RSS

Category Archives: Πολιτική

May Capital bless us all as we gather in His name

Για τη βελτίωση τής ασφάλειας επικίνδυνων βιομηχανικών εγκαταστάσεων, ανεγείρουμε: (1) οίκο ευγηρίας σε απόσταση 200 μέτρων, (2) σχολείο σε απόσταση < 300 μ., (3) νοσοκομείο σε απόσταση 400 μ. και (4) παιδική χαρά σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων από τη βιομηχανική μονάδα.

Το 1985 ήταν η τελευταία φορά που διενεργήθηκε έλεγχος στις εγκαταστάσεις τής Chemical & Fertilizer Co. από την Επιθεώρηση Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία [OSHA], την αμερικανική υπηρεσία η οποία έχει την ευθύνη τής διασφάλισης τής ασφάλειας στους χώρους εργασίας. Στην περίσταση αυτή, διαπιστώθηκαν τρεις παραβάσεις, εκ των και μία βαριάς μορφής, και επιβλήθηκε πρόστιμο. Ουδέποτε έκτοτε κλιμάκιο τής υπηρεσίας επισκέφτηκε τις εγκαταστάσεις. Ειδικός σε θέματα χημικής βιομηχανίας δήλωσε στην Guardian ότι δεν εκπλήσσεται από τη διενέργεια περιορισμένου αριθμού ελέγχων, προσθέτοντας ότι στην βιομηχανία είναι γνωστό το γεγονός ότι η OSHA εξακολουθεί να είναι «υποστελεχωμένη και δεν μπορεί να ανταποκριθεί στον φόρτο εργασίας». Αρκεί μια ματιά στους αριθμούς για να πειστεί κανείς: η εποπτική αρμοδιότητα τής επιθεώρησης ασφάλειας καλύπτει 7 εκ. χώρους εργασίας[*] στις ΗΠΑ. Συνολικά, σε εθνικό επίπεδο, διαθέτει 2000 ελεγκτές και, με τα σημερινά επίπεδα χρηματοδότησης, διενεργεί 40.000 επιθεωρήσεις ετησίως. Με βάση τα στοιχεία αυτά, διαπιστώνεται ότι σε έναν τυπικό χώρο εργασίας θα αντιστοιχεί μία επιθεώρηση ανά 175 έτη. Ας σημειωθεί ότι, λόγω των αυτομάτων περικοπών, που πρόσφατα τέθηκαν σε ισχύ αναμένονται μεγαλύτερες μειώσεις στον προϋπολογισμό τής υπηρεσίας, πράγμα που συνεπάγεται ακόμα λιγότερους ελέγχους. Πιο συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι ο προϋπολογισμός τής OSHA θα μειωθεί κατά 8.2%.

Στοιχεία από τα αρχεία επιθεωρήσεων στο εργοστάσιο: Από τα στοιχεία τού φακέλου τής εγκατάστασης, προκύπτει ότι το 2006 η Επιτροπή Περιβαλλοντικής Ποιότητας τού Τέξας [TCEQ] έλαβε καταγγελία που αφορούσε την έκλυση οσμής από την μονάδα τής West Fertilizer — ήταν την ίδια χρονιά που επιβλήθηκε πρόστιμο στην βιομηχανία από την Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος [EPA]. Κατά τη διερεύνηση τής καταγγελίας, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η εγκατάσταση δεν διέθετε έγκυρη άδεια εκπομπής αερομεταφερόμενων ρύπων. Πριν από το 2004, το εργοστάσιο δεν υποχρεούνταν να διαθέτει άδεια, γιατί δεν είχαν ακόμα τεθεί σε ισχύ οι σχετικές προβλέψεις σε ομοσπονδιακό και πολιτειακό επίπεδο. Η TCEQ διενήργησε συμπληρωματικές επιθεωρήσεις, αλλά δεν έλαβε άλλες καταγγελίες. Στο μεταξύ η EPA δημοσίευσε περαιτέρω πληροφορίες σε σχέση με την καταγγελία που οδήγησε στην επιβολή τού προστίμου. Οι παρατυπίες που διαπίστωσαν οι ελεγκτές το 2006 περιελάμβαναν την μη ενημέρωση τού σχεδίου διαχείρισης κινδύνων, την μη εκπόνηση σχεδίου για την αντιμετώπιση των ταυτοποιηθέντων κινδύνων και τις μη ικανοποιητικές επιδόσεις όσον αφορά την εκπαίδευση των εργαζομένων. Σύμφωνα με τα αρχεία τής EPA, το εργοστάσιο συμμορφώθηκε με την απαίτηση ενημέρωσης τού σχεδίου διαχείρισης κινδύνων το 2011.

[*] Όσον αφορά το εύρος των αρμοδιοτήτων τής υπηρεσίας, υπάρχει εδώ μια ασυμφωνία μεταξύ τού αρχικού σχολίου τού M.Williams [7 εκ. χώρους εργασίας] και τής λανθασμένης αναφοράς στο μεταγενέστερο κείμενο των Dart/Williams/Luscombe [7 εκ. εργαζόμενους] (πβ. Wikipedia: «OSHA covers approximately 7 million workplaces»).

Advertisements
 
Σχολιάστε

Posted by στο 19/04/2013 in Οικονομία

 

A.Badiou—«Prose pour des Esseintes»

Prose pour des Esseintes

[…]

 Στη βάση αυτών θα διαπιστώσουμε ότι δεν περιοριζόμαστε κατ’ ανάγκην στο πεπερασμένο και ότι κάθε στιγμή τής «αληθινής ζωής» αποδεικνύεται να είναι μια μορφή απειροποίησης. Η διαδικασία ενσωμάτωσης σε μια αλήθεια συνίσταται από στιγμές απειροποίησης, από υπαρξιακές διαστολές, στιγμές, όπου κατά κάποιο τρόπο η ύπαρξη υπερβαίνει τον εαυτό της. Ο Αριστοτέλης συνόψισε το τέλος τής ηθικής στη φράση «χρὴ ἀθανατίζειν». Για τους Έλληνες, η ζωή εν αθανασία δεν ταυτιζόταν με τη μετά θάνατον ζωή, αλλά με την ανακάλυψη τής ικανότητας τού διάγειν τον βίον ως θεοί. Εν προκειμένω, ο «αθάνατος» θεός δεν είναι μια ύπαρξη που έχει αποσυρθεί σε μια άφατη υπερβατικότητα, αλλά κάποιος όμοιός μας (κάποιος που μοιράζεται τα πάθη μας) — με τη διαφορά ότι είναι «αθάνατος». Ωστόσο, οι Έλληνες — και είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο δεν ήταν μονοθεϊστές — αποστρέφονταν την ιδέα τής καθαυτό ύπαρξης τού άπειρου-είναι, θεωρώντας ότι το πεπερασμένο συνιστά απόλυτο νόμο τού είναι. Καθώς δεν διέθεταν την διαλεκτική έννοια τού απείρου, προσανατολίστηκαν στην αναζήτηση τής αθανασίας ως αρχετυπικής μορφής τής ζωντανής ύπαρξης που έχει προικιστεί με τη δυνατότητα αυθυπέρβασης, τ.έ. στην αναζήτηση τού αρχετύπου των εγγενών δυνατοτήτων υπέρβασης των ορίων της. Το «αθάνατο-είναι» θα πρέπει εδώ να γίνεται αντιληπτό ως μεταφορά μυθολογικού χαρακτήρα. Ας σημειωθεί ότι, εν τη απουσία κατάλληλης έννοιας, οι Έλληνες προσέφευγαν κατά γενικό κανόνα στον μύθο· οι ελληνικοί θεοί πρέπει, επομένως, να θεωρηθούν ως απεικόνιση τού ελλείποντος απείρου. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο η εμφάνιση τού απείρου σήμανε την εξαφάνιση των αθανάτων — με την παράπλευρη απώλεια ότι κανείς πλέον δεν είχε επίγνωση τού νοήματος τής ζωής εν αθανασία. Στο εξής, η αθανασία, ως υπόσχεση τού επέκεινα τής ζωής, θα τελεί υπό την εγγύηση ενός υπερβατικού απείρου. Ως εκ τούτου, η εμφάνιση τής εμμενούς (τής μη θεολογικής) έννοιας τού απείρου θα συνοδευτεί από την επανανάδυση ενός τρόπο τινά παγανιστικού στοιχείου, καθόσον η εν λόγω έννοια συνίσταται στον επαναπροσανατολισμό και επαναδιάταξη τής δυνατότητας τής ίδιας τής ανθρώπινης ζωής προς την κατεύθυνση τής δυνητικής τής απειρότητας. Από αυτή την άποψη, ο ιστορικός προσδιορισμός τής εποχής μας (ως «νεωτερικής») έγκειται ακριβώς στο έργο τού εμμενούς απείρου. Άλλωστε, η εποχή αυτή αρχίζει με την κριτική των μονοθεϊσμών κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, με τον εγκαινισμό τού θανάτου τού Θεού, με το λυκόφως του. Ωστόσο, το λυκόφως των θεών είχε ήδη συντελεστεί: η αντικατάστασή τους από τον έναν Θεό προϋπέθετε ακριβώς την επέλευση τού θανάτου τους.

Read the rest of this entry »

 

Ετικέτες:

K.Gossweiler—Παραλλαγές τού Φασισμού (ΙΙΙ)

Οι κύριοι τύποι φασιστικών δικτατοριών [pdf]
[Κουρτ Γκόσβαϊλερ, «Αφετηρίες και Παραλλαγές τού Φασισμού: Φασισμός, Δικτατορία και Κοινοβουλευτική Δημοκρατία» (Hitler, l’irrésistible ascension? σελ. 195-210· αρχ. δημοσίευση Jahrbuch für Geschichte der sozialistischen Länder Europas, τόμ.24/1, Berlin 1980, σελ.7-36)]

Στις χώρες, λοιπόν, τής περιοχής αυτής[i] και στο διάστημα μεταξύ 1919 και 1923, εγκαθιδρύθηκαν (λιγότερο ή περισσότερο) περιορισμένα αστικά δημοκρατικά πολιτεύματα και δύο ανοιχτά δικτατορικά καθεστώτα.

Έχουν διατυπωθεί — και εξακολουθούν να διατυπώνονται — διάφορες απόψεις σε σχέση με τον χαρακτήρα των δύο αυτών δικτατορικών καθεστώτων, όπως και σε σχέση με τον χαρακτήρα παρόμοιων καθεστώτων που θα διαμορφωθούν αργότερα (για παράδειγμα, στην Πολωνία μετά το πραξικόπημα τού Ιωσήφ Πιλσούντσκι τον Μάιο τού 1926). Σε κείμενό του τού 1928, ο Γκεόργκι Δημητρόφ τα χαρακτηρίζει ως καθεστώτα δικτατορικού τύπου με ορισμένες ιδιομορφίες: «Οι ειδικές συνθήκες των χωρών τής νοτιοανατολικής Ευρώπης προσδίδουν στον φασισμό έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Η ιδιαιτερότητα αυτή έγκειται στο γεγονός ότι, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη για παράδειγμα στην Ιταλία, ο φασισμός δεν αναπτύσσεται από τα κάτω ως μαζικό κίνημα που στοχεύει στην κατάληψη τής εξουσίας, αλλά προωθείται και αναπτύσσεται από τα πάνω, έως ότου επιτευχθεί ο στόχος τής εγκαθίδρυσής του ως μορφή κρατικής διακυβέρνησης. Μέσω τού σφετερισμού τής κρατικής εξουσίας και κάνοντας χρήση των στρατιωτικών δυνάμεων τής αστικής τάξης και τής οικονομικής ισχύος τού τραπεζιτικού κεφαλαίου, ο φασισμός επιχειρεί, εν προκειμένω, να διεισδύσει στις μάζες, αναζητώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά ερείσματα».[43]

Το 7ο συνέδριο τής Κομμουνιστικής Διεθνούς επιβεβαίωσε την ανάλυση σύμφωνα με την οποία οι δικτατορίες αυτές αποτελούν «μορφές φασισμού». Η άποψη αυτή γίνεται ευρέως αποδεκτή ακόμα και σήμερα.[44] Ορισμένοι όμως θεωρούν ότι τα δικτατορικά αυτά καθεστώτα θα πρέπει να διακρίνονται από τις φασιστικές δικτατορίες, διότι δεν εμφανίζουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των φασιστικών καθεστώτων. Υποστηρίζουν, έτσι, ότι οι εν λόγω χώρες χαρακτηρίζονταν από την απουσία ανάπτυξης ή την περιορισμένη ανάπτυξη τού χρηματιστικού κεφαλαίου· ότι, εν προκειμένω, η ανάληψη τής εξουσίας όχι μόνο δεν συνοδεύτηκε από τη δημιουργία ενός μαζικού φασιστικού κινήματος, αλλά, αντίθετα, η εγκαθίδρυση των δικτατορικών αυτών καθεστώτων συνέβαλε στο να αποτραπεί η εμφάνιση τέτοιων κινημάτων·[45] ότι η τρομοκρατική εκστρατεία δεν πήρε την έκταση και τις διαστάσεις των τρομοκρατικών διώξεων που εξαπολύθηκαν στην Ιταλία και την Γερμανία· ότι, επιπλέον, παρέμενε νόμιμη η λειτουργία των συνδικάτων αλλά και των ίδιων των κομμουνιστικών κομμάτων· και ότι, τέλος, οι δικτατορικές κυβερνήσεις των χωρών αυτών δεν είχαν τη δύναμη και τη σταθερότητα που διέθεταν τα «γνήσια» φασιστικά καθεστώτα.

Είναι προφανές ότι, αν συγκρίναμε τις δικτατορίες τού Χόρτι και τού Ζάνκοφ με τον γερμανικό φασισμό, δεν θα μπορούσαμε να μην επισημάνουμε τις σημαντικές αυτές διαφορές. Ωστόσο, όπως είναι λάθος να κατατάσσουμε στην κατηγορία των «φασιστικών δικτατοριών» όλες εκείνες τις εκφάνσεις τής πολιτικής πραγματικότητας που συνδέονται με την άσκηση τής καπιταλιστικής εξουσίας και οι οποίες δεν έχουν όλα τα χαρακτηριστικά τής αστικής δημοκρατίας, εξίσου λάθος είναι να θεωρούνται ως γνήσια φασιστικά καθεστώτα αποκλειστικά και μόνο τα καθεστώτα εκείνα που εγκαθιδρύθηκαν στην Ιταλία και την Γερμανία.

Read the rest of this entry »

 

Ετικέτες:

Κύπρος: Καλώς ήρθατε στον Φασισμό!

 […]

Η Κύπρος φέρει την τυπική ευθύνη για την επιβολή των μέτρων ελέγχου των κεφαλαιακών ροών. Ωστόσο, όπως παρατηρεί η κορυφαία οικονομική εφημερίδα Handelsblatt, η ουσιαστική εξουσία  θα βρίσκεται στα χέρια τής ΕΚΤ, η οποία θα μπορεί για παράδειγμα να ελέγχει την καταβολή των συντάξεων και των άλλων κοινωνικών παροχών. Με ανατριχιαστική ψυχρότητα, η εφημερίδα προσθέτει ότι στους κύπριους πολίτες θα «παρέχονται τα αναγκαία προς το ζην».
Jordan Shilton & Chris Marsden

[…]

Ας θυμηθούμε τα επιχειρήματα με τα οποία ο Τολιάτι επιχειρεί να εξηγήσει ότι ο «ολοκληρωτικός» χαρακτήρας τού ιταλικού φασισμού προκύπτει ευθύς εξ αρχής από τη σύνδεσή του όχι με το φασιστικό κόμμα αλλά με την ιταλική μονοπωλιακή αστική τάξη. Στο ερώτημα «ποια πορεία θα ακολουθήσει ο φασισμός;», ο Τολιάτι έδωσε μια απάντηση που οδηγεί απευθείας στον πυρήνα τού φαινομένου: «το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να εκτελεί τις εντολές τού κυρίου του, τις εντολές τής αστικής τάξης».[57] Και συνεχίζει: «κατ’ αυτόν τον τρόπο προκύπτει το ολοκληρωτικό φασιστικό καθεστώς. Ο φασισμός δεν γεννιέται, αλλά γίνεται ολοκληρωτικός, τη στιγμή που οι κυρίαρχοι αστικοί κύκλοι αγγίξουν τον μέγιστο βαθμό οικονομικής και πολιτικής τους ενοποίησης. Διότι πηγή και αυτής της ίδιας τής ιδέας τού ολοκληρωτισμού δεν είναι η φασιστική ιδεολογία. Ο ολοκληρωτισμός πρέπει να γίνεται αντιληπτός ως η αντανάκλαση τής επελθούσας μεταβολής και συνάμα τής κυριαρχίας τού χρηματιστικού κεφαλαίου. […] Αν η αστική τάξη αλλάξει τις αντιλήψεις της, ο φασισμός οφείλει να την ακολουθήσει κατά πόδας!»[58]

Κουρτ Γκόσβαϊλερ, Αφετηρίες και Παραλλαγές τού Φασισμού («Hitler, l’irrésistible ascension?», σελ. 208)


[57]. Togliatti, Lektionen, σελ. 27.
[58] Ibidem, σελ. 30. Η εν λόγω έννοια στον Τολιάτι δεν έχει, προφανώς, καμία σχέση με αυτή των σύγχρονων θεωρητικών τού «ολοκληρωτισμού» — σύμφωνα με τους οποίους ο ολοκληρωτισμός συνιστά μια κατάσταση απόλυτης κυριαρχίας που πηγάζει από ένα κέντρο εξουσίας (το παντοδύναμο κυβερνητικό κόμμα, χωρίς να αποκλείεται και η περίπτωση τής προσωποπαγούς εξουσίας) και η οποία ασκείται πάνω στο σύνολο της κοινωνίας, πάνω σε όλες τις τάξεις και τα κοινωνικά στρώματα. Αντιθέτως, στον Τολιάτι, η έννοια αναφέρεται αποκλειστικά στη νόμιμη άνοδο και παρουσία τού φασιστικού κόμματος στην εξουσία.

 
 

Κύπρος: για τη σημασία τού ευρωπαϊκού «αποκλεισμού» και το μέγεθος τής κεφαλαιακής καταστροφής

Η κυπριακή κρίσηJ.Sapir

[…]

Η [σχετικά ήπια] στάση που αρχικά τήρησε η Ρωσία σε σχέση με την ανακοίνωση τού σχεδίου [φορολόγησης των καταθέσεων] το Σάββατο 16 Μαρτίου μεταβλήθηκε[*] μετά την επιβολή τού αποκλεισμού την Τετάρτη 20 Μαρτίου. Για να γίνει κατανοητή η κατάσταση, πρέπει να εξετάσουμε τη φύση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων στην Κύπρο. Από τα 90 δις των καταθέσεων, τα 20 δις αντιστοιχούν σε λογαριασμούς φυσικών και νομικών προσώπων [τ.έ. επιχειρήσεων] με προέλευση τη Ρωσία και χώρες-μέλη τής Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών (CIS/CEI). Συνολικά 33 δις αντιστοιχούν σε ξένα περιουσιακά στοιχεία, αλλά από αυτά τα 13 δις είναι καταθέσεις Ελλήνων, Βρετανών και υπηκόων (—όπως και αντίστοιχα επιχειρήσεων) χωρών τής Μέσης Ανατολής. Αυτό είναι κάτι που συχνά παραβλέπεται, δεδομένου ότι η Κύπρος διατηρούσε ανέκαθεν στενές σχέσεις με τις μεσανατολικές χώρες.

Τα 20 δις των ρωσικών καταθέσεων είναι βεβαίως σημαντικά, αλλά, παρά τα όσα λέγονται ορισμένες φορές, δεν είναι δυνατόν να ισχυριστεί κανείς ότι αποτελούν το «κυρίαρχο στοιχείο» τού τραπεζικού κυπριακού συστήματος. Στην πραγματικότητα, η Κύπρος παίζει έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές από και προς τη Ρωσία. Τα εν λόγω ποσά είναι κατά πολύ υψηλότερα σε σύγκριση με τα ποσά των καταθέσεων: εκτιμώνται σε 250 δις ευρώ. Η Κύπρος αποτελεί έναν από τους κύριους «επενδυτές» προς την Ρωσία. Δεν πρόκειται βέβαια για κυπριακά εταιρικά περιουσιακά στοιχεία, αλλά για στοιχεία επιχειρήσεων ελβετικών, βρετανικών ή λουξεμβουργιανών συμφερόντων· αναμφίβολα, η συνηθέστερη περίπτωση είναι αυτή των επιχειρήσεων των οποίων είναι ιδιοκτήτες — ή στην ιδιοκτησία των οποίων συμμετέχουν — ρώσοι «ολιγάρχες». Τα κεφάλαια αυτά διακινούνται μέσω των κυπριακών τραπεζών, αλλά δεν «λιμνάζουν» σε αυτές. Πολλές επίσης ρωσικές εταιρείες διατηρούν κυπριακούς λογαριασμούς με σκοπό την εκκαθάριση και διακανονισμό εκκρεμών λογαριασμών ή για την είσπραξη εκφρασμένων σε ευρώ ποσών από ολόκληρη την ευρωζώνη. Στην περίπτωση αυτή υπάγονται οι βασικές ρωσικές επιχειρήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και τού ρωσικού αερομεταφορέα «Αεροφλότ». Και είναι γι’ αυτό τον λόγο που η Κύπρος αποτελεί, πράγματι, έναν σημαντικότατο χρηματοοικονομικό κόμβο για τη Ρωσία.

[*] πβ. [1] «»Το κυπριακό τραπεζικό σύστημα … είναι στην ουσία παγωμένο».[Ντ. Μεντβέντεφ]. […] Σημείωσε επίσης ότι η Ρωσία θα σκεφτεί δύο φορές σχετικά με την αύξηση του ποσοστού των αποθεμάτων ξένου συναλλάγματος που κατέχει σε ευρώ, όπως έχουν συστήσει κάποιοι στην ΕΕ. «Τι θα συμβεί αν η Ισπανία ή η Ιταλία ή άλλες χώρες αντιμετωπίσουν οικονομικές δυσκολίες; Μπορούν να αρχίσουν να κατάσχουν περιουσιακά στοιχεία αύριο», είπε ο Ντιμίτρι Μεντβέντεφ.»
[2] «Ενδεικτική, πάντως, των διαθέσεων της Ρωσίας και των συνεννοήσεων που γίνονται στο παρασκήνιο, είναι η δήλωση του Ντ. Μεντβέντεφ, ότι το σχέδιο οικονομικής βοήθειας για την Κύπρο έχει περιπλεχθεί και ότι η όποια λύση εξευρεθεί «δεν πρέπει να βλάψει τις σχέσεις της Ρωσίας με την ΕΕ». Ο ίδιος απείλησε με αναθεώρηση της θέσης του ευρώ στα ρωσικά αποθέματα, εάν τα συμφέροντα της Μόσχας ζημιωθούν από τις εξελίξεις στην Κύπρο.»

 
 

ΕΕ: Κήρυξη πολέμου στην Κύπρο

Ο Ντράγκι καταφεύγει στο μέτρο τού χρηματοοικονομικού αποκλεισμούJacques Sapir

Ο «χρηματοοικονομικός αποκλεισμός» σε βάρος τής Κύπρου που μόλις εφαρμόστηκε από την ΕΚΤ αποτελεί ενέργεια εξαιρετικά βαρύνουσας σημασίας, τής οποίας οι συνέπειες είναι αναγκαίο να εξεταστούν εκ τού σύνεγγυς. Η απόφαση τού κ. Μάριο Ντράγκι έχει δύο σκέλη: καταρχάς, η ΕΚΤ διέκοψε την τροφοδότηση με χαρτονομίσματα τής Κεντρικής Τράπεζας τής Κύπρου (πράγμα που δεν φαίνεται να είναι και τόσο σημαντικό λόγω των κυπριακών τραπεζικών αποθεμάτων σε «ρευστό») και, στη συνέχεια, ανέστειλε τις συναλλαγές των κυπριακών τραπεζών με το λοιπό τραπεζικό σύστημα τής ευρωζώνης. Αυτό ακριβώς το μέτρο είναι το επαχθέστερο. Από τη μια μεριά, οδηγεί, βραχυπρόθεσμα, σε εξόντωση τις κυπριακές τράπεζες (αλλά επίσης και τις επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στην Κύπρο, είτε πρόκειται για κυπριακές, είτε όχι), εφόσον τους αφαιρεί τη δυνατότητα να συναλλάσσονται με τα υπόλοιπα κράτη τής ευρωζώνης. Από την άλλη, το μέτρο ισοδυναμεί με οικονομικό «αποκλεισμό», με άλλα λόγια, από πλευράς διεθνούς δικαίου, αποτελεί ενέργεια που ισοδυναμεί με «πράξη πολέμου». Καθίσταται επομένως εμφανής η βαρύτητα τής απόφασης που έλαβε ο Μάριο Ντράγκι, η οποία θα μπορούσε εξάλλου να προσβληθεί ενώπιον των διεθνών δικαστηρίων — πράγμα το οποίο επίσης σημαίνει ότι ο ίδιος ο πρόεδρος τής ΕΚΤ θα μπορούσε στο μέλλον να κληθεί να λογοδοτήσει ενώπιον των διεθνών ή εθνικών δικαστικών αρχών για την ευθύνη τής απόφασης του αυτής.

Read the rest of this entry »

 
Σχολιάστε

Posted by στο 21/03/2013 in Πολιτική

 

Τα Νέα-Παλιά Τετράδια [τής «Μεταδημοκρατίας»]

(Α.Lacroix-Riz, «Η Επιλογή τής Ήττας», σελ.255-58 [pdf])

Εκ των υστέρων, οι υπεύθυνοι τής έκδοσης των Nouveaux Cahiers,[i] οι βιομήχανοι Ογκίστ Ντετέφ και Αντρέ Ιζαμπέρ, οι οποίοι διατηρούσαν φιλικούς δεσμούς με τον Μπαρνό[ii] και τον Κουτρό «ήδη περίπου από το 1930», ομολόγησαν την ουσία τού εγχειρήματός τους. Όπως παραδέχθηκε ο ίδιος ο Ντετέφ, το περιοδικό, στο οποίο ο Μπαρνό «υπήρξε τακτικός συνεργάτης μας μέχρι και την έναρξη τού πολέμου», ήταν αφοσιωμένο στην προσπάθεια «εξάλειψης τού ταξικού πνεύματος και στην ανάπτυξη τής ατομικής σκέψης, τής συνείδησης τής πραγματικότητας, τής ειλικρινούς πληροφόρησης, σε αντιδιαστολή προς το κομματικό και το προπαγανδιστικό πνεύμα». Σύμφωνα με τον Ιζαμπέρ, «η ομάδα μας, μετά τις εκλογές τού 1936, επιδίωξε να συμβάλει στην πολιτική ειρήνευση μέσω τού σχεδιασμού και τής επιτυχούς υλοποίησης εποικοδομητικών μεταρρυθμίσεων, όπως επίσης και μέσω τής δημιουργίας άμεσων και αξιόπιστων επαφών με πρόσωπα, από διάφορους χώρους, επιλεγμένα λόγω τής ανεξαρτησίας και τής ανυστεροβουλίας τους. Αφήνοντας κατά μέρος κάθε πολιτική προκατάληψη και προσωπική φιλοδοξία, ξεκινήσαμε τις εβδομαδιαίες συζητήσεις μας, τις οποίες αποφασίσαμε μετά από έξι μήνες να δημοσιοποιήσουμε, προκειμένου να διευρύνουμε τις επαφές μας τόσο στο Παρίσι όσο και στην επαρχία με άτομα με τα οποία μοιραζόμασταν τις ίδιες διανοητικές ανησυχίες και ηθικούς προβληματισμούς. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν τα Nouveaux Cahiers. Το κοινό που προσελκύαμε αποτελούνταν κυρίως από αριστερούς διανοούμενους, εκπαιδευτικούς, κρατικούς υπαλλήλους, νέους στην ηλικία βιομηχάνους και μηχανικούς, αλλά επίσης και από εργάτες συνδικαλιστές. Η Επιτροπή Επαγρύπνησης των αντιφασιστών Διανοούμενων μάς τροφοδότησε με μεγάλο αριθμό οπαδών. Τα Nouveaux Cahiers, διοργάνωναν, στην έπαυλη τού Πολ Ντεζαρντέν στο Ποντινί, γαλλο-σουηδικές συναντήσεις, όπου οι ηγέτες των σουηδικών εργοδοτικών και εργατικών συνομοσπονδιών παρευρίσκονταν ως προσκεκλημένοι για να συζητήσουν για τον τρόπο με τον οποίο η ανάπτυξη τού συνδικαλισμού στη χώρα τους συνέβαλε στην επιτυχή διευθέτηση των κοινωνικών αντιπαλοτήτων και στην καθιέρωση ρυθμίσεων με ελάχιστη κρατική παρέμβαση. Στις συναντήσεις αυτές συμμετείχαν και πολλοί γάλλοι εργοδότες, όπως επίσης και στελέχη τής γραμματείας τής CGT».[88]

Read the rest of this entry »

 
Σχολιάστε

Posted by στο 16/03/2013 in Πολιτική

 

Ετικέτες:

Δημοκρατία «Ανοχής»: Gleichschaltung-ΕΚΜ — Νοέμβριος 1938

Ρίμπεντροπ στο μνημείο τού άγνωστου στρατιώτη, Παρίσι, Δεκ.1938

Η κατάργηση τής εβδομάδας των 40 ωρών με φόντο την ξενοφοβία [pdf]
[Α. Lacroix-Riz, Από το Μόναχο στο Βισί,
Κεφάλαιο ΙΙΙ: «Ο πόλεμος σε βάρος των εργαζoμένων»]

Η αποθάρρυνση τής εργατικής τάξης, όπως διεφάνη με την αποτυχία τής μακράς απεργίας των λιμενεργατών στη Μασσαλία (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1938), κρίθηκε επαρκής προκειμένου να δοθεί το τελειωτικό χτύπημα, όπως απαιτούσαν η Τράπεζα τής Γαλλίας και η Γενική Συνομοσπονδία Παραγωγής τής Γαλλίας,[i] χωρίς τον κίνδυνο πρόκλησης σοβαρών αντιδράσεων. Στις 21 Αυγούστου, ο Νταλαντιέ ανακοίνωσε σε ραδιοφωνική του ομιλία ότι σκόπευε «να στρώσει τη Γαλλία ξανά στη δουλειά» και ότι θα προέβαινε σε επιμήκυνση τής εργάσιμης εβδομάδας των 40 ωρών — που μπορούσε πλέον να φτάνει «μέχρι και τις 48 ώρες την εβδομάδα στις επιχειρήσεις που ενδιαφέρουν την εθνική άμυνα»—, χωρίς να είναι διατεθειμένος να «αναλωθεί» σε επιβλαβείς «αντιπαραθέσεις», από τη στιγμή μάλιστα που η χώρα είχε «απέναντί της μια σειρά από αυταρχικά κράτη που εξοπλίζονται χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τη διάρκεια τού εργάσιμου χρόνου».[513] Όπως παρατήρησε ο Γκι Λα Σαμπρ,[ii] ο πρωθυπουργός ήταν αποφασισμένος να δείξει πυγμή γνωρίζοντας ότι «οι προτάσεις του για τον νόμο των 40 ωρών ήταν απίθανο να προκαλέσουν σοβαρή εργατική εξέγερση και να οδηγήσουν σε πτώση την κυβέρνηση».[514]

Μετά τη σύναψη των συμφωνιών τού Μονάχου η περιρρέουσα ατμόσφαιρα έντονου αντικομμουνισμού συνέβαλε στο να παραμεριστούν τα συνδικαλιστικά εμπόδια. «Στη διάρκεια τής κρίσης τού Σεπτεμβρίου», ο [συνδικαλιστής] Μπελέν — τον οποίο οι ενωτικοί [κομμουνιστές τής CGT] αποκαλούσαν «τσανακογλείφτη τού Νταλαντιέ»[515] — και η παρέα του (Φρουαντεβάλ, Ντιμουλέν, Αντρέ Ντελμά, Ζαν Ματέ, Ρενέ Μπαρ, κ.λπ.) «ξημεροβραδιάζονταν στους προθαλάμους τού Υπουργείου των Εξωτερικών τού κ. Μπονέ» και στα πολιτικά γραφεία των συναδέλφων του. Κατά το ίδιο διάστημα, πέραν των «συνεστιάσεων» με πρόσωπα όπως ο Ντεά, ο Μπαρτελεμί Μοντανιόν, ο Ζαν Πιό, ο Εμίλ Ρος[516], ο ντε Μονζί κ.ά., τα συνδικαλιστικά στελέχη πολλαπλασίασαν τις «επαφές» και τις διαβουλεύσεις τους, μεταξύ άλλων, με τον Φλαντέν,[iii] πράγμα που ο Ματέ υποχρεώθηκε να το παραδεχθεί, εν μέσω αποδοκιμασιών, στο συνομοσπονδιακό συνέδριο τής CGT, στα μέσα Νοεμβρίου,[517] όταν ο Ντελμά εκφώνησε μια πανομοιότυπη ομιλία με εκείνη τού προέδρου τής Δημοκρατικής Συμμαχίας στο συνέδριο τού κόμματός του, επαναλαμβάνοντας, μάλιστα, κατά γράμμα, τη σχετική στιχομυθία με τον Ρεϊνό περί «κρουνών» και «μυδραλιοβόλων».[518][iv] Οι ενωτικοί δεν έδωσαν τότε συνέχεια στο θέμα. Χρειάστηκε, ωστόσο, να περιμένουμε μέχρι το 1941, για να μάθουμε από τον Μονζί μέρος, μόνον, τής αλήθειας (—την εποχή, δηλαδή, που ο ίδιος και ο Μπελέν δεν έκρυβαν πλέον τον δωσιλογισμό τους): τον Σεπτέμβριο τού 1938, «μέρα με τη μέρα — ή, ακριβέστερα, βράδυ με το βράδυ — συνέρρεαν όλο και περισσότεροι «ειρηνόφιλοι»: ταχυδρόμοι, μεταλλωρύχοι, οι νεοαποστάτες τής CGT» (21 Νοεμβρ.). Αυτοί οι «διαβόητοι και μέχρι πρότινος επικίνδυνοι συνδικαλιστές», όπως, λόγου χάρη, «ο φίλος [τ]ου ο Μπαρ» (τού συνδικάτου μεταλλωρύχων) και αγωνιστικά στελέχη τού συνδικάτου «Ταχυδρομείων & Τηλεπικοινωνιών» [P.T.T.], περίμεναν, στον «προθάλαμο» τού γραφείου τους, την έξοδο τού [Εμίλ] Ρος και τού Ζοζέφ Καϊγιό (ένας άλλος διαβόητος γερμανόφιλος και γνωστός δολοπλόκος), για να εξυμνήσουν εν χορώ — «αφήνοντας πίσω τους τις κοινωνικές διαμάχες των τελευταίων δέκα–δώδεκα ετών» — την αγάπη για την «ειρήνη» που διέκρινε αυτόν τον «αριστοκράτη», τον Καϊγιό (23 Νοεμβρ.). Όπως ομολογεί ο ίδιος ο Μονζί, όλες οι πρωτοβουλίες που, υποτίθεται, ανέλαβε το συνδικαλιστικό ρεύμα Syndicats υπαγορεύθηκαν από εκείνα τα μέλη τού υπουργικού συμβουλίου που συγκαταλέγονταν στους πλέον ένθερμους οπαδούς τής πολιτικής τού Μονάχου — όπως, για παράδειγμα, η «έκκληση, συντεταγμένη σε άψογο ύφος» των «ταχυδρόμων και των […] δασκάλων» στις 26 Σεπτεμβρίου, «τής οποίας οι συντάκτες ήσαν ομοτράπεζοι και οικείοι μας και μοιράζονταν τις ίδιες ελπίδες και τις ίδιες αγωνίες με εμάς».[519]

Ως εκ τούτου, όπως επισήμανε ο ειδικός επί τού θέματος φον Βελτσέκ,[v] ο Νταλαντιέ μπόρεσε άφοβα να χρησιμοποιήσει στις 6 Οκτωβρίου «την έξυπνη τακτική τού διατάγματος ανάθεσης πλήρων εξουσιών» για να πάρει τη ρεβάνς για το αποτέλεσμα τού 1936. Το SFIO,[vi] αρκούμενο στις θολές διαβεβαιώσεις των ριζοσπαστών, παραχώρησε «στον Νταλαντιέ, σε μία κρίσιμη στιγμή για τη χώρα και για δεύτερη φορά στη διάρκεια τής πρωθυπουργικής του θητείας, πλήρεις δημοσιονομικές εξουσίες κατά παράκαμψη του Κοινοβουλίου. [… Η ] προσωπική παρέμβαση τού Εριό, αργά τα μεσάνυχτα, και […] οι υποσχέσεις τού Νταλαντιέ να μην θίξει κατ’ αρχήν το εβδομαδιαίο ωράριο των 40 ωρών» ήταν αρκετές για να πείσουν τα μέλη τής «σοσιαλιστικής κοινοβουλευτικής ομάδας» να απόσχουν από την ψηφοφορία, προκειμένου, υποτίθεται, «να μην θέσουν σε κίνδυνο την κυβέρνηση […]. Καθώς η Γερουσία είχε, το ίδιο απόγευμα, εγκρίνει σχεδόν ομόφωνα και χωρίς τροποποιήσεις το σχέδιο νόμου για την ανάθεση έκτακτων εξουσιών, θεωρείτ[ο] βέβαιη η υιοθέτηση τού νομοσχεδίου κατά την ολοκλήρωση τής έκτακτης συνεδρίασης τού Κοινοβουλίου».[520] Στις 12 Οκτωβρίου, ο Φιπς[vii] επιβεβαίωσε ότι το SFIO θα τηρούσε διαλλακτική στάση σε σχέση με την κατάργηση τού σαραντάωρου δεδομένης «τής γενικής αναγνώρισης τής κρισιμότητας τής οικονομικής κατάστασης και τής ανάγκης δραστικής αύξησης τής παραγωγής». Πράγματι, το κόμμα βρισκόταν ήδη σε μυστικές διαβουλεύσεις με τους ενδιαφερόμενους και οι μόνες διαφωνίες του περιορίζονταν σε διαδικαστικά ζητήματα: «Στον χώρο τής Δεξιάς και τού Κέντρου υπάρχει έντονη επιθυμία να αναμορφωθεί ριζικά το σύστημα τής εβδομάδας των σαράντα ωρών, αλλά […] οι κκ. Μπλουμ και Ζουό [CGT], τη γνώμη των οποίων ζήτησε πρόσφατα ο κ. Νταλαντιέ, εξέφρασαν την αντίθεσή τους στη λήψη σχετικών άμεσων μέτρων, [… με το επιχείρημα ότι] αυτή η ανταγωνιστική αντίληψη τού προβλήματος ενέχει τους μεγαλύτερους κινδύνους πρόκλησης ζητημάτων και αυτό ήταν κάτι που η δεξιά και η [μη κομμουνιστική] αριστερά θα προτιμούσαν να αποφύγουν».[521]

Read the rest of this entry »

 

Ετικέτες:

Το άλλο μείγμα διαχείρισης [1938-39]

«Ανάκαμψη»

#1: Τραπεζοβιομηχανικό Ντελίριο μετά τις συμφωνίες τού Μονάχου

[…]

Τον Ιανουάριο τού 1939, ξεχνώντας τις αποπληθωριστικές υποδείξεις όσων στο παρελθόν έκρουαν τον κώδωνα τού κινδύνου για τις κρατικές σπατάλες, [ο Ροζέ Ομπουέν, εκπρόσωπος τής Τράπεζας τής Γαλλίας στην BIS] εξέφρασε αναλυτικότερα την πρόθεσή του να διορθώσει «τα γαλλικά σφάλματα λαμβάνοντας ως γνώμονα τη γερμανική οικονομική εμπειρία», με άλλα λόγια, «την πολιτική τού Σαχτ», που είχε ως θεμέλιο την «εσκεμμένη πιστωτική επέκταση, […] που, αν και ανορθόδοξη, δεν [έπαυε] να είναι σταθμισμένη και πλήρως ελεγχόμενη». Στο οχτασέλιδό σημείωμά του, η ενότητα που αφορούσε «τα αδύναμα σημεία τού γερμανικού συστήματος» κάλυπτε μία μόλις σελίδα· οι υπόλοιπες αφιερώνονταν στον εγκωμιασμό τής πολιτικής τής σύνθλιψης των μισθών: «[π]ροκειμένου αυτή η προφανώς τολμηρή πολιτική να εξακολουθήσει να παράγει πρακτικά αποτελέσματα και, κυρίως, προκειμένου να αποσοβηθεί ο κίνδυνος ενός ανεξέλεγκτου νομισματικού πληθωρισμού, ελήφθησαν λεπτομερέστατα και δραστικότατα μέτρα προφύλαξης», όπως, για παράδειγμα: «—μια δρακόντεια πολιτική σταθερότητας των τιμών που ως ακρογωνιαίους λίθους έχει όχι μόνο την απαρέγκλιτη εφαρμογή των αυστηρότατων μέτρων ελέγχου των τιμών, αλλά και την απόλυτη σταθερότητα των ωρομίσθιων αμοιβών και τη συστηματική συμπίεση τής “αγοραστικής δύναμης” όσον αφορά τα καταναλωτικά αγαθά. Εφόσον, δε, κρίνεται αναγκαίο, περιορίζεται απευθείας η κατανάλωση (επιβολή δελτίου σε ορισμένα προϊόντα). —Λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα για τη διατήρηση τής επιχειρησιακής κερδοφορίας ή και τη σημαντική διεύρυνση των περιθωρίων κέρδους των μεγάλων εταιρειών, για τις οποίες μάλιστα προβλέπεται απαγόρευση διανομής μερίσματος, προκειμένου να εξασφαλιστούν κονδύλια για τη χρηματοδότηση δημοσίων επενδύσεων μέσω δανεισμού και φορολόγησης. — Εντατικοποίηση τής δημοσιονομικής προσπάθειας μέσω τής χρησιμοποίησης «εθελοντικών» μισθολογικών εισφορών,[*] κ.λπ. «σοβιετικού» τύπου [πολιτική, βεβαίως, που ουδέποτε βρήκε απήχηση στην Τράπεζα τής Γαλλίας]. — Ιδιαίτερη μέριμνα λαμβάνεται και για την υποστήριξη και ενθάρρυνση τής εθελοντικής αποταμίευσης: διατήρηση των επιτοκίων σε αρκετά ικανοποιητικά επίπεδα, εσωτερική νομισματική σταθερότητα. — Ένταση των προσπαθειών στον τομέα τής εργασίας, δεδομένου τού ότι η επιμήκυνση τού χρόνου εργασίας αποτελεί το μόνο μέσο για τη διατήρηση τού επιπέδου διαβίωσης των εργατών.»[64]

Το εγκώμιο αυτό μάς δίνει σε γενικές γραμμές το ευαγγέλιο των ελίτ τής εποχής. Ο εκθειασμός τής «ασύστολης εκμετάλλευσης» τής γερμανικής εργατικής τάξης — τεκμηριωμένη αστυνομική διατύπωση [65] — εγκατέλειψε πλέον κάθε πρόσχημα μετά την εργατική ήττα τού Νοεμβρίου τού 1938 [απεργία Ρενό]. Μια αφίσα με θέμα «“το εργασιακό καθεστώς στη Γερμανία” […] αναρτημένη στον διάδρομο τού Δημαρχείου τού Παρισιού που οδηγούσε στο Γραφείο Προσωπικού» παρουσίαζε, τον Φεβρουάριο τού 1939, το κοινωνικό σύστημα τού Ράιχ ως παράδειγμα προς εφαρμογή. Το «καθεστώς βάσης» τού διατάγματος τής 30ής Απριλίου 1938 προέβλεπε «εργάσιμη ημέρα 8 ωρών για 6 ημέρες, δηλαδή εργάσιμη εβδομάδα 48 ωρών». Αλλά οι εργοδότες δικαιούντο, «ανά πάσα στιγμή και άνευ αιτιολόγησης», να επιβάλουν εργάσιμη ημέρα 10 ωρών και, αντίστοιχα, εργάσιμη εβδομάδα 60 ωρών «εφόσον σημειωθεί απώλεια εργάσιμου χρόνου ή εφόσον η λειτουργία τής επιχείρησης απαιτεί αύξηση τού φόρτου εργασίας». Για επείγοντα έργα «δημοσίου συμφέροντος», ο ημερήσιος εργάσιμος χρόνος μπορούσε να φτάνει μέχρι «τις 16 ώρες»· σε κάθε άλλη δε περίπτωση, ο υπολογισμός του γινόταν στη βάση τού «ενεργού εργάσιμου χρόνου», με αφαίρεση τού χρόνου ανάπαυσης και των διαλειμμάτων.[66]

Η Επιλογή τής Ήττας, Α.Lacroix-Riz, σελ.469-70

#2: Ιστορίες με χρέη, Κ. Λαπαβίτσας

[Ο Σαχτ συνειδητοποίησε ότι] χρειαζόταν παρεμβατική κρατική πολιτική για εκβιομηχάνιση, επιθετική πολιτική ως προς το χρέος και επανεξοπλισμός. Ακριβώς αυτά υποσχόταν και ο Χίτλερ, τον οποίο ο Σαχτ στήριξε ανοιχτά. […] Ο Σαχτ προχώρησε σε πρόγραμμα δημοσίων έργων και στήριξη τής ιδιωτικής βιομηχανίας με στόχο τη μείωση τής ανεργίας. […] Το πρόγραμμα τού Σαχτ ήταν πολύ αποτελεσματικότερο τού Νιου Ντιλ του Ρούζβελτ στις ΗΠΑ. Σε μικρό χρονικό διάστημα η ανεργία υποχώρησε και η οικονομική παραγωγή ανέκαμψε. […] Ο Σαχτ δεν ήταν ο ίδιος Ναζί.


[*] εισφορά αλληλεγγύης
[64] Σημείωμα Ομπουέν, «Σφάλματα», 17 Ιανουαρίου 1939, 1069199211/30, ABF [Αρχεία Τράπεζας τής Γαλλίας]
[65] Συγκριτική πληροφόρηση, 20 Φεβρουαρίου 1939, για την κατακόρυφη αύξηση των κερδών τής IG Farben και την κατάσταση των εργατών στη χημειοβιομηχανία: οι πραγματικοί μισθοί σε ελεύθερη πτώση από το 1930, εργάσιμη ημέρα 16 ωρών, συνεχής «αύξηση τής αποδοτικότητας» και των ατυχημάτων, BA [Βιβλιοθήκη τού Αρσενάλ] 2140, «Γερμανία», APP [Αρχεία Αστυνομικής Διεύθυνσης].
[66] Αναπαραγωγή αφίσας, 10 Φεβρουαρίου 1939, έμφαση με πλάγιους χαρακτήρες στο πρωτότυπο, BA 2140, «Γερμανία», APP.

 
Σχολιάστε

Posted by στο 07/02/2013 in Κράτος, Οικονομία

 

Ετικέτες:

Χρεολογία

[1931: γερμανική κρίση εξωτερικού χρέους—φυγή γερμανικών κεφαλαίων προς Ελβετία]

Η δημιουργία τής BIS, κατεξοχήν εργαλείου διαχείρισης τού εξωτερικού γερμανικού χρέους, θα επέφερε την ισχυροποίηση τού καθεστώτος τής αμερικανικής κηδεμονίας επί τής Τράπεζας τής Γαλλίας (όπως και επί των άλλων σχετιζομένων κεντρικών τραπεζών). Ο Κλεμάν Μορέ, διοικητής τής Τράπεζας τής Γαλλίας από τον Οκτώβριο τού 1930, εξέφρασε αρχικά σφοδρές επιφυλάξεις για το ζήτημα αυτό. Ωστόσο, αυτή η «κυβέρνηση των τραπεζών» δεν στερείτο πλεονεκτημάτων: «η διεθνοποίηση τού χρηματικού τείχους» θα παρείχε το πρόσχημα για την εσωτερική επιβολή δρακόντειων μέτρων λιτότητας, πράγμα που είχε ήδη επισημανθεί από τον Ζιλ Μοκ, όπως επίσης και από τους ομολόγους του Ζορζ Μπονέ και Ρενέ Μπρινέ, στη δεύτερη από τις δύο συνεδριάσεις τής Βουλής στις 28 Δεκεμβρίου 1929, κατά τη διάρκεια των οποίων «υποβλήθηκαν επερωτήσεις σχετικές με την μελλοντική ίδρυση τής Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών».

Η Επιτροπή Σιδηρομεταλλουργίας [εργοδοτικός οργανισμός] αναγνωρίζοντας τα εσωτερικά πλεονεκτήματα τού αγγλοσαξωνικού ελέγχου, υιοθέτησε συμβιβαστική στάση όσον αφορά την εκτέλεση των συμφωνηθέντων. Στη διάρκεια τής κρίσης εκμεταλλεύτηκε την αγγλοσαξωνική πίεση για την παραίτηση από τις επανορθώσεις* — πράγμα που θα συνεπαγόταν τη δημιουργία ελλείμματος στον [γαλλικό] προϋπολογισμό — για να απαιτήσει επίσης την επιβολή δρακόντειας εσωτερικής λιτότητας. Στα τέλη Ιουνίου [1931], σε ανακοίνωση στο «Ημερήσιο Δελτίο» της, επισήμανε ότι η απαιτούμενη πειθαρχία θα συνέβαλε στην αποδόμηση τού «Κράτους Πρόνοιας», θεωρώντας το ως βασική αιτία τής δυσχερούς οικονομικής κατάστασης. «Η αναθεωρητική εκστρατεία την οποία ξεκίνησε προ δεκαετίας η Γερμανία και που δεν έπαψε από τότε να προκαλεί αντιδράσεις» είχε πλέον περάσει σε δεύτερο πλάνο: «Δεν έχουμε βεβαίως πρόθεση να ισχυριστούμε ότι από οικονομικής άποψης η χάραξη των συνόρων τού 1919 αποτέλεσε την πιο σοφή και προορατική απόφαση, ούτε ότι οι επανορθώσεις δεν είναι ενίοτε δυσάρεστες για εκείνους που βαρύνονται με την καταβολή τους. Αλλά δεν έγκειται σε αυτό η ευρωπαϊκή οικονομική αναταραχή. Οι βαθύτερες αιτίες είναι δύο: πρώτον, η σοσιαλιστική γάγγραινα, όπως αποδεικνύουν αδιάσειστα τα παραδείγματα τής Γερμανίας, τής Αυστρίας ή και τής Αγγλίας. Η συνεχής αύξηση των κοινωνικών δαπανών και η διαρκής προσφυγή στο Κράτος Πρόνοιας είναι στοιχεία ασυμβίβαστα με την υγιή χρηματοοικονομική διαχείριση και συνεπώς με την επαναφορά της οικονομικής σταθερότητας …».

* [κούρεμα γερμανικού χρέους]: «Ο Σαχτ είχε απαιτήσει από τον Νοέμβριο τού 1930 την «αναστολή» των επανορθώσεων σε μια από τις πολλές θριαμβικές του περιοδείες στις ΗΠΑ, επικαλούμενος τον τρομακτικό κίνδυνο «μιας παγκόσμιας επανάστασης, σε περίπτωση που οι δανειστές [μας] δεν συμφωνήσουν σε μορατόριουμ πληρωμών».

Η Eπιλογή τής Ήττας, A.Lacroix-Riz (σελ. 66)

 
Σχολιάστε

Posted by στο 21/01/2013 in Οικονομία

 

Ετικέτες: