RSS

Category Archives: Ουτοπία

«Η Κυβερνώσα Αριστερά αγρυπνεί»—A.Badiou

Η Αριστερά: Προαγωγή τής συνένοχης ανικανότητας στο επίπεδο τής Ιδέας
(Sarkozy pire que prévu. Les autres : prévoir le pire, σελ. 67-83 [pdf])

Αυτό που αποκαλείται «αριστερά» είναι η σφίγγα τής κοινοβουλευτικής πολιτικής.

Με ποιο τρόπο το ναυάγιο τής κοινοβουλευτικής πολιτικής που εδράζεται στην έννοια τής «αριστεράς» μπόρεσε να επιβιώσει τής μονότονης υποκειμενικής καταστροφής που ανέκαθεν συνόδευε την άνοδό της στην εξουσία; Πώς γίνεται ένα τεράστιο ρεύμα ψηφοφόρων να της χορηγεί κάθε φορά άφεση αμαρτιών για τις αλλεπάλληλες και σοβαρότατες αθετήσεις των υποσχέσεών της, για την προσφορά διακεκριμένων υπηρεσιών και εκδουλεύσεων στην άκρα δεξιά, τον υποτιθέμενο «εχθρό» της, για την άνευ όρων συνθηκολόγησή της άμα τη διαπιστώσει μιας κάπως έντονης απροθυμίας εκ μέρους των αντιδραστικών αστών, για τον συνεχή ενδοτισμό της απέναντι στις υποτιθέμενες «αναπόδραστες αναγκαιότητες» τής φιλελεύθερης οικονομίας, για τη σθεναρή αποδοκιμασία και καταστολή κάθε μαζικής λαϊκής κινητοποίησης, για τις αλλεπάλληλες και συνεχιζόμενες αποκηρύξεις — στο όνομα μάλιστα τής «νεωτερικότητας» — τής ιδεολογίας που υποτίθεται ότι ενστερνίζεται και προωθεί, για την εγγενή της τάση προς κάθε είδους διαφθορά, για την πειθήνια συμμόρφωσή της στον τομέα τής εξωτερικής πολιτικής προς τις υποδείξεις τού κάθε φορά κυρίαρχου ιμπεριαλισμού, για την αναβίωση εκ μέρους της ξεπερασμένων και αντιδραστικών αντιλήψεων, για την ομολογημένη και ολοκληρωτική της αδυναμία μείωσης τής ανεργίας και ανάσχεσης τής αποβιομηχανοποίησης, για τα αναρίθμητα λεκτικά της ατοπήματα που αποπνέουν μεταποικιακό ρατσισμό και παράφορη ισλαμοφοβία, για τη δρομολόγηση τής διπλής μάστιγας τής χρηµατοοικονοµικής απελευθέρωσης και τής αντιπαλότητας τού κράτους τόσο προς τη λαϊκή νεολαία όσο και προς τους αλλοδαπούς εργάτες; Αν εξαιρέσουμε την κατάργηση τής θανατικής ποινής που παντού στην Ευρώπη υιοθετήθηκε ήδη προ αιώνος από μουχλιασμένους χριστιανοδημοκράτες και μεταμελημένους «σοσιαλιστές», θα μπορούσε κανείς να αναφέρει ένα μόνο προοδευτικό μέτρο που η αριστερά δεσμεύτηκε να υλοποιήσει στο μέλλον, χωρίς να κάνει στροφή 180 μοιρών, τρέμοντας από φόβο και πικρά μετανιωμένη, όταν ήρθε η (σπάνια) στιγμή τής απόφασης; Πώς ανεχόμαστε να βλέπουμε σοσιαλιστικές κυβερνήσεις, σε μια στιγμή αλλοφροσύνης, να εθνικοποιούν τις τράπεζες και να αποφασίζουν τη μαζική νομιμοποίηση των λαθρομεταναστών και, αφού περάσουν κάποια τέρμινα και έρθουν στα συγκαλά τους, να δρομολογούν μια ατέλειωτη σειρά διωκτικών νόμων κατά των αλλοδαπών και να ιδιωτικοποιούν τα πάντα άρον-άρον; Και σαν να μην έφταναν αυτά, θα πρέπει, ανά πενταετία να σκύβουμε, μέσα στο εκλογικό παραβάν, με ευλάβεια το κεφάλι μπροστά σε τέτοιους ανθρώπους;

Το γιατί εκατομμύρια άνθρωποι συνεχίζουν να το κάνουν είναι το αίνιγμα που θέτει η σαρακιασμένη σφίγγα[1] τής «δημοκρατίας» μας. Ας μου επιτραπεί να της απαντήσω με τη σειρά μου στην ίδια μυθολογική γλώσσα, χρησιμοποιώντας την προσωπική μου εκδοχή τής περίφημης πλατωνικής αλληγορίας τού σπηλαίου, που παρουσίασα στο βιβλίο μου με τίτλο «Η Πολιτεία τού Πλάτωνα» και την οποία θα εμπλουτίσω στη συνέχεια για τις ανάγκες και τους σκοπούς τού παρόντος βιβλίου.

Ας κάνουμε την παραδοχή ότι ο κόσμος στον οποίο ανήκουμε μάς κρατάει έγκλειστους στη φυλακή των φαινομένων μιας αδυσώπητης αναγκαιότητας — που όμως στην πραγματικότητα δεν είναι και αυτή παρά ένα ακόμα φαινόμενο, μια ιδιαίτερη μεθόδευση ανάμεσα σε όλες τις άλλες — με άλλα λόγια, στη φυλακή τής καπιταλιστικής παραγωγής και τής ελεύθερης αγοράς, ως αναγκαστικό θέαμα και ως αναπόδραστο προορισμό μας. Για να μην πολυλογούμε, ας υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε πράγματι στη σπηλιά τού Πλάτωνα, στον τυραννικό κόσμο ενός κοινωνικού παιχνιδιού, που ενεργοποιείται και τίθεται σε κίνηση από την φαντασμαγορία των εμπορευμάτων πάνω στη βάση τής ιδιωτικής ιδιοκτησίας και τής συγκέντρωσης τού χρηματιστικού κεφαλαίου, σε έναν τόπο όπου μας απαγορεύεται να δούμε ότι κάθε τι που θεωρείται απαραβίαστο δεν είναι παρά απάτη και ότι η πολιτική αλήθεια προϋποθέτει την καταστροφή τής σαθρής αίγλης τού κόσμου όπου ζούμε, αφού όμως πρώτα θα έχουμε ορθώσει απέναντί του τη δύναμη μιας αληθινής Ιδέας όπως, για παράδειγμα, αυτής τού κομμουνισμού. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι τα πράγματα που συνιστούν τον κόσμο μας μπορούν να περιγραφούν ως εξής:

Read the rest of this entry »

 

Ετικέτες: ,

«Προδοσία και το πάθος τής καθολικότητας»— D. Losurdo

Ο Στάλιν, οι διαψεύσεις τού επαναστατικού μηχανισμού και
ο μύθος τής προδομένης επανάστασης— D. Losurdo

Μετάφραση: Δώρα Μόσχου
Domenico Losurdo είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο τού Urbino και
πρόεδρος τής Διεθνούς Εταιρίας Hegel-Μαrx για τη Διαλεκτική Σκέψη.)

[Το κείμενο αντιστοιχεί — περικεκοµµένο κατά το ήµισυ περίπου — στις ενότητες 2.2-2.5 & 3.4-3.8 τού D. Losurdo, Stalin, histoire et critique d’une légende noire. Συνιστώ την ανάγνωση των ενοτήτων 5-9 (3.4-3.8). Σε αγκύλες με έμφαση, διορθώσεις/προσθήκες βάσει τής γαλλικής μετάφρασης].

1. Ο Υπουργός των Εξωτερικών «κλείνει το μαγαζί» [2.2]
2. Η δύση τής «εκχρηματισμένης οικονομίας» και τής «εμπορευματικής ηθικής» [2.3]
3. «Να μη γίνεται πια διάκριση ανάμεσα σε δικό σου και δικό μου»: η διάλυση τής οικογένειας
4. Η καταδίκη τής «πολιτικής των αρχηγών» ή ο μετασχηματισμός τής εξουσίας σε αγάπη. [2.5]
5. Ενθουσιώδης ουτοπία, ανωριμότητα των αντικειμενικών συνθηκών και προδοσία: Κάουτσκι και Τρότσκι [3.4. Εκθειασμός τής ουτοπίας και διαιώνιση τής κατάστασης εξαίρεσης]
6. Από τον αφηρημένο οικουμενισμό στην κατηγορία για προδοσία [3.5]
7. Η διαλεκτική τής επανάστασης και η γένεση τού αφηρημένου οικουμενισμού [3.6]
8. Αφηρημένο καθολικό και τρομοκρατία στη Σοβιετική Ρωσία [3.7]
9. Τι σημαίνει να κυβερνάς: μία ανολοκλήρωτη διαδικασία μάθησης [3.8]
Βιβλιογραφικές αναφορές
Σημειώσεις

1. Ο Υπουργός των Εξωτερικών «κλείνει το μαγαζί» [2.2]

Πολύ πριν να εισβάλει στο κέντρο τής σκέψης και τής καταγγελίας τού Τρότσκι, το μοτίβο τής προδομένης επανάστασης συντροφεύει σαν σκιά την ιστορία τού νέου καθεστώτος και τής καθοδηγητικής ομάδας που αναδύθηκαν από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Ας δούμε με ποιους όρους, στις αρχές τού 1918, ο Μπουχάριν αντιτίθεται στην ειρήνη τού Μπρεστ-Λιτόφσκ: «Τι κάνουμε αυτή τη στιγμή; Μετασχηματίζουμε το κόμμα σε ένα σωρό κοπριάς (…). Λέγαμε πάντοτε ότι, αργά ή γρήγορα, η ρωσική επανάσταση θα ερχόταν σε σύγκρουση με το διεθνές κεφάλαιο. Αυτή η στιγμή έφτασε».[1] Καταλαβαίνουμε καλά την απογοήτευση και την ενόχληση τής καθοδήγησης των μπολσεβίκων που, περίπου δύο χρόνια πριν, στον πόλεμο μέχρι την τελευταία σταγόνα αίματος ανάμεσα στις μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις και ανάμεσα στα διάφορα έθνη-κράτη και στη σωβινιστική στροφή τής σοσιαλδημοκρατίας, είχε αντιπαραθέσει την προοπτική μιας ανθρωπότητας επιτέλους ενοποιημένης και αδελφωμένης, χάρη στην «κοινωνική επανάσταση τού διεθνούς προλεταριάτου που, με οπλισμένο χέρι, χτυπά τη δικτατορία τού χρηματιστικού κεφαλαίου». Αφού, μαζί με την αστική τάξη, νικήθηκαν «οι σοσιαλιστές επίγονοι τού μαρξισμού» (υπεύθυνοι για τη λήθη ή την απώθηση «τής γνωστής θέσης τού Κομμουνιστικού Μανιφέστου», σύμφωνα με την οποία «οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα»), «εξαντλείται η τελευταία μορφή περιορισμού τής θεώρησης τού κόσμου από το προλεταριάτο: ο εθνικός του περιορισμός, ο πατριωτισμός του»· «αναδύεται το σύνθημα τής κατάργησης των κρατικών συνόρων και τής συμβολής των λαών σε μία και μοναδική σοσιαλιστική οικογένεια».[2]

Δεν πρόκειται για την ψευδαίσθηση μιας και μόνης προσωπικότητας. Αναλαμβάνοντας το αξίωμα τού επιτρόπου τού λαού για τις Εξωτερικές Υποθέσεις, ο Τρότσκι διακηρύττει: «Θα εκδώσω κάποια επαναστατική διακήρυξη προς τους λαούς τού κόσμου και μετά θα το κλείσω το μαγαζί».[3] Με την έλευση πάνω στα ερείπια τού πολέμου και πάνω στο κύμα τής παγκόσμιας επανάστασης, μιας ανθρωπότητας ενοποιημένης σε πλανητικό επίπεδο, το πρώτο υπουργείο, που θα αναδεικνυόταν περιττό, θα ήταν εκείνο που διευθύνει κανονικά τις σχέσεις ανάμεσα στα διαφορετικά κράτη. Μπροστά σ’ αυτή την τόσο ενθουσιώδη προοπτική, πόσο μέτρια και εκφυλισμένα παρουσιάζονταν η πραγματικότητα και το πολιτικό σχέδιο που φανερώθηκαν από τις συνθήκες τού Μπρεστ-Λιτόφσκ! Πολλά στελέχη και καθοδηγητές των μπολσεβίκων βιώνουν αυτό το γεγονός ως την κατάρρευση, ακόμη και την εγκατάλειψη — άθλια και προδοτική — ενός ολόκληρου κόσμου ιδανικών και ελπίδων. Υποχώρηση, απέναντι στον γερμανικό ιμπεριαλισμό, μόνο και μόνο επειδή οι ρώσοι χωρικοί, άθλια χτυπημένοι στα συμφέροντά τους και αδαείς αναφορικά προς τα καθήκοντά τους, που τίθενται από την παγκόσμια επανάσταση, αρνούνταν να συνεχίσουν να πολεμούν: δεν ήταν αυτή η απόδειξη τού «αρχόμενου αγροτικού εκφυλισμού τού κόμματός μας και τής σοβιετικής εξουσίας»; Στο τέλος, τού 1924, ο Μπουχάριν περιγράφει, με τόνους αυτοκριτικής, το πνευματικό κλίμα που κυριαρχούσε την εποχή τού Μπρεστ-Λιτόφσκ «ανάμεσα στους αριστερούς, ‘καθαρόαιμους’ κομμουνιστές» και «στους κύκλους που συμπαθούσαν τον σύντροφο Τρότσκι»: ξεχωρίζει ιδιαιτέρως «τον σύντροφο Ριαζάνοφ, που τότε έφυγε από το κόμμα, επειδή, κατά τη γνώμη του, είχαμε χάσει την επαναστατική καθαρότητα».[4] Πέρα από τα μεμονωμένα πρόσωπα, σημαντικές οργανώσεις τού κόμματος διακηρύττουν: «Προς το συμφέρον τής παγκόσμιας επανάστασης, κρίνουμε απαραίτητο να αποδεχτούμε [ακόμη και] την πιθανότητα απώλειας τής σοβιετικής εξουσίας, που αυτή τη στιγμή γίνεται καθαρά τυπική». Πρόκειται για λόγια «παράξενα και τερατώδη» στα μάτια τού Λένιν,[5] ο οποίος, ωστόσο, σε μία δεδομένη στιγμή, περιβεβλημένος με την κατηγορία και την υποψία τής προδοσίας, φαίνεται να γίνεται ο στόχος ενός, αν και θολού, σχεδίου πραξικοπήματος, που υπέθαλπε ο Μπουχάριν.[6]

Χρειάστηκε όλο το κύρος και όλη η ενέργεια τού μεγάλου επαναστάτη καθοδηγητή για να ξεπεραστεί η κρίση. Αυτή, ωστόσο, ξαναπαρουσιάζεται μετά από μερικά χρόνια. Με την πανωλεθρία των Κεντρικών Αυτοκρατοριών και την εισβολή τής επανάστασης στη Γερμανία, την Αυστρία, την Ουγγαρία και την ιταμή αντιμετώπισή της σε άλλες χώρες, η προοπτική, από την οποία οι μπολσεβίκοι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στο Μπρεστ-Λιτόφσκ, φαίνεται να ξανακερδίζει νέα ζωτικότητα και επικαιρότητα. Όπως προκύπτει, με ιδιαίτερα σαφή τρόπο, από τον λόγο με τον οποίο ο Λένιν κλείνει το 1ο Συνέδριο τής Κομμουνιστικής Διεθνούς, «η νίκη τής προλεταριακής επανάστασης σε ολόκληρο τον κόσμο είναι βέβαιη. Πλησιάζει η ίδρυση τής διεθνούς σοβιετικής δημοκρατίας».[7] Ως εκ τούτου, την ήττα τού καπιταλισμού, εμφανή σε παγκόσμιο επίπεδο, θα ακολουθούσε γρήγορα η αφομοίωση των διαφορετικών εθνών και των διαφορετικών κρατών σε ένα και μοναδικό οργανισμό: ξανά, το Υπουργείο των Εξωτερικών Υποθέσεων θα έτεινε να καταστεί περιττό!

Η δύση αυτών των ψευδαισθήσεων συμπίπτει με την αρρώστια και τον θάνατο τού Λένιν. Η νέα κρίση είναι πολύ πιο σοβαρή, εξαιτίας τού γεγονότος ότι τώρα, στο εσωτερικό τού κόμματος των μπολσεβίκων, απουσιάζει μία αδιαμφισβήτητη αυθεντία. Από την οπτική γωνία τού Τρότσκι, των συμμάχων και των οπαδών του, δεν μπορούν να υπάρχουν πια αμφιβολίες: εκείνο που υπαγόρευσε την επιλογή τού «σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα», με τη συνακόλουθη εγκατάλειψη τής παγκόσμιας επανάστασης, δεν ήταν ο πολιτικός ρεαλισμός και ο υπολογισμός τού συσχετισμού δυνάμεων, αλλά μόνον η γραφειοκρατική ρουτίνα, ο οπορτουνισμός, η δειλία — σε τελευταία ανάλυση, η προδοσία.

Read the rest of this entry »

 

Ετικέτες:

«Ανακεφαλαίωση» —Α.Badiou

Θεωρητική ανακεφαλαίωση
(Α.Μπαντιού, Το ξύπνημα τής Ιστορίας, κεφ. ΙΧ, σελ.127-139)

Δεδομένου τού ότι η έννοια τής πολιτικής αλήθειας συνθέτει και ενσωματώνει ό,τι σημαίνει για μένα, υπό τις τρεις εκφάνσεις της, η αφύπνιση τής Ιστορίας, θα ήθελα να ξεκινήσω επαναλαμβάνοντας εδώ τον ορισμό της, με κάποιες όμως μικρές διαφοροποιήσεις. Μια πολιτική αλήθεια αποτελεί ακολουθία συνεπειών που οργανώνονται σε συνάρτηση με μια Ιδέα και οι οποίες απορρέουν από ένα μαζικό λαϊκό συμβάν, στο πλαίσιο τού οποίου οι παράγοντες τής όξυνσης, τής συστολής και τής τοπικοποίησης συντελούν στην υποκατάσταση ενός ταυτοτικού αντικειμένου και των συναφών με αυτό διαχωριστικών όρων από μια πραγματική παρουσίαση τής γενολογικής δύναμης τού πολλαπλού.

Θα αναδιατυπώσω, εν είδει ανακεφαλαίωσης, κάθε επιμέρους στοιχείο τού ορισμού με κάποιες νέες επισημάνσεις.

Μια πολιτική αλήθεια αποτελεί

Σύμφωνα με ένα σημαντικό ρεύμα τής πολιτικής φιλοσοφίας, ένα από τα χαρακτηριστικά τής πολιτικής είναι το ότι αυτή είναι και οφείλει να παραμείνει ξένη προς την έννοια τής αλήθειας. Η τάση αυτή, ιδιαίτερα επικρατούσα στις μέρες μας, υποστηρίζει ότι κάθε απόπειρα συσχέτισης τής πολιτικής διαδικασίας με την έννοια τής αλήθειας ενέχει τον κίνδυνο τής ολοκληρωτικής εκτροπής. Αυτό που συνάγεται από την εν λόγω αξιωματική παραδοχή — που αξίζει να σημειωθεί ότι αποτελεί στην πραγματικότητα φιλελεύθερο αξίωμα ή, για να ακριβολογήσω, αξίωμα τού «αριστερού» φιλελευθερισμού — είναι ότι στην πολιτική υπάρχουν μόνο γνώμες. Σε πιο εκλεπτυσμένη μορφή το αξίωμα αυτό μπορεί να διατυπωθεί και ως εξής: στην πολιτική υπάρχουν μόνο κρίσεις και οι αντίστοιχες συνθήκες εκφοράς τους.

Θα διαπιστώσετε ότι σε καμία περίπτωση οι υποστηρικτές τής άποψης αυτής δεν θα ισχυρίζονταν ότι, στην επιστήμη, στην τέχνη ή ακόμη και στη φιλοσοφία, υπάρχουν μόνο γνώμες. Πρόκειται λοιπόν για στάση που χαρακτηρίζει την πολιτική φιλοσοφία. Τις απαρχές τής σχετικής επιχειρηματολογίας θα πρέπει να τις αναζητήσουμε στη Χάνα Άρεντ, στους άγγλους φιλελεύθερους, ίσως και στον Μοντεσκιέ ή και τους έλληνες σοφιστές. Εκείνο που υποστηρίζεται είναι ότι η πολιτική (και εδώ, εξυπακούεται βέβαια η δημοκρατική πολιτική, αφού για τους φιλελεύθερους τής αριστεράς κάθε άλλη μορφή πολιτικής δεν συνιστά ουσιαστικά πολιτική), διακύβευμα τής οποίας είναι το συνυπάρχειν, οφείλει να δημιουργεί έναν ειρηνικό χώρο αντιπαράθεσης ποικίλων και συχνά αντιφατικών μεταξύ τους απόψεων, με την επιφύλαξη όμως τής συμφιλίωσης και τής εναρμόνισής τους — και εδώ εντοπίζεται η δυσκολία — με βάση έναν «κανόνα παιχνιδιού» που να επιτρέπει τον προσδιορισμό τής άποψης που θα επικρατήσει προσωρινά, χωρίς να απαιτείται βίαιη πάλη.

Όπως ήδη γνωρίζουμε, ο εν λόγω κανόνας δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από αυτόν τής καταμέτρησης των ψήφων. Οι φιλελεύθεροί μας διατείνονται ότι η ενδεχόμενη ύπαρξη μιας πολιτικής αλήθειας θα συνεπάγεται υποχρεωτικά την άσκηση καταπίεσης, η οποία στην καλύτερη περίπτωση θα έχει ελιτίστικο και στη χειρότερη τρομοκρατικό χαρακτήρα (αλλά ας μην ξεχνάμε ότι, από την οπτική των φιλελεύθερων, η μετάβαση από τη μια κατάσταση στην άλλη — η οποία μετάβαση λίγο‒πολύ ταυτίζεται με το πέρασμα από τον Λένιν στον Στάλιν — είναι σχεδόν επιβεβλημένη), σε βάρος τού σκοτεινού και ομιχλώδους καθεστώτος των γνωμών. Αυτή η αντίληψη εδραιώθηκε στους κύκλους τής δυτικής διανόησης τα τελευταία τριάντα χρόνια, με άλλα λόγια από την εγκαινίαση τής περιόδου τής αντίδρασης που έχω χαρακτηρίσει ως «μεσοδιαστηματική» και τής οποίας την έναρξη τοποθετώ στα τέλη τής δεκαετίας τού 1970.

Αλλά ίσως αυτό που θέλουν να μας πουν τόσοι λαοί και τόσες διαφορετικές καταστάσεις, χρησιμοποιώντας μια εξεγερσιακή γλώσσα που παραμένει σκοτεινή και δυσνόητη, είναι ότι η περίοδος αυτή έφτασε στο τέλος της, ότι υπήρξε, πράγματι, μια αφύπνιση τής Ιστορίας. Οφείλουμε λοιπόν, διδασκόμενοι από το συμβάν, να ανασύρουμε από τη μνήμη μας την επαναστατική Ιδέα, δίνοντάς της μια νέα μορφή.

Η αντίληψη ότι υπάρχουν πολιτικές αλήθειες και ότι η πολιτική δράση συνιστά αφ’ εαυτής έναν παρατεταμένο αγώνα τής αλήθειας κατά τού ψεύδους είναι αυτό ακριβώς που σε αφηρημένο επίπεδο, σε επίπεδο φιλοσοφίας, χαρακτηρίζει την πολιτικο-επαναστατική Ιδέα. Όταν κάνω λόγο για πολιτική αλήθεια, εννοώ βέβαια μια διαδικασία και όχι μια απλή κρίση: μια πολιτική αλήθεια δεν μπορεί να είναι τού τύπου «λέω ότι έχω δίκιο κι ότι ο άλλος έχει άδικο» ή «είναι σωστό να αισθάνομαι συμπάθεια για τον τάδε ηγέτη και να απεχθάνομαι τον αντίπαλό του». Η αλήθεια είναι κάτι που υφίσταται μόνο στο πλαίσιο τής ενεργού της διαδικασίας και εμφανίζεται, ως τέτοια, μέσα από τις διάφορες καταστάσεις από τις οποίες διέρχεται η διαδικασία αυτή. Οι αλήθειες δεν προϋπάρχουν των πολιτικών διαδικασιών και, ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα επαλήθευσης ή εφαρμογής τους. Οι αλήθειες ταυτίζονται με την ίδια την πραγματικότητα, νοούμενη ως πλέγμα διαδικασιών παραγωγής πολιτικών καινοτομιών, ακολουθιών, επαναστάσεων κ.τ.λ.

Αλήθειες — αλλά ποιου πράγματος; Αλήθειες για το τι πραγματικά είναι η συλλογική παρουσίαση τής ανθρωπότητας αυτής καθαυτής (το κοινό τού κομμουνισμού). Ή: αλήθεια για το τι είναι ικανά να πράξουν τα ανθρώπινα ζώα — πάνω και πέρα από τα συμφέροντα τα σχετικά με την επιβίωσή τους — για να δώσουν πραγματική υπόσταση στη δικαιοσύνη, την ισότητα, την καθολικότητα (σε όλα όσα συναποτελούν την πρακτική παρουσία των δυνατοτήτων που εμπεριέχονται στην Ιδέα). Εύκολα μπορούμε να αντιληφθούμε ότι η πολιτική καταπίεση συνίσταται σε μεγάλο βαθμό στην πεισματική άρνηση αναγνώρισης τής εν λόγω ικανότητας. Οι φιλελεύθεροί μας δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να διαιωνίζουν την κατάσταση αυτή: αν περιορίζονται να λένε πως υπάρχουν μόνο γνώμες, τούτο σημαίνει ότι αποδέχονται εμμέσως ότι η κυρίαρχη γνώμη, εκείνη που διαθέτει τα απαραίτητα υλικά, χρηματοοικονομικά, στρατιωτικά και μιντιακά μέσα για την επιβολή της, θα αναγνωριστεί τελικά ως η πλειοψηφούσα, θέτοντας έτσι το γενικό πλαίσιο εντός τού οποίου θα διαμορφώνονται και θα εκφράζονται οι υπόλοιπες γνώμες.

ακολουθία συνεπειών που οργανώνονται σε συνάρτηση με μια Ιδέα

Εκείνο που χαρακτηρίζει τη διαδικασία μιας πολιτικής αλήθειας είναι η ορθολογικότητά της και τίποτε άλλο. Κι αυτό γιατί επιχειρεί να εφαρμόσει, στο επίπεδο τού πραγματικού, τις επιμέρους συνέπειες εκείνων των αρχών που διακηρύσσονται — ή επαναδιακηρύσσονται — στο πλαίσιο των ιστορικών εξεγέρσεων. Ο σκοπός και η λειτουργία των νέων πολιτικών οργανώσεων, που αποτελούν μονίμως το πραγματικό σώμα μιας συνεχώς εξελισσόμενης αλήθειας, μπορεί, επομένως, να οριστεί ως εξής: στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου κόσμου, οι εν λόγω οργανώσεις επιδίδονται σε μια προσπάθεια εγγραφής και αποτύπωσης των πρακτικών συνεπειών ενός συμβάντος, με πίστη και αφοσίωση στις επιταγές που υπαγορεύει ο αγωνιστικός ορθολογισμός τής διαδικασίας αυτής, δεδομένου τού ότι πρόκειται για συνέπειες που συνάγονται κατά λογική αναγκαιότητα από μια κατευθυντήρια αρχή, η οποία συναρθρώνει τα πρακτικά διδάγματα μιας εξέγερσης με τις αναλαμπές μιας Ιδέας.

Για παράδειγμα, στην Αίγυπτο, βρίσκεται σε εξέλιξη, μεταξύ άλλων, μια σκληρή μάχη για το νέο σύνταγμα. Από τη μια μεριά, βλέπουμε τον στρατό, ανέπαφο υπόλειμμα τού προηγούμενου καθεστώτος, να προσπαθεί να διατηρήσει την εξουσία του, μη διστάζοντας, αν χρειαστεί, να εγκαταλείψει στη λαϊκή οργή την κλίκα τού Μουμπάρακ, και, από την άλλη, κάθε ενεργό στοιχείο που δρα με σκοπό τη δημιουργία μιας οργάνωσης πιστής στην ιστορική εξέγερση τής πλατείας Ταχρίρ. Ποιο ακριβώς είναι το νόημα τής αφοσίωσης αυτής; Πέραν τής κοινής δέσμευσης στον στόχο τής αντιμετώπισης τής κατάστασης και τής διατήρησης ζωντανής τής μνήμης μιας συλλογικής ιστορίας, θα πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό μείγμα όπου συναντώνται μια Ιδέα και ορισμένα στοιχεία τακτικής. Υπάρχει, αφενός μεν, η συλλογική βεβαιότητα ότι ο αιγυπτιακός λαός ζει και υπάρχει κατά τρόπο διαφορετικό από ό,τι μέχρι πρόσφατα, και μάλιστα κατά το πρότυπο τής γενολογικής του Ιδέας (στεκόμαστε όλοι ενωμένοι: η Ιδέα που έχουμε για τον ιστορικό προορισμό μας υπερβαίνει κάθε κοινωνική ή πολιτισμική διαφορά, όπως αποδείξαμε στην πράξη …), αφετέρου δε, ορισμένα συνθήματα τακτικής τα οποία συγκροτούν και οργανώνουν, εντός τής κατάστασης, ορισμένα σημεία κρίσης, μέσω των οποίων διέρχονται υποχρεωτικά οι συνέπειες τής Ιδέας, εφόσον, σε αντίθετη περίπτωση, υπάρχει κίνδυνος ματαίωσης τής ιστορικής αφύπνισης τής εξέγερσης. Για παράδειγμα: ο καθορισμός τής ημερομηνίας των εκλογών, το κοινωνικό περιεχόμενο τού συντάγματος, η λήψη άμεσων μέτρων υπέρ των φτωχών, το άνευ όρων άνοιγμα τού συνοριακού περάσματος ανάμεσα στη Λωρίδα τής Γάζας και την Αίγυπτο … Βήμα προς βήμα, σημείο προς σημείο, οι νίκες που επιτυγχάνονται αποσκοπούν να δείξουν ότι, από εδώ και στο εξής, ο συλλογικός χρόνος, συμπεριλαμβανομένου ακόμη και τού χρόνου τού ίδιου τού Κράτους, θα οργανώνεται βάσει των συνεπειών τής ιστορικής εξέγερσης και ότι το Κράτος δεν θα μπορεί πλέον να υπαγορεύει εκ των υστέρων τη σημασία της.

και οι οποίες απορρέουν από ένα μαζικό λαϊκό συμβάν

Νομίζω ότι έχω μιλήσει αρκετά επ’ αυτού. Ας επισημάνω μόνον ότι, παρόλο που κάθε πολιτική αλήθεια ριζώνει σ’ ένα μαζικό λαϊκό συμβάν, δεν μπορεί, ωστόσο, να υποστηριχθεί ότι εξαντλείται απλώς και μόνο σ’ αυτό. Μια πολιτική αλήθεια δεν μπορεί να είναι μια απλή στιγμή εξέγερσης. Και ναι μεν η διατύπωση περί τής σπανιότητας τής πολιτικής, που οφείλεται στον Σιλβέν Λαζαρίς, προκύπτει από το γεγονός ότι η σύζευξη ενός συμβάντος με μια Ιδέα είναι κάτι το σπάνιο, όμως αυτή η ιστορική σπανιότητα δεν είναι το καθοριστικό γνώρισμα τής πολιτικής αλήθειας.

Έχω μερικές φορές την εντύπωση ότι ο Ζακ Ρανσιέρ προτρέχει να προεξοφλήσει την αναγωγή τής πολιτικής στην ιστορία, όταν, ορίζοντας το περιεχόμενο τής πραγματικής ισότητας, υποστηρίζει ότι αυτή αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, ενεργό και στιγμιαία αναστολή τής εντεταλμένης από το Κράτος διαρκούς ανισότητας. Κατά τη γνώμη μου, το κρίσιμο σημείο είναι ο χρόνος τής οργάνωσης, ο χρόνος τής κατασκευής μιας εμπειρικής διάρκειας τής Ιδέας κατά το μετεξεγερσιακό της στάδιο, εκτός, βεβαίως, και αν γίνει δεκτό ότι το Κράτος διατηρεί εις το διηνεκές το μονοπώλιο τού καθορισμού τού πολιτικού χρόνου.

στο πλαίσιο τού οποίου οι παράγοντες τής όξυνσης, τής συστολής και τής τοπικοποίησης

Όξυνση: Κατά τη διάρκεια μιας μαζικής λαϊκής εξέγερσης, παρατηρείται μια γενική υποκειμενική όξυνση, ένα βίαιο πάθος για το Αληθινό, φαινόμενο που ο Καντ είχε ήδη επισημάνει κατά την Γαλλική Επανάσταση χρησιμοποιώντας τον όρο «ενθουσιασμός». Ο γενικός του χαρακτήρας προκύπτει τόσο από το ότι έχουμε να κάνουμε με όξυνση και ριζοσπαστικοποίηση των μορφών αγώνα, των πολιτικών θέσεων και των τοποθετήσεων, όσο και από το γεγονός τής δημιουργίας ενός έντονου χρόνου (είμαστε από το πρωί μέχρι το βράδυ στο πόδι, δεν έχει σημασία αν είναι μέρα ή νύχτα, η οργάνωση τού χρόνου έχει έρθει τα πάνω κάτω, αν και κατάκοποι, δεν νιώθουμε την κούραση κ.ο.κ.). Αυτή η όξυνση τής έντασης εξηγεί και τη γρήγορη φθορά που παρατηρείται σ’ αυτή την εξεγερσιακή φάση· εξηγεί, για παράδειγμα, την περίεργη απόσυρση τού Ροβεσπιέρου λίγο πριν από τον Θερμιδόρ, εξηγεί τη δήλωση τού Σεν-Ζιστ «η επανάσταση πάγωσε», εξηγεί γιατί, στο τέλος, στις πλατείες, στις απεργιακές πικετοφορίες μπροστά στα εργοστάσια, στα οδοφράγματα, απομένουν λίγες μόνο δυνάμεις αγωνιστών (αλλά είναι αυτοί που θα επωμισθούν το βάρος τής μελλοντικής ενεργοποίησης τής φάσης τής οργάνωσης). Με άλλα λόγια, μια τέτοια κατάσταση συλλογικής δημιουργικής έξαρσης δεν μπορεί να έχει χρόνιο χαρακτήρα. Γεννά, βεβαίως, την αιωνιότητα μέσω μιας περιβεβλημένης με δικτατορική ισχύ διαδικασίας που παίρνει τη μορφή τής ενεργού και αμοιβαίας προσαρμογής μεταξύ τής καθολικότητας τής Ιδέας και τής ιδιαιτερότητας τού τόπου και των περιστάσεων, χωρίς, ωστόσο, η ίδια να είναι αιώνια. Τα αποτελέσματα τού φαινομένου τής όξυνσης εξακολουθούν, εντούτοις, να γίνονται αισθητά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την εξαφάνιση τού συμβάντος στο οποίο οφείλεται η εμφάνισή του. Κι αν ακόμα οι περισσότεροι άνθρωποι επιστρέψουν στην καθημερινότητά τους, αφήνουν πίσω τους μια ενέργεια, η οποία σε μεταγενέστερο στάδιο θα επαναχρησιμοποιηθεί συστηματικά.

Συστολή: Η συστολή τής ιστορικής κατάστασης γύρω από μια ενεργό και σκεπτόμενη μειοψηφία ετερόκλιτης προέλευσης έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός δειγματοληπτικού διαγράμματος τού γενολογικού είναι ενός λαού, μιας, κατά κάποιο τρόπο, αφαιρετικής, άρτιας, αλλά περιορισμένου εύρους αυτοαπεικόνισης τής ίδιας τής κατάστασης. Η «βαθιά χώρα» εξαφανίζεται και το φως επικεντρώνεται αποκλειστικά σε μια μαζική μειοψηφία. Εδώ άλλωστε εντοπίζεται και η σημασία τής επαναστατικής-μαρξιστικής διάκρισης μεταξύ «τάξεων» και «μαζών». Ο πρώτος όρος προσδιορίζει το πεδίο τής λογικής κίνησης τής Ιστορίας, το πεδίο όπου εξελίσσεται η «πάλη των τάξεων» και όπου συγκρούονται οι (ταξικές) πολιτικές. Ο δεύτερος παραπέμπει σε μια πρωταρχικά κομμουνιστική διάσταση τής ενεργοποίησης τού λαϊκού παράγοντα, στη γενολογική της διάσταση, καθόσον πρόκειται για μια ιστορική εξέγερση. Ας μην εξαπατώμεθα: ο όρος «τάξη» λειτουργεί εδώ ως αναλυτική και περιγραφική — ως «ψυχρή» — έννοια, ενώ η «μάζα» χρησιμοποιείται, ως έννοια, για να υποδηλώσει την ενεργό αρχή των εξεγέρσεων, την πραγματική αλλαγή. Όπως άλλωστε συνήθιζε να επισημαίνει και ο ίδιος ο Μαρξ, η ταξική ανάλυση είναι αστική επινόηση, η πατρότητα τής οποίας ανήκει στους γάλλους ιστορικούς. Αλλά είναι οι μάζες που εμπνέουν τον φόβο, και μάλιστα στον βαθμό που η ταυτότητά τους παραμένει ακαθόριστη …

Τοπικοποίηση: Θα ήθελα μόνο να υπενθυμίσω το εξής: όσο διαρκεί η εξέγερση, οι μάζες δημιουργούν τόπους ενότητας και επιρροής, όπου το μαζικό συμβάν αποκαλύπτεται και υπάρχει απευθυνόμενο προς όλους. Είναι αδύνατο να υπάρξει ένα πολιτικό συμβάν που να λαμβάνει χώρα παντού. Ο τόπος είναι το μέσο δια τού οποίου επιτυγχάνεται η σύγκλιση και προσέγγιση τής λαϊκής γενολογικότητας με την ακόμα ασαφή Ιδέα. Μια μη τοπικοποιημένη Ιδέα είναι ανίσχυρη, ένας τόπος χωρίς Ιδέα δεν είναι άλλο από μια άμεση εξέγερση, ένα μηδενιστικό σκίρτημα.

συντελούν στην υποκατάσταση ενός ταυτοτικού αντικειμένου και των συναφών με αυτό διαχωριστικών όρων

Θα μπορούσαμε να ορίσουμε κατά προσέγγιση το Κράτος ως τον θεσμό εκείνο που διαθέτει τα μέσα για την εφαρμογή στο σύνολο ενός πληθυσμού των κανόνων που καθορίζουν τα θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο των αρμοδιοτήτων του, όπως επίσης και το περιεχόμενο των αντίστοιχα προβλεπομένων υποχρεώσεων και των χορηγουμένων από αυτό δικαιωμάτων. Στο πλαίσιο τού ορισμού αυτού, το Κράτος απεργάζεται ένα ταυτοτικό αντικείμενο (για παράδειγμα, τον «Γάλλο»), με το οποίο άτομα και ομάδες υποχρεούνται να μοιάζουν όσο το δυνατόν περισσότερο, ούτως ώστε να προκαλέσουν το θετικό ενδιαφέρον και τη μέριμνά του. Επιπλέον, οποιοσδήποτε θεωρείται ότι διαφέρει υπερβολικά από το ταυτοτικό αντικείμενο θα επισύρει εξίσου την προσοχή τού Κράτους (με την έννοια όμως τής υποψίας, τού ελέγχου, τής εγκάθειρξης, τής απέλασης …).

Κάθε διαχωριστικό όνομα θα υποδεικνύει έναν συγκεκριμένο τρόπο απόκλισης από το εικονικό ταυτοτικό αντικείμενο. Είναι το στοιχείο εκείνο που επιτρέπει στο Κράτος να απομονώσει από το κοινωνικό σύνολο έναν ορισμένο αριθμό ομάδων για να δικαιολογήσει την προσφυγή σε συγκεκριμένα κατασταλτικά μέτρα. Οι όροι αυτοί μπορεί να καλύπτουν ένα πλήρες φάσμα που αρχίζει από τους «μετανάστες», τους «ισλαμιστές», τους «μουσουλμάνους» ή τους «Ρομά», φθάνοντας μέχρι τους «νέους των προαστίων». Αξίζει να επισημανθεί ότι σήμερα γινόμαστε μάρτυρες τής ανάδειξης των ονομάτων «φτωχός» και «ψυχικά ασθενής» σε διαχωριστικούς όρους.

Αυτό που, σήμερα στη Γαλλία, το Κράτος ονομάζει «πολιτική» — καθόσον πρόκειται για πρωτοβουλίες που απευθύνονται στο κοινό, και όχι για αποφάσεις κεκλεισμένων των θυρών τις οποίες οι κυβερνώντες μας επιδιώκουν να δικαιολογήσουν εκ των υστέρων — συνίσταται κατά βάση στην ανακίνηση, με τρόπο αντιφατικό όσο και βίαιο, ορισμένων ζητημάτων που άπτονται τού ταυτοτικού αντικειμένου και των συναφών με αυτό διαχωριστικών ονομάτων.

από μια πραγματική παρουσίαση τής γενολογικής δύναμης τού πολλαπλού.

Η έλευση ενός μαζικού λαϊκού συμβάντος είναι από μόνη της ικανή να προκαλέσει την καταστροφή τού ταυτοτικού αντικειμένου και των διαχωριστικών ονομάτων που το συνοδεύουν. Στη θέση τους θα εμφανιστεί μια πραγματική παρουσίαση: η κατάφαση και αναγνώριση, αφενός μεν, τής ύπαρξης των παρευρισκομένων και από κοινού δρώντων ανθρώπων, και μάλιστα ανεξαρτήτως τού χαρακτηρισμού τους από το Κράτος, αφετέρου δε, τής απροϋπόθετης και δικτατορικής τους εξουσίας να διακηρύσσουν τι υπάρχει και τι θα έπρεπε να υπάρχει. Είναι υπό αυτή την έννοια που η ιστορική εξέγερση επιφέρει την κατεδάφιση των ονομάτων. Το κενό που θα δημιουργηθεί ως αποτέλεσμα τής άρσης τής ισχύος των διαχωριστικών όρων θα έρθει να καλύψει μια πολιτική οργάνωση η οποία θα αναπτύξει τις συνέπειες μιας νέας ύπαρξης: τής ύπαρξης τού μη προϋπάρχοντος, τής ύπαρξης τού ανώνυμου, τής καθαρά λαϊκής ύπαρξης ενός λαού.

Τέλος, για όλους αυτούς τους ανθρώπους, που από τη σκοπιά τού Κράτους δεν έχουν όνομα, θα πούμε ότι εκπροσωπούν ολόκληρη την ανθρωπότητα, λόγω τού ότι το κίνητρο τής συμμετοχής τους στην εντοπισμένη και ενθουσιώδη αυτή συνάθροιση είναι καθολικής σημασίας. Κι αυτό είναι κάτι που το καταλαβαίνουν όλοι. Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή οι παρευρισκομένοι κατασκευάζουν έναν χώρο όπου χάρη στην ανενεργοποίηση ή και την ολοσχερή κατάργηση τού εικονικού ταυτοτικού αντικειμένου αυτό που μετράει πλέον δεν είναι η ταυτότητα, αλλά η μη-ταυτότητα: η καθολική αξία τής Ιδέας, η γενολογική της ιδιότητα και δύναμη, αυτό, με άλλα λόγια, που συνεπαίρνει και συγκινεί την ανθρωπότητα εν γένει. Ο ενθουσιασμός που προκαλεί μια ιστορική εξέγερση συνδέεται ακριβώς μ’ αυτό το πάθος τού καθολικού, που μπορούμε ή, καλύτερα, πρέπει να πούμε ότι συνεπαίρνει και τους πιο συνηθισμένους — στα μάτια μας τουλάχιστον — ανθρώπους.

Μπορούμε να εμβαθύνουμε στην ανάλυση τού συλλογικού συμβαντικού πάθους προς μια άλλη κατεύθυνση και, πιο συγκεκριμένα, σε σχέση με την ιδιαίτερα έντονη εντύπωση βίαιης αλλαγής τού συσχετισμού ανάμεσα στο εφικτό και στο ανέφικτο. Τούτο οφείλεται στο ότι μέσω τού μαζικού λαϊκού συμβάντος συντελείται ένα είδος αποκρατικοποίησης όσον αφορά το ζήτημα τού εφικτού. Κατά κανόνα, το Κράτος οικειοποιείται το δικαίωμα να καθορίζει τι είναι εφικτό και τι όχι σε πολιτικό επίπεδο, πρόβλημα που εμφανίζεται με ιδιαίτερη οξύτητα τις τελευταίες δεκαετίες. Έτσι, ενώ, για παράδειγμα, υποστηρίζεται ότι το εγχείρημα «εξανθρώπισης» τού καπιταλισμού ή η προοπτική «διεύρυνσης» τής δημοκρατίας βρίσκονται εντός των ορίων τού εφικτού, η δημιουργία ενός παραγωγικού, θεσμικού και κοινωνικού συστήματος που θα διαπνέεται από την αρχή τής ισότητας και θα βρίσκεται πραγματικά υπό λαϊκή εξουσία και έλεγχο θεωρείται εντελώς ανέφικτη και απορρίπτεται ως επικίνδυνη και ολέθρια ουτοπία. Κατά τον ίδιο τρόπο (και εδώ φαίνεται καθαρά η χρησιμότητα τού ταυτοτικού αντικειμένου), ενώ μέχρι τώρα η Γαλλία μπορούσε να παρέχει τη ζεστή της φιλοξενία σε μερικούς φτωχούς μετανάστες από την Αφρική (και τι «φιλοξενία»! — τους αναγκάζαμε να δουλεύουν σαν σκλάβοι στις γραμμές συναρμολόγησης και να ζουν σε πανάθλιες συνθήκες, χωρίς καν να μπορούν να φέρουν τις οικογένειές τους μαζί τους· λεπτομέρειες θα μου πείτε…), μας είναι πλέον αδύνατο να προσφέρουμε την εν λόγω φιλοξενία σ’ όλους όσους δεν μοιράζονται τις «αξίες» μας· αφήστε που έχουν και παιδιά! Και πάει λέγοντας …

Αυτή η κανονιστική αρμοδιότητα όσον αφορά το εφικτό αφαιρείται, ιδεωδώς έστω, από το Κράτος μέσω τής έλευσης τού μαζικού λαϊκού συμβάντος και τής σταδιακής, βήμα προς βήμα επεξεργασίας, εκ μέρους τής πολιτικής οργάνωσης, των συνεπειών του. Όλοι όσοι δηλώνουν παρόντες — είτε ως συμμετέχοντες στη συνάθροιση, είτε και ως μέλη τής πολιτικής οργάνωσης — μπορούν τώρα να καθορίζουν, άνευ όρων, ποια θα είναι η φύση και το περιεχόμενο μιας νέας, πρωτόγνωρης δυνατότητας. Η υποκειμενική τους ενέργεια χαρακτηρίζεται ακριβώς από τη συστράτευση και συσπείρωσή τους γύρω από την ιδέα ότι εναπόκειται πλέον στους ίδιους να καθορίσουν — μ’ έναν εντελώς καινοτόμο τρόπο και χωρίς την προηγούμενη έγκριση τού Κράτους — τα όρια τού εφικτού.

Ήδη, όμως, στον αρχικό τόπο, στον τόπο των μεγάλων συγκεντρώσεων τής ιστορικής εξέγερσης, συμβαίνει κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως υποκειμενική αποτοπικοποίηση τού τόπου. Ό,τι λέγεται και ακούγεται στον νέο τόπο συνοδεύεται πάντοτε από την αναγνώριση ότι η αξία του ξεπερνά τα στενά όρια τού τόπου προς την κατεύθυνση τής καθολικότητας. Έτσι, για παράδειγμα, η «Πλατεία Ταχρίρ» αναδεικνύεται ως ο τόπος που μονοπωλεί το ενδιαφέρον ολόκληρου του πλανήτη. Η διάσταση αυτή τής αποτοπικοποίησης, που συνοδεύει την τοπική διεύρυνση, εκφράστηκε επιγραμματικά από τους ισπανούς αγανακτισμένους ως εξής: «Ναι μεν είμαστε εδώ, πλην όμως είναι ξεκάθαρο ότι κάτι παγκόσμιο συνέβη. Άρα, είμαστε παντού».

Κάποιοι λοιπόν άνθρωποι συγκεντρώνονται σ’ έναν τόπο, με αποτέλεσμα οι πράξεις και τα λεγόμενά τους να αποκτούν παντού την ίδια αξία. Αυτή η αρχική επέκταση γίνεται στη συνέχεια αντιληπτή προς τα έξω, με την έννοια ότι όποιος δεν είναι εκεί αρχίζει να σκέφτεται ότι «αφού συγκαταλέγομαι υποχρεωτικά στην κατηγορία τού «παντού», θα προσπαθήσω να μιμηθώ εκείνους που, αν και βρίσκονται εκεί, στον τόπο τους, δείχνουν, με τα λόγια και τις πράξεις τους, να πιστεύουν ότι βρίσκονται παντού». Εδώ υπάρχει ένα πηγαινέλα. Στο μέτρο, λοιπόν, που εκείνοι που ανέλαβαν την τολμηρή πρωτοβουλία τής ιστορικής εξέγερσης και τής οργάνωσης που ενδεχομένως προκύψει από αυτή θα εισαγάγουν στον ιδιαίτερο τόπο τους τη διάσταση τής καθολικότητας, θα παρέχεται, αντίστοιχα, στις — ακόμη υπόδουλες ή φοβισμένες — μάζες, σε οποιοδήποτε σημείο τού πλανήτη κι αν βρίσκονται, η δυνατότητα να ταυτιστούν με τους πρωτοπόρους, μ’ αυτούς που έδωσαν το έναυσμα για μια επανεκκίνηση τής Ιστορίας.

 

Ετικέτες:

Το Μπαλκόνι (ΙΙ)—A.Badiou

Εικόνες τού Παρόντος [ΙΙ]
Σεμινάριο 3-12-01
(Βασισμένο στις σημειώσεις τού Ντ. Φισέρ)

Την περασμένη φορά ανέφερα ότι η ανάλυση τής φύσης τής εποχής μας οφείλει να ακολουθήσει ανάστροφη πορεία, αρχίζοντας από τα εμβλήματα και καταλήγοντας στη δομή τού παρόντος ως συνεκτική και σταθερά επαναλαμβανόμενη τάξη. Θα ήθελα να εστιάσω σ’ αυτό το σημείο τής στρατηγικής μας, διότι θα μπορούσε να εγερθεί η αντίρρηση ότι η απόφασή μας αυτή ενέχει τον κίνδυνο τής λογικής κυκλικότητας: φτάνοντας στη δομή ή στη φύση τού συστήματος, πώς είμαστε βέβαιοι ότι δεν θα καταλήξουμε πάλι στα εμβλήματα, στις εικόνες, εκεί απ’ όπου είχαμε ξεκινήσει, διαγράφοντας έτσι μια αέναη κυκλική πορεία; Εδώ ανοίγουμε διάλογο με τον Νίτσε, για τον οποίο η αποτελεσματική καταπολέμηση τού μηδενισμού συνεπάγεται την κατάφαση τής αιώνιας επιστροφής. Και θα ήθελα να επισημάνω ότι το «Μπαλκόνι» ανήκει σ’ αυτή τη σχολή τού νιτσεϊσμού, εφόσον ο ισχυρισμός που προβάλλεται εδώ είναι ότι η εικόνα μιας δεδομένης χρονικής στιγμής μπορεί να γίνει αντικείμενο στοχασμού μόνο ως επιστροφή και επανάληψη. Πράγματι, λαμβάνοντας υπόψη τα τέσσερα δομικά στοιχεία τού παρόντος, στα οποία προαναφέρθηκα, (δηλ. τη δομή, την εξαίρεση, τη γυμνή εξουσία και το έμβλημα), διαπιστώνουμε ότι η θέση τού έργου μπορεί να διατυπωθεί με την εξής σχεδόν αλγεβρική μορφή: η απατηλή διαχείριση των εμβλημάτων από την εξουσία συνεπάγεται αναγκαστικά την ανάλωση και δομική αφομοίωση τής εξαίρεσης. Άλλωστε, αυτή δεν είναι ουσιαστικά η έκβαση των θεατρικών τεκταινομένων; Ως αποτέλεσμα των χειρισμών τού αρχηγού τής αστυνομίας, ο επαναστάτης μεταμορφώνεται εν τέλει σε εικόνα, σε μια φιγούρα από εκείνες που εκτίθενται στο μπορντέλο. Η εξαίρεση καταρρέει, αφομοιώνεται ολοκληρωτικά στη δομή, με αποτέλεσμα να μην μπορεί πλέον να ερμηνευθεί ως εντοπισμένη εξωτερικότητα, ως χάραγμα τού πραγματικού επί τής δομικής επιφάνειας. Ας ξαναδιαβάσουμε τις τελευταίες γραμμές τού κειμένου.

[Ενώ στο βάθος ακούγονται οι κρότοι των πυροβόλων, η Μαντάμ Ίρμα, που για ένα διάστημα έπαιζε τον ρόλο τής Βασίλισσας, αναρωτιέται:]
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
: Ποιοι να ‘ναι;… Οι δικοί μας;… Ή οι επαναστάτες;… Ή μήπως;…
ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΣ
: Κάποιος που ονειρεύεται, κυρία… (Η Βασίλισσα πηγαίνει σε διάφορα σημεία τού δωματίου και γυρίζει από ένα διακόπτη. Κάθε φορά σβήνει κι από ένα φως. )
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ (χωρίς να σταματάει να σβήνει): … Ίρμα. Λέγετέ με μαντάμ Ίρμα. Γυρίστε σπίτι σας. Καληνύχτα, κύριε. [Είναι σαν να μας λέει: κοιτάξτε, όταν σβήνουν τα φώτα, τα ομοιώματα αποσύρονται, τα εμβλήματα καθαιρούνται και η Μαντάμ Ίρμα ξαναγίνεται Μαντάμ Ίρμα.]
ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΣ
: Καληνύχτα, μαντάμ Ίρμα. (Βγαίνει.)
ΙΡΜΑ (μόνη και συνεχίζοντας να σβήνει): Τι φως μού χρειάζεται… Χίλια φράγκα ηλεκτρικό τη μέρα!… Τριανταοχτώ σαλόνια!… Όλα επίχρυσα. Όλα ικανά, με διάφορους μηχανισμούς, να μπαίνουν το ένα μέσα στο άλλο και να συνδυάζονται… Κι όλες αυτές οι αναπαραστάσεις για να μένω μόνη, διευθύντρια και υποδιευθύντρια αυτού τού σπιτιού και τού εαυτού μου… (Γυρίζει ένα διακόπτη αλλά τον ξανανάβει) Α, όχι, αυτός είν’ ο τάφος, έχει ανάγκη από φως για δυο χιλιάδες χρόνια!… Κι από τροφή για δυο χιλιάδες χρόνια!… (Σηκώνει τούς ώμους) Τελικά, υπάρχει οργάνωση εδώ μέσα, κι έτοιμα πιάτα. Δόξα είναι να κατεβαίνεις στον τάφο παίρνοντας μαζί σου τόνους γερή μάσα! (Φωνάζει προς τα παρασκήνια) Κάρμεν! … Κάρμεν! … Βάλε τους σύρτες, αγάπη μου, και σκέπασε τα παράθυρα… (Συνεχίζει να σβύνει) Όπου να ‘ναι, θα χρειαστεί να ξαναρχίσουμε… να τα ξανανάψουμε όλα… να ντυθούμε… (Ακούγεται το λάλημα ενός πετεινού) Να ντυθούμε… Α, οι μεταμφιέσεις! Να ξαναμοιράσουμε τούς ρόλους… Να αναλάβω εγώ τον δικό μου… (Σταματάει στη μέση τής σκηνής, με το πρόσωπο στο κοινό) … Να ετοιμάσω τον δικό σας… δικαστές, στρατηγοί, επίσκοποι, αυλάρχες, επαναστάτες που αφήνετε την επανάσταση να καθηλώνεται. Θα ετοιμάσω τα κοστούμια μου και τα σαλόνια μου για αύριο… Πρέπει να γυρίσετε στα σπίτια σας όπου όλα, μην έχετε γι’ αυτό καμιά αμφιβολία, θα είναι ακόμα πιο ψεύτικα απ’ ό,τι εδώ μέσα… Είναι ώρα να φύγετε… Θα βγείτε δεξιά, απ’ το δρομάκι… (Σβύνει το τελευταίο φως) Ξημέρωσε κιόλας.
(Θόρυβος πολυβόλου.)
ΑΥΛΑΙΑ
(Το Μπαλκόνι, σελ.112-13)[1]

Read the rest of this entry »

 

Ετικέτες:

Το Μπαλκόνι (I) — A.Badiou


Εικόνες τού Παρόντος [Ι]
Σεμινάριο τής 21 Νοεμβρίου 2001
(Η μετάφραση βασίστηκε στις σημειώσεις τού Ντ. Φισέρ)

Κατ’ αρχάς, σήμερα, θα ήθελα να διευκρινίσω τη σημασία τής λέξης «εικόνες» στον τίτλο τού παρόντος κύκλου σεμιναρίων, αναφερόμενος, κατά παρέκβαση, στην περίφημη συνεδρία τής 5 Μαρτίου τού 1958 τού Σεμιναρίου τού Λακάν (Σεμινάριο V, «Μορφώματα τού ασυνειδήτου»), η οποία αφιερώθηκε στο «Μπαλκόνι» τού Ζενέ. Είναι η περίοδος που ο Μερλό-Ποντί και ο Σαρτρ διαφωνούσαν δημόσια για το νόημα τής Ιστορίας, με τον πρώτο να υποστηρίζει ότι αυτή δεν εκδηλώνεται ποτέ και τον δεύτερο να διαβεβαιώνει ότι είναι σε τελική ανάλυση δυνατή η απόσπαση μιας κάποιας ιστορικής «μαρτυρίας», μολονότι, σημειωτέον, η τροπικότητα τής μαρτυρίας αυτής δεν ταυτίζεται ποτέ με την παρουσία τού παρόντος, αλλά συνίσταται στην επανασύνθεση τού παρελθόντος από το παρόν — στη διεργασία βάσει τής οποίας το παρόν προκαλεί την εκ νέου «πάροδό» του, στην αλληλουχία βάσει τής οποίας η παρούσα στιγμή φέρνει μαζί της ένα νέο «πέρασμα» τού παρελθόντος. Αυτό φαίνεται να συμβαίνει σήμερα όσον αφορά τον πόλεμο στην Αλγερία, έστω και κατά τρόπο περιορισμένο και διστακτικό. Ωστόσο, όταν ο Λακάν μιλούσε για τον Ζενέ και ο Ζενέ δημοσίευε το «Μπαλκόνι», το παρόν τους λάμβανε τη μη-παρουσιάσιμη, υπόρρητη μορφή τού εν εξελίξει στρατιωτικού πολέμου. Στις 13 Μαΐου ο γαλλικός στρατός καταλαμβάνει πραξικοπηματικά την εξουσία στην Αλγερία. Είναι αξιοσημείωτο ότι η συνεδρία τού σεμιναρίου τής 14 Μαΐου είχε τον τίτλο «Η επιθυμία τού Άλλου». Στις 5  Μαρτίου ο Λακάν ασχολείται όμως με το «Μπαλκόνι» και, πιο συγκεκριμένα, με το ζήτημα τής τύχης των εικόνων, όταν αυτές τεθούν υπό τη δοκιμασία τού επαναστατικού παρόντος. Χαρακτηρίζει, λοιπόν, το «Μπαλκόνι» ως κωμωδία, συγκρίνοντάς το, μάλιστα, με τα έργα τού Αριστοφάνη. Ορίζει δε το θεατρικό αυτό είδος ως εξής: «η κωμωδία προϋποθέτει, καταγράφει και τέρπεται από την αναφορά σε μια συγκεκριμένη εντύπωση και, πιο συγκεκριμένα, αυτή που προκαλεί η δημόσια εμφάνιση τού σημαινόμενου που μας είναι γνωστό με το όνομα «φαλλός»». Θα δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στη λέξη «εμφάνιση»: η κωμωδία ανέκαθεν ενσάρκωνε έναν στοχασμό τού παρόντος, με την έννοια ότι προκαλεί την εμφάνιση τού φαλλού τού παρόντος της. Η κωμωδία δακτυλοδεικτεί, χλευάζοντας, το στοιχείο εκείνο τής εξουσίας που, σε κάθε δεδομένη στιγμή, ανάγεται στην κλίμακα τού ορατού και τής δεικτικότητας. Αυτό δε που επισημαίνει είναι η απόλυτη κενότητα τής εξουσίας. Το κωμικό διακύβευμα συνίσταται στο εξής: από τη στιγμή που η κωμωδία εκθέτει την εξουσία ως «φαλλό», από τη στιγμή δηλ. που επισημαίνει την πραγματική της έννοια, η εξουσία καταλύεται, στο μέτρο που η ασημαντότητά της εκτίθεται σε δημόσιο θέαμα. Περιορίζομαι απλώς να αναφέρω το πιο περιβόητο παράδειγμα: το «όνομα τού Πατρός», η κενότητα τού οποίου αποτελεί ένα ανεξάντλητο κωμικό θέμα. Στην περίπτωση αυτή, το μήνυμα που θέλει να περάσει η κωμωδία είναι το εξής: «είναι ευτύχημα που ξεμπροστιάζεται η πατρική εξουσία, τουλάχιστον για τους ερωτευμένους που, παρά την επιθυμία τού Πατέρα τους, θέλουν να παντρευτούν». Κάνοντας, λοιπόν, λόγο για «εικόνες τού παρόντος», στόχος μου είναι να εντοπίσω τα ποικίλα λειτουργικά χαρακτηριστικά τής κωμωδίας τού παρόντος και, πιο συγκεκριμένα, τα ονόματα (πχ. πατέρας, εκκλησία, στρατιωτική ηγεσία κ.λπ.) που εμπλέκονται στην φαλλική επίδειξη τής εξουσίας και, συνακόλουθα, στη μέσω τής διακωμώδησης καθαίρεσή της. Και θεωρώ, το λέω από τώρα, ότι, υπό την έννοια αυτή, το σημαντικότερο όνομα είναι αυτό τής «δημοκρατίας». Κατ’ εμέ πρόκειται για το κατεξοχήν φαλλικό όνομα τής εποχής μας. Γι’ αυτό και η φιλοδοξία μου θα έλεγα είναι να γράψω την κωμωδία τής «δημοκρατίας».

Read the rest of this entry »

 

Ετικέτες:

Α.Μπαντιού—Ρεμπό:«Δημοκράτες» χωρίς «Δημοκρατία»

Σεμινάριο 4/12/02

«Δεν υπάρχει Παρόν», έγραφε ο Μαλλαρμέ λίγο μετά τη συντριβή τής Κομμούνας. Στις μέρες μας, μέσω μιας αδιάκοπης προπαγάνδας, επιδιώκεται να δημιουργηθεί η εντύπωση πως έτσι είναι τα πράγματα και πως έχουν καλώς έτσι όπως είναι. Η πλέον συνηθισμένη τακτική που χρησιμοποιείται στα πλαίσια αυτής τής πολεμικής κατά τής δυνατότητας ύπαρξης ενός αληθινού παρόντος — το οποίο, όπως έχουμε δει, αποτελεί υπέρθεση-συνέκταση ενός παρελθόντος και ενός μέλλοντος — συνίσταται στη διαγραφή ολόκληρων κομματιών τής ιστορικής πραγματικότητας. Πρόκειται εν προκειμένω για μια διαδικασία που επιδιώκει ειδικότερα να καταστήσει ακατανόητες μάλλον παρά απεχθείς τις επαναστατικές υποκειμενικότητες τού παρελθόντος — μια διαδικασία την οποία έχω ήδη χαρακτηρίσει ως «θερμιδοριανή» και που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με μια ολόκληρη παράδοση που ανάγεται τουλάχιστον μέχρι τον Πλούταρχο (πβ. Βίοι Παράλληλοι) και σύμφωνα με την οποία η κατάφαση τού παρόντος είναι δυνατή στα πλαίσια μιας προσπάθειας αποσαφήνισης των υποκειμενικών μορφών τού παρελθόντος. Επιπροσθέτως, επιδιώκουν να μας πείσουν με κάθε τρόπο ότι ο κόσμος μεταβάλλεται με ασύλληπτο ρυθμό και επομένως οποιαδήποτε απόπειρα αναδρομής στο παρελθόν αποτελεί δείγμα αναχρονισμού, περιχαράκωσης, ξεπερασμένων αντιλήψεων, κ.ο.κ. Είμαι τής γνώμης ότι τα φαινόμενα αυτά μπορούν να υπαχθούν στην έννοια τής παραχάραξης τού παρόντος, τής αδυναμίας συγκρότησής του υπό το φως τού παρελθόντος του. Θα ήθελα να επιµείνω στο σηµείο αυτό, διότι υπάρχει η αντίληψη ότι το παρελθόν έχει εξ ορισμού κάτι το συντηρητικό. Βεβαίως, συμφωνώ ότι υπάρχουν συντηρητικές νοσταλγίες και εξιδανικεύσεις τού παρελθόντος, αλλά εκείνο που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι ο αντιδραστικός χαρακτήρας τής διαδικασίας που περιγράφηκε ανωτέρω έγκειται ακριβώς στη συσκότιση τής σημασίας τού παρελθόντος. Όπως ήδη ανέφερα, ο βασικός άξονας γύρω από τον οποίο κινούνται οι προσπάθειες τού σύγχρονου προπαγανδιστικού μηχανισμού είναι η δημιουργία πεποίθησης για την ανυπαρξία τού παρόντος. Αυτό άλλωστε είναι το αναγκαίο υποκειμενικό προαπαιτούμενο για την παραίτηση των ανθρώπων στο καταναλωτικό τους πεπρωμένο. Ωστόσο, υποστηρίζω ότι η αντίθετη πεποίθηση θα οδηγούσε στην προτίμηση τού παρόντος εις βάρος τού προϊόντος — εδώ συνοψίζεται το οπτιμιστικό μου όραμα για την ανθρωπότητα … η ανθρωπότητα δεν διαθέτει πλέον το όπλο τού παρόντος. Χρειάζεται επομένως μια αντιπροπαγάνδα με στόχο την πιστοποίηση τής ύπαρξης στιγμών τού παρόντος· ας σημειωθεί ότι σ’ αυτό ακριβώς συνίστατο η αποστολή τής φιλοσοφίας ήδη από την εποχή τού Πλάτωνα.

[Ανάγνωση δύο ποιημάτων τού Ρεμπό με τίτλους αντίστοιχα «Δημοκρατία» & «Πόλεμος» από τη συλλογή «Εκλάμψεις»]

Δημοκρατία

Η σημαία τραβάει εμπρός στο βρωμερό τοπίο και η διάλεκτός μας πνίγει τον ήχο τού τυμπάνου. Στα κέντρα θα θρέψουμε την πιο κυνική πορνεία. Θα πνίξουμε στο αίμα τις λογικές εξεγέρσεις. Στις νοτερές, τις αρτυμένες χώρες! Στη μισθοδοσία των βιομηχανικών και στρατιωτικών κολοσσών. Καλή αντάμωση εδώ, οπουδήποτε. Νεοσύλλεκτοι τής αγαθής βούλησης, άγρια η φιλοσοφία μας· αμαθείς στην επιστήμη, επιδέξιοι στις ανέσεις μας· κι όσο για τον κόσμο γύρω μας, ας ψοφήσει. Αυτή είναι η αληθινή πρόοδος. Πρόσω ολοταχώς, στο δρόμο που χαράξαμε![1]

Γιατί ο Ρεμπό επέλεξε αυτόν τον τίτλο; Κατά κοινή ομολογία των εξηγητών, η λέξη «δημοκρατία» οφείλει να ερμηνευτεί με γνώμονα το αποικιοκρατικό συγκείμενο τού ποιήματος. Αρκεί να υπενθυμιστεί ότι, έχοντας καταταγεί στον ολλανδικό στρατό, ο Ρεμπώ είχε συμμετάσχει στην αποικιοκρατική αποστολή στη Σουμάτρα (το 1876(;)). Επομένως, είναι πολύ πιθανό το κείμενο να αποτυπώνει την εμπειρία αυτή. Η θέση τού Ρεμπό είναι ότι μόνο η άμεση εμπειρία τής ιμπεριαλιστικής στρατοκρατούμενης πραγματικότητας μάς επιτρέπει να γνωρίσουμε την πραγματική ουσία τής «δημοκρατίας» — ή τουλάχιστον τι κρύβεται πίσω από τη συμβατική αντίληψη τής εποχής για την έννοια αυτή. Υπό το πρίσμα δε τής εμπειρίας αυτής, ο Ρεμπό θα επιχειρήσει στη συνέχεια να επισημάνει σε τι συνίσταται το «δημοκρατικό υποκείμενο». Πιστεύω ότι πρόκειται για μια καλή μέθοδο: για να μάθουμε τι είναι στην πραγματικότητα το «δημοκρατικό» υποκείμενο, θα πρέπει να δούμε πώς συμπεριφέρεται ο «εκπατρισμένος» δημοκράτης, να περιγράψουμε πώς ενεργεί στην «αλλοδαπή», εκεί δηλ. όπου δεν υπάρχει δημοκρατία. Το αποτέλεσμα είναι μια «έκλαμψη»: η εικόνα τού «δημοκράτη» κάτω από το φως τής αποικιοκρατίας, ο «δημοκράτης» με στολή λεγεωναρίου. — Το ποίημα είναι λίγο-πολύ εύληπτο. Σε πρώτο πρόσωπο μιλάει ο «δημοκράτης» (ολόκληρο το κείµενο τίθεται εντός εισαγωγικών): η διάλεκτός μας πνίγει τον ήχο τού τυμπάνου: η πολιτισμένη γλώσσα μας πνίγει τη γλώσσα των ντόπιων·[2] στα [αστικά] κέντρα (— στις αποικιακές πόλεις· πιθανόν όµως να αναφέρεται και στα μητροπολιτικά κέντρα) θα θρέψουμε την πιο κυνική πορνεία (η λέξη «πορνεία» πρέπει να εκληφθεί τόσο µε την κυριολεκτική όσο και με την ευρύτερη σημασία της, αναφέρεται δηλ. σε κάθε είδους συναλλαγές και εμπόριο· πιο συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά στον αφανισμό των μικρών, «κατατμημένων», αυτόχθονων κοινωνιών, καθώς αυτές βυθίζονται στα «παγωμένα νερά τού εγωιστικού υπολογισμού» — για να θυμηθούμε εδώ την έκφραση που χρησιμοποίησε ο Μαρξ για την διαδικασία καταστροφής των παραδοσιακών κοινωνιών από το Κεφάλαιο)· θα πνίξουμε στο αίμα τις λογικές εξεγέρσεις (ακόμα και την ίδια την λογική, θα καταστρέψουμε την αρχή καθαυτή τής ελάχιστης συνεκτικότητας τής ανθρώπινης ύπαρξης). Στις νοτερές, τις αρτυμένες χώρες! (στις επαρχίες, μακριά από τα μεγάλα κέντρα) — στη μισθοδοσία των βιομηχανικών και στρατιωτικών κολοσσών [το ποίημα αποτελεί μια ωμή, κοινότοπη διαπίστωση τής φύσης τού δημοκρατικού ιμπεριαλισμού· αυτό άλλωστε είναι και το νόημα τής αρχικής φράσης «η σημαία τραβάει στο βρωμερό τοπίο»]. Καλή αντάμωση εδώ, οπουδήποτε: η ιμπεριαλιστική θηριωδία, ως δύναμη αφαίρεσης, μεταμορφώνει το «εδώ» σε «οπουδήποτε»· το «εδώ» δεν νοείται πλέον με την έννοια που του αποδίδουν όσοι κατοικούν «εκεί» και, επομένως, υπ’ αυτήν την προοπτική, η λογική τού σύγχρονου ιμπεριαλισμού είναι κάθε άλλο παρά μια λογική ιδιοποίησης ενός τόπου· αυτό μάλιστα αποτελεί τη βασική ειδοποιό διαφορά που τον διακρίνει από τον ιμπεριαλισμό τής αρχαιότητας: για παράδειγμα, στον ρωμαϊκό ιμπεριαλισμό, όσο έντονη και αν ήταν η βία που ασκούσε η Ρώμη με σκοπό την υποδούλωση των λαών — και δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι επρόκειτο για ένα επιθετικό‒ιμπεριαλιστικό κράτος που επιδιδόταν σε υπέρμετρη χρήση βίας — γινόταν προσπάθεια οι υποταγμένοι λαοί να ενσωματωθούν σε ένα ευρύτερο σύστημα, στα πλαίσια τού οποίου αναγνωρίζονταν τα ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά που τους διέκριναν· αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι, προκειμένου η αυτοκρατορία να μπορεί να επαίρεται για την πολιτισμική της ποικιλομορφία, δινόταν ιδιαίτερη έμφαση στις πολιτισμικές αυτές αποχρώσεις: έτσι, για παράδειγμα, η υπαγωγή τής Αιγύπτου στο νοµικό καθεστώς τής αυτοκρατορίας κάθε άλλο παρά συνεπαγόταν την απεμπόληση τού ιδιαίτερού της χαρακτήρα. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τον σύγχρονο ιμπεριαλισμό, η ουσία τού οποίου έγκειται στην παραγωγή ενός οικουμενικού «οπουδήποτε» τόσο εντός όσο και εκτός των ορίων του. Χαρακτηριστικό γνώρισμα τής σύγχρονης βαρβαρότητας είναι η αντιμετώπιση των τόπων ως μη-τόπων, η αντιμετώπισή τους ως ισοδύναμων σημείων ενός (πραγματικά ή εν δυνάμει) ομοιογενούς χώρου· κάθε τόπος υποτάσσεται στη λογική τού αεροδρομίου, στη λογική ενός απόλυτου «οπουδήποτε». Νεοσύλλεκτοι τής αγαθής βούλησης: εδώ νοείται η καντιανή καλή θέληση· αναφέρεται επομένως σε όσους έχουν στρατευθεί στην υπηρεσία τής αγαθής βούλησης, στους μαχητές τής κατηγορικής επιταγής· έχει δε κανείς την εντύπωση ότι πρόκειται για προαγγελία των σύγχρονων υπέρμαχων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των μαχητών τής αγαθής δημοκρατικής βούλησης — το απόσπασμα, γραμμένο πριν από 125 περίπου χρόνια, θα μπορούσε να έχει γραφτεί πριν από τρία χρόνια ή ακόμα και χθες, αλλά δεν είναι αυτό που περιμένει κανείς από τους ποιητές — μια προδρομική διατύπωση που προηγείται κατά δυο ή τρεις αιώνες των συγχρόνων αντιλήψεων; Εδώ το πρότυπο παρουσίασης είναι υποθετικό-παραγωγικό: αν η αγαθή βούληση, η ηθική, ο πολιτισμός εμφανίζονται με τη μορφή τού νεοσύλλεκτου, τού στρατιώτη, τής στρατιωτικής επέμβασης, αυτό σημαίνει κατά κάποιον τρόπο την εκβαρβάριση τής υποκείμενης φιλοσοφίας τής εν λόγω διαδικασίας (άγρια η φιλοσοφία μας), τη μεταβολή της σε μια φιλοσοφία αποθηρίωσης και τοπικής αδιαφοροποίησης. Ομοίως, αν είμαστε αμαθείς στην επιστήμη, η μόνη μας επιδεξιότητα θα συνίσταται στην απόλαυση των ανέσεων τού «πολιτισμένου» δυτικού ανθρώπου (επιδέξιοι στις ανέσεις μας).[3] Σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα είναι ένα: η απόλυτη αδιαφορία για τον κόσμο (κι όσο για τον κόσμο γύρω μας, ας ψοφήσει). Η ιδιοφυία τού Ρεμπό έγκειται στο ότι, έχοντας περάσει από τη βάσανο ενός πραγματικού, από τη δοκιμασία τού πραγματικού τού αποικιοκρατικού ιμπεριαλισμού, είχε τη διαίσθηση ότι πίσω από τη λέξη «δημοκρατία» κρύβεται τελικά μια συνολική στάση αδιαφορίας απέναντι στον κόσμο. Άλλωστε αυτό δεν επαναλαμβάνουν ακούραστα όλοι γύρω μας — ότι η νεωτερικότητα, ο εκσυγχρονισμός, η αληθινή πρόοδος, δεν είναι άλλο από ένα συνονθύλευμα θηριωδίας, άγνοιας και συμφέροντος;

Πόλεμος

Όταν ήμουνα παιδί, κάποιοι ουρανοί ακόνισαν την όρασή μου: όλοι οι χαρακτήρες χρωμάτισαν την προσωπικότητά μου. Αναδεύτηκαν τα Φαινόμενα. — Τώρα, η αιώνια μετατροπία των στιγμών και το άπειρο των μαθηματικών με διώχνουν απ’ αυτό τον κόσμο όπου υπομένω όλες τις επιτυχίες τού πολίτη, σεβαστός για την παράξενη παιδική μου ηλικία και για τα απέραντα πάθη. — Σκέπτομαι ένα πόλεμο, για το δίκιο ή για τη βία, με πολύ αναπάντεχη λογική.

Είναι τόσο απλό, όσο μια μουσική φράση.[4]

Στο κείμενο αυτό εκτίθεται ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα όσον αφορά την κατασκευή ενός σχήματος υποκειμενικότητας ετερογενούς ως προς τον κόσμο. Μέσω τού σχεδιαζόμενου πόλεμου, είτε θα πρόκειται για «δίκαιο» πόλεμο είτε για πόλεμο «ισχύος» — με άλλα λόγια, είναι αδιάφορο αν τελικά κριθεί αναγκαία η προσφυγή στη χρήση βίας — εγκαθιδρύεται μια λογική που καταλαμβάνει εξ απροόπτου τον υφιστάμενο κόσμο (έναν πόλεμο, για το δίκιο ή για τη βία, με πολύ αναπάντεχη λογική). Για τον Ρεμπό, το ερώτημα τού κόσμου είναι λογικής τάξης· εκείνο που προέχει είναι η δημιουργία μιας νέας αναπάντεχης λογικής προς αντικατάσταση εκείνων που, όπως μας είπε στη «Δημοκρατία», πνίγηκαν στο αίμα — και αυτό είναι κάτι που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Πρόσω ολοταχώς λοιπόν για μια νέα λογική! Ποια είναι τα εχέγγυα για το εγχείρημα αυτό; Κατ’ αρχάς, αναφέρεται στη διανοητική διαύγεια, στην όξυνση τής αντίληψης: κάποιοι ουρανοί ακόνισαν την όρασή μου — και αυτό, όπως μας λέει, έγινε με σκοπό την όσο το δυνατόν ευρύτερη κατανόηση τής υποκειμενικής πολλαπλότητας, με σκοπό δηλαδή την εξάντληση τής κλίμακας των υποκειμενικών αποχρώσεων, την κάλυψη ολόκληρου τού φάσματος των υποκειμενικών διαβαθμίσεων: όλοι οι χαρακτήρες χρωμάτισαν την προσωπικότητά μου· έχοντας κατακτήσει την ικανότητα αυτή θα μπορέσει στη συνέχεια να αποκριθεί ενσυναισθητικά στα φαινόμενα (αναδεύτηκαν τα Φαινόμενα). Η νέα αυτή λογική άπτεται όχι μόνο τής θεώρησης (τής αιώνιας μετατροπίας των στιγμών) και τής λειτουργίας τής απόδειξης (τού άπειρου των μαθηματικών), αλλά και τής ίδιας τής κίνησης των απέραντων παθών. Πιο συγκεκριμένα, έχουμε να κάνουμε με μια σειρά διαφορετικών υποκειμενικών υποθέσεων στην εμπειρική διερεύνηση και επαλήθευση των οποίων ο Ρεμπό αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά, αλλά τις οποίες απέρριψε διαδοχικά, τη μια μετά την άλλη, — κι εδώ έγκειται η ιδιορρυθμία του — με σκοπό τη διατύπωση και βιωματική επαλήθευση νέων υπαρξιακών υποθέσεων εξίσου απόλυτων με τις προηγούμενες. Μέτρησα φρενίτιδες, γράφει στην «Αλχημεία τής λέξης», «φρενίτιδες» τις οποίες άφηνε πίσω του, τη μια μετά την άλλη, ως υποθέσεις με παντοτινή αξία· κι όμως, έρχεται κάποτε η στιγμή που η μόνη υπόθεση τής οποίας η επαλήθευση ακόμα εκκρεμεί είναι η «μηδενική», η έσχατη υπαρξιακή υπόθεση, αυτή τού εμπόρου που ψάχνει την τύχη του στις αποικίες.

Είναι τόσο απλό, όσο μια μουσική φράση: σύμφωνα με τον Ρεμπό, όλες αυτές οι υπαρξιακές υποθέσεις θα πρέπει να είναι δυνατόν να αναχθούν σε μια ουσιαστική απλότητα. Κατ’ εμέ αυτή είναι η θέση που προβάλλεται από τους ποιητές. Πράγματι εκείνο που επιθυμούν οι ποιητές είναι η συστράτευση και συνένωση τού συνόλου των διαδικασιών τής τέχνης τους σε μια ενιαία ποιητική σύνθεση, ούτως ώστε αυτές να αποκαλυφθούν με την απλότητα και λιτότητα μιας μουσικής φράσης. Ωστόσο, ως προς αυτό θα ήθελα να εκφράσω την επιφυλακτικότητά μου. Ίσως αυτό φανεί επηρμένο, αλλά ό,τι προηγήθηκε δεν θα δίσταζα να το διαβάσω ως εάν να αφορούσε γεγονότα τής προσωπικής μου βιογραφίας. Αλλά όταν ο Ρεμπό μοιάζει να προτείνει την έλευση μιας νέας ανθρωπότητας υπό το έμβλημα μιας τελεσίδικης απλότητας, οφείλω να πάρω κάποιες αποστάσεις, κι αυτό στο όνομα τής ανεξάλειπτης πολλαπλότητας των διαδικασιών αλήθειας. Όπως έχω τονίσει κατ’ επανάληψη, αν θέλουμε να σώσουμε τον κόσμο, είμαστε υποχρεωμένοι να προχωρήσουμε βήμα προς βήμα. Είναι χιμαιρική η αναζήτηση μιας έσχατης μελωδίας πλήρως εναρμονισμένης προς αυτόν. Θα εισβάλουμε στις εξαίσιες πολιτείες, γράφει στο τέλος τής «εποχής στην κόλαση». Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά. Οι εκλάμψεις του δεν είναι παρά σκόρπια σπαράγματα. Το αδιέξοδο τού Ρεμπό οφείλεται στο γεγονός ότι η μοίρα τού ποιητή που αντίκρισε την πολλαπλότητα είναι να αρνηθεί κάποια στιγμή να υποκύψει στον πειρασμό τής ποιητικής απλότητας, να απαρνηθεί δηλαδή την επιθυμία τής αρμονικής φαεινότητας. Ωστόσο, από την ιδέα αυτή τής μουσικής φράσης θέλω να κρατήσω το στοιχείο τής επινοήσης ενός χώρου γαλήνης. Σε αντιπαράθεση με τις επικρατούσες συνθήκες εμπορευματικής υστερικοποίησης, ένας τέτοιος χώρος φαίνεται να συντελεί στη διαμόρφωση ευνοϊκών προϋποθέσεων για την καλλιέργεια και προστασία μιας νέας, εντελώς απρόβλεπτης λογικής. Θα ασχοληθώ την επόμενη φορά με το πρόβλημα τού εντοπισμού των κατάλληλων στρατηγικών και μέσων για την προαγωγή αυτής τής αίσθησης γαλήνης και αταραξίας. Αρκεί προς το παρόν να σημειώσω ότι πρόκειται για μέσα που επιτρέπουν την παρεμβολή ενός παράγοντα αδιαφορίας όσον αφορά συγκεκριµένα πράγµατα και καταστάσεις. Εδώ θα σας παρουσιάσω επιγραμματικά τα θεμελιώδη αυτά προαπαιτούμενα για τη δημιουργία ενός χώρου αταραξίας υπό τον γενικό τίτλο «πενταπλή αδιαφορία»: αδιαφορία ως προς τον αριθμό· ως προς το επικρατούν καθεστώς τού εφικτού· ως προς τις μερικότητες· ως προς την υποτιθέμενη αντινομία μεταξύ αυταρχικότητας και ανεκτικότητας· και τέλος αδιαφορία τόσο ως προς την επανάληψη τού παρελθόντος όσο και ως προς την έκταση ή προβολή στο μέλλον, στο μέτρο όμως που οι δυο αυτές έννοιες λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικά και όχι ταυτόχρονα. Τίθεται λοιπόν το εύλογο ερώτημα: οι «απάθειες» αυτές δεν μεταφράζονται σε μια γενικότερη αδιαφορία για τον νόμο; Όχι ακριβώς. Δεν προτείνω την κατάλυση κάθε έννοιας νόμου, αλλά την αποδοχή μιας μορφής αναστολής τής κανονιστικότητας των ταυτοτικών προσδιορισμών.


[1] — «Le drapeau va au paysage immonde, et notre patois étouffe le tambour. Aux centres nous alimenterons la plus cynique prostitution. Nous massacrerons les révoltes logiques. Aux pays poivrés et détrempés! Au service des plus monstrueuses exploitations industrielles ou militaires. Au revoir ici, n’importe où. Conscrits du bon vouloir, nous aurons la philosophie féroce; ignorants pour la science, roués pour le confort; la crevaison pour le monde qui va. C’est la vraie marche. En avant, route!»

Στο διαδίκτυο υπάρχουν δύο διαφορετικές μεταφράσεις (1,2), αλλά δυστυχώς δεν δεν αναφέρεται το όνομα μεταφραστ-ή/ριας.

[2] [Ο Ρεμπό παίρνει τα πράγματα ανάποδα: η γλώσσα τής αυτοκρατορίας, η γλώσσα των «πολιτισμένων», το μόνο μέτρο τής αληθινής ανθρωπότητας, είναι ένα χαλεπό ιδίωμα, μια γλώσσα οχληρή και ακατανόητη για τους ντόπιους πληθυσμούς, που ουδέποτε θέλησαν να τους μιλήσουν στη γλώσσα αυτή.]

[3] [Ο Ρεμπό κατόρθωσε, με εξαιρετική οξυδέρκεια, να αντιληφθεί ότι το διαρκές εγκώμιο τής επιστήμης και τής τεχνολογίας στον εξελιγμένο κόσμο δεν αποτελεί ένδειξη γνώσης, αλλά στην πραγματικότητα μια μορφή θηριώδους άγνοιας […] η υποταγή τής επιστήμης στην ικανοποίηση τού συμφέροντος οδηγεί στη μετατροπή της σε ένα είδος άγνοιας. Πρόκειται ουσιαστικά για μια υποκειμενική προδιάθεση που συναπαρτίζεται από μια μπασταρδεμένη ευφυία και μια επιτηδειότητα που περιορίζεται αποκλειστικά στην αμείωτη βελτίωση τού επιπέδου των ανέσεων, στη διαρκή ανάπτυξη των πολιτισμένων συνθηκών διαβίωσης τού δημοκρατικού δυτικού κόσμου.]

[4] «Enfant, certains ciels ont affiné mon optique : tous les caractères nuancèrent ma physionomie. Les Phénomènes s’émurent. – À présent, l’inflexion éternelle des moments et l’infini des mathématiques me chassent par ce monde où je subis tous les succès civils, respecté de l’enfance étrange et des affections énormes. – Je songe à une Guerre de droit ou de force, de logique bien imprévue. C’est aussi simple qu’une phrase musicale.» (η ελληνική μετάφραση (τροπ.) είναι των Εύα Μυλωνά – Αντώνη Κέπετζη.)

 

Ετικέτες:

A.Badiou — Τι σημαίνει η έκφραση: «να αλλάξουμε τον κόσμο»; (2010-11)

Σεμινάριο τού Αλαίν Μπαντιού (2010-2011)
Γενικό Περίγραμμα

Η έκφραση «ν’ αλλάξουμε τον κόσμο» αποτέλεσε, σε μεγάλο βαθμό, πόλο ακαταμάχητης έλξης κατά τους τελευταίους δύο αιώνες. Ενώ ο δέκατος ένατος αιώνας σήμανε την απαρχή μιας διαδικασίας κατά την οποία η αλλαγή αυτή επιχειρήθηκε στο πλαίσιο μιας αδιάσπαστης συνέχειας που ανταποκρινόταν στην ιδέα τής προόδου, ο 20ος αιώνας που ακολούθησε (κατά την επικρατούσα σήμερα αντίληψη ένας καταραμένος αιώνας που κυριαρχήθηκε από το σφοδρό πάθος για το νέο, νοούμενο ως αδιαμεσολάβητο πραγματικό) στράφηκε προς την κατεύθυνση τής ρήξης, τής ριζοσπαστικής καινοτομίας, των πρωτοποριών, τής δόμησης Κρατών προορισμένων να ενσαρκώσουν το συντομότερο δυνατό την Ιδέα — από την οποία ακριβώς απέρρεε η πεποίθηση ότι ένας νέος κόσμος ήταν συγχρόνως εφικτός και αναγκαίος.

Στις επονομαζόμενες «χώρες τής Δύσης», όπου ζούμε — χώρες πλούσιες, που όμως μαστίζονται από την κρίση, χώρες «δημοκρατικές», παρά το γεγονός ότι κατατρώγονται από την αρρώστια τού ταυτοτισμού και την αστυνομική φοβία των βαρβάρων — η φράση «ν’ αλλάξουμε τον κόσμο» έχει διπλή υπόσταση. Aπό τη µία πλευρά, στο μέτρο που χρησιμοποιείται ως σήμερα για να δηλώσει μια βούληση με επαναστατική κατεύθυνση, η εν λόγω φράση αντιμετωπίζεται ως απαρχαιωμένος όρος για την περιγραφή μιας εγκληματικής ουτοπίας. Από την άλλη όμως πλευρά, όπως μας επισημαίνεται, ο κόσμος αλλάζει διαρκώς με ασύλληπτους ρυθμούς, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε ποτέ να συμβαδίσουμε χρονικά με την μεταβολή αυτή, γεγονός που έχει ως περαιτέρω συνέπεια την επιβολή αλλεπάλληλων «μεταρρυθμίσεων» με σκοπό την υποταγή των υποκειμένων στο αναπόφευκτο των εν λόγω αλλαγών.

Όσον αφορά το πρόβλημα αυτό, δεν μπορούμε παρά να συμπεράνουμε ότι το ρήμα «αλλάζω» έχει στην περίπτωσή μας αμφιλεγόμενη σημασία.

Εάν πράγματι τα πάντα αλλάζουν συνεχώς, συμπεριλαμβανομένων και των πρωταγωνιστών, των μαρτύρων και θυμάτων τής εν λόγω μεταβολής, τότε τίποτε δεν μπορεί να πιστοποιήσει ότι όντως συνέβη η αλλαγή αυτή. Όπως άλλωστε δηλώνει και η αρχή τής αδράνειας, η «κίνηση» δεν μπορεί να καταστεί αντικείμενο τής εμπειρίας, εφόσον απουσιάζει οποιοδήποτε σταθερό σημείο αναφοράς. Ίσως, μάλιστα, η σπασμωδικότητα που χαρακτηρίζει τις μέρες μας να μην είναι τίποτε άλλο παρά ο νόμος στον οποίο υπόκειται ο κόσμος μας, με συνέπεια οι «καινοτομίες», οι οποίες διαδέχονται συνεχώς η μία την άλλη, να πρέπει να θεωρηθούν ως εκφάνσεις τής αδιάσειστης σταθερότητας τού νόμου αυτού — πράγμα το οποίο αποτελεί, άλλωστε, μια εύλογη διαπίστωση σε ό,τι αφορά τις πυρετώδεις εξελίξεις τής καπιταλιστικής οικονομίας. Εάν, ωστόσο, υφίσταται κάποιο αμετάβλητο σημείο αναφοράς, μια σχετική σταθερά βάσει τής οποίας μπορεί να εκτιμηθεί η μεταβολή, ποια είναι τότε η λειτουργία που καλείται να επιτελέσει η σταθερά αυτή; Και πώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι ο χώρος όπου εντοπίζεται το σημείο που αποτελεί αδιάσειστο τεκμήριο επέλευσης τής μεταβολής κείται, κατά κάποιον τρόπο, έξωθεν αυτής;

Πρέπει να τεθεί εκ νέου το όλο ζήτημα τής πραγματικής αλλαγής παρακάμπτοντας την εξής αντινομία: η αλλαγή είτε θα λαμβάνει τη μορφή τής ολικής ρήξης, η οποία μάλιστα δημιουργεί τον «καινό άνθρωπο» που της αντιστοιχεί, είτε θα εμφανίζεται ως αδιάσπαστη αλληλουχία καινοτομιών, με συνέπεια η μόνη μαρτυρία για το γεγονός αυτό να είναι η ταχεία απαρχαίωση όλων όσων παρήχθησαν προηγουμένως. Σε κάθε φορέα αλλαγής θα πρέπει όμως να αντιστοιχεί ένας μάρτυρας που να μπορεί να βεβαιώσει την αλήθεια των όσων επράχθησαν· είναι δηλαδή αναγκαία μια σχέση αμεταβλητότητας που να επιτρέπει τη διαπίστωση ότι η αλλαγή είναι πραγματική σε σχέση με ένα Υποκείμενο, πράγμα που συνεπάγεται, αφενός μεν, ότι η αρχή τής κίνησης οφείλει να εντοπίζεται σ’ αυτό, αφετέρου δε ότι το Υποκείμενο πρέπει, σε κάποιο βαθμό, να χαρακτηρίζεται από ακινησία και αδράνεια, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή η εξακρίβωση τής πραγματικότητας και τού προσανατολισμού τής ύπαρξής του.

Το πρόβλημά μας επομένως ανάγεται στο ζήτημα τού χώρου τού υποκειμένου· με βάση τη διαπίστωση αυτή θα μπορέσουμε στη συνέχεια να κατανοήσουμε, μέσω μιας λεπτής διαλεκτικής προσέγγισης των εννοιών τής εμμένειας και τής απόσυρσης, το νόημα τής προσανατολισμένης αλλαγής.

Read the rest of this entry »

 

Ετικέτες: ,

A.Badiou, Για σήμερα: Πλάτωνας! 13/1/2010

Για Σήμερα: Πλάτωνας! (3.3)
Ανοικτό σεμινάριο τού Αλαίν Μπαντιού (2009-2010)
[Σημειώσεις τού Ντανιέλ Φισέρ]
13 Ιανουαρίου 2010

Πολιτεία (ΙΙΙ, 414-415)

Η σημερινή μου ομιλία θα στηριχθεί αποκλειστικά στην ανάλυση ενός κειμένου και πιο συγκεκριμένα ενός αποσπάσματος από το βιβλίο Γ΄ τής Πολιτείας (414-415). Σας θυμίζω ότι η μετάφραση — ενίοτε κάπως ελεύθερη — είναι δική μου. Το συγκείμενο : ο Σωκράτης παρουσιάζει ένα πρώτο περίγραμμα τής δίκαιης Πολιτείας και εξετάζει τις προϋποθέσεις στις οποίες πρέπει να υπόκεινται οι φύλακες. Στο απόσπασμα τής Πολιτείας που θα σας διαβάσω, το κυρίαρχο μοτίβο είναι η έννοια τής ουτοπίας και ειδικότερα μια συγκεκριμένη αντίληψη για την λειτουργία της στον πολιτικό προσδιορισμό. Στις συνθήκες τού σήμερα, αυτή η έννοια, όπως γνωρίζετε, έχει εντελώς αρνητική χροιά και εγγράφεται στο γενικότερο πλαίσιο τής πολεμικής ενάντια στους εξτρεμιστές: η ουτοπία θεωρείται φορέας και προάγγελος τού εγκλήματος, στο μέτρο που παραβιάζει αναπόφευκτα το πραγματικό, και μάλιστα με τη μορφή τής εξολόθρευσης ανθρώπινων ζωών. Κατά πόσο ανταποκρίνεται το κείμενο τού Πλάτωνα στο στερεότυπο αυτό;

Δεν θα βρούμε σε κάθε πολιτική αναφορά, λέει ο Σωκράτης ξαφνικά γεμάτος σοβαρότητα, κάτι παρόμοιο μ’ ένα χρήσιμο ψέμα, μ’ ένα αναγκαίο ψέμα, μ’ ένα ψέμα αληθινό;

Η συνήθης υπερασπιστική γραμμή που ακολουθείται σε απάντηση προς την κατασυκοφάντηση τής ουτοπίας συνίσταται στην άρνηση ακριβώς τού ουτοπικού χαρακτήρα των επικρινομένων θέσεων. Ο Πλάτωνας προϋποθέτει, αντιθέτως, τον χιμαιρικό, μη πραγματικό χαρακτήρα εκείνου που αποκαλεί «ψέμα»· θεωρεί αναγκαίο να υπάρχει κάποιο πράγμα το οποίο δεν θα οφείλει να υποβληθεί στη δοκιμασία τού πραγματικού. Τότε, όμως, τίθεται αμέσως το ακόλουθο ερώτημα: ποια είναι η σχέση ανάμεσα στο ψευδές αυτό στοιχείο (σε μια πρώτη προσέγγιση, θα μπορούσαμε επίσης να χρησιμοποιήσουμε ως ισοδύναμους τους όρους φαντασιακό ή απατηλό) και την Ιδέα, στον βαθμό που αυτή είναι ριζωμένη στο αληθινό; Η απάντηση που δίνει ο Πλάτωνας είναι ότι η ουτοπία αποτελεί το φαντασιακό κομμάτι τής Ιδέας ή, με μεγαλύτερη ακρίβεια, αποτελεί τη φαντασιακή μορφή εκείνου τού οποίου η συμβολική μεν μορφή συνίσταται στην Ιδέα, η πραγματική δε μορφή στην πολιτική δράση. Όπως βλέπετε, «εκ-λακανικεύω» εδώ τον Πλάτωνα, αν και εν προκειμένω θεωρώ ότι πλατωνικός είναι μάλλον ο Λακάν… Από αυτό προκύπτει ότι το «αληθινό ψέμα» αποτελεί αδιάσπαστο μέρος τής διαδικασίας ενσωμάτωσης στο γίγνεσθαι τού αληθούς. Το αληθινό αυτό ψέμα κάνει την εμφάνισή του στο κείμενο με τη μορφή τού μύθου που ο Σωκράτης άκουσε από ένα Φοίνικα ναυτικό.1

Θυμάμαι μια ιστορία που άκουσα παλιά από έναν Φοίνικα ναυτικό. Σε πολλές χώρες, μου έλεγε, η κοινωνία είναι αυστηρά διαιρεμένη σε τρεις τάξεις που δεν συγχρωτίζονται καθόλου μεταξύ τους. Υπάρχουν κατ’ αρχάς οι επενδυτές κεφαλαίων, οι μεγαλοϊδιοκτήτες, οι δημόσιοι αξιωματούχοι, οι στρατιωτικοί ηγέτες, οι πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων, οι πολιτικοί και οι ιδιοκτήτες και διευθύνοντες των μέσων ενημέρωσης, τού τύπου, τού ραδιοφώνου και τής τηλεόρασης. Στη συνέχεια, το πλήθος των μεσαίων επαγγελματιών: υπάλληλοι γραφείων, νοσοκόμες, χαμηλόβαθμα στελέχη, καθηγητές, τηλεπαρουσιαστές, επισφαλείς διανοούμενοι, πλασιέ, ψυχολόγοι, γραφιάδες, εξειδικευμένοι υπάλληλοι πωλήσεων, μηχανικοί μικρών επιχειρήσεων, συνδικαλιστές τής επαρχίας, ανθοπώλες, ανεξάρτητοι ασφαλιστές, δάσκαλοι, συνοικιακοί γκαραζιέρηδες και ούτω καθεξής. Τέλος, υπάρχουν οι άμεσοι παραγωγοί: αγρότες, εργάτες και κυρίως οι νεοαφιχθέντες προλετάριοι που καταφθάνουν μαζικά από τη μαύρη ήπειρο. Σύμφωνα με τη μυθολογία που πιστεύουμε εμείς οι Φοίνικες, η διαίρεση αυτή είναι φυσική και αναπόφευκτη. Είναι σαν να έπλασε κάποιος θεός τους κατοίκους τής χώρας μας από μείγμα πηλού και μετάλλου. Από τη μια μεριά, καθώς όλοι τους είναι φτειαγμένοι από την ίδια γη, έχουν όλοι την ίδια καταγωγή, είναι όλοι Φοίνικες, όλοι τους συμπατριώτες, αλλά από την άλλη το μεταλλικό τους μέρος τούς διαφοροποιεί. Όσοι έχουν στο σώμα τους χρυσό, έχουν πλαστεί για να κυβερνούν· όσοι έχουν ασήμι, προορίζονται για να γίνουν η μεσαία τάξη· όσο για εκείνους από τα χαμηλά στρώματα, αυτούς ο θεός τούς έπλασε πρόχειρα από παλιοσίδερα.

Read the rest of this entry »

 

Ετικέτες: , ,

A.Badiou, Για σήμερα: Πλάτωνας! 8/4/2009

Για Σήμερα: Πλάτωνας! (2.5)
Ανοικτό σεμινάριο τού Αλαίν Μπαντιού (2008-2009)
[Σημειώσεις τού Ντανιέλ Φισέρ]
8 Απριλίου 2009

Μιλήσαμε την περασμένη φορά για τη βία τής εξόδου από το Σπήλαιο, το οποίο δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε παρά μόνο κατ’ ανάγκη. Γνωρίζουμε ποιοι πραγματικά είναι οι «νταήδες» που έρχονται απ’ έξω και που χωρίς αναβολή αρπάζουν τους καθηλωμένους στη θέση τους θεατές: είναι πρώην δραπέτες που επιστρέφουν για να ξανασυναντήσουν τους παλιούς τους συντρόφους. Έχουμε εδώ, προφανώς, ένα λογικό κύκλο, διότι απουσιάζει η ενδολογική διασάφηση τής πρώτης εξόδου. Άρα, πρέπει να θεωρήσουμε ότι η έξοδος δεν είναι εγγεγραμμένη εντός των συστημικών δυνητικοτήτων [η δομική θεωρία υποστηρίζει ότι, αντιστρόφως, κάτι θα μπορούσε να συμβεί, υπό τον όρο όμως ότι αυτό θα έχει τεθεί εκτός τού εν λόγω κύκλου].

Το Κράτος τής κατάστασης αντιπροσωπεύει το σύστημα των περιορισμών που οριοθετούν τη δυνατότητα κάθε δυνατού. Μια διαδικασία αλήθειας συνιστά την οργάνωση των συνεπειών ενός ανυπολόγιστου συμβάντος. Αντιθέτως, ένα γεγονός δεν αποτελεί παρά συνέπεια τής ύπαρξης τού Κράτους. Μια αλήθεια δεν μπορεί λοιπόν να συνίσταται από καθαρά γεγονότα. Η Ιστορία, που είναι πάντα η Ιστορία τού Κράτους, συντίθεται από ιστορικά γεγονότα. Η Ιστορία αποτελεί μεθύστερη αφηγηματική κατασκευή αναφορικά με το Κράτος και, πιο συγκεκριμένα, μια συμβολική προβολή τού γίγνεσθαι τού Κράτους.

Ας επιστρέψουμε στον λακανικό ορισμό τής Ιδέας ως εκείνο που εκθέτει μια αλήθεια μέσα σε μια δομή μυθοπλασίας. Η Ιδέα θα προβάλλει ένα θραύσμα από το πραγματικό εντός τού συμβολικού1 τής Ιστορίας. Η προβολή αυτή δεν μπορεί λοιπόν παρά να είναι φαντασιακή, διότι κάθε πραγματικό είναι καθ’ εαυτό μη συμβολίσιμο. Θα έλεγα ότι η Ιδέα είναι η φαντασιακή λειτουργία στην οποίο ένα άτομο καταφεύγει για να συγκροτηθεί ως υποκείμενο προβάλλοντας ένα θραύσμα πραγματικού στη συμβολική αφήγηση μιας Ιστορίας. Συνεπώς, θα μπορούσε εύλογα να ειπωθεί ότι η Ιδέα είναι πάντοτε ιδεολογική — ή ότι η ιδεολογία, αντιστρόφως, αποτελεί την προβολή — πάντοτε φαντασιακή — ενός θραύσματος τού πραγματικού σε μια συμβολική Ιστορία.

Read the rest of this entry »

 

Ετικέτες: ,

Alain Badiou, Για σήμερα: Πλάτωνας! 19/11/2008

Για Σήμερα: Πλάτωνας! (2.1)
Ανοικτό σεμινάριο τού Αλαίν Μπαντιού (2008-2009)
[Σημειώσεις τού Ντανιέλ Φισέρ]
19 Νοεμβρίου 2008

Υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά ανάμεσα στην ιστορική αλληλουχία στο πλαίσιο τής οποίας έγραφε ο Πλάτωνας και στην τωρινή συγκυρία; Καθώς ζούμε σε μια κρίσιμη περίοδο — ομολογουμένως, μια περίοδο κρίσης τού καπιταλισμού, αλλά και ορισμένων άλλων παράλληλα εξελισσομένων κρίσεων, οι οποίες, κατά κάποιον τρόπο, διαμορφώνουν μια «γενική ατμόσφαιρα κρίσης» —, πρέπει να θυμηθούμε ότι ο ίδιος ο Πλάτωνας έγραφε σε μια κρίσιμη περίοδο, στις απαρχές τής μακεδονικής κατάκτησης, όταν το τέλος τής ελληνικής πόλης-κράτους ήταν ήδη ορατό. Ο Πλάτωνας πρόβαλλε ένα πρότυπο για την δίκαιη πόλη, ένα πολιτειακό υπόδειγμα κατ’ εναρμόνιση προς την ιδέα, τη στιγμή ακριβώς που το πραγματικό στο οποίο το πρότυπο αυτό θα ’πρεπε να «εφαρμοστεί» τελούσε υπό κατάρρευση· κατά κάποιο τρόπο, συνέταξε έτσι τον επικήδειο λόγο για όλα όσα θα έμελλε να χάσει, έτσι ώστε δεν θα δίσταζα να πω ότι το πρότυπο του είναι τυλιγμένο στο πένθος.

Η εικόνα που συνειδητά προβάλλει προς τα έξω ο κόσμος στον οποίο σήμερα ζούμε εμφανίζεται με τη μορφή τής διαπλοκής δύο στοιχειών: τού κύρους των συναλλαγών και τής κανονιστικής μορφής τής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Το εγχείρημα τής αναμόρφωσής του — όπως προτάθηκε τον δέκατο ένατο αιώνα υπό διάφορες ονομασίες (κομουνισμός, σοσιαλισμός … λίγη σημασία έχει εδώ) — έγινε αιτία για την διαμόρφωση πολιτειακών προτύπων που, όπως γνωρίζουμε, κατέρρευσαν με την εξαφάνιση των σοσιαλιστικών Κρατών. Και είναι άξιο προσοχής το ότι η κατάρρευσή τους συνέβη πριν την υλοποίηση τού αντίστοιχου προτύπου (δηλ. πριν την ανατροπή και αντικατάσταση τού προηγούμενου συστήματος). Συνεπώς, είμαστε μάρτυρες μιας εξαιρετικής μεταπλατωνικής συγκυρίας, η οποία χαρακτηρίζεται από την ταυτόχρονη κατάρρευση τού προς αναμόρφωση πραγματικού (καπιταλιστική κρίση) και των πολιτειακών προτύπων που υποτίθεται θα έπαιρναν τη θέση του (εξαφάνιση των σοσιαλιστικών Κρατών). Πρόκειται για μια χρονική σύμπτωση που επιβεβαιώνει την πρωταρχική διαλεκτική ενότητα που συνδέει την κατάρρευση τής ΕΣΣΔ και τής κρίσης των ΗΠΑ.

Το ενδιαφέρον μιας επιστροφής στον Πλάτωνα (στο μέτρο που δικαιολογείται) θα ήταν λοιπόν ότι αυτό μάς επιτρέπει να προσεγγίσουμε την κρίση μέσω ενός χρονικού διανύσματος μεγαλύτερου εύρους από ό,τι συνηθίζεται. Θα έπρεπε έτσι να έχουμε τη δυνατότητα να θέσουμε ερωτήματα όπως τα εξής: Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στο «παράδειγμα» και στο πραγματικό; Τι είναι η πολιτική σκέψη (ειδικότ. σε ένα πλαίσιο, όπου μπορεί να διαφανεί το πιθανό τέλος τής καθυπόταξης τής πολιτικής στο σχήμα τού Κράτους);

Read the rest of this entry »

 

Ετικέτες: ,

 
Αρέσει σε %d bloggers: