RSS

Category Archives: Οικονομία

Ο παγκοσμιοποιημένος νόμος τής αξίας – Samir Amin

Η θεμελιώδης σημασία τού νόμου τής αξίας—Samir Amin
[La loi de la valeur mondialisée, σελ.15-61] [η μετάφραση σε pdf]

Έχοντας αφιερώσει τον πρώτο τόμο τού Κεφαλαίου στην εξέταση των θεμελιακών γνωρισμάτων τού νόμου τής αξίας, ο Μαρξ ασχολείται στον δεύτερο τόμο με την κατασκευή μιας — εκ πρώτης όψεως — καθαρά «οικονομικής» απόδειξης. Προσπαθεί αφενός να αποδείξει ότι σε ένα καπιταλιστικό σύστημα είναι θεωρητικά δυνατή η συσσώρευση και αφετέρου να προσδιορίσει τις συνθήκες για την επίτευξη δυναμικής ισορροπίας στο συγκεκριμένο σύστημα. Όπως προκύπτει από τα επεξηγηματικά παραδείγματα που χρησιμοποιεί, το συγκεκριμένο σύστημα διακρίνεται από μια σειρά μεγεθών και αναλογιών που είναι προφανές ότι σχετίζονται στο σύνολό τους με το πεδίο τής οικονομίας. Πρώτον, πρόκειται για τις αναλογίες κατανομής τής εργατικής δύναμης και των μέσων παραγωγής στους δύο τομείς που ορίζουν τις βάσεις τού κοινωνικού καταμερισμού τής εργασίας, πράγμα που επιτρέπει τη σύγχρονη παραγωγή μέσων παραγωγής και μέσων κατανάλωσης. Δεύτερον, πρόκειται για τις αναλογίες που χαρακτηρίζουν την ένταση χρησιμοποίησης των μέσων παραγωγής από την άμεση εργασία, πράγμα που λειτουργεί ως μέτρο τού επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Τρίτον, πρόκειται για την μεταβολή των αναλογιών που συνοδεύει τη μετάβαση από τη μια φάση στην άλλη και η οποία δίνει το μέτρο τής κατεύθυνσης και τού ρυθμού προόδου των παραγωγικών δυνάμεων. Τέταρτον, τέλος, πρόκειται για τον βαθμό εκμετάλλευσης τής εργασίας (ποσοστό υπεραξίας). Ο Μαρξ παρουσιάζει μεν μια σειρά παραδειγμάτων όπου όλα αυτά τα μεγέθη εκφράζονται σε αξίες, αλλά το συμπέρασμα που συνάγει από τα συγκεκριμένα παραδείγματα (τ.έ. τις οικονομικές συνθήκες τής διευρυμένης αναπαραγωγής) μπορεί κάλλιστα να συναχθεί και από ένα μοντέλο εκφρασμένο σε τιμές παραγωγής, όπου το κέρδος είναι ανάλογο προς το χρησιμοποιούμενο κεφάλαιο και όχι προς την εκμεταλλευόμενη εργασία. Στο συγκεκριμένο και περιορισμένο αυτό πλαίσιο, οι δύο μορφές «οικονομικής» επιχειρηματολογίας είναι ισοδύναμες.[1] Για τους λόγους αυτούς, διατύπωσα ένα μοντέλο διευρυμένης αναπαραγωγής όπου λαμβάνεται υπόψη και η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και το οποίο ορίζεται, σε γενικές γραμμές, ως εξής:

Φάση 1
Τομέας Ι: παραγωγή μέσων παραγωγής

1e+ah=pe

(όπου a, οι ώρες [h] άμεσης εργασίας [a\cdot h] που απαιτούνται για την παραγωγή p μονάδων εξοπλισμού [p\cdot e] με τη χρησιμοποίηση πρώτων υλών και μιας μονάδας εξοπλισμού [1\cdot e]).

Τομέας ΙΙ: παραγωγή καταναλωτικών αγαθών

1e+bh=qc

(όπου b, οι ώρες άμεσης εργασίας [b\cdot h] που απαιτούνται για την παραγωγή q μονάδων καταναλωτικών αγαθών [q\cdot e] με τη χρησιμοποίηση πρώτων υλών και μιας μονάδας εξοπλισμού [1\cdot e]).

Φάση 2

Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων ορίζεται από την ικανότητα χρησιμοποίησης μεγαλύτερου όγκου πρώτων υλών και αγαθών εξοπλισμού για την παραγωγή μεγαλύτερου όγκου κεφαλαιουχικών και καταναλωτικών αγαθών με την ίδια όμως ποσότητα άμεσης εργασίας (a και b). Έχουμε επομένως τις ακόλουθες εξισώσεις (όπου λ και γ, όντας μικρότερα τής μονάδας [λ και γ <1], εκφράζουν το μέγεθος τής ανάπτυξης τής παραγωγικότητας της εργασίας):

1e+a\lambda h=pe

1e+b\gamma h=qc

Από το πολύ γενικό αυτό πλαίσιο καταλήγουμε στα εξής συμπεράσματα:

(1) Η επίτευξη δυναμικής ισορροπίας είναι δυνατή, υπό τη μόνη προϋπόθεση ότι η εργατική δύναμη (a+b) θα χρησιμοποιείται σε κατάλληλες αναλογίες στους δύο τομείς παραγωγής.

(2) Ο ρυθμός συσσώρευσης, που μετράται βάσει τής αύξησης τής παραγωγής μέσων παραγωγής, είναι ο παράγοντας εκείνος που καθορίζει το επίπεδο τής απασχόλησης (συμπέρασμα που βρίσκεται στον αντίποδα των παραδοχών τής επικρατούσας οικονομικής θεωρίας).

(3) Η δυναμική ισορροπία προϋποθέτει ότι τα καταναλωτικά αγαθά που παράγονται κατά τη διάρκεια μιας φάσης καταναλώνονται κατά την ίδια φάση. Τα αγαθά εξοπλισμού[3] που παράγονται κατά τη διάρκεια μιας φάσης αγοράζονται στην αρχή τής επόμενης περιόδου. Καθώς η υπεραξία που παράγεται κατά τη διάρκεια μιας φάσης μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο κατά τη διάρκεια τής επόμενης περιόδου, η δυναμική ισορροπία προαπαιτεί επίσης την ορθή κεντρική διαχείριση τής πίστωσης.

(4) Αν το σύνολο τής οικονομίας περιλαμβάνει αποκλειστικά τους δύο αυτούς τομείς, τότε η δυναμική ισορροπία προϋποθέτει αύξηση μισθών σε ποσοστό που προκύπτει από τον συνδυασμό των παραμέτρων λ και γ.[4] Ομοίως, τα ποσοστά υπεραξίας και οι οργανικές συνθέσεις μεταβάλλονται ανάλογα με τις τιμές των λ και γ. Το ποσοστό κέρδους παραμένει ως επί το πλείστον σταθερό.

(5) Αν οι πραγματικοί μισθοί δεν σημειώνουν την απαραίτητη πρόοδο, η ισορροπία είναι δυνατή μόνο υπό τον όρο τής παράλληλης ανάπτυξης ενός τρίτου τομέα για τη μη παραγωγική κατανάλωση τής παραχθείσας υπεραξίας [τομέας III].

Ένα απλό παράδειγμα για την επεξήγηση τού μοντέλου

Το μοντέλο αποτυπώνει με άμεσο τρόπο τις τεχνολογικές σχέσεις παραγωγής (εισροές άμεσης εργασίας και εξοπλισμού, εκροές παραγωγής), για παράδειγμα ως εξής:

Τομέας I: 1e+4h\rightarrow3e

Τομέας II: 1e+4h\rightarrow6c

Οι εισροές σταθερού κεφαλαίου δίνονται απευθείας σε μονάδες κεφαλαιουχικών αγαθών (e) και οι εισροές άμεσης εργασίας σε ώρες (h). Όσον αφορά τον τον τομέα I¸ οι εκροές δίνονται σε μονάδες κεφαλαιουχικών αγαθών (e), ενώ όσον αφορά τον τομέα II οι εκροές δίνονται σε μονάδες καταναλωτικών αγαθών (c). Στο συγκεκριμένο παράδειγμα διαπιστώνουμε ότι η οργανική σύνθεση είναι η ίδια και για τους δύο τομείς παραγωγής.

Θεωρούμε ότι και στους δύο τομείς το προϊόν τής εργασίας κατανέμεται με την ίδια αναλογία ανάμεσα στον προλετάριο και τον καπιταλιστή (δηλ. τα ποσοστά υπεραξίας είναι ίσα και στους δύο τομείς). Θεωρούμε επίσης ότι οι μισθοί αποτελούν τη μόνη πηγή ζήτησης καταναλωτικών αγαθών (c) — ή, με άλλα λόγια, ότι η αγοραστική δύναμη που εκφράζεται με τη μορφή τής αμοιβής τής εργασίας επιτρέπει την απορρόφηση τού συνόλου τής παραγωγής τού τομέα II σε κάθε διαδοχικό κύκλο παραγωγής. Αντιθέτως, το σύνολο τής υπεραξίας «αποταμιεύεται» με σκοπό τη χρηματοδότηση τής ακαθάριστης επένδυσης (αντικαταστάσεις και προσθήκες). Με άλλα λόγια, η αγοραστική δύναμη η οποία εκφράζεται με τη μορφή τής υπεραξίας που παράγεται στη διάρκεια μιας φάσης επιτρέπει την εγκατάσταση τού αναγκαίου εξοπλισμού για την επίτευξη δυναμικής ισορροπίας κατά την επόμενη φάση.

Όσον αφορά τώρα τη δυναμική ισορροπία, η πρόοδος που επιτυγχάνεται από τη μια φάση στην άλλη ορίζεται με βάση τον ρυθμό αύξησης τής παραγωγικότητας τής εργασίας (δηλ. τον λόγο τού προϊόντος προς την εισροή άμεσης εργασίας). Για παράδειγμα, αν και στους δύο τομείς η παραγωγικότητα διπλασιάζεται από φάση σε φάση, η τεχνολογία για τη δεύτερη φάση θα ορίζεται ως εξής:

Τομέας I: 2e+4h\rightarrow 6e

Τομέας II: 2e+4h\rightarrow 12c

 

Η ίδια ποσότητα άμεσης εργασίας χρησιμοποιεί διπλάσιες ποσότητες εξοπλισμού, πρώτων υλών κ.λπ. [6e], ώστε να παραχθεί διπλάσιο προϊόν [12c], ενώ διπλασιάζονται και οι οργανικές συνθέσεις κεφαλαίου.

Υπό τις συνθήκες αυτές, πώς διατηρείται η ισορροπία από τη μια φάση στην άλλη; Υποθέτουμε ότι είναι δεδομένες εκ των προτέρων οι ποσότητες τής διαθέσιμης εργασίας (π.χ. 120h) και το απόθεμα μέσων παραγωγής (30e). Η κατανομή τους μεταξύ των δύο τομέων, το ποσοστό υπεραξίας και ο ρυθμός ανάπτυξης (το πλεόνασμα παραγωγής τού τομέα I πέραν των αναγκών αντικατάστασης) βρίσκονται σε σχέση ταυτόχρονης αλληλεξάρτησης. Για παράδειγμα, έχουμε:

Φάση 1 Εξοπλισμός Αναγκαία εργασία Υπερεργασία Προϊόν
Τμήμα I 20e + 40h + 40h  →  60e
Τμήμα II 10e + 20h + 20h  →  60c
Σύνολο 30e 120h

 

Σε αυτή την περίπτωση, το προϊόν τού τμήματος Ι κατά τη φάση 1 είναι διπλάσιο από το απαιτούμενο για την αντικατάσταση τού κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, επιτρέποντας έτσι τον διπλασιασμό τής απόδοσης κατά τη φάση 2 [βλ. πίνακα κατωτέρω]. Διαπιστώνουμε ότι οι αναλογίες \frac{2}{3} και \frac{1}{3} , που εκφράζουν την ανά τομέα κατανομή των παραγωγικών δυνάμεων,[5] και ένα αμετάβλητο ποσοστό υπεραξίας ύψους 100% (πράγμα που σημαίνει διπλάσιους πραγματικούς μισθούς) αποτελούν τις προϋποθέσεις για τη διατήρηση τής δυναμικής ισορροπίας κατά τη φάση 2, η οποία περιγράφεται ως εξής:

Φάση 2 Εξοπλισμός Αναγκαία εργασία Υπερεργασία Προϊόν
Τμήμα Ι 40e + 40h + 40h  →  120e
Τμήμα ΙΙ 20e + 20h + 20h  →  120c
Σύνολο 60e 120h

 

Διαπιστώνουμε εδώ ότι η αγοραστική δύναμη των μισθών που αντιστοιχούν σε 120 ώρες εργασίας (εκ των οποίων 60 είναι ώρες αναγκαίας εργασίας) εξασφαλίζει την αγορά 60c[6] κατά τη φάση 1 και 120c κατά τη φάση 2 — πράγμα που σημαίνει ότι οι πραγματικοί μισθοί θα έχουν διπλασιαστεί, ακολουθώντας τον ρυθμό αύξησης τής παραγωγικότητας τής εργασίας. Το σύνολο τής παραγωγής κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, που διπλασιάζεται από φάση σε φάση, απορροφάται κατά τη διάρκεια τής επόμενης φάσης. Παρατηρούμε ότι το ποσοστό αύξησης τού διαθέσιμου κεφαλαιουχικού εξοπλισμού είναι αυτό που καθορίζει τη συνολική ποσότητα τής χρησιμοποιούμενης εργασίας, και όχι το αντίστροφο. Επομένως πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η συσσώρευση τού κεφαλαίου καθορίζει το επίπεδο τής απασχόλησης, και όχι το αντίστροφο (όπως υποστηρίζεται γενικά από τη χυδαία οικονομολογία και ειδικότερα από τη θεωρία τού μαρζιναλισμού). Στην περίπτωσή μας τα επίπεδα απασχόλησης δεν μεταβάλλονται από φάση σε φάση ακριβώς λόγω τής επιλογής των υποθέσεων εργασίας μας. Ωστόσο, αν υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι έχουμε και φυσιολογική αύξηση τού ενεργού πληθυσμού, τότε ο ρυθμός συσσώρευσης δεν θα εξασφαλίζει την πλήρη απασχόληση.

Το πολύ απλό αυτό μοντέλο εξηγεί επαρκώς τη φύση τής αντικειμενικής σχέσης που υφίσταται μεταξύ τής αξίας τής εργατικής δύναμης και τού επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Δεν κερδίζουμε τίποτε εάν κάνουμε χρήση ενός κοινού παρονομαστή, προκειμένου έτσι να αθροιστούν οι εισροές (περισσότερα για το «νόμιμο χρήμα», βλ. κατωτέρω [σελ. 30, pdf]), εάν στους υπολογισμούς μας χρησιμοποιήσουμε τιμές αντί για αξίες («εξίσωση τού ποσοστού κέρδους», που στην περίπτωσή μας είναι, ούτως ή άλλως, ίσο με το ποσοστό υπεραξίας, δεδομένου τού ότι οι οργανικές συνθέσεις είναι οι ίδιες και για τους δυο τομείς) ή, τέλος, εάν χρησιμοποιήσουμε περισσότερο περίπλοκες παραδοχές (διαφορετικές οργανικές συνθέσεις και/ή διαφορετικές αυξήσεις τής παραγωγικότητας ανά τομέα).

Με βάση το μοντέλο μας μπορούμε για παράδειγμα να διατυπώσουμε, με ομοιογενείς όρους, τις προϋποθέσεις για την επίτευξη δυναμικής ισορροπίας. Εάν η τιμή μονάδας για τα καταναλωτικά αγαθά C ισούται με ένα φράγκο (1F), το ωρομίσθιο[7] με 0,50F και η τιμή μονάδας για τα αγαθά εξοπλισμού είναι ίση με 2F, τότε η υπεραξία, που ισούται εδώ με το κέρδος, υπολογίζεται μέσω αφαίρεσης,[8] οπότε έχουμε:


Φάση 1 Εξοπλισμός Μισθοί Υπεραξία Προϊόν
Τμήμα Ι 20e x 2 = 40F 80h x 0,5 = 40F 40F 60e x 2 = 120F
Τμήμα ΙΙ 10e x 2 = 20F 40h x 0,5 = 20F 20F 60c x 1 = 60F
Σύνολο 60F 60F 60F 180F

Αν θεωρήσουμε ότι στην επόμενη φάση οι τιμές παραμένουν σταθερές,[9] η ισορροπία θα συνεπάγεται τον διπλασιασμό τόσο τού ονομαστικού μισθού όσο και τής παραγωγικότητας.

Φάση 2 Εξοπλισμός Μισθοί Υπεραξία Προϊόν
Τμήμα Ι 40e x 2 = 80F 80h x 1 = 80F 80F 120e x 2 = 240F
Τμήμα 2 20e x 2 = 40F 40h x 1 = 40F 40F 120c x 1 = 120F
[120F] [120F] [120F] [360F]

 

Μπορούμε να επαληθεύσουμε ότι δεν υφίστανται δυσκολίες απορρόφησης. Οι μισθοί που καταβάλλονται στη φάση 1 (60F) επιτρέπουν την αγορά τού συνόλου τής παραγωγής καταναλωτικών αγαθών που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια τής ίδιας φάσης. Όσον αφορά δε τα μέσα παραγωγής που παρήχθησαν κατά τη φάση 1 (120F), η παραγωγή απορροφάται από τους καπιταλιστές για την κάλυψη των αναγκών τής φάσης 2 (από τον πίνακα διαπιστώνουμε ότι, σε αυτή την φάση, η αξία τού εγκατεστημένου εξοπλισμού ισούται πράγματι με 120F). Πιο συγκεκριμένα, αυτά τα αγαθά εξοπλισμού χρησιμοποιούνται αφενός για την αποκατάσταση τής παραγωγικής ικανότητας[10] στα επίπεδα τής φάσης 1 και αφετέρου για τη δημιουργία πρόσθετης παραγωγικής ικανότητας (χρηματοδοτούμενης μέσω τής υπεραξίας που πραγματοποιήθηκε στη φάση 1, που, όπως είδαμε, ισούται με 60F). Από φάση σε φάση, τα πραγματικά ωρομίσθια διπλασιάζονται, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα επίπεδα παραγωγής καταναλωτικών αγαθών.

Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι τα μέσα παραγωγής που παρήχθησαν κατά τη διάρκεια μιας φάσης δεν έχουν τις ίδιες αξίες χρήσης με εκείνα που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή τους. Η εγκατάσταση 20e [μονάδων παραγωγής] κατά τη φάση 1 επιτρέπει την παραγωγή 60 μονάδων νέου τύπου. Για παράδειγμα, με τη χρήση ατμομηχανών θα παράγονται στο εξής ηλεκτρικές μηχανές και κινητήρες και όχι περισσότερες ατμομηχανές.[11] Διαφορετικά δεν θα είχαμε διπλασιασμό τής αποδοτικότητας κατά την επόμενη φάση. Αν τα μέσα παραγωγής ήταν τού ίδιου τύπου, τότε η αποδοτικότητα θα παρέμενε στα ίδια επίπεδα· με άλλα λόγια, θα παρέμενε αμετάβλητος ο λόγος μέσων παραγωγής‒άμεσης εργασίας. Αν η ίδια ποσότητα άμεσης εργασίας επιτρέπει τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού διπλάσιας αξίας για την παραγωγή διπλάσιου τελικού προϊόντος, αυτό συμβαίνει διότι τα νέα μέσα παραγωγής είναι διαφορετικού τύπου και αποδοτικότητας. Με βάση την παρατήρηση αυτή μπορούμε να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στο «εντατικό» και στο «εκτατικό» μοντέλο διευρυμένης αναπαραγωγής. Στο εκτατικό μοντέλο παράγονται σε αυξανόμενες ποσότητες μέσα παραγωγής τού ίδιου τύπου, πράγμα που σημαίνει ότι αυτού τού είδους η διευρυμένη αναπαραγωγή απαιτεί παράλληλη αύξηση τής χρησιμοποιούμενης ποσότητας εργατικού δυναμικού. Τούτο δεν ισχύει κατ’ ανάγκη στην περίπτωση τού μοντέλου εντατικής συσσώρευσης, το οποίο άλλωστε παρουσιάζει και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Πρέπει να τονισθεί ότι η πραγματοποίηση τής υπεραξίας έχει ως αναγκαίο προαπαιτούμενο τη μεσολάβηση τής τραπεζικής πίστης. Αν κατά τη φάση 1 το πιστωτικό σύστημα καταβάλει ως προχρηματοδότηση ποσό 120F στους καπιταλιστές, προκειμένου αυτοί να μπορέσουν να αγοράσουν τα αναγκαία μέσα παραγωγής (60F) και να πληρώσουν τους μισθούς (60F), με τους οποίους οι εργάτες καλύπτουν τις καταναλωτικές τους ανάγκες, τότε, στο τέλος τής πρώτης φάσης, οι καπιταλιστές θα έχουν εισπράξει από τις πωλήσεις καταναλωτικών αγαθών ποσό 60F και από τις μεταξύ τους αγορές μέσων παραγωγής προς αντικατάσταση χρησιμοποιημένου εξοπλισμού επίσης ποσό 60F. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουν να επιστρέψουν την εισπραχθείσα προκαταβολή (120F). Ωστόσο, για να μπορέσουν κατά τη φάση 2 να αυξήσουν την παραγωγή τους με την αγορά πρόσθετων μέσων παραγωγής, θα πρέπει να λάβουν προκαταβολή ποσού ύψους 240F, που θα χρησιμοποιήσουν σύμφωνα με το ίδιο μοντέλο και το οποίο θα επιστρέψουν κατά το τέλος τής φάσης 2 και ούτω καθεξής. Σε απάντηση των επιχειρημάτων τής Ρόζα Λούξεμπουργκ σε σχέση με το «ζήτημα των εμπορικών διεξόδων», παραπέμπω τον αναγνώστη σε προηγούμενα κείμενα μου για τον ρόλο που διαδραματίζει εδώ η τραπεζική πίστη. — Είναι επίσης προφανές ότι μπορούμε να αναπτύξουμε ένα παρόμοιο σκεπτικό κάνοντας την παραδοχή ότι κατά τη φάση 2 οι ονομαστικοί μισθοί θα παραμείνουν αμετάβλητοι, ενώ συγχρόνως θα έχουν μειωθεί οι τιμές και αυξηθεί οι πραγματικοί μισθοί.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: Το γενικό μοντέλο διευρυμένης αναπαραγωγής

Παράμετροι τού συστήματος

Θα παρουσιάσω σε πολύ γενικές γραμμές το μοντέλο που συνδέει τους πραγματικούς μισθούς (καθώς και τα ποσοστά υπεραξίας) με τους ρυθμούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Για κάθε φάση παραγωγής, οι τομείς Ι-ΙΙ (όπου I είναι ο τομέας παραγωγής μέσων παραγωγής και ΙΙ ο τομέας παραγωγής καταναλωτικών αγαθών) ορίζονται από εξισώσεις που εκφράζονται σε αξίες και οι οποίες έχουν την ακόλουθη μορφή:

Φάση 1

Τμήμα Ι: e+a=pe
Τμήμα ΙΙ: e+b=qc

όπου e αντιπροσωπεύει μια μονάδα μέσων παραγωγής[12] και a και b τις ποσότητες τής άμεσης εργασίας που χρησιμοποιούνται σε κάθε μονάδα μέσων παραγωγής, ενώ p και q αντιπροσωπεύουν αντίστοιχα τις παραγόμενες ποσότητες μέσων παραγωγής και καταναλωτικών αγαθών.

Τα ζεύγη των παραμέτρων a-b και p-q ορίζουν το συγκεκριμένο τεχνολογικό σύστημα. Οι συγκεκριμένοι παράμετροι καθορίζουν τις τιμές ισορροπίας για τις μονάδες εξοπλισμού και κατανάλωσης e και c αντίστοιχα. Επιπλέον, το επίπεδο τεχνολογικής προόδου ορίζεται από τις παραμέτρους λ και γ που λαμβάνουν τιμές μικρότερες τής μονάδας. Οι συγκεκριμένοι παράμετροι καθορίζουν την εξέλιξη τού συστήματος κατά τις επόμενες φάσεις. Επομένως έχουμε:

Φάση 2

Τμήμα Ι: e+a\lambda=pe
Τμήμα ΙΙ: e+b\gamma=qc

Φάση 3

Τμήμα Ι: e+a\lambda^2=pe
Τμήμα ΙΙ: e+b\gamma^2=qc
κ.ο.κ.

Με μια συνολική ποσότητα εργασίας + — που είναι θα μικρότερη από a+b [καθώς λ και γ <1]— και με τη σωστή κατανομή και διάρθρωση τού εξοπλισμού, επιτυγχάνονται τα ίδια επίπεδα παραγωγής.

Ο πρώτος όρος κάθε εξίσωσης e εκφράζει την αξία τού σταθερού κεφαλαίου Ε, αναγόμενου σε μια υλική μονάδα εξοπλισμού χρησιμοποιούμενου στην παραγωγική διαδικασία, όπου e είναι η αξία κάθε μονάδας εξοπλισμού (e_{1}\neq e_{2}\neq e_{3} κ.ο.κ.), ενώ ο δεύτερος όρος εκφράζει την υλική ποσότητα άμεσης εργασίας — συμπεριλαμβανομένης τόσο τής αναγκαίας εργασίας όσο και τής υπερεργασίας — που αναλώνεται συνολικά ανά μονάδα Ε, σε καθένα από τους δύο τομείς και σε κάθε φάση τής παραγωγής. Η υλική παραγωγή κάθε τομέα, p και q αντίστοιχα, αποτιμάται σε μονάδες αξίας e και c — όπου c είναι η αξία μονάδας κατανάλωσης (με c_{1}\neq c_{2}\neq c_{3} κ.ο.κ.).

Για κάθε ζεύγος εξισώσεων που αντιστοιχεί σε κάθε φάση, το σύστημα περιλαμβάνει τρία ζεύγη παραμέτρων (a-b, p-q και λ-γ) και δύο αγνώστους (e και c). Οι παράμετροι a και b μετρούν την ένταση τής υλικής εργασίας που χρησιμοποιείται στις παραγωγικές διαδικασίες (—να σημειωθεί εδώ ότι τα αντίστροφα κλάσματα των παραμέτρων συνδέονται με τις οργανικές συνθέσεις κεφαλαίου), ενώ οι παράμετροι p και q αντιπροσωπεύουν το υλικό προϊόν των παραγωγικών διαδικασιών το οποίο προκύπτει σε κάθε φάση με τη χρησιμοποίηση μιας μονάδας εξοπλισμού E. Τέλος, οι παράμετροι λ και γ μετρούν τον ρυθμό τής τεχνολογικής προόδου που σημειώνεται σε κάθε τομέα. Είναι προφανές ότι οι συγκεκριμένοι παράμετροι λαμβάνουν τιμές μικρότερες τής μονάδας [λ και γ <1], καθώς η τεχνολογική πρόοδος επιτρέπει την αύξηση τού παραγόμενου προϊόντος με τη χρησιμοποίηση μικρότερης ποσότητας άμεσης εργασίας ανά μονάδα παραγωγής.

Καθορισμός των τιμών μονάδας

Οι εξισώσεις επιτρέπουν τον υπολογισμό των ζευγών e και c:[13]

e_{1}=\dfrac{a}{p-1} c_{1}=\dfrac{a+b(p-1)}{q(p-1)}

e_{2}=\dfrac{a\lambda}{p-1} c_{2}=\dfrac{a \lambda+b\gamma(p-1)}{q(p-1)}

e_{3}=\dfrac{a\lambda^2}{p-1} c_{3}=\dfrac{a\lambda^2+b\gamma^2(p-1)}{q(p-1)}

Από τις εξισώσεις φαίνεται ότι, καθώς η παραγωγή μέσων παραγωγής γίνεται με τη χρησιμοποίηση μέσων παραγωγής και άμεσης εργασίας, οι τιμές ανά μονάδα e των μέσων παραγωγής μειώνονται ανάλογα με τον ρυθμό αύξησης τής παραγωγικότητας στον τομέα Ι [παράμετρος λ]. Όσον αφορά, αντιθέτως, τα καταναλωτικά αγαθά, που επίσης παράγονται με τη χρήση μέσων παραγωγής και άμεσης εργασίας, οι τιμές ανά μονάδα προϊόντος c φθίνουν με ρυθμό που δίνεται από τον συνδυασμό των παραμέτρων λ και γ.

Εξισώσεις για τη διευρυμένη αναπαραγωγή

Τα μέσα παραγωγής E κατανέμονται μεταξύ των τομέων Ι και ΙΙ σε αναλογίες n_{1} και 1-n_{1} όσον αφορά τη φάση 1 και σε αναλογίες n_{2} και 1-n_{2} όσον αφορά τη φάση 2. Μπορούμε στη συνέχεια να αναλύσουμε τους όρους a-aλ και b-bγ σε μισθούς και υπεραξίες εισάγοντας τις παραμέτρους \mathrm{S}_{1} και \textnormal{S}_{2} οι οποίες στο σύστημα των τιμών e και c αντιπροσωπεύουν τους ονομαστικούς μισθούς για τις φάσεις 1 και 2 αντίστοιχα. Τέλος, K είναι ένας παράγοντας αναλογικότητας. Το παραγωγικό σύστημα σε κατάσταση δυναμικής ισορροπίας, η οποία, ας σημειωθεί, εξαρτάται από τις παραμέτρους τής τεχνολογικής ανάπτυξης λ και γ, διατυπώνεται με την εξής μορφή:

Φάση 1

Τομέας Ι:

n_{1}e_{1}+n_{1}\,a\,\mathrm{S}_{1}+n_{1}\,a\,(\mathrm{K-S_{1})=}n_{1}\,pe_{1}

Τομέας ΙΙ:

(1-n_{1})\,e_{1}+(1-n_{1})\,b\,\mathrm{S}_{1}+(1-n_{1})\,b\,(\mathrm{K-S_{1})=}(1-n_{1})\,qc_{1}

Φάση 2

Τομέας Ι:

n_{2}e_{2}+n_{2}\,a\,\mathrm{S}_{2}\,\lambda+n_{2}\,a\,(\mathrm{K-S_{2})\,\lambda=}n_{2}\,pe_{2}

Τομέας ΙΙ:

(1-n_{2})\,e_{2}+(1-n_{2})\,b\,\mathrm{S}_{2}\gamma+(1-n_{2})\,b\,(\mathrm{K-S_{2})\,\gamma=}(1-n_{2})\,qc_{2}

Το σύστημα εκφράζεται σε αξίες και όχι σε τιμές παραγωγής, καθώς τα ποσοστά υπεραξίας είναι τα ίδια και για τους δύο τομείς. Η δυναμική ισορροπία εξαρτάται από την πλήρωση των εξής δύο προϋποθέσεων:

(1) ότι οι συνολικοί μισθοί που καταβάλλονται σε κάθε φάση στους δύο τομείς επιτρέπουν την αγορά τού συνόλου των καταναλωτικών αγαθών που παράγονται κατά την ίδια φάση.

(2) ότι η συνολική υπεραξία που παράγεται σε κάθε φάση στους δύο τομείς επιτρέπει την αγορά μιας ποσότητας μέσων παραγωγής ίσης με την ποσότητα μέσων παραγωγής που θα προστεθεί στην παραγωγική διαδικασία κατά την επόμενη φάση.[14]

Επομένως, η δυναμική ισορροπία προϋποθέτει:

(α) την εξίσωση τής προσφοράς και τής ζήτησης καταναλωτικών αγαθών, η οποία διατυπώνεται ως εξής:

Φάση 1

n_{1}\,a\mathrm{\,S\,_{1}\mathnormal{+\mathnormal{(}1-n_{1})b\,S_{1}=\mathnormal{(1-}n_{1})\,qc_{1}}}

Φάση 2

n_{2}a\,\lambda\,\mathrm{S_{2}\mathnormal{+\mathnormal{(}1-n_{2})\,b\,\gamma\,S_{2}=\mathnormal{(1-}n_{2})\,qc_{2}}}

και (β) την εξίσωση τής προσφοράς και τής ζήτησης μέσων παραγωγής, η οποία διατυπώνεται ως εξής:

Φάση 1

n_{1}\,p\,e_{1}=e_{2}

Φάση 2

n_{2}\,p\,e_{2}=e_{3}

Οι ονομαστικοί μισθοί S μπορούν λοιπόν να εκφραστούν ως συνάρτηση των παραμέτρων που ορίσαμε:

\mathrm{S_{1}}=\dfrac{(1-n)\,[a+b\,(p-1)]}{(p-1)\,[an+b\,(1-n)]}

\mathrm{S_{2}}=\dfrac{(1-n)\,[a\,\lambda+b\,\gamma\,(p-1)]}{(p-1)\,[a\,\lambda\,n+b\,\gamma\,(1-n)]}

Με n=\dfrac{\lambda}{p} (n_{1}=n_{2}=n_{3}\ldots)

Οι πραγματικοί μισθοί \mathrm{S^\prime}_{1}=\dfrac{\mathrm{\mathrm{S\,}{}_{1}}}{c_{1}} και \mathrm{S^\prime}_{2}=\dfrac{\mathrm{\mathrm{S\,}{}_{2}}}{c_{2}} δίνονται από τις εξισώσεις:

\mathrm{S^\prime}_{1}=\dfrac{(1-n)\,q}{a\,n+b\,(1-n)}

\mathrm{S^\prime}_{2}=\dfrac{(1-n)\,q}{a\,\lambda\,n+b\,\gamma\,(1-n)}

Επαληθεύεται ότι \mathrm{S^\prime}_{2}>\mathrm{S^\prime}_{1} (αφού ο αριθμητής παραμένει αμετάβλητος, ενώ ο παρονομαστής μειώνεται από τη μία φάση στην επόμενη). Ως εκ τούτου, η δυναμική ισορροπία προϋποθέτει την αύξηση των πραγματικών μισθών με ρυθμό που καθορίζεται από τον συνδυασμό των ρυθμών αύξησης τής παραγωγικότητας λ και γ.

Το μοντέλο που ορίσαμε μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ποικίλους τρόπους. Πιο συγκεκριμένα, μπορούμε να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλονται οι οργανικές συνθέσεις κεφαλαίου και τα ποσοστά υπεραξίας (που μπορούν να υπολογιστούν βάσει τής σχέσης υπεραξίας και μισθού,[15] δεδομένου τού ότι τα μεγέθη αυτά προκύπτουν από τις εξισώσεις ισορροπίας) ή ακόμα και τα «ποσοστά κέρδους» (που υπολογίζονται βάσει τής σχέσης που συνδέει την παραχθείσα υπεραξία με την αξία των χρησιμοποιηθέντων μέσων παραγωγής). Κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι, όταν σημειώνεται μεγαλύτερη αύξηση τής παραγωγικότητας στον τομέα ΙΙ[16] (λ > γ), τότε αυξάνονται τα ποσοστά υπεραξίας και οι οργανικές συνθέσεις και ότι, αντιστρόφως, τα μεγέθη αυτά μειώνονται, όταν σημειώνεται μεγαλύτερη αύξηση τής παραγωγικότητας στον τομέα Ι (γ > λ). Με δεδομένο λοιπόν ότι η οργανική σύνθεση κεφαλαίου και το ποσοστό υπεραξίας μεταβάλλονται προς την ίδια κατεύθυνση, το ποσοστό κέρδους στην κατάσταση δυναμικής ισορροπίας τείνει να παραμείνει αμετάβλητο, καθώς, υπό συνθήκες δυναμικής ισορροπίας όσον αφορά την προσφορά και τη ζήτηση, οι αυξομειώσεις των ποσοστών υπεραξίας πρέπει να αντισταθμίζουν τις μεταβολές στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, που εξαρτώνται ακριβώς από τη σχέση που συνδέει τους όρους λ και γ.

Αριθμητικά παραδείγματα

Εξετάζουμε τις εξής έξι περιπτώσεις:

Περίπτωση 1: ίδιες οργανικές συνθέσεις (a = b) και ίσες αυξήσεις τής παραγωγικότητας (λ = γ) στους δύο τομείς.

Περίπτωση 2: διαφορετικές οργανικές συνθέσεις (a\neq b) και ίσες αυξήσεις τής παραγωγικότητας (λ = γ) στους δύο τομείς.

Περίπτωση 3: ίδιες οργανικές συνθέσεις (a = b) και διαφορετικές αυξήσεις τής παραγωγικότητας (\lambda\neq\gamma) στους δύο τομείς και, πιο συγκεκριμένα, [μεγαλύτερη αύξηση τής παραγωγικότητας στον τομέα ΙΙ] λ > γ.

Περίπτωση 4: η αντίστροφη περίπτωση τής προηγούμενης (λ < γ).

Περίπτωση 5: η οριακή περίπτωση τής 3, όπου αύξηση τής παραγωγικότητας σημειώνεται αποκλειστικά στον τομέα ΙΙ (λ=1 και γ=1/2).

Περίπτωση 6: η οριακή περίπτωση τής 4, όπου αύξηση τής παραγωγικότητας σημειώνεται αποκλειστικά στον τομέα Ι (λ=1/2 και γ=1).

Στον κατωτέρω πίνακα[17] δίνονται ανά περίπτωση τα αποτελέσματα των υπολογισμών για τις παραμέτρους τού μοντέλου δυναμικής ισορροπίας.

Περιπτώσεις 1 2 3 4 5 6
Παράμετροι
a 4 4 4 4 4 4
b 4 8 4 4 4 4
p 3 3 5 5 30 3
q 6 10 6 6 1 6
λ 0,5 0,5 0,75 0,5 1 0,5
γ 0,5 0,5 0,5 0,75 0,5 1
Τιμές
e1 2 2 1 1 0,14 2
e2 1 1 0,75 0,5 0,14 1
c1 1 1 0,83 0,83 4,14 1
c2 0.5 0,5 0,46 0,58 2,14 0,83
Αναλογίες
n 0,17 0,17 0,15 0,10 0,03 0,17
Ονομαστικοί μισθοί
S1 1,25 1,14 1,06 1,13 1 1,21
S2 1,25 1,14 1,09 1,09 1 1,14
Πραγματικοί μισθοί
S ΄1 1,25 1,14 1,28 1,35 0,24 1,45
S ΄2 2,50 2,28 2,37 1,86 0,47 1,96

2. Η πραγματοποίηση τού υπερπροϊόντος και ο ενεργός ρόλος τής τραπεζικής πίστης

Το πρώτο σημαντικό συμπέρασμα που συνάγουμε με βάση το γενικό μοντέλο τής διευρυμένης αναπαραγωγής είναι ότι η κατάσταση δυναμικής ισορροπίας απαιτεί την ύπαρξη ενός πιστωτικού συστήματος που να θέτει εκ των προτέρων στη διάθεση των καπιταλιστών το εισόδημα που θα πραγματοποιήσουν κατά τη διάρκεια τής επόμενης παραγωγικής φάσης. Η απόδειξη αυτή, πάνω στην οποία στηρίζεται η μαρξιστική (αντι-ποσοτική) θεωρία τού χρήματος, αποσαφηνίζει τη μαρξιστική θέση κατά την οποία η προσφορά τού χρήματος προσαρμόζεται στη ζήτηση (που αντιμετωπίζεται ως κοινωνική ανάγκη). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η συγκεκριμένη κοινωνική ανάγκη ανάγεται στις προϋποθέσεις τής συσσώρευσης. Αυτό το σημαντικό στοιχείο διαφεύγει τής προσοχής όσων περιορίζονται απλώς σε εξηγητικές αναλύσεις, μη τολμώντας να συνεχίσουν το θεωρητικό έργο τού Μαρξ. Επιπλέον, η ενσωμάτωση στη θεωρία τής συσσώρευσης τού μηχανισμού τής πίστης αποτελεί τη μόνη απάντηση στο πρόβλημα των εμπορικών διεξόδων που τέθηκε από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ.[18]

3. Είναι δυνατή η συσσώρευση σην περίπτωση που οι μισθοί παραμένουν στάσιμοι;

Θα πρέπει τώρα να εξετάσουμε αν υπάρχει λύση στο πρόβλημα τής δυναμικής ισορροπίας όταν η αύξηση των πραγματικών μισθών δεν συμβαδίζει με την αύξηση τής παραγωγικότητας (για παράδειγμα, στην περίπτωση που τα πραγματικά ωρομίσθια παραμένουν στάσιμα). Για το συγκεκριμένο πρόβλημα υπάρχουν δύο μόνο οικογένειες λύσεων: μια «έμμεση» προσέγγιση που προτάθηκε από τον Τουγκάν-Μπαρανόφσκι και η οποία οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα και μια δεύτερη που εισάγει το στοιχείο τής κατανάλωσης τής υπεραξίας και η οποία ανταποκρίνεται περισσότερο στην πραγματικότητα.

Παρεμβαίνοντας στη διπλή συζήτηση για τις αγορές και τον οικονομικό κύκλο, ο Τουγκάν-Μπαρανόφσκι είχε ήδη στις αρχές τού 20ού αιώνα διατυπώσει την υπόθεση ότι είναι δυνατή η διαδοχή φάσεων δυναμικής ισορροπίας ακόμη και στην περίπτωση που τα πραγματικά ωρομίσθια παραμένουν στάσιμα. Τα πρόσθετα μέσα παραγωγής που παράγονται κατά τη διάρκεια κάθε φάσης σε ολοένα και μεγαλύτερες ποσότητες — λόγω ακριβώς τής αύξησης τής παραγωγικότητας — χρησιμοποιούνται στον τομέα Ι, για να παραχθούν περισσότερα μέσα παραγωγής κατά τη διάρκεια τής επόμενης φάσης (με τη διαδικασία αυτή να επαναλαμβάνεται επ’ αόριστον). Αντιθέτως, καθώς τα πραγματικά ωρομίσθια παραμένουν αμετάβλητα, ο τομέας ΙΙ διευρύνεται μόνο όταν η χρησιμοποίηση [πρόσθετων] μέσων παραγωγής απαιτεί αύξηση τού εργατικού δυναμικού. Στο ακόλουθο παράδειγμα, όπου η παραγωγικότητα των δύο τομέων διπλασιάζεται σε κάθε φάση, έχουμε:

Φάση 2

Τομέας Ι:

50e+100h\,\,(25h,\,75h)\rightarrow150e [19]

Τομέας ΙΙ:

10e+20h\,\,(5h,\,15h)\rightarrow60c

Σύνολο:

60e 120h (30h, 90h)

Φάση 3

Τομέας Ι:

137,5e+137,5h\,\,(17,5h,\,120h)\rightarrow412,5e

Τομέας ΙΙ:

12,5e+12,5h\,\,(1,5h,\,11h)\rightarrow75c

Σύνολο:

150e 150h (19h, 131h), κ.ο.κ.

Η χρησιμοποίηση 60e, που παρήχθησαν κατά τη φάση 1, απαιτεί 120h άμεσης εργασίας κατά τη φάση 2.[20] Καθώς οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν στάσιμοι, οι εργάτες μπορούν να αγοράσουν 60c, για την παραγωγή των οποίων απαιτούνται μόνο 10e και 20h άμεσης εργασίας.[21] Η χρησιμοποίηση των υπολοίπων 50e επιτρέπει την παραγωγή 150e,[22] πράγμα που συνεπάγεται αφενός τη χρησιμοποίηση κατά την επόμενη φάση 150h άμεσης εργασίας[23] και αφετέρου την αύξηση τής παραγωγής τού τομέα ΙΙ στο επίπεδο των 75c (για την παραγωγή των οποίων θα απαιτούνται μόνο 12,5h άμεσης εργασίας). Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι, ενώ η παραγωγικότητα και οι οργανικές συνθέσεις κεφαλαίου στους δύο τομείς διπλασιάζονται από τη μια φάση στην επόμενη, η ισορροπία επιτυγχάνεται αφενός μέσω τής στρέβλωσης τής κατανομής των παραγωγικών δυνάμεων προς όφελος τού τομέα Ι και αφετέρου μέσω τής αύξησης τού ποσοστού τής υπεραξίας· και αυτό, παρά το γεγονός ότι τα πραγματικά ωρομίσθια παραμένουν στάσιμα:

Φάση 1 Φάση 2 Φάση 3
Οργανική σύνθεση 30e/120h 60e/120h 150e/150h
(δείκτης) 100 200 400
Παραγωγικότητα στον τομέα Ι 60e/80h 150e/100h 412,5e/137,5h
(δείκτης) 100 200 400
Παραγωγικότητα στον τομέα ΙΙ 60c/40h 60c/20h 75c/12,5h
(δείκτης) 100 200 400
Κατανομή Ι/(Ι+ΙΙ) 2/3 5/6 0,91
(ποσοστό υπεραξίας) 100% 300% 690%

Προφανώς, η «έμμεση» αυτή προσέγγιση οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα, καθώς η επίτευξη ισορροπίας μεταξύ κατανάλωσης και μέσων παραγωγής δεν μπορεί να μετατίθεται επ’ αόριστον, αλλά πρέπει να πραγματοποιείται κατά τη μετάβαση από τη μια φάση στην άλλη. Εάν η διάρκεια κάθε φάσης ταυτίζεται με τη διάρκεια ζωής των μέσων παραγωγής, το συγκεκριμένο αυτό χρονικό διάστημα θα συμπίπτει με την περίοδο «σχεδιασμού» των επενδυτικών πρωτοβουλιών. Ωστόσο, σε κάθε φάση, η παραγωγή μέσων παραγωγής τελεί υπό την προϋπόθεση ότι τα καταναλωτικά προϊόντα που παράγονται με τη βοήθεια των διαθέσιμων μέσων παραγωγής θα βρίσκουν εμπορικές διεξόδους. Πράγματι, εάν τα ωρομίσθια παραμένουν στάσιμα, τότε ήδη κατά τη φάση 2 επέρχεται κρίση υπερπαραγωγής, καθώς είναι αδύνατη η χρησιμοποίηση τού συνόλου των μέσων παραγωγής που παρήχθησαν κατά τη φάση 1, με αποτέλεσμα η υποχρησιμοποίηση τού παραγωγικού δυναμικού να συνεπάγεται συρρίκνωση τής ζήτησης εργασίας. Ακριβώς εδώ εντοπίζεται ο πυρήνας τής κεϋνσιανής προβληματικής: η μεγάλη κρίση οφειλόταν στη «βλάβη» που υπέστη το σύστημα (αδρανή μέσα παραγωγής και ανεργία), πράγμα που σήμαινε ότι η αύξηση των μισθών αποτελούσε τη μοναδική προϋπόθεση για την αποκατάσταση των δυσλειτουργιών του.

Περιέργως, η λύση τού Τουγκάν-Μπαρανόφκσι, η οποία είναι παράλογη στα πλαίσια τού υπαρκτού καπιταλισμού, εμφανίζεται εύλογη στην περίπτωση που μια κεντρικά σχεδιαζόμενη κρατικίστικη οικονομία διαθέτει τα μέσα για να εξασφαλίσει την επ’ αόριστον επιμήκυνση τού χρονικού ορίζοντα τής προσαρμογής τής παραγωγής μέσων παραγωγής και τής κατανάλωσης (όπως συνέβαινε και στην περίπτωση τού σοβιετικού συστήματος κατά τη σταλινική εποχή).

Το παράδοξο αποφεύγεται, αν γίνει δεκτή η υπόθεση τής κατανάλωσης τής υπεραξίας. Στο απλουστευμένο μοντέλο μας θεωρούμε ότι η υπεραξία θα «αποταμιευθεί» στο σύνολό της. Ωστόσο, ακόμα και αν υποθέσουμε ότι θα καταναλώνεται ένα ποσοστό μόνο τής υπεραξίας, το οποίο θα παραμένει αμετάβλητο, αυτό δεν αλλάζει τίποτε όσον αφορά τον χαρακτήρα των οικονομικών ισορροπιών. Εάν λοιπόν οι μισθοί παραμένουν στάσιμοι ή ακόμα εάν η αύξηση των μισθών υστερεί έναντι τής αύξησης τής παραγωγικότητας, τότε η δυναμική ισορροπία προϋποθέτει την κατανάλωση ενός αυξανόμενου τμήματος τής υπεραξίας. Πράγματι, σε αντίθεση με τα όσα υποστηρίζει η θεωρία τού «καταστροφισμού», τής «γενικής κρίσης» κ.ο.κ., δεν υπάρχουν «ανυπέρβλητες» αντιφάσεις, αλλά μόνο διαφορετικές εναλλακτικές για την επίλυσή τους — και, πιο συγκεκριμένα, αφενός αυτές που προτείνει ο καπιταλισμός, με σκοπό τη διατήρηση των βασικών χαρακτηριστικών τού συστήματος, και αφετέρου αυτές που προτείνει ο σοσιαλισμός, αποβλέποντας στην υπέρβασή του.

Στον καπιταλισμό μπορούν να δοθούν τρεις λύσεις στο πρόβλημα που μας απασχολεί:

(1) Η πρώτη «λύση» η οποία συνίσταται στην ατομική κατανάλωση εκ μέρους των καπιταλιστών ενός αυξανόμενου ποσοστού τής υπεραξίας δεν μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογική στο πλαίσιο τού συστήματος, αφενός διότι η «αποταμίευση» τής υπεραξίας επιβάλλεται από τον ανταγωνισμό μεταξύ των καπιταλιστών και αφετέρου διότι η συγκεκριμένη «λύση» αντιβαίνει στην κυρίαρχη ιδεολογία που αντανακλά τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά τού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

(2) Η δεύτερη «λύση» διαμορφώθηκε από το ίδιο το σύστημα για την υπέρβαση των αντιφάσεών του. Όπως επισημάνθηκε από τον Μπαράν και τον Σουίζι, ο μονοπωλιακός ανταγωνισμός, η συμπερίληψη τού «κόστους πωλήσεων» στις τιμές των προϊόντων και η συνακόλουθη γιγάντωση τού παρασιτισμού τού τριτογενούς τομέα — φαινόμενα που είχαν αναλυθεί προ πολλού από τον Τσάμπερλιν και τη Τζόαν Ρόμπινσον — αποτελούν τη λύση που παρέχεται ενδογενώς από το σύστημα.[24]

(3) Η τρίτη «λύση» προϋποθέτει την ενεργή παρέμβαση τού κράτους στη διαδικασία απορρόφησης μέσω τής πραγματοποίησης δημοσίων δαπανών (στρατιωτικών, πολιτικών κ.ο.κ.). Η πραγματικότητα επιβεβαίωσε τη διαίσθηση τού Μπαράν,[25] ο οποίος είχε από νωρίς αντιληφθεί ότι, στο εξής, η ανάλυση τής δυναμικής ισορροπίας δεν θα μπορούσε να περιοριστεί στα στενά πλαίσια τού «καθαρού» διτομεακού μοντέλου, αλλά θα έπρεπε να διευρυνθεί ώστε να περιλάβει έναν πρόσθετο τομέα, ο οποίος ταυτίζεται ουσιαστικά με τη λειτουργία τού Κράτους (που πλέον οφείλει να καταναλώνει ένα διαρκώς αυξανόμενο ποσοστό τού παραγόμενου «πλεονάσματος»). Απόρροια, λοιπόν, τής συγκεκριμένης ανάλυσης ήταν η εισαγωγή και η υιοθέτηση τής έννοιας τού «πλεονάσματος», που είναι ευρύτερη από αυτή τής «υπεραξίας» και η οποία συνδέεται εγγενώς με την έννοια τής παραγωγικότητας τής εργασίας.

Η υιοθέτηση αυτών των «λύσεων» συνεπάγεται άραγε την αναίρεση τής αντικειμενικής υπόστασης τής εργατικής δύναμης; Η απάντηση είναι καταφατική για όσους ερμηνεύουν τον χαρακτήρα της υπό το πρίσμα τού οικονομισμού. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, οι εν λόγω «λύσεις» παραπέμπουν απλώς στη διαλεκτική αλληλεπίδραση των αντικειμενικών και υποκειμενικών δυνάμεων. Και αυτό γιατί η παρέμβαση τού Κράτους αποκτά νόημα μόνο εάν εξεταστεί στο πλαίσιο τής ταξικής πάλης. Η διαλεκτική δεν έχει το νόημα τής αντιπαράθεσης αυτόνομων στοιχείων και παραγόντων. Οι πολύμορφες εκφάνσεις τής ταξικής πάλης, οι οποίες αποτυπώνονται σχηματικά στο μοντέλο μας, δεν «αποκαλύπτουν» τις αντικειμενικές συνθήκες τής ισορροπίας. Η ταξική πάλη δύναται να μεταβάλει τις ίδιες τις αντικειμενικές αναγκαιότητες. Αντιδιαστελλόμενο προς την πραγματικότητα το μοντέλο μας δεν μπορεί παρά να είναι μονόπλευρο. Τα αποτελέσματα τής ταξικής πάλης μπορούν να μεταβάλουν τις προϋποθέσεις και τις παραδοχές στις οποίες στηρίζεται οποιοδήποτε «μοντέλο», επιδρώντας, για παράδειγμα, στην κατανομή των πόρων, στο ποσοστό ανάπτυξης, στους ρυθμούς τής παραγωγικότητας κ.ο.κ. Οι αντικειμενικές συνθήκες και οι υποκειμενικές δυνάμεις βρίσκονται σε σχέση αλληλεπίδρασης.

Κλείνοντας, πρέπει να επισημανθεί ότι στην ανάλυσή μου απέφυγα να εισάγω υποθέσεις αναφορικά με την τάση τού ποσοστού κέρδους. Επί τού παρόντος δεν θα εισέλθω στη συζήτηση για τον «νόμο τής πτωτικής τάσης τού ποσοστού κέρδους». Ακολουθώντας τα βήματα τού Πολ Σουίζι, επεχείρησα στο παρελθόν να διατυπώσω ορισμένες σκέψεις που κινούνται πέραν των όσων έγραψε επί τού θέματος ο Μαρξ. Πρότεινα, λοιπόν, η εξέταση των δεδομένων που μπορούν να διαπιστωθούν όσον αφορά τις διακυμάνσεις τού ποσοστού κέρδους να γίνει σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο που να περιλαμβάνει διαδοχικές φάσεις οι οποίες θα καθορίζονται από διαφορετικούς συνδυασμούς των δεικτών αύξησης τής παραγωγικότητας (λ και γ) σε καθένα από τους δύο τομείς τού μαρξιστικού μοντέλου.

4. Τιμές παραγωγής και τιμές αγοράς

Ο παράγοντας τού «ανταγωνισμού» μεταξύ μερίδων τού κεφαλαίου επαρκεί μεν για την εξήγηση τού μετασχηματισμού των αξιών σε τιμές παραγωγής, αλλά θα πρέπει να εξεταστεί μια ακόμη ομάδα παραγόντων που με τη σειρά τους επιδρούν καθοριστικά στη διαδικασία μετασχηματισμού των τιμών παραγωγής σε τιμές αγοράς.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η ύπαρξη των ολιγοπωλίων, που ακυρώνει τη φιλελεύθερη παραδοχή αναφορικά με τη λειτουργία τού «ανταγωνισμού». Τα ολιγοπώλια — που, τόσο από τον Μαρξ, όσο αργότερα και από τον Μπροντέλ, θεωρήθηκαν ότι αποτελούν καθοριστικό γνώρισμα τού υπαρκτού καπιταλισμού (πβ. Les Défis de la mondialisation, σελ. 131-45) — είναι σήμερα σε θέση να αποσπούν από την παγκόσμια παραγόμενη υπεραξία μονοπωλιακές προσόδους, εξασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ποσοστά κέρδους ανώτερα από εκείνα που αποκομίζουν τα εξαρτημένα από αυτά τμήματα τού κεφαλαίου. Συνεχίζοντας την ανάλυση αυτή, διατύπωσα τη θέση ότι ο υψηλός βαθμός συγκεντροποίησης τού κεφαλαίου, που χαρακτηρίζει πλέον τον σύγχρονο καπιταλισμό, μας επιτρέπει να κάνουμε λόγο για ένα σύστημα γενικευμένων, παγκοσμιοποιημένων και χρηματιστικοποιημένων ολιγοπωλίων, που αποτελεί θεμέλιο τής διαμόρφωσης τού συλλογικού ιμπεριαλισμού τής τριάδας (ΗΠΑ-Ευρώπη-Ιαπωνία). Πρόκειται για μια άποψη την οποία λίγοι μαρξιστές τολμούν να αποδεχτούν, καθώς διακατέχονται από την αδικαιολόγητη, κατά τη γνώμη μου, ανησυχία ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο προσχωρούν στις καουτσκικές θέσεις περί «υπεριμπεριαλισμού» (πβ. Au-delà du capitalisme sénile, σελ. 63 και επ.).

Όσον αφορά τον δεύτερο καθοριστικό παράγοντα στη διαδικασία σχηματισμού των τιμών αγοράς, θεωρώ ότι επιβάλλεται ο εμπλουτισμός τής ανάλυσης τής λειτουργίας τού νομισματικού κανόνα. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν, εν προκειμένω, οι μαρξιστικές θέσεις αναφορικά με τη σχέση που υφίσταται ανάμεσα στο «πρότυπο εμπόρευμα» (χρυσό) και τη δημιουργία/καταστροφή χρήματος μέσω τού μηχανισμού τής πίστης (— για τη συμβολή μου στη σχετικά συζήτηση, στο πλαίσιο των νέων συνθηκών που διαμορφώθηκαν μετά την γενική εγκατάλειψη τού μεταλλικού κανόνα, παραπέμπω τον αναγνώστη στο κείμενο με τίτλο Le Développement inégal, σελ. 74-6). Ωστόσο, λόγω τού φαινομένου τής αλλοτρίωσης, και ακριβέστερα λόγω τού φαινομένου τής εμπορευματικής αλλοτρίωσης που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό, οι ανθρώπινες κοινωνίες εξακολουθούν να έχουν ανάγκη ενός «φετίχ». Στον «σύγχρονο» κόσμο μας, ο χρυσός εξακολουθεί να έχει λειτουργία φετίχ, πράγμα ιδιαίτερα εμφανές σε περιόδους κρίσης συσσώρευσης, όπως αυτή που ζούμε σήμερα.

Τέλος, δεν πρέπει να παραλείψουμε να αναφερθούμε σε ένα σύνολο ανομοιογενών παραγόντων που επίσης επιδρούν στη διαμόρφωση των τιμών που παρατηρούνται στις αγορές και οι οποίοι προσδιορίζουν είτε τη φύση τής γενικής συγκυρίας (π.χ. περιόδους αλματώδους ανάπτυξης έναντι περιόδων όξυνσης τού ανταγωνισμού των κεφαλαίων), είτε τη φύση των ειδικών συγκυρίων (π.χ. παραγωγή «νέων» προϊόντων που εκτοπίζουν προϊόντα τομέων με περιορισμένη πλέον δυναμική ανάπτυξης).

Ο άκρατος εμπειρισμός, που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα τις αγγλοσαξονικές κουλτούρες, οδηγεί τη χυδαία οικονομολογία στην επαγωγική διατύπωση «νόμων», οι οποίοι επιτρέπουν, υποτίθεται, την κατανόηση τής «οικονομικής ζωής», μέσα από την άμεση παρατήρηση τής πραγματικότητας (λ.χ. βάσει των παρατηρούμενων τιμών). Όπως θα φανεί, στη συνέχεια, από την ανάλυση τού σραφιανού μοντέλου, η διανοητική αποτυχία των προσεγγίσεων αυτών αποκαλύπτει τον ιδεολογικό τους χαρακτήρα: η «οικονομική ορθοδοξία» δεν είναι παρά αερολογίες προορισμένες να παράσχουν νομιμοποίηση στις πρακτικές τού κεφαλαίου.

5. Η αξία ως αναπόδραστος σταθμός για την κατανόηση τής οικονομικής πραγματικότητας

Αλλά τι είναι ο νόμος της αξίας; Ο νόμος της αξίας μάς λέει ότι τα εμπορευματοποιημένα προϊόντα έχουν μετρήσιμη αξία, ότι μέτρο τής αξίας τους είναι η ποσότητα τής αφηρημένης εργασίας που είναι κοινωνικά αναγκαία για την παραγωγή τους και τέλος ότι η ποσότητα αυτή ισούται με το άθροισμα των ποσοτήτων άμεσης και έμμεσης («μεταβιβασθείσας») εργασίας που χρησιμοποιούνται στην παραγωγική διαδικασία. Η έννοια τού εμπορεύματος συνδέεται άρρηκτα με τον νόμο τής αξίας. — Τι δεν λέει ο νόμος τής αξίας: ότι τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται ανάλογα με την αξία τους και ότι η άμεση εργασία είναι «παρούσα» εργασία, ενώ η έμμεση εργασία είναι παρωχημένη εργασία που έχει «αποκρυσταλλωθεί» με τη μορφή μέσων παραγωγής (πράγματι, ο δεύτερος τόμος τού Κεφαλαίου στηρίζεται στη βασική διαπίστωση ότι η παραγωγή μέσων παραγωγής και η παραγωγή μέσων κατανάλωσης δεν είναι χρονικά διαδοχικές διαδικασίες, αλλά πραγματοποιούνται ταυτόχρονα, πράγμα που καθορίζει τον ουσιώδη χαρακτήρα τού κοινωνικού καταμερισμού τής εργασίας). Το ότι ένα εμπόρευμα έχει αξία δεν σημαίνει ότι θα ανταλλάσσεται στην αναλογία αυτή. Ο Μαρξ επισημαίνει ωστόσο ότι στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται βάσει των σχέσεων που καθορίζονται από την τιμή παραγωγής τους. Πρόκειται μήπως για αντίφαση ή για περιττή παρέκβαση; Τίποτε από τα δύο. Οι τιμές παραγωγής αντιμετωπίζονται ως αποτέλεσμα τής συνεργιστικής λειτουργίας τού νόμου τής αξίας και τού νόμου τού κεφαλαιακού ανταγωνισμού, οι οποίοι νόμοι λειτουργούν σε διαφορετικά επίπεδα. Ο νόμος, μάλιστα, τής αξίας δρα σε ένα βαθύτερο, δυσδιάκριτο επίπεδο. Ο νόμος τής αξίας, που εν προκειμένω αποτελεί τον θεμελιωδέστερο παράγοντα, θα συνεπαγόταν την ανταλλαγή εμπορευμάτων σύμφωνα με τις αξίες τους στα πλαίσια μόνον ενός τρόπου παραγωγής που θα συρρικνωνόταν στο στοιχείο τής κυριαρχίας τού εμπορεύματος — με άλλα λόγια μόνον στην περίπτωση τής απλής εμπορευματικής παραγωγής. Ο εν λόγω τρόπος παραγωγής, που στην καθαρή του μορφή δεν υφίσταται πλέον, δεν ταυτίζεται ποσώς με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ο οποίος χαρακτηρίζεται, πέρα από την κυριαρχία τού εμπορεύματος, από τον κατακερματισμό και τον ανταγωνισμό των κεφαλαίων (και των καπιταλιστών).

Οι εμπειρικά παρατηρήσιμες τιμές παραγωγής είναι, λοιπόν, αποτέλεσμα τού συνδυασμού των δύο αυτών νόμων, οι οποίοι δρουν σε διαφορετικά επίπεδα. Μπορεί άραγε το πρόβλημα τού μετασχηματισμού των αξιών σε τιμές παραγωγής να εκφραστεί με ποσοτική μορφή, λαμβανομένης υπόψη τής λειτουργίας των δύο αυτών νόμων; Είναι αλήθεια ότι, στον τρίτο τόμο τού Κεφαλαίου, ο Μαρξ δίνει, όπως συνηθίζει, αριθμητικά παραδείγματα για τις διάφορες δυνατές περιπτώσεις. Ωστόσο, αποφεύγει να προτείνει διαδοχικές προσεγγίσεις, περιοριζόμενος σε μια πρώτη αριθμητική εκτίμηση: το σταθερό κεφάλαιο υπολογίζεται σε αξίες και όχι σε τιμές παραγωγής. Το πρόβλημα τού μετασχηματισμού μπορεί πράγματι να λυθεί με κομψό τρόπο με την κατασκευή ενός συστήματος εξισώσεων, χωρίς να χρειαστεί να προσφύγουμε στη μέθοδο των διαδοχικών προσεγγίσεων. Είναι θεμιτή η προσέγγιση αυτή; Βεβαίως και είναι, γιατί δεν ισχύει ότι η έννοια τής αξίας εμπίπτει αποκλειστικά στο πεδίο τής παραγωγικής διαδικασίας, κατ’ αντιδιαστολή προς τις τιμές, που υποτίθεται ότι ανήκουν στη σφαίρα τής κυκλοφορίας. Αξία και τιμή είναι κατηγορίες τής όλης διαδικασίας. Η αξία πραγματοποιείται και αποκτά υπόσταση μόνο μέσω τής ανταλλαγής. Μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο λαμβάνει επιπλέον χώρα τόσο η μετατροπή τής συγκεκριμένης εργασίας σε αφηρημένη όσο και η αναγωγή της σύνθετης εργασίας σε απλή. Στην πραγματικότητα, η δυνατότητα αναγωγής τής συγκεκριμένης εργασίας σε μια ποσότητα αφηρημένης εργασίας αποτελεί τη μόνη προϋπόθεση για τον μετασχηματισμό. Άλλωστε, η μετατροπή τής συγκεκριμένης εργασίας σε αφηρημένη, που συντελείται μέσω τής υπαγωγής τής εργασίας [στο κεφάλαιο] και τής υποβάθμισης τού επιπέδου των εργασιακών δεξιοτήτων, αποτελεί πραγματική τάση για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Το γεγονός ότι οι συγγραφείς που επιχείρησαν πρώτοι να αναπτύξουν το σκεπτικό τού τρίτου τόμου προσπάθησαν ταυτόχρονα να δώσουν λύση σε ένα, αποδεδειγμένα πλέον, ανεπίλυτο πρόβλημα συνέβαλε στη συσκότιση τού ζητήματος. Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να επιλύσουν το ζήτημα, υιοθέτησαν την περιοριστική υπόθεση ότι το ποσοστό κέρδους που υπολογίζεται από το σύστημα εξισώσεων σε όρους τιμής θα ισούται με το ποσοστό κέρδους που προκύπτει από το ποσοστό υπεραξίας στο πλαίσιο τού μοντέλου που εκφράζεται σε όρους αξίας. Αν όμως απορριφθεί η υπόθεση αυτή, τότε αίρονται και οι δυσκολίες στην επίλυση τού προβλήματος τού μετασχηματισμού. Πρέπει να μας ενοχλεί το γεγονός ότι τα δύο ποσοστά κέρδους διαφέρουν μεταξύ τους; Η απάντηση είναι αρνητική γιατί αυτό είναι κάτι το φυσιολογικό. Το συγκεκριμένο συμπέρασμα, που αποτελεί απόρροια τής προβληματικής τού μετασχηματισμού, είναι μια από τις βασικές ανακαλύψεις τής θεωρίας τού μαρξισμού.

Στους τρόπους παραγωγής στους οποίους αναπτύσσονται διαφανείς εκμεταλλευτικές σχέσεις, το ποσοστό εκμετάλλευσης είναι άμεσα εμφανές. Ο δουλοπάροικος, για παράδειγμα, εργάζεται τρεις μέρες στη γη του και τρεις μέρες στη γη τού κυρίου του. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος αγνοούν το γεγονός αυτό. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, οι σχέσεις εκμετάλλευσης είναι αδιαφανείς. Από τη μια μεριά, ο προλετάριος πουλάει την εργατική του δύναμη, ενώ εμφανίζεται να πουλάει την εργασία του — η αμοιβή του υποτίθεται ότι αντιστοιχεί στις οκτώ ώρες εργασίας που πραγματικά παρέχεται, και όχι στις τέσσερις ώρες αναγκαίας εργασίας. Από την άλλη, ο αστός αποκομίζει κέρδη που υπολογίζονται ανάλογα με το κεφάλαιο που διαθέτει, και όχι ανάλογα με την εργασία που εκμεταλλεύεται. Από την πλευρά του, λοιπόν, θεωρεί ότι η παραγωγικότητα είναι ίδιον τού κεφαλαίου. Επί τη βάσει τής διάκρισης που υφίσταται ανάμεσα στις διαφανείς σχέσεις εκμετάλλευσης στους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής και στον αδιαφανή τρόπο απόσπασης υπερεργασίας στον καπιταλισμό πρότεινα, στο παρελθόν, μια σειρά θέσεων αναφορικά με τις διαφορές στο περιεχόμενο τής προκαπιταλιστικής και τής καπιταλιστικής ιδεολογίας (φυσική έναντι εμπορευματικής αλλοτρίωσης), καθώς και τις διαφορετικές μορφές συνάρθρωσης βάσης-εποικοδομήματος σε αυτούς τους τρόπους παραγωγής (κυριαρχία τής ιδεολογίας στους προκαπιταλιστικούς τρόπους έναντι τής άμεσης κυριαρχίας τής οικονομικής βάσης στον καπιταλισμό). Συνέδεσα, επομένως, την εμφάνιση των «οικονομικών νόμων» και τής «επιστήμης τής οικονομίας» με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Η χυδαία οικονομολογία επιχειρεί να συλλάβει και να διατυπώσει τους νόμους τής αναπαραγωγής τού συστήματος μέσα από τα άμεσα εμπειρικά δεδομένα. Υιοθετεί, λοιπόν, την οπτική τού καπιταλιστή, σύμφωνα με την οποία, πέραν τής εργασίας, το κεφάλαιο θεωρείται, αυτό καθαυτό, ως παραγωγικός συντελεστής.

Ωστόσο, η κατανόηση τού καπιταλισμού δεν περιορίζεται μόνο στη γνώση των οικονομικών νόμων, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στη σύνδεση που υφίσταται μεταξύ των νόμων αυτών και των γενικότερων συνθηκών για την κοινωνική αναπαραγωγή τού συστήματος, με άλλα λόγια προϋποθέτει την εξέταση τής λειτουργίας τού ιδεολογικού παράγοντα σε σχέση με την οικονομική βάση. Η αξία είναι έννοια καίριας σημασίας, διότι μας επιτρέπει ακριβώς να συλλάβουμε την κοινωνική πραγματικότητα σε όλο της το εύρος. Όσοι υιοθετούν τη στρεβλή οπτική που ανάγει την πραγματικότητα στη λειτουργία των οικονομικών νόμων οδηγούνται αναπόφευκτα στην αποδοχή τής αντίληψης ότι ο σοσιαλισμός δεν είναι παρά «καπιταλισμός χωρίς καπιταλιστές».

Βέβαια, το βασικότατο αυτό στοιχείο δεν συνιστά το μοναδικό αντεπιχείρημα. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, η «εμπειρική» προσέγγιση τού ζητήματος, που έχει ως αφετηρία την «άμεση» σύλληψη τής πραγματικότητας στη βάση των «τιμών αγοράς» και η οποία θεωρεί ως «περιττή παρέκβαση» τη χρησιμοποίηση τής έννοιας τής αξίας, καταλήγει σε αδιέξοδο. Αλλά τι συμβαίνει πραγματικά, αν προκρίνουμε, αντί τής ανάλυσης που παρουσιάσαμε βασιζόμενοι στον δεύτερο τόμο τού Κεφαλαίου, τη χρήση ενός σραφιανού μοντέλου εκφρασμένου σε τιμές;

Το σχήμα τού Σράφα[26]

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο αυτές μεθόδους εντοπίζεται σε δύο σημεία που πρέπει να διακρίνονται επιμελώς μεταξύ τους: (1) τη χρησιμοποίηση τιμών στη θέση των αξιών και (2) την υιοθέτηση ενός συστήματος παραγωγής που περιλαμβάνει n κλάδους αντί τού συστήματος δύο τομέων (οι οποίοι, όπως είδαμε, εξειδικεύονται στην παραγωγή κεφαλαιουχικών και καταναλωτικών αγαθών αντίστοιχα).

Έστω ότι έχουμε δύο γραμμές παραγωγής (1) και (2), που και οι δύο παράγουν συγχρόνως μέσα παραγωγής και καταναλωτικά αγαθά· ότι a_{ij} είναι οι συντελεστές των εισροών που είναι αναγκαίες για την παραγωγή των αγαθών αυτών· ότι p_{1} και p_{2} είναι οι τιμές μονάδας τους· ότι w είναι η μονάδα μισθού (οι ποσότητες εργασίας, στις οποίες εφαρμόζονται οι συντελεστές a_{01}και a_{02})· και τέλος ότι r είναι το ποσοστό κέρδους. Ως εκ τούτου, έχουμε:

(a_{11}p_{1}+a_{12}p_{2}+a_{01}w)(1+r)=p_{1}

(a_{21}p_{1}+a_{22}p_{2}+a_{02}w)(1+r)=p_{2}

 

Στο σύστημα αυτό αντιστοιχεί το ακόλουθο σύστημα εκφρασμένο σε αξίες:

a_{11}v_{1}+a_{12}v_{2}+a_{01}=v_{1}

a_{21}v_{1}+a_{22}v_{2}+a_{02}=v_{2}

Υπενθυμίζουμε ότι, καθώς οι δύο γραμμές παραγωγής προϊόντων (1) και (2) δεν προορίζονται από τη φύση τους για την παραγωγή αποκλειστικά μέσων παραγωγής ή μέσων κατανάλωσης, το σύστημα δεν περιγράφει μια ισορροπία προσφοράς και ζήτησης για τον κάθε τομέα. Οι προϋποθέσεις για την επίτευξη τής ισορροπίας, η οποία θεωρείται δεδομένο ότι έχει πραγματοποιηθεί, είναι εξωγενείς ως προς το μοντέλο.

Ορίζονται δύο παράμετροι βελτίωσης τής παραγωγικότητας \pi_{1} και \pi_{2}, για τους κλάδους (1) και (2) αντίστοιχα. Υποθέτουμε, χάριν απλούστευσης, ότι το \pi είναι το ίδιο για τους δύο κλάδους.

Υποθέτουμε επίσης ότι για τη φάση 1 το σύστημα εξισώσεων σε αξίες είναι το εξής:

0,2v_{1}+0,4v_{2}+0,4=v_{1}

0,5v_{1}+0,1v_{2}+0,6=v_{2}

(από όπου έχουμε v_{1}=1,15 και v_{2}=1,30)

Αν υποθέσουμε ότι η ίδια ποσότητα άμεσης εργασίας είναι ικανή να χρησιμοποιήσει διπλάσιο κεφαλαιουχικό εξοπλισμό και διπλάσιες πρώτες ύλες (και, χάριν απλούστευσης, κατά τις ίδιες αναλογίες a_{ij}), προκειμένου να παραχθούν διπλάσιες ποσότητες τελικών προϊόντων (πράγμα που συμβαίνει αν \pi=0,5), τότε για τη φάση 2 έχουμε:

0,4v^\prime_{1}+0,8v^\prime_{2}+0,4=2v^\prime_{1}

1,0v^\prime_{1}+0,2v^\prime_{2}+0,6=2v^\prime_{2}

(από όπου έχουμε v^\prime_{1}=0,58 και v^\prime_{2}=0,65)

Ο κατωτέρω πίνακας[27] δίνει την εξέλιξη τού συστήματος των αξιών, που παρήχθησαν με την ίδια, αμετάβλητη, συνολική ποσότητα εργασίας:

Φάση 1 Φάση 2
(με v΄1 = 2⋅0, 58 = 1, 16 και v΄2 = 2⋅0, 65 = 1, 30)
Παραγωγή 1, 0v1 + 1, 0v2 = 2, 45 2, 0v΄1 + 2, 0v΄2 = 4, 92
— Παραγωγική κατανάλωση 0, 7v1 + 0, 5v2 = 1, 45 1, 4v΄1 + 1, 0v΄2 = 2, 92
= Καθαρό προϊόν 0, 3v1 + 0, 5v2 =  1, 00 0, 6v΄1 + 1, 0v΄2 =  2, 00

 

Η βελτίωση τής παραγωγικότητας συνοδεύεται είτε από μειώσεις τιμών (οπότε τα ονομαστικά εισοδήματα παραμένουν αμετάβλητα), είτε από αυξήσεις των ονομαστικών εισοδημάτων (οπότε οι τιμές παραμένουν στάσιμες). Για την κατάρτιση τού ανωτέρω πίνακα υιοθετήσαμε τη δεύτερη αυτή παραδοχή, ότι δηλαδή οι τιμές των όρων v^\prime_{1} και v^\prime_{2} διπλασιάζονται: v^\prime_{1}=2\cdot~0,58=1,16 και v^\prime_{2}=2\cdot~0,65=1,30.

Τα αποτελέσματα, δηλαδή η αύξηση τού καθαρού προϊόντος (από 100 σε 200), είναι ανεξάρτητα από την κατανομή (πράγματι, στις παραπάνω εξισώσεις, δεν έγινε καμία υπόθεση σχετικά με τους μισθούς ή το ποσοστό κέρδους).

Αντιθέτως, αν εξετάζαμε την εξέλιξη ενός συστήματος εκφρασμένου σε τιμές, θα έπρεπε να εισάγουμε μια υπόθεση σχετικά με την κατανομή τού εισοδήματος.

Το προηγούμενο σύστημα εκφρασμένο σε τιμές, με την εξής μορφή:

(0,2p_{1}+0,4p_{2}+0,4w)(1+r)=p_{1}

(0,5p_{1}+0,1p_{2}+0,6w)(1+r)=p_{2}

και συμπληρωμένο με μια υπόθεση σχετικά με τους μισθούς, π.χ. ότι:

w=0,2p_{1}+0,2p_{2}

μπορεί να αναχθεί σε ένα σύστημα «παραγωγής εμπορευμάτων μέσω εμπορευμάτων», ως εξής:

(0,28p_{1}+0,48p_{2})(1+r)=p_{1}

(0,62p_{1}+0,22p_{2})(1+r)=p_{2}

το οποίο έχει λύσεις:[28]

p_{1}/p_{2}=0,93

Για την επόμενη φάση, το σύστημα παίρνει τη μορφή:

(0,4p_{1}+0,8p_{2}+0,4w)(1+r)=2p_{1}

(1,0p_{1}+0,12p_{2}+0,6w)(1+r)=2p_{2}

Τα αποτελέσματα (σχετικές τιμές και ποσοστό κέρδους) θα εξαρτώνται από την εξέλιξη των μισθών. Αν υποθέσουμε ότι οι πραγματικοί μισθοί μένουν αμετάβλητοι, ότι δηλαδή:

w^\prime=w=0,2p_{1}+0.2p_{2}

το απλοποιημένο[30] σύστημα εξισώσεων έχει ως εξής:

(0,24p^\prime_{1}+0,44p^\prime_{2})(1+r^\prime)=p^\prime_{1}

(0,56p^\prime_{1}+0,16p^\prime_{2})(1+r^\prime)=p^\prime_{2}

το οποίο έχει λύσεις:[31]

{p^\prime_{1}}/{p^\prime_{2}}=\mathbf{0,98}

Με βάση τα ανωτέρω μπορούμε να συντάξουμε τον ακόλουθο συγκριτικό πίνακα (εκφρασμένο σε τιμές):

Φάση 1 Φάση 2
Παραγωγή 1, 0p1 + 1, 0p2 = 2, 08 2, 0p΄1 + 2, 0p΄2 = 4, 0 4
— Παραγωγική κατανάλωση 0, 7p1 + 0, 5p2 = 1, 24 1, 4p΄1 + 1, 0p΄2 = 2, 42
= Καθαρό προϊόν 0, 3p1 + 0, 5p2 =  0, 84 0, 6p΄1 + 1, 0p΄2 =  1, 62
— στο οποίο περιλαμβάνονται οι μισθοί:
0, 2p1 + 0, 2p2 = 0, 42 0, 2p΄1 + 0, 2p΄2 = 0, 40
και τα κέρδη:
0, 1p1 + 0, 3p2 = 0, 42 0, 4p΄1 + 0, 8p΄2 = 1, 22

Παρατηρούμε ότι η σύγκριση των δύο φάσεων δυσχεραίνεται από το γεγονός ότι η λύση τού συστήματος δίνει σχετικές τιμές p1p2 και p΄1p΄2 που διαφέρουν ανάλογα με την εξέλιξη τού μισθού. Βεβαίως, γνωρίζουμε εξ υποθέσεως ότι το σύστημα τής δεύτερης φάσης επιτρέπει, με την ίδια συνολική ποσότητα εργασίας, τον διπλασιασμό τού φυσικού προϊόντος (των αξιών χρήσης) (1) και (2). Αλλά, αν θέσουμε ότι p1 = p΄1 = 1, τότε έχουμε p2 ≠ p΄2, καθώς οι τιμές των λόγων p1p2 και p΄1p΄2 εξαρτώνται από τον καταμερισμό τού εισοδήματος (οπότε, στην περίπτωση αυτή, έχουμε: p2 = 1, 08 και p΄2 = 1, 02). Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η μέτρηση τής αύξησης τού καθαρού προϊόντος σε αξία είναι ανεξάρτητη από την κατανομή (στο μοντέλο μας, το καθαρό προϊόν σε αξία καταγράφει αύξηση από 1,00 σε 2,00). Όταν όμως αναλύουμε την εξέλιξη τού συστήματος σε τιμές, υπό την υπόθεση ότι οι μισθοί παραμένουν αμετάβλητοι, βλέπουμε ότι το καθαρό προϊόν αυξάνεται από 0,84 σε 1,62 (ποσοστό αύξησης ίσο με 193%).

Το κύριο μειονέκτημα τής ανάλυσης σε όρους τιμής σε σύγκριση με την ανάλυση σε όρους αξίας δεν απορρέει από τον «ανοικτό» χαρακτήρα τού σραφιανού μοντέλου, δηλαδή από το γεγονός ότι η δυναμική ισορροπία τής προσφοράς και τής ζήτησης των προϊόντων (κεφαλαιουχικών και καταναλωτικών αγαθών) δεν τυποποιείται ως εσωτερική συνθήκη τού μοντέλου, αλλά θεωρείται απλώς ότι έχει πραγματοποιηθεί με όρους εξωγενείς ως προς αυτό (—και τούτο, σε αντιδιαστολή προς τον «κλειστό» χαρακτήρα τού μαρξιανού μοντέλου, το οποίο ενσωματώνει την εν λόγω ισορροπία). Στην πραγματικότητα, το μειονέκτημα έγκειται στην αντικατάσταση των αξιών — οι οποίες δεν εξαρτώνται από την κατανομή — από τις τιμές, που είναι εξαρτημένες από αυτή. Για τον λόγο αυτό, η έννοια τής βελτίωσης τής παραγωγικότητας, που αποτελεί μέτρο τής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και η οποία είναι απόλυτα αντικειμενική στον Μαρξ (δεδομένου τού ότι δεν εξαρτάται από το ποσοστό τής υπεραξίας), δεν προσλαμβάνει αντικειμενικό χαρακτήρα στο μοντέλο τού Σράφα ή σε οποιαδήποτε άλλο μοντέλο εκφρασμένο σε τιμές.

Το σραφιανό μοντέλο δεν προσφέρεται λοιπόν για την ανάλυση των συνθηκών τής δυναμικής ισορροπίας, διότι, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με το μοντέλο τού Μαρξ, δεν ασχολείται με την ισορροπία τής προσφοράς και τής ζήτησης για κάθε τύπο προϊόντος. Για παράδειγμα, είναι αδύνατο να συνάγουμε από το σραφιανό μοντέλο τις θέσεις που διατυπώθηκαν ανωτέρω όσον αφορά τη διευρυμένη αναπαραγωγή. Πρόκειται επομένως για ένα εμπειρικό, φτωχό μοντέλο, που επιτρέπει, το πολύ, την περιγραφή μιας διαπιστωθείσας εξέλιξης, αλλά όχι και την εξαγωγή των νόμων που την διέπουν.

Βεβαίως, από τη στιγμή που δίνεται το ύψος τού πραγματικού μισθού, κάθε σύστημα που ορίζεται άμεσα σε τιμές είναι πλήρως καθορισμένο, καθώς επιτρέπει τον υπολογισμό των σχετικών τιμών και τού ποσοστού κέρδους. Τότε όμως τίθεται το ζήτημα τού «κριτηρίου» [«προτύπου»],[32] που ο Σράφα, ακολουθώντας τη ρικαρντιανή παράδοση, ορίζει ως εξής: υπάρχει ένα κριτήριο που να αφήνει αμετάβλητο το καθαρό προϊόν, παρά το ότι η κατανομή (w ή r) μεταβάλλεται αυτόνομα; Ωστόσο, η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα είναι αρνητική. Ας δούμε γιατί.

Ο Σράφα δεν αναλύει το σύστημα με τον ίδιο τρόπο όπως ο Μαρξ. Πιο συγκεκριμένα, δεν περιλαμβάνει την εργατική δύναμη στη διαδικασία τής παραγωγής, θεωρώντας μάλιστα τον μισθό όχι ως την αξία τής εργατικής δύναμης, αλλά ως κατηγορία που εμπίπτει στη σφαίρα τής κατανομής. Για τον λόγο αυτό, διατυπώνει το σύστημα ως εξής:

(0,2p_{1}+0,4p_{2})(1+r)\mathbf{+0,4w}=p_{1}

(0,5p_{1}+0,1p_{2})(1+r)\mathbf{+0,6w}=p_{2}

Ως γνωστόν, προτείνει επιπλέον ως «κριτήριο» την τιμή τού καθαρού προϊόντος, δηλαδή:

0,3p_{1}+0,5p_{2}=1

Κάνοντας χρήση τού συγκεκριμένου «κριτηρίου», διαπιστώνουμε ότι τα r και w συνδέονται με μια γραμμική συνάρτηση που είναι ανεξάρτητη από τις τιμές των p:

r=R\,(1-w)

[Βλέπουμε, για παράδειγμα, ότι:[33]

(α) για w=1, r=0, p1 = 1, 15 και p2 = 1, 30 (οι τιμές εδώ είναι οι αξίες),[34] το σύστημα παίρνει τη μορφή:

0,2p_{1}+0,4p_{2}+0,4=p_{1}

0,5p_{1}+0,1p_{2}+0,6=p_{2}

\boldsymbol{0,3p_{1}+0,5p_{2}=1}

και ότι (β) για w=0, r=R=70% και p1 = 1,22 και p2 = 1,27, το σύστημα παίρνει τη μορφή:

(0,2p_{1}+0,4p_{2})(1+R)=p_{1}

(0,5p_{1}+0,1p_{2})(1+R)=p_{2}

\boldsymbol{0,3p_{1}+0,5p_{2}=1}

απ’ όπου, συνδυάζοντας τις δύο πρώτες εξισώσεις, προκύπτει:

5p_{1}^2-p_{1}p_{2}-4p_{2}^2=0

]

Επομένως, για το συγκεκριμένο κριτήριο, η γραμμική συνάρτηση που συνδέει τους όρους r και w περιγράφει μια ευθεία D (βλ. διάγραμμα κατωτέρω), ενώ, για ένα οποιαδήποτε άλλο κριτήριο, η σχέση που συνδέει τους όρους r και w δεν είναι ούτε γραμμική ούτε μονοτονική, αλλά περιγράφεται από μια οικογένεια καμπυλών C (βλ. διάγραμμα κατωτέρω).

Το «κριτήριο» αυτό είναι προτιμότερο από οποιοδήποτε άλλο; Η απάντηση είναι αρνητική, αφενός διότι:

(1) το συγκεκριμένο «κριτήριο» προϋποθέτει την αντιμετώπιση τού μισθού υπό το πρίσμα τού Σράφα· αν ο μισθός συμπεριληφθεί στην παραγωγική διαδικασία ως μεταβλητό κεφάλαιο, τότε οι τιμές τού «κριτηρίου» μεταβάλλονται μαζί με το w (με άλλα λόγια, το «κριτήριο» δεν είναι πλέον ανεξάρτητο από τις τιμές)·

(2) και αφετέρου διότι, ακόμα και στο πλαίσιο τής σραφιανής διατύπωσης, όταν το καθαρό προϊόν μεταβάλλεται με το χρόνο (ως αποτέλεσμα τής ανάπτυξης), το «κριτήριο» δεν είναι πλέον ανεξάρτητο από τις τιμές, αλλά είναι ελαστικό.

Αν, όπως οφείλουμε, συμπεριλάβουμε τους μισθούς w στην παραγωγική διαδικασία, τότε βλέπουμε ότι, ανεξαρτήτως «κριτηρίου», θα έχουμε τρεις εξισώσεις με τέσσερις αγνώστους (p1, p2, r και w). Μπορούμε βέβαια πάντα να εκφράσουμε το r σε συνάρτηση με το w, αλλά η σχέση που συνδέει τα μεγέθη αυτά εκφράζεται πλέον από μια συνάρτηση η οποία δεν είναι ούτε γραμμική, ούτε κατ’ ανάγκη φθίνουσα μονοτονική.

Αντίθετα, το κριτήριο-αξία επιτρέπει τη μέτρηση τής προόδου των παραγωγικών δυνάμεων από τη μια φάση στην επόμενη.

Θα αδικούσαμε τον Μαρξ, αν ερμηνεύαμε περιοριστικά την πρότασή του για τη χρησιμοποίηση τής αξίας ως κριτηρίου για τις τιμές. Με άλλα λόγια, αν περιοριζόμαστε στο επιχείρημα ότι το συγκεκριμένο κριτήριο «δουλεύει» στην πράξη, επιτρέποντας τον μετασχηματισμό των αξιών σε τιμές. Οφείλουμε δε να επισημάνουμε ότι, όσο μελάνι και αν έχει χυθεί επί τού θέματος, η σχετική συζήτηση για τον «μετασχηματισμό» δεν αποτελεί παρά καθαρή φιλολογία, αν δεν ιδωθεί υπό το πρίσμα τής προβληματικής που υιοθετήσαμε εδώ.

Στην πραγματικότητα, ο Μαρξ αναζητούσε ένα εργαλείο που να επιτρέπει τη μέτρηση τής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Το εργαλείο αυτό δεν είναι άλλο από την αξία. Πράγματι, η ποσότητα τής κοινωνικά αναγκαίας εργασίας είναι σε τελική ανάλυση ο μόνος «πλούτος» που διαθέτει η κοινωνία. Η αξία είναι επιπλέον ανεξάρτητη από την κατανομή.

Το κριτήριο-αξία επιτρέπει ουσιαστικά να συγκρίνουμε την πρόοδο που σημειώνεται κατά τη μετάβαση από ένα παραγωγικό σύστημα (0) σε ένα άλλο (1), (2) κ.ο.κ. κατά μήκος τού κάθετου άξονα w (βλ. διάγραμμα). Κατά μήκος αυτού τού άξονα, οι τιμές τού r είναι ίσες με 0 (r=0), οπότε οι μισθοί απορροφούν ολόκληρο το καθαρό προϊόν. Αν επομένως ένα παραγωγικό σύστημα μεγιστοποιεί την τιμή τού w (για r=0), τότε αυτό σημαίνει ότι το εν λόγω σύστημα θα μεγιστοποιεί το εισόδημα ή, ισοδυνάμως, ότι θα ελαχιστοποιεί τον χρόνο τής κοινωνικής εργασίας που είναι αναγκαία για να παραχθεί μια δεδομένη ποσότητα αξιών χρήσης. Επομένως, το συγκεκριμένο σύστημα θα αντιστοιχεί σε ένα ανώτερο επίπεδο ανάπτυξης και αποδοτικότητας των παραγωγικών δυνάμεων.

Αντιθέτως, η χρησιμοποίηση τού κριτηρίου τού Σράφα συνεπάγεται τη σύγκριση συστημάτων κατά μήκος τού άξονα των τεταγμένων r. Για w=0, έχουμε r=R, οπότε το κέρδος απορροφά ολόκληρο το προϊόν. Η υπόθεση w ≠ 0 δεν αλλάζει τίποτε, διότι ο Σράφα «απαλείφει» τους μισθούς, υποκαθιστώντας τους με τα αγαθά που καταναλώνουν οι μισθωτοί. Ο Σράφα συγκρίνει επομένως τα συστήματα κατά μήκος ενός άξονα που είναι παράλληλος προς τον άξονα των r και ο οποίος τέμνει σε κάποιο τυχαίο σημείο τον κάθετο άξονα [βλ. διάγραμμα]. Από αυτή τη σκοπιά, το σύστημα που θα μεγιστοποιούσε το ποσοστό κέρδους R θα έπρεπε να θεωρείται ως βέλτιστον.

Οι δύο μέθοδοι σύγκρισης είναι άραγε ισοδύναμες; Σαφώς όχι.[35] Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό; Διότι, αν θέσουμε r=0,[36] τότε η σύγκριση λαμβάνει υπόψη, ταυτόχρονα, τους τέσσερις συντελεστές a11, a12, a21 και a22, που αντιστοιχούν στις εισροές εμπορευμάτων και τους δύο συντελεστές a01, a02, που προσδιορίζουν τις εισροές άμεσης εργασίες (για σύστημα δύο προϊόντων). Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή, για r=0, τα παραγωγικά συστήματα παίρνουν τη μορφή:

(a_{11}p_{1}+a_{12}p_{2}+a_{01}w)=p_{1}

(a_{21}p_{1}+a_{22}p_{2}+a_{02}w)=p_{2}

ενώ διαπιστώνουμε, επίσης, ότι οι τιμές p είναι, τότε, όμοιες προς τις αξίες.

Αντιθέτως, η σύγκριση των παραγωγικών συστημάτων επί τού άξονα των τετμημένων (w=0) σημαίνει ότι λαμβάνουμε υπόψη μόνο τους τέσσερις πρώτους συντελεστές («παραγωγή εμπορευμάτων μέσω εμπορευμάτων», και όχι μέσω εμπορευμάτων και άμεσης εργασίας), παραβλέποντας τους δύο συντελεστές εισροών άμεσης εργασίας. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή (δηλ. για w=0), το σύστημα παίρνει την εξής μορφής:

(a_{11}p_{1}+a_{12}p_{2})(1+r)=p_{1}

(a_{21}p_{1}+a_{22}p_{2})(1+r)=p_{2}

Το κριτήριο-αξία είναι προτιμότερο, διότι μόνο αυτό αντιμετωπίζει την παραγωγική διαδικασία ως αποτέλεσμα τής δράσης όλων των τεχνικών συντελεστών που χρησιμοποιήσαμε για την περιγραφή της. Το θεμελιώδες συμπέρασμα που προκύπτει από την ανάλυση αυτή είναι ότι το κοινωνικό σύστημα που, για ένα δεδομένο μισθό, μεγιστοποιεί το ποσοστό κέρδους δεν μεγιστοποιεί υποχρεωτικά και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (δηλαδή μέσω τής μείωσης τής αναγκαίας ποσότητας κοινωνικής εργασίας). Δεν υπάρχει τρόπος να παρακάμψουμε τη θεωρία τής αξίας, διότι μόνο αυτή επιτρέπει την αναγωγή όλων των οικονομικών μεγεθών (τιμών και εισοδημάτων) σε έναν κοινό παρονομαστή (την αξία, τ.έ. την ποσότητα τής κοινωνικά αναγκαίας εργασίας), ανεξαρτήτως των κανόνων κατανομής, και τούτο τόσο όσον αφορά τον χαρακτηρισμό μιας δεδομένης φάσης (συγχρονική-στατική ανάλυση), όσο και τη μέτρηση τού ρυθμού ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων που σημειώνεται κατά τη μετάβαση από τη μια φάση στην άλλη (δυναμική-διαχρονική ανάλυση).

Sraffa

Το πραγματικό διακύβευμα που κρύβεται πίσω από τη συζήτηση για την κατά προτίμηση χρησιμοποίηση τής αξίας ως κριτηρίου αφορά, επομένως, τον καθορισμό ενός αντικειμενικού μέτρου εκτίμησης τής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Επιπλέον, αν χρησιμοποιηθεί το ίδιο κριτήριο για την περιγραφή δύο παραγωγικών συστημάτων — είτε αυτά συνυπάρχουν χρονικά είτε διαδέχονται το ένα το άλλο — τότε η σχέση που συνδέει τα μεγέθη w και r θα περιγράφεται, υποχρεωτικά, είτε από δύο καμπύλες παρόμοιες με την καμπύλη C τού διαγράμματος είτε από μια ευθεία D και μια καμπύλη C.

Ωστόσο, στο σραφιανό μοντέλο, δεν υπάρχει κάποιο κοινό κριτήριο για τη σύγκριση διαφορετικών συστημάτων. Επιπροσθέτως, στο εν λόγω μοντέλο οι μισθοί και τα καταναλωτικά αγαθά που προορίζονται για τους εργαζόμενους θεωρούνται ως μεγέθη ισοδύναμα μεταξύ τους, πράγμα που σημαίνει ότι η αντικατάσταση τού μισθού με τα αγαθά κατανάλωσης συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι ο όρος «εργασία» απαλείφεται από τις σχετικές εξισώσεις, ότι τα εμπορεύματα θεωρούνται πλέον ότι παράγονται αποκλειστικά με τη χρησιμοποίηση άλλων εμπορευμάτων (χωρίς τη διαμεσολάβηση τής εργασίας, η οποία, τρόπο τινά, αποσύρεται από το προσκήνιο), καθώς και ότι η παραγωγή τού πλεονάσματος αποδίδεται αποκλειστικά στον συντελεστή-κεφάλαιο, που πλέον εκλαμβάνεται ως ο μόνος συντελεστής παραγωγής. Πρόκειται, λοιπόν, για το άκρον άωτον τής αλλοτρίωσης: τα εμπορεύματα (συμπεριλαμβανομένων εδώ και των βασικών αγαθών διαβίωσης) παράγουν «απογόνους» (δηλ. μεγαλύτερες ποσότητες εμπορευμάτων), χωρίς να απαιτείται καμία παρέμβαση τού παράγοντα-εργασία! Η συγκεκριμένη κοσμοθεώρηση είναι ανάλογη με αυτή των χρηματοοικονομικών επενδυτών, οι οποίοι, καθώς «παράγουν» χρήμα από χρήμα, είναι φυσικό να θεωρούν ότι το χρήμα είναι καθαυτό παραγωγικό (βλ. Κεφ. 11). Ή, ακόμη χειρότερα, όλες οι υλικές εισροές θα μπορούσαν να αντικατασταθούν με «ισοδύναμες» ποσότητες «παρωχημένης» εργασίας, με αποτέλεσμα να έχουμε ένα σύστημα με ένα και μόνο συντελεστή παραγωγής, την «παρωχημένη» εργασία, που ουσιαστικά ισοδυναμεί με τον συντελεστή «παραγωγικό χρόνο» (α λα Μπεμ-Μπαβέρκ).

Η ορθόδοξη οικονομική θεωρία μετά τον Μαρξ προσπάθησε, προκειμένου να προσβάλλει την αξιοπιστία τού μαρξισμού, να αποδώσει τα αίτια τής «ανάπτυξης» σε μια πληθώρα παραγόντων διαφορετικών τής κοινωνικής εργασίας. Σε αυτό άλλωστε οφείλεται η επινόηση τής έννοιας τής ειδικής παραγωγικότητας ανά συντελεστή παραγωγής, καθώς και η απόπειρα αναγωγής όλων των συντελεστών παραγωγής σε έναν ενιαίο συντελεστή, ανεξαρτήτως αν αυτός ονομάζεται «εμπόρευμα» (Σράφα: «παραγωγή εμπορευμάτων μέσω εμπορευμάτων»), «χρήμα» (που «γεννάει χρήμα»), «χρόνος» (που είναι επίσης «χρήμα», πβ. την έννοια τής «προεξόφλησης τού μέλλοντος» στον Μπεμ-Μπαβέρκ) ή, τέλος, «επιστήμη» (βλέπε, σχετικά, τη σημερινή συζήτηση περί «γνωσιακού καπιταλισμού» — μια έννοια που έχει τις ρίζες της στην κεϊνσιανή θεωρία τής οριακής παραγωγικότητας τού κεφαλαίου). Εν προκειμένω, δεν πρόκειται παρά για εκφάνσεις τού φαινομένου τής αλλοτρίωσης που χαρακτηρίζει ουσιωδώς τη συμβατική-αστική κοινωνική σκέψη.

Ο Μαρξ ολοκλήρωσε την κριτική τής καπιταλιστικής πραγματικότητας με τη μεθοδική αποδόμηση μιας σειράς κειμένων που στόχευαν στη νομιμοποίηση των πρακτικών τού κεφαλαίου — είτε επρόκειτο για τα έργα των μεγάλων κλασικών-θεμελιωτών τής σύγχρονης σκέψης στον νέο επιστημονικό τομέα τής πολιτικής οικονομίας (Σμιθ, Ρικάρντο), είτε για τα πονήματα τής χυδαίας οικονομικής θεωρίας τής εποχής του (Μπαστιά κ.ά.). Παραμένει, ωστόσο, επιτακτική η ανάγκη κριτικής ενασχόλησης με τα γραπτά των σύγχρονων μετα-μαρξιστών οικονομολόγων, και αυτό παρά την πολύτιμη συνεισφορά στο πεδίο αυτό ορισμένων καλών μαρξιστών, που κατόρθωσαν να υπερβούν τους περιορισμούς τής εξηγητικής ερμηνείας τού έργου τού Μαρξ και οι οποίοι, δυστυχώς, θεωρούνται σήμερα «ξεπερασμένοι» (για περισσότερα, παραπέμπω τον αναγνώστη στο βιβλίο μου με τίτλο «Άνιση Ανάπτυξη», όπου ασκώ κριτική στην απόπειρα συνέχισης τού έργου των κλασικών από σημαντικούς συγγραφείς, όπως ο Κέινς, ο Σράφα κ.ά., καθώς και στα λεγόμενα «οικονομικά τής μόδας», τη «μαγεία τής εποχής μας», όπως έγραψα τότε αναφερόμενος στις σύγχρονες μορφές τής χυδαίας οικονομολογίας).

«Κριτήριο» και «νόμιμο χρήμα»

Η χυδαία οικονομολογία συγχέει επιπόλαια το «κριτήριο», με την έννοια που προσδώσαμε στον όρο κατά την κριτική εξέταση τής σραφιανής εμπειρικής προσέγγισης τού ζητήματος που μας απασχολεί, με το «νόμιμο χρήμα», δηλ. τον «κοινό παρονομαστή» που επιτρέπει την έκφραση των μεγεθών των εξισώσεων τής δυναμικής ισορροπίας (είτε αυτές δίνονται σε όρους τιμής είτε σε όρους αξίας) σε ομοιογενείς μονάδες (αποκαλούμενες φράγκα, ευρώ, δολάρια κ.ο.κ.). Ο Μαρξ αποφεύγει να υποπέσει στο σφάλμα αυτό, παρά το γεγονός ότι κατά την εποχή του ίσχυε ακόμα ο κανόνας χρυσού. Ωστόσο, η εγκατάλειψη τού κανόνα χρυσού δεν καθιστά άνευ αντικειμένου τη διάκριση μεταξύ τής έννοιας τού «κριτηρίου» και αυτής τού «νομίμου χρήματος». Ο ορισμός τού νομίσματος μπορεί κάλλιστα να είναι αυθαίρετος, υπό την έννοια ότι δεν μεταβάλλει επ’ ουδενί τα συμπεράσματα τής ανάλυσης των συνθηκών τής συσσώρευσης. Οι σχετικές τιμές [όπως και το ποσοστό κέρδους] είναι ανεξάρτητες από το νόμισμα. Μόνο οι απόλυτες τιμές εξαρτώνται από την επιλογή ενός νομίσματος. Λίγη σημασία θα είχε, αν επιλέγαμε αυθαίρετα ένα οποιοδήποτε νόμισμα ή αν η επιλογή μας πληρούσε τον έναν από τους δύο εναλλακτικούς όρους που έθεσε ο Μαρξ [37] ή, τέλος, αν επιλέγαμε ένα πραγματικό νόμισμα (λ.χ. τον χρυσό).

Σε επίπεδο εμπειρικής παρατήρησης, το υπό εξέταση σύστημα[38] παρουσιάζεται άμεσα ως ένα σύστημα τεσσάρων εξισώσεων (για δύο κλάδους παραγωγής):

(α) παραγωγικό σύστημα-κλάδος (1):

(0,2p_{1}+0,4p_{2})(1+r)+0,4w=p_{1}

(β) κλάδος (2):

(0,5p_{1}+0,1p_{2})(1+r)+0,6w=p_{2}

(γ) μισθοί:

w=0,2p_{1}+0,2p_{2}

(δ) νόμισμα:

f~(p_{1}~p_{2})=1

Όσον αφορά τον ορισμό τού νομίσματος (που, όπως ειπώθηκε, δεν πρέπει να συγχέεται με την έννοια τού «κριτηρίου»), η απλούστερη αλγεβρική μορφή που μπορεί να χρησιμοποιηθεί είναι η εξής:

p1 + p2 = 1

Οι τέσσερις αυτές εξισώσεις δεν αποτελούν παρά μαθηματικοποίηση τής άμεσης πραγματικότητας, δηλ. των μεγεθών p1, p2, w, r και τού εμπειρικού «νομίσματος», καθώς και των μεταξύ τους σχέσεων.

6. Οικονομικοί νόμοι τού καπιταλισμού και ταξικοί αγώνες: από την πολιτική οικονομία στον ιστορικό υλισμό

Το σχήμα τής διευρυμένης αναπαραγωγής φαίνεται να αποκαλύπτει ότι η οικονομία διέπεται από ακριβείς νόμους, οι οποίοι, ως τέτοιοι, έχουν αντικειμενική υπόσταση, πράγμα που σημαίνει ότι ισχύουν υποχρεωτικά για όλους. Στη μορφή που μας παραδόθηκε, το κείμενο τού δεύτερου τόμου τού Κεφαλαίου είναι μεγάλης σπουδαιότητας, καθώς δείχνει ότι, στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, η κοινωνική αναπαραγωγή εμφανίζεται καταρχήν με τη μορφή τής οικονομικής αναπαραγωγής. Ενώ, λοιπόν, στους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής, που χαρακτηρίζονταν από διαφανείς σχέσεις εκμετάλλευσης, η αναπαραγωγή απαιτούσε την αδιαμεσολάβητη παρέμβαση τού εποικοδομήματος, δεν ισχύει πλέον το ίδιο και για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Εδώ θα πρέπει να υπογραμμιστεί, για άλλη μια φορά, η ποιοτική αυτή διαφορά.

Μέχρι τώρα δεν θίξαμε το ζήτημα τής πάλης των τάξεων, η οποία, εκ πρώτης αναγνώσεως, απουσιάζει από το κείμενο τού δεύτερου τόμου τού Κεφαλαίου. Ο Μαρξ μπορεί να μην είχε καμία σχέση με τον «οικονομισμό», δεν συνέβαινε όμως το ίδιο και με τον ιστορικό μαρξισμό. Η γραμμική-μηχανιστική αναγωγή των κοινωνικών νόμων στους νόμους τής οικονομίας, που συνδεόταν με μια επιστημονίστικη αντίληψη για την «πρόοδο», ήταν η κυρίαρχη τάση στους κόλπους τής Β΄ Διεθνούς. Η τάση αυτή ενισχύθηκε περαιτέρω μετά τον Β΄ ΠΠ, όταν πλέον η σοσιαλδημοκρατία είχε αποκηρύξει την κληρονομιά τού μαρξισμού.

Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη περί ιστορίας, η ταξική πάλη, που φέρνει αντιμέτωπους αστούς και προλετάριους για τη διανομή τού προϊόντος (το ποσοστό τής υπεραξίας), υποτάσσεται στους νόμους τής οικονομίας. Η πάλη των τάξεων δεν μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, παρά να «αποκαλύψει» το ποσοστό που είναι αντικειμενικά αναγκαίο για την επίτευξη ισορροπίας. Υπό το πρίσμα αυτό, εκπληρώνει μια λειτουργία ανάλογη με αυτή τού «αόρατου χεριού» τής αστικής πολιτικής οικονομίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι πομφόλυγες περί τής «παγκόσμιας αρμονίας» των κοινωνικών συμφερόντων εξαφανίζονται για να παραχωρήσουν τη θέση τους στα φληναφήματα περί τής «αντικειμενικής αναγκαιότητας τής προόδου». Στο πλαίσιο αυτό, ο μαρξισμός ταυτίζεται κατ’ ουσίαν με την λεγόμενη «μαρξιστική πολιτική οικονομία», η οποία, υπό τη ρουμπρίκα «marxian economics» [μαρξιανά οικονομικά], φοριέται πολύ στις αγγλοσαξονικές ιδίως χώρες.[39] Οι οικονομικοί νόμοι παρουσιάζονται έτσι ως αντικειμενικές αναγκαιότητες που λειτουργούν ανεξάρτητα από την ταξική πάλη. Σε αυτή τη βάση, είναι αδύνατο να συλλάβουμε την προοπτική μιας κοινωνίας χωρίς τάξεις: η αταξική κοινωνία δεν μπορεί παρά να μοιάζει σαν δυο σταγόνες νερό με την ταξική κοινωνία, καθώς θα εξακολουθεί να διέπεται από τον διιστορικό παράγοντα τής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Η εν λόγω ανάπτυξη υπόκειται στους δικούς της νόμους (τ.έ. την όλο και μεγαλύτερη εμβάθυνση τού καταμερισμού τής εργασίας με τις μορφές που γνωρίζουμε σήμερα). Ο υπαρκτός καπιταλισμός είναι υπεύθυνος μόνο για το ότι δεν μπορεί πλέον να λειτουργεί με την ίδια αποτελεσματικότητα όπως και στο παρελθόν, καθώς θέτει προσκόμματα στην «πορεία τής προόδου». Όσο για τα κείμενα τού Μαρξ, στα οποία στηλιτεύεται η μυωπία τού φαρισαίου-μικροαστού που αδυνατεί να οραματιστεί ένα μέλλον όπου κάποιος δεν θα ασκεί το επάγγελμα τού ζωγράφου ή τού τορναδόρου, όλα αυτά δεν είναι παρά ουτοπικές ονειροφαντασίες. Κατά βάθος, ο καπιταλισμός είναι ένα «αιώνιο πρότυπο». Τα μοναδικά του μειονεκτήματα είναι η κοινωνική «σπατάλη» που αντιστοιχεί στην κατανάλωση των καπιταλιστών και η αναρχία τής παραγωγής, η οποία οφείλεται στον ανταγωνισμό των κεφαλαίων. Ο «σοσιαλισμός» θα βάλει τέλος στις καταχρήσεις αυτές, διαμορφώνοντας και υλοποιώντας έναν «ορθολογικό σχεδιασμό» στη βάση τής κρατικής συγκεντροποίησης τής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να φτάσουμε σε αυτόν τον κρατικό τρόπο παραγωγής (που αποτελεί το ύστατο στάδιο τής ιστορικής εξέλιξης και που, εκτός αυτού, μαρτυρεί και τη συνετή υποταγή στους «αντικειμενικούς νόμους» τού κοινωνικού προτσές τής παραγωγής) προς όφελος και τέρψη ολόκληρης τής κοινωνίας; Μέσω τής οδού των μεταρρυθμίσεων! Τα συνδικάτα, που είναι σε θέση να επιβάλλουν τη σύναψη ενός «κοινωνικού συμβολαίου» για το μοίρασμα των κερδών τής παραγωγικότητας, όχι μόνο προετοιμάζουν από τώρα το έδαφος για την οριστική απαλλοτρίωση των καπιταλιστών-κηφήνων, αλλά χρησιμεύουν και ως «σχολές διοίκησης», παρέχοντας εκπαίδευση σε επίλεκτα στελέχη, που «εκπροσωπούν» την «εργατική τάξη» και τα οποία έχουν ήδη «εκδηλώσει» την κλίση τους στην «οργάνωση και διοίκηση επιχειρήσεων»! Η αποδέσμευσή μας από το ασφυκτικό πλαίσιο τού οικονομισμού που χαρακτηρίζει τα «μαρξιανά οικονομικά» — προκειμένου, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να ανταπεξέλθουμε στις απαιτήσεις τής ιστορικοϋλικής ερμηνείας τού υπαρκτού καπιταλισμού — προϋποθέτει, κατά πρώτο λόγο, την ενεργή απόρριψη αυτού τού είδους τής ανάλυσης. Υπογραμμίζουμε, λοιπόν, την πρωταρχικότητα τής ταξικής πάλης, που δεν έφυγε ποτέ από το προσκήνιο. Ο μισθός δεν προκύπτει από τους αντικειμενικούς νόμους τής διευρυμένης αναπαραγωγής, αλλά αποτελεί το άμεσο αποτέλεσμα τής ταξικής αναμέτρησης. Η διαδικασία τής συσσώρευσης προσαρμόζεται, ει δυνατόν, στο αποτέλεσμα τής πάλης των τάξεων. Διαφορετικά, το σύστημα εισέρχεται σε κρίση και αυτό είναι όλο.

Στην συνέχεια, θα διατυπώσω τέσσερις θέσεις αναφορικά με τη σχέση που υφίσταται ανάμεσα στους οικονομικούς «νόμους» τής καπιταλιστικής συσσώρευσης και των υπό την ευρεία τού όρου έννοια ταξικών αγώνων, τού συνόλου δηλαδή των κοινωνικοπολιτικών, εθνικών και διεθνών, αγώνων και συγκρούσεων.

Θέση 1: Αυτοί οι αγώνες, με όλη τους την ποικιλομορφία, διαμορφώνουν τόσο το παγκόσμιο σύστημα όσο και τα επιμέρους «εθνικά» συστήματα — συστήματα που κινούνται από ανισορροπία σε ανισορροπία, χωρίς ποτέ να προσεγγίζουν την ιδεατή κατάσταση ισορροπίας που προβλέπεται από τα μοντέλα τόσο τής συμβατικής όσο και τής λεγόμενης «μαρξιανής» οικονομικής θεωρίας (η οποία, κατά τη γνώμη μου, έχει μικρή ή και καμία σχέση με τον μαρξισμό).

Θέση 2: Η εγγενής λογική τού καπιταλισμού, η οποία έγκειται στη μεγιστοποίηση τού ποσοστού κέρδους και τού συνολικού όγκου τής υπεραξίας, δημιουργεί δυνητικά μια κατάσταση ανισορροπίας, η οποία εκ των πραγμάτων λειτουργεί, αφενός, προς όφελος των εχόντων και των κατεχόντων (δηλ. τής, υπό την ευρεία του όρου έννοια, αστικής τάξης) και, αφετέρου, εις βάρος των κάθε είδους εργατικών αποδοχών. Εξ αυτού και μόνο τού λόγου, η καπιταλιστική αναπαραγωγή θα έπρεπε να καθίσταται «αδύνατη». Βεβαίως, η ιστορία τού καπιταλισμού δεν είναι μια ιστορία «συνεχούς ανάπτυξης» — μια ομαλή και αδιατάρακτη διαδικασία που (υποτίθεται ότι) εξασφαλίζει τη συνεχή αύξηση τής παραγωγής και τής κατανάλωσης, παρά τους όποιους «σκοπέλους» — αλλά μια ιστορία μακρόχρονων κρίσεων (1873-1945· η κρίση τού 1971, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, αλλά αναμφίβολα θα συνεχιστεί και στο μέλλον), όπου οι περίοδοι ταχείας και «απρόσκοπτης» ανάπτυξης δεν είναι, στην πραγματικότητα, παρά η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα (όπως συνέβη και με τη «λαμπρή τριακονταετία» από το 1945 έως το 1975· πβ. Itinéraire intellectuel, σελ. 187, και La Crise, σελ. 10-12).

Θέση 3: Παρά τα διαρκώς επιδεινούμενα προβλήματα, ο καπιταλισμός κατόρθωσε, μέχρι σήμερα, να βγει από τα αδιέξοδα που δημιουργεί η λειτουργία του, επινοοώντας νέους τρόπους και μέσα, προκειμένου να ανταποκριθεί στις προκλήσεις που αντιπροσωπεύουν οι αλλαγές τού συσχετισμού των κοινωνικών δυνάμεων σε εθνική και παγκόσμια κλίμακα. Αυτό μάς υπενθυμίζει ότι ο ρυθμός και ο προσανατολισμός τής προόδου των παραγωγικών δυνάμεων δεν είναι αυτόνομα εξωγενή δεδομένα, αλλά αποτελούν απόρροια τής ίδιας τής ταξικής πάλης. Η αναπτυξιακή διαδικασία ενσωματώνεται στις σχέσεις παραγωγής και διαμορφώνεται με πρωτοβουλία τής αστικής τάξης. Τόσο το παρωχημένο πλέον σύστημα τού τεϋλορισμού όσο και η αυτοματοποίηση και η «τεχνολογική επανάσταση» τής εποχής μας ήρθαν ως απαντήσεις στους εργατικούς αγώνες, πράγμα που επίσης ισχύει και για το φαινόμενο τού ιμπεριαλισμού, για τη διαδικασία συγκεντροποίησης τού κεφαλαίου, το κύμα μετεγκαταστάσεων επιχειρήσεων κ.ο.κ. Ποτέ δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι, όσο ο καπιταλισμός δεν ανατρέπεται, η μπουρζουαζία θα έχει πάντα τον τελευταίο λόγο στους ταξικούς αγώνες, πράγμα που σημαίνει ότι οι κρίσεις, αν δεν έχουν ως τελική έκβαση την ανατροπή, θα επιλύονται πάντοτε προς όφελος τής αστικής τάξης. Έτσι, για παράδειγμα, οι «υπέρογκοι» μισθοί θα ροκανίζονται από τον πληθωρισμό, μέχρις ότου η εργατική τάξη υποκύψει έχοντας εξαντλήσει τις όποιες αντοχές της — ή, εναλλακτικά, μέχρις ότου ευοδωθεί η προοπτική τής «εθνικής ενότητας» που θα επιτρέψει τη μετάθεση των βαρών σε άλλους ώμους.

Η ταξική πάλη αποτελεί απότοκο μιας συγκεκριμένης κατάστασης που αντανακλά την πραγματικότητα μιας ιστορικά καθορισμένης οικονομικής βάσης. Η ταξική πάλη μπορεί να μεταβάλει την οικονομική βάση, αλλά, ενόσω υφίσταται το καπιταλιστικό σύστημα, η μεταβολή αυτή θα υπόκειται στους νόμους τής οικονομικής αναπαραγωγής του. Οι μισθολογικές μεταβολές επηρεάζουν το ποσοστό κέρδους, πράγμα που προκαλεί την αντίδραση τής αστικής τάξης, η οποία εκδηλώνεται, μεταξύ άλλων, με τη μεταβολή τού ρυθμού τής «ανάπτυξης», τον αναπροσανατολισμό των αναπτυξιακών επιλογών, τον ανακαταμερισμό τής κοινωνικής εργασίας ανάμεσα στους δύο τομείς κ.ο.κ. Στο πλαίσιο τού καπιταλιστικού συστήματος, οι μεταβολές αυτές υπόκεινται στους γενικούς όρους τής καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Εν κατακλείδι, για να μην μακρηγορώ, η ταξική πάλη αποτελεί ενεργό παράγοντα διαμόρφωσης τής οικονομικής βάσης, στο πλαίσιο πάντα των εγγενών συνθηκών και νόμων τού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Τα σχήματα τής διευρυμένης αναπαραγωγής περιγράφουν αυτόν, ακριβώς, τον θεμελιώδη νόμο, που δηλώνει ότι η αξία τής εργατικής δύναμης εξαρτάται από το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Με άλλα λόγια, ότι η αξία αυτή αυξάνεται (ή οφείλει να αυξάνεται) παράλληλα με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτή την ερμηνεία δίνουμε στο «ιστορικό στοιχείο»[40] που επικαλείται ο Μαρξ, όταν αναφέρεται στο ζήτημα τού καθορισμού τής αξίας τής εργατικής δύναμης. Η μόνη άλλη ερμηνεία θα ήταν ότι η αξία τής εργατικής δύναμης θα έπρεπε να καθορίζεται αποκλειστικά με βάση το κριτήριο τής «συντήρησης τού κατόχου της»[41] (άποψη που υποστηρίζεται, μεταξύ άλλων, από τους Ρικάρντο, Μάλθους και Λασάλ).

Ωστόσο, η αντικειμενική αυτή νομοτέλεια[42] δεν είναι αυθόρμητη συνέπεια τής λειτουργίας τού συστήματος. Στην πραγματικότητα, η ανάγκη αυτή προσκρούει διαρκώς στην αντίθετη τάση που είναι επίσης εγγενής στο καπιταλιστικό σύστημα και η οποία έγκειται στη διαρκή επιδίωξη αύξησης τού ποσοστού τής υπεραξίας. Τελικά, η αντιφατική αυτή τάση αποδεικνύεται κυρίαρχη. Με αυτό τoν τρόπο, μάλιστα, ερμηνεύουμε τον «νόμο τής συσσώρευσης» και τη συναφή τάση τής «απόλυτης και σχετικής εξαθλίωσης». Ο συγκεκριμένος νόμος επιβεβαιώνεται εμπειρικά, αλλά οι σχετικές εμπειρικές αποδείξεις πρέπει να αναζητηθούν σε παγκόσμια κλίμακα, και όχι στο επίπεδο μεμονωμένων ιμπεριαλιστικών κέντρων. Και αυτό γιατί ενώ, στα κέντρα τού ιμπεριαλισμού, η σταδιακή αύξηση των μισθών, που παρατηρούνταν κατά τον τελευταίο αιώνα, συμβάδιζε με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, στις περιφέρειες, αντιθέτως, βλέπουμε να εκδηλώνεται με τον πιο ακραίο και σκληρό τρόπο η τάση απόλυτης εξαθλίωσης των εκμεταλλευομένων παραγωγών. Αυτό είναι το αγκάθι στο πλευρό των φιλοϊμπεριαλιστικών ρευμάτων τού μαρξισμού, διότι ο μαρξισμός αποκτά πραγματικά ανατρεπτικό χαρακτήρα, μόνο όταν αντικρίσει κατάματα αυτή την πραγματικότητα (θα ασχοληθούμε ξανά με το ζήτημα τής ταξικής πάλης σε σχέση με την συσσώρευση σε παγκόσμια κλίμακα στο κεφ. IV).

Το κεφάλαιο κατορθώνει να υπερπηδήσει την εγγενή αυτή αντίφαση μέσω τής ανάπτυξης ενός «τρίτου τομέα» που ρόλος του είναι να απορροφά το πλεόνασμα τής υπεραξίας, η οποία δεν μπορεί να απορροφηθεί στους τομείς Ι και ΙΙ λόγω ακριβώς τής ανεπαρκούς αύξησης του πραγματικού μισθού των παραγωγικών εργατών. Αυτή η θεωρητική συμβολή των Μπαράν και Σουίζι, την οποία θεωρούμε καίρια για την κατανόηση τής σύγχρονης πραγματικότητας, αγνοήθηκε και εξακολουθεί να αγνοείται από τους «εξηγητές», που παραμένουν προσκολλημένοι στο γράμμα τού Κεφαλαίου. Αρχής γενομένης από τη δεκαετία τού ’30, αλλά κυρίως μετά το 1945, ο υπαρκτός καπιταλισμός διήλθε από μια διαδικασία βαθύτατης μεταμόρφωσης, που είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν σε πρωτόγνωρα επίπεδα οι δραστηριότητες τού λεγόμενου «τριτογενούς» τομέα. Στο φαινόμενο αυτό δόθηκε μια απολογητική και επιφανειακή ερμηνεία από τους συμβατικούς οικονομολόγους, συμπεριλαμβανομένου και τού Ζαν Φουραστιέ, που ασχολήθηκε πρώτος με την εξέλιξη αυτή. Η δική μας ανάλυση τού φαινομένου βρίσκεται στον αντίποδα των προσεγγίσεων αυτών. Κατ’ αρχάς, θα μπορούσε εύλογα να υποστηριχθεί η άποψη ότι το φαινόμενο κάθε άλλο παρά νέο είναι, καθώς είναι αδιανόητο να υπάρξει μια καπιταλιστική κοινωνία χωρίς το Κράτος, οι κυριαρχικές λειτουργίες τού οποίου έχουν κοινωνικό κόστος που καλύπτεται από τη φορολογία (με άλλα λόγια, εκτός τού πλαισίου τής αγοράς). Επιπλέον, μεταξύ των αιτίων τής ταχείας ανάπτυξης τού «τριτογενούς» τομέα συγκαταλέγονται η ευρεία διάδοση τής πρακτικής τής συμπερίληψης τού «κόστους πωλήσεων» στις τιμές των προϊόντων (η οποία, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον μονοπωλιακό ανταγωνισμό), καθώς και η σχετική αυτονόμηση των εμπορικών και χρηµατοπιστωτικών δραστηριοτήτων. Τέλος, δεν πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε τη διεύρυνση των δημοσίων υπηρεσιών (παιδεία, υγεία, κοινωνική ασφάλιση), που αποτέλεσε συνέπεια των κατακτήσεων των λαϊκών αγώνων. Χωρίς να εισέλθουμε σε λεπτομέρειες για τις ετερόκλητες δρατηριότητες που περιλαμβάνονται στον τριτογενή τομέα, θα ήθελα να υπενθυμίσω τις θέσεις που είχα διατυπώσει στο παρελθόν σχετικά με τη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στη διόγκωση τού τομέα ΙΙΙ, που η λειτουργία του έγκειται στην απορρόφηση τής υπεραξίας, και τον ιμπεριαλιστικό παράγοντα και, πιο συγκεκριμένα, τη συγκέντρωση τού ελέγχου τού παγκόσμιου συστήματος στα χέρια των κρατών τής ιμπεριαλιστικής τριάδας (ΗΠΑ, Ευρώπη, Ιαπωνία) μέσω τής συγκρότησης των «πέντε μονοπωλίων τού συλλογικού ιμπεριαλισμού τής τριάδας» (κατά τη διατύπωση που χρησιμοποίησα στο παρελθόν). Μόνο οι λαϊκοί αγώνες που αποβλέπουν στον στρατηγικό, δημοκρατικό έλεγχο των εν λόγω δραστηριοτήτων μπορούν να λειτουργήσουν ως αποτελεσματικό αντίβαρο στις πρακτικές τού κεφαλαίου, που προκειμένου να διευρύνει το πεδίο κερδοφορίας του επιδιώκει να διατηρήσει υπό τον έλεγχο του τη διαδικασία γιγάντωσης των δραστηριοτήτων τού «τριτογενούς τομέα» μέσω τής ιδιωτικοποίησης τής διαχείρισής τους (δηλ. μέσω τής εκποίησης [τού δημοσίου] πλούτου και σαφώς όχι μέσω τής «δημιουργίας νέου πλούτου»). Ασφαλώς, η ιλλιγιώδης ανάπτυξη τού τομέα ΙΙΙ — ο οποίος ναι μεν λειτουργεί συμπληρωματικά με τους τομείς Ι-ΙΙ που αναφέρονται στο Κεφάλαιο, αλλά έχει πλέον καταστεί «κυρίαρχος», υπό την έννοια ότι αντιστοιχεί στα δύο τρίτα, ή και περισσότερο, τού δείκτη που η συμβατική οικονομολογία αποκαλεί «ακαθάριστο εγχώριο προϊόν» — καθιστά έως ένα σημείο προβληματικές τις κλασσικές διατυπώσεις τού νόμου τής αξίας. Αξίζει εδώ να επισημάνουμε ότι γύρω από αυτό το δεδομένο περιστρέφονται τα επιχειρήματα όσων υποστηρίζουν ότι ο νόμος τής αξίας είναι κάτι το «παρωχημένο».

Θέση 4: Ο καπιταλισμός απαντά στις προκλήσεις τις οποίες αντιπροσωπεύουν οι αγώνες και οι συγκρούσεις που διατρέχουν την ιστορία του με τον ίδιο πάντα τρόπο: με την επιτάχυνση τής καταστροφής των «πηγών πλούτου», δηλ. των ανθρωπίνων όντων, που περιέρχονται στην κατάσταση τού εμπορεύματος («εργατική δύναμη»), και τής φύσης, που αντιμετωπίζεται επίσης ως εμπόρευμα. Η «υπέρβαση» τής πρώτης μεγάλης καπιταλιστικής κρίσης που ξέσπασε το 1873 είχε ως αντίτιμο πολέμους και επαναστάσεις που διήρκεσαν μια τριαντακονταετία (1914-1945). Με τη χρηματοπιστωτική κατάρρευση τού 2008, η δεύτερη μεγάλη κρίση τού καπιταλισμού, που ξεκίνησε το 1971, πέρασε πλέον στη δεύτερη, χαοτική φάση της, η οποία εγκυμονεί φρικτούς κινδύνους και καταστροφές που απειλούν ολόκληρη την ανθρωπότητα. Σαν κοινωνικό σύστημα, ο καπιταλισμός έχει φάει τα ψωμιά του (πβ. Au-delà du capitalisme sénile).

Είναι «ξεπερασμένος» ο νόμος τής αξίας;

Βεβαίως, η εστίαση στον παράγοντα-αξία ως κεντρικού άξονα τής κριτικής ανάλυσης τής καπιταλιστικής οικονομίας συναντά επιπλέον προβλήματα πέραν αυτών που σχετίζονται με τη συσκότιση τής λειτουργίας της στο πλαίσιο τής πραγματικής διαδικασίας μετασχηματισμού των αξιών σε τιμές. Οι σχετικές αναλύσεις τού Μαρξ προσφέρονται ως τροφή για περαιτέρω σκέψη και προβληματισμό, τουλάχιστον στους μαρξιστές που έχουν πάψει να ασχολούνται με το σπορ τής εγχειριδιακής μαρξολογίας. Πιο συγκεκριμένα, τα ανοικτά ζητήματα αφορούν: (α) τον τρόπο αντιμετώπισης μορφών συγκεκριμένης εργασίας με διαφορετικά επίπεδα εξειδίκευσης και την υπαγωγή τους στην έννοια τής αφηρημένης εργασίας· (β) το πρόβλημα τού χρόνου που απαιτείται για την παραγωγή, την κυκλοφορία και τήν πραγματοποίηση τής υπεραξίας και το συναφές πρόβλημα τής σχέσης ανάμεσα στη ζωντανή και τη νεκρή («μεταβιβασθείσα») εργασία· (γ) τον προσδιορισμό των αξιών χρήσης· (δ) το πρόβλημα τής διαχείρισης των φυσικών πόρων, είτε αυτοί έχουν γίνει αντικείμενο ιδιωτικής ιδιοποίησης είτε όχι· (ε) την ανάγκη ενός κατάλληλου ορισμού που θα καθιστά σαφή την έννοια τής «κοινωνικής εργασίας» στο πλαίσιο τού καπιταλισμού, προκειμένου να αναλυθεί η σχέση της με άλλες μορφές εργασίας· και, τέλος, (στ) τον εντοπισμό και ανάδειξη των μορφών απορρόφησης τής υπεραξίας στο πλαίσιο τής λειτουργίας τού τομέα ΙΙΙ.

Οι εξελίξεις που γνώρισε ο καπιταλισμός από την εποχή τού Μαρξ έως και σήμερα, καθώς και οι τεράστιοι μετασχηματισμοί που επέφερε στον κόσμο, δεν μπορεί να αφήνουν αδιάφορους τους σύγχρονους θεωρητικούς τού μαρξισμού. Μια προσέγγιση που φιλοδοξεί να λέγεται «κριτική» και η οποία επιθυμεί πραγματικά να εμβαθύνει τη μαρξιστική ανάλυση τού καπιταλισμού δεν μπορεί να θεωρεί δεσμευτικές τις απαντήσεις που έδωσε ο Μαρξ σε αυτά τα ακανθώδη ζητήματα. Ορισμένοι μαρξιστές, μεταξύ των οποίων και εγώ, προσπαθούμε να ανταποκριθούμε στην πρόκληση αυτή (για περισσότερα, παραπέμπω στο βιβλίο μου με τίτλο Du Capitalisme à la civilisation, κυρίως σελ. 84-95, όπου παρουσιάζονται συνοπτικά οι ανά καιρούς παρεμβάσεις μου στις σχετικές συζητήσεις, καθώς και οι θέσεις που πρότεινα επ’ αυτών των ανοικτών ζητημάτων). Το κλίμα τής εποχής μας δεν ευνοεί ιδιαίτερα τις προσπάθειες εμπλουτισμού τού μαρξισμού, ο οποίος δεν πρέπει να γνωρίζει όρια, κατά το μέτρο, ακριβώς, που συνιστά ουσιαστική κριτική τού υπαρκτού καπιταλιστικού κόσμου. Αντί γι’ αυτό, φαίνεται να επικρατεί η τάση ολοκληρωτικής απόρριψης και/ή η προβολή τής υποτιθέμενης ανάγκης «ριζικής επαναθεμελίωσης» τού μαρξισμού. Έκοντες άκοντες, καταλήγουμε έτσι δέσμιοι τής αγοραίας, άκριτης σκέψης. Ας μου επιτραπεί εδώ να αναφέρω ως σχετικό παράδειγμα την κριτική στην οποία υπέβαλα την τάση ταύτισης τής «ανάπτυξης» με την αύξηση τού ΑΕΠ (Du Capitalisme à la civilisation, κεφ.ΙΙΙ, σελ. 98 και επ.) και, σε αντίστιξη, την προτεινόμενη εξομοίωση τής προόδου με την χειραφέτηση (Modernité, Religion et Démocratie, εισαγ. κεφ.), δύο θεωρητικές θέσεις που, κατά τη γνώμη μου, πηγαίνουν ενάντια στο ρεύμα των καιρών.

Σήμερα είναι τής μόδας να λέγεται ότι ο νόμος τής αξίας είναι «ξεπερασμένος», ότι ο νόμος αυτός ανταποκρινόταν στο μεταποιητικό-βιομηχανικό στάδιο τού καπιταλισμού που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί λόγω τής εμφάνισης τού σύγχρονου «γνωσιακού καπιταλισμού». Κατ’ αυτόν τον τρόπο παραβλέπεται το γεγονός ότι, τόσο στο παρελθόν όσο και σήμερα, ο καπιταλισμός είναι εκ φύσεως σύστημα το οποίο βασίζεται σε κοινωνικές σχέσεις που ευνοούν και εξασφαλίζουν την κυριαρχία τού κεφαλαίου και την εκμετάλλευση τής εργασίας που υπάγεται σε αυτό. Δεν υπάρχει «άλλος» καπιταλισμός. Η επινόηση τής έννοιας τού «γνωσιακού καπιταλισμού» οφείλεται στην άκριτη υιοθέτηση των μεθόδων τής χυδαίας οικονομολογίας που επιδιώκει να καθορίσει το «μέτρο» τής ειδικής παραγωγικότητας κάθε «συντελεστή παραγωγής» (εργασία, κεφάλαιο, φύση). «Ανακαλύφθηκε» λοιπόν ότι η καταγεγραμμένη «αύξηση» των εν λόγω παραγοντικών παραγωγικοτήτων αντιστοιχεί σε ποσοστό μεταξύ 50% και 70% τής όλης οικονομικής «προόδου» (τ.έ. τής «ανάπτυξης»). Η παρατηρούμενη διαφορά αποδίδεται στους παράγοντες τής επιστήμης και τής τεχνολογίας, που θεωρούνται ότι συνιστούν από κοινού έναν τέταρτο, ιδιαίτερο «συντελεστή παραγωγής». Ορισμένοι μάλιστα ισχυρίζονται ότι πρόκειται για την εκ νέου ανακάλυψη τού παράγοντα τής «γενικής διάνοιας», η σπουδαιότητα τού οποίου είχε επισημανθεί από τον ίδιο τον Μαρξ στο πλαίσιο τού ορισμού τής παραγωγικότητας τής κοινωνικής εργασίας. Ωστόσο, δεν υπάρχει τίποτα το ιδιαίτερο νέο στην προσέγγιση αυτή, καθώς σε όλα τα στάδια τής ανθρώπινης ιστορίας η εργασία ήταν — και παραμένει — άρρηκτα συνδεδεμένη με τις κάθε φορά τρέχουσες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις (πβ. Du Capitalisme à la civilisation, Παράρτ. 2, σελ. 113-123). Η μεθοδολογία που ακολουθείται από τη συμβατική οικονομική θεωρία διαχωρίζει τεχνητά και αυθαίρετα την εργασία (καθώς και τα εργαλεία που αυτή μεταχειρίζεται στο σύνηθες πλαίσιο τής χρησιμοποίησής της) από τις απαραίτητες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις, χωρίς τις οποίες είναι αδιανόητη η ίδια η έννοιά της (αυτόθι σελ. 77-84). Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει παρά μία μόνο παραγωγικότητα, αυτή τής κονωνικής εργασίας που χρησιμοποιεί τα κατάλληλα εργαλεία σε ένα δεδομένο φυσικό περιβάλλον και στη βάση συγκεκριμένων τεχνικών και επιστημονικών γνώσεων που συγκροτούν ένα ενιαίο και αδιαίρετο όλο. Ο Μαρξ συνθέτει ό,τι αποσυντίθεται στις ψευδοέννοιες τής χυδαίας οικονομολογίας, αναδεικνύοντας τη θεμελιώδη σημασία τής έννοιας τής αξίας, η οποία, με τη σειρά της, γίνεται εργαλείο αποτελεσματικής κριτικής τής καπιταλιστικής πραγματικότητας. Ο «γνωσιακός καπιταλισμός» είναι σχήμα οξύμωρο: μπορεί κανείς να κάνει λόγο για «γνωσιακή οικονομία», μόνο όταν θα έχουν εγκαθιδρυθεί κοινωνικές σχέσεις διαφορετικές από εκείνες στις οποίες στηρίχτηκε μέχρι σήμερα ο καπιταλισμός. Κόντρα στις σειρήνες των καιρών μας, επιχείρησα να κατανοήσω τις μεταβολές στις μορφές εκδήλωσης τού νόμου τής αξίας που οφείλονται στους μετασχηματισμούς τού σύγχρονου καπιταλισμού.

Στο βιβλίο μου Critique de l’air du temps (κεφ. V, σελ.66-80), έκανα την υπόθεση, εν είδει νοητικού πειράματος, ότι ο «καπιταλισμός» είχε ήδη πλήρως αναπτύξει τη δυναμική που προσδιορίζεται από την τάση μείωσης τής ποσότητας εργασίας που χρησιμοποιείται στην παραγωγή υλικών αγαθών (ήτοι υλικός εξοπλισμός, μεταποιημένα προϊόντα και διατροφικά αγαθά) μέσω τής γενίκευσης τής αυτοματοποίησης τής παραγωγής. Υπέθεσα, λοιπόν, ότι οι παραγωγικοί τομείς θα απασχολούσαν πλέον ελάχιστο τμήμα τού διαθέσιμου εργατικού δυναμικού — εκ τού οποίου ένα ποσοστό θα απασχολείτο στην παραγωγή επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης (software), που θα ήταν αναγκαία για την παραγωγή υλικών αγαθών, ενώ ένα άλλο ποσοστό θα απασχολείτο στις υπηρεσίες κατανάλωσης. Κάτω από αυτές τις (υποθετικές) συνθήκες, οι σχέσεις κυριαρχίας τού κεφαλαίου θα εκφράζονται με την άνιση κατανομή τού παγκοσμίου εισοδήματος, με αποτέλεσμα η έννοια τής «αξίας» να αποκτά νόημα, μόνο εφόσον ληφθεί υπόψη η παγκόσμια διάσταση τού συστήματος. Η έννοια τής «αξίας» θα εξακολουθεί να υφίσταται εξαιτίας τής συνεχιζόμενης οικονομικής αλλοτρίωσης, καθώς η κοινωνία θα παραμένει εγκλωβισμένη στο σχήμα τής γενικής σπανιότητας των πόρων. Θα μπορούσε ένα τέτοιο σύστημα να αποκαλείται «καπιταλισμός»; Κατά πάσα πιθανότητα όχι, διότι θα επρόκειτο για ένα «νεο-δοσιματικό» (néo-tributaire) πολιτικό σύστημα που, σε συνδυασμό με τις ιδεολογικές πρακτικές νομιμοποίησής του, θα στηρίζεται στη συστηματική άσκηση πολιτικής βίας με σκοπό τη διαιώνιση τής ανισότητας. Δυστυχώς, το σενάριο αυτό δεν ανήκει στην επιστημονική φαντασία. Ένα παγκόσμιο σύστημα αυτού τού τύπου βρίσκεται ήδη υπό κατασκευή. Για την περιγραφή του χρησιμοποίησα τον όρο «απαρτχάιντ σε παγκόσμια κλίμακα». Προς αυτή την κατεύθυνση τείνει η λογική των δυνάμεων που δημιουργούν τους όρους για την αναπαραγωγή τού καπιταλισμού. Με άλλα λόγια, προς την κατεύθυνση τής δημιουργίας ενός «άλλου εφικτού κόσμου» που θα ξεπερνά σε βαρβαρότητα όλες, ακόμα και τις πιο απάνθρωπες, ταξικές κοινωνίες που γνώρισε ποτέ η ιστορία.


[1] [Δηλαδή, ισοδύναμα είναι τα δύο μοντέλα, εκφρασμένα είτε σε αξίες, είτε σε τιμές παραγωγής.]
[2] [Στην αγγλική μετάφραση, αναφέρεται εσφαλμένα ότι λ και γ >1.]
[3] [μέσα παραγωγής, κεφαλαιουχικά αγαθά]
[4] [Στην αγγλική μετάφραση, αναφέρεται εσφαλμένα: «μέσω τού συνδυασμού λ και 1e [αντί για γ]», βλ. κατωτέρω, παράρτημα «Καθορισμός των τιμών μονάδας».]
[5] [Στήλη «εξοπλισμός» 20e/30e και 10e/30e και στήλες «αναγκαία εργασία‒υπερεργασία» 80h/120h και 40h/120h.
[6] [μονάδων καταναλωτικών αγαθών]
[7] [Βλ. παράρτημα]
[8] [Τελευταία γραμμή τού πίνακα: 180F-(60F+60F)=60F· Προϊόν-(Εξοπλισμός+Μισθοί)=Υπεραξία]
[9] [Να σημειωθεί ότι, για τη σύνταξη τού δεύτερου πίνακα στη σελίδα 21 τής αγγλικής μετάφρασης, χρησιμοποιήθηκε η παραδοχή ότι, κατά τη φάση 2, οι τιμές των προϊόντων είναι μειωμένες κατά το ήμισυ (ενώ τα ωρομίσθια διπλασιάζονται, όπως συμβαίνει και εδώ). Για παράδειγμα, αντί για 120e x 2 = 240F, έχουμε 120e x 1 = 120F και, αντί για 120c x 1 = 120F, 120c x 0.5 = 60F.]
[10] Δεχόμαστε πάντα ότι τα επίπεδα παραγωγικής ικανότητας εκφράζονται σε αξίες.
[11] [Αυτή είναι η έννοια τής εντατικής συσσώρευσης, βλ. κατωτέρω.]
[12] [Στην αγγλική μετάφραση, παρεμβάλλεται η φράση: «ο πρώτος όρος τής εξίσωσης [1e] εκφράζει την αξία τού χρησιμοποιούμενου σταθερού κεφαλαίου Ε, αναγόμενου σε μια υλική μονάδα εξοπλισμού, όπου e η αξία κάθε μονάδας εξοπλισμού (e1 ≠ e2 ≠ e3 κ.ο.κ.)». Παρόμοιο σκεπτικό και για το c (αξία μονάδας καταναλωτικών αγαθών· βλ. κατωτέρω). Επίσης, στη θέση των παραμέτρων λ & γ χρησιμοποιούνται, με την ίδια έννοια, οι παράμετροι δ & ρ. Τέλος, χρησιμοποιείται μια επιπλέον παράμετρος [h: ah, bh, aδh, bρh κ.ο.κ.], που «μετράει το προϊόν μιας ώρας εργασίας εκφρασμένο σε αξία [και που] δεν πρέπει να συγχέεται με το ωρομίσθιο».]
[13] [Λύνουμε ως προς e (π.χ. e=a/(1-p)) και αντικαθιστούμε στη δεύτερη εξίσωση κ.ο.κ.]
[14] [Εναλλακτική ισοδύναμη διατύπωση στην αγγλική μετάφραση: «η συνολική υπεραξία που παράγεται στους δύο τομείς κατά τη διάρκεια μιας φάσης καθιστά δυνατή, [στη διάρκεια τής ίδιας φάσης], την αγορά τού συνόλου τής παραγωγής τού τομέα Ι».]
[15] [Με μισθό s [<1], 1-s υπεραξία, ποσοστό υπεραξίας t=(1-s)/s, για οργανικές συνθέσεις βλ. Imperialism and unequal development σελ.245.]
[16] [Εδώ υπάρχει λάθος στη γαλλική έκδοση, όπου αναφέρεται εσφαλμένα Ι αντί για ΙΙ.]
[17] [Με έντονους χαρακτήρες δηλώνονται τα λάθη στο αγγλικό κείμενο. Έλεγξα τις περιπτώσεις 3 και 4 (μέχρι και τους «ονομαστικούς μισθούς»).]
[18] Για τη συζήτηση σχετικά με τις «αγορές», βλ. Λένιν, Ο Οικονομικός Ρομαντισμός [«Χαρακτηρισμός του οικονομικού ρομαντισμού. Ο Σισμοντί και οι οπαδοί του στη χώρα μας» (1897)], επίσης Ρόζα Λούξεμπουργκ, Η συσσώρευση τού Κεφαλαίου (όπου εξετάζεται διεξοδικά η βιβλιογραφία τής εποχής) και Τουγκάν-Μπαρανόφσκι, Οι βιομηχανικές κρίσεις στην σύγχρονη Αγγλία (1η γερμανική έκδοση: 1901). Για την παρέμβασή μου στη συζήτηση αυτή, βλ. Le Développement inégal [«Άνιση Ανάπτυξη»] σελ. 146 και επ.
[19] [25h:αναγκαία εργασία, 75h: υπερεργασία, 150e: προϊόν κ.ο.κ. Στην αγγλική μετάφραση, η στήλη «υπερεργασία» τού πίνακα τής σελ. 24 περιλαμβάνει εσφαλμένα και τις ώρες αναγκαίας εργασίας.]
[20] [Φάση 2, τελευταία σειρά, «Σύνολο»].
[21] [Φάση 2, Τομέας ΙΙ: 10e+20h]
[22] [Φάση 2, Τομέας Ι].
[23] [Φάση 3, 137,5h+12,5h=150h]
[24] E. H. Chamberlin, The Theory of Monopolist Competition, Βοστώνη 1931, Joan Robinson, Imperfect Competition, Λονδίνο 1935· Baran et Sweezy, Le Capitalisme monopolistique, Maspero 1968.
[25] P. Baran, L’Économie politique de la croissance, Maspero 1964· H. Magdoff, L’âge de l’impérialisme, Maspero 1970.
[26] [Για την ενότητα που ακολουθεί, χρησιμοποίησα την ελληνική μετάφραση των αποσπασμάτων στο «Νόμος τής Αξίας και ο ιστορικός υλισμός». (σελ. 37 και επ., 110 και επ.]
[27] [Στην αγγλική μετάφραση, δίνονται λανθασμένες τιμές για v΄1 και v΄2]
[28] [Από τις εξισώσεις, έχουμε 0.62p_{1}{}^{2}-0.48p_{2}{}^{2}-0.06p_{1}p_{2}=0,
με λύσεις p_{2}=-\frac{(\sqrt{2985}+3)\cdot p_{1}}{48}, p_{2}=-\frac{(\sqrt{2985}-3)\cdot p_{1}}{48}.
Στη συνέχεια λύνουμε ως προς p_{1}/p_{2}=0,9295=0,93]
[29] [Στη δεύτερη φάση, διπλασιάζονται οι συντελεστές των εξισώσεων: για παράδειγμα, όπου 0,2p1, έχουμε 0,4p1 κ.ο.κ. Να σημειωθεί επίσης ότι στην απλοποιημένη μορφή τού συστήματος, όπως προκύπτει μετά την αντικατάσταση των όρων w (w = 0.2p1 + 0.2p2), έχουμε p΄1 = 2p1 κ.ο.κ., με συνέπεια να διαιρούνται με το 2 οι συντελεστές των εξισώσεων.]
[30] [βλ. σημείωση 29]
[31] [ 0.56\cdot p_{1}{{}^2}-0.44\cdot p_{2}{{}^2}-0.08\cdot p_{1}\cdot p_{2}=0,
λύση: 0,96, όχι 0.98[;] (check again).]
[32] [Για την εκλογή «νομίσματος», δες «Νόμος τής Αξίας και Ιστορικός Υλισμός», σελ. 101 και επ.]
[33] [Το απόσπασμα σε αγκύλες υπάρχει μόνο στην αγγλική έκδοση και στην πρώτη έκδοση τού «Νόμου τής Αξίας» (πβ. κατωτέρω «Κριτήριο και νόμιμο χρήμα» [f (p1p2) = 1]).]
[34] [Πβ. πίνακα σελ. 23, όπου, για παράδειγμα, 0, 3p1 + 0, 5p2 = 0, 84.]
[35] [Εδώ παραλείπεται τμήμα τής επιχειρηματολογίας («περιβάλλουσες μη τεμνόμενες καμπύλες»), πβ. «Νόμος τής Αξίας και Ιστορικός Υλισμός», σελ. 115.]
[36] [σύγκριση κατά μήκος τού άξονα των τετμημένων w]
[37] [«ισότητα τιμών-αξιών» ή «ισότητα κερδών-υπεραξίας», πβ. «Νόμος τής Αξίας και Ιστορικός Υλισμός», σελ.103-05: «Η εκλογή νομίσματος δεν έχει λοιπόν σημασία σ’ ότι αφορά το πρόβλημα τού μετασχηματισμού … Αλλά αν η εκλογή τού νομίσματος μπορεί να είναι αυθαίρετη στην οικονομική θεωρία, δε συμβαίνει το ίδιο στο πεδίο τού ιστορικού υλισμού. Οι τιμές δεν σχηματίζονται ως σχετικές τιμές, αλλά ως απόλυτες τιμές που εκφράζονται σε νομισματικές μονάδες. Το χρήμα είναι βασική κατηγορία τής εμπορευματικής ανταλλαγής … »· και σελ. 49-50: «Στην εποχή τού Μαρξ, όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις ανταγωνισμού μεταξύ των κεντρικών κεφαλαιοκρατικών σχηματισμών, ο κανόνας χρυσού (διπλή, εσωτερική και εξωτερική μετατρεψιμότητα) αποτελούσε τον κανόνα τού παιχνιδιού. Οι ροές τού κίτρινου μετάλλου επιδρούσαν στη διαφοροποίηση των επιτοκίων. Η πρακτική τής νομισματικής πολιτικής, δηλ. ο χειρισμός των επιτοκίων, αποτελούσε ένα μέσο παρέμβασης όσον αφορά τον προσανατολισμό των σχέσεων ανάμεσα στους εθνικούς σχηματισμούς … [Ωστόσο,] μια “οικονομική” θεωρία των διεθνών σχέσεων είναι αδύνατη.»]
[38] [το σραφιανό μοντέλο]
[39] Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να βρει καλύτερο παράδειγμα από το βιβλίο τού Μίσιο Μορισίμα με τίτλο Marx’s Economics (Cambridge UP, 1973).
[40] [«ο καθορισμός της αξίας της εργατικής δύναμης περιέχει ένα ιστορικό και ηθικό στοιχείο», Κεφάλαιο τόμ. ΙΙΙ]
[41] [Ενδεικτικά: «την αξία των μέσων συντήρησης που είναι αναγκαία για τη συντήρηση του κατόχου της», Κεφάλαιο Ι]
[42] [«ανάγκη αύξησης των μισθών παράλληλα με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων»].

Advertisements
 
3 Σχόλια

Posted by στο 29/07/2015 in Κράτος, Οικονομία

 

Δημοκρατία «Ανοχής»: Gleichschaltung (III)

Κ. Μπέμελμπουργκ, στο κέντρο χωρίς ζώνη [Γκεστάπο 1941]

Από την αστυνομική συνεργασία έως την εξύμνηση τού γερμανικού «κοινωνικού» μοντέλου [pdf]
[Α. Lacroix-Riz, Από το Μόναχο στο Βισί, Κεφάλαιο ΙΙΙ: «Ο πόλεμος σε βάρος των εργαζoμένων»]
(I & II μέρος)

«Εντυπωσιασμένος» ίσως, αλλά καθόλου έκπληκτος, αν κρίνει τουλάχιστον κανείς από τις προχωρημένες σχέσεις οικειότητας που είχαν αναπτυχθεί μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας. «Η επιθετική και αποφασιστική στάση που υιοθέτησε ο κ. Νταλαντιέ απέναντι στον κομμουνισμό μετά το ξέσπασμα τής κρίσης τού Σεπτεμβρίου» συνέβαλε ουσιαστικά στην περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεων συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών. Αν και έχει εξαλειφθεί κάθε ίχνος της από τα δημοσιευμένα γερμανικά αρχεία,[636] η στενή αυτή συνεργασία αποτυπώνεται ανάγλυφα στα πρωτότυπα αρχειακά έγγραφα που αφορούν τον Καρλ [Carl ή Karl] Μπέμελμπουργκ.

Άνθρωπος τού Ράινχαρντ Χάιντριχ και τού Χάινριχ Μίλερ, ο Μπέμελμπουργκ διορίστηκε και μετέβη στο κατεχόμενο Παρίσι τον Ιούνιο τού 1940, για να αναλάβει ως επικεφαλής τού τμήματος Δ΄ τής Γκεστάπο.[637] Ωστόσο, στην πραγματικότητα, η λαμπρή παριζιάνικη καριέρα του, που έφτασε στο απόγειό της κατά την Κατοχή,[639] ξεκίνησε πολύ νωρίτερα, τον Ιούνιο τού 1938. «Ευρισκόμενος σε αποστολή στη χώρα μας, ήδη κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο 1938, επί τη ευκαιρία τής επίσκεψης των βρετανών ηγεμόνων», ο τότε πενηντατριάχρονος[638] Μπέμελμπουργκ θα επιστρέψει ξανά στο Παρίσι στις 3 Δεκεμβρίου και, στη συνέχεια, στις 6 τού μήνα, θα υποδειχθεί «ως μέλος τής επίσημης ακολουθίας τού κ. φον Ρίμπεντροπ». Θα συνεχίσει την παραμονή του στο Παρίσι, ως «ακόλουθος τής γερμανικής πρεσβείας», επικαλούμενος, κατά περίσταση, διάφορα προσχήματα, μεταξύ άλλων, ιδιαίτερα «την παροχή συνδρομής στη γαλλική αστυνομία σε σχέση με τη διαλεύκανση τής δολοφονίας τού φομ Ρατ».[640] Από τον Ιανουάριο τού 1939, οι αρμόδιες για την απέλασή του αρχές — και, ειδικότερα, αφενός, το Υπουργείο Εσωτερικών (Τμήμα Εθνικής Ασφάλειας) και η διεύθυνση τής αστυνομίας και, αφετέρου, το Κε Ντ’ Ορσέ — πετούσαν το μπαλάκι η μία στην άλλη, αφήνοντάς τον να δρα ανενόχλητος.[641] Μετά την επίσκεψή του στο Τμήμα Εθνικής Ασφάλειας, έγινε γνωστό «ότι ο κ. Μπέμελμπουργκ [ήρθε] στο Παρίσι για να εκτελέσει αστυνομικού χαρακτήρα αποστολή: διακρίβωση στοιχείων, παρακολουθήσεις, έρευνες, κ.λπ., […] ότι περίμενε σύντομα την άφιξη και άλλων γερμανών αστυνομικών και ότι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, επρόκειτο να εγκατασταθεί, σε γαλλικό έδαφος, ένα ανεπίσημο παράρτημα τής Γκεστάπο». Στις υπόλοιπες κρατικές αρχές επικρατούσε η ίδια αδιαφορία έναντι «των σοβαρών κινδύνων» που «εγκυμονούσε η κατάσταση αυτή».[642] Μόνιμη επωδός των πληροφοριών που συνέρρεαν από τις υπηρεσίες πληροφοριών κατά τη διάρκεια των επόμενων μηνών ήταν ότι ο επικεφαλής και τα στελέχη τού παριζιάνικου παραρτήματος τής Γκεστάπο «ασχολούντ[αν] με το ζήτημα των προσφύγων στη Γαλλία».[643]

Ένας τέτοιος εφησυχασμός δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη. Μετά την άνοδο στην εξουσία των χιτλερικών, η γαλλική δημοκρατία έδωσε το ελεύθερο στους αστυνομικούς και πολιτικούς υπαλλήλους τού Ράιχ να καταδιώκουν και να συλλαμβάνουν επί τόπου τους εβραίους και αντιφασίστες πρόσφυγες από τη Γερμανία. Ωστόσο, το Ράιχ δεν κατείχε την πρωτιά στον τομέα αυτό: ήδη από τη δεκαετία τού ’20, η OVRA[i], όπως και οι υπόλοιπες υπηρεσίες τού ιταλικού φασιστικού καθεστώτος, μπορούσαν επίσης ελεύθερα να διώκουν τους ιταλούς αντιφασίστες που έβρισκαν καταφύγιο στη Γαλλία.[644] Η ιστορικός Βίκι Κέιρον, που μελέτησε την περίπτωση των γερμανοεβραίων προσφύγων μετά το 1933, αγνοεί ότι οι γαλλικές αρχές αποδέχθηκαν αμέσως το σχετικό αίτημα των χιτλερικών. Η ιστορικός εντοπίζει χρονικά στο 1938 το «προοίμιο» των διώξεων τής κατοχής και αποδίδει το φαινόμενο στην αδιαφορία ή την ενδοτικότητα τής γαλλικής κυβέρνησης.[645] Ο Ροζέ Μπουρντερόν και ο Ιβάν Αβακούμοβιτς διαισθάνθηκαν μεν τη σημασία τής περίπτωσης Μπέμελμπουργκ, αλλά θεώρησαν ότι οι «γαλλικές αρχές» απέρριψαν το αίτημα που απηύθυνε προς αυτές ο Χάιντριχ, προκειμένου να επιτραπεί «επισήμως στον προστατευόμενό του [να] παραμείνει στο Παρίσι, για να παρακολουθεί τις ίντριγκες των γερμανών κομμουνιστών που κατέφυγαν ως πρόσφυγες στη Γαλλία μετά τη διάλυση των διεθνών Ταξιαρχιών» (—αναφέροντας επίσης εσφαλμένα ότι ο Μπέμελμπουργκ «αναχώρησε από τη Γαλλία» μαζί με τον Ρίμπεντροπ).[646] Συνεπώς, η ελευθερία αυτή που παραχωρήθηκε στην OVRA και στην Γκεστάπο θα πρέπει να καταλάβει εξέχουσα θέση στον κατάλογο των ενδείξεων για τις «δημοκρατικές απαρχές τού καθεστώτος τού Βισί».[647] Σε τι διαφέρει άραγε το άρθρο 19 τής συνθήκης ανακωχής τής 22ας Ιουνίου 1940, που προέβλεπε την παράδοση στις γερμανικές αρχές των γερμανών προσφύγων, από το καθεστώς ασυδοσίας κινήσεων στη γαλλική επικράτεια που απολάμβαναν οι ναζιστικές διωκτικές αρχές, με τις ευλογίες τής παρακμάζουσας τρίτης δημοκρατίας, καθ’ όλο το διάστημα μεταξύ τού 1933 και τού φιάσκου τού ’40;

Read the rest of this entry »

 

Ετικέτες:

Δημοκρατία «Ανοχής»: Gleichschaltung (II) — Νοέμβριος 1938

ΣΥΝΕΚ-Παρεμβάσεις α λα φρανσέ—1938-39 «Πίσω στο μέλλον»

Νοέμβριος 1938: τα προεόρτια τής υποδοχής τού Ρίμπεντροπ [pdf]
[Α. Lacroix-Riz, Από το Μόναχο στο Βισί, Κεφάλαιο ΙΙΙ: «Ο πόλεμος σε βάρος των εργαζoμένων»]

Η CGT[i] πλέον στα πρόθυρα τής διάσπασης, ετοιμάστηκε για τη μετωπική σύγκρουση, πρόγευση τής οποίας αποτέλεσε η σκληρή αντιμετώπιση που επεφύλαξαν Κράτος και εργοδοσία στη μακρά καλοκαιρινή απεργία των λιμενεργατών τής Μασσαλίας (11 Ιουλίου‒13 Σεπτεμβρίου). Ο Μονζί — που ανέλαβε επικεφαλής τού υπουργείου δημοσίων έργων στις 23 Αυγούστου συνεπεία τής κρίσης που προέκυψε από την πρώτη ανοιχτή επίθεση τού Νταλαντιέ κατά τής εβδομάδας των σαράντα ωρών [586] — σε συνεργασία με τον τότε υπουργό εργασίας Πομαρέ, εφάρμοσε επιτυχώς το μέτρο τής επίταξης των απεργών. Όπως ήταν αναμενόμενο, η «ηθελημένα προκλητική» εφαρμογή εκ μέρους τής εργοδοσίας των διαταγμάτων για την οργάνωση τής εβδομαδιαίας εργασίας (με πρόβλεψη για υπολογισμό τού Σαββάτου ως πλήρους εργάσιμης ημέρας) προκάλεσε, ήδη από την τελευταία εβδομάδα τού Νοεμβρίου, τις έντονες αντιδράσεις των εργαζομένων. Ο Ζουό, [ii] έχοντας επιστρέψει από τη συνεδρίαση τής 24ης Νοεμβρίου τού γενικού συμβουλίου τής Τράπεζας τής Γαλλίας, εξέφρασε τη διαπίστωση ότι ήταν «αντιοικονομική» «η εφαρμογή τού ίδιου ωραρίου καθ’ όλη τη διάρκεια τής εργάσιμης εβδομάδας». Σε αυτό συμφώνησε και ο Φουρνιέ,[iii] δηλώνοντας ότι «είναι ασύμφορο το άνοιγμα των επιχειρήσεων το πρωί τού Σαββάτου».[587] Ωστόσο, βραχυπρόθεσμα, το μέτρο προοριζόταν να λειτουργήσει ως «κόκκινο πανί» και δεν αποσκοπούσε στην εξοικονόμηση κόστους: έχοντας εξασφαλίσει τη στήριξη των φασιστικών ομάδων που δρούσαν στα εργοστάσια (Πυροσταυρίτες, Γαλλικό Λαϊκό Κόμμα [PPF] κ.λπ.), όπως επίσης και τής αστυνομίας (ως δύναμης κρούσης εναντίον κυρίως των μεταναστών), οι εργοδότες δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν «απίστευτες» μεθόδους προβοκάτσιας και εκφοβισμού σε βάρος τού κόσμου τής εργασίας. Σκοπός τους ήταν η «πρόκληση βίαιων εργατικών αντιδράσεων»,[588] γνωρίζοντας ότι αυτές ήταν καταδικασμένες να αποτύχουν, δεδομένης τής δέσμευσης τής ηγεσίας τής CGT να σαμποτάρει κάθε προσπάθεια για την οργάνωση συντονισμένης απάντησης εκ μέρους τού συνδικαλιστικού κινήματος.

Στις επίμονες παρακλήσεις του προς τον Ρίμπεντροπ να επισπεύσει την επίσκεψή του στο Παρίσι, ο Μπονέ[iv] δεν παρέλειπε να υπογραμμίζει τις δεσμεύσεις τής κυβέρνησής του για την καταστολή των κοινωνικών αντιστάσεων. Κατά το δεκαπενθήμερο που προηγήθηκε τής επίσκεψης τού ναζιστή ηγέτη το θέμα αυτό μονοπώλησε το ενδιαφέρον τής γαλλικής κυβέρνησης. Την πρώτη Δεκεμβρίου, ο Ζουό, έχοντας λερωμένη τη φωλιά του, δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα των ενωτικών στη συνεδρίαση τής κεντρικής επιτροπής τού Συνδέσμου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα: «Τα νομοθετικά διατάγματα […] ήρθαν ως αποτέλεσμα των συμφωνιών τού Μονάχου και μιας συνειδητής πολιτικής που επιδιώκει να καταργήσει τις εργατικές ελευθερίες. Αναμένοντας την επίσκεψη τού κ. Ρίμπεντροπ, ο κ. Νταλαντιέ θέλησε να δείξει ότι μπορεί να τηρήσει την ίδια στάση με τον Χίτλερ απέναντι στην εργατική τάξη».[589] Στη συνέχεια, το Κράτος και η εργοδοσία βάλθηκαν να αντιμετωπίσουν τις πρώτες εργατικές απεργίες. Τόσο το Σάββατο 19 Νοεμβρίου αλλά κυρίως την ακόλουθη Δευτέρα, το εργατικό κίνημα, παρά τον κατακερματισμό του, έδωσε δυναμική απάντηση στην προκλητική ανάρτηση των «οδηγιών» χρονοδιαγράμματος, ενέργεια η οποία προκάλεσε την αγανάκτηση των εργατών κυρίως στον Βορρά και στην περιοχή τού Παρισιού, που αποτελούσαν τότε προπύργια των κομμουνιστών.

Read the rest of this entry »

 

Ετικέτες:

May Capital bless us all as we gather in His name

Για τη βελτίωση τής ασφάλειας επικίνδυνων βιομηχανικών εγκαταστάσεων, ανεγείρουμε: (1) οίκο ευγηρίας σε απόσταση 200 μέτρων, (2) σχολείο σε απόσταση < 300 μ., (3) νοσοκομείο σε απόσταση 400 μ. και (4) παιδική χαρά σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων από τη βιομηχανική μονάδα.

Το 1985 ήταν η τελευταία φορά που διενεργήθηκε έλεγχος στις εγκαταστάσεις τής Chemical & Fertilizer Co. από την Επιθεώρηση Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία [OSHA], την αμερικανική υπηρεσία η οποία έχει την ευθύνη τής διασφάλισης τής ασφάλειας στους χώρους εργασίας. Στην περίσταση αυτή, διαπιστώθηκαν τρεις παραβάσεις, εκ των και μία βαριάς μορφής, και επιβλήθηκε πρόστιμο. Ουδέποτε έκτοτε κλιμάκιο τής υπηρεσίας επισκέφτηκε τις εγκαταστάσεις. Ειδικός σε θέματα χημικής βιομηχανίας δήλωσε στην Guardian ότι δεν εκπλήσσεται από τη διενέργεια περιορισμένου αριθμού ελέγχων, προσθέτοντας ότι στην βιομηχανία είναι γνωστό το γεγονός ότι η OSHA εξακολουθεί να είναι «υποστελεχωμένη και δεν μπορεί να ανταποκριθεί στον φόρτο εργασίας». Αρκεί μια ματιά στους αριθμούς για να πειστεί κανείς: η εποπτική αρμοδιότητα τής επιθεώρησης ασφάλειας καλύπτει 7 εκ. χώρους εργασίας[*] στις ΗΠΑ. Συνολικά, σε εθνικό επίπεδο, διαθέτει 2000 ελεγκτές και, με τα σημερινά επίπεδα χρηματοδότησης, διενεργεί 40.000 επιθεωρήσεις ετησίως. Με βάση τα στοιχεία αυτά, διαπιστώνεται ότι σε έναν τυπικό χώρο εργασίας θα αντιστοιχεί μία επιθεώρηση ανά 175 έτη. Ας σημειωθεί ότι, λόγω των αυτομάτων περικοπών, που πρόσφατα τέθηκαν σε ισχύ αναμένονται μεγαλύτερες μειώσεις στον προϋπολογισμό τής υπηρεσίας, πράγμα που συνεπάγεται ακόμα λιγότερους ελέγχους. Πιο συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι ο προϋπολογισμός τής OSHA θα μειωθεί κατά 8.2%.

Στοιχεία από τα αρχεία επιθεωρήσεων στο εργοστάσιο: Από τα στοιχεία τού φακέλου τής εγκατάστασης, προκύπτει ότι το 2006 η Επιτροπή Περιβαλλοντικής Ποιότητας τού Τέξας [TCEQ] έλαβε καταγγελία που αφορούσε την έκλυση οσμής από την μονάδα τής West Fertilizer — ήταν την ίδια χρονιά που επιβλήθηκε πρόστιμο στην βιομηχανία από την Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος [EPA]. Κατά τη διερεύνηση τής καταγγελίας, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η εγκατάσταση δεν διέθετε έγκυρη άδεια εκπομπής αερομεταφερόμενων ρύπων. Πριν από το 2004, το εργοστάσιο δεν υποχρεούνταν να διαθέτει άδεια, γιατί δεν είχαν ακόμα τεθεί σε ισχύ οι σχετικές προβλέψεις σε ομοσπονδιακό και πολιτειακό επίπεδο. Η TCEQ διενήργησε συμπληρωματικές επιθεωρήσεις, αλλά δεν έλαβε άλλες καταγγελίες. Στο μεταξύ η EPA δημοσίευσε περαιτέρω πληροφορίες σε σχέση με την καταγγελία που οδήγησε στην επιβολή τού προστίμου. Οι παρατυπίες που διαπίστωσαν οι ελεγκτές το 2006 περιελάμβαναν την μη ενημέρωση τού σχεδίου διαχείρισης κινδύνων, την μη εκπόνηση σχεδίου για την αντιμετώπιση των ταυτοποιηθέντων κινδύνων και τις μη ικανοποιητικές επιδόσεις όσον αφορά την εκπαίδευση των εργαζομένων. Σύμφωνα με τα αρχεία τής EPA, το εργοστάσιο συμμορφώθηκε με την απαίτηση ενημέρωσης τού σχεδίου διαχείρισης κινδύνων το 2011.

[*] Όσον αφορά το εύρος των αρμοδιοτήτων τής υπηρεσίας, υπάρχει εδώ μια ασυμφωνία μεταξύ τού αρχικού σχολίου τού M.Williams [7 εκ. χώρους εργασίας] και τής λανθασμένης αναφοράς στο μεταγενέστερο κείμενο των Dart/Williams/Luscombe [7 εκ. εργαζόμενους] (πβ. Wikipedia: «OSHA covers approximately 7 million workplaces»).

 
Σχολιάστε

Posted by στο 19/04/2013 in Οικονομία

 

K.Gossweiler—Παραλλαγές τού Φασισμού (ΙΙΙ)

Οι κύριοι τύποι φασιστικών δικτατοριών [pdf]
[Κουρτ Γκόσβαϊλερ, «Αφετηρίες και Παραλλαγές τού Φασισμού: Φασισμός, Δικτατορία και Κοινοβουλευτική Δημοκρατία» (Hitler, l’irrésistible ascension? σελ. 195-210· αρχ. δημοσίευση Jahrbuch für Geschichte der sozialistischen Länder Europas, τόμ.24/1, Berlin 1980, σελ.7-36)]

Στις χώρες, λοιπόν, τής περιοχής αυτής[i] και στο διάστημα μεταξύ 1919 και 1923, εγκαθιδρύθηκαν (λιγότερο ή περισσότερο) περιορισμένα αστικά δημοκρατικά πολιτεύματα και δύο ανοιχτά δικτατορικά καθεστώτα.

Έχουν διατυπωθεί — και εξακολουθούν να διατυπώνονται — διάφορες απόψεις σε σχέση με τον χαρακτήρα των δύο αυτών δικτατορικών καθεστώτων, όπως και σε σχέση με τον χαρακτήρα παρόμοιων καθεστώτων που θα διαμορφωθούν αργότερα (για παράδειγμα, στην Πολωνία μετά το πραξικόπημα τού Ιωσήφ Πιλσούντσκι τον Μάιο τού 1926). Σε κείμενό του τού 1928, ο Γκεόργκι Δημητρόφ τα χαρακτηρίζει ως καθεστώτα δικτατορικού τύπου με ορισμένες ιδιομορφίες: «Οι ειδικές συνθήκες των χωρών τής νοτιοανατολικής Ευρώπης προσδίδουν στον φασισμό έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Η ιδιαιτερότητα αυτή έγκειται στο γεγονός ότι, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη για παράδειγμα στην Ιταλία, ο φασισμός δεν αναπτύσσεται από τα κάτω ως μαζικό κίνημα που στοχεύει στην κατάληψη τής εξουσίας, αλλά προωθείται και αναπτύσσεται από τα πάνω, έως ότου επιτευχθεί ο στόχος τής εγκαθίδρυσής του ως μορφή κρατικής διακυβέρνησης. Μέσω τού σφετερισμού τής κρατικής εξουσίας και κάνοντας χρήση των στρατιωτικών δυνάμεων τής αστικής τάξης και τής οικονομικής ισχύος τού τραπεζιτικού κεφαλαίου, ο φασισμός επιχειρεί, εν προκειμένω, να διεισδύσει στις μάζες, αναζητώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά ερείσματα».[43]

Το 7ο συνέδριο τής Κομμουνιστικής Διεθνούς επιβεβαίωσε την ανάλυση σύμφωνα με την οποία οι δικτατορίες αυτές αποτελούν «μορφές φασισμού». Η άποψη αυτή γίνεται ευρέως αποδεκτή ακόμα και σήμερα.[44] Ορισμένοι όμως θεωρούν ότι τα δικτατορικά αυτά καθεστώτα θα πρέπει να διακρίνονται από τις φασιστικές δικτατορίες, διότι δεν εμφανίζουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των φασιστικών καθεστώτων. Υποστηρίζουν, έτσι, ότι οι εν λόγω χώρες χαρακτηρίζονταν από την απουσία ανάπτυξης ή την περιορισμένη ανάπτυξη τού χρηματιστικού κεφαλαίου· ότι, εν προκειμένω, η ανάληψη τής εξουσίας όχι μόνο δεν συνοδεύτηκε από τη δημιουργία ενός μαζικού φασιστικού κινήματος, αλλά, αντίθετα, η εγκαθίδρυση των δικτατορικών αυτών καθεστώτων συνέβαλε στο να αποτραπεί η εμφάνιση τέτοιων κινημάτων·[45] ότι η τρομοκρατική εκστρατεία δεν πήρε την έκταση και τις διαστάσεις των τρομοκρατικών διώξεων που εξαπολύθηκαν στην Ιταλία και την Γερμανία· ότι, επιπλέον, παρέμενε νόμιμη η λειτουργία των συνδικάτων αλλά και των ίδιων των κομμουνιστικών κομμάτων· και ότι, τέλος, οι δικτατορικές κυβερνήσεις των χωρών αυτών δεν είχαν τη δύναμη και τη σταθερότητα που διέθεταν τα «γνήσια» φασιστικά καθεστώτα.

Είναι προφανές ότι, αν συγκρίναμε τις δικτατορίες τού Χόρτι και τού Ζάνκοφ με τον γερμανικό φασισμό, δεν θα μπορούσαμε να μην επισημάνουμε τις σημαντικές αυτές διαφορές. Ωστόσο, όπως είναι λάθος να κατατάσσουμε στην κατηγορία των «φασιστικών δικτατοριών» όλες εκείνες τις εκφάνσεις τής πολιτικής πραγματικότητας που συνδέονται με την άσκηση τής καπιταλιστικής εξουσίας και οι οποίες δεν έχουν όλα τα χαρακτηριστικά τής αστικής δημοκρατίας, εξίσου λάθος είναι να θεωρούνται ως γνήσια φασιστικά καθεστώτα αποκλειστικά και μόνο τα καθεστώτα εκείνα που εγκαθιδρύθηκαν στην Ιταλία και την Γερμανία.

Read the rest of this entry »

 

Ετικέτες:

Κύπρος: Καλώς ήρθατε στον Φασισμό!

 […]

Η Κύπρος φέρει την τυπική ευθύνη για την επιβολή των μέτρων ελέγχου των κεφαλαιακών ροών. Ωστόσο, όπως παρατηρεί η κορυφαία οικονομική εφημερίδα Handelsblatt, η ουσιαστική εξουσία  θα βρίσκεται στα χέρια τής ΕΚΤ, η οποία θα μπορεί για παράδειγμα να ελέγχει την καταβολή των συντάξεων και των άλλων κοινωνικών παροχών. Με ανατριχιαστική ψυχρότητα, η εφημερίδα προσθέτει ότι στους κύπριους πολίτες θα «παρέχονται τα αναγκαία προς το ζην».
Jordan Shilton & Chris Marsden

[…]

Ας θυμηθούμε τα επιχειρήματα με τα οποία ο Τολιάτι επιχειρεί να εξηγήσει ότι ο «ολοκληρωτικός» χαρακτήρας τού ιταλικού φασισμού προκύπτει ευθύς εξ αρχής από τη σύνδεσή του όχι με το φασιστικό κόμμα αλλά με την ιταλική μονοπωλιακή αστική τάξη. Στο ερώτημα «ποια πορεία θα ακολουθήσει ο φασισμός;», ο Τολιάτι έδωσε μια απάντηση που οδηγεί απευθείας στον πυρήνα τού φαινομένου: «το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να εκτελεί τις εντολές τού κυρίου του, τις εντολές τής αστικής τάξης».[57] Και συνεχίζει: «κατ’ αυτόν τον τρόπο προκύπτει το ολοκληρωτικό φασιστικό καθεστώς. Ο φασισμός δεν γεννιέται, αλλά γίνεται ολοκληρωτικός, τη στιγμή που οι κυρίαρχοι αστικοί κύκλοι αγγίξουν τον μέγιστο βαθμό οικονομικής και πολιτικής τους ενοποίησης. Διότι πηγή και αυτής της ίδιας τής ιδέας τού ολοκληρωτισμού δεν είναι η φασιστική ιδεολογία. Ο ολοκληρωτισμός πρέπει να γίνεται αντιληπτός ως η αντανάκλαση τής επελθούσας μεταβολής και συνάμα τής κυριαρχίας τού χρηματιστικού κεφαλαίου. […] Αν η αστική τάξη αλλάξει τις αντιλήψεις της, ο φασισμός οφείλει να την ακολουθήσει κατά πόδας!»[58]

Κουρτ Γκόσβαϊλερ, Αφετηρίες και Παραλλαγές τού Φασισμού («Hitler, l’irrésistible ascension?», σελ. 208)


[57]. Togliatti, Lektionen, σελ. 27.
[58] Ibidem, σελ. 30. Η εν λόγω έννοια στον Τολιάτι δεν έχει, προφανώς, καμία σχέση με αυτή των σύγχρονων θεωρητικών τού «ολοκληρωτισμού» — σύμφωνα με τους οποίους ο ολοκληρωτισμός συνιστά μια κατάσταση απόλυτης κυριαρχίας που πηγάζει από ένα κέντρο εξουσίας (το παντοδύναμο κυβερνητικό κόμμα, χωρίς να αποκλείεται και η περίπτωση τής προσωποπαγούς εξουσίας) και η οποία ασκείται πάνω στο σύνολο της κοινωνίας, πάνω σε όλες τις τάξεις και τα κοινωνικά στρώματα. Αντιθέτως, στον Τολιάτι, η έννοια αναφέρεται αποκλειστικά στη νόμιμη άνοδο και παρουσία τού φασιστικού κόμματος στην εξουσία.

 
 

Κύπρος: για τη σημασία τού ευρωπαϊκού «αποκλεισμού» και το μέγεθος τής κεφαλαιακής καταστροφής

Η κυπριακή κρίσηJ.Sapir

[…]

Η [σχετικά ήπια] στάση που αρχικά τήρησε η Ρωσία σε σχέση με την ανακοίνωση τού σχεδίου [φορολόγησης των καταθέσεων] το Σάββατο 16 Μαρτίου μεταβλήθηκε[*] μετά την επιβολή τού αποκλεισμού την Τετάρτη 20 Μαρτίου. Για να γίνει κατανοητή η κατάσταση, πρέπει να εξετάσουμε τη φύση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων στην Κύπρο. Από τα 90 δις των καταθέσεων, τα 20 δις αντιστοιχούν σε λογαριασμούς φυσικών και νομικών προσώπων [τ.έ. επιχειρήσεων] με προέλευση τη Ρωσία και χώρες-μέλη τής Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών (CIS/CEI). Συνολικά 33 δις αντιστοιχούν σε ξένα περιουσιακά στοιχεία, αλλά από αυτά τα 13 δις είναι καταθέσεις Ελλήνων, Βρετανών και υπηκόων (—όπως και αντίστοιχα επιχειρήσεων) χωρών τής Μέσης Ανατολής. Αυτό είναι κάτι που συχνά παραβλέπεται, δεδομένου ότι η Κύπρος διατηρούσε ανέκαθεν στενές σχέσεις με τις μεσανατολικές χώρες.

Τα 20 δις των ρωσικών καταθέσεων είναι βεβαίως σημαντικά, αλλά, παρά τα όσα λέγονται ορισμένες φορές, δεν είναι δυνατόν να ισχυριστεί κανείς ότι αποτελούν το «κυρίαρχο στοιχείο» τού τραπεζικού κυπριακού συστήματος. Στην πραγματικότητα, η Κύπρος παίζει έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές από και προς τη Ρωσία. Τα εν λόγω ποσά είναι κατά πολύ υψηλότερα σε σύγκριση με τα ποσά των καταθέσεων: εκτιμώνται σε 250 δις ευρώ. Η Κύπρος αποτελεί έναν από τους κύριους «επενδυτές» προς την Ρωσία. Δεν πρόκειται βέβαια για κυπριακά εταιρικά περιουσιακά στοιχεία, αλλά για στοιχεία επιχειρήσεων ελβετικών, βρετανικών ή λουξεμβουργιανών συμφερόντων· αναμφίβολα, η συνηθέστερη περίπτωση είναι αυτή των επιχειρήσεων των οποίων είναι ιδιοκτήτες — ή στην ιδιοκτησία των οποίων συμμετέχουν — ρώσοι «ολιγάρχες». Τα κεφάλαια αυτά διακινούνται μέσω των κυπριακών τραπεζών, αλλά δεν «λιμνάζουν» σε αυτές. Πολλές επίσης ρωσικές εταιρείες διατηρούν κυπριακούς λογαριασμούς με σκοπό την εκκαθάριση και διακανονισμό εκκρεμών λογαριασμών ή για την είσπραξη εκφρασμένων σε ευρώ ποσών από ολόκληρη την ευρωζώνη. Στην περίπτωση αυτή υπάγονται οι βασικές ρωσικές επιχειρήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και τού ρωσικού αερομεταφορέα «Αεροφλότ». Και είναι γι’ αυτό τον λόγο που η Κύπρος αποτελεί, πράγματι, έναν σημαντικότατο χρηματοοικονομικό κόμβο για τη Ρωσία.

[*] πβ. [1] «»Το κυπριακό τραπεζικό σύστημα … είναι στην ουσία παγωμένο».[Ντ. Μεντβέντεφ]. […] Σημείωσε επίσης ότι η Ρωσία θα σκεφτεί δύο φορές σχετικά με την αύξηση του ποσοστού των αποθεμάτων ξένου συναλλάγματος που κατέχει σε ευρώ, όπως έχουν συστήσει κάποιοι στην ΕΕ. «Τι θα συμβεί αν η Ισπανία ή η Ιταλία ή άλλες χώρες αντιμετωπίσουν οικονομικές δυσκολίες; Μπορούν να αρχίσουν να κατάσχουν περιουσιακά στοιχεία αύριο», είπε ο Ντιμίτρι Μεντβέντεφ.»
[2] «Ενδεικτική, πάντως, των διαθέσεων της Ρωσίας και των συνεννοήσεων που γίνονται στο παρασκήνιο, είναι η δήλωση του Ντ. Μεντβέντεφ, ότι το σχέδιο οικονομικής βοήθειας για την Κύπρο έχει περιπλεχθεί και ότι η όποια λύση εξευρεθεί «δεν πρέπει να βλάψει τις σχέσεις της Ρωσίας με την ΕΕ». Ο ίδιος απείλησε με αναθεώρηση της θέσης του ευρώ στα ρωσικά αποθέματα, εάν τα συμφέροντα της Μόσχας ζημιωθούν από τις εξελίξεις στην Κύπρο.»

 
 

Δημοκρατία «Ανοχής»: Gleichschaltung-ΕΚΜ — Νοέμβριος 1938

Ρίμπεντροπ στο μνημείο τού άγνωστου στρατιώτη, Παρίσι, Δεκ.1938

Η κατάργηση τής εβδομάδας των 40 ωρών με φόντο την ξενοφοβία [pdf]
[Α. Lacroix-Riz, Από το Μόναχο στο Βισί,
Κεφάλαιο ΙΙΙ: «Ο πόλεμος σε βάρος των εργαζoμένων»]

Η αποθάρρυνση τής εργατικής τάξης, όπως διεφάνη με την αποτυχία τής μακράς απεργίας των λιμενεργατών στη Μασσαλία (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1938), κρίθηκε επαρκής προκειμένου να δοθεί το τελειωτικό χτύπημα, όπως απαιτούσαν η Τράπεζα τής Γαλλίας και η Γενική Συνομοσπονδία Παραγωγής τής Γαλλίας,[i] χωρίς τον κίνδυνο πρόκλησης σοβαρών αντιδράσεων. Στις 21 Αυγούστου, ο Νταλαντιέ ανακοίνωσε σε ραδιοφωνική του ομιλία ότι σκόπευε «να στρώσει τη Γαλλία ξανά στη δουλειά» και ότι θα προέβαινε σε επιμήκυνση τής εργάσιμης εβδομάδας των 40 ωρών — που μπορούσε πλέον να φτάνει «μέχρι και τις 48 ώρες την εβδομάδα στις επιχειρήσεις που ενδιαφέρουν την εθνική άμυνα»—, χωρίς να είναι διατεθειμένος να «αναλωθεί» σε επιβλαβείς «αντιπαραθέσεις», από τη στιγμή μάλιστα που η χώρα είχε «απέναντί της μια σειρά από αυταρχικά κράτη που εξοπλίζονται χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τη διάρκεια τού εργάσιμου χρόνου».[513] Όπως παρατήρησε ο Γκι Λα Σαμπρ,[ii] ο πρωθυπουργός ήταν αποφασισμένος να δείξει πυγμή γνωρίζοντας ότι «οι προτάσεις του για τον νόμο των 40 ωρών ήταν απίθανο να προκαλέσουν σοβαρή εργατική εξέγερση και να οδηγήσουν σε πτώση την κυβέρνηση».[514]

Μετά τη σύναψη των συμφωνιών τού Μονάχου η περιρρέουσα ατμόσφαιρα έντονου αντικομμουνισμού συνέβαλε στο να παραμεριστούν τα συνδικαλιστικά εμπόδια. «Στη διάρκεια τής κρίσης τού Σεπτεμβρίου», ο [συνδικαλιστής] Μπελέν — τον οποίο οι ενωτικοί [κομμουνιστές τής CGT] αποκαλούσαν «τσανακογλείφτη τού Νταλαντιέ»[515] — και η παρέα του (Φρουαντεβάλ, Ντιμουλέν, Αντρέ Ντελμά, Ζαν Ματέ, Ρενέ Μπαρ, κ.λπ.) «ξημεροβραδιάζονταν στους προθαλάμους τού Υπουργείου των Εξωτερικών τού κ. Μπονέ» και στα πολιτικά γραφεία των συναδέλφων του. Κατά το ίδιο διάστημα, πέραν των «συνεστιάσεων» με πρόσωπα όπως ο Ντεά, ο Μπαρτελεμί Μοντανιόν, ο Ζαν Πιό, ο Εμίλ Ρος[516], ο ντε Μονζί κ.ά., τα συνδικαλιστικά στελέχη πολλαπλασίασαν τις «επαφές» και τις διαβουλεύσεις τους, μεταξύ άλλων, με τον Φλαντέν,[iii] πράγμα που ο Ματέ υποχρεώθηκε να το παραδεχθεί, εν μέσω αποδοκιμασιών, στο συνομοσπονδιακό συνέδριο τής CGT, στα μέσα Νοεμβρίου,[517] όταν ο Ντελμά εκφώνησε μια πανομοιότυπη ομιλία με εκείνη τού προέδρου τής Δημοκρατικής Συμμαχίας στο συνέδριο τού κόμματός του, επαναλαμβάνοντας, μάλιστα, κατά γράμμα, τη σχετική στιχομυθία με τον Ρεϊνό περί «κρουνών» και «μυδραλιοβόλων».[518][iv] Οι ενωτικοί δεν έδωσαν τότε συνέχεια στο θέμα. Χρειάστηκε, ωστόσο, να περιμένουμε μέχρι το 1941, για να μάθουμε από τον Μονζί μέρος, μόνον, τής αλήθειας (—την εποχή, δηλαδή, που ο ίδιος και ο Μπελέν δεν έκρυβαν πλέον τον δωσιλογισμό τους): τον Σεπτέμβριο τού 1938, «μέρα με τη μέρα — ή, ακριβέστερα, βράδυ με το βράδυ — συνέρρεαν όλο και περισσότεροι «ειρηνόφιλοι»: ταχυδρόμοι, μεταλλωρύχοι, οι νεοαποστάτες τής CGT» (21 Νοεμβρ.). Αυτοί οι «διαβόητοι και μέχρι πρότινος επικίνδυνοι συνδικαλιστές», όπως, λόγου χάρη, «ο φίλος [τ]ου ο Μπαρ» (τού συνδικάτου μεταλλωρύχων) και αγωνιστικά στελέχη τού συνδικάτου «Ταχυδρομείων & Τηλεπικοινωνιών» [P.T.T.], περίμεναν, στον «προθάλαμο» τού γραφείου τους, την έξοδο τού [Εμίλ] Ρος και τού Ζοζέφ Καϊγιό (ένας άλλος διαβόητος γερμανόφιλος και γνωστός δολοπλόκος), για να εξυμνήσουν εν χορώ — «αφήνοντας πίσω τους τις κοινωνικές διαμάχες των τελευταίων δέκα–δώδεκα ετών» — την αγάπη για την «ειρήνη» που διέκρινε αυτόν τον «αριστοκράτη», τον Καϊγιό (23 Νοεμβρ.). Όπως ομολογεί ο ίδιος ο Μονζί, όλες οι πρωτοβουλίες που, υποτίθεται, ανέλαβε το συνδικαλιστικό ρεύμα Syndicats υπαγορεύθηκαν από εκείνα τα μέλη τού υπουργικού συμβουλίου που συγκαταλέγονταν στους πλέον ένθερμους οπαδούς τής πολιτικής τού Μονάχου — όπως, για παράδειγμα, η «έκκληση, συντεταγμένη σε άψογο ύφος» των «ταχυδρόμων και των […] δασκάλων» στις 26 Σεπτεμβρίου, «τής οποίας οι συντάκτες ήσαν ομοτράπεζοι και οικείοι μας και μοιράζονταν τις ίδιες ελπίδες και τις ίδιες αγωνίες με εμάς».[519]

Ως εκ τούτου, όπως επισήμανε ο ειδικός επί τού θέματος φον Βελτσέκ,[v] ο Νταλαντιέ μπόρεσε άφοβα να χρησιμοποιήσει στις 6 Οκτωβρίου «την έξυπνη τακτική τού διατάγματος ανάθεσης πλήρων εξουσιών» για να πάρει τη ρεβάνς για το αποτέλεσμα τού 1936. Το SFIO,[vi] αρκούμενο στις θολές διαβεβαιώσεις των ριζοσπαστών, παραχώρησε «στον Νταλαντιέ, σε μία κρίσιμη στιγμή για τη χώρα και για δεύτερη φορά στη διάρκεια τής πρωθυπουργικής του θητείας, πλήρεις δημοσιονομικές εξουσίες κατά παράκαμψη του Κοινοβουλίου. [… Η ] προσωπική παρέμβαση τού Εριό, αργά τα μεσάνυχτα, και […] οι υποσχέσεις τού Νταλαντιέ να μην θίξει κατ’ αρχήν το εβδομαδιαίο ωράριο των 40 ωρών» ήταν αρκετές για να πείσουν τα μέλη τής «σοσιαλιστικής κοινοβουλευτικής ομάδας» να απόσχουν από την ψηφοφορία, προκειμένου, υποτίθεται, «να μην θέσουν σε κίνδυνο την κυβέρνηση […]. Καθώς η Γερουσία είχε, το ίδιο απόγευμα, εγκρίνει σχεδόν ομόφωνα και χωρίς τροποποιήσεις το σχέδιο νόμου για την ανάθεση έκτακτων εξουσιών, θεωρείτ[ο] βέβαιη η υιοθέτηση τού νομοσχεδίου κατά την ολοκλήρωση τής έκτακτης συνεδρίασης τού Κοινοβουλίου».[520] Στις 12 Οκτωβρίου, ο Φιπς[vii] επιβεβαίωσε ότι το SFIO θα τηρούσε διαλλακτική στάση σε σχέση με την κατάργηση τού σαραντάωρου δεδομένης «τής γενικής αναγνώρισης τής κρισιμότητας τής οικονομικής κατάστασης και τής ανάγκης δραστικής αύξησης τής παραγωγής». Πράγματι, το κόμμα βρισκόταν ήδη σε μυστικές διαβουλεύσεις με τους ενδιαφερόμενους και οι μόνες διαφωνίες του περιορίζονταν σε διαδικαστικά ζητήματα: «Στον χώρο τής Δεξιάς και τού Κέντρου υπάρχει έντονη επιθυμία να αναμορφωθεί ριζικά το σύστημα τής εβδομάδας των σαράντα ωρών, αλλά […] οι κκ. Μπλουμ και Ζουό [CGT], τη γνώμη των οποίων ζήτησε πρόσφατα ο κ. Νταλαντιέ, εξέφρασαν την αντίθεσή τους στη λήψη σχετικών άμεσων μέτρων, [… με το επιχείρημα ότι] αυτή η ανταγωνιστική αντίληψη τού προβλήματος ενέχει τους μεγαλύτερους κινδύνους πρόκλησης ζητημάτων και αυτό ήταν κάτι που η δεξιά και η [μη κομμουνιστική] αριστερά θα προτιμούσαν να αποφύγουν».[521]

Read the rest of this entry »

 

Ετικέτες:

Το άλλο μείγμα διαχείρισης [1938-39]

«Ανάκαμψη»

#1: Τραπεζοβιομηχανικό Ντελίριο μετά τις συμφωνίες τού Μονάχου

[…]

Τον Ιανουάριο τού 1939, ξεχνώντας τις αποπληθωριστικές υποδείξεις όσων στο παρελθόν έκρουαν τον κώδωνα τού κινδύνου για τις κρατικές σπατάλες, [ο Ροζέ Ομπουέν, εκπρόσωπος τής Τράπεζας τής Γαλλίας στην BIS] εξέφρασε αναλυτικότερα την πρόθεσή του να διορθώσει «τα γαλλικά σφάλματα λαμβάνοντας ως γνώμονα τη γερμανική οικονομική εμπειρία», με άλλα λόγια, «την πολιτική τού Σαχτ», που είχε ως θεμέλιο την «εσκεμμένη πιστωτική επέκταση, […] που, αν και ανορθόδοξη, δεν [έπαυε] να είναι σταθμισμένη και πλήρως ελεγχόμενη». Στο οχτασέλιδό σημείωμά του, η ενότητα που αφορούσε «τα αδύναμα σημεία τού γερμανικού συστήματος» κάλυπτε μία μόλις σελίδα· οι υπόλοιπες αφιερώνονταν στον εγκωμιασμό τής πολιτικής τής σύνθλιψης των μισθών: «[π]ροκειμένου αυτή η προφανώς τολμηρή πολιτική να εξακολουθήσει να παράγει πρακτικά αποτελέσματα και, κυρίως, προκειμένου να αποσοβηθεί ο κίνδυνος ενός ανεξέλεγκτου νομισματικού πληθωρισμού, ελήφθησαν λεπτομερέστατα και δραστικότατα μέτρα προφύλαξης», όπως, για παράδειγμα: «—μια δρακόντεια πολιτική σταθερότητας των τιμών που ως ακρογωνιαίους λίθους έχει όχι μόνο την απαρέγκλιτη εφαρμογή των αυστηρότατων μέτρων ελέγχου των τιμών, αλλά και την απόλυτη σταθερότητα των ωρομίσθιων αμοιβών και τη συστηματική συμπίεση τής “αγοραστικής δύναμης” όσον αφορά τα καταναλωτικά αγαθά. Εφόσον, δε, κρίνεται αναγκαίο, περιορίζεται απευθείας η κατανάλωση (επιβολή δελτίου σε ορισμένα προϊόντα). —Λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα για τη διατήρηση τής επιχειρησιακής κερδοφορίας ή και τη σημαντική διεύρυνση των περιθωρίων κέρδους των μεγάλων εταιρειών, για τις οποίες μάλιστα προβλέπεται απαγόρευση διανομής μερίσματος, προκειμένου να εξασφαλιστούν κονδύλια για τη χρηματοδότηση δημοσίων επενδύσεων μέσω δανεισμού και φορολόγησης. — Εντατικοποίηση τής δημοσιονομικής προσπάθειας μέσω τής χρησιμοποίησης «εθελοντικών» μισθολογικών εισφορών,[*] κ.λπ. «σοβιετικού» τύπου [πολιτική, βεβαίως, που ουδέποτε βρήκε απήχηση στην Τράπεζα τής Γαλλίας]. — Ιδιαίτερη μέριμνα λαμβάνεται και για την υποστήριξη και ενθάρρυνση τής εθελοντικής αποταμίευσης: διατήρηση των επιτοκίων σε αρκετά ικανοποιητικά επίπεδα, εσωτερική νομισματική σταθερότητα. — Ένταση των προσπαθειών στον τομέα τής εργασίας, δεδομένου τού ότι η επιμήκυνση τού χρόνου εργασίας αποτελεί το μόνο μέσο για τη διατήρηση τού επιπέδου διαβίωσης των εργατών.»[64]

Το εγκώμιο αυτό μάς δίνει σε γενικές γραμμές το ευαγγέλιο των ελίτ τής εποχής. Ο εκθειασμός τής «ασύστολης εκμετάλλευσης» τής γερμανικής εργατικής τάξης — τεκμηριωμένη αστυνομική διατύπωση [65] — εγκατέλειψε πλέον κάθε πρόσχημα μετά την εργατική ήττα τού Νοεμβρίου τού 1938 [απεργία Ρενό]. Μια αφίσα με θέμα «“το εργασιακό καθεστώς στη Γερμανία” […] αναρτημένη στον διάδρομο τού Δημαρχείου τού Παρισιού που οδηγούσε στο Γραφείο Προσωπικού» παρουσίαζε, τον Φεβρουάριο τού 1939, το κοινωνικό σύστημα τού Ράιχ ως παράδειγμα προς εφαρμογή. Το «καθεστώς βάσης» τού διατάγματος τής 30ής Απριλίου 1938 προέβλεπε «εργάσιμη ημέρα 8 ωρών για 6 ημέρες, δηλαδή εργάσιμη εβδομάδα 48 ωρών». Αλλά οι εργοδότες δικαιούντο, «ανά πάσα στιγμή και άνευ αιτιολόγησης», να επιβάλουν εργάσιμη ημέρα 10 ωρών και, αντίστοιχα, εργάσιμη εβδομάδα 60 ωρών «εφόσον σημειωθεί απώλεια εργάσιμου χρόνου ή εφόσον η λειτουργία τής επιχείρησης απαιτεί αύξηση τού φόρτου εργασίας». Για επείγοντα έργα «δημοσίου συμφέροντος», ο ημερήσιος εργάσιμος χρόνος μπορούσε να φτάνει μέχρι «τις 16 ώρες»· σε κάθε άλλη δε περίπτωση, ο υπολογισμός του γινόταν στη βάση τού «ενεργού εργάσιμου χρόνου», με αφαίρεση τού χρόνου ανάπαυσης και των διαλειμμάτων.[66]

Η Επιλογή τής Ήττας, Α.Lacroix-Riz, σελ.469-70

#2: Ιστορίες με χρέη, Κ. Λαπαβίτσας

[Ο Σαχτ συνειδητοποίησε ότι] χρειαζόταν παρεμβατική κρατική πολιτική για εκβιομηχάνιση, επιθετική πολιτική ως προς το χρέος και επανεξοπλισμός. Ακριβώς αυτά υποσχόταν και ο Χίτλερ, τον οποίο ο Σαχτ στήριξε ανοιχτά. […] Ο Σαχτ προχώρησε σε πρόγραμμα δημοσίων έργων και στήριξη τής ιδιωτικής βιομηχανίας με στόχο τη μείωση τής ανεργίας. […] Το πρόγραμμα τού Σαχτ ήταν πολύ αποτελεσματικότερο τού Νιου Ντιλ του Ρούζβελτ στις ΗΠΑ. Σε μικρό χρονικό διάστημα η ανεργία υποχώρησε και η οικονομική παραγωγή ανέκαμψε. […] Ο Σαχτ δεν ήταν ο ίδιος Ναζί.


[*] εισφορά αλληλεγγύης
[64] Σημείωμα Ομπουέν, «Σφάλματα», 17 Ιανουαρίου 1939, 1069199211/30, ABF [Αρχεία Τράπεζας τής Γαλλίας]
[65] Συγκριτική πληροφόρηση, 20 Φεβρουαρίου 1939, για την κατακόρυφη αύξηση των κερδών τής IG Farben και την κατάσταση των εργατών στη χημειοβιομηχανία: οι πραγματικοί μισθοί σε ελεύθερη πτώση από το 1930, εργάσιμη ημέρα 16 ωρών, συνεχής «αύξηση τής αποδοτικότητας» και των ατυχημάτων, BA [Βιβλιοθήκη τού Αρσενάλ] 2140, «Γερμανία», APP [Αρχεία Αστυνομικής Διεύθυνσης].
[66] Αναπαραγωγή αφίσας, 10 Φεβρουαρίου 1939, έμφαση με πλάγιους χαρακτήρες στο πρωτότυπο, BA 2140, «Γερμανία», APP.

 
Σχολιάστε

Posted by στο 07/02/2013 in Κράτος, Οικονομία

 

Ετικέτες:

Χρεολογία

[1931: γερμανική κρίση εξωτερικού χρέους—φυγή γερμανικών κεφαλαίων προς Ελβετία]

Η δημιουργία τής BIS, κατεξοχήν εργαλείου διαχείρισης τού εξωτερικού γερμανικού χρέους, θα επέφερε την ισχυροποίηση τού καθεστώτος τής αμερικανικής κηδεμονίας επί τής Τράπεζας τής Γαλλίας (όπως και επί των άλλων σχετιζομένων κεντρικών τραπεζών). Ο Κλεμάν Μορέ, διοικητής τής Τράπεζας τής Γαλλίας από τον Οκτώβριο τού 1930, εξέφρασε αρχικά σφοδρές επιφυλάξεις για το ζήτημα αυτό. Ωστόσο, αυτή η «κυβέρνηση των τραπεζών» δεν στερείτο πλεονεκτημάτων: «η διεθνοποίηση τού χρηματικού τείχους» θα παρείχε το πρόσχημα για την εσωτερική επιβολή δρακόντειων μέτρων λιτότητας, πράγμα που είχε ήδη επισημανθεί από τον Ζιλ Μοκ, όπως επίσης και από τους ομολόγους του Ζορζ Μπονέ και Ρενέ Μπρινέ, στη δεύτερη από τις δύο συνεδριάσεις τής Βουλής στις 28 Δεκεμβρίου 1929, κατά τη διάρκεια των οποίων «υποβλήθηκαν επερωτήσεις σχετικές με την μελλοντική ίδρυση τής Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών».

Η Επιτροπή Σιδηρομεταλλουργίας [εργοδοτικός οργανισμός] αναγνωρίζοντας τα εσωτερικά πλεονεκτήματα τού αγγλοσαξωνικού ελέγχου, υιοθέτησε συμβιβαστική στάση όσον αφορά την εκτέλεση των συμφωνηθέντων. Στη διάρκεια τής κρίσης εκμεταλλεύτηκε την αγγλοσαξωνική πίεση για την παραίτηση από τις επανορθώσεις* — πράγμα που θα συνεπαγόταν τη δημιουργία ελλείμματος στον [γαλλικό] προϋπολογισμό — για να απαιτήσει επίσης την επιβολή δρακόντειας εσωτερικής λιτότητας. Στα τέλη Ιουνίου [1931], σε ανακοίνωση στο «Ημερήσιο Δελτίο» της, επισήμανε ότι η απαιτούμενη πειθαρχία θα συνέβαλε στην αποδόμηση τού «Κράτους Πρόνοιας», θεωρώντας το ως βασική αιτία τής δυσχερούς οικονομικής κατάστασης. «Η αναθεωρητική εκστρατεία την οποία ξεκίνησε προ δεκαετίας η Γερμανία και που δεν έπαψε από τότε να προκαλεί αντιδράσεις» είχε πλέον περάσει σε δεύτερο πλάνο: «Δεν έχουμε βεβαίως πρόθεση να ισχυριστούμε ότι από οικονομικής άποψης η χάραξη των συνόρων τού 1919 αποτέλεσε την πιο σοφή και προορατική απόφαση, ούτε ότι οι επανορθώσεις δεν είναι ενίοτε δυσάρεστες για εκείνους που βαρύνονται με την καταβολή τους. Αλλά δεν έγκειται σε αυτό η ευρωπαϊκή οικονομική αναταραχή. Οι βαθύτερες αιτίες είναι δύο: πρώτον, η σοσιαλιστική γάγγραινα, όπως αποδεικνύουν αδιάσειστα τα παραδείγματα τής Γερμανίας, τής Αυστρίας ή και τής Αγγλίας. Η συνεχής αύξηση των κοινωνικών δαπανών και η διαρκής προσφυγή στο Κράτος Πρόνοιας είναι στοιχεία ασυμβίβαστα με την υγιή χρηματοοικονομική διαχείριση και συνεπώς με την επαναφορά της οικονομικής σταθερότητας …».

* [κούρεμα γερμανικού χρέους]: «Ο Σαχτ είχε απαιτήσει από τον Νοέμβριο τού 1930 την «αναστολή» των επανορθώσεων σε μια από τις πολλές θριαμβικές του περιοδείες στις ΗΠΑ, επικαλούμενος τον τρομακτικό κίνδυνο «μιας παγκόσμιας επανάστασης, σε περίπτωση που οι δανειστές [μας] δεν συμφωνήσουν σε μορατόριουμ πληρωμών».

Η Eπιλογή τής Ήττας, A.Lacroix-Riz (σελ. 66)

 
Σχολιάστε

Posted by στο 21/01/2013 in Οικονομία

 

Ετικέτες: