου βρέφους με την παρθένο και την Αγία Άννα]

 
3 Σχόλια

Posted by στο 26/01/2020 σε Ποίηση

 

Ετικέτες:

Τέσσερα Ποιήματα — William Empson

 

Σημείωμα για την τοπική χλωρίδα [Note on local flora (1930)]

Δέντρο που ευδοκιμεί στο Τουρκεστάν — ή πιο βαθιά ίσως στην Ανατολή, εκεί που φυτρώνει και το Δέντρο τής Ζωής — και που τα σκληρά, τα παγωμένα του τα κουκουνάρια δεν τα φροντίζει ο καιρός και δεν αφήνουν τη μάνα τους παρά για κάποιο καλό σκοπό· γι’ αυτό ωριμάζουν κι ανοίγουν όταν το δάσος το τρώει η πυρκαγιά·  κι άρα περιμένουν να γεννηθούν με τον τρόπο που μια φορά κι έναν καιρό γεννήθηκε κι ο Βάκχος· ν’ αντικρίσουν, πιο απλά, την εικόν’ αυτή τού τέλους των καιρών. (Ήξερα από μικρός ότι ο Φοίνιξ είναι λαχανικό). Με τον τρόπο, λοιπόν, που η Σεμέλη πεθύμησε το θεό της επιθυμεί και το δέντρο στον Βοτανικό τού Κιου την Κόκκινη Αυγή.

Χαμένα Ραντεβού [Missing Dates (1937)]

Αγάλι το φαρμάκι χορταίνει το κυκλοφορικό. / Δεν είν’ ο πόνος· ούτε το στραπάτσο που εξοντώνει. / Τ’ αποκαΐδι ’μένει, τ’ αποκαΐδι ’μένει και σκοτώνει.

Δεν είν’ το σύστημα που ακολουθείς· ούτ’ ο ταχύς σου ο νους που δεν αλέθεις / απ’ τη ζωή σ’ ούτε μια αλεσιά τής προκοπής. / Αγάλι το φαρμάκι χορταίνει το κυκλοφορικό.

Άδειασαν αίμα κουταβιού σε γέρο σκύλο· / το τραβατζάρισμα βγαίνει λειψό: ζωή για ένα μήνα. / Αγάλι το φαρμάκι χορταίνει το κυκλοφορικό.

Δεν είν’ η γόνιμη γη που υποχωρεί· / την κατατρών οι τόνοι τής σκουριάς τη γη· / και τα προγονικά μνημεία. / Αγάλι το φαρμάκι χορταίνει το κυκλοφορικό.

Χωρίς φωτιά τομάρι γίνεσαι που αλαλάζει. / Όλος φωτιά πεθαίνεις. Απ’ τις μικρές φωτιές / τ’ αποκαΐδι ’μένει, τ’ αποκαΐδι ’μένει και σκοτώνει.

Ειν’ οι στίχοι που παράπεσαν, οι αρρώστιες / απ’ τα χαμένα ραντεβού, που βαλαντώνουν την καρδιά. / Αγάλι το φαρμάκι χορταίνει το κυκλοφορικό. / Τ’ αποκαΐδι ’μένει, τ’ αποκαΐδι ’μένει και σκοτώνει.

Αφιέρωμα στο Βρετανικό Μουσείο (Τανγκαρόα) [Homage to the British Museum (1932-Tangaroa)]

Στον εθνολογικό τομέα τού μουσείου υπάρχει ένας κούφιος Υπέρτατος Θεός σε σχήμα Φρύνου, που έχει για πρόσωπο μια κενή ασπίδα και την κοιλιά του άδεια για να χωρέσει ως ένθεμα το Πάνθεον, μέσω οπής που εντοπίζεται στην έδρα. Πάνω στον ομφαλό, στα διακοσμητικά στοιχεία που αποδίδουν με τρόπο μανιερίστικο τα αισθητήρια, κολλάνε κάτι ψειρίτσες, κουκλάκια, ντόπιοι θεοί· το λείο ξύλ’ αναρριγεί μ’ όλα τα Σύμβολα τής Πίστεως.

Προσερχόμενοι στο μουσείο, ας αφομοιώσουμε τις κουλτούρες των εθνών αποσυνθέτοντας στο διαβρωτικό τής κρίσης μας τους κώδικές τους. Στην συνέχεια, κατειλημμένοι από ένα αίσθημα απόφραξης και μετεωρισμού, ίσως, ορθότερα, φυσιολογικής αναστολής — δείτε και τους επισκέπτες που ζητούν διαρκώς να μάθουν πού βρίσκονται οι έξοδοι — ας σταθούμε εδώ, συνειδητοποιώντας ότι διέξοδος καμία δεν υπάρχει. Ας αποδεχτούμε στωικά ότι το να είσαι το Παν δεν είναι, στο κάτω-κάτω τής Γραφής, και το απόλυτο το τίποτα. Δεν αντιλέγω: θα μπορούσαμε να παράσχουμε στον εαυτό μας και το ευεργέτημα τής αμφιβολίας· εν τω μεταξύ ας προσφέρουμε μια πρέζα σκόνης σε τούτον τον Θεό αναγνωρίζοντας την Βασιλεία του επί τού όλου Κτίσματος τού μουσείου.

Άγνοια θανάτου (Καβαφικό) [Ignorance of Death (1940)]

… Υπάρχει επιπλέον και ένας τρόπον τινά «εξανθρωπιστικός» έρως τού θανάτου, μέσω τού οποίου ακόμη και η ζωγραφική ή η μουσική υποδεικνύουν ότι υπάρχουν κι άλλα πράγματα που αξίζει κανείς ν’ αγαπά. Βουδιστές και Χριστιανοί κατέληξαν, μάλιστα, σε συμφωνία επ’ αυτού,

κάνοντας τον θάνατο το ιδανικό θεμέλιο για τα διαφορετικά τους ιδεώδη. Από την άλλη πλευρά, οι Κομμουνιστές αποδοκιμάζουν κατά κανόνα τον θάνατο, εκτός και εάν εξυπηρετεί κάποιο πρακτικό σκοπό. Από έγκυρες πηγές πληροφορούμαι ότι, στις χώρες τους,

δεν θεωρούνται πλέον κοινωνικά επικίνδυνοι οι νεκρόφιλοι και δεν καταγγέλλονται επομένως στις αρχές υποθέσεις που αφορούν εκταφές και βιασμούς σορών. Οι φροϊδιανοί αντιμετωπίζουν μεν την επιθυμία τού θανάτου ως κάτι το εδραίο, αλλά προσέτι υποστηρίζουν ότι η «αλαλαγή τής ζωής» απορρέει από τον «Έρωτα», τον ανταγωνιστή της.

Αποφεύγουν ωστόσο να αποφανθούν επί τού ζητήματος εάν είναι προτιμότερο να αλαλάζει κανείς πολύ, λίγο ή και καθόλου. Οι αισιόδοξοι ελευθερόφρονες αντιμετωπίζουν τον θάνατο σαν να ήταν η κορνίζα ενός πίνακα ο οποίος βελτιώνεται με το πέρασμα τού χρόνου.

Στην απουσία ακριβώς άμεσης ή κληρονομικά μεταδιδόμενης γνώσης τού θανάτου πρέπει να αποδοθεί και το γεγονός τής μετατροπής του σε σκανδάλη τού βαρύτερου πυροβόλου που διέθεσε ποτέ ο άνθρωπος των γραμμάτων, πράγμα για το οποίο θα μπορούσε βέβαια να θεωρηθεί και ως συνώνυμο τής αγνώστου ονόματος Θεότητος: τής Ησυχίας.

Αν, Θεός φυλάξοι, αποφασίσει ο δείνα να θυσιαστεί για κάτι Άλλο εκτός απ’ τον εαυτό του, κι ’ναι έτοιμος ν’ αντικρίσει τον θάνατο γι’ αυτόν τον λόγο κι όχι για τον ίδιον, τούτο για τον εν λόγω μόνον μάς λέει κάτι.

Πέραν αυτών δεν θα μπορούσα να προσθέσω τίποτ’ άλλο. Γνώμη μου, ωστόσο, ότι, όσο σημαντικό κι αν είναι το ζήτημα ετούτο, κι όσο πρέπον και για τις πιο καθωσπρέπει συναναστροφές, οι περισσότεροί μας πρέπει να προετοιμάζονται να τον προϋπαντήσουν άνευ προκατειλημμένων ιδεών …

Μετάφραση: waltendegewalt

 

Kn-itus cacaturitus–Λεωνίδας ο Ταραντίνος

Όχ’ εδώ, στρατοκόπε που διψάς· μη σκύβεις για να πιεις· ζέσταν’ ο ήλιος και τα γίδια μαγάρισαν την όχτη· ’σα πέρ’ ανέβα στο βουνό ’που παίζουν οι δαμάλες· κει ’π’ τού τσομπάν’ το πεύκο το ψηλό ’ποδιώχνει το λιοπύρι· θα βρεις νερό εκεί πιο κρούσταλλο κι’ απ’ το θράκικο το χιόνι· από πηγούλ’ αφριστή, στο φαλακρό το βράχο να κυλάει.


μὴ σὺ γ᾽ ἐπ᾽ οἰονόμοιο περίπλεον ἰλύος ὧδε
τοῦτο χαραδραίης θερμόν, ὁδῖτα, πίῃς:
ἀλλὰ μολὼν μάλα τυτθὸν ὑπὲρ δαμαλήβοτον ἄκραν
ταύταν, πὰρ κείνᾳ ποιμενίᾳ πίτυϊ
εὑρήσεις κελαρύζον ἐϋκρήνου διὰ πέτρης
νᾶμα, Βορειαίης ψυχρότερον νιφάδος.

Επίγραμμα–Λεωνίδας ο Ταραντίνος (3ος αιώνας π.Χ)
Προφητικό, διδαχτικό και επίκαιρο [είθε να είχε μελοποιηθεί από την κ. Βουφίλιου!]

 
Σχολιάστε

Posted by στο 20/07/2019 σε Ποίηση

 

Συλλογική Λαϊκή Αυτοάμυνα (έναντι τής κ. Λιάνας Κανέλη)

Εδώ βλέπουμε ένα κίτρινο γιλέκο να αρπάζει εκτοξευτήρα δακρυγόνου [0:41] από ομόσταβλο και ομοϊδεάτη τής κ. Κανέλη προκειμένου να κάνει χριστουγεννιάτικο «μποναμά» στις δυνάμεις τής Τάξεως [ή στα «Παιδιά τού Λαού», αν έτσι προτιμάτε] (Saint-Brieuc / Langueux, 8 Δεκ.). Γαλλιστί, «όταν ο ποτιστής ποτίζεται».


100 χρόνια «Κ»ΚΕ: Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία! (και να μας τη δώσεις, μην ξεχάσεις, μετά).
100 χρόνια «Κ»ΚΕ: Κεντρικός επιστημονικός σχεδιασμός για τα κοινωνικοποιημένα μας οβελιστήρια.
100 χρόνια «Κ»ΚΕ: Λαϊκή Συμμαχία, ο Μηλιός στην εξουσία.
100 χρόνια «Κ»ΚΕ: Η ΔΕΑ θα μετακομίσει στο «Κ»ΚΕ; Ιδού η απορία!

 
2 Σχόλια

Posted by στο 10/12/2018 σε «Αριστερά», Ποίηση

 

Μoντ-Λα-Ζολί, 6 Δεκέμβρη

Μoντ-Λα-Ζολί, 6 Δεκέμβρη: 146 λυκειόπαιδα συλλαμβάνονται από 70 αστυνομικούς  (2 λυκειόπαιδα ανά αστυνομικό) με την κατηγορία τής «συμμετοχής σε ένοπλες συναθροίσεις» (participation à un attroupement armé). Στο βίντεο τα λυκειόπαιδα γονατισμένα με τα χέρια στο κεφάλι.

[—Αν δεν κάνω λάθος, οι διατάξεις που προβλέπουν το έγκλημα που τους καταλογίζεται έχουν να κάνουν με την αντιμετώπιση  τής δράσης οργανωμένων συμμοριών («gangs») που συνίστανται με σκοπό την καταστροφή/βανδαλισμό υλικών αγαθών και τη διάπραξη βιαιοπραγιών σε βάρος προσώπων. Περιλαμβάνονται δηλ. περιπτώσεις που στην Ελλάδα θα αντιμετωπίζονταν ως «εγκληματικές οργανώσεις» (πβ. τους χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιούνται στην Ελλάδα για τον  Ρουβίκωνα από ακροδεξιούς πολιτικούς όπως η κ.  Λιάνα Κανέλη). Απαιτείται το στοιχείο τής «οργάνωσης» (δηλ. η ύπαρξη τού κοινού σκοπού), ακόμα και αν η «οργάνωση» συνεστήθη με τρόπο στιγμιαίο (πχ. «κουκουλοφόροι» διαδηλωτές). Οι ποινές από 1 έως 5 έτη και πρόστιμο έως 75000 ευρώ. Δείτε επίσης το άρθρο «Comment manifester est devenu un délit», lundimatin].

Ενημέρωση: Από τους συλληφθέντες (όλοι τους μεταξύ 15-19 ετών), οι 26 βρέθηκαν να κατέχουν όπλα  (πέτρες, σφυριά, λοστούς, περικνημίδες !!!) ή ταυτοποιήθηκαν από την αστυνομία ως επικεφαλής των ταραχών[1]. Για το χρονικό τής σύλληψης (και το κυνηγητό εντός τού κτιρίου τής φιλανθρωπικής οργάνωσης Restos du cœur (κάτι σαν κοινωνικό παντοπωλείο)) δείτε εδώ.

[1] Σύμφωνα με τη νομολογία, στην έννοια των «βιαιοπραγιών» εμπίπτει ακόμη και η «δικαιολογημένη συναισθηματική ταραχή» [émoi légitime] των εμπλεκομένων οργάνων τής τάξεως [!!!] (με την έννοια υποθέτω τής «απειλής»).


Συμμορίτες

Ρεμβασμοί και Αναπολήσεις: Για τις ακροδεξιές σέκτες τής εφηβείας σας

100 χρόνια «Κ»ΚΕ: Το έργο των αστικών δυνάμεων καταστολής να περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στην Καταστολή· συνταγματική ρήτρα, προς ενσωμάτωση στο σοσιαλιστικό σύνταγμα τής Νέας Ελλάδος.
100 χρόνια «Κ»ΚΕ: Το ΝΑΤΟ ν’ ανήκει στους λαούς του· ή, στη γλώσσα τού Ερωτόκριτου, οι Μακεδόνες είναι άτομα μειωμένης νατοϊκής συνείδησης σε αντίθεση με τους Ρωμιοκύπριους.
100 χρόνια «Κ»ΚΕ: Circle-Jerk και Διεθνής Ταξική Αλληλεγγύη· το πιο φλέγον ζήτημα προς συζήτηση στο  επερχόμενο 21ο συνέδριο, γιατί οι «ανένδοτοι» γνωρίζουν από πρώτο χέρι  ότι τις «επαναστάσεις» τις κάνουν οι «χειρώνακτες».

Si tu dis que des mensonges / Je reviendrai la semaine prochaine

 
3 Σχόλια

Posted by στο 07/12/2018 σε «Αριστερά», Ποίηση

 

«Πλαγκτόν»-Λ. Κανέλη [Update]


«Η Μακεδονία ανήκει στους Αθηναίους»-Δημοσθένης ο ρήτωρ (ή «πώς το «Κ»ΚΕ έγινε κόμμα ακροδεξιό»)

«Είναι σπάνιες οι περιπτώσεις πους ένας ένστολος Έλλην γράφει για να δώσει αυτό που ξέρει στους άλλους,[1] όπως είναι επίσης σπάνιες οι περιπτώσεις που οι χορηγοί[;], οι στρατηγοί, οι ευγενείς τη ψυχή και όχι τω αίματι, υποδειγματικά,[2] είναι στην πρώτη γραμμή τού πυρός την ώρα τη μεγάλη και τη δύσκολη. Αυτό είναι το βιβλίο [αέρος-αέρος] τού Φράγκου. Είναι ξεστραβωτικό εργαλείο σε εποχή που ο Λαός, ο Στρατός, οι Πιστοί, οι άνθρωποι που διατηρούν το δικαίωμα να σκέφτονται λέφτερα, αντιμετωπίζονται ως πλαγκτόν[3], εύκολη τροφή για τεμπέλικα θηρία. Είναι πολύ λίγες οι περιπτώσεις[4] που συνειδητοποιούμε, όταν κάποιος δεν είναι ποιητής-νομπελίστας, δεν είναι καλλιτέχνης, δεν είναι συγγραφέας,[5] αλλά είναι επιστήμων και στρατιωτικός, ότι [αυτός] μπορεί να είναι και Μούσα την ώρα που θα χρειαστούμε το φρόνημα.»

Λιάνα Κανέλη — 94 χρόνια «Κ»ΚΕ


Κατανόηση πεζού ποιήματος-Προτασιακοί Ισχυρισμοί τής ποιήτριας:

[1] Γνωστόν τοις πάσι: Οι ένστολοι Έλληνες είναι γενικώς αναλφάβητοι — με την εξαίρεση τού τιμώμενου κ. «Βούλωστο-Αδερφή». Εναλλακτικώς οι ένστολοι είναι σοφοί που φυλάνε με φθόνο τον πλούτο τής σοφίας τους με την εξαίρεση πάντα τού τιμώμενου.
[2] Οι ένστολοι Έλληνες  (στρατηγοί και λοιποί, ώς εννοείται, και ουχί οι μη ευγενείς ψυχαί) σπανίως είναι στην πρώτη γραμμή τού πυρός — με την εξαίρεση βεβαίως τού — υπαλλήλου τού ΝΑΤΟ και τής ΕΕ — κ. «Βούλωστο-Αδερφή», ο οποίος αδιαπαύστως εξαπολύει στο «αντι-νατοϊκό» μέτωπο βιβλία αέρος-αέρος.
[3] Λαός, Στρατός, Πιστοί ταυτίζονται με τους ελευθέρως σκεπτόμενους ανθρώπους [freethinkers], οι οποίοι πλέον αντιμετωπίζονται ως πλαγκτόν. Δυσνόητο σημείο διότι η ποιήτρια φαίνεται να ομολογεί ότι οι ελευθέρως σκεπτόμενοι (αλλά τυφλοί) Πιστοί κ.λπ. είναι ιδιαιτέρως ευάλωτοι στα οκνηρά κητοειδή ακριβώς λόγω τής ελεύθερης αλλά τυφλής σκέψης τους [!].  Ή, ίσως, το ζωοπλαγκτόν των Πιστών και λοιπών (τ.έ «η Εκκλησία τού Κόμματος»)  προικίζεται — πέραν των ψευδοποδίων — και με πολλαπλούς οφθαλμούς ακριβώς λόγω τής δημιουργικής παρέμβασης τού κ. Φράγκου και, τοιουτοτρόπως, οι μάζες τού πλαγκτόν αποφεύγουν τα κητοειδή και ψηφίζουν στο εξής «Κ»ΚΕ (ή ΧΑ· ποιητική ασάφεια).
[4] «Σπανιότης σπανιοτήτων, τα πάντα Σπανιότης!» ΛΚ
[5] Ο Τιμώμενος, ο οποίος συγγράφει βιβλία, δεν είναι συγγραφεύς! Είναι όμως ένστολος επιστήμων και δυνητική «Μούσα». Ergo: Η Μακεδονία είναι Παναθηναϊκή.

ΝΒ1: Το πλήρες ποίημα εδώ: «Πχιοι Μαλάκες; Πχια Μαλακία;» (από την ποιητική συλλογή «2012-Η Αποκάλυψη των Μάγιας»  εκδ. Ανέν[-κ]δοτος. Περαιτέρω βιβλιογραφία εδώ)


ΝΒ2 (Update: Υπενθύμιση προς τ’ αμοιβαδοειδή): Όπως μας πληροφορεί και ο «σύντροφος» κ. Ι. Νεονάκης (MD, MSc, PhD), «[στο βιβλίο τού τιμώμενου] τεκμηριώνεται πλήρως η  θέση […]  ότι σχεδόν το σύνολο τού επονομαζόμενου σήμερα Τουρκικού έθνους είναι Έλληνες, Ρωμιοί εξισλαμισθέντες. Γηγενείς δηλαδή πληθυσμοί της πάλαι ποτέ Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που εξισλαμίσθηκαν, διατηρώντας όμως σε μεγάλο βαθμό την πρότερη κουλτούρα, πολιτισμό και αντίληψη τού κόσμου».

Πράγμα που ως λογικός άνθρωπος υποθέτω ότι συνεπάγεται το εξής: οι τούρκοι είναι κρυπτο-«ρωμιοί» που, με αδημονία, περιμένουν — μαζί με τους υπόλοιπους «ρωμιούς» τής ευρύτερης ανατολικομεσογειακής Σουδητίας  (για παράδειγμα μαζί με τους [«ρωμιο»-]μακεδόνες τής (Βορείου) Μακεδονίας και τους Τουρκο-ρωμιοκυπρίους) —  να τους «μεταδοθεί», εκ νέου, από τον ιεραπόστολο-στρατηγό Φράγκο Φραγκούλη, το ευαγγελικό-«κομμουνιστικό» μήνυμα τής αναγέννησης τής αυθεντικής τους εθνικής ελληνο-ρωμαίικης συνείδησης μέσα από τις στάχτες τού Οθωμανισμού (Τιτοϊσμού, Σλαβομαρξολενινισμού κ.ο.κ.).


 

100 Χρόνια «Κ»ΚΕ: Τώρα και σε συσκευασία Φασό (περιεκτικότητα σε Αλυτρωτισμό 46%. Για γερούς «Πότες»).

 
Σχολιάστε

Posted by στο 06/12/2018 σε «Αριστερά», Ποίηση

 

Στην επανάσταση δεν θα σπάσει ούτε ένας Σταθμός Διοδίων!

 

Πυρπόληση σταθμού διοδίων … / Και κτιρίου τής Τροχαίας … / Με γερανό και φλεγόμενο φορτηγάκι … /  Πρώτη Δεκέμβρη … / Ναρμπόν … / 100 χρόνια ΚΚΕ … / Αποχαρακτηρισμός και Χρήση σωμάτων / εμψύχων τε και αψύχων … / κινητών τε και ασωμάτων  … / 100 χρόνια ΚΚΕ …  / «Το κουπόνι ένα τάλιρο, για περάστε παρακαλώ, πλούσια δώρα» …. / Τζάμπα, ένα τάλιρο …. / Ναύλο για τον Άδη … / Για τη ψυχή τού πατέρα σου ….

ΝΒ: Μεταξύ των αιτημάτων τους είναι και το εξής: Το σύνολο των εισπράξεων από τα διόδια να διατίθεται για τη συντήρηση και ασφάλεια τού οδικού δικτύου. Να συζητηθεί αν οι εν λόγω κατόρθωσαν να μεταδώσουν επιτυχώς  το μήνυμά τους (max 1000 λέξεις).

 
Σχολιάστε

Posted by στο 02/12/2018 σε «Αριστερά», Ποίηση

 

Λ’αψωλή : L’Absolu [Update]

Le comique absolu


Δυστυχώς κανένας αναγνώστης δεν μπόρεσε να μάς λύσει τον κινεζικό γρίφο. Η ορθή απάντηση είναι: «le comique absolu», έννοια συνώνυμη με αυτήν τού «grotesque», όπως αναλύεται στο δοκίμιο τού Μπωντλέρ με τίτλο «Περί τής ουσίας τού γέλωτος». Να σημειωθεί ότι ο Μπωντλέρ αντιδιαστέλλει την κωμωδία τού γκροτέσκου με αυτή τής «σημασίας» ή τού μηνύματος. Ως παράδειγμα τού κωμικού απολύτου ο Μπωντλέρ αναφέρει την ιστορία τού Χόφμαν με τίτλο «Ο Βασιλιάς των Καρότων» (Daucus Carota)**: Ο Καροτοβασιλιάς, ερωτευμένος με την κόρη ενός αγρότη, διεξάγει στρατιωτικά γυμνάσια τού ιππικού τού Έθνους των Καρότων μπροστά από το παράθυρο τής βοσκοπούλας, προκειμένου να κερδίσει την καρδιά τής αγαπημένης του. Μια νύχτα, όμως, ο τετραπέρατος πατέρας τής ξέμυαλης την παίρνει από το  χέρι και της δείχνει τί πραγματικά κρύβουν οι σκηνές όπου κοιμούνται οι καροτο-ουσάροι: Ένα σωρό σάπια λαχανικά μέσα στη λάσπη!

 

**«Δαύκος ο Καρότος»: Γκραβούρα τής εποχής που απεικονίζει τον Πρίγκηπα των Αγριοκαρότων [τής Οργής] τού Χόφμαν.

 
Σχολιάστε

Posted by στο 27/11/2018 σε «Αριστερά», Ποίηση

 

Θεία Λειτουργία τής Πανώλης

 

Ανακριτήριο (για την κ. Λιάνα Κανέλλη)

Στο Σπίτι τού Θεού δεν περισσεύει χρόνος για Συμπόνιες· χρόνος υπάρχει μόνο γι’ Ανακρίσεις· και στο νεκροκρέβατο τον ρώτησαν: Ομολογείς; Ομολογείς;
Και παν’ απ’ το νεκροκρέβατο οι άγγελοι που βρωμούσανε και πέταγαν σαν όρνια τον ρωτάν: Ομολογείς; Ομολογείς;
Κρύο, κάνει κρύο.
Ομολογείς; Ομολογείς;
Ποιος είσαι;
Ομολογείς; Ομολογείς;
Ναι, ομολογώ, ομολογώ· όταν γελάν στη Δίκη των αθώων, ναι, ομολογώ· ασ’ τους να σπάνε πλάκα με το κακό που βρήκε τους αθώους· ασ’ τους να λένε «Να το σχοινί, να η κρεμάλα και να η σκάλα» — που θα με πάνε πίσω σπίτι· ναι, ομολογώ.
Ναι, Άγγελοι, ομολογώ.
Ομολογώ: Σοδομισμός ή Θάνατος!

(Ο αδερφός τής DG πέθανε από έιτζ το 1986)

 
Σχολιάστε

Posted by στο 10/10/2018 σε Μουσική, Ποίηση

 

Τ’ απόγευμα ενός φαύνου—Σ.Μαλαρμέ

soul3

Ο ΦΑΥΝΟΣ: Αυτές τις νύμφες να τις απαθανατίσω θέλω. Ανάλαφρο, πώς φτερουγίζει, καθαρό, το σαρκικό τους χρώμ’ απ’ ύπνους δασιούς αγουροξυπνημένο· μα να’ταν όνειρ’ αυτό π’ αγάπησα; Αμφιβολία, αρχαίας νύχτας φλέβα, λεπτά κλωνάρια ξεπετάς μα σαν αυτόν το λόγγο ’δώ δε μαραγγιάζεις, αλίμονο, για να αποδείξεις ότι εγώ σε μένα πρόσφερα σα θρίαμβο ιδανικό τ’ απατηλό των ρόδων. —Άσε με τώρα να σκεφτώ…

Φαύνε, παραμιλάς, μήπως δεν ήταν οι γυναίκες σου τής αίσθησης τής παραδείσιας ’κόνισμα τής πεθυμιάς σου γέννημα; Σα μια πηγή που κλαίει δε χύνεται η χίμαιρα από τής μιας τής πιο σεμνής τα παγερά τα γαλανά τα μάτια; Την άλλη γι’ αλλιώτικη δεν την περνάς ’κείνη που βογγά κι αγκομαχά σα ζεστός μπάτης απάνω στην προβιά σου; Όμως δεν είναι έτσι, κι αν δροσερό παλεύει το πουρνό με τις αναθυμιάσεις, νωθρό και λιγωμένο, απ’ τη φλογέρα χύνεται το γάργαρο νεράκι, ποτίζοντας το σύδεντρο με μουσική· μόν’ η ανάσα ξεπηδά απ’ το διπλό καλάμι, γύρω σκορπίζοντας τον ήχο της σαν άνυδρη βροχούλα· τής μούσας είν’ το στέναγμα που στον ουρανό παλιννοστεί, γλυκιά φτιαστή πνοή στ’ άπτυχα τού ορίζοντα τα βάθη ν’ αχνοτρέμει.

Βάλτου ασάλευτου όχθες σικελικές, που η έπαρση μου κούρσευε, ζηλεύοντας τους ήλιους, βουβές και φως ανθίζοντας τώρα ΔΙΗΓΗΘΕΙΤΕ «πως — όταν έκοβ’ εδωνά τα κούφια τα καλάμια που ’μέρευε η τέχνη μου — απ’ τους γλαυκούς ορίζοντες τους βλαστερούς, που κληματσίδες τάζανε στις νερομάννες, για μια στιγμή σπαρτάρησε μια ζωντανή ασπράδα· και πως ότανε ’γεννήθη το σουραύλι, με τις αργές τις πρώτες του τις νότες ξάφνιασε των κύκνων το κοπάδι — όχι, νεράιδες ήτανε — που πέταξε στον ουρανό ή στο νερό ’βυθίστη…»

Όλα νωθρά στην ώρα την ξανθή ανάβουν μα δε δείχνουνε πώς λάκισ’ ο υμέναιος, πόθος αυτού που επίμονα το «λα» αναζητούσε· τότ’ ο πυρετός απότομα θα με σκουντούσ’ ο πρώτος, μόνος κι όρθιος σ’ αρχαίο χείμαρρο φωτός λουσμένος να ξυπνήσω, κρίν’ άδολο τη θέση μου να πάρω δίκια ’νάμεσα στ’ άλλα κρίνα.

Πέρ’ απ’ το γλυκόλογο που πλέει στον αέρα, ψιθυριστό φιλί στις άπιστες φανάρι να βαστάει, στο στήθος νιώθ’ αμόλυντ’ απ’ αγάπης σύμβολο δαγκωματιά κρυφή π’ άφησε σεπτό δόντι. Μα στάσου, τού μυστικού τής δύναμης τής σκοτεινής φύλακας είν’ το διπλό πλατύ καλάμι που στο γαλάζιο θόλο αντηχεί, μονωδικά μακρόσυρτα, μια μελωδία κούφια κι ανιαρή, καθώς τής παρειάς νοσφίζεται την πύρα, νομίζοντας πως ανεμοσκορπά τ’ όνειρο το καθημερνό μιας πλάτης ή τής αγνής γαστέρας που τα κλειστά μου μάτια ’κόμα κυνηγούν, αφού θέλει σε δύναμη να παραβγεί την άστατη αγάπη δολώνοντας με το νόθ’ αμάλγαμα π’ ανύποπτο το τραγούδι φτιάνει την ομορφιά τής φύσης.

Δοκίμασ’ όργανο φυγής, ω σύριγγα πανούργα, στις λίμνες όπου με καρτερείς ξανά να μπουμπουκιάσεις! Με μουρμουρητά περήφανα για τις θεές εγώ θα τραγουδώ, χασομερώντας, όταν με σκαιά ’κονίσματα, κρυφά, θα τους σηκώνω λίγο-λίγο πιο ψηλά το γυροφούστανό τους· κι όταν το φως των σταφυλιών θα το’χω ’λο ρουφήξει μια σκιά τύψης ξορκίζοντας που γλύτωσε απ’ τής τέχνης μου τ’ ακονισμένα νύχια, αντίδωρο θα δίνω γελαστός στον ουρανό τον καλοκαιρνό τ’ άδειο το τσαμπί τους· ψιθυριστά στις λαμπερές τους φλούδες θα μιλώ, αχόρταγο μεθύσι, και μέσ’ απ’ τα τσίπουρα γύρω θα κοιτώ μέχρι να πέσ’ η νύχτα.

Νεράιδες, ας γκαστρώσουμε σωρούς τις ΕΝΘΥΜΗΣΕΙΣ! «Μέσ’ απ’ τα βούρλα κάρφωνα το μάτι στ’ αΐδια τα λαιμά τους π’ αναθεματίζουνε τού δάσους το φεγγίτη, στο κύμα καταπνίγοντας την κάψα τους· πετράδια σε πετράδια, των μαλλιών το λαμπρό τους το λουτρό σ’ αναλαμπές και ρίγη σβήνει. Να τις προφτάσω τρέχω· και ξαφνικά ταλαίπωρες απ’ τής περίπτυξής του το χτικιό στα πόδια μου τις νιώθω κουβάρι να κοιμούντ’ ανάμεσα στ’ ανύπαντρα παράτολμά τους μπράτσα· τις ξεπετάω και τις δυο μα δεν τις ξεχωρίζω· και τρέχω ’δω στο σύθαμνο που το μισεί το φύλλωμα τ’ ασύνετο των ρόδων, όπου ξεραίνεται ο μόσκος τους στο μεσημεριανό τον ήλιο· τα ίδια που θα πάθαινε και το ’ρωτικό παιχνίδι». Πώς σε λατρεύ’ οργή παρθενική τέρψ’ αμέρωτη τής άγιας τής γυμνής μυλόπετρας που σαν αστραπή σκιρτάς και ξεγλιστράς απ’ το φλόγινο το χείλι που πίνει και που πίνει το μυστικό τής σάρκας το λαχτάρισμ’ απ’ τα πόδια τ’ άστοργα τής μιας μέχρι τα κόρφια τα σεμνά τής σιγαλής τής άλλης, π’ απάντεχα την παρατ’ απ’ τα δάκρυα τα τρελά νωπ’ ή απ’ αχνούς λιγότερο στεναχτικούς μι’ αγνοσύνη. «Τ’ ομολογώ! Χαρούμενος που σύντριψα τους μουλωχτούς τους φόβους, στα δυ’ ο κακούργος έκοψα των φιλιών τους το κουβάρι που το’ χαν έγνοια οι θεοί να μείνει μπερδεμένο, γιατί μόλις στ’ άδυτα τα γαληνά τής μιας να κρύψω έκανα τού κάκου γέλιο φλογερό — κρατώντας με το δάχτυλο την άβγαλτη, που δε ροδοκοκκίνιζε¸ τη μικροκαμωμένη, ώστ’ απ’ τής αδερφής τον πυρετό που φούντωνε να πάρει χρώμα το πτιλωτό της το λευκό — απ’ τη λαβή που λύνει κάποιος σκοτεινός αποθαμός ανάλγητο παντοτινά το θήραμα ξεφεύγει με χλεύη για τ’ αναφιλητό π’ ακόμα με μεθούσε».

Λίγο που με νοιάζει! Δεμέν’ από τα κέρατα άλλες πλεξούδες θα βρεθούν για να με σούρουν στην εδέμ· γιατριά γλυκιά, καημέ μου, μελισσοβούισμα γρικάς, όποτ’ ώριμ’ ολοπόρφυρα τα ρόιδια σκάνε· ερωτοφίλητο το αίμα μας θα χύνεται σπονδή στ’ αείρυτο τής πεθυμιάς το σμάρι… Στις ξέθωρες τις φυλλωσιές φουντώνει κάποιο γλέντι τότε που το δάσος βάφεται με χρυσάφια και με στάχτες· Αίτνα, τη λάβα σ’ ανέμελα πατούν τής Κύπριδας οι φτέρνες, όταν θλιμμένος ύπνος αντηχεί κι ο λύχνος έχει σβήσει. Αν τη Βασίλισσ’ άρπαξα, κακό τού κεφαλιού μου…

Όχι, των λόγων η άδεια η ψυχή και το καταβλημένο σώμα αργ’ αργά σκλαβώνονται στ’ αγέρωχου τού μεσημεριού τη νέκρα. Να γείρω ν’ αποκοιμηθώ, στην αυχμηρή την άμμο, να πνίξω τον ανίερο απόηχο τής πράξης, να λάβω τ’ άστρο τού δυνατού πιοτού μεταλαβιά, καθώς το’ χω συνήθειο.

Στο καλό ζευγάρι μου, τη σκιά που ’γινες πηγαίνω να ονειρευτώ.

 
Σχολιάστε

Posted by στο 22/11/2016 σε Ποίηση

 

Ετικέτες:

 
Αρέσει σε %d bloggers: