RSS

Category Archives: Uncategorized

 Δυτικός «μαρξισμός» και φιλοϊμπεριαλιστές «κομμουνιστές» (ή το «αυγό τού κούκου»)—Samir Amin (1977)

rodchenko-black-on-black

Νόμος τής Αξίας και ιστορικός υλισμός (1977/80, σελ.128 και επ.), Μετάφρ. Μ. Κρητικού

Η αντικειμενική βάση τής φιλοϊμπεριαλιστικής τάσης μέσα στο μαρξισμό [οφείλεται] στην ηγεμονία τής σοσιαλδημοκρατικής και ρεβιζιονιστικής ιδεολογίας στις εργατικές τάξεις τού κέντρου. Στο θεωρητικό πεδίο, η τάση αυτή εκδηλώνεται με τη διαρκή προσπάθεια εξάλειψης τού ζητήματος τής συλλογικής και παγκόσμιας γένεσης και κατανομής τής υπεραξίας. Αυτή η τάση οδηγεί σε αποτελέσματα που συμφωνούν, σε όλα τα πεδία, με τις απαιτήσεις τής προοπτικής τής κρατικιστικής έκβασης. Πράγματι, η εξάλειψη τού συγκεκριμένου ζητήματος βάζει τέλος στον προλεταριακό διεθνισμό που στην εποχή μας δεν μπορεί να συνίσταται παρά στην αντι-ιμπεριαλιστική αλληλεγγύη με τους λαούς τής περιφέρειας. Επιπλέον συμβάλλει στη διατήρηση τής οικονομιστικής ιδεολογίας των εμπορευματικών σχέσεων στις εργατικές τάξεις τού κέντρου. Με αυτόν τον τρόπο, δικαιολογεί επίσης τη διαιώνιση τόσο τής εσωτερικής εκμετάλλευσης (ανανεώνοντας τα οικονομικά επιχειρήματα σχετικά με την ουδετερότητα τής τεχνολογίας, τον καταμερισμό τής εργασίας, τις διαφορές τής παραγωγικότητας κ.λπ.) όσο και τής εξωτερικής (διαφορές παραγωγικότητας σε παγκόσμια κλίμακα) […]

[Αξίζει να επισημάνουμε ότι] όποιες και να είναι οι σχολές ή οι κατευθύνσεις έρευνας [τού δυτικού «μαρξισμού»], τα επιχειρήματα που δίνονται ενάντια στις αναλύσεις που παίρνουν θέση στο πεδίο των ταξικών αγώνων σε παγκόσμια κλίμακα είναι πάντα τα ίδια: […] η δογματική επιβεβαίωση για ένα αποκλειστικό [και υποκριτικότατο] ενδιαφέρον για τις σχέσεις παραγωγής (περιορισμένες στην πραγματικότητα στα πλαίσια τής στοιχειώδους καπιταλιστικής μονάδας στον αναπτυγμένο καπιταλισμό), πράγμα που επιτρέπει να αποφεύγεται, με το πρόσχημα τού «αντι-κυκλοφορισμού» [Μηλιός και Σια], η ανάλυση τής συλλογικής και παγκόσμιας γένεσης τής υπεραξίας. Αλλά πίσω από τον θεωρητικό δογματισμό κρύβεται συνήθως η αντίδραση, πράγμα γνωστό από τον καιρό τού Κάουτσκι και τής σοβιετικής Ακαδημίας, Οι «κριτικοί» μας έχουν ξεχάσει το αλφαβητάρι τού μαρξισμού: η αξία δεν είναι μια κατηγορία τής διαδικασίας τής παραγωγής, αλλά τής συνολικής διαδικασίας τής παραγωγής και τής κυκλοφορίας. Ο δογματισμός αυτός κρύβει έναν ουσιώδη οικονομισμό: όλα τα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν ενάντια στην ανάλυση των ταξικών σχέσεων μέσα σε ένα σύστημα που χωρίζεται σε κέντρα και περιφέρειες [η «θεωρία» τής ιμπεριαλιστικής «πυραμίδας», για «παράδειγμα»] είναι ιδεολογικές δικαιολογίες τής υπερεκμετάλλευσης τής περιφέρειας που μοιάζουν σαν δύο σταγόνες νερό με τα επιχειρήματα που δικαιολογούν τις διαφορές των μισθών στην επιχείρηση ανάλογα με τις διαφορές τής παραγωγικότητας, τής κατάρτισης, τής ευθύνης κ.λπ.

Η θεωρητική και πρακτική στειρότητα τού φιλοϊμπεριαλιστικού ρεύματος στον μαρξισμό αναγνωρίστηκε τελευταία από ένα θύμα αυτού τού ρεύματος, τον Πέρι Άντερσον. Αυτός χαρακτηρίζει ως «δυτικό μαρξισμό» το σύνολο των ρευμάτων που ο ίδιος παραδέχεται ότι είναι «βγαλμένα από την ήττα τού εργατικού κινήματος» […] Αλλά ξεχνά, πολύ περίεργα, να εξηγήσει τους λόγους τής σοσιαλδημοκρατικής ηγεμονίας μέσα στις εργατικές τάξεις των προηγμένων κέντρων. […] Όταν ο [ίδιος] συγγραφέας περιγράφει τα ρεύματα τού «μη δυτικού» μαρξισμού, επεκτείνεται στον τροτσκισμό [ο κούκος στη φωλιά τού «μη δυτικού» μαρξισμού], αλλά ξεχνά την Κίνα και τον μαοϊσμό. […] [Ο Άντερσον δεν διστάζει] να τοποθετήσει τον «δυτικό μαρξισμό» στον χώρο τής θεωρίας [ή ακόμα και τού ακαδημαϊσμού]. […] Η πρακτική στειρότητα τού εν λόγω «μαρξισμού» είναι ακόμα πιο έκδηλη από τη θεωρητική του στειρότητα. Ποιο είναι οι λόγοι αυτής τής πρακτικής στειρότητας; Μπορούμε να ξεχάσουμε εδώ την ηγεμονία τής σοσιαλδημοκρατίας και των κομμουνιστικών κομμάτων; Πού στοχεύουν οι επαναστατικές προσπάθειες; Γιατί υπάρχει όντως ένα επαναστατικό ρεύμα, έστω και μειοψηφικό, που εκφράζεται σε όλη τη νότια Ευρώπη. Ο περιορισμός τού ρεύματος αυτού, προς το παρόν τουλάχιστον, στην Πορτογαλία ή στην Ιταλία, δεν οφείλεται αποκλειστικά στην αδυναμία σύλληψης μιας κοινωνίας έξω από το ιμπεριαλιστικό σύστημα. Δεν είναι μόνο οι απαιτήσεις τής Ατλαντικής Συμμαχίας που [λειτουργούν ως ανασταλτικός παράγοντας]. Είναι η καθημερινή πραγματικότητα τής ατλαντικής και ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης και των συμφερόντων των ιμπεριαλιστικών μονοπωλίων που έχει παγιδεύσει τους λαούς τής Δύσης επιβάλλοντάς τους μιαν αλληλεγγύη ενάντια στον τρίτο κόσμο, που δεν εκδηλώνεται μόνο με τον χυδαίο φασισμό [«σύγκρουση “εθνικισμών”=φασισμών στην Ουκρανία»]: ο αντικινεζικός φανατισμός τού αναρχισμού και τού τροτσκισμού, η «θεωρία» τού ασιατικού τρόπου παραγωγής και οι αντιτριτοκοσμικές διαμαρτυρίες, έστω και αν εκφράζονται σε αριστερίστικη γλώσσα, αποτελούν επίσης μέρος της. Ο τροτσκισμός νομίζει ότι απαντά στο πρόβλημα ξεφεύγοντας προς τα μπρος με λόγια που απαλλάσσουν από τη δράση: «η επανάσταση θα είναι παγκόσμια». Εν τω μεταξύ, όμως, η επανάσταση δεν είναι παγκόσμια και ο κινητήρας τής Ιστορίας [εξακολουθεί να είναι] η πάλη των τάξεων που στην περιφέρεια τού συστήματος έχει ως πλαίσιο τον εθνικο-απελευθερωτικό αντι-ιμπεριαλιστικό αγώνα. […] Αρνούμενος να δει την εθνική απελευθέρωση σαν μέρος τής κρίσης τού καπιταλισμού και τής μετάβασης στο σοσιαλισμό και όχι τής ανάπτυξης τού καπιταλισμού, ο δυτικός μαρξισμός εκφράζει έτσι την φιλοϊμπεριαλιστική του τάση. […] Η οργάνωση τής εργατικής τάξης [στα ιμπεριαλιστικά κέντρα] κάτω από τη σοσιαλδημοκρατική ηγεμονία ενσωματώνει τους εργαζομένους στο αστικό έθνος και τους κάνει αλληλέγγυους με την αστική τους τάξη στον εξωτερικό ανταγωνισμό. […] Αυτή είναι η καθημερινή έκφραση των κυρίαρχων εργατικών, σοσιαλδημοκρατικών και ρεβιζιονιστικών «κυβερνητικών προγραμμάτων».

Αλλά και στον τομέα τής θεωρίας, τα παραδείγματα τού φιλοϊμπεριαλιστικού ρεύματος δεν είναι λιγότερο συχνά. […] Πρώτο παράδειγμα: η επιστροφή στην αστική θεωρία των σταδίων ανάπτυξης που αντικαθιστά τη λενινιστική θεωρία τού ιμπεριαλισμού και τής άνισης ανάπτυξης. Ένα θαυμάσιο παράδειγμα μας προσφέρει ο άγγλος τροτσκιστής Τζέφρι Κέι, που «αποδείχνει» ότι οι υπανάπτυχτες χώρες είναι τέτοιες όχι γιατί τις υπερεκμεταλλεύεται το κεφάλαιο, αλλά γιατί δεν τις υπερεκμεταλλεύεται αρκετά. [Πρόκειται για «μαρξισμό»] «σύμφωνα με τις αρχές τού Σέσιλ Ρόουντς» […]

Δεύτερο παράδειγμα: η αντικατάσταση τού ιστορικού υλισμού με την πολιτική οικονομία των πολυεθνικών. […] Το συγκεκριμένο ρεύμα αρνείται να θεωρήσει την κρίση [τού 1971] έτσι όπως αυτή είναι: μια κρίση στις εθνικές και διεθνείς ταξικές συμμαχίες που είναι αποτέλεσμα των αλλαγών που συνδέονται με τους ταξικούς αγώνες σε παγκόσμια κλίμακα, [… δηλ.] μια κρίση τού διεθνούς καταμερισμού τής εργασίας. Έχοντας απορρίψει αυτόν τον προσανατολισμό, οι συγγραφείς [τού συγκεκριμένου ρεύματος] γυρεύουν [μάταια] τα αίτια τής κρίσης στο εσωτερικό των οικονομιών τού κέντρου [«τα ποσοστά τού κέρδους» που … πέφτουν … και …πέφτουν ….] στις ΗΠΑ, αλλά δεν μας προσφέρουν περισσότερα από ό,τι οι αναρίθμητοι αστοί αναλυτές τού φαινομένου.

Τρίτοι παράδειγμα: [οι «μαρξολόγοι»] που αποτελούν τον κύριο όγκο τής τροτσκιστικής φάλαγγας, καθώς και οι ρεβιζιονιστές ακαδημαϊκοί. Στους συγγραφείς αυτούς, η ανάλυση τού ιμπεριαλισμού παίρνει τη θέση ενός επιφαινομένου. [Για παράδειγμα] η έκθεση τού Βαλιέ για τον ιμπεριαλισμό ξεχνά την πολιτική πλευρά τού ζητήματος (σοσιαλδημοκρατική ηγεμονία) για να θυμηθεί μόνο την τεχνική του πλευρά (τα μονοπώλια). Ο εργατισμός που χαρακτηρίζει αυτό το ρεύμα συνοδεύεται πάντα απο μια ανέκκλητη καταδίκη των εθνικο-απελευθερωτικών, «αγροτικών» και «αστικών» αγώνων, που εννοείται δεν παρουσιάζουν κανένα «ενδιαφέρον».

Τέταρτο παράδειγμα: η [μαρξο-φεμινιστική] «εθνογραφία» που «συμπληρώνει» τους τρόπους παραγωγής που βασίζονται στην ταξική εκμετάλλευση με ένα λεγόμενο «οικιακό» τρόπο παραγωγής υπεριστορικού χαρακτήρα, χώρο τής «αιώνιας» εκμετάλλευσης τής γυναίκας από τον άντρα. Έτσι ο Μ. Σάλινς και άλλοι έκριναν ότι μπορούσαν να αντικαταστήσουν την ανάλυση των προκαπιταλιστικών αγροτικών τρόπων παραγωγής με τον οικιακό τρόπο και να σβήσουν έτσι τον τρόπο λειτουργίας τής ειδικής εκμετάλλευσης που ο ιμπεριαλισμός επιβάλλει στους δυναστευόμενους αγρότες τής περιφέρειας. [Σύμφωνα, όμως, με την ανάλυση τού Ρέι,] πίσω από κάθε υπερεκμεταλλευόμενο προλετάριο τής πειρφέρειας, υπάρχουν δέκα αγρότες στην ίδια κατάσταση. Η εκμετάλλευση εκδηλώνεται με την προμήθεια τού γεωργικού πλεονάσματος που είναι αναγκαίο για την αναπαραγωγή τής εργατικής δύναμης τού προλετάριου σε συνθήκες όπου τα αγαθά που παράγονται, μέσα σε πλαίσια μη καπιταλιστικά, πουλιούνται πάντοτε κάτω από την αξία τους [τυπική υπαγωγή]. Υπάρχει εδώ μια θεωρητική βάση για την επαναστατική εργατοαγροτική συμμαχία, που αποδείχνει ότι ο μαρξισμός είναι πάντα επαναστατικός.

Πέμπτο παράδειγμα: η ιστοριογραφία τού «ευρωπαϊκού θαύματος» [εμφάνιση τού καπιταλισμού] και η αναντίρρητη βεβαίωση ότι όλες οι μη ευρωπαϊκές προκαπιταλιστικές κοινωνίες ήταν ανέκκλητα καταδικασμένες σε στασιμότητα. Ο Τόκεϊ και οι μαθητές του έκαμαν έτσι τον «ασιατικό τρόπο παραγωγής» ένα όπλο αντι-μαοϊκής πολεμικής με κάποια μούχλα φασισμού. Κατόπιν, η θέση αυτή αποδείχτηκε ότι ήταν ο Δούρειος Ίππος μέσω τού οποίου οι «νέοι φιλόσοφοι» τού «αντι-ολοκληρωτισμού» εισήγαγαν λαθραία [στην «δυτικό μαρξισμό»] την ιδεαλιστική κοινωνιολογία τού Βέμπερ […], θέτοντάς την στην υπηρεσία τής πολιτικής τής αστικής τάξης.

5. Η διαλεκτική ανάμεσα στους ταξικούς αγώνες και την οικονομική βάση, η οποία αποτελεί την ουσία τού ιστορικού υλισμού, δεν έχει νόημα παρά μόνο αν τοποθετήσουμε καθένα από τους όρους της στο αληθινό του πλαίσιο, που είναι το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα. [Εδώ] εντοπίζεται η τομή ανάμεσα στον προ-λενινιστικό μαρξισμό και τον μαρξισμό-λενινισμό-μαοϊσμό. […] Όπως και ο μαρξισμός τού Μαρξ, ο λενινισμός δεν μπορεί να νοηθεί σαν ένα κλειστό δόγμα, μια θρησκεία εξ αποκαλύψεως. […] Είναι αξιοσημείωτο ότι η συζήτηση στη Δύση για τον λενινισμό στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τον Λένιν τού «Τι να κάνουμε;», δηλ. γύρω από το ζήτημα τής οργάνωσης τής εργατικής τάξης και τής πρωτοπορίας της. Αντίθετα, […] η σημασία τού «Ιμπεριαλισμού» τού Λένιν ευνουχίζεται. Εμείς καταλαβαίνουμε τον λενινισμό εντελώς διαφορετικά. Ο «Ιμπεριαλισμός» προσδιορίζει τις νέες συνθήκες των ταξικών αγώνων σε παγκόσμια κλίμακα: […] η ιστορική φάση των αστικών επαναστάσεων έχει τελειώσει, αρχίζει πλέον η εποχή των σοσιαλιστικών επαναστάσεων, η σοσιαλδημοκρατία στο κέντρο έχει σαν αντικειμενική βάση την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση, το εθνικο-απελευθερωτικό κίνημα αποτελεί στο εξής αναπόσπαστο μέρος τής ανερχόμενης σοσιαλιστικής επανάστασης και όχι πια τής αστικής επανάστασης. […] Ωστόσο, ο Λένιν εισάγει την στρατηγική τής αδιάκοπης επανάστασης κατά στάδια, βασισμένη στην ηγεμονία τού προλεταριάτου στην αστική φάση τής επανάστασης. […] Στην περιφέρεια, όμως, η αστική δημοκρατία δεν υπάρχει (υπάρχει στο κέντρο μόνο δια μέσου και χάρη στον κυρίαρχο ιμπεριαλισμό και την ενσωμάτωση τής εργατικής τάξης). Στην περιφέρεια, το προλεταριάτο είναι μειοψηφία. Μπορεί και οφείλει να παρασύρει μεγάλες αγροτικές μάζες που δεν μπορούν να οργανωθούν σαν την εργατική τάξη. Η διανόηση, που στο κέντρο είναι στην υπηρεσία τού κεφαλαίου, στην περιφέρεια είναι στο στρατόπεδο τής επανάστασης κ.λπ. […] [Ο ιμπεριαλισμός] δεν σημαίνει απλώς τον «καπιταλισμό των μονοπωλίων», αλλά επιπλέον τον καπιταλισμό των μονοπωλίων που αποσπούν ένα αυξανόμενο μέρος υπερεργασίας από την εκμετάλλευση των λαών τής περιφέρειας. Η αναπαραγωγή τής σοσιαλδημοκρατικής τάξης πραγμάτων στο κέντρο συνεπάγεται υποχρεωτικά την ανάπτυξη μιας επαναστατικής κατάστασης στην περιφέρεια.

Χωρίς αμφιβολία μπορεί κανείς να συζητήσει ή και να απορρίψει την λενινιστική θέση. Αυτή ήταν η περίπτωση των σοσιαλδημοκρατών που αρνούνταν να παραδεχτούν ότι η εποχή τής ανάπτυξης τού καπιταλισμού [στις περιφέρειες] είχε περάσει, γιατί σαν δυτικοκεντρικοί κοροϊδεύανε τον υπόλοιπο κόσμο και γίνονταν ανοιχτά οι συνένοχοι τής ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης. Ήταν όμως και η περίπτωση πολλών δυτικών επαναστατών. [Ορισμένοι από αυτούς] είχαν προαισθανθεί ορισμένες ανεπάρκειες τής ρωσικής επανάστασης. Υπήρξαν έτσι μερικοί διάλογοι, είτε σαφείς είτε με υπονοούμενα, ανάμεσα στον Λένιν, τη Λούξεμπουργκ, τον Γκράμσι, τον Πάνεκουκ, τον Άντλερ κ.ά. και τους «κομμουνιστές των συμβουλίων», τους «αριστεριστές» κ.ο.κ. […] Αξίζει να σημειωθεί ότι στη Δύση η σύγχρονη κριτική τού λενινισμού είναι δεξιά. Ο τροτσκισμός, που κι αυτός ισχυρίζεται ότι είναι λενινιστικός, δεν είναι καθόλου τέτοιος: η αυστηρά δυτικοκεντρική του θεώρηση τον υποχρεώνει να τελματώνεται στη δογματική εξήγηση. […] Αντίθετα, η αριστερή κριτική τού λενινισμού, η λύση στα πρακτικά προβλήματα που αυτός έθεσε, αποτελεί τη συνεισφορά τού μαοϊσμού. […] Η πρακτική και η θεωρία τής πάλης των τάξεων στη φάση τής σοσιαλιστικής μεταβατικής περιόδου […] αναπτύχθηκαν από τον μαοϊσμό πάνω στη βάση τού λενινισμού και στα πλαίσια ενός μαρξισμού που παραμένει ο μαρξισμός τής εποχής τού ιμπεριαλισμού και τής κρίσης του.

 
Σχολιάστε

Posted by στο 29/07/2015 in Uncategorized

 

Δόξα στο φωτεινό κουράγιο του ελληνικού λαού!—Samir Amin

Ο ελληνικός λαός δίνει το παράδειγμα στην Ευρώπη και τον κόσμο

Με σθένος και διαύγεια, ο ελληνικός λαός απέρριψε το απεχθές τελεσίγραφο της διεθνούς και ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής δεσποτείας. Κατάφερε μια πρώτη νίκη επιβεβαιώνοντας ότι η δημοκρατία δεν υφίσταται παρά μόνο εάν μπορεί να τεθεί στην υπηρεσία της κοινωνικής προόδου. Ο ελληνικός λαός ξεσκέπασε τη «δημοκρατική» φάρσα που αποδέχεται την υποταγή στη χειροτέρευση των κοινωνικών συνθηκών την οποία απαιτεί η χρηματοπιστωτική δικτατορία.

Ντροπή στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις

Ντροπή σε όλους όσοι αποδέχτηκαν ότι η «τρόικα» εκπροσωπεί τους ευρωπαϊκούς λαούς. Ντροπή στις κυβερνήσεις οι οποίες τοποθέτησαν στην προεδρία της Ευρώπης «τους» έναν Λουξεμβουργιανό κρατικό υπάλληλο που υπηρετεί έναν φορολογικό παράδεισο. Ντροπή στις κυβερνήσεις οι οποίες διόρισαν επικεφαλής της «κεντρικής τράπεζάς» τους ένα άτομο που έκανε καριέρα στην Goldman & Sachs, την τράπεζα που είναι ανακατεμένη σε όλες τις χρηματοπιστωτικές αχρειότητες του αιώνα. Ντροπή στις κυβερνήσεις οι οποίες έθεσαν επικεφαλής του ΔΝΤ μια «καλή μαθήτρια» που είναι ανίκανη να κατανοήσει οτιδήποτε άλλο πέρα από αυτό που της έχουν διδάξει. Δεν πρόκειται για πολιτικούς άνδρες και γυναίκες, οιασδήποτε παράταξης, αλλά για κατάπτυστα άτομα.

Η ηρωική Ελλάδα απελευθερώθηκε δίχως καμιά βοήθεια, μόνη της, από τους Ιταλούς φασίστες και τους Γερμανούς ναζί. Ντροπή στην κυρία Μέρκελ, της οποίας η κυβέρνηση παριστάνει να αγνοεί ότι ο ελληνικός λαός δικαιούται αποζημιώσεων.

Ο αγώνας συνεχίζεται. Η Ευρώπη των δισεκατομμυριούχων αεριτζήδων δεν σκοπεύει να παραιτηθεί από το στόχο της: Να σφαγιάσει τον ελληνικό λαό.

Οι ευρωπαϊκοί λαοί οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Με τους Podemos, ο ισπανικός λαός έδωσε άλλο ένα σινιάλο αφύπνισης. Τώρα εναπόκειται στους Γάλλους, τους Γερμανούς, τους Βρετανούς και τους υπόλοιπους λαούς της ευρωπαϊκής ηπείρου να κατανοήσουν ότι ο αγώνας του ελληνικού λαού είναι δικός τους!

(link)

 
2 Σχόλια

Posted by στο 06/07/2015 in Uncategorized

 

Επιτάφιος χωρίς Ανάσταση ΙΙ (Ούτε κομμουνιστικό, ούτε κόμμα: «διαλεκτική» άρνηση)

Τις «εγκλήσεις» για αντι-κομμουνισμό και τα μυξοκλαψουρίσματα περί «ιστορικού» κόμματος αλλού, εκεί που πιάνουν. «Οπαδός» τού «κόμματος» και μπλόγκερ, ο «sfyrodrepanos», τον περασμένο Γενάρη «αναρωτιόταν» ρητορικά γιατί το «κόμμα» να διατηρεί ακόμη σχέσεις με το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας [85 εκ. μέλη] και το Κομμουνιστικό Κόμμα Βιετνάμ. Η Μπέλου (κατά πάσα πιθανότητα) στο 902 κατήγγελνε το ΚΚ Γαλλίας γιατί ψήφισε τις «πολεμικές πιστώσεις» πριν από το Β ΠΠ (π.β. Μπορντίγκα για την Γ Διεθνή). Ο Βαγενάς δήλωνε ότι το ΚΚ Ουκρανίας έδωσε γέφυρα στον φασισμό.[1] Αν τέτοιες «απόψεις», που εκπορεύονται από υποτίθεται «κομμουνιστικό» κόμμα, δεν είναι καραμπινάτος αντικομμουνισμός, δεν ξέρω τι είναι. Εγώ έχω διαμόρφωσει «γνώμη»: Δεν είστε μόνο ηλίθιοι, είστε ηλίθιοι εγκληματίες.

[1] Άλλωστε, ο Βαγενάς δεν ήταν ο «κομμουνιστής» που αρνήθηκε στους ανατολικοουκρανούς το δικαίωμά τους στην ιστορική τους μνήμη;


ΥΓ Το δημοψήφισμα δεν είναι «ανευ αντικειμένου». Η πρόταση των «θεσμών» είναι και παραμένει επίσημη πρότασή τους, δημοσιευμένη στην εφημερίδα τής Κοινότητας. Το «όχι» αφορά και τις αντιπροτάσεις τής ελληνικής κυβέρνησης, καθ’ όσον αποτελούν παραλλαγές στο ίδιο θέμα. Σε αντίθεση με εσάς, αυτό το καταλαβαίνουν πολύ καλά οι «θεσμοί», εξού και η επανερμηνεία τού ερωτήματος.

 
1 σχόλιο

Posted by στο 01/07/2015 in Uncategorized

 

Επιτάφιος χωρίς Ανάσταση

[1941] Απαντώντας στο αίτημα τής συνδικαλιστικής ομοσπονδίας CGT των εργαζομένων τού κλάδου τής χημικής βιομηχανίας να τεκμηριώσει τις κατηγορίες του σε βάρος τής εργοδοσίας [όσον αφορά τη συνεργασία με τον κατακτητή], ένας εργαζόμενος στο εργοστάσιο τής Air Liquide στο Νανσί περιγράφει την «πολύ σκληρή περίοδο» τής κατοχής ως εξής: «Λυπάμαι που δεν μπορώ να σου δώσω αριθμούς, αλλά εκείνο που μπορώ να πω είναι ότι τις περισσότερες φορές δουλεύαμε χωρίς ανάσα για 52 και όχι για 48 ώρες[*] και ότι παρά τους περιορισμούς στο ηλεκτρικό ρεύμα λειτουργούσαν στην περιοχή μας πολλά μεταλλουργικά εργοστάσια υπό τη διεύθυνση των γερμανών. Όπως λοιπόν καταλαβαίνεις, εκείνο που προείχε ήταν η “απόδοση”».[84] Για το σκοπό μάλιστα αυτό [αύξηση τής παραγωγής], η εργοδοσία χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες τού φασισμού, τον οποίο φρόντισε, με ποικίλες μεθόδους (συμπεριλαμβανομένης και τής επιβολής καθεστώτος χαφιεδισμού), να εγκαταστήσει στους εργασιακούς χώρους — πριν ή και μετά από το 1936 — για τη διεξαγωγή τού ιδεολογικού αγώνα με «εργατικό» λεξιλόγιο. Στις 11 Νοεμβρίου τού 1941 κυκλοφορούσαν στο εργοστάσιο τής «Ρενό» στο Μπιγιανκούρ «δύο νέα φυλλάδια κομμουνιστικής προπαγάνδας» που καλούσαν τους εργαζόμενους τού εργοστασίου «σε διαδήλωση» και τα οποία έφεραν τον τίτλο «“Μεταλλουργοί, ο Ζαν Τιμπό δολοφονήθηκε—Εθνική Επιτροπή Αγώνα για την Ανεξαρτησία τής Γαλλίας”[85][…] Το τμήμα τού [χιτλεροτροτσκιστικού] PPF [που δραστηριοποιούνταν] στα εργοστάσια τής Ρενό εξέδωσε [με τη σειρά του] φυλλάδιο σε 10.000 αντίτυπα με τίτλο “Έκκληση των εργατών τού PPF στη Ρενό προς τους συντρόφους μεταλλουργούς”, με το οποίο καλούσε τους εργάτες να μην διαδηλώσουν στις 11 Νοεμβρίου [… και το οποίο] διανεμήθηκε την ίδια μέρα στους χώρους τού εργοστασίου τής εταιρείας». Το εν λόγω φυλλάδιο αναδεικνύει τον πολύμορφο χαρακτήρα των δράσεων τής εργοδοσίας για την αύξηση τής απόδοσης και την αποτροπή δολιοφθορών:

«Σύντροφοι, μια αυτοαποκαλούμενηΕθνική Επιτροπή” — άλλη μια μάσκα πίσω από την οποία κρύβονται οι πράκτορες τής Μόσχας και τής καπιταλιστικής Αγγλίας στη Γαλλία — σας καλεί σε διαδήλωση στις 11 Νοεμβρίου. Το κόμμα τού πράκτορα Ντικλό[**] και τού λιποτάκτη Τορέζ θέλει να κάνει τους εργάτες να πιστέψουν ότι με αυτόν τον τρόπο θα τιμήσουν τη μνήμη των πατριωτών, τους οποίους οι ίδιοι έστειλαν στον θάνατο. Έτσι όμως κάνουν οι δολοφόνοι. Εργάτες τής Ρενό, μην γίνετε θύματα και κορόιδα τού κομμουνιστικού μακιαβελισμού. Η διαδήλωση σημαίνει ανεργία! Αν διαδηλώσετε, το εργοστάσιο θα κινδυνεύσει να χάσει τις παραγγελίες, χωρίς όμως να καθυστερήσει ούτε λεπτό η νίκη σε βάρος τού μπολσεβικισμού. Αν διαδηλώσετε για το χατίρι τής Μόσχας, θα καθυστερήσετε την επιστροφή των αιχμαλώτων πολέμου που υπολογίζουν στη σύνεσή σας για να απελευθερωθούν. Σύντροφοι, σκεφτείτε σαν γάλλοι και μην ακούτε τους ρώσους και τους άγγλους» κ.λπ.[86]

A Lacroix-Riz, Industriels et Banquiers sous l’occupation (σελ. 587-88)


[84] Επιστολή Ντανιέλ Νικολά, 10 Δεκεμβρίου 1945.
[85] Ζαν-Πιερ Τιμπό, γραμματέας ομοσπονδίας μετάλλου CGT(U), ένας από τους ομήρους στο Σατομπριάν, που παραδόθηκαν από τον Πισέ στους γερμανούς και οι οποίοι εκτελέστηκαν στις 22 Οκτωβρίου 1941 [μεταξύ των εκτελεσθέντων και ο δεκαεπτάχρονος Γκι Μοκέ].
[86] Αστυνομικοί φάκελοι, όπου και το φυλλάδιο τού PPF. Οι υπογραμμίσεις/εμφάσεις στο πρωτότυπο.


[*] Κατώτατο εβδομαδιαίο ωράριο (48-60 ώρες).
[**] Επικεφαλής τού παρανόμου ΚΚΓ.

 
2 Σχόλια

Posted by στο 01/07/2015 in Uncategorized

 

Ετικέτες:

Ένα σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο για την Κίνα; — T.Andréani & R.Herrera

«Τα έξι κινεζικά μονοπώλια», Νι Ζαν—1345 (ή «Χαιρέτα μας τον πλάτανο και Σοσιαλισμό καρτέρει»)

Ένα σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο για την Κίνα; — Tony Andréani & Rémy Herrera [pdf]

Κριτικές παρατηρήσεις στο βιβλίο των Μ. Αλιετά & Γκούο Μπάι «Ο Κινέζικος Δρόμος: Καπιταλισμός και Αυτοκρατορία»

Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζονται με λεπτομερή και εμπεριστατωμένο τρόπο μια σειρά από πρωτότυπες θέσεις για την Κίνα — πρωτότυπες σε σχέση πάντα με την περιρρέουσα συναινετική άποψη που αναπαράγεται στα ΜΜΕ και σύμφωνα με την οποία το κινεζικό σύστημα αποτελεί ένα ασυνήθιστο κράμα που συνδυάζει την «κομμουνιστική» μονοκομματική δικτατορία με τις υπερβολές ενός αποχαλινωμένου καπιταλισμού. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, το σύστημα τής Κίνας υποτίθεται ότι είναι ένας «ιδιότυπος καπιταλισμός», η «ρύθμιση» τού οποίου βρίσκεται στα χέρια μιας γραφειοκρατικής τάξης που αναζητεί τρόπους ελέγχου των ιδιωτικών καπιταλιστικών συμφερόντων και τη διατήρηση τής κοινωνικής συναίνεσης, με απώτερο όμως σκοπό την εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων μέσω τής διασφάλισης τής νομιμοποίησης τής εξουσίας που η ίδια ασκεί. Ακόμα πιο πρωτότυπη είναι η άποψή τους ότι, σε σχέση με το δυτικό καπιταλισμό, το κινεζικό σύστημα παρουσιάζει μεγαλύτερο δυναμικό τόσο με γνώμονα την αύξηση τού «πραγματικού πλούτου» — μια έννοια που δεν πρέπει να συγχέεται με την αύξηση τού ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, καθόσον η αειφόρος ανάπτυξη προϋποθέτει μέριμνα για τη διατήρηση των φυσικών πόρων και τη ζωή των μελλοντικών γενεών — όσο και με γνώμονα τη βελτίωση τής κοινωνικής ευημερίας, πράγμα που είναι θέμα πολιτικών επιλογών. Από αυτή την άποψη, το κινεζικό σύστημα φαίνεται μάλιστα ότι είναι ανώτερο από τις φιλελεύθερες δημοκρατίες όσον αφορά την ικανότητα σχεδιασμού για το μέλλον, την «ηθική» του (που είναι «κομφουκιανής» έμπνευσης), όπως επίσης και όσον αφορά τη βούληση προώθησης μορφών συμμετοχικής δημοκρατίας ως αντιστάθμισμα τής απολυταρχικής κρατικής εξουσίας. Η γενική αίσθηση που αποκομίζει κανείς είναι ότι εν τέλει τα θετικά στοιχεία τού συστήματος υπερτερούν των αρνητικών, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα αντιμετωπιστούν οι σημερινές ανισορροπίες μέσω ενός νέου καθεστώτος «ρύθμισης». Για το σκοπό αυτό, όπως θα δούμε, οι συγγραφείς απευθύνουν προς την πολιτική ηγεσία τής χώρας μια σειρά λεπτομερών προτάσεων υπέρ μιας μορφής «σοσιαλδημοκρατικού συμβιβασμού» — και αυτό παρά τη βαθιά κρίση τού κοινωνικού κράτους στις δυτικές χώρες — προσαρμόζοντάς τον στις απαιτήσεις τής παγκοσμιοποίησης και στις σύγχρονες περιβαλλοντολογικές προκλήσεις. Αυτές είναι πολύ συνοπτικά οι θέσεις τού βιβλίου, τις οποίες, στη συνέχεια, θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε κριτικά.

Ένας «ιδιότυπος καπιταλισμός»;

Όπως αναλυτικά περιγράφεται στην εισαγωγή τού βιβλίου, η ερμηνευτική προσέγγιση που υιοθετείται είναι αυτή τής θεωρίας τής «ρύθμισης». Άλλωστε, ο Αλιετά είναι ένας από τους πρωτοπόρους τής θεωρίας αυτής, έχοντας συμβάλει, περισσότερο ίσως από οποιανδήποτε άλλο, στη διαμόρφωσή της. Η βασική ιδέα τής θεωρίας τής «ρύθμισης» μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: από τη στιγμή που εμφανιστεί το φαινόμενο τής «ατομικοποίησης» ως συνέπεια τής χρηματικής ανταλλαγής και συνακολούθως ο διαχωρισμός μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου και η ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, έχουμε πλέον να κάνουμε με «καπιταλιστικά καθεστώτα». Τα εν λόγω «καθεστώτα» διαφέρουν μεταξύ τους μόνο ως προς το είδος των «θεσμών» (κανόνες, «πεποιθήσεις» κ.λ.π.) που «ρυθμίζουν» το διπλό αυτό διαχωρισμό, που επομένως είναι στενά συνδεδεμένος με την αγορά και την αποκλειστική ιδιοκτησία. Οι «καπιταλισμοί» αυτοί απαιτούν τη λειτουργία αγορών με συγκεκριμένη μορφή (—των λεγόμενων «αγορών μελλοντικών δεσμεύσεων» και πιο συγκεκριμένα των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών κινητών αξιών, οι οποίες μάλιστα είναι απαραίτητες για την ορθή κατανομή των παραγωγικών κεφαλαίων με σκοπό τη γέννηση χρήματος από χρήμα). Τέλος, οι διακρατικές σχέσεις καθορίζονται από το «χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο», το οποίο ελέγχει, σε παγκόσμιο επίπεδο, την κατανομή των διαφόρων μορφών κεφαλαίου ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των καθεστώτων «ρύθμισης». [α] Με βάση τις παραδοχές αυτές, το σημερινό κινεζικό σύστημα πρέπει να θεωρηθεί ως μια μορφή καπιταλισμού, σε αντιπαραβολή προς την «σοσιαλιστική περίοδο» τής μαοϊκής εποχής (και τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» των πρώην κομμουνιστικών χωρών). [β1] Εν προκειμένω, αξίζει να αναφερθεί ότι οι συγγραφείς αρνούνται, εμμέσως πλην σαφώς, να λάβουν υπόψη τις απόψεις και αναλύσεις άλλων θεωρητικών τής ίδιας σχολής, που θεωρούν, ομοίως, ότι τα συστήματα τής περιόδου αυτής συνιστούσαν μια μορφή «καπιταλισμού», με τη διαφορά ωστόσο ότι η οικονομία τους ήταν μάλλον μια «κεντρικά σχεδιαζόμενη» και «κατευθυνόμενη» οικονομία, παρά μια κρατική οικονομία τής αγοράς. [β2] Αν και ξεκινώντας από διαφορετικές θεωρητικές αφετηρίες, τείνουμε να συμφωνήσουμε με αυτό το συμπέρασμα, ότι δηλαδή επρόκειτο για μια μορφή «καπιταλισμού χωρίς καπιταλιστές». Ωστόσο, κατά την άποψή μας, το πρόβλημα έγκειται στο ότι, σύμφωνα με τους θεωρητικούς αυτούς, ο «σοσιαλισμός» δεν είναι και δεν μπορεί να είναι τίποτα παραπάνω και τίποτα λιγότερο από αυτό.

Πρέπει να επισημάνουμε, πρώτον, ότι η προσέγγιση των συγγραφέων τού βιβλίου έχει ελάχιστη σχέση με το μαρξισμό και αυτό παρ’ όλο που ο μαρξισμός ήταν, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη τής δεκαετίας τού ’70, μια από τις θεωρητικές πηγές των απόψεων τού Αλιετά. Υπό το πρίσμα τής μαρξιστικής ανάλυσης, ο καπιταλισμός είναι πολύ πιο σύνθετο φαινόμενο από ό,τι διαφαίνεται από την ανάγνωση τού συγκεκριμένου βιβλίου. Πιο συγκεκριμένα, συνεπάγεται έναν ισχυρότερο διαχωρισμό ανάμεσα στους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής και την εργασία. Για τον Μαρξ, η ιδιοκτησία τού κεφαλαίου τείνει να καταστεί συλλογική, με τους ιδιοκτήτες να μην συμμετέχουν πλέον με κανέναν τρόπο στην παραγωγική διαδικασία. Η τάση αυτή εκδηλώνεται πλήρως στον σύγχρονο «χρηματιστικοποιημένο» καπιταλισμό, όπου η επιχειρηματική διοίκηση ανατίθεται σε διευθυντικά στελέχη, ενώ το κέρδος τής επιχείρησης λαμβάνει τη μορφή τής καθαρής «μετοχικής αξίας» — ή αλλιώς τής «αξίας που δημιουργείται προς όφελος τού μετόχου», η οποία μάλιστα ορίζεται ως η διαφορά μεταξύ επιτοκίων επένδυσης με ή χωρίς ρίσκο [αμοιβή κινδύνου]). Υπό το πρίσμα αυτό, μπορεί επομένως να λεχθεί ότι ένας πολύ μεγάλος αριθμός κινεζικών μικροεπιχειρήσεων υπάγεται μάλλον στην κατηγορία τής οικογενειακής ή τής βιοτεχνικής παραγωγής, παρά στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Δεύτερον, όπως είναι γνωστόν, η λογική τού καπιταλισμού είναι αυτή τής μεγιστοποίησης τού ποσοστού κέρδους, το οποίο διανέμεται στους ιδιοκτήτες (ειδική μορφή υπεραξίας). Ωστόσο, το κριτήριο αυτό δεν ανταποκρίνεται επακριβώς στα δεδομένα των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων, όπως καταδεικνύεται από το γεγονός τής μη διανομής ή τής διανομής πολύ χαμηλών μερισμάτων προς το Κράτος — τα οποία, όπως θα δούμε στη συνέχεια, έχουν μάλλον τη μορφή φόρου επί τού κεφαλαίου.[1] Η τρίτη επισήμανση σχετίζεται με το ότι, στην περίπτωση τής Κίνας, ο διαχωρισμός κεφαλαίου και εργασίας είναι κάτι το πολύ σχετικό: όπως θα αναλυθεί στη συνέχεια, εμφανίζεται σε περιορισμένο βαθμό στις δημόσιες επιχειρήσεις (—που, επομένως, δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται απλώς ως μορφή κρατικού καπιταλισμού) και ακόμα λιγότερο στη λεγόμενη «συλλογική» οικονομία — και πιο συγκεκριμένα στις λαϊκές κομμούνες που εξακολουθούν ακόμα να λειτουργούν, καθώς και στους συνεταιρισμούς (μετοχικής σύνθεσης ή μη), όπου οι εργαζόμενοι συμμετέχουν μερικώς ή και πλήρως στην ιδιοκτησία τού κεφαλαίου. Βεβαίως, στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις, οι εργαζόμενοι δεν έχουν πάντα άμεση εμπλοκή στη διοίκηση, αλλά το γεγονός παραμένει ότι αυτό το πεδίο τής μη κρατικής οικονομίας, που αγνοείται πλήρως από τους συγγραφείς τού βιβλίου, θα μπορούσε πολύ δύσκολα να υπαχθεί στην κατηγορία τού «ιδιότυπου καπιταλισμού».

Κλείνοντας τις αρχικές αυτές παρατηρήσεις, αξίζει να σημειώσουμε ότι η ανάλυση των συγγραφέων απορρίπτει ασυζητητί τις σχετικές θέσεις των ανώτερων αξιωματούχων τής χώρας, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε πλήθος δηλώσεών τους. Παραβλέποντας προς στιγμήν το «ιδεολογικό τους περιεχόμενο» και την ορολογική σύγχυση η οποία οφείλεται στην «ξύλινη γλώσσα» που σε μεγάλο βαθμό χαρακτηρίζει τις επίσημες ομιλίες των κινέζων αξιωματούχων (—είναι μήπως πολύ διαφορετικά τα πράγματα στη Δύση;), είναι προφανές ότι οι κινέζοι ιθύνοντες παραδέχονται το γεγονός ότι η οικονομία τής χώρας περιλαμβάνει σήμερα έναν σημαντικό ιδιωτικό καπιταλιστικό τομέα (εγχώριας ή αλλοδαπής προέλευσης). Θεωρούν ωστόσο ότι ο τομέας αυτός αποτελεί μέρος τής λεγόμενης «σοσιαλιστικής οικονομίας τής αγοράς», με άλλα λόγια, μέρος μιας μικτής οικονομίας όπου «σημαντικότερη βαρύτητα δίνεται στο δημόσιο τομέα» και στην «ανάγκη συνολικής ενίσχυσης τού σοσιαλιστικού κράτους». Σύμφωνα με δηλώσεις πολλών κινέζων ηγετών, η χώρα βρίσκεται σήμερα στην «πρωταρχική φάση τού σοσιαλισμού», στο «πρώτο και αναπόφευκτο στάδιο» ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, «για την ολοκλήρωση τού οποίου θα απαιτηθεί μια εκατονταετία». Ο ιστορικός στόχος που επιδιώκεται παραμένει αυτός τού αναπτυγμένου σοσιαλισμού και τού κομμουνισμού, χωρίς ωστόσο το στρατηγικό αυτό πρόγραμμα να εξειδικεύεται περαιτέρω. Οι συγγραφείς τού βιβλίου υποστηρίζουν εμμέσως πλην σαφώς ότι οι δηλώσεις αυτές δεν είναι παρά βιτρίνα, ο ιδεολογικός μανδύας με τον οποίο οι κινεζικές αρχές επιχειρούν να «ντύσουν» τη συγκεκριμένη μορφή καπιταλισμού, και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ληφθούν στα σοβαρά. Επομένως, σύμφωνα με την οπτική τους, ο κινεζικός σοσιαλισμός θα πρέπει θεωρείται νεκρός και ενταφιασμένος μετά τη λήξη τής μαοϊκής περιόδου. Μήπως έφτασε «το τέλος τής ιστορίας» και για την Κίνα;

Το ερμηνευτικό μας πλαίσιο

Στη συνέχεια τού κειμένου, θα προτείνουμε μια διαφορετική ανάγνωση τού φαινομένου τού «σοσιαλισμού κινεζικού τύπου» μέσα από το ερμηνευτικό σχήμα τού «σοσιαλισμού τής αγοράς», ή αλλιώς τού «σοσιαλισμού με αγορά». Εν συντομία, η θέση μας είναι ότι το συγκεκριμένο σύστημα βασίζεται στους ακόλουθους επτά πυλώνες (—οι οποίοι, όπως θα δούμε, δεν έχουν μεγάλη σχέση με τον καπιταλισμό):

[1] η διαρκής και ισχυρή παρουσία ενός πολύμορφου κρατικού σχεδιασμού, που κινητοποιεί διαφορετικά μέσα ανάλογα με τις ανάγκες τού κάθε τομέα τής οικονομίας·

[2] μια μορφή πολιτικής δημοκρατίας, στη βάση τής οποίας διαμορφώνονται οι συλλογικές επιλογές που διαπνέουν τον κρατικό σχεδιασμό·

[3] η λειτουργία δημοσίων υπηρεσιών, οι οποίες είναι καθοριστικές για την άσκηση τής κοινωνικής/οικονομικής ιδιότητας τού πολίτη και οι οποίες είτε λειτουργούν εκτός αγοράς, είτε είναι σε μικρό μόνο βαθμό εμπορευματοποιημένες·

[4] η ύπαρξη διαφοροποιημένων μορφών ιδιοκτησίας που όμως ανταποκρίνονται στην κοινωνικοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων: — εδώ συγκαταλέγονται οι δημόσιες επιχειρήσεις, που προβλέπεται να λειτουργούν καθ’ όλη τη μακρά περίοδο τής μετάβασης και οι οποίες διαφέρουν από πολλές απόψεις από τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, κυρίως μάλιστα ως προς την ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων στη διαχείριση. Το φάσμα των προβλεπομένων μορφών εκτείνεται από τις μικρές ατομικές ιδιωτικές επιχειρήσεις, μέχρι τις ποικίλες μορφές κοινωνικοποιημένης ιδιοκτησίας. Θεμελιώδους σημασία είναι η πρόβλεψη ότι η ιδιοκτησία τής γης και των φυσικών πόρων θα παραμείνει στο δημόσιο τομέα. Για την περίοδο τής μετάβασης, προβλέπεται η διατήρηση ή/και η ενθάρρυνση τής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, με δεδηλωμένο σκοπό την αύξηση τού δυναμισμού τής οικονομίας και τη δημιουργία κινήτρων για τη βελτίωση τής αποτελεσματικότητας των υπολοίπων μορφών ιδιοκτησίας·

[5] ο γενικός προσανατολισμός τής κινεζικής πολιτικής συνίσταται στην αύξηση των εισοδημάτων τής εργασίας, έναντι των εσόδων από άλλες πηγές, και στην εμβάθυνση τής κοινωνικής δικαιοσύνης, με τελική προοπτική την ισότητα·

[6] η προστασία τής φύσης δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε ανταγωνιστική σχέση με την επίτευξη τής κοινωνικής προόδου, αλλά αντιμετωπίζεται ως ένας από τους κεντρικούς στόχους τής οικονομικής ανάπτυξης άρρηκτα συνδεδεμένος με αυτήν, στο πλαίσιο πάντα τής μεγιστοποίησης τού πραγματικού πλούτου·

[7] οι οικονομικές σχέσεις μεταξύ των κρατών πρέπει να στηρίζονται στην αρχή τού αμοιβαίου οφέλους, ενώ οι πολιτικές τους σχέσεις πρέπει να κατευθύνονται προς την επιδίωξη τής ειρήνης και την ισόρροπη συνύπαρξη μεταξύ των λαών και των εθνών.

Στη συνέχεια θα δούμε ότι, παρά τις επικρίσεις που θα διατυπωθούν, η πραγματικότητα δεν απέχει πολύ από αυτό το πλαίσιο ερμηνείας τού «σοσιαλισμού κινεζικού τύπου». Επιπλέον, θα πρέπει να επισημανθεί ότι στη χώρα υπάρχουν, πράγματι, δύο αντιτιθέμενες πολιτικές γραμμές: η μία από αυτές συμβαδίζει πράγματι με την προοπτική τής «ανανεωμένης σοσιαλδημοκρατίας» που προτείνεται από τους συγγραφείς τού βιβλίου, ενώ η δεύτερη συνάδει περισσότερο με την προοπτική τού σοσιαλισμού. Ας δούμε λοιπόν από πιο κοντά την επιχειρηματολογία των Μ. Αλιετά και Γκούο Μπάι.

Ανισορροπίες στη σημερινή κινεζική οικονομία

Οι συγγραφείς ξεκινούν από μια δύσκολα αμφισβητήσιμη διαπίστωση. Η κινεζική οικονομία χαρακτηρίζεται από σημαντικές ανισορροπίες. Το τμήμα τού εθνικού εισοδήματος που διατίθεται για επενδύσεις, αντί να ελαττώνεται ανάλογα με την πρόοδο τής φάσης τής συσσώρευσης που απαιτείται για την ταχεία οικονομική επέκταση, συνεχίζει να αυξάνεται και μάλιστα σε βάρος τής κατανάλωσης, χωρίς ωστόσο αυτό να αναιρεί το γεγονός ότι έχει σημειωθεί τεράστια βελτίωση στο βιοτικό επίπεδο τού πληθυσμού τής χώρας. Οι επενδύσεις στον τομέα των υπηρεσιών (είτε αυτές αφορούν τα νοικοκυριά είτε τις επιχειρήσεις) προχωρούν με βραδύτερους ρυθμούς από ό,τι οι βιομηχανικές επενδύσεις. Ο τομέας ακινήτων και κατασκευών εμφανίζει τάσεις υπερθέρµανσης, που απαιτούν συνεχή αντιμετώπιση μέσω τής εφαρμογής πιστωτικών περιορισμών. Το μερίδιο τού εισοδήματος των νοικοκυριών συνεχίζει να μειώνεται ως ποσοστό τού εθνικού εισοδήματος. Το ποσοστό αποταμίευσης είναι υπερβολικό, πράγμα που οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι η ανεπάρκεια τής κοινωνικής προστασίας οδηγεί τα νοικοκυριά να στρέφονται στην προληπτική αποταμίευση. Η χρήση των φυσικών πόρων δεν φορολογείται επαρκώς, προκειμένου αφενός να αποφεύγονται η κατασπατάληση τους και οι περιβαλλοντικές ζημιές και αφετέρου να διευκολύνεται η μετάβαση προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Το κινεζικό οικονομικό σύστημα εξαρτάται υπερβολικά από τις εξαγωγές και δεν επικεντρώνεται επαρκώς στην εσωτερική αγορά. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργούνται ανισορροπίες στο ισοζύγιο πληρωμών, πράγμα που αντανακλάται στην αυξανόμενη σώρευση συναλλαγματικών αποθεμάτων, τα οποία μάλιστα επενδύονται στο εξωτερικό και κυρίως σε ομόλογα τού αμερικανικού δημοσίου, με όλους τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται. Οι συγγραφείς τού «Κινεζικού Δρόμου» θεωρούν ότι η κινεζική κυβέρνηση έχει επίγνωση αυτών των ανισορροπιών και ότι καταβάλλει προσπάθειες για την αντιμετώπισή τους, χωρίς όμως μεγάλη επιτυχία. Και για τον λόγο αυτό προτείνουν μια σειρά από λύσεις, τις οποίες, στη συνέχεια, θα εξετάσουμε λεπτομερώς μία προς μία.

Θα θέλαμε, με τη σειρά μας, να επισημάνουμε το προφανές, ότι, δηλαδή, ήδη από τη δεκαετία τού 1990, αλλά κυρίως μετά το 2000, ο δυναμισμός των εξαγωγών αποτέλεσε ένα από τα εντυπωσιακότερα χαρακτηριστικά τής κινεζικής οικονομικής επέκτασης και ότι επιπλέον η κρίση τής διετίας 2008-2009 λειτούργησε ως παράγοντας ανακοπής τής δυναμικής πορείας των κινεζικών εξαγωγών. Θα ήταν, ωστόσο, πρόωρο να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αποτελούν τη βασική κινητήρια δύναμη τής ανάπτυξης τής χώρας. Και αυτό γιατί η στρατηγική ανάπτυξης που εφαρμόζεται από τις κινεζικές αρχές στηρίζεται σε ένα περισσότερο συνεκτικό και «αυτόκεντρο» μοντέλο ανάπτυξης σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη οικονομία τού Νότου (και τής Ανατολής). Όσον αφορά την πλειοψηφία των κινεζικών επιχειρήσεων των βιομηχανικών κλάδων, εκείνο που προέχει είναι η ύπαρξη διεξόδων στην εσωτερική αγορά για τα παραγόμενα προϊόντα τους. Η τόνωση τής εγχώριας ζήτησης, μέσω τής αύξησης τής κατανάλωσης των νοικοκυριών και τής ενίσχυσης των κρατικών κεφαλαιουχικών δαπανών (κυρίως στον τομέα των υποδομών), αποτελεί τον κύριο παράγοντα αισιοδοξίας για την πορεία των επενδυτικών τους σχεδίων. Ως εκ τούτου, η ταχεία αύξηση τής παραγωγικότητας τής εργασίας έχει συνοδευτεί από αντίστοιχες αυξήσεις στους πραγματικούς μισθούς στη βιομηχανία, χωρίς ωστόσο η σχετική αύξηση τού κόστους τής εργασίας να έχει προκαλέσει επιδείνωση τής ανταγωνιστικότητας τής οικονομίας τής χώρας. Οι εξαγωγές, όπως άλλωστε και οι άμεσες ξένες επενδύσεις, παίζουν ένα μάλλον επικουρικό ρόλο, γεγονός που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε, για παράδειγμα, γιατί το 2011 η αρνητική συμβολή των εξαγωγών στην οικονομική μεγέθυνση (τής τάξης περίπου τού -5%) δεν περιόρισε την αναπτυξιακή δυναμική τής κινεζικής οικονομίας (που, για άλλη μια φορά, κινήθηκε στο +10%).

«Αναποτελεσματική κατανομή των συντελεστών παραγωγής» …;

Οι συγγραφείς τού βιβλίου θεωρούν ότι στην πλειοψηφία τους τα προβλήματα ανισορροπιών που αναφέρθηκαν ανωτέρω οφείλονται στις μεγάλες «στρεβλώσεις των τιμών των συντελεστών παραγωγής» και ότι, επομένως, επιβάλλεται η περαιτέρω ανάπτυξη των αγορών μέσω τής άρσης των διοικητικών περιορισμών, πράγμα που θα επιτρέψει μια «καλύτερη κατανομή των σχετικών πόρων». Κατά πρώτο λόγο, η αξία τού χρήματος ως κεφαλαίου διατηρείται τεχνητά σε χαμηλά επίπεδα μέσω τής συμπίεσης των επιτοκίων δανεισμού, παρότι η διαχείρισή τους έχει στο μεταξύ καταστεί ελαστικότερη. Η απόδοση των αποταμιεύσεων των νοικοκυριών κινείται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, πράγμα που επιτρέπει στα πιστωτικά ιδρύματα να αποκομίζουν κέρδη από τη χορήγηση χαμηλότοκων δανείων σε επιχειρήσεις, στις οποίες δίνεται έτσι η δυνατότητα να προβαίνουν σε σημαντικές επενδύσεις. Επιπλέον, το χαμηλό κόστος χρήματος ευνοεί μάλλον τις επενδύσεις μεγάλης κλίμακας και, ως εκ τούτου, τις επενδύσεις των πολύ μεγάλων δημοσίων επιχειρήσεων, και μάλιστα σε βάρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται κυρίως στον ιδιωτικό τομέα. Οι συγγραφείς θεωρούν, επομένως, αναγκαία την απελευθέρωση των επιτοκίων, προκειμένου να αποθαρρυνθούν ορισμένες επενδύσεις υψηλής εντάσεως κεφαλαίου, οι οποίες ενδέχεται να υπονομεύσουν την τεχνολογική πρόοδο και την ικανότητα δημιουργίας προστιθέμενης αξίας (η οποία δείχνει πτωτική τάση). Η απελευθέρωση των επιτοκίων θα επιτρέψει αντίστοιχα την τόνωση τού ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών. Όσον αφορά την αγορά εργασίας, οι συγγραφείς προτείνουν, ομοίως, την άρση των περιορισμών που απορρέουν από το καθεστώς διακρίσεων μεταξύ των εργατών των πόλεων (και κυρίως εκείνων που απασχολούνται στις δημόσιες επιχειρήσεις με συμβάσεις εργασίας που περιέχουν συγκριτικά ευνοϊκότερους όρους) και των εσωτερικών μεταναστών εργατών,[2] οι οποίοι πολύ συχνά στερούνται δικαιωμάτων και των οποίων η κατάσταση εξαρτάται από την καλή θέληση των εργοδοτών τους (πράγμα που, με τη σειρά του, οδηγεί στη σημαντική επιβράδυνση τής συνολικής αύξησης των μισθών). Όσον αφορά την τιμή τής γης, που στην ύπαιθρο παραμένει σε καθεστώς συλλογικής ιδιοκτησίας, ενώ στις πόλεις αποτελεί ιδιοκτησία τού κράτους, ο Μισέλ Αλιετά και ο Γκούο Μπάι θεωρούν ότι η αγορά θα πρέπει να αφεθεί περισσότερο ελεύθερη, ούτως ώστε να δοθεί στους αγρότες — οι οποίοι σήμερα λαμβάνουν ανεπαρκείς κρατικές αποζημιώσεις για την εκχώρηση τής γης τους — η δυνατότητα να διαπραγματεύονται για την εξασφάλιση «εύλογης τιμής», που θα ανταποκρίνεται στην πραγματική της αξία ως δομήσιμης γης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μειωνόταν η τάση υπερεπένδυσης που οφείλεται τόσο στο γεγονός των πολύ χαμηλών τιμών των βιομηχανικών οικοπέδων, όσο και στη συμπαιγνία των τοπικών αρχών που επιδιώκουν με κάθε τίμημα την ανάπτυξη των περιοχών τους λόγω τής αύξησης των φορολογικών εσόδων που αυτή συνεπάγεται.

Αυτή η αντίληψη αναφορικά με τη στρέβλωση των τιμών των συντελεστών παραγωγής βασίζεται, σε υπερβολικό θα λέγαμε βαθμό, στην κλασική οικονομική θεωρία τού συνδυασμού των «συντελεστών παραγωγής» (κεφαλαίου, εργασίας, γης …) και τής «βέλτιστης κατανομής» τους μέσω τής αγοράς. Βεβαίως, για να είμαστε δίκαιοι, οι συγγραφείς έχουν σαφώς επίγνωση τού γεγονότος ότι η αγορά εργασίας διαφέρει από τις υπόλοιπες αγορές, καθόσον η λειτουργία της εξαρτάται από το συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, τη νομοθεσία, τους κανόνες των συλλογικών συμβάσεων κ.ο.κ. Γι’ αυτό άλλωστε προτείνουν βελτιώσεις στη «ρύθμισή» της (ιδίως μέσω τής ενίσχυσης τής ανεξάρτητης λειτουργίας των συνδικάτων, τής ενδυνάμωσης τής επιθεώρησης εργασίας, τής καλύτερης εφαρμογής τής νομοθεσίας κ.ο.κ.). Επιπλέον, όμως, συνιστούν η αγορά εργασίας να καταστεί περισσότερο ανοικτή και λιγότερο κατακερματισμένη. Επίσης επισημαίνουν ότι, για ορισμένες κατηγορίες «άυλου κεφαλαίου» (για ό,τι αποκαλούν «θεσμικό» ή «κοινωνικό» κεφάλαιο), δεν υπάρχει αγορά με την κυριολεκτική έννοια τού όρου, ενώ για ορισμένες άλλες κατηγορίες κεφαλαίου οι αγορές τείνουν να λειτουργούν άσχημα. Με βάση αυτή τη διαπίστωση, θεωρούν ότι για τη διαμόρφωση τού ορθού μίγματος μέτρων απελευθέρωσης και ρύθμισης των αγορών, ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να δίνεται στις ρυθμιστικές παρεμβάσεις. Αυτές μάλιστα οι παρεμβάσεις πρέπει να λάβουν τη μορφή ενός «στρατηγικού σχεδιασμού» με σκοπό την επίδραση στη διαμόρφωση των τιμών (σημείο στο οποίο θα επανέλθουμε). Ωστόσο, το γεγονός παραμένει ότι το θεωρητικό σχήμα τής εμπορευματικής αγοράς αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς για τους συγγραφείς τού βιβλίου (πράγμα που ισχύει και για τη συντριπτική πλειοψηφία των λεγόμενων «νεοθεσμικών» οικονομολόγων, οι οποίοι, στην πραγματικότητα, παραμένουν εγκλωβισμένοι στη «νεοκλασική ορθοδοξία»).

… ή εσκεμμένη παραμόρφωση των τιμών των συντελεστών παραγωγής;

Αντιθέτως, εμείς υποστηρίζουμε ότι η ιδιαιτερότητα και η ισχύς τής κινεζικής οικονομίας έγκειται, ακριβώς, στο στοιχείο τής ηθελημένης στρέβλωσης των τιμών συντελεστών παραγωγής. Επιπλέον, θεωρούμε ότι η κινεζική κυβέρνηση πράττει ορθά όταν απαγορεύει την «ελεύθερη» διαμόρφωση τής αξίας τού χρήματος από την αγορά, γιατί διαφορετικά καθίσταται δύσκολη η άσκηση ελέγχου στην προσφορά πιστώσεων, που είναι ζωτικής σημασίας για την οικονομία. Για παράδειγμα, η προσφορά πίστωσης μπορεί να κινείται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, όταν, εν όψει ύφεσης, οι τράπεζες δεν δανείζουν αρκετά αποφεύγοντας την ανάληψη υπερβολικών κινδύνων. Αντιστρόφως, εν μέσω κλίματος αισιοδοξίας, λόγω τής ισχυρής ζήτησης, η προσφορά μπορεί να κινείται σε αδικαιολόγητα υψηλά επίπεδα (αρκεί να υπενθυμίσουμε εδώ ότι η αμερικανική οικονομία έφτασε στο χείλος τής καταστροφής ακριβώς λόγω τής υπερβολικής προσφοράς πιστώσεων). Ας προστεθεί, επίσης, ότι η νομισματική πολιτική των κεντρικών τραπεζών έχει αβέβαια αποτελέσματα όσον αφορά τη συμπεριφορά των πιστωτικών ιδρυμάτων (χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι, εν μέσω κρίσης, η ΕΚΤ άνοιξε τους κρουνούς των πιστώσεων προς τις τράπεζες, προκειμένου να τις ενθαρρύνει να χορηγήσουν δάνεια στην πραγματική οικονομία, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα).

Οι συγγραφείς προβάλλουν το σκεπτικό ότι η εκτίμηση των κινδύνων πραγματοποιείται καλύτερα από μια πληθώρα ιδιωτικών φορέων παρά από τις κρατικές αρχές. Εμείς, αντιθέτως, πιστεύουμε όχι μόνο ότι οι κρατικές αρχές είναι σε θέση να διαμορφώνουν μια πιο σφαιρική, μακροσκοπική θεώρηση των κινδύνων, αλλά και ότι είναι οι μόνες που μπορούν να καθοδηγούν συνολικά την οικονομία βάσει ενός Πλάνου. Βεβαίως, η διοικητική ρύθμιση των επιτοκίων δεν ευνοεί την ανάληψη ταχείας και ευέλικτης δράσης για την προσαρμογή τής προσφοράς των αποταμιεύσεων των νοικοκυριών στις χρηματοδοτικές ανάγκες τής οικονομίας. Κατά τη γνώμη μας, θα ήταν ίσως προτιμότερο ένα καθεστώς «μερικής» ρύθμισης με τη σύγχρονη εφαρμογή κατωτάτων επιτοκίων απόδοσης για τις αποταμιεύσεις και ανωτάτων επιτοκίων προσφοράς χρήματος· ένα τέτοιο καθεστώς μπορεί μάλιστα να βελτιώνεται σταδιακά μέσω τής τροποποίησης των επιτοκίων σε συνάρτηση με τις ανάγκες που προκύπτουν από την υλοποίηση τού Πλάνου. Εξάλλου πιστεύουμε ότι η εφαρμογή τού εργαλείου των «υποχρεωτικών ελάχιστων αποθεματικών» (το οποίο για πολλούς θεωρείται «απαρχαιωμένο») αποτελεί ένα αποτελεσματικό μέσο διαφοροποίησης τού επιπέδου τής προσφοράς τραπεζικών πιστώσεων — και δεν είναι καθόλου τυχαία η ευρεία χρήση του από τη Λαϊκή Τράπεζα τής Κίνας. Επομένως, στο πλαίσιο τής συζήτησης που διεξάγεται σήμερα όσον αφορά την απελευθέρωση των επιτοκίων, κλίνουμε υπέρ τής αναγκαιότητας τού κρατικού παρεμβατισμού. Δεν αρνούμαστε το γεγονός ότι σήμερα στην Κίνα το επίπεδο τής απόδοσης των αποταμιεύσεων είναι εξαιρετικά χαμηλό, πράγμα που ισοδυναμεί με μια μορφή έμμεσης επιδότησης που ενθαρρύνει τις υπερβολικές επενδύσεις — και κυρίως στους τομείς εντάσεως κεφαλαίου. Ας σημειωθεί εδώ ότι το σχετικό ζήτημα τού κατά πόσον είναι επιθυμητή η «διαφοροποίηση των επενδύσεων» των κινεζικών νοικοκυριών θα εξεταστεί στη συνέχεια.

Όσον αφορά τους εσωτερικούς μετανάστες, συμφωνούμε βεβαίως με τη διαπίστωση των συγγραφέων τού βιβλίου ότι «η ανεπάρκεια των μισθών και η απουσία κοινωνικής προστασίας συνέβαλαν στη σχετική μείωση τού μεριδίου των μισθών στο εθνικό εισόδημα, εμπόδισαν την αύξηση που θα έπρεπε να είχε συνολικά το εισόδημα των νοικοκυριών και συμπίεσαν τις καταναλωτικές δαπάνες» (σελ. 219) — καθώς και με την επισήμανση ότι, παρά την ενίσχυση τής εργατικής νομοθεσίες, οι σχετικές προστατευτικές ρυθμίσεις δεν εφαρμόζονται πάντα ορθά, και ότι το χαμηλό κόστος τού κεφαλαίου ήταν παράγοντας που ευνόησε σε μεγάλο βαθμό τους εργοδότες σε βάρος των εργαζομένων. Για τους λόγους αυτούς, οι συγγραφείς τού βιβλίου θεωρούν ότι το ρυθμιστικό πλαίσιο θα πρέπει να γίνει πιο ισχυρό και αποτελεσματικό, μέσω κυρίως τής ενίσχυσης των συνδικάτων, τής εισαγωγής τού θεσμού των συλλογικών συμβάσεων, τής βελτιστοποίησης τού συστήματος κοινωνικής προστασίας κ.ο.κ. Με άλλα λόγια, την εισαγωγή μηχανισμών προστασίας παρόμοιων με εκείνους που χαρακτηρίζουν το — υπό διάλυση — κράτος πρόνοιας των δυτικών οικονομιών. Παρ’ όλο που η κινεζική κυβέρνηση δείχνει όντως να κινείται προς αυτή την κατεύθυνση, εμείς θεωρούμε ότι αυτό δεν αρκεί, διότι, ακόμα και αν η αγορά εργασίας ρυθμιστεί σύμφωνα με τις υποδείξεις των συγγραφέων τού βιβλίου, θα εξακολουθήσουν να υφίστανται έντονες κοινωνικές ανισότητες, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν παρά μόνο μέσω τής φορολογίας. Δύο παράγοντες μπορούν να βελτιώσουν αυτό το σχέδιο «σοσιαλδημοκρατικού συμβιβασμού», που, σύμφωνα με τους συγγραφείς, η «γραφειοκρατική εξουσία» τής χώρας θα έπρεπε να εφαρμόσει στην πράξη: (α) η γενικευμένη συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκηση (λόγου χάριν, θα μπορούσαν να συμμετέχουν στη διαμόρφωση τής μισθολογικής πολιτικής τής επιχείρησης)· και (β) ο σημερινός τρόπος λειτουργίας των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων μπορεί και πρέπει να χρησιμεύσει ως παράδειγμα προς μίμηση για τις υπόλοιπες επιχειρήσεις (ας υπενθυμίσουμε εδώ ότι, στη Γαλλία, πριν ιδιωτικοποιηθεί η Ρενό διαδραμάτιζε ρόλο «κοινωνικής ατμομηχανής» και ότι, στις κινεζικές δημόσιες επιχειρήσεις, συναντά κανείς σήμερα πρωτόγνωρες μορφές εργατικής εξουσίας). Και αυτό γιατί η κυβέρνηση διαθέτει την εξουσία θέσπισης νέων κανόνων όσον αφορά τόσο τη μισθολογική ιεραρχία όσο και τις μισθολογικές διαπραγματεύσεις. Άλλωστε, μπορούμε σήμερα να διαπιστώσουμε ότι η εργατική νομοθεσία εφαρμόζεται εν γένει καλύτερα στις δημόσιες επιχειρήσεις παρά στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό το αποτελεσματικό ρυθμιστικό πλαίσιο που διέπει το δημόσιο τομέα έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει τις μισθολογικές συνθήκες που επικρατούν στις υπόλοιπες επιχειρήσεις, διότι δύναται να λειτουργήσει ως «πόλος έλξης» για τους εργαζόμενους — όπως βλέπουμε σήμερα να γίνεται με τις λαϊκές κομμούνες, οι οποίες προσελκύουν μετανάστες εργαζόμενους λόγω ακριβώς των κοινωνικών πλεονεκτημάτων που παρέχουν, και αυτό παρά τους χαμηλότερους μισθούς που ισχύουν εκεί. Και αυτό είναι ένα ισχυρότατο επιχείρημα υπέρ τής διεύρυνσης και ενίσχυσης τού δημόσιου τομέα, επιλογή με την οποία, όπως φαίνεται, διαφωνούν οι συγγραφείς τού βιβλίου.

Το ζήτημα τής διαχείρισης των φυσικών πόρων

Ο Μισέλ Αλιετά και ο Γκού Μπάι υποστηρίζουν ότι, όσον αφορά γενικά τους φυσικούς πόρους, θα ήταν σκόπιμο να δημιουργηθεί μία εγχώρια «αγορά εκπομπών διοξειδίου τού άνθρακα» με σκοπό την αύξηση τού κόστους εκμετάλλευσης των μη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και την προώθηση τής παραγωγής ανανεώσιμων πηγών. Είναι επομένως προφανές ότι, μαζί με πολλούς άλλους αναλυτές, οι συγγραφείς προτείνουν μια σειρά «ρεφορμιστικών» λύσεων, αποφεύγοντας να ασκήσουν κριτική στους πυλώνες τού καπιταλιστικού συστήματος και στους βασικούς προσανατολισμούς τής νεοφιλελεύθερης στρατηγικής και υιοθετώντας άκριτα τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν οι μεγάλες διεθνείς διασκέψεις για το περιβάλλον (—όπως, για παράδειγμα, οι «διασκέψεις κορυφής για τη Γη» που έλαβαν χώρα στο Ρίο ντε Τζανέιρο το 1992 και στο Γιοχάνεσμπουργκ το 2002), όπως επίσης και το θεωρητικό υπόβαθρο των διεθνών συνθηκών για το κλίμα, μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση κατέχουν η σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές τού 1992 και το πρωτόκολλο τού Κιότο, που αποτελεί άμεση προέκταση τής εν λόγω σύμβασης-πλαισίου.

Η πρόταση που διατυπώνουν οι συγγραφείς παραβλέπει αφενός το γεγονός ότι η λειτουργία τής «αγοράς εκπομπών άνθρακα» είναι καθαυτή προβληματική, καθόσον μετατρέπει τη φύση σε εμπόρευμα και τη ρύπανση σε εμπορεύσιμο «δικαίωμα» μέσω τής αποτίμησης τού εν λόγω «αρνητικού εξωγενή παράγοντα» από μια αγορά οργανωμένη προς όφελος των πολυεθνικών, στις οποίες δίνεται η δυνατότητα να προμηθεύονται «πιστωτικά μόρια εκπομπών», και αφετέρου το γεγονός ότι, μετά τη δοκιμαστική έναρξη λειτουργίας των πρώτων εθνικών αγορών διοξειδίου τού άνθρακα, οι δραστηριότητες που αναπτύχθηκαν περισσότερο στα «χρηματιστήρια περιβάλλοντος» (όπως, για παράδειγμα, στο «Chicago Climate Exchange» και στο ευρωπαϊκό «Powernext») σχετίζονταν με την κερδοσκοπία στην εμπορία ρύπων. Κατά τη γνώμη μας, ο προσανατολισμός αυτός είναι εσφαλμένος.

Πρέπει να επισημάνουμε ότι, τόσο στον τομέα τού περιβάλλοντος όσο και στους λοιπούς τομείς, η κρατική πολιτική δεν πρέπει να υποτάσσεται στην εξουσία των αγορών, η οποία σήμερα μάλιστα ενδύεται τον μανδύα τής προοπτικής ενός «καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο» αναδεικνύοντας κάθε είδους ρεφορμιστικά προτάγματα. Απεναντίας, ο ρόλος τού κράτους θα πρέπει είναι η χάραξη εξωτερικών και αυστηρών ορίων στη λογική τής διαδικασίας επέκτασης τού κεφαλαίου, με γνώμονα την εξασφάλιση τής προστασίας τής ανθρωπότητας και τού περιβάλλοντος από τις καταστροφικές επιπτώσεις και τάσεις τού συγκεκριμένου συστήματος. Με δεδομένο το ότι δεν εκφεύγει από το πλαίσιο τής μεγιστοποίησης τού κέρδους και τής εμπορευματοποίησης των φυσικών πόρων, η στρατηγική ελέγχου τής ρύπανσης και προστασίας τού περιβάλλοντος, την οποία προτείνουν οι συγγραφείς τού βιβλίου, επικαλούμενοι μάλιστα την αρωγή τού κράτους, οδηγεί με βεβαιότητα στην αποτυχία.

Όσον αφορά τη χρήση των φυσικών πόρων, η πρότασή τους για επιβολή πολύ υψηλότερης φορολογίας είναι προφανώς εύλογη, αλλά πιστεύουμε ότι θα πρέπει να εγκαταλειφθεί η ιδέα τής σύστασης μιας αγοράς δικαιωμάτων ρύπανσης, καθώς είναι γνωστή η δυσκαμψία και η αναποτελεσματικότητά της (ακόμα και στην περίπτωση που προβλεφθεί διαδικασία εκπλειστηριασμού των σχετικών δικαιωμάτων, σύμφωνα με τις συστάσεις των συγγραφέων), όπως γνωστό είναι και το γεγονός ότι η λειτουργία της συνδέεται με πλήθος αρνητικών συνεπειών (π.χ. την κερδοσκοπία και τις ανεξέλεγκτες διακυμάνσεις στα «χρηματιστήρια περιβάλλοντος»). Επιπλέον, οι ισχυρότεροι οικονομικά «φορείς» μπορούν να αγοράζουν διαπραγματεύσιμες άδειες ρύπων, που δεν είναι παρά συγχωροχάρτια για τους μεγαλύτερους ρυπαίνοντες και για τις καταστροφικές για το περιβάλλον πρακτικές τους, οι οποίες συνεχίζονται αδιάλειπτα. Αντιστρόφως, το σύστημα αυτό παρέχει ισχυρό κίνητρο στους ασθενέστερους οικονομικά φορείς να πωλούν τα δικαιώματά τους, παρακάμπτοντας την ανάγκη εφαρμογής πολιτικών ανάπτυξης που μπορούν να συμβάλλουν στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι — έστω και αν η πιθανότητα να συμβεί κάτι τέτοιο στην Κίνα είναι ισχνή — ο μηχανισμός που προτείνουν οι συγγραφείς τού βιβλίου ενδέχεται να παραγάγει φαινόμενα [αντι-ανταγωνιστικού] «αποκλεισμού» (όπως, π.χ., «καταβόθρες/συλλέκτες άνθρακα έναντι τής διάνοιξης φρεάτων ύδατος» — πράγμα που συνήθως συμβαίνει όταν η δημόσια αναπτυξιακή βοήθεια που παρέχεται από τις χώρες τού Βορρά αντικαθίσταται από προγράμματα «ανάπτυξης προσαρμοσμένα στις ανάγκες» τού Νότου). Επιπλέον, το γεγονός ότι η υλοποίηση τέτοιων έργων ανατίθεται συνήθως σε πολυεθνικές εταιρείες, οι οποίες κατ΄ αυτόν τον τρόπο κερδίζουν πιστωτικά μόρια, οδήγησε σε ορισμένες περιπτώσεις στην εκδίωξη γηγενών πληθυσμών από τη γη τους, με σκοπό την εισαγωγή καλλιεργειών για την καταπολέμηση των εκπομπών CO2. Επιπλέον, οι συγγραφείς είναι αδύνατο να αγνοούν τα φορολογικά και οικολογικά σκάνδαλα στα οποία ενεπλάκησαν ορισμένες επιχειρήσεις που εξασφάλισαν επιδοτήσεις μέσω τού μηχανισμού αυτού, αυξάνοντας έτσι όχι μόνο τα κέρδη τους αλλά και … τις εκπομπές τους αερίων θερμοκηπίου.

Το ζήτημα τού καθεστώτος πρόσβασης στη γη

Ας περάσουμε στο ζήτημα τής αγοράς των δικαιωμάτων τής χρήσης τής γης, που, όπως αναφέρθηκε, διατηρείται υπό καθεστώς δημόσιας ιδιοκτησίας. Ξεκινώντας από την ορθή διαπίστωση ότι σε πολλές περιπτώσεις οι αποζημιώσεις που δίνονται στους αγρότες για την εκχώρηση τού δικαιώματος χρήσης τής γης είναι ανεπαρκείς, οι συγγραφείς καταλήγουν με την πρόταση να δοθεί στους καλλιεργητές «το δικαίωμα να πωλούν, να μεταβιβάζουν, να εκμισθώνουν και να υποθηκεύουν τη γη τους — υπό τον όρο όμως ότι οι εν λόγω πράξεις παραχώρησης θα είναι νόμιμες και συμβατές με τον κυβερνητικό σχεδιασμό» (σελ. 361). Ωστόσο, αυτή η φαινομενικά «ρεαλιστική» πρόταση ισοδυναμεί με την ανατροπή τού σοσιαλιστικού χαρακτήρα τού κινεζικού αγροτικού συστήματος, το οποίο επιτρέπει μόνο την εκμίσθωση και μεταβίβαση τού δικαιώματος χρήσης προς άλλους καλλιεργητές. Με άλλα λόγια, η εφαρμογή της συνεπάγεται την εισαγωγή ενός συστήματος δυτικού τύπου, που, ως γνωστόν, συνδυάζει την καπιταλιστική γεωργία μεγάλης κλίμακας με την μικρή οικογενειακή γεωργία, η οποία κυριαρχείται από τα ολιγοπώλια που ελέγχουν τόσο την προμήθεια των γεωργικών εισροών όσο και την εμπορία των παραγόμενων προϊόντων.

Πρέπει εδώ να υπενθυμιστεί ότι το αγροτικό σύστημα τής χώρας έχει αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματικό, ικανοποιώντας τις διατροφικές ανάγκες ενός συνεχώς αυξανόμενου αστικού πληθυσμού και εξασφαλίζοντας έτσι την επισιτιστική κυριαρχίας τής χώρας. Επιπλέον, η οικογενειακή γεωργία αυτού τού τύπου μπορεί να κάνει και εξαγωγές. Είναι ένα πράγμα να διαμορφώνεται ένα πλαίσιο για τις συμβάσεις αγροτικών εκμισθώσεων και τη λειτουργία τής αντίστοιχης αγοράς, και άλλο να επιτρέπεται η πώληση και η υποθήκευση τής αγροτικής γης, καθώς κάτι τέτοιο προϋποθέτει την ιδιωτικοποίησή της. Όσον αφορά τις οικοδοµήσιµες εκτάσεις, μπορεί να δοθεί η δυνατότητα στους αγρότες να τις εκμισθώνουν για στεγαστικές, εμπορικές και βιομηχανικές χρήσεις, ενώ, σε περίπτωση που καταστεί αναγκαία η απαλλοτρίωση των δικαιωμάτων τους, η αποζημίωση θα πρέπει να καθορίζεται με βάση τις τιμές των αγορών αυτών, πράγμα που θα συνέβαλε στην εξάλειψη των αρνητικών συνεπειών που προκύπτουν από το χαμηλό επίπεδο των αποζημιώσεων που καταβάλλονται σήμερα.

Η «απογείωση» τής κινεζικής οικονομίας αποδίδεται συνήθως στο άνοιγμα προς την παγκοσμιοποίηση. Ένα επιπρόσθετο στοιχείο που αξίζει ωστόσο να σημειωθεί και το οποίο σπανίως αναδεικνύεται από τη σχετική βιβλιογραφία είναι το γεγονός ότι το εγχείρημα τού ανοίγματος τής οικονομίας βασίστηκε ακριβώς στα επιτεύγματα τής προηγούμενης περιόδου, στα επιτεύγματα δηλαδή τής σοσιαλιστικής επανάστασης. Έτσι εξηγείται σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι η Κίνα κατέχει σήμερα μια ιδιαίτερη θέση μεταξύ των λεγόμενων «αναδυομένων» χωρών τού Νότου, όπως και το γεγονός ότι, πέραν των επιτυχιών που σημείωσε στον τομέα τής κοινωνικής πολιτικής, των υποδομών και τής εκβιομηχάνισης, η χώρα μπόρεσε να αντιμετωπίσει με αποτελεσματικό τρόπο και το αγροτικό ζήτημα. Εν προκειμένω, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η Κίνα είναι μια από τις ελάχιστες χώρες που έχουν προχωρήσει στη νομοθετική κατοχύρωση τού δικαιώματος πρόσβασης στη γη για τη συντριπτική πλειοψηφία τού αγροτικού πληθυσμού τους (πράγμα που δεν συνέβη σε καμία από τις γειτονικές της χώρες, με την εξαίρεση εκείνων στις οποίες έγινε σοσιαλιστική επανάσταση, όπως στο Βιετνάμ). Βεβαίως, τα τελευταία χρόνια, σημειώθηκαν απόπειρες αμφισβήτησης τού εν λόγω δικαιώματος, όπως επίσης και πολλές παραβιάσεις τής σχετικής νομοθεσίας (που οδήγησαν, για παράδειγμα, στην εκχώρηση δημοσίων εκτάσεων και την απαλλοτρίωση οικογενειακών αγροτεμαχίων). Ωστόσο, οι ενέργειες αυτές προσέκρουσαν στην αντίσταση των αγροτών, που μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις αυτο-οργανώθηκαν σε απόσταση από το ΚΚΚ. Τέλος, το ζήτημα τής πρόσβασης στη γη εξακολουθεί να κατέχει κεντρική θέση στις συζητήσεις που διεξάγονται στο εσωτερικό τής πολιτικής ηγεσίας τής χώρας.

Η κυριότερη πρόκληση που αντιμετωπίζει η Κίνα συνίσταται στο ότι η γεωργική της παραγωγή καλύπτει τις διατροφικές ανάγκες τού 22% τού παγκόσμιου πληθυσμού, μολονότι η χώρα κατέχει μόλις το 6% των αρόσιμων εκτάσεων σε παγκόσμια κλίμακα. Επιπλέον, στην Κίνα, το ποσοστό καλλιεργούμενης γης ανά κάτοικο, που υπολογίζεται σε μόλις 0,25 εκτάρια/κάτοικο, είναι σχεδόν το υποδιπλάσιο σε σύγκριση με αυτό τής Ινδίας και υποδεκαπλάσιο από αυτό τής Γαλλίας. Η θεσμική αναγνώριση τού δικαιώματος των αγροτών να έχουν πρόσβαση στη γη αποτέλεσε το πολυτιμότερο κληροδότημα τής μαοϊκής περιόδου και έναν από τους βασικούς παράγοντες για την αντιμετώπιση τής πρόκλησης αυτής. Και μπορεί μεν οι σύγχρονοι τρόποι οργάνωσης τής παραγωγής να διαφέρουν κατά πολύ από εκείνους τής μαοϊκής περιόδου ως συνέπεια τής εισαγωγής των μηχανισμών τής αγοράς, αλλά το γεγονός παραμένει ότι η ιδιοκτησία τής γης παραμένει συλλογική, έστω και αν εμφανίζεται με ποικίλες και διαβαθμισμένες μορφές. Αυτή είναι και η βασική ειδοποιός διαφορά μεταξύ τού οικονομικού συστήματος τής Κίνας και των οικονομιών των άλλων «αναδυόμενων» χωρών, ορισμένες εκ των οποίων εξακολουθούν να στηρίζονται εν μέρει σε αγροτικές κοινωνικές δομές — ας σημειώσουμε εν παρενθέσει ότι το 2010 το 37% τού ενεργού πληθυσμού τής χώρας ήταν αγρότες. Σε αντιδιαστολή λοιπόν με τις ευρέως διαδεδομένες αντιλήψεις, η προσέγγιση που υιοθετούμε δικαιολογείται και ιστορικά, καθώς ο αγροτικός τομέας συνεισέφερε τα μέγιστα στην οικονομική ανάπτυξη τής χώρας μέσω των μεταβιβάσεων τεράστιων αγροτικών πλεονασμάτων για την προώθηση τής εκβιομηχάνισης. Περαιτέρω όμως βρίσκει έρεισμα και στο γεγονός ότι, κάθε φορά που σημειώνεται κάμψη στην οικονομική ανάπτυξη, οι κινεζικές αρχές δείχνουν να επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στην παραγωγική δραστηριότητα των αγροτικών περιοχών.

Ανάπτυξη … ή έλεγχος τής αγοράς κινητών αξιών;

Οι συγγραφείς τού βιβλίου εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους για το γεγονός ότι το κινεζικό χρηματοπιστωτικό σύστημα βασίζεται κατά κύριο λόγο στην τραπεζική πίστη και εμφανίζονται ως ένθερμοι υποστηρικτές των αγορών κινητών αξιών [ομολόγων], στις οποίες αποδίδουν μια σειρά από αρετές που — κατά τη γνώμη τους — απουσιάζουν από τις πιστωτικές αγορές. Πιο συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι η «κοινότητα των επενδυτών» εκτιμά καλύτερα τους κινδύνους από ό,τι κάθε τράπεζα χωριστά, ενώ επίσης έχει την ικανότητα να διαμορφώνει μακροπρόθεσμες στρατηγικές, σε αντίθεση με τα πιστωτικά ιδρύματα που δείχνουν προτίμηση στους βραχυπρόθεσμους τίτλους. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που υπάρξουν προβλήματα σε κάποιες τράπεζες, η εν λόγω «κοινότητα» έχει την ικανότητα να αναστρέψει τις τάσεις συρρίκνωσης των πιστώσεων. Υποστηρίζουν ακόμη ότι η λειτουργία των αγορών αυτών θα προετοιμάσει το έδαφος, προκειμένου η κεντρική τράπεζα τής χώρας να μεταβεί από το καθεστώς τής άμεσης πιστωτικής εποπτείας σε αυτό τού καθορισμού των βασικών επιτοκίων, και ότι μακροπρόθεσμα θα οδηγήσει στην πλήρη απελευθέρωση των κινήσεων κεφαλαίων, στη σύνδεση τής εσωτερικής αγοράς με τις παγκόσμιες κεφαλαιακές αγορές και στην ευελικτοποίηση τής αγοράς συναλλάγματος, με απώτερο σκοπό την πλήρη μετατρεψιμότητα και διεθνοποίηση τού νομίσματος τής χώρας. Αυτό όμως που διαπιστώνουμε είναι ότι οι προτάσεις αυτές, οι οποίες φαινομενικά αποβλέπουν στη βελτίωση τού συστήματος χρηματοδότησης των δημοσίων φορέων και των επιχειρήσεων, ισοδυναμούν με ριζική αναδιοργάνωση τού χρηματοπιστωτικού συστήματος τής χώρας, προκειμένου να ευθυγραμμιστεί με τα δυτικά χρηματοπιστωτικά συστήματα τα οποία είναι πλήρως εναρμονισμένα με τις απαιτήσεις τής παγκοσμιοποίησης. Είναι επίσης προφανές ότι στην ίδια ακριβώς λογική εντάσσονται και μια σειρά επιπρόσθετων προτάσεων, όπως είναι, για παράδειγμα, η ενίσχυση τού ρόλου των κινέζων θεσμικών επενδυτών και το μεγαλύτερο άνοιγμα τής αγοράς ομολόγων στους ισχυρούς ξένους επενδυτές. Να υπενθυμίσουμε ότι σήμερα προβλέπεται περιορισμένη μόνο πρόσβαση στην εγχώρια αγορά ομολόγων στο πλαίσιο τού συστήματος παροχής ποσοστώσεων σε «ειδικούς» επενδυτές.[3]

Είναι άξιο απορίας το γεγονός ότι οι συγγραφείς τού βιβλίου δηλώνουν πίστη στις αρετές τού παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος! Ποιος αγνοεί σήμερα τις εγκληματικές πρακτικές τού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου; Στην πραγματικότητα, η επιχειρηματολογία των συγγραφέων είναι διάτρητη. Δεν είναι καθόλου αλήθεια ότι οι «φορείς» τής αγοράς ομολόγων συμπεριφέρονται περισσότερο υπεύθυνα σε σύγκριση με τα πιστωτικά ιδρύματα. Τις περισσότερες φορές οι εν λόγω «φορείς» ρυθμίζουν τη συμπεριφορά τους με γνώμονα τις εκτιμήσεις των οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, οι οποίες όμως είναι τόσο παράλογες και μεροληπτικές, ώστε πολλοί θεσμικοί επενδυτές προτιμούν να βασίζονται στη δική τους κρίση — όπως άλλωστε κάνουν και οι τράπεζες, όταν πρόκειται για τη χορήγηση δανείων. Είναι, άραγε, αλήθεια ότι η «κοινότητα» των εν λόγω φορέων βρίσκεται «πιο κοντά» στους εκδότες χρεωστικών τίτλων από ό,τι τα πιστωτικά ιδρύματα; Σίγουρα όχι, εφόσον οι τράπεζες διοικούνται σωστά. Έχουν, αλήθεια, οι «φορείς» αυτοί μια περισσότερο μακροπρόθεσμη προοπτική — στην περίπτωση, λόγου χάρη, των επενδύσεων των συνταξιοδοτικών ταμείων; Σαφώς και όχι. Συγχρόνως όμως βλέπουμε ότι οι τράπεζες είναι σε θέση να χορηγούν μακροπρόθεσμα δάνεια με απόλυτα ικανοποιητικούς όρους. Πρέπει επιπλέον να επισημάνουμε ότι οι εκτροπές και οι αστοχίες που παρατηρούνται στο τραπεζικό σύστημα [των δυτικών χωρών] οφείλονται στις αλλοιώσεις που αυτό υπέστη μέσω τής εφαρμογής τού μοντέλου τής «τράπεζας γενικών συναλλαγών» (τής τράπεζας, δηλαδή, που συνδυάζει τις παραδοσιακές πιστωτικές εργασίες με τις επενδυτικές δραστηριότητες). Τέλος, δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι, όσον αφορά τη χρηματοδότηση τής οικονομίας, ο καθορισμός των βασικών επιτοκίων θα πρέπει να θεωρείται ως το μόνο αποτελεσματικό εργαλείο, αποκλείοντας μάλιστα τη χρήση άλλων άμεσων εργαλείων (όπως είναι, για παράδειγμα, οι συντελεστές των υποχρεωτικών ελάχιστων αποθεματικών).

Ένα από τα πειστικότερα επιχειρήματα υπέρ τής αγοράς ομολόγων είναι ότι προσφέρει πρόσβαση σε μεγαλύτερο αριθμό επενδυτών από ό,τι οι τράπεζες, οι οποίες δεν έχουν άλλη δυνατότητα παρά μόνο να απευθυνθούν στους πελάτες τους, είτε άμεσα (δηλαδή, με την απευθείας πώληση κρατικών ομολόγων σε ιδιώτες), είτε με τη διαμεσολάβηση των μεγάλων θεσμικών επενδυτών. Το συγκεκριμένο πλεονέκτημα αφορά κυρίως τα κράτη, τους ΟΤΑ, καθώς και τις μεγάλες επιχειρήσεις. Επομένως, είναι λογικό η κινεζική κυβέρνηση να επιδιώκει την ευρύτερη ανάπτυξη τής αγοράς ομολόγων, που σήμερα περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη διακίνηση κρατικών τίτλων. Ωστόσο, ανακύπτει το σοβαρό ζήτημα τής ρύθμισης τής «δευτερογενούς αγοράς» (τουτέστιν τής μεταπώλησης τίτλων), κυρίως εφόσον γνωρίζουμε ότι η λειτουργία της στις δυτικές χώρες οδήγησε σε σωρεία προβλημάτων, όπως ο τεράστιος όγκος των συναλλαγών, κυρίως επί των παραγώγων προϊόντων επιτοκίων, και, ως εκ τούτου, είχε σοβαρές οικονομικές συνέπειες οφειλόμενες κυρίως σε σφάλματα εκτίμησης και αξιολόγησης. Οι συγγραφείς φαίνεται να συμφωνούν με τα δοκιμαστικά μέτρα που η κινεζική κυβέρνηση προτίθεται να εφαρμόσει (όπως, για παράδειγμα, τις άδειες ποσοστώσεων για την έκδοση τίτλων και την αξιολόγηση των χρεογράφων από την Εθνική Επιτροπή Μεταρρύθμισης και Ανάπτυξης). Σύμφωνοι! Αλλά αρκούν αυτά; Το ενδιαφέρον που μπορεί να παρουσιάζει το άνοιγμα στους ξένους επενδυτές έγκειται μάλλον στην ενίσχυση τής χρήσης άλλων νομισμάτων στη θέση τού δολαρίου και είναι, εξάλλου, γνωστό ότι η κινεζική κυβέρνηση έχει συνάψει με πολλές ασιατικές χώρες μια σειρά από συμβάσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο, πιστεύουμε ότι με την πλήρη απελευθέρωσή της η αγορά συναλλάγματος θα αφηνόταν έρμαιο στις κερδοσκοπικές ορέξεις των διεθνών επενδυτών, η συμπεριφορά των οποίων δεν έχει τίποτα το ορθολογικό.

Πλήρες και άνευ όρων άνοιγμα τής αγοράς μετοχών;

Όσον αφορά, τώρα, τη μετοχική αγορά, οι συγγραφείς δεν προτείνουν ευθέως την ανάπτυξή της, δίνοντας την εντύπωση ότι έχουν πλήρη επίγνωση των μειονεκτημάτων τής συγκεκριμένης «αγοράς δεσμεύσεων». Ωστόσο, η πρότασή τους να διευρυνθεί το πεδίο δράσης τού ιδιωτικού τομέα έχει ως λογικό επακόλουθο την ανάπτυξη και διεύρυνση τής εν λόγω αγοράς. Εμείς, αντιθέτως, πιστεύουμε ότι η αγορά μετοχών μπορεί και πρέπει να παραμείνει περιορισμένη. Δεν αμφισβητούμε τη χρησιμότητά της όσον αφορά τον ιδιωτικό τομέα, αλλά κατά τη γνώμη μας οι δημόσιες επιχειρήσεις πρέπει να την χρησιμοποιούν ολοένα και λιγότερο, αφενός, καθόσον βελτιώνονται οι δυνατότητες αυτοχρηματοδότησής τους και, αφετέρου, καθόσον το κράτος θα διαθέτει ένα ισχυρότερο ταμείο που θα χρηματοδοτείται από τις επιχειρήσεις αυτές και το οποίο θα επιτρέπει την πραγματοποίηση αυξήσεων κεφαλαίου. Υποστηρίζουμε επίσης ότι η διαδικασία μεταπώλησης μετοχών θα πρέπει να βασίζεται σε ένα πολύ αυστηρό πλαίσιο και ότι θα πρέπει να παρεμποδίζεται η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη τής εν λόγω αγοράς με την εφαρμογή των απαραίτητων νομικών και δημοσιονομικών μέτρων. Και για άλλη μια φορά τίθεται το δύσκολο ζήτημα κατά πόσον θα επιτρέπεται η πρόσβαση στη μετοχική αγορά σε διεθνείς επενδυτές. Πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι, όσον αφορά τις μετοχές που είναι εκφρασμένες σε γιουάν, ο βαθμός ανοίγματος τής συγκεκριμένης αγοράς είναι μόλις 1.5%. Επιπλέον, οι μετοχές αυτές διατίθενται αποκλειστικά στους λεγόμενους «ειδικούς» επενδυτές στη βάση ενός συστήματος ποσοστώσεων. Επί τού παρόντος συζητείται η διεύρυνση τού ανοίγματος τής αγοράς, προκειμένου να δοθεί ώθηση στα κινεζικά χρηματιστήρια, αλλά η κινεζική κυβέρνηση εξακολουθεί, δικαιολογημένα, να ανησυχεί για το ενδεχόμενο κερδοσκοπικών κινήσεων. Επιπλέον, οι κρατικές αρχές συνεχίζουν να απαγορεύουν στις αλλοδαπές επιχειρήσεις την έκδοση μετοχών σε γιουάν. Κατά τη γνώμη μας, η άρση των περιορισμών αυτών, με απώτερο στόχο την επίτευξη των πλεονεκτημάτων που, υποτίθεται, συνδέονται με την πλήρη μετατρεψιμότητα τού γιουάν, θα συνεπαγόταν, εκ των πραγμάτων, την υποταγή στους σχεδιασμούς των «μεγάλων διεθνών επενδυτών»· με άλλα λόγια, παράδοση στις ορέξεις των ισχυρότερων ξένων, και δη αμερικανικών, χρηματοπιστωτικών μονοπωλίων.

Αξίζει επίσης να υπενθυμίσουμε ότι οι μεταρρυθμίσεις τού χρηματοπιστωτικού συστήματος, που προχώρησαν με ταχύτερους ρυθμούς μετά από το 2005 και οι οποίες συνίσταντο στη μετοχοποίηση των μεγάλων κρατικών τραπεζών και στη δημιουργία χρηματιστηρίων, ακολούθησαν χρονικά το πρόγραμμα μεταρρύθμισης των δημοσίων επιχειρήσεων, οι οποίες απέκτησαν μεγαλύτερη ευχέρεια χειρισμών όσον αφορά τις κατευθύνσεις τού κεντρικού σχεδιασμού, μετατράπηκαν σε ανώνυμες εταιρείες και ωθήθηκαν να υιοθετήσουν αγοραία κριτήρια διαχείρισης, να εξαγάγουν διδάγματα από τις χρηματοδοτικές μεθόδους τής αγοράς και, τέλος, να αναπτύξουν εταιρικές σχέσεις με εξωτερικούς επενδυτές. Πρέπει επίσης να προστεθεί ότι, σε πολλές περιπτώσεις, πριν από την εισαγωγή στο χρηματιστήριο των μεγάλων κινεζικών τραπεζών, επετράπη σε αλλοδαπούς στρατηγικούς οργανισμούς να αποκτήσουν μερίδια συμμετοχής στο κεφάλαιο των ιδρυμάτων αυτών, με ρητό σκοπό τη μεταφορά εμπειρίας σε θέματα εταιρικής διακυβέρνησης [corporate governance]. Ωστόσο, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι, παρά τις τάσεις αυτές, το σύστημα χρηματοδότησης τής κινεζικής οικονομίας εξακολουθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό να στηρίζεται στην τραπεζική διαμεσολάβηση και η ιδιαιτερότητα του έγκειται ακριβώς στον «έμμεσο» χαρακτήρα του. Οι ταχείες μεταβολές που σημειώνονται οφείλονται στην προσπάθεια των κινεζικών αρχών να επιτύχουν μία σχετική ισορροπία ανάμεσα στο σημερινό σύστημα που βασίζεται στην τραπεζική πίστη και στο μοντέλο χρηματοδότησης που στηρίζεται στην ανάπτυξη των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Δεν ασπαζόμαστε την άποψη των συγγραφέων ότι η λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών παρουσιάζει κάποια ιδιαίτερη «αποτελεσματικότητα». Η άποψη αυτή, που υποστηρίζει ότι οι συγκεκριμένες αγορές διαδραματίζουν «θετικό» (ή και «άριστο») ρόλο από πλευράς πληροφόρησης, αξιολόγησης και κατανομής πόρων, έχει τις ρίζες της στη λεγόμενη «νεοκλασική» σχολή, που αποτελεί πλέον το κυρίαρχο παράδειγμα στην οικονομική θεωρία. Με την επίκληση τέτοιου είδους επιχειρημάτων δικαιολογήθηκε η απορρύθμιση των χρηματοδοτικών συστημάτων, η οποία, ως γνωστόν, οδήγησε στον σύγχρονο «χρηματιστικοποιημένο» καπιταλισμό που κυριαρχείται από τα χρηματοπιστωτικά ολιγοπώλια. Πέρα από το ότι είναι θεωρητικά έωλη, η άποψη αυτή αναιρείται από την εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών, η οποία δείχνει ότι οι εν λόγω αγορές δεν είναι σε θέση να διαμορφώσουν «συνεπείς» — πόσω μάλλον, «ορθές» — τιμές όσον αφορά κάθε είδους χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου, και κυρίως όσον αφορά τις εταιρικές μετοχές. Χρειάζεται άραγε να υπενθυμίσουμε τις καταστροφικές δυσλειτουργίες τους και και τις συνέπειες που είχε το σπάσιμο των «φουσκών» για το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα; Ποια είναι άραγε η αποτελεσµατικότητά τους, όταν βλέπουμε να υποβαθμίζονται οι μετοχές επιχειρήσεων που πραγματοποιούν κέρδη δισεκατομμυρίων; Για ποια ορθολογικότητα μπορεί να μιλάει κανείς, όταν οι ίδιες επιχειρήσεις προβαίνουν σε μαζικές απολύσεις, ενώ την ίδια στιγμή συνεχίζουν να διανέμουν τεράστια μερίσματα στους μετόχους τους; Σαφώς και δεν μπορούμε να συμμεριστούμε την εμπιστοσύνη που έχουν οι συγγραφείς στις αρετές των χρηματοπιστωτικών αγορών, από τη στιγμή που γνωρίζουμε ότι οι αγορές αυτές επιδεικνύουν μιμητικές τάσεις υπερθέρμανσης, πυροδοτούν αυτοεκπληρούμενες προσδοκίες, στερούνται αυτοδιορθωτικών μηχανισμών και επιδίδονται σε κερδοσκοπικές ενέργειες μέσω τής αλόγιστης και καταχρηστικής χρησιμοποίησης των παραγώγων και των μέσων αντιστάθμισης κινδύνων, πρακτικές που έχουν οδηγήσει σε ανυπολόγιστες καταστροφές. Επιστρέφοντας στο ζήτημα τής χρηματοδότησης των κινεζικών επιχειρήσεων, έχουμε επίγνωση τού ότι οι τραπεζικές πιστώσεις και η αυτοχρηματοδότηση ενδέχεται μην είναι επαρκή εργαλεία, αλλά θεωρούμε ότι η προσφυγή σε ξένες επενδύσεις και στη μετοχική αγορά πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο περιορισμένη και κυρίως δεν πρέπει να οδηγήσει στην ευθυγράμμιση με τις πρακτικές μεγιστοποίησης τής «μετοχικής αξίας» (δηλαδή τής επιπρόσθετης απόδοσης η οποία απαιτείται για την πραγματοποίηση επενδύσεων σε χρεόγραφα που ενέχουν κίνδυνο [αμοιβή επένδυσης]). Οι εγχώριες αποταμιεύσεις υπερεπαρκούν για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων και μπορούν να αξιοποιηθούν μέσω των τοπικών θεσμικών επενδυτών, με τον καθορισμό [, όσον αφορα τους τελευταίους,] ανωτάτων επιπέδων οικονομικής απόδοσης που δεν θα ταυτίζονται απαραιτήτως με τα επίπεδα απόδοσης που απαιτούνται από το λεγόμενο «κράτος-μέτοχο».

Για τη διεθνοποίηση τού νομίσματος και τη νομισματική κυριαρχία

Όσον αφορά τη στάση μας απέναντι στο επιχείρημα των συγγραφέων ότι η βελτίωση των δυνατοτήτων προσέλκυσης διεθνών επενδυτών μέσω τού ανοίγματος τού λογαριασμού κεφαλαίου και τής κατάργησης τού επιλεκτικού καθεστώτος συναλλαγματικών ελέγχων θα αποτελούσε ένα βήμα προς την πλήρη μετατρεψιμότητα και διεθνοποίηση τού εθνικού νομίσματος, θα θέλαμε να κάνουμε τις εξής επισημάνσεις. Η διεθνοποίηση τού γιουάν, με απώτερο σκοπό την αναβάθμισή του σε παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, απαιτεί την υλοποίηση μιας σειράς αυστηρών προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων και οι εξής: το άνοιγμα τού λογαριασμού κεφαλαίου και την ευελιξία τής συναλλαγματικής ισοτιμίας· την ενσωμάτωση στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα των κινεζικών χρηματοπιστωτικών αγορών· τον αναπροσανατολισμό των μακροοικονομικών πολιτικών τής χώρας, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η «εμπιστοσύνη» των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών αναφορικά με την καταπολέμηση τού πληθωρισμού και τον περιορισμό τού δημόσιου χρέους· και, τέλος, την επίτευξη κρίσιμης οικονομικής μάζας, αναγκαίας για την υλοποίηση τού φιλόδοξου στόχου τής διεθνοποίησης τού νομίσματος. Η επίτευξη των δύο πρώτων κριτηρίων αποτελεί όρο εκ των ουκ άνευ. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για τα υπόλοιπα κριτήρια, τα οποία, άλλωστε, δεν τηρούνται πάντοτε από τις καπιταλιστικές χώρες, το νόμισμα των οποίων χρησιμοποιείται ως διεθνές αποθεματικό συνάλλαγμα.

Αναμφίβολα η υιοθέτηση και εφαρμογή των όρων αυτών αποφέρει για τις εν λόγω χώρες σημαντικά πλεονεκτήματα (όπως, λ.χ., το εκδοτικό προνόμιο), πράγμα ιδιαίτερα ορατό στην περίπτωση των ΗΠΑ. Αλλά ένας τέτοιος προσανατολισμός θα σήμαινε διαρκή συμβιβασμό με τις απαιτήσεις τού παγκόσμια κυρίαρχου χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και, επομένως, αντίστοιχες απώλειες στη δυνατότητα άσκησης τής νομισματικής κυριαρχίας τής χώρας. Μπορεί, αλήθεια, η Κίνα να επωφεληθεί από τη διεθνοποίηση τού νομίσματός της, χωρίς να κληθεί να καταβάλει το σχετικό τίμημα, με άλλα λόγια, χωρίς να παραχωρήσει μέρος τής νομισματικής της κυριαρχίας και χωρίς να απεμπολήσει το δικαίωμα αυτόνομης χάραξης τής αναπτυξιακής της πολιτικής; Διότι είναι προφανές ότι, στην εποχή τού νεοφιλελευθερισμού, το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο έχει ανάγκη από ένα ισχυρό Κράτος που θα δρα σε βάρος των λαϊκών συμφερόντων. Περί τούτου δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη από την εκ νέου ενεργοποίηση τού ρόλου τού νεοφιλελεύθερου Κράτους όσον αφορά την εφαρμογή των μέτρων αντιμετώπισης τής κρίσης, που δεν αποσκοπούν στη σωτηρία των λαών, αλλά στη διάσωση τού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.

Σήμερα, στην Κίνα, οι πιέσεις υπέρ τής απελευθέρωσης τής χρηματοπιστωτικής αγοράς, οι οποίες ασκούνται από πολλούς οικονομολόγους και πολιτικούς που εδρεύουν κυρίως στη Σαγκάη, μπορεί μεν να αντισταθμίζονται από την καθησυχαστική ρητορική των κυβερνητικών στελεχών, που διαβεβαιώνουν ότι η εν εξελίξει μεταρρυθμιστική διαδικασία βρίσκεται υπό έλεγχο και ότι ο «εκσυγχρονισμός» τού συστήματος χρηματοδότησης τής εθνικής οικονομίας αποτελεί βήμα προς την κατεύθυνση τής διεθνοποίησης τού νομίσματος, αλλά πρέπει να προσθέσουμε ότι, όσον αφορά τις μελλοντικές προοπτικές τού κινεζικού σοσιαλισμού τής αγοράς, θεωρούμε κάπως ανησυχητικό το γεγονός ότι ορισμένες δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών δείχνουν να συγκλίνουν με τις συστάσεις που διατυπώθηκαν από το ΔΝΤ και από ορισμένους νεοφιλελεύθερους ηγέτες καπιταλιστικών χωρών τού Βορά (όπως, για παράδειγμα, από τον πρώην Πρόεδρο τής Γαλλικής Δημοκρατίας, Νικολά Σαρκοζί, ο οποίος, στη σύνοδο κορυφής τής G20 που πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο τού 2011, απηύθυνε έκκληση για την υιοθέτηση νεοφιλελεύθερων μέτρων από την Κίνα και για τη συμπερίληψη τού γιουάν στο καλάθι νομισμάτων των ειδικών τραβηκτικών δικαιωμάτων (ΕΔΤ/DTS) τού ΔΝΤ).[4]

Σε γενικές γραμμές, λοιπόν, η νομισματική πολιτική τής Κίνας είναι σύμφωνη με τις επιταγές που επιβάλλονται από την ανάγκη διατήρησης τής νομισματικής της κυριαρχίας. Παρ’ όλ’ αυτά, όπως, φαίνεται, γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη προσφυγή στα εργαλεία που χρησιμοποιούνται από τις κεντρικές τράπεζες τού καπιταλιστικού Βορά με τον καθορισμό, μάλιστα, στόχων παρόμοιων με τα κριτήρια που χρησιμοποιούν οι τελευταίες — με κύριο παράδειγμα, την καταπολέμηση τού πληθωρισμού. Οι πληθωριστικές πιέσεις αντιπροσωπεύουν οπωσδήποτε έναν πραγματικό κίνδυνο για την ταχέως αναπτυσσόμενη οικονομία τής Κίνας, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η δυναμική τού πληθωρισμού είναι απόρροια τού συσχετισμού δυνάμεων που ενυπάρχουν στην κοινωνία· είναι, δηλαδή, απόρροια τής ταξικής πάλης. Θέλουμε επίσης να υπογραμμίσουμε ότι, όσον αφορά τη χάραξη τής νομισματικής πολιτικής, η κινεζική κυβέρνηση οφείλει να ενεργεί με γνώμονα αναπτυξιακούς στόχους που θα συμβάλλουν στη μέγιστη δυνατή ενίσχυση των κοινωνικών πολιτικών. Με άλλα λόγια, δίνοντας προτεραιότητα στις λαϊκές ανάγκες, η κυβέρνηση πρέπει να δείξει πολιτική βούληση και να αγνοήσει την ιεράρχηση των εργαλείων οικονομικής πολιτικής που επιβάλλει ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός, πράγμα που σημαίνει ότι, πέραν τής φορολογικής και δημοσιονομικής πολιτικής, πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στις παραμέτρους τής νομισματικής πολιτικής που συνδέονται κυρίως με την ανάπτυξη τής κοινωνικής προστασίας και την ενίσχυση των οικονομικών υποδομών τής χώρας. Πιστεύουμε ότι, για κάθε χώρα που επιθυμεί να διατηρήσει τη νομισματική της κυριαρχία, αυτή η αντιστροφή των προτεραιοτήτων πρέπει να αποτελέσει απαραίτητο στοιχείο τής αναπτυξιακής της στρατηγικής.

Εξομάλυνση τού νομικού καθεστώτος που διέπει τη λειτουργία των δημοσίων επιχειρήσεων … ;

Οι συγγραφείς τού βιβλίου θεωρούν ότι συνιστά ανωμαλία το γεγονός ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις τυγχάνουν προνομιακής μεταχείρισης σε σύγκριση με τις επιχειρήσεις τού ιδιωτικού τομέα. Άλλωστε, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, οι δημόσιες επιχειρήσεις επί μακρόν δεν κατέβαλαν μέρισμα στο κράτος, ενώ ακόμη και σήμερα εξακολουθούν να διανέμουν πολύ χαμηλά μερίσματα. Λαμβάνοντας υπόψη και το πλεονέκτημα τής πρόσβασης σε εξαιρετικά φθηνό δανεισμό, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι οι επιχειρήσεις αυτές επιδίδονται σε αθέμιτο ανταγωνισμό με τον ιδιωτικό τομέα. Επιπλέον, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ενθαρρύνονται να υλοποιούν επενδυτικά σχέδια με εξαιρετικά υψηλή ένταση κεφαλαίου, πράγμα που, σύμφωνα πάντα με τους ίδιους, έχει δυσμενείς επιπτώσεις για τα νοικοκυριά και την κατανάλωση. Προτείνουν, λοιπόν, να εξομαλυνθεί το καθεστώς λειτουργίας τους, καθώς επίσης και να τους επιβληθεί η υποχρέωση να καταβάλλουν υψηλό μέρισμα στο κράτος, πράγμα που θα επέφερε αύξηση των δημοσιονομικών εσόδων, τα οποία μάλιστα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη βελτίωση τής κοινωνικής προστασίας.

Επιχειρηματολογώντας με αυτόν τον τρόπο, οι συγγραφείς παραβλέπουν παντελώς την ιδιαιτερότητα των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων, που συνίσταται στο ότι η λειτουργία τους δεν αποσκοπεί στον πλουτισμό τού κράτους-ιδιοκτήτη. Στην πραγματικότητα, το ότι σήμερα καταβάλλουν φόρους και τέλη για τη χρήση δημοσίου κεφαλαίου είναι κάτι το απολύτως φυσιολογικό. Ωστόσο, σε περίπτωση που υπαχθούν σε καθεστώς χρηματοδοτικής απόδοσης,[5] θα επιτελούν λίγο-πολύ τον ίδιο σκοπό με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Κάτι τέτοιο εξάλλου υπαινίσσονται οι συγγραφείς τού βιβλίου, όταν επιχειρηματολογούν για την ανάγκη επανακαθορισμού τής λειτουργίας τους, υπογραμμίζοντας μάλιστα «τη δυσκολία που παρουσιάζει το εγχείρημα τής καθιέρωσης καθεστώτος πλήρους ανταγωνισμού και τής εξάλειψης των εξωτερικοτήτων που συνδέονται με τη λειτουργία των μονοπωλίων[6]» (σελ. 364).

Αντιθέτως, εμείς υποστηρίζουμε ότι ο λόγος ύπαρξης των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων είναι τριπλός. Κατ’ αρχάς, μπορούν να καταβάλλουν στους εργαζόμενούς τους υψηλότερους μισθούς· κατά δεύτερο, η κυβέρνηση έχει πλήρη ευχέρεια να καθορίζει τον τρόπο διοίκησής τους (όσον αφορά, για παράδειγμα, τη μισθολογική ιεραρχία)· και κατά τρίτο, η κυβέρνηση έχει επίσης τη δυνατότητα να τις χρησιμοποιεί για την άμεση εξυπηρέτηση των σκοπών της, χωρίς ωστόσο να τους αφαιρεί κάθε περιθώριο αυτονομίας επιβάλλοντάς τους την κατά γράμμα εφαρμογή των σχεδίων της. Επομένως, είναι φυσιολογικό το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις αυτές καταβάλλουν, μέσω τού SASAC,[7] [χαμηλά] μερίσματα στο κράτος, τα οποία μάλιστα κατευθύνονται σε ειδικό ταμείο για τη στήριξη τής ανάπτυξης των δημοσίων επιχειρήσεων. Αυτό άραγε δεν αποτελεί επιχείρημα για το ότι το καθεστώς λειτουργίας τους εντάσσεται σε ένα πλαίσιο με σοσιαλιστικό προσανατολισμό σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζονται οι συγγραφείς τού βιβλίου; Αν αντιθέτως επρόκειτο για ένα «σοσιαλδημοκρατικό» καθεστώς (ή για ένα καθεστώς που θα διακρινόταν από τάσεις προς αυτή την κατεύθυνση), ο ρόλος τού δημοσίου τομέα θα περιοριζόταν στην παροχή συνδρομής στον ιδιωτικό τομέα — ή εν ανάγκη και στην «εξυγίανση» των προβληματικών επιχειρήσεων μέσω τής απορρόφησης των ζημιών τους, προκειμένου να διευκολυνθεί η επιστροφή τους στον ιδιωτικό τομέα (όπως φαίνεται και από τον «διάλογο» που διεξάγεται σήμερα στη Δύση για τις «προσωρινές εθνικοποιήσεις»).

Επομένως, ο δυναμισμός των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων εξηγείται, μεταξύ άλλων, από το γεγονός ότι ο εν λόγω τομέας διοικείται και λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο από ό,τι οι δυτικές ιδιωτικές επιχειρήσεις που είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο και οι οποίες προσανατολίζονται προς τη διανομή μερισμάτων, τη μεγιστοποίηση τής «μετοχικής αξίας», τη χρηματιστηριακή αποτίμηση των μετοχών τους και την εξασφάλιση πολύ υψηλών επενδυτικών αποδόσεων, αποκομίζοντας κέρδη από την εκμετάλλευση τής αλυσίδας των υπεργοληπτών τους — είτε αυτοί δραστηριοποιούνται στην έδρα λειτουργίας των αναθετουσών εταιρειών, είτε σε τρίτες χώρες. Αν οι κινεζικές δημόσιες επιχειρήσεις συμπεριφέρονταν με την ίδια απληστία, η δράση τους θα διέβρωνε τον τοπικό παραγωγικό ιστό — κάτι που προφανώς δεν συμβαίνει. Στην περίπτωση αυτή, θα είχαμε να κάνουμε με μια ακραία μορφή «κρατικού καπιταλισμού», πράγμα που θα επιβεβαίωνε τους ισχυρισμούς που προβάλλονται συχνά στη Δύση. Μια τέτοια μορφή «κρατικού καπιταλισμού» θα διέφερε ελάχιστα από τον ιδιωτικό καπιταλισμό. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που οι κινεζικές δημόσιες επιχειρήσεις είναι ή καθίστανται προσοδοφόρες, εκείνο που διαπιστώνουμε είναι ότι λειτουργούν με γνώμονα, όχι φυσικά τον πλουτισμό των μετόχων τους, αλλά τις παραγωγικές επενδύσεις και την εξυπηρέτηση των πελατών τους. Από τη στιγμή, μάλιστα, που η λειτουργία των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων συμβάλλει στην τόνωση τής συνολικής οικονομίας τής χώρας, έχει μικρή σημασία το γεγονός ότι καταγράφουν μικρότερα κέρδη από ό,τι οι δυτικοί ανταγωνιστές τους. Οι κινεζικές δημόσιες επιχειρήσεις καταβάλλουν μεν φόρους, αλλά συγχρόνως διανέμουν περιορισμένα μερίσματα στο κράτος, τον κύριο μέτοχό τους, (ύψους περίπου 10%), και αυτό σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με τις γαλλικές δημόσιες επιχειρήσεις, τα κέρδη των οποίων πηγαίνουν να καλύψουν τις μαύρες τρύπες των κρατικών ταμείων. Επομένως, κατά τη γνώμη μας, δεν συνιστά ορθή επιλογή η καταβολή μερίσματος προς το κράτος κατά την πρακτική που ακολουθείται στις [δυτικές] καπιταλιστικές χώρες. Θα ήταν ίσως προτιμότερο να θεσπιστεί [ενιαίος] φόρος επί τού κεφαλαίου, εν είδει μισθώματος για τη χρήση και εκμετάλλευση δημοσίων αγαθών. Εφόσον μάλιστα οι επιχειρήσεις αυτές λειτουργούν ικανοποιητικά, μπορεί να τους παρέχεται η δυνατότητα να παρακρατούν μεγαλύτερο μέρος των κερδών τους με σκοπό την επανεπένδυση ή για την υλοποίηση δραστηριοτήτων έρευνας και ανάπτυξης, λαμβανομένου πάντοτε υπόψη ότι, σύμφωνα με το ισχύον καθεστώς, η φορολογική τους επιβάρυνση είναι ανάλογη προς τα έσοδα που πραγματοποιούν.

… ή διαφύλαξη των ιδιαιτεροτήτων και πλεονεκτημάτων των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων;

Είναι αλήθεια ότι η αύξηση των διανεμομένων μερισμάτων προτείνεται και από πολλούς εμπειρογνώμονες τής Παγκόσμιας Τράπεζας και άλλων διεθνών οργανισμών. Επιπλέον, η κινεζική ρυθμιστική επιτροπή χρηματιστηρίων έχει περιστασιακά αφήσει να εννοηθεί ότι συμφωνεί με την επιλογή αυτή. Πιστεύουμε ότι πρόκειται για μια εσφαλμένη πολιτική, η εφαρμογή τής οποίας θα καταργούσε τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από το ειδικό καθεστώς λειτουργίας των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων. Σε μια τέτοια περίπτωση, ακόμα και αν οι επιχειρήσεις αυτές παραμείνουν υπό δημόσιο έλεγχο, θα έχουν την τάση να αντιγράφουν τις πρακτικές των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων τής Δύσης, οι οποίες, ως γνωστόν, διαθέτουν ολοένα και μεγαλύτερα μερίσματα, προκειμένου να εξασφαλίσουν την εύνοια των ιδιωτών μετόχων τους, οι οποίοι, με τη σειρά τους, εξαρτούν τις επενδυτικές τους αποφάσεις από τις στρατηγικές επένδυσης χαρτοφυλακίου των ολιγοπωλίων που κυριαρχούν παγκοσμίως στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Κατά τη γνώμη μας, η λειτουργία των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων δεν πρέπει να εναρμονιστεί με τα πρότυπα διαχείρισης των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Στην Κίνα, ο σοσιαλισμός τής αγοράς στηρίζεται στην ύπαρξη και διατήρηση ενός ισχυρού δημόσιου τομέα που διαδραματίζει στρατηγικό ρόλο στην οικονομία τής χώρας. Όλα τα διαθέσιμα στοιχεία συνηγορούν στο συμπέρασμα ότι το στοιχείο αυτό αποτελεί ένα από τα «μυστικά» για την αλματώδη οικονομική ανάπτυξη τής χώρας, είτε αυτό αρέσει είτε όχι στους «φιλελεύθερους» που τάσσονται υπέρ τής ιδιωτικής ιδιοκτησίας και τής μεγιστοποίησης τού ατομικού κέρδους. Επιπλέον δεν πρέπει να παραβλεφθεί και το γεγονός ότι οι κινεζικές δημόσιες επιχειρήσεις είναι πραγματικά μεγαθήρια, δραστηριοποιούμενες στους τομείς τής ενέργειας, των πρώτων υλών, των ημικατεργασμένων προϊόντων, των κατασκευών, των θαλασσίων μεταφορών κ.ο.κ. Σε όλους αυτούς τους τομείς, οι οικονομίες κλίμακας επιτρέπουν τη δραστική μείωση τού κόστους σε όλα τα επίπεδα (αγορές, παραγωγή, πωλήσεις). Αυτές ακριβώς οι επιχειρήσεις παρέχουν συντελεστές παραγωγής σε πληθώρα βιομηχανικών μονάδων μεσαίου και μικρού μεγέθους και μάλιστα σε πολύ καλές τιμές, εξασφαλίζοντας έτσι — μεταξύ άλλων — συνθήκες παραγωγής ευνοϊκές για την επιτυχία στην παγκόσμια αγορά.

Ένα από τα σημεία «υπεροχής» των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων είναι η συμμετοχή τού προσωπικού τους στη διαχείριση των μονάδων παραγωγής μέσω των εκπροσώπων τους στο εποπτικό συμβούλιο και τη συνέλευση των εργατών [Congrès des ouvriers] (—συμμετοχή που είναι μεν ουσιαστική, αλλά, κατά τη γνώμη μας, μπορεί και πρέπει να διευρυνθεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό). Σε αντιδιαστολή, η ενίσχυση τής «μετοχικής νοοτροπίας» έρχεται σε αντίθεση με την επιδίωξη τής διεύρυνσης τής συμμετοχής των εργαζομένων στη διοίκηση των επιχειρήσεων. Τα προγράμματα συμμετοχής των εργαζομένων στο μετοχικό κεφάλαιο, τα οποία εφαρμόζονται από ορισμένες μεγάλες δυτικές επιχειρήσεις, δεν συνεπάγονται αύξηση τής επιρροής των εργαζομένων στη διαχείριση, αφενός λόγω τής μειοψηφικής μετοχικής συμμετοχής που διατηρούν συνήθως οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις αυτές, και αφετέρου λόγω τής σύγκρουσης συμφερόντων που προκύπτει εξαιτίας τής διπλής τους ιδιότητας ως μισθωτών και μετόχων.

Ένα ακόμη σημείο «υπεροχής» των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων είναι η ικανότητά τους να ανταποκρίνονται στους στόχους τού κεντρικού σχεδιασμού. Σε καμία περίπτωση δεν εννοούμε με αυτό την επιβολή καθηκόντων για την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων, με τρόπο που θα υπονόμευε την ικανότητα τους να επιτύχουν τους οικονομικούς τους στόχους. Ο κεντρικός σχεδιασμός μπορεί κάλλιστα να κατευθύνει και να συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα με τη χρήση έμμεσων μέσων (όπως είναι, για παράδειγμα, η φορολογία και οι κάθε είδους κρατικές ενισχύσεις και επιδοτήσεις). Ωστόσο, οι κρατικές αρχές (— το κράτος, με την ευρεία έννοια τού όρου, συμπεριλαμβανομένων τής κεντρικής κυβέρνησης και των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης, υπό τον έλεγχο των οποίων βρίσκονται πολλές επιχειρήσεις), έχοντας την ευθύνη τού διορισμού και εποπτείας των διοικητικών στελεχών, μπορούν να εξασφαλίσουν ότι οι επιχειρήσεις αυτές θα αναλαμβάνουν κατάλληλη δράση, όχι μόνο στον τομέα τής εμπορευματικής παραγωγής, αλλά κυρίως στους τομείς «παροχής κοινωφελών υπηρεσιών» [missions de service public]. Η ιδιαιτερότητα των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων διαφαίνεται εντονότερα, όταν λειτουργούν ως φορείς παροχής κοινωνικών υπηρεσιών. Εν προκειμένω, συμφωνούμε με τη διαπίστωση των συγγραφέων ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις «αποκομίζουν αθέμιτα πλεονεκτήματα» κυρίως όσον αφορά την πρόσβαση σε πιστώσεις, με τη διευκρίνιση όμως ότι οι πρακτικές αυτές μπορούν να προκαλέσουν στρέβλωση τού ανταγωνισμού αποκλειστικά και μόνο έναντι των ιδιωτικών οικονομικών φορέων που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή «συνήθων εμπορευματικών αγαθών».

Να επιτραπεί η είσοδος τού ιδιωτών στον τομέα των κοινωνικών υπηρεσιών …;

Στην Κίνα, η συντριπτική πλειονότητα, αν όχι το σύνολο, των υπηρεσιών παροχής κοινωνικών αγαθών (εκπαίδευση, υγεία, συντάξεις και λοιπές κοινωνικές παροχές) βρίσκεται στα χέρια τού Κράτους, δηλαδή στα χέρια τής κεντρικής κυβέρνησης ή, το συνηθέστερο, των τοπικών αρχών. Οι συγγραφείς τού βιβλίου θεωρούν μη ικανοποιητικό το σημερινό σύστημα λόγω τής «αναποτελεσματικότητας και τής ανελαστικότητάς του» (σελ. 180). Βεβαίως, δεν κάνουν λόγο για ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών, αλλά προτείνουν να τεθεί τέρμα στο μονοπώλιο αυτό. «Η κυβέρνηση πρέπει αφενός να πάψει να εμποδίζει την είσοδο ιδιωτικών φορέων στην αγορά κοινωνικών υπηρεσιών και αφετέρου να αναπροσαρμόσει τις λειτουργίες και τα καθήκοντα τού κράτους. Προτείνουμε να αντικατασταθεί σταδιακά το σημερινό καθεστώς διαμεσολάβησης τής καθημερινής διαχείρισης [μέσω] των φορέων παροχής κοινωνικών υπηρεσιών με ένα σύστημα ελέγχου και ρύθμισης των αγορών, οι οποίες θα λειτουργούν με τη συμμετοχή ιδιωτικών και δημοσίων φορέων» (σελ. 381). Σύμφωνα, λοιπόν, με τους συγγραφείς τού βιβλίου, στόχος τής κυβέρνησης θα πρέπει να είναι η μετάβαση σε ένα μικτό σύστημα εμπορευματικού ανταγωνισμού.

Εμείς θεωρούμε απαράδεκτη μια τέτοια εξέλιξη. Τα αγαθά τα οποία παρέχουν οι δημόσιες υπηρεσίες δεν είναι όπως τα υπόλοιπα. Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για «κοινωνικά αγαθά» που αντιδιαστέλλονται σαφώς από τα αγαθά που εμπορευματοποιούνται από φορείς τού ιδιωτικού τομέα. Αυτό σημαίνει, πάνω απ’ όλα, ότι τα συγκεκριμένα αγαθά είναι αναγκαία για την άσκηση των δικαιωμάτων τού πολίτη, παρέχοντας στο άτομο τη δυνατότητα να καταστεί πολιτικό υποκείμενο (μέσω τής παροχής εκπαίδευσης και επιμόρφωσης), κοινωνικό υποκείμενο (μέσω τής προαγωγής τής καλής υγείας, τής παροχής δημόσιων συγκοινωνιών…) και, τέλος, οικονομικό υποκείμενο (μέσω τής παροχής επαγγελματικής κατάρτισης, τής πρόσβασης στην απασχόληση κ.ο.κ.). Όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με τον τυποποιημένο οικονομολογικό ορισμό των «δημοσίων αγαθών», τον οποίο επικαλούνται οι συγγραφείς τού βιβλίου και σύμφωνα με τον οποίο τα συγκεκριμένα αγαθά είναι «μη ανταγωνιστικά και μη αποκλειστικά» (σελ. 225) — με την έννοια ότι δεν μπορούν εύκολα να αποτελέσουν αντικείμενο εμπορευματοποίησης, και τούτο ακριβώς λόγω των «τεχνικών» τους χαρακτηριστικών. Εν προκειμένω, οι συγγραφείς τού βιβλίου υιοθετούν τον ορισμό που έχει δοθεί από τους οικονομολόγους τής κυρίαρχης νεοκλασικής σχολής. Σύμφωνα λοιπόν με τους τελευταίους, τα προϊόντα που παράγονται για την αγορά και τα οποία διοχετεύονται μέσω τής αγοράς είναι αγαθά αποκλειστικής χρήσης. Επιπλέον, οι σχέσεις αλληλεξάρτησης μεταξύ των οικονομικών φορέων που δραστηριοποιούνται στην αγορά διαμεσολαβούνται από τον μηχανισμό των τιμών. Ωστόσο, τα αγαθά που οι ίδιοι αποκαλούν «δημόσια» εμφανίζουν την ιδιαιτερότητα ότι είναι αντικείμενα συλλογικής κατανάλωσης, είτε σε υποχρεωτική βάση (όπως π.χ. συμβαίνει με τα αγαθά τής «δικαιοσύνης» και τής «δημόσιας τάξης»), είτε προαιρετικά (π.χ. «πολιτισμός»). Καθώς όμως τα αγαθά αυτά είναι καθολικά διαθέσιμα, η κατανάλωσή τους δεν μπορεί να επιμεριστεί. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να τεθούν φραγμοί στη χρήση τους με την επιβολή «περιορισμών στην προσφορά» μέσω τού μηχανισμού των τιμών, όπως αντιθέτως συμβαίνει με τα συνήθη εμπορεύματα. Συνεπώς, ο ιδιωτικός τομέας δεν έχει συμφέρον να παράγει αγαθά αυτού τού είδους. Ενόψει αυτής τής «ανεπάρκειας τής αγοράς», οι οικονομολόγοι που ανήκουν στο κυρίαρχο ρεύμα τής «νεοκλασικής» οικονομίας παραδέχονται το γεγονός ότι η παραγωγή των εν λόγω «δημοσίων αγαθών» μπορεί να ανατεθεί στο κράτος, ενώ, παράλληλα, επιχειρούν να θέσουν δικλείδες ασφαλείας για την αντιμετώπιση των φαινομένων «παρασιτισμού» [comportements dits de «passager clandestin»], δηλαδή των προβλημάτων που εμφανίζονται όταν ορισμένα άτομα απολαμβάνουν τα δημόσια αγαθά, χωρίς να συμμετέχουν, μέσω τής φορολογίας, στις συλλογικές δαπάνες παροχής των εν λόγω αγαθών.

Η προσέγγισή μας είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με αυτή των νεοκλασικών οικονομολόγων. Σύμφωνα με την αντίληψή μας, η μερική ή πλήρης αδυναμία εμπορευματοποίησης των «δημοσίων υπηρεσιών» οφείλεται στην ιδιότητά τους ως «κοινωνικών αγαθών». Στην πρώτη περίπτωση ανήκουν, για παράδειγμα, τα αγαθά «πολιτισμού» (ηλεκτρικό, νερό, τηλέφωνο κ.ο.κ), των οποίων η χρήση είναι μεν κοινή, αλλά εξαρτάται από τη κρίση και τις ανάγκες κάθε ατόμου. Στη δεύτερη περίπτωση ανήκουν τα αγαθά τής ασφάλειας, τής δικαιοσύνης, τής εκπαίδευσης κ.ο.κ. Και στις δύο περιπτώσεις, η παροχή των εν λόγω αγαθών αποτελεί ευθύνη τού κράτους. Ας δούμε το παράδειγμα τής παιδείας. Ως επί το πλείστον, η παιδεία είναι αγαθό που πρέπει να διατίθεται σε όλους δωρεάν και επί ίσοις όροις. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, το συγκεκριμένο δικαίωμα περιλαμβάνεται μεταξύ των θεμελιωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων. Βεβαίως, μπορεί να αναγνωριστεί η ύπαρξη «ιδιωτικής» παιδείας, για λόγους που άπτονται τής ελευθερίας θρησκεύματος και πεποιθήσεων κ.ο.κ., αλλά, εν προκειμένω, στα «ιδιωτικά» [τ.έ. εβραϊκά, καθολικά, μουσουλμανικά κ.ο.κ.] σχολεία, τα προγράμματα τής υποχρεωτικής εκπαίδευσης θα παρέχονται από κρατικά πιστοποιημένους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι θα πληρώνονται από το Δημόσιο. Αντιθέτως, είναι δυνατόν να προβλέπεται ότι, πέραν τού πλαισίου τής υποχρεωτικής εκπαίδευσης, οι υπόλοιπες υπηρεσίες παιδείας θα παρέχονται έναντι αμοιβής. Όσον αφορά, τώρα, την περίπτωση τής υγείας, μπορεί να επιτρέπεται η λειτουργία ιδιωτικών κλινικών, με την πρόβλεψη όμως ότι το μεγαλύτερο ποσοστό τής δαπάνης περίθαλψης θα καλύπτεται από την κοινωνική ασφάλιση. Και στις δυο όμως περιπτώσεις, εφόσον στόχος είναι η διάπλαση των ατόμων σε πολίτες, είναι απαράδεκτη η θέσπιση ενός καθεστώτος «ανταγωνισμού» για την παροχή των συγκεκριμένων κοινωνικών αγαθών. Γνωρίζουμε, εξάλλου, ότι είναι αδύνατο, υπό τις συνθήκες αυτές, να διασφαλισθούν ανόθευτοι όροι ανταγωνισμού, αφού οι ιδιωτικές κλινικές επικεντρώνουν τη δραστηριότητά τους στα πιο κερδοφόρα τμήματα τής αγοράς, μεταθέτοντας στα δημόσια νοσοκομεία την ευθύνη για τα δύσκολα αλλά αναγκαία καθήκοντα (όπως είναι, για παράδειγμα, η εκπαίδευση και κατάρτιση των γιατρών). Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ειδοποιός διαφορά μεταξύ ενός προσανατολισμού με σοσιαλδημοκρατικό (ή καλύτερα: «σοσιαλφιλελεύθερο») πρόσημο και τής σοσιαλιστικής προοπτικής.

… ή να εκτιμηθεί δεόντως η διευρυμένη αντίληψη για τις δημόσιες υπηρεσίες, η οποία έχει διαμορφωθεί στην Κίνα;

Ωστόσο, η περίμετρος που καταλαμβάνουν οι κινεζικές δημόσιες υπηρεσίες είναι πολύ ευρύτερη και λιγότερο σαφής από ό,τι υπαινιχθήκαμε. Σύμφωνα με την κινεζική αντίληψη, οι δημόσιες υπηρεσίες περιλαμβάνουν και τον τομέα των αγαθών που μπορούμε να αποκαλέσουμε «στρατηγικά». Πρόκειται, με άλλα λόγια, για υπηρεσίες προμήθειας συντελεστών παραγωγής που έχουν στρατηγική σημασία για το σύνολο τής εθνικής οικονομίας. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε τα διάφορα είδη υποδομών, την ενέργεια υπό την ευρεία έννοια τού όρου, τις πρώτες ύλες, αλλά επίσης και τις τραπεζικές υπηρεσίες, τη βασική έρευνα κ.τ.λ. Αυτό εξηγεί γιατί το 1999 η κινεζική κυβέρνηση προέβη στην οριοθέτηση τού λεγόμενου «στρατηγικού τομέα» τής οικονομίας και ανέθεσε την ευθύνη για την ανάπτυξή του στις δημόσιες επιχειρήσεις, παρέχοντας σε αυτές κάθε δυνατή βοήθεια και υποστήριξη (προνομιακή πρόσβαση σε δάνεια, τραπεζικές παρεμβάσεις εκ μέρους των λεγόμενων «πολιτικών τραπεζών» κ.τ.λ.). Ο ιδιωτικός τομέας δεν εξαιρέθηκε από τη διαδικασία αυτή, καθώς προβλέφθηκε ότι μπορεί να παίξει επικουρικό και ενισχυτικό ρόλο. Ωστόσο, οι δημόσιες αρχές τής χώρας ευνόησαν απροκάλυπτα τις επιχειρήσεις τού δημοσίου τομέα στα πλαίσια τού ανταγωνισμού τους με τον ιδιωτικό τομέα, φροντίζοντας συγχρόνως να διαμορφώσουν συνθήκες πραγματικού ανταγωνισμού μεταξύ των δημοσίων επιχειρήσεων. Ο έντονος δυναμισμός που χαρακτηρίζει σήμερα τον κλάδο των «στρατηγικών» δημοσίων υπηρεσιών αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα σημεία τής κινεζικής οικονομίας.

Στη Δύση είναι διαδεδομένη η άποψη ότι η επιτυχία των εξαγωγών τής Κίνας οφείλεται κυρίως στο εξαιρετικά χαμηλό κόστος τού εργατικού της δυναμικού. Η αντίληψη αυτή είναι εσφαλμένη διότι το εργατικό κόστος αντιπροσωπεύει μικρό μόνο ποσοστό των τιμών πώλησης (τής τάξης, κατά μέσο όρο, τού 4-10%) και, επομένως, δεν αρκεί για να αντισταθμίσει το κόστος μεταφοράς προς τις χώρες εισαγωγής που βρίσκονται στον καπιταλιστικό Βορά — και αυτό πέραν τού ότι οι μισθοί τής Κίνας τείνουν να αυξάνονται με ταχύτερο ρυθμό σε σχέση με τους μισθούς των ανταγωνιστικών της οικονομιών τού Νότου. Οι εξαγωγικές επιτυχίες τής Κίνας οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στις συγκριτικά πολύ χαμηλότερες τιμές των αναγκαίων συντελεστών παραγωγής (ηλεκτρικό, πρώτες ύλες, τηλέφωνο, θαλάσσιες μεταφορές κ.ο.κ.). Επιπλέον, το γεγονός ότι οι επιβαρύνσεις παραγωγής κινούνται σε συγκριτικά χαμηλά επίπεδα οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις προμηθεύουν τους παραγωγούς με τους αναγκαίους συντελεστές παραγωγής σε τιμές που υπόκεινται σε αυστηρό κρατικό έλεγχο ή οι οποίες καθορίζονται απευθείας από το Κράτος (όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει με τις τιμές τού ηλεκτρικού ρεύματος και των καυσίμων). Πρέπει, βεβαίως, να ληφθεί υπόψη ότι οι μισθοί στις κινεζικές επιχειρήσεις είναι σημαντικά χαμηλότεροι από ό,τι στη Δύση, με την επισήμανση ωστόσο ότι είναι κατά πολύ υψηλότεροι από τους «μισθούς πείνας» των διαβόητων «εργασιακών γκουλάγκ» που λειτουργούν σε άλλες χώρες τού Νότου και που επίσης παράγουν προϊόντα προς εξαγωγή. Τέλος, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, παρά την κρίση που ξέσπασε το 2008, το κατά κεφαλήν καθαρό εισόδημα των κινεζικών αστικών νοικοκυριών αυξήθηκε σε πραγματικούς όρους κατά +8,0% το 2010, κατά +8,5% το 2011 και κατά +10,0% το 2012!

Στην πραγματικότητα, το κρίσιμο διακύβευμα πίσω από αυτή την αντίληψη για τις στρατηγικές δημόσιες υπηρεσίες δεν είναι άλλο από την εθνική κυριαρχία — μια λέξη που έχει συκοφαντηθεί βάναυσα από τους απανταχού θιασώτες τής παγκοσμιοποίησης, οι οποίοι ωστόσο δεν διστάζουν να χρησιμοποιούν τα κράτη για την εξυπηρέτηση των ιδιωτικών τους συμφερόντων, αποκαλύπτοντας έτσι τις πραγματικές τους προθέσεις. Και βλέπουμε σήμερα την Κίνα να εγκαλείται για «εθνικισμό», ενώ στην πραγματικότητα οι φιλοδοξίες της περιορίζονται στη διαφύλαξη τού πολιτισμού της και των επιτευγμάτων τής επανάστασης. Θα θέλαμε προσθέτως να επισημάνουμε ότι, κατά τη γνώμη μας, τα έθνη που δεν διακατέχονται από το σύνδρομο τού ιμπεριαλισμού συνιστούν πλούτο για την ανθρωπότητα, μια μορφή κοινωνικής ποικιλομορφίας, απειλούμενης με εξαφάνιση λόγω τής ομογενοποίησης των τρόπων ζωής, κατανάλωσης και πολιτισμικής έκφρασης, και, ως εκ τούτου, ευτύχημα και ευκαιρία για πολιτισμικές ανταλλαγές και κάθε είδους επιμιξίες. Εμείς, από την πλευρά μας, πιστεύουμε ότι οι επανειλημμένες διακηρύξεις των κινεζικών αρχών όσον αφορά το «σοσιαλισμό κινεζικού τύπου» ή τον «κινεζικό πνευματικό πολιτισμό» δεν πρέπει να ερμηνεύονται ως ένδειξη ματαιοδοξίας, αλλά εκφράζουν την ειλικρινή ανησυχία που προκαλεί το ενδεχόμενο τής απώλειας τής πολιτισμικής ιδιαιτερότητας τής χώρας μέσα στο ασφυκτικά ομογενοποιημένο περιβάλλον των δυτικών αξιών και τρόπων ζωής, πράγμα που ωστόσο δεν αντιφάσκει με την πρόθεσή τους να συμμεριστούν εμπειρίες και αξίες καθολικού χαρακτήρα, όπως αυτές που έχουν διατυπωθεί με θαυμάσιο τρόπο στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων τού Ανθρώπου των Ηνωμένων Εθνών.

Όσον αφορά τώρα τις ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων υπηρεσιών που πραγματοποιήθηκαν (έστω και εν μέρει) στις δυτικές χώρες, υπάρχει σωρεία παραδειγμάτων, όπου σημειώθηκε αισθητή επιδείνωση στο επίπεδο παροχής υπηρεσιών μετά την ιδιωτικοποίησή τους. Δεν είναι, άραγε, γνωστό ότι πολλές επιχειρήσεις τού ιδιωτικού τομέα βρίσκουν τρόπους να παρακάμψουν τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από τον ρόλο τους ως παρόχων κοινωφελών υπηρεσιών και ότι δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο, προκειμένου να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό στην αγορά αυτών των υπηρεσιών προς ίδιον όφελος (μέσω, για παράδειγμα, των πρακτικών «φορολογικής ελάφρυνσης» ή μέσω παραπλανητικών διαφημίσεων); Ελπίζουμε ειλικρινά ότι, ως προς το ζήτημα αυτό, οι κινεζικές αρχές θα βρουν τη δύναμη να αντισταθούν στις σειρήνες τού φιλελευθερισμού. Την ίδια ελπίδα τρέφουμε και για το μέλλον τού «κινεζικού σοσιαλισμού». Πέραν των θετικών επιπτώσεων που έχει η εισαγωγή μηχανισμών τής αγοράς, κυρίως όσον αφορά την επιτάχυνση τής οικονομικής ανάπτυξης (πράγμα που οπωσδήποτε συμβάλλει στη νομιμοποίηση τής υιοθετηθείσας στρατηγικής), θα πρέπει επίσης να υπογραμμίσουμε ότι η τυχόν επιλογή εκ μέρους τής κινεζικής κυβέρνησης να ακολουθήσει τον καπιταλιστικό δρόμο θα υπονομεύσει με βεβαιότητα την όλη αναπτυξιακή στρατηγική της.

Τι είδους «στρατηγικός σχεδιασμός»;

Ένα ιδιαίτερα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό τού πολιτικο-οικονομικού συστήματος τής Κίνας είναι η ύπαρξη ενός ισχυρού σχεδιασμού που εξακολουθεί να εφαρμόζεται, παρ’ όλο που τις τελευταίες δεκαετίες έχει μεταβληθεί ο χαρακτήρας των επιδιωκόμενων στόχων καθώς και των εργαλείων που χρησιμοποιούνται για την επίτευξή τους. Αρκεί κανείς να διαβάσει τις ετήσιες ομιλίες τού πρωθυπουργού και τού υπουργού σχεδιασμού ενώπιον τής Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης, για να διαπιστώσει κατά πόσον υλοποιούνται οι ποσοτικοί στόχοι που καθορίζονται λεπτομερώς στα πενταετή σχέδια. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο καλοπροαίρετος ερευνητής μπορεί να βεβαιωθεί ότι αυτό πράγματι συμβαίνει σε πολύ μεγάλο βαθμό. Επιπλέον σε αυτές τις ομιλίες προδιαγράφονται επακριβώς οι ποσοτικοί στόχοι για το επόμενο έτος. Άλλωστε και οι ίδιοι οι συγγραφείς τού βιβλίου δείχνουν εντυπωσιασμένοι από τα αποτελέσματα τού κινεζικού κεντρικού σχεδιασμού, ο οποίος στοχεύει με αυτοπεποίθηση στο μέλλον παρά την αυξανόμενη αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει τη ζωή στον πλανήτη μας. Αν και στο βιβλίο τους υπάρχουν διάσπαρτες αναφορές στο «στρατηγικό σχεδιασμό», πρέπει ωστόσο να διευκρινισθεί ότι οι συγγραφείς με τον όρο αυτό εννοούν τις κρατικές πολιτικές που στοχεύουν στην καθοδήγηση τής δράσης των οικονομικών παραγόντων, κυρίως όσον αφορά κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα, καθώς και όσον αφορά ζητήματα αστικοποίησης. Βεβαίως, δεν χάνουν την ευκαιρία να αναφερθούν στο προσφιλές τους θέμα, το (δυτικού τύπου) «στρατηγικό κράτος»[8] — μια έννοια η οποία έχει το νόημα ότι το κράτος αποσύρεται από την οικονομία, διατηρώντας ρόλο «ρυθμιστή» τής οικονομικής δραστηριότητας. Είναι προφανές ότι οι συγγραφείς προκρίνουν πολιτικές «παρεμβατισμού» που επηρεάζουν τις τιμές των συντελεστών παραγωγής προς την επιθυμητή κατεύθυνση, και πιο συγκεκριμένα πολιτικές «εξισορρόπησης τού πλούτου προς όφελος τού άυλου και τού φυσικού κεφαλαίου» (σελ. 237). Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι συγγραφείς αφιερώνουν μερικές θαυμάσιες σελίδες, για παράδειγμα, στα ζητήματα τής επιθυμητής μορφής τής αστικοποίησης και των μέτρων που πρέπει ληφθούν, προκειμένου να καταστεί δυνατή η βιώσιμη ανάπτυξη στη σημερινή εποχή τής ενεργειακής και κλιματικής πρόκλησης. Ωστόσο, όπως φαίνεται, ο «στρατηγικός» σχεδιασμός, με την έννοια με την οποία χρησιμοποιείται από τους συγγραφείς τού «Κινεζικού Δρόμου», δεν είναι παρά ένα απλό κυβερνητικό εργαλείο, και μάλιστα κατά το πρότυπο τού «σχεδιασμού μέσω τής παροχής κινήτρων» [planification incitative] που εφαρμόστηκε στη Γαλλία κατά τη διάρκεια τής «λαμπρής τριακονταετίας». Εμείς έχουμε διαφορετική αντίληψη για τον κεντρικό σχεδιασμό. Ως πεδίο καθορισμού και διαμόρφωσης συλλογικών επιλογών, ο κεντρικός σχεδιασμός οφείλει να αποτελεί πυρήνα τής δημοκρατίας. Και αυτό γιατί οι συλλογικές επιλογές αποτελούν έκφραση μιας γενικής βούλησης, και όχι, όπως υποστηρίζουν οι συγγραφείς τού βιβλίου, «έκφραση προϋπαρχουσών συλλογικών προτιμήσεων». Επομένως, ο κεντρικός σχεδιασμός αποτελεί αφενός το πεδίο όπου ένα λαός καθορίζει το συλλογικό του πεπρωμένο και αφετέρου το εργαλείο που χρησιμοποιεί για να διαμορφώσει υπεύθυνα το κοινό του μέλλον, και τούτο όσον αφορά κάθε τομέα τής ζωής του: για παράδειγμα, τις εμπειρίες τής κατοίκησης και τις νοηματοδοτήσεις τού χώρου, τα καταναλωτικά πρότυπα, το μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό συλλογικότητας τού κοινού βίου κ.ο.κ. Το γεγονός είναι ότι στην Κίνα ο καθορισμός των επιλογών αυτών πραγματοποιείται από το κομμουνιστικό κόμμα για λογαριασμό των πολιτών («εν ονόματι τού λαού»), πράγμα που φέρνει στο προσκήνιο το ζήτημα τού χαρακτήρα τού πολιτικού καθεστώτος τής χώρας. Ως προς αυτό, θα περιοριστούμε στην επισήμανση ότι σήμερα η αρχή τής διαβούλευσης προτάσσεται ολοένα και περισσότερο ως θεμελιώδης ανάγκη. Όπως και να έχει, πιστεύουμε ότι στις κυβερνητικές πρακτικές και τις ομιλίες των κινέζων αξιωματούχων αποτυπώνεται αυτή ακριβώς η έννοια τού κεντρικού σχεδιασμού, με άλλα λόγια ενός σχεδιασμού για την υλοποίηση τού οποίου χρησιμοποιούνται σύγχρονα μέσα προσαρμοσμένα στις απαιτήσεις τού παρόντος. Αυτού τού είδους ο σχεδιασμός, που κατ’ εμάς αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα τού σοσιαλιστικού δρόμου ανάπτυξης, αντιδιαστέλλεται σαφώς από τη νεοφιλελεύθερης έμπνευσης έννοια τής «χρηστής διακυβέρνησης», που, στη πραγματικότητα, χρησιμοποιείται κατ’ αντίφραση για να δηλώσει την αφαίρεση εξουσιών από το κράτος μέσω τής θέσπισης κανόνων προς όφελος των κυρίαρχων δυνάμεων τής αγοράς. Στην περίπτωση όμως τού κινεζικού «στρατηγικού» σχεδιασμού, βλέπουμε να χρησιμοποιείται ένα ευρύ φάσμα εργαλείων. Οι συγγραφείς, μάλιστα, τού «Κινεζικού Δρόμου» επιλέγουν να εστιάσουν στη φορολογική πολιτική, που ναι μεν συνιστά ένα πολύ σημαντικό εργαλείο, αλλά δεν εξαντλεί το φάσμα των μέσων που έχει στη διάθεσή του το κινεζικό κράτος. Παραλείπουν, δυστυχώς, να αναφερθούν στην ευρέως διαδεδομένη πρακτικής τής χορήγησης δανείων με επιδοτούμενα επιτόκια, όπως επίσης και στον ρόλο που διαδραματίζουν το σύστημα καθορισμού τιμών και οι δημόσιες παραγγελίες, που, κατά τη γνώμη μας, αποτελούν κρίσιμους παράγοντες που συντελούν αποφασιστικά στην αποτελεσματικότητα τού κινεζικού σχεδιασμού.

Μια «καλοπροαίρετη» γραφειοκρατική εξουσία …;

Σύμφωνα με τον Μισέλ Αλιετά και τον Γκούο Μπάι, η πολιτική εξουσία τής χώρας συνεχίζει την παλιά παράδοση τής αυτοκρατορικής εξουσίας, η οποία ας σημειωθεί ότι δεν ήταν μια ελέω θεού απόλυτη μοναρχία, αλλά στηριζόταν σε ένα είδος «κοινωνικού συμβολαίου» με το λαό, με την έννοια, αφενός, ότι ο κυρίαρχος ηγεμόνας παρείχε στους υπηκόους του υπηρεσίες με αντάλλαγμα την αφοσίωσή τους και, αφετέρου, ότι το σύστημα των αυτοκρατορικών εξετάσεων προσέφερε ευκαιρίες κοινωνικής ανόδου στους διοικούμενους. Επιπλέον, η μη πλήρωση των εν λόγω νομιμοποιητικών προϋποθέσεων καθιστούσε δικαιολογημένη την ανατροπή τής εξουσίας. Η αυτοκρατορική εξουσία όφειλε επιπροσθέτως να συμμορφώνεται προς συγκεκριμένους κανόνες ηθικής συμπεριφοράς, μεταξύ των οποίων μπορούν να αναφερθούν η δικαιοσύνη, η εντιμότητα και ο σεβασμός των οικογενειακών αξιών. Εν ολίγοις, η συμπεριφορά τής εξουσίας έπρεπε να καθορίζεται από ένα ηθικό κώδικα κομφουκιανής, κυρίως, έμπνευσης. Σύμφωνα, λοιπόν, με τους συγγραφείς τού βιβλίου, τα ίδια ισχύουν και όσον αφορά το κινεζικό κομμουνιστικό κόμμα. Όπως μάλιστα επισημαίνουν, η εξουσία που ασκεί το κόμμα είναι μεν ιεραρχική (—και, ως προς αυτό, επισημαίνουν το παράδειγμα τού «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού»), αλλά όχι «δικτατορική» (καθόσον το κόμμα εφαρμόζει την αρχή τής «συλλογικότητας»). Η κοινωνική αποδοχή τής εξουσίας που ασκεί το κόμμα, το οποίο έχει υπό την εποπτεία του τη λειτουργία τού κρατικού μηχανισμού, εξαρτάται από το κατά πόσον επιτελεί τα καθήκοντά του που αφορούν την προαγωγή τής κοινωνικής ευημερίας και την αύξηση τού «πραγματικού πλούτου». Το τελευταίο αυτό σημείο συνεπάγεται ότι το κόμμα ενεργεί με τη δέουσα μέριμνα όσον αφορά όλες τις μορφές κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων τόσο τού «ανθρωπίνου κεφαλαίου» (τ.έ. το σύνολο των ικανοτήτων και προσόντων που διαθέτει κάθε άτομο) όσο και τού «φυσικού κεφαλαίου» (που διακρίνεται από το στοιχείο τής σπανιότητας των πόρων, πράγμα που δικαιολογεί την ανάγκη τής «αναπτυξιακής αειφορίας»). Η κοινωνική ευημερία προϋποθέτει ειδικότερα την προαγωγή τής κοινωνικής συνοχής, πράγμα που με τη σειρά του απαιτεί την κατά το δυνατόν εξάλειψη των κοινωνικών ανισοτήτων, την εγγύηση των κοινωνικών δικαιωμάτων και την ενίσχυση τής συμμετοχής τής κοινωνίας των πολιτών στις διαδικασίες προσφοράς δημοσίων αγαθών. Όλοι αυτοί οι στόχοι είναι υλοποιήσιμοι μόνον εάν η εξουσία ενεργεί με βάση ηθικά κριτήρια. Αυτή είναι, σε γενικές γραμμές, η ουσία των επιδιώξεων που, σύμφωνα με τους συγγραφείς, πρέπει να έχει η πολιτική εξουσία. Υπό το πρίσμα μάλιστα αυτό, οι συγγραφείς θεωρούν ότι, όσον αφορά την αποτελεσματική άσκηση τής εξουσίας, το πολιτικό καθεστώς τής χώρας διαθέτει πολύ περισσότερα μέσα από ό,τι ορισμένες φιλελεύθερες δημοκρατίες, στις οποίες μια συχνά περιορισμένη πλειοψηφία κοινωνικών δυνάμεων κατόρθωσε, μετά από έντονη διαπάλη, να επιβάλλει την κυριαρχία της επί τής μειοψηφίας, με αποτέλεσμα την επικράτηση ιδιωτικών συμφερόντων που κρύβονται πίσω το μανδύα τού «δημοσίου συμφέροντος», και στις οποίες πρώτιστη μέριμνα είναι η ικανοποίηση των αναγκών τής παρούσας γενιάς, διακυβεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα των μελλοντικών γενιών να ικανοποιήσουν τις δικές τους. Επιπλέον, λόγω τού ότι η επίτευξη των στόχων που συνδέονται με την βιώσιμη ανάπτυξη και την κοινωνική ευημερία αποτελεί τη μοναδική πηγή νομιμοποίησης τού κινεζικού καθεστώτος, η πολιτική εξουσία τής χώρας είναι σε θέση να διαμορφώσει ένα μακροπρόθεσμο πρόγραμμα δράσης, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στις δυτικές δημοκρατίες, όπου η πολιτική εξουσία αδυνατεί να υπερβεί το βραχύ χρονικό ορίζοντα των εκλογικών συγκυριών.

Αυτή η ανάλυση, που σε επίπεδο εννοιών αντλεί έμπνευση από τις προτάσεις τής επιτροπής Στίγκλιτς και τις απόψεις τού Αμάρτια Σεν, είναι οπωσδήποτε αρκετά καινοτόμος, αλλά πιστεύουμε ότι βασική της επιδίωξη είναι να συμβάλει στον αναπροσανατολισμό τής κινεζικής αναπτυξιακής πολιτικής προς την κατεύθυνση ενός, τρόπο τινά, «ανανεωμένου σοσιαλδημοκρατικού συμβιβασμού», ο οποίος συνίσταται στην υπαγωγή των δημόσιων και ιδιωτών ιδιοκτητών κεφαλαίου στην εξουσία ενός Κράτους που θα στοχεύει στην αξιοποίηση εκείνων των μορφών κεφαλαίου — π.χ. ανθρώπινο, κοινωνικό, θεσμικό, φυσικό κεφάλαιο κ.τ.λ. — που συνήθως παραμελούνται στο πλαίσιο τής «συνήθους» λειτουργίας τού καπιταλισμού. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, η κινεζική «αυτοκρατορία» θα μπορέσει κατ’ αυτόν τον τρόπο να θέσει φραγμούς στα ιδιωτικά συμφέροντα. Εμείς από την πλευρά μας δεν θεωρούμε πειστική την ανάλυση αυτή, παρ’ όλο που ανταποκρίνεται φαινομενικά στην πολιτική που ακολουθεί σήμερα η κινεζική κυβέρνηση. Έχουμε επίσης την εντύπωση ότι η ερμηνεία που προτείνουν οι συγγραφείς τού βιβλίου όσον αφορά τον χαρακτήρα τής πολιτικής εξουσίας τής χώρας τείνει συχνά να αντιμετωπίζει την κινεζική πραγματικότητα υπό το στρεβλό πρίσμα τού «σοσιαλδημοκρατικού κράτους». Και αυτό γιατί η θεώρησή τους συγκλίνει προς αυτή που προτάθηκε από τον Τζ. Μ. Κέινς στη «Γενική θεωρία τής απασχόλησης, τού τόκου και τού χρήματος» και στο πλαίσιο τής οποίας δίνεται υπερβολική έμφαση στον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει το καπιταλιστικό κράτους, σε μια τουλάχιστον από τις εκφάνσεις του. Αυτή η εμπιστοσύνη στον ρόλο τού κράτους οδήγησε τον Κέινς στο να πιστέψει ότι, μέσω κρατικών παρεμβάσεων που θα έρχονταν σε σύγκρουση με την αμιγή λογική τής μεγιστοποίησης τού καπιταλιστικού κέρδους, θα μπορούσαν να βελτιωθούν σταδιακά οι «αποκρουστικές πτυχές τού καπιταλισμού», στις οποίες συμπεριελάμβανε, μεταξύ άλλων, τη μαζική ανεργία και τις εισοδηματικές ανισότητες. Ωστόσο, η ανάλυση αυτή υποτιμά, αδικαιολόγητα κατά τη γνώμη μας, την πραγματική δύναμη των ολιγοπωλίων που σήμερα κυριαρχούν παγκοσμίως στον χρηματοπιστωτικό τομέα, καλλιεργώντας έτσι πολιτικές αυταπάτες και ψεύτικες ελπίδες όσον αφορά την υποτιθέμενη παντοδυναμία που διαθέτει ένα «ρεφορμιστικό» κράτος με καθαρά σοσιαλδημοκρατικό προσανατολισμό. Αποφεύγοντας επίσης να αμφισβητήσει τις κυρίαρχες ιδεολογικές παραδοχές, η έκθεση τής επιτροπής Στίγκλιτς, η οποία δημοσιοποιήθηκε το 2009, συνέστησε απλώς την επανεξέταση των εδραιωμένων βεβαιοτήτων τού νεοφιλελευθερισμού. Πιο συγκεκριμένα, η επιτροπή πρότεινε τη διατήρηση τής ευελιξίας των συναλλαγματικών ισοτιμιών και επανέλαβε τις συνήθεις προειδοποιήσεις για τους «κινδύνους τού προστατευτισμού», υπογραμμίζοντας συγχρόνως τις αρετές τού καθεστώτος των ελεύθερων συναλλαγών. Οι συντάκτες τής έκθεσης θεώρησαν μεν αναγκαία την αντιμετώπιση των εξόφθαλμων παθογενειών τής «εταιρικής διακυβέρνησης», αλλά έκριναν ότι ο διεθνής χρηματοοικονομικός τομέας θα όφειλε να έχει τον τελικό λόγο για τη διαχείριση των σχετικών κινδύνων. Τα συμπεράσματα τής έκθεσης πόρρω απέχουν από τη στάση απόρριψης τής χρηματοπιστωτικής φιλελευθεροποίησης που έχει υιοθετηθεί από την κινεζική κυβέρνηση και η οποία βρίσκει απήχηση σε ολοένα και περισσότερα κράτη τού Νότου — χωρίς βεβαίως η διαδικασία αυτή να είναι απαλλαγμένη από αντιφάσεις. Όσον αφορά τώρα την «κριτική» θεώρηση τού Αμάρτια Σεν, θέλουμε να επισημάνουμε ότι το πλεονέκτημά της έγκειται στην υιοθέτηση τής οπτικής τής «ανθρώπινης ανάπτυξης», αλλά, πέραν τής ορολογικής πρωτοτυπίας που τη διακρίνει (πβ. λ.χ. την «προσέγγιση των ικανοτήτων»), στην πραγματικότητα δεν αποτελεί παρά αντίγραφο τής επικρατούσας οικονομικής θεωρίας που είναι στενότατα συνδεδεμένη με την εφαρμογή νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Η φαινομενική πειστικότητα των επιχειρημάτων του οφείλεται στο γεγονός ότι ο Αμάρτια Σεν ουδέποτε έλαβε ξεκάθαρη στάση, περιοριζόμενος στον ρόλο τού εμπειρογνώμονα που παρέχει συμβουλευτική υποστήριξη σε διάφορους διεθνείς οργανισμούς, η συμβολή των οποίων στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των φτωχότερων πληθυσμών τού πλανήτη είναι τουλάχιστον αμφίβολη. Το πλούσιο συγγραφικό του έργο συνιστά αστείρευτη πηγή εννοιών, αλλά η εύρεση «πρακτικών εφαρμογών» τής θεωρίας του μοιάζει μάλλον με την αναζήτηση μιας βελόνας στα άχυρα. Αφήνοντας κατά μέρος το γεγονός ότι ο Αμάρτια Σεν είναι ένας προικισμένος συγγραφέας, η «εναλλακτική» οπτική που προτείνει είναι σε μεγάλο βαθμό εναρμονισμένη με την επικρατούσα ιδεολογία και επομένως μπορεί εύκολα να ενσωματωθεί στο κυρίαρχο ρεύμα τού νεοφιλελευθερισμού, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τις θέσεις που υποστηρίζουν οι συγγραφείς τού «Κινεζικού Δρόμου». Είναι άραγε δυνατή η άσκηση μιας εναλλακτικής πολιτικής με κοινωνικό και δημοκρατικό προσανατολισμό εντός των πλαισίων τού «ρεφορμισμού»; Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί, άραγε, τροχοπέδη σε κάθε απόπειρα σύγκρουσης με το παγκοσμιοποιημένο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο;

… ή μια πολιτική εξουσία που βαδίζει στο δρόμο τού σοσιαλισμού;

Η αναζήτηση τού «βέλτιστου» αποτελέσματος μέσα από το πρίσμα τής «ορθής κατανομής» των διαφόρων μορφών [παραγωγικού] κεφαλαίου ισοδυναμεί με την παραδοχή ότι όλες οι μορφές κεφαλαίου έχουν το ίδιο βάρος όσον αφορά τη διαδικασία παραγωγής πλούτου — είτε δηλαδή πρόκειται για τις φυσικές πηγές παραγωγής πλούτου, είτε για τους «απτούς» και «ανθρώπινους πόρους» (για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία τής «διοίκησης επιχειρήσεων»). Εν προκειμένω έχουμε να κάνουμε με μια θεωρητικά περιγραφική και όχι μεταφορική χρήση τού όρου «κεφαλαίου». Ωστόσο, στη μαρξιστική παράδοση, δύο είναι οι πηγές πλούτου από πλευράς παραγωγής αξιών χρήσης: η γη και η εργασία (που, ας σημειωθεί παρενθετικά, είναι η μοναδική παραγωγός αξίας). Εκείνο που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι το κινεζικό κομμουνιστικό κόμμα δεν έπαψε ποτέ να επικαλείται την κληρονομιά τού μαρξισμού. Και μπορεί μεν ορισμένα ηγετικά στελέχη του να κάνουν χρήση τού όρου «συντελεστές παραγωγής» (εργασία, κεφάλαιο, τεχνολογία, διοίκηση κ.τ.λ.), αλλά θα πρέπει να θεωρηθεί ότι, τόσο για αυτούς όσο και για τον ίδιο τον Μαρξ, ο όρος αυτός σημαίνει τους συντελεστές τής παραγωγικής δύναμης τής εργασίας. Στην Κίνα, η κατανομή ανάλογα με την εργασία εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως θεμελιώδης αρχή στο επίπεδο τής διανομής τού προϊόντος, ενώ τα εισοδήματα που πηγάζουν από τους υπόλοιπους συντελεστές παραγωγής — όσο θεμιτός και αν είναι ο προσπορισμός τους — θεωρούνται ότι αφαιρούνται από την αξία που παρήχθη από την εργασία. Όλα αυτά ίσως να ακούγονται σαν ανοησίες, ιδίως αν λάβει κανείς υπόψη το επίπεδο των μισθών και τον αριθμό των εκατομμυριούχων στην Κίνα. Πιστεύουμε, ωστόσο, ότι αυτός ήταν και παραμένει ο προσανατολισμός τής κινεζικής πολιτικής. Είναι αλήθεια ότι, μετά από δεκαετίες καθυστέρησης, οφειλόμενης εν μέρει στην εφαρμογή τού προτάγματος τού εξισωτισμού, η υλοποίηση τής κατευθυντήριας αυτής γραμμής «ανεστάλη» προσωρινά με σκοπό την επιτάχυνση τής ανάπτυξης (—έτσι, κατά τη γνώμη μας, πρέπει να ερμηνευθεί το σύνθημα «προλάβετε να πλουτίσετε»). Βεβαίως, η εν λόγω διαδικασία δημιούργησε προβλήματα, αλλά η συζήτηση και το ενδιαφέρον όσον αφορά τον βασικό αυτό προσανατολισμό αναζωπυρώθηκε πρόσφατα με την προαγωγή των ζητημάτων που άπτονται τής κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας. Γι’ αυτό, άλλωστε, οι περισσότεροι κινέζοι ηγέτες επιμένουν να κάνουν λόγο για σοσιαλισμό.

Όσον αφορά τώρα το ζήτημα τής ηθικής, οι αξιωματούχοι τού κόμματος δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στο λεγόμενο «σοσιαλιστικό ήθος», που διακρίνεται από τα εξής γνωρίσματα: την «ευσυνείδητη εργασία», την «εντιμότητα», τη «χρηστότητα», την «αλληλεγγύη» και, όσον αφορά τη σχέση προς εαυτόν, τον «αυτοσεβασμό», την «αυτοπεποίθηση», την «πραότητα» και, τέλος, το «πνεύμα δημιουργικότητας» (—ομολογουμένως, η λίστα είναι κάπως ευρύτερη, σε σχέση με τις συνήθεις επικλήσεις των αφηρημένων αξιών τής ελευθερίας, τής ισότητας, τής αμεροληψίας κ.τ.λ., ή και τού κλασικού τριπτύχου των εννοιών τού αληθούς, τού ωραίου και τού αγαθού). Το περιεχόμενο των εν λόγω αρετών είναι, βεβαίως, ένα θέμα που επιδέχεται συζήτησης, αλλά το γεγονός παραμένει ότι οι αρετές αυτές χαρακτηρίζονται ρητά ως «σοσιαλιστικές», και όχι ως «κομφουκιανές». Ταυτόχρονα όμως αυτές οι αρετές και αξίες συμφωνούν σε πολλά με την παραδοσιακή κινεζική ηθική, ενώ το ίδιο το κόμμα διακηρύσσει ότι στόχος του είναι η «προβολή των παραδοσιακών αρετών». Υπό αυτή την έννοια, μπορεί κανείς να κάνει λόγο για μια ιδιαίτερη κινεζική «ηθική». Οι επισημάνσεις μας αυτές εύλογα ίσως μπορεί να δώσουν αφορμή για σκεπτικισμό ή και να προκαλέσουν ειρωνικά μειδιάματα στον αναγνώστη, λαμβανομένης υπόψη τής «χαλάρωσης των ηθών» που επικρατεί σήμερα στην Κίνα (αριβισμός, δίψα για χρήμα, καταναλωτισμός, διαφθορά ακόμα και στα ανώτατα κλιμάκια τής κινεζικής ηγεσίας κ.ο.κ). Ωστόσο, η ηθική αυτή δεν πρέπει να εκληφθεί ως απλή ηθικολογία, καθόσον ακριβώς έχει αναγορευθεί σε επίσημο δόγμα τού κινεζικού κράτους. Πέραν τού γεγονότος ότι οι κινεζικές αρχές διεξάγουν μια διαρκή εκστρατεία εναντίον τής «έκλυσης των ηθών», θα πρέπει να επισημανθεί και το ότι τα μέλη τού κομμουνιστικού κόμματος υποχρεούνται να ακολουθούν πολύ αυστηρότερους ηθικούς κανόνες και πρότυπα υποδειγματικής συμπεριφοράς. Για να μην πολυλογούμε, ο «κινεζικός δρόμος» διατηρεί μεν την κληρονομιά τής παράδοσης και τού πολιτισμού τού κινεζικού λαού, αλλά εξακολουθεί να έχει ως σημείο αναφοράς τα σύγχρονα ιδεώδη τού σοσιαλισμού και όχι το μπαλωμένο λάβαρο μιας ψιμυθιωμένης σοσιαλδημοκρατίας που υποτίθεται ότι ανταποκρίνεται στις ανάγκες των καιρών και η οποία συνίσταται σε μια μορφή κοινωνικής δικαιοσύνης που εξαντλείται στο αίτημα τής περιορισμένης αναδιανομής τού εισοδήματος, σε μια κατ’ επίφαση «αντιπροσωπευτική δημοκρατία» χωρίς το στοιχείο τής λαϊκής συμμετοχής και στην εφαρμογή τής ρωλσιανής ιδέας τής «ισότητας» ως δίκαιης ανισότητας, με τη συνοδεία μέτρων διαχείρισης τής ακραίας φτώχειας.

Βεβαίως συμφωνούμε ότι, όποια ερμηνεία και αν δοθεί στην αρχή «στον καθένα ανάλογα με την εργασία του», η σημερινή κατάσταση στην Κίνα απέχει πολύ από το σοσιαλιστικό ιδεώδες τής ισότητας. Η Κίνα παραμένει μια χώρα στην οποία επικρατούν μεγάλες κοινωνικές ανισότητες και όπου το σύστημα κοινωνικής προστασίας είναι αφενός ανεπαρκές — εξαιρουμένης τής περίπτωσης των δημοσίων υπαλλήλων και των εργαζομένων στις δημόσιες επιχειρήσεις — και αφετέρου ελάχιστα αναδιανεμητικό (και μάλιστα, όπως ορθά επισημαίνεται από τους συγγραφείς τού βιβλίου, υστερεί κατά πολύ έναντι τού κοινωνικού κράτους των σκανδιναβικών χωρών κατά την εποχή τής ακμής του). Ο Μ. Αλιετά και ο Γκούο Μπάι προτείνουν, λοιπόν, την ενίσχυση τού κρατικού πυλώνα ασφάλισης μέσω τής θέσπισης ενός ειδικού κοινωνικού φόρου επί όλων των εισοδημάτων για τη χρηματοδότηση τού κόστους κάλυψης των λεγόμενων «καθολικών» ασφαλιστικών κινδύνων (εκείνων δηλαδή που δεν συνδέονται αποκλειστικά με την εργασία, όπως είναι λ.χ. ο κίνδυνος ασθενείας). Η πρότασή τους αυτή μάς βρίσκει σύμφωνους, αν και πιστεύουμε ότι, πέραν τής ασφάλισης ασθενείας (για την οποία ισχύει — κατά τρόπο πρωθύστερο — η αρχή τού «αναπτυγμένου» κομμουνισμού «στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του»), το πεδίο εφαρμογής της θα πρέπει να επεκταθεί, προκειμένου να περιλάβει τις συντάξεις και τα επιδόματα ανεργίας, εξασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την ευρύτερη δυνατή κάλυψη για τους βασικούς κινδύνους.

Ωστόσο, η ουσία τού προβλήματος βρίσκεται στις ανισότητες των πρωτογενών εισοδημάτων. Ως προς αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι η φορολογική αναδιανομή κρίνεται σήμερα αναγκαία, ακριβώς λόγω των μεγάλων εισοδηματικών ανισοτήτων (και οι συγγραφείς προτείνουν μια σειρά από ουσιαστικά μέτρα στον τομέα τής φορολογίας). Δεν πρέπει, όμως, να λησμονηθεί ότι, αξιοποιώντας το ευρύ φάσμα εργαλείων και μέσων που ήδη διαθέτει για την εξάλειψη των ανισοτήτων, το κράτος (κεντρική κυβέρνηση και τοπική αυτοδιοίκηση) μπορεί να δράσει πολύ αποτελεσματικότερα στο δημόσιο τομέα. Εν κατακλείδι, ο Μ. Αλιετά και ο Γκού Μπάι συνιστούν στις κινεζικές αρχές να υιοθετήσουν ό,τι «καλύτερο» (κατά τη γνώμη των συγγραφέων) έχει να προσφέρει το καθεστώς τής σοσιαλδημοκρατίας στον τομέα τής αναδιανομής τού εισοδήματος, πράγμα που αναμφίβολα συνιστά βελτίωση σε σύγκριση με την τρέχουσα κατάσταση. Εμείς, αντιθέτως, πιστεύουμε ότι ο σοσιαλιστικός προσανατολισμός απαιτεί την ανάληψη ευρύτερων δράσεων και πρωτοβουλιών και στον τομέα αυτό.

Σύντομες καταληκτικές παρατηρήσεις για τον σοσιαλισμό κινεζικού τύπου

Έχοντας υιοθετήσει μια διαφορετική προσέγγιση, η ανάλυσή μας αναδεικνύει μια εικόνα τής κινεζικής πραγματικότητας που απέχει πολύ από αυτή που σκιαγραφεί το έργο των Μισέλ Αλιετά και Γκούο Μπάι — το ερευνητικό εύρος και η ποιότητα τού οποίου είναι υπεράνω αμφισβήτησης, Πιστεύουμε, λοιπόν, ότι στην Κίνα δεν έχει εγκαταλειφθεί ο σοσιαλιστικός δρόμος. Χαρακτηριστική ένδειξη για αυτό αποτελεί το γεγονός ότι σήμερα ο κινεζικός δημόσιος τομέας βρίσκεται σε μια διαδικασία ανάκτησης τού χαμένου εδάφους έναντι τού ιδιωτικού τομέα μέσω τής εξαγοράς μεγάλου αριθμού ιδιωτικών επιχειρήσεων. Επιπλέον, κατά τη γνώμη μας, δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά δεδομένα η ιδέα των συγγραφέων ότι η «βούληση» ενός ιεραρχικού και πειθαρχημένου κομμουνιστικού κόμματος να διατηρηθεί στην εξουσία μέσω τής προνομιακής ικανοποίησης των συμφερόντων που συνδέονται με τη λειτουργία ενός υπερμεγέθους γραφειοκρατικού και κομματοκρατούμενου κρατικού μηχανισμού, ο οποίος εξυπηρετεί πρωτίστως τη λειτουργία τής αναπαραγωγής τού κόμματος, μπορεί να αναχθεί αβίαστα σε παράγοντα ερμηνείας τού τρόπου άσκησης τής πολιτικής εξουσίας τής χώρας, συμπεριλαμβανομένης και τής χάραξης τής κινεζικής οικονομικής πολιτικής. Κατ’ αρχάς, θεωρούμε φυσιολογικό ότι ένα κόμμα που έφερε εις πέρας μια νικηφόρο επανάσταση επιθυμεί να διατηρήσει την εξουσία χρησιμοποιώντας την ως μέσο επίτευξης των στόχων που το ίδιο θεωρεί ότι εξυπηρετούν τα συμφέροντα τού λαού. Κατά δεύτερο λόγο, πιστεύουμε ότι πρέπει να παρακολουθήσουμε εκ τού σύνεγγυς τόσο τα βήματα προόδου που σημειώνονται σε επίπεδο μεταρρύθμισης τού πολιτικού συστήματος τής χώρας όσο και τις προσπάθειες αυτομεταρρύθμισης τού κομμουνιστικού κόμματος, το οποίο κάθε άλλο παρά φοβάται τη δημοσιοποίηση των ελαττωμάτων του, κυρίως αναφορικά με τις ελλείψεις στο ζήτημα τής εσωτερικής δημοκρατίας. Επομένως, πιστεύουμε ότι είναι δυνατή μια διαφορετική ερμηνεία τού κινεζικού πολιτικού συστήματος, ζήτημα το οποίο αποφύγαμε να θίξουμε άμεσα στο παρόν άρθρο, που αφιερώθηκε κυρίως σε ζητήματα οικονομικού ενδιαφέροντος. Τούτου λεχθέντος, θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι, κατά τη γνώμη μας, τόσο στο εσωτερικό τού κόμματος όσο και στα πανεπιστήμια, τους ερευνητικούς οργανισμούς, τους κύκλους τής διανόησης και, με μεγαλύτερη διακριτικότητα, στα τοπικά μέσα ενημέρωσης, υποβόσκει μια λανθάνουσα διαμάχη — που διατηρείται μακριά από τη δημοσιότητα, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στη μαοϊκή εποχή — μεταξύ δύο πολιτικών γραμμών και προσανατολισμών, και πιο συγκεκριμένα μεταξύ μιας σοσιαλδημοκρατικής γραμμής (που ορισμένοι μάλιστα θα χαρακτήριζαν, δικαιολογημένα, ως «φιλελεύθερη») και ενός καθαρά σοσιαλιστικού προσανατολισμού, τού οποίου φορέας είναι σε μεγάλο βαθμό η λεγόμενη «νέα αριστερά», που θεωρείται ότι συνεχίζει την κληρονομιά τού μαοϊσμού. Αν και ο αγώνας αυτός δεν έχει ακόμα κριθεί, πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι η υπερίσχυση τού σοσιαλιστικού «στρατοπέδου» δεν θα συνεπάγεται κατ’ ανάγκη την απουσία ανάπτυξης τάσεων και διαφοροποιήσεων στο εσωτερικό του — πράγμα που θα αποτελούσε ευπρόσδεκτη εξέλιξη, διότι τίποτε δεν είναι χειρότερο από την μονολιθική σκέψη [pensée unique]. Και είναι δυσάρεστο το ότι ο σχετικός διάλογος δεν διαχέεται σε ευρύτερα στρώματα τής κοινωνίας, αν και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, κρίνοντας από τις εμπειρίες τού παρελθόντος, ο κίνδυνος εκφυλισμού τού διαλόγου εξακολουθεί να προκαλεί εύλογες ανησυχίες.

Ολοκληρώνοντας, θα θέλαμε να κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις σε σχέση με την ερμηνεία τού όρου «σοσιαλισμός κινεζικού τύπου», που αποτελεί ένα από τα πιο επίμονα μοτίβα τής επίσημης ρητορικής των κινεζικών αρχών. Κατά τη γνώμη μας, τρεις είναι οι πιθανές ερμηνείες που μπορεί να δώσει κανείς στον όρο αυτό: σύμφωνα με την πρώτη, ο όρος περιγράφει την προσαρμογή τού σοσιαλιστικού σχεδίου στις συγκεκριμένες συνθήκες ανάπτυξης που επικρατούν στην Κίνα. Ως προς αυτό, δεν υπάρχει καμία ουσιαστική αντίρρηση και οι οποίες επιμέρους αντιρρήσεις θα αφορούν τις λεπτομέρειες υλοποίησης του: όπως έχει πολλάκις ειπωθεί, ο σοσιαλισμός δεν θα οικοδομηθεί εν μία νυκτί. Σύμφωνα με μια δεύτερη ερμηνεία, ο όρος σημαίνει την «κινεζοποίηση» τού σοσιαλισμού. Με άλλα λόγια, όσον αφορά το ένα πέμπτο τής ανθρωπότητας, κρίνεται αναγκαία η εκ βάθρων επανεξέταση τού σοσιαλιστικού σχεδίου σε συνάρτηση με το παρελθόν και το μέλλον ενός καθαρά κινεζικού πολιτισμού, πράγμα που έχει ως φυσική απόρροια την ανάγκη ριζικής αναθεώρησης τού ίδιου τού μαρξισμού. Πολλές επίσημες δηλώσεις κινέζων αξιωματούχων τείνουν πράγματι προς αυτή την κατεύθυνση, αν και πρέπει να επισημανθεί ότι το περιεχόμενο τους επιδέχεται πέραν τής μιας ερμηνείας. Τέλος, σύμφωνα με μια τρίτη ερμηνεία, ο όρος αναφέρεται στην επιλογή τής διατήρησης των στοιχείων εκείνων που συγκροτούν τον καθολικό πυρήνα τού σοσιαλισμού και τής εναρμόνισης τού λοιπού περιεχομένου τού σοσιαλιστικού σχεδίου με τις προσδοκίες και την πολιτιστική κληρονομιά τού κινεζικού έθνους. Κατά τον ίδιο τρόπο και οι υπόλοιπες χώρες δύνανται να επιλέξουν να διατηρήσουν τα στοιχεία οικουμενικής αξίας τού σοσιαλιστικού σχεδίου, προσαρμόζοντας κατά το δυνατόν τη διαδικασία τής σοσιαλιστικής οικοδόμησης στα συγκεκριμένα πρότυπα τής «ηθικής» τους, που νοείται εδώ ως «τρόπος ζωής» (ας αναφερθεί ότι αυτή η ερμηνεία τής κινεζικής πραγματικότητας και τής επίσημης ρητορικής των αρχών μάς βρίσκει εν πολλοίς σύμφωνους).

Επιπλέον, θα μπορούσαμε να αντλήσουμε διδάγματα καθολικής εμβέλειας από την κινεζική «σκέψη», η οποία, πέραν τής πολιτικής τής σημασίας, προσφέρει γόνιμους ερευνητικούς προσανατολισμούς στο πεδίο τουλάχιστον των κοινωνικών επιστημών. Καθώς η πραγμάτευση τού συγκεκριμένου θέματος υπερβαίνει τα όρια τού παρόντος άρθρου, θα αρκεστούμε σε ορισμένες επισημάνσεις παίρνοντας ως σημείο αναφοράς δύο τυπικά κινεζικές έννοιες: την κομφουκιανής προέλευσης έννοια τής «αρμονίας» και την «ενότητα των αντιθέτων». Η ιδέα τής «επιδίωξης τής αρμονίας», η οποία έχει το νόημα τής αποκατάστασης των διαταραγμένων ισορροπιών, συνδέεται άμεσα όχι μόνο με την προσπάθεια αντιμετώπισης των ανισορροπιών τής κινεζικής οικονομίας, στις οποίες αναφερθήκαμε ήδη (υπερεπενδύσεις, κοινωνικές ανισότητες, εξαγωγές, επιζήμια για το περιβάλλον ανάπτυξη κ.ο.κ.), αλλά και με πλήθος άλλων ζητημάτων, όπως είναι, για παράδειγμα, ο υπερβολικός ατομικισμός, η χαλάρωση των ηθών, ο χαμηλός βαθμός σύνδεσης τής πολιτικής εξουσίας με τις μάζες κ.ο.κ. Αυτό που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι η ιδέα αυτή αφορά δυνητικά κάθε τομέα τής ύπαρξης και επομένως υπερβαίνει τα πλαίσια μιας συγκεκριμένης μαρξιστικής παράδοσης που εστιάζεται κυρίως στην τεχνολογική πρόοδο, που εν προκειμένω θεωρείται ως «πηγή αφθονίας», και τη σταδιακή εξαφάνιση των ταξικών αντιθέσεων. Ίσως θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι πρόκειται για το «πάντρεμα των αντιθέτων» (πόλης/υπαίθρου, περιβαλλοντικής προστασίας/πρότυπα κατανάλωσης τού πληθυσμού κ.λπ.) και την προσπάθεια μετριασμού των κοινωνικών εντάσεων που απειλούν την κοινωνική συνοχή και σταθερότητα, πράγμα που βεβαίως δεν απέχει πολύ από την ιδέα τής επιδίωξης «κατάλληλων συμβιβασμών». Εδώ όμως υπεισέρχεται η ιδέα τής «ενότητας των αντιθέτων», που συμβολίζεται με το ζεύγος γιν-γιανγκ και η οποία λέει κάτι περισσότερο, ότι δηλαδή τα αντίθετα δεν είναι τελείως ξένα μεταξύ τους, αλλά βρίσκονται σε σχέση ανάδρασης, με αποτέλεσμα να είναι δυνατή η εξεύρεση ενός σημείου δυναμικής ισορροπίας (—στην περίπτωση των παραδειγμάτων μας, η «πόλη» [«εργάτες»-«ανεξάρτητοι μικροπαραγωγοί»] μπορεί να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη τής «υπαίθρου» [«αγρότες»], όπως ισχύει και το αντίθετο· κατά τον ίδιο τρόπο, η κατανάλωση μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο για την αναζήτηση νέων τεχνολογιών, ενώ ταυτόχρονα η μέριμνα για τη διατήρηση των φυσικών πόρων μπορεί να συμβάλει στον αναπροσανατολισμό τής τεχνολογίας με σκοπό την παραγωγή προϊόντων τα οποία θα είναι λιγότερο «ποροβόρα» κ.ο.κ.). Η πρόταση αυτή είναι γενικεύσιμη: η αναζήτηση σημείων ισορροπίας μπορεί να εκληφθεί ως διαδικασία που αφορά τις σχέσεις μεταξύ ατόμου και κοινωνίας, τις αντιθέσεις μεταξύ τού ατομικού και συλλογικού συμφέροντος ή ακόμα και τη συμφιλίωση των βασικών αναγκών διαβίωσης με τις απαιτήσεις τής ηθικής. Ο σοσιαλισμός παύει τότε να αποτελεί εσχατολογικό σχέδιο με ορίζοντα έναν «καθαρό και τέλειο» κομμουνισμό και καθίσταται μια διαδικασία δυναμικής οικοδόμησης και ουσιαστικής «μετάβασης». Με αυτές τις επιγραμματικές επισημάνσεις ουσιαστικά υπονοούμε ότι η κινεζική σκέψη δεν πρέπει να γίνει αντιληπτή αποκλειστικά ως πολιτισμική ιδιαιτερότητα, η οποία διεκδικεί ισότιμη θέση με τη δυτική σκέψη, αλλά μπορεί επιπλέον να λειτουργήσει ως χωνευτήρι ιδεών για την επιστήμη και την πολιτική τού αύριο.


[1] [φόρο χρήσης κεφαλαίου]
[2] Πρόβλημα που υπάρχει από την μαοϊκή εποχή και συνδέεται με το σύστημα «hukou».
[3] πβ. http://www.kathimerini.gr/813958/article/oikonomia/die8nhs-oikonomia/anoigma-kinezikhs-agoras-omologwn-se-3enoys .
[4] [«Συμφωνούμε όλοι [πώς να μην…] αλλά θα ήταν καλό να μην υπάρχει βιασύνη επ’ αυτού», δήλωσε ο Β. Σόιμπλε. 30/5/15
[5] [Πβ. ανωτέρω («κράτος-μέτοχο»).]
[6] [Πβ. τα «κινεζικά μονοπώλια» τού «Ρ».]
[7] [τού κινεζικού οργανισμού διαχείρισης κρατικών συμμετοχών]
[8] [Εκλεκτικές Συγγένειες:, http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/a08fc2dd-61a9-4a83-b09a-09f4c564609d/es131206.doc. («κράτος-στρατηγός», Μάξιμος Σενετάκης).
http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=163435
http://www.capital.gr/Articles.asp?id=727833
http://www.mod.mil.gr/mod/el/content/show/36/A70776 (Ν. Δένδιας)]

 
1 σχόλιο

Posted by στο 16/06/2015 in Uncategorized

 

Xωρίς στρατηγική [sans stratégie]— Samir Amin [1973]

Η θεωρία τού «ιμπεριαλιστικού πίθου» [των Δαναΐδων] (ή «τα κλεμμένα αγαθά»]

[Le développement inégal, σελ.325-339] [pdf]

Ο σοβιετικός τρόπος παραγωγής

Σε ποιο σημείο βρίσκεται σήμερα το σοσιαλιστικό σχέδιο; Έχοντας ως αφετηρία την παραδοχή ότι ο σοσιαλιστικός τρόπος παραγωγής είναι διακριτός από τον εμπορευματικό τρόπο, ότι σε αυτόν τον τρόπο παραγωγής τα προϊόντα και η εργατική δύναμη δεν αποτελούν εμπορεύματα, θα έπρεπε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ο σοβιετικός τρόπος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σοσιαλιστικός. Δεν μπορεί ωστόσο ούτε να χαρακτηριστεί καπιταλιστικός και αυτό γιατί χαρακτηριστικό γνώρισμα τού καπιταλιστικού τρόπου δεν είναι μόνο η γενίκευση τής εμπορευματικής μορφής τού προϊόντος και ο εμπορευματικός χαρακτήρας τού κεφαλαίου αλλά και η διανομή [redistribution] τής υπεραξίας κατ’ αναλογία τού επενδυθέντος κεφαλαίου, με άλλα λόγια η μετατροπή τής υπεραξίας σε κέρδος καθώς και τής αξίας σε τιμή. Εν προκειμένω, η απουσία τού γνωρίσματος αυτού οφείλεται στην υποκατάσταση τής ιδιωτικής — και συνεπώς κατακερματισμένης — ιδιοκτησίας από την κρατική ιδιοκτησία τού κεφαλαίου. Στην ειδοποιό αυτή διαφορά στηρίζεται η απολογητική περιγραφή τού σοβιετικού συστήματος ως σοσιαλιστικού. Τούτο όμως προϋποθέτει την αναγωγή τής έννοιας των σχέσεων παραγωγής σε αυτήν των σχέσεων ιδιοκτησίας, με άλλα λόγια τη μη διάκριση μεταξύ κοινωνίας και οικονομικής υποδομής και τον παραμερισμό τού ζητήματος των σχέσεων που υφίστανται μεταξύ τού οικονομικού και των υπολοίπων επιπέδων. Η επιλογή τής οπτικής αυτής εξηγεί το γεγονός τής συνειδητής παραμέλησης[1] τής εξέτασης τού «τιμαριωτικού»[2] [tributaire] — ή άλλως και «ασιατικού» — τρόπου παραγωγής, στον οποίο οι σχέσεις παραγωγής δεν μπορούν οπωσδήποτε να αναχθούν σε σχέσεις ιδιοκτησίας λόγω τής απουσίας τού στοιχείου τής ιδιοποίησης τής γης. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί να γίνει λόγος μόνο για έλεγχο των μέσων παραγωγής — και μάλιστα για συλλογικό, ταξικό έλεγχο ασκούμενο από το Κράτος. Ο σοβιετικός τρόπος παραγωγής θα μπορούσε άραγε να υπαχθεί στην κατηγορία αυτή; Βεβαίως όχι, γιατί ο «τιμαριωτικός» τρόπος αγνοεί την εμπορευματική μορφή τού προϊόντος [τής εργασίας] και τής εργατικής δύναμης: εν προκειμένω, η υπεραξία αποσπάται σε είδος και σύμφωνα με κανόνες άσχετους προς την αγορά. Εξίσου μη ικανοποιητικός είναι και ο χαρακτηρισμός τού σοβιετικού τρόπου ως «κρατικού καπιταλισμού». Και αυτό γιατί η εν λόγω έκφραση περιγράφει πολύ διαφορετικές καταστάσεις, όπως, για παράδειγμα, τον προχωρημένο καπιταλισμό, όπου η συγκεντροποίηση τού κεφαλαίου οδηγεί στα μονοπώλια και σε συγκεκριμένες μορφές αλληλοδιείσδυσης μεταξύ Κράτους και μονοπωλίων, τις περιπτώσεις εκείνες που βρίσκονται στον αντίποδα τού νεοεκκολαφθέντος καπιταλισμού και στις οποίες το Κράτος διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στη δημιουργία νέων επιχειρήσεων καπιταλιστικού τύπου, καθώς επίσης και τις μορφές που συναντώνται σε ορισμένες υπανάπτυκτες χώρες και στις οποίες το Κράτος έρχεται να καλύψει την ανεπάρκεια τής ιδιωτικής επιχειρηματικότητας — ή τέλος τις μορφές που συνδέονται με την περίοδο τής μετάβασης, όπως στην Ρωσία τής ΝΕΠ. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, ο σοβιετικός τρόπος θα πρέπει να θεωρηθεί ως ιδιαίτερος τρόπος παραγωγής με τα εξής χαρακτηριστικά: α) τα βασικά μέσα παραγωγής (τ.έ. κεφαλαιουχικά αγαθά που παράγονται από την κοινωνική εργασία) αποτελούν αντικείμενο κρατικής ιδιοποίησης· β) η εργατική δύναμη αποτελεί εμπόρευμα· γ) τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενα κατανάλωσης είναι επίσης εμπορεύματα· δ) τα κεφαλαιουχικά αγαθά¸ παρ’ όλο που αρχικά τουλάχιστον δεν είναι εμπορεύματα, τείνουν γρήγορα να καταστούν τέτοια.

Για μια μεγάλη περίοδο, που στην πραγματικότητα δεν έχει ακόμα λήξει, η κατανομή των επενδύσεων στη Ρωσία γινόταν και γίνεται βάσει των προβλέψεων τού Πλάνου χωρίς αναφορά στην αγορά και τη συνεπαγόμενη εξίσωση τού [ποσοστού] κέρδους, επιτρέποντας έτσι την επιτάχυνση τού ρυθμού συσσώρευσης μέσω τής κατά προτεραιότητας κατανομής πόρων για την παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών προορισμένων για την παραγωγή άλλων κεφαλαιουχικών αγαθών και όχι για την άμεση ικανοποίηση τής τελικής ζήτησης καταναλωτικών αγαθών. Η διαδικασία αυτή επιτρέπει τη μη τήρηση τής αναλογίας μεταξύ των δύο τομέων τής κοινωνικής παραγωγής, την οποία θα επέβαλε η αγορά, και πιο συγκεκριμένα τη μετάθεση τού χρονικού ορίζοντα τής αναγκαίας τους προσαρμογής. Είναι προφανές ότι ο σκοπός τής διαδικασίας αυτής έχει μεταβατικό και προσωρινό χαρακτήρα. Έτσι, από τη στιγμή που επιτεύχθηκαν οι βασικοί στόχοι τής συσσώρευσης, το σύστημα άρχισε να εξελίσσεται προς την κατεύθυνση τής υιοθέτησης κανόνων κατανομής πόρων συγγενέστερων προς εκείνους που ισχύουν στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Το τελικό μοντέλο αυτού τού τρόπου παραγωγής είχε ήδη από το 1908 σκιαγραφηθεί από τον Ε. Μπαρόνε, ο οποίος θεωρούσε ότι στις σοσιαλιστικές χώρες η αποστολή τού υπουργείου σχεδιασμού θα συνίστατο στην υποκατάσταση τής αγοράς στη βάση ενός εκ των προτέρων υπολογισμού που θα έπρεπε να οδηγεί σε αποτελέσματα ανάλογα με εκείνα που επιτυγχάνονται εκ των υστέρων σε μια οικονομία πλήρους και τέλειου ανταγωνισμού. Οι σχετικές συζητήσεις στη σοβιετική βιβλιογραφία δεν ξεφεύγουν καθόλου από το πλαίσιο αυτό. Τίθενται, εν προκειμένω, τα εξής δύο ζητήματα: α) κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, η κατανομή πόρων προς όφελος τού τομέα Ι συνιστά αποτελεσματικό μέσο για την επιτάχυνση τής συσσώρευσης· και αν ναι, μέχρι ποιου σημείου θα πρέπει να εφαρμοστεί η συνειδητή αυτή στρέβλωση; β) Ποια από τις δύο διαδικασίες οδηγεί με τον αποτελεσματικότερο τρόπο σε μια κατανομή πόρων που ανταποκρίνεται στους κανόνες τής αγοράς (τ.έ. στην εξίσωση τού ποσοστού απόδοσης τού κεφαλαίου): η αποκέντρωση τής διαχείρισης ή, αντιθέτως, η απόλυτη συγκέντρωση, με την προϋπόθεση ότι θα λαμβάνεται αυστηρά υπόψη ο υπολογισμός, στη βάση τής ψευδο-αγοράς, στον οποίο θα προβαίνει η κεντρική υπηρεσία σχεδιασμού; Ωστόσο, στην πραγματικότητα, τα δύο αυτά ζητήματα δεν εντάσσονται στην προβληματική τού σοσιαλισμού. Ο σοσιαλισμός δεν είναι «καπιταλισμός χωρίς καπιταλιστές». Ο Μαρξ και ο Ένγκελς είχαν ήδη διαβλέψει τον κίνδυνο μιας τέτοιας ερμηνείας, συνδέοντάς την μάλιστα με τη διαρκή διείσδυση τής καπιταλιστικής ιδεολογίας στο εργατικό κίνημα. Για τη θεμελίωση αυτής τής θέσης του ο Μπαρόνε υποχρεώθηκε να αποσυνδέσει όχι μόνο το ζήτημα τής παραγωγής από αυτό τής αναδιανομής [répartition], αλλά και το ζήτημα τής οικονομικής βάσης από αυτό τού εποικοδομήματος (τής ιδεολογίας). Έχοντας υιοθετήσει το σκεπτικό αυτό, η σοβιετική Ρωσία δημιούργησε έναν ιδιότυπο τρόπο παραγωγής: η αδιάλειπτη παρουσία και η ενδυνάμωση τού Κράτους αποκαλύπτουν τον ταξικό χαρακτήρα τού συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής και την ειδική φύση τής διάρθρωσης των επιπέδων που αυτός απαιτεί.

Πιο συγκεκριμένα, ο σοβιετικός τρόπος παραγωγής συνεπάγεται την κυριαρχία τής ιδεολογικής λειτουργίας, πράγμα που σηματοδοτεί μια τομή με τον καπιταλιστικό τρόπο, αλλά συγχρόνως και μια επιστροφή στον τύπο διάρθρωσης που χαρακτηρίζει τους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής. Ο έλεγχος και η ιδιοποίηση τού πλεονάσματος [surplus] από μια «κρατική τάξη» [classe-État] καθίστανται προφανείς, από τη στιγμή που έχει εγκαταλειφθεί η καπιταλιστική ιδεολογία, σύμφωνα με την οποία η απόδοση τού κεφαλαίου συνδέεται αντικειμενικά με μια κοινωνικο-ταξική διανομή τού εισοδήματος. Το εν λόγω σύστημα δεν μπορεί επομένως να λειτουργήσει παρά μόνο εφόσον ο έλεγχος τού πλεονάσματος από μια «κρατική τάξη» γίνεται αποδεκτός από την κοινωνία. Ως εκ τούτου, η ιδεολογία καθίσταται μέσο για την αναπαραγωγή των απαραίτητων προϋποθέσεων λειτουργίας τής κοινωνίας, όπως συνέβαινε και στους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής. Εν προκειμένω, ο ελιτισμός και ο εθνικισμός αποτελούν τα απαραίτητα ιδεολογικά θεμέλια. Από τη μια πλευρά, ο ελιτισμός καθιστά δυνατή την [κοινωνική] αποδοχή τού ελέγχου τού πλεονάσματος από μια μειοψηφική τάξη, επιβάλλοντας διαδικασίες κοινωνικής αναπαραγωγής που βασίζονται στον εσωτερικό σεβασμό απέναντι στις αξίες τής γνώσης, τής επιστήμης και τής τεχνολογίας και καλλιεργώντας συγχρόνως τον μύθο τής κοινωνικής κινητικότητας. Η λειτουργία τής ελίτ, που αποτελεί την «κρατική τάξη», συνίσταται στη διασφάλιση τής συνοχής και τής ισχύος τού έθνους. Από την επιτέλεση τού σκοπού αυτού εξαρτάται η αποδοχή της εκ μέρους τού προλεταριάτου, το οποίο εξακολουθεί να πωλεί την εργατική του δύναμη, και για τον λόγο αυτό οι «εξωτερικές της επιτυχίες» είναι σε μεγάλο βαθμό αποφασιστικής σημασίας για τη διαιώνιση τού συστήματος.

Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, η «δημοκρατία» προκύπτει από δύο εγγενείς απαιτήσεις τού συστήματος: αφενός από τον ανταγωνισμό μεταξύ των ιδιωτών καπιταλιστών και αφετέρου από την κυριαρχία τής οικονομικής λειτουργίας και τον «οικονομίστικο» χαρακτήρα τής ιδεολογίας τού συστήματος. Ωστόσο, στη Ρωσία, η απουσία «δημοκρατίας» και οι όποιοι περιορισμοί τής «ελευθερίας τής γνώμης» δεν αντιπροσωπεύουν «ανεπάρκειες» και «παρεκκλίσεις», πόσο μάλλον «υπολείμματα τού παρελθόντος». Απεναντίας, αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία ενός συστήματος, το οποίο δεν θα μπορούσε να επιβιώσει, αν ετίθετο υπό αμφισβήτηση η ελιτίστικη και εθνικιστική του ιδεολογία.

Η συσσώρευση συνιστά τον θεμελιώδη νόμο τού καπιταλιστικού τρόπου, που «ενσωματώνει και εσωτερικεύει» την οικονομική πρόοδο — η οποία, ας σημειωθεί, δεν αποτελεί εγγενή όρο τής αναπαραγωγής στους μη καπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής. Στον ανταγωνισμό οφείλεται αυτή η ιδιαιτερότητα τού καπιταλιστικού τρόπου, ο οποίος, σε αντίθεση με τους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής που βασίζονται στην απλή αναπαραγωγή, δεν γνωρίζει παρά μόνο τη διευρυμένη αναπαραγωγή. Η εξαφάνιση τού ανταγωνισμού, η οποία συνεπάγεται την εκ νέου «εξωτερίκευση» τής οικονομικής προόδου, αποτελεί προϋπόθεση προκειμένου η ίδια η κοινωνία να ανακτήσει τον έλεγχο τού μέλλοντός της, δίνοντας έτσι τέλος στην αλλοτρίωση. Κατά τον τρόπο αυτόν, ο σοσιαλιστικός τρόπος θα ανακτήσει τον χαρακτήρα που διακρίνει τους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής, στους οποίους δεν κυριαρχεί η οικονομική λειτουργία. Ενώ όμως οι προκαπιταλιστικοί τρόποι χαρακτηρίζονται από ελλιπή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ο σοσιαλιστικός τρόπος παραγωγής μπορεί να επιλέξει μια διευρυμένη αναπαραγωγή η οποία θα διαφέρει από την καπιταλιστική αναπαραγωγή κατά το ότι θα τελεί υπό τον έλεγχο τής κοινωνίας.

Ο σοβιετικός τρόπος παραγωγής αποκλείει τον ανταγωνισμό, κατά το μέτρο τουλάχιστον που τα κεφαλαιουχικά αγαθά δεν αποτελούν εμπορεύματα. Ο στόχος τής μέγιστης επιτάχυνσης τής συσσώρευσης, προκειμένου να «καλυφθεί το χαμένο έδαφος» έναντι των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών, αποτελεί το βασικό κίνητρο τής οικονομικής προόδου, με άμεση αντανάκλαση στο επίπεδο τής ιδεολογίας και τής πολιτικής. Η κυριαρχία τής πολιτικής λειτουργίας επιτρέπει όντως την επιτάχυνση τής συσσώρευσης, απελευθερώνοντας εν μέρει το οικονομικό επίπεδο από τους περιορισμούς που επιβάλλει η αγορά. Στο συγκεκριμένο στάδιο, η επιταχυνόμενη συσσώρευση συνιστά τον θεμελιώδη νόμο τού σοβιετικού τρόπου παραγωγής. Η κύρια αντίφαση που χαρακτηρίζει αυτόν τον τρόπο παραγωγής δεν πρέπει να αναζητηθεί στο οικονομικό επίπεδο, αλλά εντοπίζεται μεταξύ τού οικονομικού και τού πολιτικο-ιδεολογικού επιπέδου. Ο διακηρυχθείς στόχος τού σοσιαλισμού και οι επιδιώξεις και μέθοδοι που υπαγορεύονται από την επιταχυνόμενη συσσώρευση αποτελούν τους δύο όρους τής αντίφασης.

Η σταδιακή υπέρβαση τής αντίφασης αυτής έγινε δυνατή μέσω τού εκφυλισμού των σοσιαλιστικών στοιχείων τού συστήματος και τής ολοένα και εντονότερης ενίσχυσης τού μοντέλου τού «καπιταλισμού χωρίς καπιταλιστές». Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο συγκεκριμένος τρόπος παραγωγής τείνει να εξελιχθεί προς την κατεύθυνση τής επαναφοράς τού εμπορευματικού χαρακτήρα των κεφαλαιουχικών αγαθών, χωρίς αυτό να συνεπάγεται κατ’ ανάγκη την εισαγωγή τού στοιχείου τού ανταγωνισμού. Εάν όμως συμβεί κάτι τέτοιο μέσω τής ανάπτυξης μιας πραγματικής αγοράς, όπως συνέβη στη Γιουγκοσλαβία, η επικράτηση τής εμπορευματικής οικονομικής ιδεολογίας οδηγεί εκ νέου στην αλλοτρίωση των ανταγωνιζομένων εργατικών ομάδων με αποτέλεσμα τη διάρρηξη τής κοινωνικής συνοχής. Στην περίπτωση αυτή, το σοσιαλιστικό σχέδιο περνάει σε δεύτερη μοίρα και η οικονομική πρόοδος που τυχόν πραγματοποιείται, έχοντας επανασυγχωνευτεί στον οικονομικό μηχανισμό, οδηγεί στην απώλεια τής κοινωνικής κυριαρχίας. Σε περίπτωση, όμως, που δεν αποκατασταθεί ο ανταγωνισμός (με το πλάνο να υποκαθιστά τον ρόλο τής αγοράς, σύμφωνα με τις θέσεις τού Μπαρόνε), η οικονομική πρόοδος παραμένει μεν ανεξάρτητη από τον οικονομικό μηχανισμό, εξακολουθεί όμως να βρίσκεται σε άμεση εξάρτηση με το πολιτικό επίπεδο. Ωστόσο, η ιδεολογία που χαρακτηρίζει αυτόν τον μη σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής δεν παύει να είναι μια ιδεολογία εμπορευματικής οικονομικής αλλοτρίωσης, που λειτουργεί ως προϋπόθεση για την αναπαραγωγή μιας ταξικής κοινωνίας — τής οποίας νόμος είναι η άνιση ανάπτυξη των τομέων τής παραγωγικής δραστηριότητας. Οι τομείς των οποίων η πρόοδος θεωρείται αποφασιστικής σημασίας για την ενίσχυση τού κυρίαρχου ιδεολογικού επιπέδου ευνοούνται συστηματικά από τους μηχανισμούς κατανομής πόρων, πράγμα που αποβαίνει εις βάρος τής προόδου των λοιπών τομέων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο εξηγούνται τα εντυπωσιακά επιτεύγματα στον στρατιωτικό τομέα (απ’ όπου εξαρτάται η αποδοχή τής ιδεολογίας τού εθνικισμού), καθώς επίσης και στους τομείς που συνδέονται με την «προνομιακή κατανάλωση» (απαραίτητη προϋπόθεση για την αποδοχή τού ελιτισμού). Με τον ίδιο όμως τρόπο εξηγείται και η συνεχής αναποτελεσματικότητα στους υπόλοιπους τομείς και κυρίως στους τομείς παραγωγής προϊόντων που προορίζονται για την αναπαραγωγή τής εργατικής δύναμης, που αντιμετωπίζεται και η ίδια ως εμπόρευμα.

Ο «εκφυλισμός» στον οποίο έχει οδηγηθεί το σοβιετικό φαινόμενο αποδίδεται συνήθως στην κατάσταση καθυστέρησης τής Ρωσίας. Στην πραγματικότητα όμως οι εγγενείς τάσεις τού καπιταλιστικού κέντρου εξελίσσονται αυθόρμητα προς την ίδια κατεύθυνση και μπορούμε εύλογα να υποστηρίξουμε ότι η ιδεολογία τού οικονομισμού, που αποτέλεσε εξαρχής χαρακτηριστικό γνώρισμα των σοβιετικών προσανατολισμών, προήλθε από το αναπτυγμένο κέντρο.

Στις αρχές τού 20ού αιώνα, η Ρωσία δεν αποτελούσε περιφέρεια, αλλά μια κεντρική χώρα καθυστερημένου καπιταλισμού. Οι δομές της διέφεραν από εκείνες τής «υπανάπτυξης», δηλαδή από τις δομές τού εξαρτημένου καπιταλισμού. Και, παρά το γεγονός ότι ο «σοσιαλισμός» αποτέλεσε δεδηλωμένη πρόθεση των μπολσεβίκων, η επανάσταση τού 1917 επέτρεψε μεν την επιτάχυνση τής διαδικασίας συσσώρευσης, χωρίς όμως να μεταβάλλει ουσιαστικά το μοντέλο τής καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η κατάργηση τής ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, που περιήλθαν στην ιδιοκτησία τού Κράτους, ήταν η προϋπόθεση για την επιτάχυνση τής συσσώρευσης. Η ιστορία έδειξε ότι, ακολουθώντας το πρότυπο τού κεντρικού καπιταλισμού, ήταν μεν δυνατή η επίτευξη τού στόχου τής συσσώρευσης υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν στη Ρωσία, στο πλαίσιο όμως διαφορετικών μορφών ιδιοκτησίας. Το γεγονός αυτό αντικατοπτρίζεται στη σοβιετική θεωρία για τη «σοσιαλιστική επανάσταση» — η οποία ταυτίζεται περιοριστικά με την ανατροπή των ιδιοκτησιακών μορφών, προκειμένου να επιτευχθεί με αυτόν τον τρόπο η προσαρμογή τους στο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (ή, ακριβέστερα, στο μελλοντικό δυνητικό τους επίπεδο που θα ανταποκρίνεται στον προς επίτευξη τελικό στόχο τής εκβιομηχάνισης). Απόρροια τής θεωρίας αυτής είναι μια ιδεολογία «οικονομίστικου» χαρακτήρα όσον αφορά τη μετάβαση, η οποία μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: προτεραιότητα στην ανάπτυξη τής βαριάς βιομηχανίας έναντι τής ελαφράς βιομηχανίας, προτεραιότητα στην ανάπτυξη τής βιομηχανίας έναντι τής γεωργίας, αντιγραφή των τεχνολογιών και των καταναλωτικών προτύπων τής Δύσης κ.ο.κ., με απώτερο πάντα σκοπό τη σύγκλιση με τις προηγμένες χώρες. Θα μπορούσε, μάλιστα, να ειπωθεί ότι, καθώς η Αγγλία αποτέλεσε τη γενέτειρα τού βιομηχανικού καπιταλισμού, οι χώρες που είναι σήμερα αναπτυγμένες παρουσίαζαν στο παρελθόν «αναπτυξιακή καθυστέρηση» σε σχέση με τη χώρα αυτή. Ωστόσο καμία από αυτές δεν ήταν χώρα περιφερειακή. Η ηπειρωτική Ευρώπη και η βόρεια Αμερική, εφαρμόζοντας πρότυπα παρόμοια με το βρετανικό, μπόρεσαν με κάποια χρονική καθυστέρηση να φθάσουν το επίπεδο ανάπτυξης τής Αγγλίας (ενώ μάλιστα οι ΗΠΑ και η Γερμανία μπόρεσαν στη συνέχεια να υπερφαλαγγίσουν τη χώρα αυτή). Η Ιαπωνία κατάφερε με μεγάλη επιτυχία να εφαρμόσει το ίδιο καπιταλιστικό μοντέλο, αλλά ήδη κατά την περίοδο τής μετάβασης οι μορφές που προσέλαβε η καπιταλιστική ανάπτυξη στη εν λόγω χώρα παρουσίασε ορισμένες ενδιαφέρουσες ιδιαιτερότητες, όπως για παράδειγμα τον κεντρικό ρόλο που διαδραμάτισε το κράτος στη διαδικασία αυτή. Η περίπτωση τής ΕΣΣΔ αποτελεί πρόσφατο παράδειγμα επιτυχούς εφαρμογής ενός παρόμοιου μοντέλου συσσώρευσης, με την πρωτοτυπία ότι η κρατική ιδιοκτησία δεν αποτελεί απλώς μια μεταβατική μορφή.

Σε όλα αυτά τα μοντέλα, η περίοδος τής μετάβασης χαρακτηρίστηκε από το στοιχείο τής υποταγής των μαζών και τού περιορισμού τους στον παθητικό ρόλο τού διαθέσιμου εργατικού δυναμικού [εφεδρικού στρατού εργασίας], που επρόκειτο να διοχετευθεί σταδιακά στους σύγχρονους παραγωγικούς τομείς, η επέκταση των οποίων επέτρεψε, εν τέλει, την απορρόφηση τής πλειονότητας τού εργατικού δυναμικού τής κοινωνίας. Αυτήν ακριβώς τη λειτουργία επιτέλεσαν τόσο τα κολχόζ και η διοικητική καταστολή στην ΕΣΣΔ, όσο και οι νόμοι των φτωχών και οι νόμοι των περιφράξεων στην Αγγλία.

Η με κάθε τίμημα επιδίωξη τής μέγιστης δυνατής ανάπτυξης αντικατοπτρίζεται στο σύνθημα τής εποχής τού Στάλιν «φτάστε και ξεπεράστε τις ΗΠΑ σε όλους τους τομείς τής παραγωγής». Έχοντας διατυπωθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, τόσο σε επίπεδο θεωρίας όσο και πρακτικής, ο εν λόγω στόχος παραβλέπει το περιεχόμενο τής μετρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο, οι συγκεντρωτικοί δείκτες των εθνικών λογαριασμών απεικονίζουν μόνο μεγέθη ανταλλακτικών αξιών, δηλαδή μεγέθη που σχετίζονται αποκλειστικά με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Η προσήλωση στον δείκτη τού ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος ισοδυναμεί με αγνόηση τού γεγονότος ότι σε τελική ανάλυση η αύξηση τού ΑΕΠ μπορεί να επιτευχθεί ακόμα και με την καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων, τουτέστι τής ανθρωπότητας και των φυσικών πόρων. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, οι παραγωγικές δυνάμεις αντιμετωπίζονται ως μέσα για την εξυπηρέτηση ενός και μοναδικού σκοπού, αυτού τής μεγιστοποίησης τού κέρδους. Με «οικονομολογικούς» όρους, η διαπίστωση αυτή μπορεί να διατυπωθεί και ως εξής: «ο υπολογισμός τής κερδοφορίας τής επιχείρησης ενσωματώνει τις εξωτερικές οικονομίες[3]» — που προέρχονται ακριβώς από την καταστροφή τού ανθρώπινου δυναμικού και των φυσικών πόρων. Για τον λόγο αυτό ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής παρουσιάζει μεγαλύτερη «ικανότητα ανάπτυξης» — με την οικονομική/οικονομίστικη έννοια τού όρου — σε σύγκριση όχι μόνο με όλους τους προγενεστέρους τρόπους παραγωγής, αλλά, αναμφίβολα, και με τον σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι σε αυτόν τον τρόπο παραγωγής ο άνθρωπος θα έχει όντως τεθεί πάνω από το κέρδος.

Στους προκαπιταλιστικούς τρόπους, ο άνθρωπος μπορεί μεν να παραμένει αλλοτριωμένος στη σχέση του με τη φύση, αλλά αναπτύσσει διαφανείς κοινωνικές σχέσεις, εξού και η κυριαρχία τού ιδεολογικού επιπέδου σε αυτούς τους τρόπους παραγωγής. Εν προκειμένω, η ένδεια περιορίζει τους ανθρώπους σε ένα μοντέλο απλής αναπαραγωγής, που ωστόσο νομιμοποιείται ιδεολογικά μέσω μιας «εξωχρονικής» κοσμοθεώρησης. Γι’ αυτό άλλωστε οι άνθρωποι έχτιζαν τότε πυραμίδες και καθεδρικούς. Ο καπιταλιστικός τρόπος ενσωματώνει στο επίπεδο τής οικονομίας την τεχνολογική πρόοδο, πράγμα που επιτρέπει την ταχεία συσσώρευση και, ως εκ τούτου, την «άρση τής φυσικής αλλοτρίωσης». Παράλληλα, όμως, η αλλοτρίωση μεταφέρεται στο κοινωνικό επίπεδο. Η επιτάχυνση τής συσσώρευσης έχει ως τίμημα την υποταγή τής κοινωνίας στον νόμο τού κέρδους και εκδηλώνεται με τη μορφή τής συρρίκνωσης τής ανθρώπινης ύπαρξης στο επίπεδο τής εργατικής δύναμης και τής υποτίμησης τού φυσικού οικολογικού περιβάλλοντος. Ο καπιταλισμός δεν ανεγείρει πλέον καθεδρικούς, χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται τη χειραφέτηση τής ανθρωπότητας. Ο βραχύς χρονικός ορίζοντας που χαρακτηρίζει το σύστημα δημιουργεί πλέον ανεξέλεγκτα κοινωνικά προβλήματα.

Έχοντας αναγάγει την καπιταλιστική συσσώρευση σε απόλυτη αξία, ο οικονομισμός απορρίπτει την ύπαρξη τού παγκόσμιου συστήματος, θεωρώντας το ως απλό άθροισμα των επιμέρους εθνικών συστημάτων. Και ναι μεν αναγνωρίζει ότι τα συστήματα αυτά είναι ανισόμετρα αναπτυγμένα, αρνείται όμως ότι είναι ιεραρχημένα και ενσωματωμένα σε ένα ενιαίο σύνολο. Για τον οικονομισμό, οι περιφερειακές χώρες είναι καταδικασμένες σε παρακμή, έστω και αν εγκαθιδρυθεί σε αυτές μια πολιτική εξουσία με σοσιαλιστικές προθέσεις. Το θαύμα τής σοσιαλιστικής επανάστασης δεν μπορεί παρά να προκύψει από το κέντρο. Αξιοπρόσεκτο είναι εν προκειμένω το γεγονός ότι η προτεραιότητα που κατά μηχανιστικό τρόπο αποδίδεται στις παραγωγικές δυνάμεις έχει ως συνέπεια οι θέσεις αυτές να προσεγγίζουν σε μεγάλο βαθμό εκείνες των — βαθιά «αστικών» — «φιλοσοφιών τής Ιστορίας». Ήδη από το τέλος τού 19ου αιώνα, η γερμανική σοσιαλδημοκρατία ερμήνευε τον Μαρξ υπό το πρίσμα τού οικονομισμού. Αυτή η μηχανιστική γραμμική προσέγγιση — η οποία θέτει ως δεδομένη την αλληλουχία η οποία, ξεκινώντας από την «τεχνολογία», καταλήγει, μέσω των «παραγωγικών δυνάμεων», στις «σχέσεις παραγωγής» και την «ταξική συνείδηση» — εκτόπισε σταδιακά τις διαλεκτικές αναλύσεις τού ίδιου τού Μαρξ όσον αφορά τη σχέση βάσης και εποικοδομήματος. Ο Κάουτσκι εκλαΐκευσε και διέδωσε τη μηχανιστική αυτή ιδεολογία, που βρήκε πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξή της όχι στις καθυστερημένες περιοχές τού καπιταλιστικού κόσμου, αλλά στα πλέον αναπτυγμένα κέντρα τού καπιταλισμού: στη Γερμανία με «μαρξιστικό» περίβλημα· στην Αγγλία σε μια καθαρά εκλεκτική εκδοχή που επεξεργάστηκε το «Εργατικό Κόμμα»· και τέλος στις ΗΠΑ, όπου εμφανίστηκε με την πλέον αλλοιωμένη της μορφή λόγω τής κυριαρχίας τής φιλελεύθερης ιδεολογίας. Το προλεταριάτο τού κέντρου τού καπιταλιστικού κόσμου ήταν και εξακολουθεί να είναι διαποτισμένο από την αστική ιδεολογία, έχοντας αποδεχτεί, όπως άλλωστε και η κεντρική μπουρζουαζία, τον φετιχισμό τού εμπορεύματος και την ιδεολογία τού οικονομισμού.

Οι αντιλήψεις τού Κάουτσκι όσον αφορά την οργάνωση τής εργατικής τάξης δεν είναι ασύνδετες με την ιδεολογία τού οικονομισμού. Λαμβάνοντας ως αφετηρία το 1870, μπορούμε να κάνουμε τη διαπίστωση ότι η ιδέα ενός κόμματος που υποτίθεται ότι λειτουργεί ως εξωτερική συνείδηση τού προλεταριάτου, μιας ελίτ που θα μελετά και θα εφαρμόζει τις κοινωνικές επιστήμες, αποτέλεσε απόρροια τής επιφανειακής υιοθέτησης από την ευρωπαϊκή εργατική τάξη τού «μαρξισμού». Ενώ πριν από το 1870 το προλεταριάτο έδινε πίστη στις κομμουνιστικές ουτοπίες, η ιδεολογική αλλοτρίωση τής εργατικής τάξης οδήγησε πλέον, όσον αφορά τα λεγόμενα μαρξιστικά κόμματα, στην απόσπαση τής θεωρίας από την πρακτική και στην αντικατάσταση τής «φιλοσοφίας τής πράξης» από τον δογματισμό τού οικονομισμού. Παρ’ όλ’ αυτά οι μπολσεβίκοι επρόκειτο να χρησιμοποιήσουν αυτές τις μορφές οργάνωσης, που στη Γερμανία αντανακλούσαν την ελιτίστικη ιδεολογία τού οικονομισμού, διότι στην καταπιεστική Ρωσία, όπου η εργατική τάξη ήταν μειοψηφική και η ιντελιγκέντσια βρισκόταν στη αντιπολίτευση, ο συγκεντρωτισμός ανταποκρινόταν σε μια πρακτική και ζωτική αναγκαιότητα (εξού και ο διάλογος κωφών  ανάμεσα στον Λένιν — που «αιφνιδιάστηκε» από την «προδοσία» τού Κάουτσκι — και στη Ρόζα Λούξεμπουργκ, που έδειχνε να την κατανοεί καλύτερα από τον μπολσεβίκο ηγέτη). Επομένως, από το 1917 και μετά, οι μπολσεβίκοι, πιεζόμενοι από τις περιστάσεις (καταστροφικός εμφύλιος, γεωγραφικός κατακερματισμός τού προλεταριάτου κ.ο.κ.), κινήθηκαν σ’ αυτή την κατεύθυνση, που οδήγησε στη σημερινή Ρωσία. Και είναι αλήθεια ότι ο Λένιν είχε εκφράσει σχετικές ανησυχίες, τις οποίες όμως δεν συμμεριζόταν ούτε ο Τρότσκι ούτε ο Στάλιν, που εκπροσωπούσαν τις δυο όψεις τού ίδιου νομίσματος τού οικονομισμού, με τον πρώτο να περιμένει το θαύμα τής απελευθέρωσης από τη Δύση και τον δεύτερο να τρέφει την πεποίθηση ότι εκείνο που προείχε ήταν η μίμησή της — «η γεφύρωση τού χάσματος» ως προαπαιτούμενο για την τελική υπερφαλάγγισή της. Αντιθέτως, η κινεζική επανάσταση αποκατέστησε τον Μαρξ, δίνοντας πραγματικό νόημα στον νόμο τής ανισομερούς ανάπτυξης και ερχόμενη σε ρήξη με τη γραμμή τής προσαρμογής των σχέσεων παραγωγής στο επίπεδο τής αυτόνομης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Η ιστορία τής Κίνας δεν είναι η μόνη απόδειξη ότι ο σοβιετικός τρόπος παραγωγής ανταποκρίνεται καλύτερα στα δεδομένα των προηγμένων χωρών. Ακόμη και στην Ανατολική Ευρώπη, οι ικανοποιητικότερες επιδόσεις σε οικονομικό επίπεδο σημειώθηκαν στην Ανατολική Γερμανία — και όχι στην καθυστερημένη Ρωσία (παρά το στοιχείο τού συγκεντρωτισμού) ή στην εξίσου καθυστερημένη Γιουγκοσλαβία (παρά το στοιχείο τής αποκέντρωσης). Η εργατική τάξη τού κέντρου τού καπιταλιστικού κόσμου — η οποία για δεκαετίες διαμορφώθηκε υπό την επίδραση τής καπιταλιστικής αλλοτρίωσης, όπως προκύπτει και από το γεγονός τής προσχώρησής της στην ιδεολογία τού οικονομισμού — ωρίμασε για την υπέρβαση των αντιφάσεων τού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, όχι όμως και για την χειραφέτησή της από την αλλοτρίωση. Έτσι εξηγείται και γιατί αποδέχτηκε τον φασισμό στο παρελθόν και συνεχίζει και σήμερα να αποδέχεται τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και το ελιτίστικο κόμμα ως υποψήφιο διάδοχο τής μπουρζουαζίας, προκειμένου κατ’ αυτόν τον τρόπο να επιτευχθεί ο απαιτούμενος βαθμός συγκέντρωσης για την υπέρβαση τής αντίθεσης μεταξύ τού κοινωνικού χαρακτήρα τής παραγωγής και των περιοριστικών μορφών τής ιδιωτικής ιδιοκτησίας.

Οι εγγενείς τάσεις τού συστήματος

Η ιστορική εμπειρία τής σοβιετικής Ρωσίας υπενθυμίζει ότι η αυθόρμητη τάση τού καπιταλιστικού συστήματος δεν οδηγεί στον σοσιαλισμό. Εν απουσία συνειδητής δράσης, το καπιταλιστικό σύστημα υπερβαίνει τις αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν το συγκεκριμένο κάθε φορά στάδιο ανάπτυξής του, χωρίς όμως να αποβάλει το ουσιώδες και καθοριστικό στοιχείο τής εμπορευματικής αποξένωσης. Με αυτόν τον τρόπο γίνεται δυνατή η μετάβαση σε ένα νέο — ανώτερο, αλλά ποτέ «ανώτατο» — στάδιο τού καπιταλισμού, όπου η θεμελιώδης αντίφαση αυτού τού τρόπου παραγωγής εκφράζεται με νέες μορφές. Στο σύστημα τού καπιταλιστικού κέντρου, η συνείδηση τού ανήκειν σε μια κοινωνική ομάδα (για παράδειγμα, στο προλεταριάτο) δεν καθορίζει από μόνη της τη «συνείδηση τής τάξης», που πιθανόν να είναι «ρεφορμιστική». Ωστόσο, είναι αδύνατη η διαμόρφωση μιας τέτοιας κοινωνικής συνείδησης στην περιφέρεια, διότι εκεί η αντικειμενική λειτουργία τού συστήματος δεν συνεπάγεται και την ενσωμάτωση των μαζών. Ως εκ τούτου, στην περιφέρεια, η συνειδητοποίηση τής κατάστασης οδηγεί υποχρεωτικά στην απόρριψη τού συστήματος. Εν προκειμένω, το μόνο ζήτημα που τίθεται είναι αν σε μια περιφερειακή χώρα οι λαϊκές μάζες που έχουν ήδη προλεταριοποιηθεί ή οι οποίες βρίσκονται στο στάδιο τής προλεταριοποίησης αποδίδουν την κατάστασή τους στην αντικειμενική λειτουργία τού καπιταλισμού — ή αντιθέτως σε παράλογες ή (γιατί όχι και) «υπερφυσικές» δυνάμεις, οπότε η δράση τους είναι καταδικασμένη να παραμείνει στο στάδιο των εξεγέρσεων χωρίς στρατηγική [sans stratégie]. Στο κέντρο, η παρουσία μιας «σοσιαλδημοκρατικού» τύπου συνείδησης, που έχει αλλοτριωθεί από την ιδεολογία τού οικονομισμού, σε συνδυασμό πάντα με τη λειτουργία των νόμων τής αυξανόμενης συγκέντρωσης τής οικονομικής εξουσίας, επιταχύνει απλώς την τάση προς κάποιου είδους κρατικό καπιταλισμό. Κατά τη διάρκεια τής ιστορικής εξέλιξης τού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, προέκυψαν διαδοχικές λύσεις όσον αφορά τη θεμελιώδη αντίφαση που χαρακτηρίζει αυτόν τον τρόπο παραγωγής, όπως ήταν, για παράδειγμα, αρχικά η ανώνυμη εταιρεία και αργότερα το τραστ, η εταιρεία επενδύσεων χαρτοφυλακίου, ο επιχειρηματικός όμιλος κ.ο.κ. Αυτός ο συνδυασμός σοσιαλδημοκρατίας‒τεχνοκρατίας μάς επιτρέπει να συνάγουμε ότι υπάρχει όντως πεδίο σύγκλισης ανάμεσα στα δυτικά καπιταλιστικά συστήματα φιλελεύθερης προέλευσης και στα συστήματα σοβιετικού τύπου. Όπως μας υπενθυμίζει το «1984» τού Όργουελ και ο «Μονοδιάστατος Άνθρωπος» τού Μαρκούζε, αυτή η προοπτική όχι μόνο δεν πρέπει να θεωρείται απίθανη, αλλά, αντιθέτως, εγγράφεται στο πλαίσιο τής αυθόρμητης εξέλιξης των εν λόγω συστημάτων.

Στην περιφέρεια, υπάρχει σαφής τάση προς την κατεύθυνση τής προσαρμογής σε νέες, ανώτερες μορφές εξάρτησης. Θα μπορούσε μια τέτοια αυθόρμητη εξέλιξη να δημιουργήσει τις συνθήκες για την υπέρβασή της στο πλαίσιο πάντα τού συστήματος, οπότε και θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι συνιστά αναγκαίο στάδιο; Κάτι τέτοιο είναι αμφίβολο, διότι το μοντέλο στο οποίο βασίζεται συνίσταται ακριβώς στην αναπαραγωγή των συνθηκών που την διέπουν. Η εμβάθυνση τού μοντέλου τής εξαρτημένης περιφερειακής ανάπτυξης στρέφεται, εκ των πραγμάτων, σε κατευθύνσεις που ευνοούν τη διαμόρφωση των βασικών μελλοντικών μορφών προχωρημένης υπανάπτυξης. Στην περιφέρεια, η τεχνολογική υπεροχή και κυριαρχία [τής Δύσης] έχει ως άμεση απόρροια να αποδίδεται προτεραιότητα στην ανάπτυξη των διεθνώς ανταγωνιστικών τομέων, είτε πρόκειται για τους τομείς των εξαγωγών, είτε για τους τομείς των ειδών πολυτελείας,[4] η ενίσχυση των οποίων αντανακλά, βεβαίως, την υιοθέτηση των δυτικών καταναλωτικών προτύπων διαβίωσης.

Καθώς στα πρώτα στάδια τής διαμόρφωσης των περιφερειακών οικονομιών το τεχνολογικό χάσμα μεταξύ κέντρου και περιφέρειας ήταν σχετικά μικρό, το κυρίαρχο κεντρικό κεφάλαιο υποχρεώθηκε να αναλάβει τον άμεσο έλεγχο των αναπτυσσόμενων σύγχρονων τομέων τής περιφέρειας, διασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι η λειτουργία τού συστήματος θα αποβεί προς όφελός του. Εξίσου αναγκαία ήταν και η άσκηση άμεσου πολιτικού ελέγχου, εξού και το φαινόμενο τού αποικισμού. Σε πιο προχωρημένα στάδια τής περιφερειακής ανάπτυξης, η συνεχής διεύρυνση τού τεχνολογικού χάσματος έναντι των περιφερειακών οικονομιών, σε συνδυασμό με την ύπαρξη κοινωνικών στρωμάτων και τάξεων, που είχαν στο μεταξύ ενσωματωθεί στο σύστημα μέσω τής υιοθέτησης των νέων καταναλωτικών προτύπων και τής αντίστοιχης ιδεολογίας, εξασφάλισε τις συνθήκες για την αναπαραγωγή τού συστήματος, αναιρώντας τόσο την ανάγκη πραγματοποίησης άμεσων επενδύσεων «ελέγχου»[5] όσο και την ανάγκη άμεσων πολιτικών παρεμβάσεων. Αυτή ακριβώς είναι η σημασία τού νεοαποικισμού και τού νεοϊμπεριαλισμού. Στην περίπτωση αυτή, είναι πιθανό οι εθνικές αποταμιεύσεις — τού ιδιωτικού, αλλά κυρίως τού δημοσίου τομέα — των περιφερειακών χωρών να κληθούν να αναλάβουν το βάρος των επενδύσεων. Η ενδεχόμενη ανάπτυξη ενός συχνά υπερτροφικού δημόσιου τομέα δεν βρίσκεται σε καμία αντίφαση με την συνολική εξάρτηση τού περιφερειακής οικονομίας, συμπεριλαμβανομένου και τού δημοσίου της τομέα, από τον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο. Ο συσχετισμός των τοπικών κοινωνικών δυνάμεων — έστω και αν αυτές έχουν προσλάβει την οργανωτική μορφή ενός «κρατικού καπιταλισμού» που αυτοαποκαλείται «σοσιαλιστικός» — λειτουργεί ως προϋπόθεση για τη διαιώνιση τής εξάρτησης. Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι, σε ένα πολύ προχωρημένο στάδιο, η ανάπτυξη βαριάς βιομηχανίας, και μάλιστα με τη μορφή τού δημοσίου τομέα, μπορεί να λειτουργεί ως υπόβαθρο για την εξαρτημένη ανάπτυξη τού συνόλου τής περιφερειακής οικονομίας. Σε αυτήν την περίπτωση, η περιφερειακή μικροαστική τάξη θα αποτελεί ταυτόχρονα φορέα τού εξαρτημένου τοπικού κρατικού καπιταλισμού και βασικό ιμάντα μεταβίβασης τής ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας, υποκαθιστώντας τον ρόλο που έπαιζαν στο παρελθόν οι ντόπιες τάξεις των μεταπρατών και των μεγαλοκτηματιών, φορείς τού εξαρτημένου ιδιωτικού καπιταλισμού τής παρελθούσης περιόδου.

Υπάρχει περίπτωση οι πλέον αναπτυγμένες χώρες τής περιφέρειας να μπορέσουν, μετά την πάροδο ενός αρκετά μεγάλου χρονικού διαστήματος, να απελευθερωθούν από την εξάρτηση αναπαράγοντας τα χαρακτηριστικά των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κέντρων; Όσον αφορά τις ημι-εκβιομηχανισμένες οικονομίες μεγάλου μεγέθους, όπως είναι κυρίως η Βραζιλία, το Μεξικό και η Ινδία, θα πρέπει να αποκλειστεί κατηγορηματικά το ενδεχόμενο τής εσωστρεφούς καπιταλιστικής ανάπτυξης; Δεν θα μπορούσε το Μεξικό, ακολουθώντας το παράδειγμα τού Καναδά, να μετατραπεί σε μια πλήρως αναπτυγμένη επαρχία των ΗΠΑ, με την έννοια τού σταδιακού περιορισμού των φαινομένων περιθωριοποίησης, που σήμερα χαρακτηρίζουν τη χώρα, έως ότου αυτά εξαφανιστούν πλήρως; Τότε, όμως, το βάρος τής εσωστρεφούς ανάπτυξης θα το επωμιζόταν το κεφάλαιο των ΗΠΑ και όχι το μεξικάνικο κεφάλαιο, που θα έπρεπε να περιοριστεί στον ρόλο τού υποδεέστερου εταίρου. Στην περίπτωση αυτή, θα πρόκειται για μετατόπιση τής αντίφασης από το επίπεδο τής οικονομίας σε αυτό τής πολιτικής και τής κουλτούρας.

Αναφερθήκαμε ήδη σε τρία από τα συμπτώματα που χαρακτηρίζουν την υπανάπτυξη: ανισομετρία όσον αφορά την παραγωγικότητα ανά τομέα, αποδιάρθρωση και ξένη επικυριαρχία. Το φαινόμενο τής αποδιάρθρωσης δεν εμφανίζεται με τον ίδιο τρόπο στη Βραζιλία ή στην τροπική Αφρική. Στην περίπτωση των ημι-εκβιομηχανισμένων χωρών τής Λατινικής Αμερικής (Βραζιλία, Μεξικό, Αργεντινή), υπάρχουν ήδη ολοκληρωμένα βιομηχανικά συμπλέγματα που τείνουν προς την κατεύθυνση τής «εσωστρέφειας» με την εξής όμως ιδιοτυπία: σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στον αναπτυγμένο κόσμο, τα βιομηχανικά συμπλέγματα των χωρών αυτών δεν βασίζονται σε μια μεγάλη εσωτερική αγορά που να καλύπτει το σύνολο τού πληθυσμού, αλλά σε μια μερικώς μόνο αναπτυγμένη αγορά που καλύπτει τις ανάγκες μόνο τού «πλούσιου» και ενσωματωμένου τμήματος τού πληθυσμού. Εν προκειμένω, η ανάπτυξη τής βιομηχανίας συνεπάγεται τον εξοβελισμό από την αγορά και τη συνακόλουθη περιθωριοποίηση μιας μερίδας τού πληθυσμού, που αποτελείται όχι μόνο από τη μεγάλη μάζα των κατοίκων τής υπαίθρου, αλλά και από όσους εγκαταλείπουν την ύπαιθρο για να εγκατασταθούν στις αστικές παραγκουπόλεις. Η γεωργική εργασία και παραγωγή, η οποία είχε αναπτυχθεί σε προηγούμενα στάδια τής ενσωμάτωσης τής περιφέρειας στο παγκόσμιο σύστημα, εξακολουθεί να διατηρεί τον εξαγωγικό προσανατολισμό της και ως εκ τούτου πλήττεται από το φαινόμενο των εξαιρετικά χαμηλών και στάσιμων αποδοχών. Η αποδιάρθρωση ναι μεν δεν εκδηλώνεται στο επίπεδο τής βιομηχανικής παραγωγής, αλλά εμφανίζεται σε εθνικό επίπεδο και πιο συγκεκριμένα στο επίπεδο διασύνδεσης βιομηχανίας-αγροτικής παραγωγής. Όπως φαίνεται από το παράδειγμα τής Βραζιλίας, το φαινόμενο αυτό οδηγεί σε μια ιδιότυπη διάρθρωση τού εξωτερικού εμπορίου, καθώς οι εξαγωγές ανταποκρίνονται στο κλασικό υπόδειγμα των υπανάπτυκτων χωρών (προτεραιότητα στην παραγωγή πρωτογενών αγαθών και κυρίως αγροτικών προϊόντων), ενώ οι εισαγωγές είναι παρόμοιες με αυτές των αναπτυγμένων χωρών (υπεροχή των εισαγωγών ενέργειας, ημικατεργασμένων προϊόντων, κεφαλαιουχικών αγαθών και τροφίμων — όχι όμως και των εισαγωγών βιομηχανικών καταναλωτικών προϊόντων[6]). Επιπλέον, τίθεται το ερώτημα, εάν, σε περίπτωση που η αποδιάρθρωση περιοριστεί μέσω τής σταδιακής ενσωμάτωσης των περιθωριοποιημένων τομέων, η υπανάπτυξη θα λάβει νέες μορφές, ίσως εντελώς διαφορετικές από αυτές που γνωρίζουμε σήμερα.

Προς το παρόν, οι διαγραφόμενες προοπτικές δεν επιβεβαιώνουν την εκτίμηση ότι θα μειωθεί το χάσμα μεταξύ κέντρου και περιφέρειας, στο πλαίσιο εν πάση περιπτώσει τού καπιταλισμού. Σήμερα, οι πολυεθνικές εταιρείες εκμεταλλεύονται ακριβώς τις επιπτώσεις τού εν λόγω χάσματος και πιο συγκεκριμένα το άνισο επίπεδο των αμοιβών τής εργασίας. Στη Σιγκαπούρη, το Χονγκ Κονγκ, την Ταϊβάν και τη Νότια Κορέα, βλέπουμε ήδη τα αποτελέσματα τής εγκατάστασης των πολυεθνικών. Η μαζική μετεγκατάσταση βιομηχανιών εντάσεως εργασίας, τα προϊόντα των οποίων προορίζονται για εξαγωγή στις ΗΠΑ και στην Ιαπωνία, επιταχύνει την εφαρμογή ενός νέου αλλά πάντα άνισου καταμερισμού εργασίας, στο πλαίσιο τού οποίου οι βιομηχανίες με περιορισμένες δυνατότητες επέκτασης «κληροδοτούνται» στην περιφέρεια, ενώ το κέντρο διατηρεί εκείνες που διαθέτουν ιδιαίτερα σημαντικό δυναμικό προόδου.

Βεβαίως, το αυξανόμενο χάσμα μεταξύ τού κέντρου και τής περιφέρειας έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση τού μεταναστευτικού ρεύματος από τις υπανάπτυκτες προς τις αναπτυγμένες χώρες. Αυτή η τάση εγκαινιάστηκε με τη λεγόμενη «διαρροή εγκεφάλων» που παρατηρήθηκε μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όσον άφορά τα άτομα με υψηλότερα προσόντα. Όπως συμβαίνει πάντα, οι εργαζόμενοι υποχρεώνονται να ακολουθούν τις ορέξεις τού κεφαλαίου. Αλλά, ακόμη και αν οι ροές αυτές επρόκειτο να αποκτήσουν κεντρικό ρόλο, το κεφάλαιο μπορεί πάντα να εκμεταλλευτεί τις εθνικές και πολιτισμικές διαφορές στους κόλπους τής εργατικής τάξης, όπως δείχνει η σημερινή εμπειρία αναφορικά με το καθεστώς ανισότητας των μεταναστών εργαζομένων στον αναπτυγμένο κόσμο. Στη χειρότερη περίπτωση, η μετακίνηση τού εργατικού δυναμικού κινδυνεύει να δημιουργήσει ένα καθεστώς «εσωτερικής αποικιοκρατίας», όπως βλέπουμε να γίνεται στη Νότια Αφρική.

Από την άλλη πλευρά, η παρατηρούμενη σήμερα συγκέντρωση των παραγωγικών δραστηριοτήτων των πολυεθνικών σε ορισμένες χώρες τού Τρίτου Κόσμου, όπως και η ανάπτυξη και ενεργοποίηση, στις χώρες αυτές, τού δημοσίου τους τομέα στο πεδίο κυρίως των βασικών βιομηχανιών, δημιουργεί ένα νέο τύπο ιεραρχίας στο εσωτερικό τής ίδιας τής περιφέρειας. Από τη γεωγραφική συγκέντρωση των βιομηχανιών παραγωγής ειδών «πολυτελείας» και κεφαλαιουχικών αγαθών στο έδαφός τους, ορισμένες περιοχές τής περιφέρειας αντλούν πράγματι οφέλη όχι μόνο σε συνάρτηση με την εθνική εσωτερική τους αγορά, αλλά και σε σχέση με την αγορά των γειτονικών τους χωρών, που περιορίζονται στον ρόλο τής δεξαμενής φτηνού εργατικού δυναμικού. Οι τάσεις αυτές δεν εμφανίζονται μόνο σε ορισμένα μεγάλα κράτη τού Τρίτου Κόσμου (—με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτό τής Βραζιλίας· όμως εδώ θα πρέπει να δούμε και τον ρόλο που μπορεί να κληθεί να διαδραματίσει η Ινδία στο πλαίσιο αυτό), αλλά και σε περιοχές μικρότερης κλίμακας στον αραβικό κόσμο ή ακόμα και στη «μαύρη» Αφρική [ο λεγόμενος «υποϊμπεριαλισμός»].

Η προβληματική τής μετάβασης

Για την περιφέρεια, το δίλημμα τίθεται στην πραγματικότητα, ως εξής: είτε εξαρτημένη ανάπτυξη, είτε εσωστρεφής ανάπτυξη, που υποχρεωτικά θα λάβει μορφές που θα διαφέρουν ριζικά από αυτές των σημερινών αναπτυγμένων χωρών. Και εδώ εμφανίζεται για άλλη μία φορά ο νόμος τής ανισομερούς ανάπτυξης των πολιτισμών: η περιφέρεια δεν μπορεί να περιοριστεί απλώς στην αναπαραγωγή τού καπιταλιστικού μοντέλου τού κέντρου, αλλά πρέπει να το ξεπεράσει. Πιο συγκεκριμένα, πρέπει να αναθεωρηθεί ριζικά το καπιταλιστικό μοντέλο κατανομής πόρων και να παραμεριστούν οι κανόνες τής αποδοτικότητας. Και αυτό γιατί, στο πλαίσιο τής δομής των σχετικών τιμών που επιβάλλει η ενσωμάτωση στο παγκόσμιο σύστημα, κάθε επιλογή που βασίζεται στην αποδοτικότητα συντελεί στη διαιώνιση και αναπαραγωγή τού μοντέλου τής αυξανόμενης άνισης κατανομής των εισοδημάτων (εξ ου και το φαινόμενο τής περιθωριοποίησης), με απώτερο επακόλουθο τον επανεγκλωβισμό στο περιφερειακό μοντέλο κατανομής πόρων. Το εγχείρημα τής βελτίωσης τής διαδικασίας κατανομής πόρων πρέπει σε μεγάλο βαθμό να αναληφθεί εκτός τού πλαισίου των κανόνων τής αγοράς και πιο συγκεκριμένα μέσω τής άμεσης εκτίμησης κάθε είδους αναγκών: διατροφικών αναγκών, αναγκών στέγασης, εκπαίδευσης, πολιτισμού κ.ο.κ. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι κάθε σοβαρή προσπάθεια τής περιφέρειας να αποτινάξει την πολιτική κυριαρχία τού κέντρου οδηγεί σε συγκρούσεις, που επαναφέρουν στο προσκήνιο τη σοσιαλιστική προοπτική. Ανάλογα με τις περιστάσεις, η προοπτική αυτή μπορεί να καθυστερήσει να πραγματοποιηθεί, μπορεί να παραμορφωθεί ή ακόμα και να αφομοιωθεί ξανά στο σύστημα. Ωστόσο, παραμένει γεγονός ότι η Κούβα δρομολόγησε τη διαδικασία τής σοσιαλιστικής επανάστασης θέλοντας και μη, ότι, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στη Ρωσία, η κουβανέζικη αγροτιά αποδέχτηκε την κολεκτιβοποίηση και τέλος ότι οι προοπτικές μετάβασης είναι ευνοϊκότερες για την Κούβα, παρά για την Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Ούτε είναι τυχαίο ότι η Κίνα ήταν η χώρα στην οποία συντελέστηκε το έργο τής αποκατάστασης τού μαρξισμού.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η μετάβαση πρέπει να ξεκινήσει με τη χειραφέτηση τής περιφέρειας. Οι περιφερειακές χώρες πρέπει εκ των πραγμάτων να προσανατολιστούν σε ένα προκαταρκτικό μοντέλο εγχώριας συσσώρευσης. Στις τρέχουσες συνθήκες ανισότητας μεταξύ των κρατών, η «ανάπτυξη» δεν μπορεί να σημαίνει την ανάπτυξη τής υπανάπτυξης, αλλά πρέπει να είναι συγχρόνως εθνική, λαϊκο-δημοκρατική και σοσιαλιστική, καθόσον ακριβώς εντάσσεται σε ένα ευρύτερο, παγκόσμιο πλαίσιο. Δεδομένης τής πλανητικής διάστασης τού καπιταλιστικού συστήματος και τής διαμόρφωσης των σχέσεων παραγωγής που το χαρακτηρίζουν, ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο σε παγκόσμιο επίπεδο. Επομένως, η περίοδος τής μετάβασης θα εμπερικλείει μια σειρά από αντιφάσεις που θα απορρέουν αφενός μεν από τον τελικό στόχο τού σοσιαλισμού, ο οποίος έχει καθολικό και παγκόσμιο χαρακτήρα, αφετέρου δε από το αναγκαστικά εθνικό πλαίσιο τής μετάβασης. Κάθε άξια τού ονόματός της στρατηγική μετάβασης δεν πρέπει ουδέποτε να θυσιάσει στο βωμό τής οικονομικής προόδου την προοπτική τής ανάπτυξης και ωρίμανσης τής σοσιαλιστικής συνείδησης, πράγμα που ωστόσο απαιτεί κάτι περισσότερο από την επέκταση τής δημόσιας ιδιοκτησίας και την κατά προτεραιότητα ανάπτυξη τής βαριάς βιομηχανίας. Διότι στην περιφέρεια η επίμονη επιδίωξη των στόχων αυτών ενέχει τον κίνδυνο διαιώνισης τού μοντέλου τής εξαρτημένης ανάπτυξης, εφόσον δεν συνοδεύεται από τον ριζικό επανακαθορισμό των οικονομικών προτεραιοτήτων, έστω και αν αυτό θα συνεπάγεται την αναθεώρηση προς τα κάτω των προβλέψεων για τη μέγιστη δυνατή ανάπτυξη. Επομένως, βασική προτεραιότητα είναι να δημιουργηθούν σύγχρονες βιομηχανικές εγκαταστάσεις, προκειμένου να προωθηθούν άμεσα βελτιώσεις στους φτωχούς τομείς που συγκεντρώνουν την πλειοψηφία τού πληθυσμού, με άλλα λόγια να χρησιμοποιηθεί η σύγχρονη τεχνολογία κατά τέτοιο τρόπο ώστε να βελτιωθεί άμεσα η παραγωγικότητα και η οικονομική κατάσταση των μαζών. Η άμεση επίτευξη τού στόχου αυτού θα επιτρέψει ακριβώς την απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων, την ανάπτυξη πρωτοβουλιών και την πραγματική κινητοποίηση τού συνόλου τού πληθυσμού. Η χρήση σύγχρονων τεχνολογιών για την άμεση βελτίωση τής κατάστασης των μαζών προϋποθέτει με τη σειρά της τη ριζική αναθεώρηση των κατευθύνσεων τής τεχνολογικής και επιστημονικής έρευνας. Η αντιγραφή των τεχνολογιών τού αναπτυγμένου κόσμου δεν αποτελεί απάντηση στα σημερινά προβλήματα τού υπανάπτυκτου κόσμου. Ωστόσο, η διαλεκτική τής μετάβασης δεν συνεπάγεται την απόρριψη τής προοπτικής τού εκσυγχρονισμού. Στον δυτικό κόσμο, με αφορμή τη λεγόμενη «κριτική τής καθημερινότητας» και μέσα από ένα πρίσμα που συνδυάζει την κριτική τής πραγματικότητας τού καπιταλιστικού κόσμου, την ιδεολογία των χίπις, την επιστροφή στο μύθο τού «ευγενούς αγρίου» και την αναβάθμιση τής σημασίας των τεχνολογιών εντάσεως εργασίας, τα κινήματα διαμαρτυρίας επέφεραν μεν τη συνειδητοποίηση ότι ο στόχος τής μέγιστης δυνατής ανάπτυξης δεν μπορεί να επιδιώκεται με κάθε τίμημα, αλλά η στρεβλή αυτή αντίληψη επέτρεψε σε κάποιους να ερμηνεύσουν λανθασμένα ορισμένες πτυχές τής κινεζικής πολιτικής, αγνοώντας το πλαίσιο στο οποίο ανήκουν. Το σοσιαλιστικό σχέδιο δεν μπορεί μεν να προσεγγίζεται με «οικονομίστικους» όρους, οφείλει ωστόσο να ενσωματώνει το επίπεδο τής οικονομίας.

Ο ολοκληρωμένος σοσιαλισμός θα βασίζεται υποχρεωτικά σε μια σύγχρονη οικονομία υψηλής παραγωγικότητας. Οποιαδήποτε αντίθετη άποψη σημαίνει και απόρριψη τής σύγχρονης τεχνολογίας ως «πηγής κάθε κακού», όχι όμως και τού κοινωνικού συστήματος, που αποτελεί το ευρύτερο πλαίσιο εντός τού οποίου αυτή λειτουργεί. Στην πραγματικότητα, ο ίδιος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αναιρεί την προοπτική τού εκσυγχρονισμού, παραμορφώνοντας τη δυναμική τής τεχνολογίας. Πολλά έχουν γραφτεί για τις καταστροφικές συνέπειες τής κατακερματισμένης και μονότονης βιομηχανικής εργασίας. Αυτή η μορφή εργασίας θα αποδειχτεί ότι αποτελεί ίδιον τού καπιταλισμού, όταν αυτός ο τρόπος παραγωγής θα έχει εκπληρώσει τον ιστορικό του ρόλο (δηλαδή, την πραγματοποίηση συσσώρευσης), προετοιμάζοντας έτσι τις συνθήκες τής υπέρβασής του. Η σύγχρονη τεχνολογική επανάσταση θα οδηγήσει στην εκτόπιση τής ανειδίκευτης και κατακερματισμένης εργασίας — που αποτέλεσε από την εποχή τής μηχανοποίησης την κύρια μορφή εργασίας — από την «αυτοματοποίηση», επιτρέποντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την αύξηση τού διαθέσιμου μη εργάσιμου χρόνου και τη δημιουργία νέων μορφών εργασίας υψηλής ειδίκευσης. Τι συνεπάγεται, όμως, η προοπτική αυτή στο πλαίσιο τού σημερινού συστήματος; Όχι βεβαίως την αυγή τής χειραφέτησης τής ανθρωπότητας, αλλά την απειλή τής μαζικής ανεργίας και την αυξανόμενη περιθωριοποίηση ενός μεγάλου τμήματος τού παγκόσμιου πληθυσμού, κυρίως τού Τρίτου Κόσμου, σε σχέση με ένα σύστημα που δεν ενσωματώνει παρά μόνο μια μειοψηφία. Αυτή είναι η φυσική τάση τού υπολογισμού τής κερδοφορίας, τής οικονομικής αλλοτρίωσης που συνεπάγεται την αντιμετώπιση των ανθρώπων ως «εργατικού δυναμικού». Η απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων τής ανθρωπότητας προϋποθέτει την κοινωνική απελευθέρωση από τα δεσμά τής ιδεολογίας τού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Δεν υφίσταται καμία αντίφαση ανάμεσα στην ανάπτυξη και την κατασκευή ενός παγκόσμιου σοσιαλιστικού πολιτισμού.


[1] [Εννοεί στη σοβιετική βιβλιογραφία.]
[2] [Η μετάφραση είναι ανακριβής. Ορθότερος αλλά αδόκιμος ο όρος «φοροϋποτελειακός». N.B. Η «δυτική» φεουδαρχία αποτελεί τον περιφερειακό σχηματισμό τού εν λόγω τρόπου παραγωγής.]
[3] [εξωγενείς παράγοντες που συμβάλλουν στη μείωση τού κόστος παραγωγής].
[4] [Διαρκή καταναλωτικά αγαθά εγχώριας παραγωγής]
[5] [Επενδύσεων για την εξασφάλιση τού ελέγχου των περιφερειακών επιχειρήσεων· σήμερα, το δημόσιο χρέος υποκαθιστά τον ρόλο των άμεσων επενδύσεων.]
[6] [Πβ. υποσημείωση 4.]

 
1 σχόλιο

Posted by στο 08/05/2015 in Uncategorized

 

Ετικέτες:

China bashing — Samir Amin

82302324

Κίνα: η αναδυόμενη χώρα—Σαμίρ Αμίν (The Implosion of Capitalism, κεφ.3)

Δεν θεωρώ πειστικές τις τρέχουσες συζητήσεις που αφορούν το παρόν και το μέλλον τής Κίνας ως «αναδυόμενης» δύναμης. Μερικοί ισχυρίζονται ότι, έχοντας επιλέξει οριστικά τον «καπιταλιστικό δρόμο», η Κίνα προτίθεται μάλιστα να επιταχύνει την ενσωμάτωσή της στη σύγχρονη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση. Επιπλέον,  δηλώνουν αρκετά ευχαριστημένοι με την προοπτική αυτή, ελπίζοντας ότι η εν λόγω «επιστροφή στην ομαλότητα» (με «δεδομένο» το ότι ο καπιταλισμός είναι το «τέλος τής ιστορίας») θα συνοδευτεί από τη σταδιακή ανάπτυξη μιας δημοκρατίας δυτικού τύπου (πολυκομματισμός, εκλογές, ανθρώπινα δικαιώματα). Επιπροσθέτως, πιστεύουν ή έχουν ανάγκη να πιστεύουν ότι, από πλευράς κατά κεφαλήν εισοδήματος, η Κίνα θα μπορέσει κατ’ αυτόν τον τρόπο να «καλύψει την απόσταση» που τη χωρίζει από τις πλούσιες δυτικές κοινωνίες — πράγμα που εγώ θεωρώ αδύνατο. Η κινεζική «δεξιά» συμμερίζεται την άποψη αυτή. Κάποιοι άλλοι πάλι αποδοκιμάζουν τις εξελίξεις αυτές στο όνομα των αξιών ενός «σοσιαλισμού που προδώθηκε». Ορισμένοι μάλιστα ευθυγραμμίζονται με τις κυρίαρχες εκφράσεις τής καταγγελτικής στάσης έναντι τής Κίνας [China bashing] που επικρατεί στο δυτικό κόσμο. Υπάρχουν όμως και κάποιοι — οι ιθύνοντες τού Πεκίνου — που περιγράφουν την επιλεγείσα πορεία ως «σοσιαλισμό κινεζικού τύπου» χωρίς περαιτέρω εξειδικεύσεις. Μπορεί ωστόσο κάποιος να διακρίνει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα τού εν λόγω «σοσιαλισμού» στηριζόμενος στην προσεκτική ανάγνωση επίσημων κρατικών κειμένων και, πιο συγκεκριμένα, των πενταετών σχεδίων, που όχι μόνο χαρακτηρίζονται από σαφήνεια, αλλά και τα οποία λαμβάνονται πολύ σοβαρά υπόψη.

Το ερώτημα αν είναι η Κίνα καπιταλιστική ή σοσιαλιστική τίθεται με εσφαλμένο τρόπο. Δεν μπορεί να δοθεί καμία λογική απάντηση σε ένα τόσο γενικό και αφηρημένο ερώτημα, διατυπωμένο μάλιστα υπό τη μορφή αποκλειστικής διάζευξης. Στην πραγματικότητα, η Κίνα ακολουθεί, ήδη από το 1950, (ή ίσως από την επανάσταση των Ταϊπίνγκ κατά τον 19ο αιώνα) τη δική της ιδιότυπη πορεία. Θα επιχειρήσω εδώ να διευκρινίσω τη φύση τής πορείας αυτής, όπως αυτή αναπτύχθηκε σε διαδοχικά στάδια που καλύπτουν την περίοδο από το 1950 έως και σήμερα (2012).

Το αγροτικό ζήτημα

Σύμφωνα με τον Μάο, η επανάσταση που πραγματοποιήθηκε στην Κίνα από το κομμουνιστικό της κόμμα ήταν «αντιϊμπεριαλιστική/αντιφεουδαρχική» καθ’ οδόν προς τον σοσιαλισμό. Έχοντας αντιμετωπίσει με επιτυχία τον ιμπεριαλισμό και τη φεουδαρχία, ο Μάο δεν θεώρησε ποτέ ότι ο κινεζικός λαός είχε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, «οικοδομήσει» μια σοσιαλιστική κοινωνία. Απεναντίας, πίστευε ότι η εν λόγω «οικοδόμηση» αποτελούσε το πρώτο στάδιο στη μακρά πορεία τής χώρας προς τον σοσιαλισμό.

Οφείλω να υπογραμμίσω τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο η κινεζική επανάσταση αντιμετώπισε το αγροτικό ζήτημα. Οι κατανεμημένες αγροτικές εκτάσεις δεν ιδιωτικοποιήθηκαν, αλλά εξακολούθησαν να είναι ιδιοκτησία τού κινεζικού έθνους εκπροσωπούμενου από τις αγροτικές κομμούνες. Η χρήση τους μάλιστα περιήλθε αποκλειστικά σε αγροτικές οικογένειες — και αυτό σε αντίθεση με ό,τι είχε συμβεί στη Ρωσία, όπου ο Λένιν, έχοντας βρεθεί ενώπιον τού τετελεσμένου γεγονότος τής εξέγερσης των φτωχών αγροτών κατά το 1917, αναγνώρισε την ιδιωτική ιδιοκτησία των επωφεληθέντων από την πραγματοποιηθείσα κατανομή των γαιών.

Σε τι αποδίδεται το γεγονός ότι στην Κίνα (και στο Βιετνάμ) μπόρεσε να εφαρμοστεί η αρχή τής μη εμπορευματοποίησης τής αγροτικής γης; Ακούμε να διατυπώνεται πολύ συχνά το επιχείρημα ότι το μόνο που επιθυμούν οι φτωχοί αγρότες ανά τον κόσμο είναι η ιδιοκτησία στη γη. Αν αυτό ίσχυε για την Κίνα, τότε η απόφαση εθνικοποίησης τής γης θα έπρεπε να είχε οδηγήσει σε έναν ατέλειωτο αγροτικό πόλεμο, όπως ακριβώς συνέβη όταν ο Στάλιν άρχισε να εφαρμόζει την πολιτική τής υποχρεωτικής κολεκτιβοποίησης στη Σοβιετική Ένωση. Η στάση των φτωχών αγροτών στην Κίνα και στο Βιετνάμ (και πουθενά αλλού στον κόσμο) δεν μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι οι εν λόγω αγρότες ήταν φορείς μιας υποτιθέμενης «παράδοσης» στο πλαίσιο τής οποίας «αγνοούσαν» την ιδιοκτησία. Αντιθέτως, ήταν αποτέλεσμα ενός ευφυούς και ιδιότυπου πολιτικού προσανατολισμού που υιοθετήθηκε στην πράξη από τα κομμουνιστικά κόμματα των δύο χωρών.

Η δεύτερη Διεθνής εξέλαβε ως δεδομένη την επιτακτική επιθυμία των αγροτών για ιδιοκτησία, πράγμα που σε μεγάλο βαθμό ανταποκρινόταν στα ευρωπαϊκά δεδομένα τού 19ου αιώνα. Στη μακρά ευρωπαϊκή μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό (1500-1800), οι προγενέστερες θεσμοποιημένες μορφές πρόσβασης στη γη μέσω δικαιωμάτων κατανεμημένων μεταξύ τού βασιλιά, των φεουδαρχών κυρίων και των χωρικών δουλοπάροικων άρχισαν σταδιακά να εξαφανίζονται και να αντικαθίστανται από τη σύγχρονη αστική ατομική ιδιοκτησία, βάσει τής οποίας η γη αντιμετωπιζόταν πλέον ως εμπόρευμα — με άλλα λόγια ως αγαθό το οποίο ο ιδιοκτήτης του μπορούσε να διαθέτει ελεύθερα (ελευθερία αγοραπωλησίας). Οι σοσιαλιστές τής δεύτερης Διεθνούς αποδέχθηκαν — αν και με μισή καρδιά — ως τετελεσμένο γεγονός την εν λόγω «κατάκτηση» τής «αστικής επανάστασης». Θεωρούσαν επιπλέον ότι η μικρή αγροτική ιδιοκτησία ήταν προορισμένη να εξαφανιστεί, ότι το μέλλον ανήκε στη μεγάλη μηχανοποιημένη αγροτική επιχείρηση, που θα διαμορφωνόταν στα πρότυπα τής βιομηχανικής παραγωγής, και ότι τέλος η καπιταλιστική ανάπτυξη θα οδηγούσε από μόνη της σε αυτού τού είδους την ιδιοκτησιακή συγκέντρωση και στις πλέον αποτελεσματικές μορφές εκμετάλλευσής της (βλέπε τα σχετικά κείμενα τού Κάουτσκι). Η ιστορία, όμως, τους διέψευσε, καθώς η γεωργική παραγωγή των χωρικών αντικαταστάθηκε αρχικά από την καπιταλιστική οικογενειακή γεωργία, υπό την έννοια ότι επρόκειτο, αφενός, για αγοραία παραγωγή (δεδομένου τού ότι η κατανάλωση για τις ανάγκες τού αγροκτήματος κατέστη ασήμαντη) και, αφετέρου, για παραγωγή που χρησιμοποιούσε σύγχρονο εξοπλισμό, βιομηχανικές εισροές και τραπεζικές πιστώσεις. Επιπλέον, σε σύγκριση με τα μεγάλα αγροκτήματα, η καπιταλιστική οικογενειακή γεωργική παραγωγή αποδείχτηκε αρκετά αποδοτική όσον αφορά τον όγκο παραγωγής ανά εκτάριο ανά εργαζόμενο/έτος. Η παρατήρηση αυτή δεν παραβλέπει το γεγονός ότι ο σύγχρονος καπιταλιστής αγρότης υφίσταται την εκμετάλλευση τού γενικευμένου μονοπωλιακού κεφαλαίου που ελέγχει την προμήθεια των εισροών και πιστώσεων στα προηγούμενα στάδια τής παραγωγής και, στη συνέχεια, την εμπορία των παραγόμενων προϊόντων. Οι εν λόγω αγρότες λειτουργούν πλέον ως υπεργολάβοι τού κυρίαρχου κεφαλαίου. Έχοντας σχηματίσει τη λανθασμένη αντίληψη ότι σε κάθε τομέα παραγωγής (βιομηχανία, υπηρεσίες και γεωργία), οι μεγάλες επιχειρήσεις υπερείχαν σε αποδοτικότητα σε σύγκριση με τις μικρές επιχειρήσεις, οι ριζοσπάστες σοσιαλιστές τής δεύτερης Διεθνούς θεώρησαν ότι η κατάργηση τής έγγειας ιδιοκτησίας (εθνικοποίηση τής γης) θα επέτρεπε να δημιουργηθούν μεγάλα σοσιαλιστικά αγροκτήματα (παρόμοια με τα μεταγενέστερα σοβιετικά σοβχόζ και κολχόζ). Ωστόσο, δεν μπόρεσαν να θέσουν σε εφαρμογή τέτοια μέτρα, καθώς στις χώρες τους, τα ιμπεριαλιστικά κέντρα, η επανάσταση δεν ήταν στην ημερήσια διάταξη. Μέχρι το 1917, οι μπολσεβίκοι συμμερίζονταν τις θέσεις αυτές και είχαν την πρόθεση να εθνικοποιήσουν τις μεγάλες ιδιοκτησίες τής ρωσικής αριστοκρατίας, αφήνοντας στους φτωχούς χωρικούς τις κοινόχρηστες εκτάσεις. Στη συνέχεια, ωστόσο, οι μπολσεβίκοι κατελήφθησαν εξ απήνης από την εξέγερση των χωρικών, που πήραν στην κατοχή τους τις μεγάλες έγγειες ιδιοκτησίες.

Ο Μάο άντλησε διδάγματα από την ιστορία αυτή και διαμόρφωσε μια εντελώς διαφορετική γραμμή πολιτικής δράσης. Ξεκινώντας τη δεκαετία τού 1930 στη νότια Κίνα, κατά τη διάρκεια τού πολυετούς εθνοαπελευθερωτικού εμφυλίου πολέμου, ο Μάο βάσισε την αυξανόμενη δράση και παρουσία τού κομμουνιστικού κόμματος πάνω σε μια σταθερή συμμαχία με τους φτωχούς και ακτήμονες αγρότες (που αποτελούσαν την πλειοψηφία), ενώ φρόντισε να διατηρήσει φιλικές σχέσεις με τους μεσαίους χωρικούς και να απομονώσει, σε όλα τα στάδια τού πολέμου, τους πλούσιους αγρότες (κουλάκους), χωρίς όμως κατ’ ανάγκη να τους αντιμετωπίζει με προκλητικότητα. Η επιτυχία τής πολιτικής αυτής γραμμής προετοίμασε τη μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων των αγροτικών περιοχών προκειμένου να συμφωνήσουν σε μια λύση που δεν προϋπέθετε την ατομική ιδιοκτησία επί των αγροτεμαχίων που αποκτήθηκαν μέσω διανομής. Πιστεύω ότι οι ιδέες τού Μάο, καθώς και η επιτυχής εφαρμογή τους, έχουν τις ιστορικές τους ρίζες στην επανάσταση των Ταϊπίνγκ, που έλαβε χώρα κατά τον 19ο αιώνα. Ο Μάο πέτυχε εκεί που απέτυχε το μπολσεβίκικο κόμμα, δηλαδή να δημιουργήσει μια ισχυρή συμμαχία με τη μεγάλη αγροτική πλειοψηφία. Στη Ρωσία, τα τετελεσμένα γεγονότα τού καλοκαιριού τού 1917 υπονόμευσαν εκ των προτέρων τη δυνατότητα μιας συμμαχίας με τους φτωχούς και μεσαίους χωρικούς απέναντι στους πλούσιους αγρότες, διότι οι πρώτοι επιδίωκαν να υπερασπιστούν την ατομική ιδιοκτησία που απέκτησαν και, ως εκ τούτου, προτίμησαν στη συνέχεια να ακολουθήσουν τους κουλάκους και όχι τους μπολσεβίκους. Αυτή η «κινεζική ιδιαιτερότητα» έχει μείζονος σημασίας συνέπειες και, ακόμα και σήμερα, δεν δικαιολογεί με κανένα τρόπο τον χαρακτηρισμό τής σύγχρονης Κίνας ως «καπιταλιστικής», αφού ο καπιταλιστικός δρόμος ανάπτυξης βασίζεται στη μετατροπή τής γης σε εμπόρευμα.

Το παρόν και το μέλλον τής μικρής παραγωγής

Από τη στιγμή που γίνει αποδεκτή η εν λόγω αρχή, η χρήση τού κοινού αυτού αγαθού (τής γης των αγροτικών κοινοτήτων) μπορεί να λάβει ποικίλες μορφές. Για να γίνει αυτό κατανοητό, θα πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στη μικροπαραγωγή και τη μικροϊδιοκτησία. Σε όλες τις προγενέστερες κοινωνίες η αγροτική και βιοτεχνική μικροπαραγωγή κατείχε κυρίαρχη θέση, ενώ, αναπόσπαστα πλέον συνδεδεμένη με την μικροϊδιοκτησία, εξακολούθησε να παίζει σημαντικό ρόλο στον σύγχρονο καπιταλισμό και, πιο συγκεκριμένα, στη γεωργία, στις υπηρεσίες και σε ορισμένα ακόμη τμήματα τής βιομηχανίας. Βεβαίως, στις χώρες τής κυρίαρχης τριάδας (ΗΠΑ, Ευρώπη και Ιαπωνία), η μικροπαραγωγή χαρακτηρίζεται από συνεχή υποχώρηση. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η εξαφάνιση των μικροεπιχειρήσεων και η αντικατάστασή τους από μεγάλες εμπορικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, η αλλαγή αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, άνευ άλλου τινός, ως «πρόοδος», ακόμη και σε επίπεδο αποδοτικότητας, ιδίως αν ληφθούν υπόψη οι κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτισμικές διαστάσεις τής διαδικασίας αυτής. Στην πραγματικότητα, η τάση αυτή αποτελεί παράδειγμα τής στρέβλωσης που προκαλείται από την κυριαρχία των προσανατολισμένων προς την προσοδοθηρία γενικευμένων μονοπωλίων. Είναι, επομένως, πιθανό, σε έναν μελλοντικό σοσιαλισμό, η μικροπαραγωγή να κληθεί εκ των πραγμάτων να ανακτήσει τη σημασία της. Εν πάση περιπτώσει, στη σύγχρονη Κίνα, η μικροπαραγωγή, χωρίς να συνδέεται κατ’ ανάγκην με την μικροϊδιοκτησία, εξακολουθεί να κατέχει σημαντική θέση στην εθνική παραγωγή — και μάλιστα όχι μόνο στη γεωργία, αλλά και σε ευρείς τομείς τής αστικής ζωής.

Η Κίνα γνώρισε ποικιλόμορφες ή και ακόμα και αντιφατικές μορφές χρήσης τής γης ως κοινού αγαθού. Εν προκειμένω, πρέπει να εξετάσουμε αφενός την αποδοτικότητα (όγκος παραγωγής ανά εκτάριο ανά εργαζόμενο/έτος) και αφετέρου τη δυναμική των δρομολογημένων μεταβολών. Οι μορφές αυτές μπορούν είτε να ενισχύσουν τις τάσεις καπιταλιστικής ανάπτυξης, θέτοντας έτσι εν αμφιβόλω τον μη-εμπορευματοποιημένο χαρακτήρα τής γης, είτε να ενταχθούν στο πλαίσιο μιας ανάπτυξης σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Τα ερωτήματα αυτά μπορούν να απαντηθούν μόνο μετά από συγκεκριμένη εξέταση των επίμαχων μορφών χρήσης τής γης, όπως αυτές εφαρμόστηκαν σε διαδοχικά στάδια τής κινεζικής ανάπτυξης από το 1950 έως και σήμερα. Στην αρχή, κατά τη δεκαετία τού 1950, οι μορφές που υιοθετήθηκαν ήταν αυτές τής μικρής οικογενειακής παραγωγής σε συνδυασμό με απλούστερες μορφές συνεργασίας για τη διαχείριση τής άρδευσης, τής εργασίας που απαιτούσε συντονισμό και τής χρήσης ορισμένων ειδών εξοπλισμού. Επιπλέον, η οικογενειακή αυτή μικροπαραγωγή ενσωματωνόταν στο πλαίσιο μιας κρατικής οικονομίας που διατηρούσε μονοψώνιο όσον αφορά τα προϊόντα που προορίζονταν για την εσωτερική αγορά και μονοπώλιο στην παροχή πιστώσεων και συντελεστών παραγωγής. Και όλα αυτά, στη βάση σχεδιασμένων τιμών που αποφασίζονταν από τους φορείς κεντρικού σχεδιασμού.

Η εμπειρία των κομμούνων, η οποία αποκτήθηκε μετά τη σύσταση παραγωγικών συνεταιρισμών κατά τη δεκαετία τού 1970, βρίθει διδαγμάτων. Το ζητούμενο δεν ήταν απαραίτητα η μετάβαση από την μικροπαραγωγή στις μεγάλες αγροκτηματικές μονάδες, παρ’ όλο που ορισμένοι από τους υποστηρικτές των συνεταιρισμών ήταν επηρεασμένοι από την ιδέα τής υπεροχής των μεγάλων αγροκτημάτων. Τα βασικά σημεία τού εγχειρήματος πρέπει να αναζητηθούν στις προσδοκίες για μια αποκεντρωμένη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Οι κομμούνες δεν ήταν επιφορτισμένες μόνο με τη διαχείριση τής αγροτικής παραγωγής των μεγάλων χωριών ή και ομάδων χωριών και οικισμών (ας σημειώσω εν παρενθέσει ότι η οργάνωση αυτή ήταν ένα μίγμα μορφών οικογενειακής μικροπαραγωγής σε συνδυασμό με περισσότερο φιλόδοξους στόχους για την ανάπτυξη εξειδικευμένης παραγωγής), αλλά παρείχαν επιπλέον το πλαίσιο για τη σύνδεση με βιομηχανικές δραστηριότητες όπου απασχολούνταν εποχιακά διαθέσιμοι αγρότες. Παράλληλα δε με τις παραγωγικές οικονομικές δραστηριότητες, οι κομμούνες ασχολούνταν και με τη διαχείριση κοινωνικών υπηρεσιών (εκπαίδευση, υγεία, στέγαση), πραγματοποιώντας τα πρώτα βήματα προς την κατεύθυνση τής αποκέντρωσης τής πολιτικής διαχείρισης τής κοινωνίας. Όπως είχε οραματιστεί η παρισινή κομμούνα, το σοσιαλιστικό κράτος επρόκειτο να μετατραπεί, εν μέρει τουλάχιστον, σε μια ομοσπονδία σοσιαλιστικών κομμούνων. Δεν χωρά αμφιβολία ότι από πολλές απόψεις οι κομμούνες προπορεύονταν τής εποχής τους, ενώ η διαλεκτική ανάμεσα στην αποκέντρωση όσον αφορά την εξουσία λήψης αποφάσεων και στον διάχυτο κεντρικό έλεγχο που εκπορευόταν από το κομμουνιστικό κόμμα δεν λειτουργούσε πάντοτε ορθά. Σε αντίθεση όμως προς τα όσα ισχυρίζεται η δεξιά [στη Δύση], τα καταγεγραμμένα αποτελέσματα κάθε άλλο παρά καταστροφικά ήταν. Μια κομμούνα στην περιοχή τού Πεκίνου, που δεν συμμορφώθηκε με την εντολή διάλυσης τού συστήματος, συνεχίζει να παρουσιάζει εξαιρετικά οικονομικά αποτελέσματα σε συνδυασμό με τη διεξαγωγή πολιτικών συζητήσεων υψηλής ποιότητας, που αλλού έχουν εκλείψει. Τα τρέχοντα σχέδια για την «αγροτική ανασυγκρότηση» (2012), που εφαρμόζονται από αγροτικές κοινότητες σε διάφορες περιοχές τής Κίνας, φαίνεται να αντλούν έμπνευση από την εμπειρία των κομμούνων.

Η απόφαση για τη διάλυση των κομμούνων, που ελήφθη από τον Ντενγκ Ξιαοπίνγκ το 1980, συνέβαλε στην ενίσχυση τής οικογενειακής μικροπαραγωγής και στη διατήρηση τού κυρίαρχου ρόλου της κατά τις τρεις επόµενες δεκαετίες (1980-2012). Συγχρόνως, όμως, διευρύνθηκε σημαντικά το φάσμα των δικαιωμάτων των χρηστών γης (είτε πρόκειται για αγροτικές κοινότητες είτε για οικογενειακές μονάδες). Δόθηκε έτσι η δυνατότητα στους κατόχους των δικαιωμάτων χρήσης να «εκμισθώνουν» τη γη (όχι όμως και να την «πωλούν») σε άλλους μικροπαραγωγούς — διευκολύνοντας ιδίως την αστική μετανάστευση νεαρών μορφωμένων ατόμων που δεν επιθυμούν να παραμείνουν στην ύπαιθρο — ή σε επιχειρήσεις για τη λειτουργία εκσυγχρονισμένων αγροτικών μονάδων, σημαντικά μεγαλύτερων από τις οικογενειακές φάρμες (ας σημειωθεί όμως εδώ ότι δεν υπάρχουν λατιφούντια στην Κίνα). Σκοπός εδώ είναι η ενθάρρυνση τής εξειδικευμένης παραγωγής (π.χ. ποιοτική οινοπαραγωγή, για την οποία μάλιστα ζητήθηκε η συνδρομή ειδικών από τη Βουργουνδία) ή η δοκιμασία νέων επιστημονικών μεθόδων, όσον αφορά, για παράδειγμα, την καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων οργανισμών κ.λ.π..

Θεωρώ παράλογη την εκ των προτέρων απόρριψη ή αποδοχή των ποικίλων αυτών συστημάτων και πρέπει να υπογραμμίσω, για άλλη μια φορά, ότι εκείνο που προέχει είναι η συγκεκριμένη ανάλυση καθενός από αυτά τόσο από πλευράς σχεδιασμού όσο και υλοποίησης. Ωστόσο, παραμένει το γεγονός ότι η ευρηματική ποικιλία των μορφών κοινοχρησίας τής γης συντέλεσε στην επίτευξη πρωτοφανών αποτελεσμάτων. Κατ’ αρχάς, από την άποψη τής οικονομικής αποδοτικότητας και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το ποσοστό τού αστικού πληθυσμού τής χώρας αυξήθηκε από 20% σε 50%, η Κίνα κατάφερε να μεγεθύνει την αγροτική της παραγωγή συμβαδίζοντας με τις γιγαντιαίες ανάγκες τής αστικοποίησης. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό και εξαιρετικό αποτέλεσμα, χωρίς ανάλογο στις χώρες τού «καπιταλιστικού» Νότου. Η Κίνα διατήρησε και ενίσχυσε την επισιτιστική της αυτάρκεια και κυριαρχία, παρά το γεγονός ότι αντιμετωπίζει το εξής σημαντικό μειονέκτημα: η γεωργική της παραγωγή καλύπτει τις διατροφικές ανάγκες τού 22% τού παγκόσμιου πληθυσμού, μολονότι η χώρα κατέχει μόλις το 6% των αρόσιμων εκτάσεων σε παγκόσμια κλίμακα. Επιπλέον, από πλευράς τρόπου (και επιπέδου) διαβίωσης των αγροτικών πληθυσμών, τα κινεζικά χωριά δεν έχουν πλέον τίποτα το κοινό με τις συνθήκες που επικρατούν στις άλλες χώρες τού καπιταλιστικού Τρίτου Κόσμου. Οι άνετες και κατάλληλα εξοπλισμένες μόνιμες δομές που συναντά κανείς σήμερα έρχονται σε έντονη αντίθεση όχι μόνο με τα φαινόμενα ακραίας φτώχειας και πείνας που χαρακτήριζαν την παλιά Κίνα, αλλά και με τις ακραίες μορφές φτώχειας που ακόμα επικρατούν στην ύπαιθρο τής Ινδίας και τής Αφρικής. Τα πρωτοφανή αυτά αποτελέσματα, που οφείλονται στις εφαρμοσθείσες αρχές και πολιτικές (κοινοχρησία γης, υποστήριξη τής μικροπαραγωγής, χωρίς όμως το στοιχείο τής μικροϊδιοκτησίας), επέτρεψαν τη σχετικώς ελεγχόμενη μετανάστευση από την ύπαιθρο προς τις πόλεις. Αρκεί κανείς να συγκρίνει, για παράδειγμα, την περίπτωση τής Κίνας με τα αποτελέσματα τού καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης που επέλεξε η Βραζιλία, όπου η ατομική ιδιοκτησία στη γεωργική γη οδήγησε στην αποψίλωση τού πληθυσμού στις περιοχές τής υπαίθρου — ο πληθυσμός τής υπαίθρου αντιπροσωπεύει σήμερα μόνο το 11% τού συνολικού πληθυσμού τής χώρας. Επιπλέον, τουλάχιστον το 50% των κατοίκων των πόλεων ζουν σε παραγκουπόλεις (φαβέλες) και επιβιώνουν χάρη στην «παραοικονομία» (συμπεριλαμβανομένου εδώ και τού οργανωμένου εγκλήματος). Δεν υπάρχει τίποτα παρόμοιο στην Κίνα, όπου ο αστικός πληθυσμός στο σύνολό του απολαύει επαρκούς απασχόλησης και στέγασης, ακόμα και σε σύγκριση με πολλές «αναπτυγμένες χώρες», χωρίς καν να λάβουμε υπόψη τις χώρες των οποίων το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι στο ίδιο επίπεδο με αυτό τής Κίνας. Η πληθυσμιακή μετακίνηση από τις πυκνοκατοικημένες περιοχές τής κινεζικής υπαίθρου — ανάλογοι δείκτες πυκνοκατοίκησης σημειώνονται μόνο στο Βιετνάμ, το Μπαγκλαντές και την Αίγυπτο — ήταν απαραίτητη για τη βελτίωση των συνθηκών τής αγροτικής μικροπαραγωγής, διότι συνέβαλε στο να καταστούν διαθέσιμες περισσότερες εκτάσεις γης. Αν και εν μέρει ελεγχόμενη — και ας μου επιτραπεί εδώ να επαναλάβω το αυτονόητο, ότι δηλαδή τίποτα δεν είναι τέλειο στην ιστορία τής ανθρωπότητας, είτε στην Κίνα είτε αλλού — αυτή η πληθυσμιακή μετακίνηση κινδυνεύει να αυξηθεί με υπερβολικά γρήγορους ρυθμούς. Το πρόβλημα όμως αυτό έχει ήδη προκαλέσει συζητήσεις στην Κίνα.

Ο κινεζικός κρατικός καπιταλισμός

«Κρατικός καπιταλισμός»: αυτό είναι το πρώτο πράγμα που έρχεται στο νου όσων επιχειρούν να περιγράψουν τη σύγχρονη κινεζική πραγματικότητα. Καλώς, αλλά αν δεν εξειδικευθεί αναλυτικά το περιεχόμενό της, η περιγραφή αυτή εξακολουθεί να παραμένει αόριστη και επιφανειακή. Καταρχάς πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι πρόκειται πράγματι για καπιταλισμό, υπό την έννοια ότι οι φορείς οργάνωσης τής παραγωγής επιβάλλουν στους εργαζόμενους μια σχέση ανάλογη με εκείνη που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό: εξαρτημένη, πειθαρχημένη και αποξενωμένη εργασία, απόσπαση υπερεργασίας. Στη σημερινή Κίνα συναντά κανείς βάρβαρες μορφές ακραίας εκμετάλλευσης, για παράδειγμα, στα ανθρακωρυχεία και στα συνεργεία και εργαστήρια όπου απασχολούνται γυναίκες, πράγμα σκανδαλώδες για μια χώρα που ισχυρίζεται ότι επιθυμεί να βαδίσει στον δρόμο τού σοσιαλισμού. Ωστόσο, η καθιέρωση ενός κρατικο-καπιταλιστικού καθεστώτος αποτελεί και θα συνεχίσει να αποτελεί παντού μια αδήριτη αναγκαιότητα. Οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες πρέπει υποχρεωτικά να περάσουν από την πρώτη αυτή φάση προκειμένου να βαδίσουν στον δρόμο τού σοσιαλισμού (προοπτική που βέβαια σήμερα δεν είναι ορατή). Είναι το αναγκαίο προκαταρκτικό βήμα που πρέπει να κάνει κάθε κοινωνία η οποία επιθυμεί ειλικρινά να απελευθερωθεί από τα δεσμά τού ιστορικού καπιταλισμού και να πορευθεί το μακρύ δρόμο προς το σοσιαλισμό/κομουνισμό. Η κοινωνικοποίηση και η αναδιοργάνωση τού οικονομικού συστήματος σε όλα τα επίπεδα — ξεκινώντας από την επιχείρηση, τη στοιχειώδη μονάδα, και καταλήγοντας στο εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο — απαιτούν παρατεταμένο αγώνα σε χρονικό ορίζοντα μιας ιστορικής περιόδου που δεν μπορεί να συρρικνωθεί κατά βούληση. Μετά από τις αρχικές αυτές σκέψεις, οφείλουμε να περιγράψουμε συγκεκριμένα τον κινεζικό κρατικό καπιταλισμό, αναδεικνύοντας τον χαρακτήρα τού κινεζικού κράτους και το γενικότερο σχέδιο που αυτό υλοποιεί, και αυτό γιατί δεν υπάρχει ένας μόνο τύπος κρατικού καπιταλισμού, αλλά περισσότεροι. Για παράδειγμα, το σύστημα τού κρατικού καπιταλισμού που ίσχυσε από το 1958 έως το 1975 κατά την πέμπτη γαλλική δημοκρατία δεν αποτελούσε έκφραση τής δέσμευσης τής χώρας να ακολουθήσει το σοσιαλιστικό δρόμο ανάπτυξης, αλλά ήταν ταγμένο στην εξυπηρέτηση και ενίσχυση των συμφερόντων των ιδιωτικών γαλλικών μονοπωλίων.

Ο κινεζικός κρατικός καπιταλισμός οικοδομήθηκε με σκοπό την επίτευξη των εξής τριών στόχων: (1) τη δημιουργία ενός σύγχρονου, ολοκληρωμένου και αυτάρκους, βιομηχανικού συστήματος· (2) τη διαχείριση τής σχέσης τού συστήματος αυτού με την αγροτική μικροπαραγωγή· (3) τον έλεγχο τής διαδικασίας ενσωμάτωσης τής χώρας στο παγκόσμιο σύστημα, που κυριαρχείται από τα γενικευμένα μονοπώλια τής ιμπεριαλιστικής Τριάδας. Η επιδίωξη των τριών αυτών πρωταρχικών στόχων συνιστά υποχρεωτική αναγκαιότητα. Το αποτέλεσμα είναι ότι κάτι τέτοιο αφήνει μεν περιθώρια για πιθανή πρόοδο προς σοσιαλιστική κατεύθυνση, συγχρόνως όμως ενισχύει τις τάσεις εγκατάλειψης τής προοπτικής αυτής χάριν τής επιδίωξης μιας καθαρά καπιταλιστικής ανάπτυξης. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτό ότι η αντίφαση αυτή προβάλλει και θα προβάλλει ως αναπόδραστη αναγκαιότητα. Στη συνέχεια, το ερώτημα που τίθεται είναι ποια από τις δύο προοπτικές ευνοούν οι συγκεκριμένες επιλογές τής Κίνας.

Κατά την πρώτη φάση τού κινεζικού κρατικού καπιταλισμού (1954-1980), επιβλήθηκε η εθνικοποίηση όλων των επιχειρήσεων, ανεξαρτήτως μεγέθους, σε συνδυασμό με την εθνικοποίηση των γεωργικών γαιών. Έπειτα, ακολούθησε το άνοιγμα στην εθνική και διεθνή ιδιωτική επιχειρηματικότητα και η απελευθέρωση τής αγροτικής και αστικής μικροπαραγωγής (μικρές επιχειρήσεις, εμπόριο, υπηρεσίες). Ωστόσο, οι μεγάλες βασικές βιομηχανίες και το πιστωτικό σύστημα, που είχαν δημιουργηθεί στη μαοϊκή εποχή, δεν απεθνικοποιήθηκαν, και αυτό παρά τις μεταβολές των οργανωτικών μορφών ενσωμάτωσής τους στην «οικονομία τής αγοράς». Οι επιλογές αυτές συνοδεύτηκαν με την καθιέρωση μέσων ελέγχου τής ιδιωτικής πρωτοβουλίας και τής σκοπούμενης συνεργασίας με το ξένο κεφάλαιο. Απομένει να διαπιστωθεί κατά πόσον τα μέσα αυτά εξακολουθούν να επιτελούν τον ρόλο για τον οποίο δημιουργήθηκαν ή εάν έχουν καταντήσει άδεια κελύφη με την επικράτηση μορφών συμπαιγνίας με το ιδιωτικό κεφάλαιο (σε συνδυασμό με τη «διαφθορά» των διοικητικών μηχανισμών). Παρ’ όλ’ αυτά, κατά την περίοδο μεταξύ τού 1950 και τού 2012, ο κινεζικός κρατικός καπιταλισμός πέτυχε ιδιαίτερα εντυπωσιακά αποτελέσματα. Κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο, σύγχρονο, αύταρκες και κυρίαρχο παραγωγικό σύστημα που ανταποκρίνεται στην κλίμακα τής γιγαντιαίας αυτής χώρας. Κατόρθωσε να ξεπεράσει το σοβαρό αρχικό μειονέκτημα τής τεχνολογικής εξάρτησης (τ.έ. εισαγωγή σοβιετικών και κατόπιν δυτικών προτύπων), αναπτύσσοντας αυτόνομες ικανότητες στον τομέα παραγωγής τεχνολογικών καινοτομιών. Ωστόσο, δεν μπόρεσε (ακόμη;) να θέσει σε κίνηση τη διαδικασία αναδιοργάνωσης τής εργασίας υπό την προοπτική τής κοινωνικοποίησης τής οικονομικής διαχείρισης. Εδώ θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το Σχέδιο (και όχι το «άνοιγμα στην οικονομία τής αγοράς») αποτέλεσε το βασικό μέσο υλοποίησης τής συστηματικής οικονομικής οικοδόμησης.

Κατά τη μαοϊκή φάση τού αναπτυξιακού σχεδιασμού, το Σχέδιο δεν απέβαλλε ποτέ τον επιτακτικό του χαρακτήρα (όσον αφορά, για παράδειγμα, τη φύση και τόπο των νέων εγκαταστάσεων, τους παραγωγικούς στόχους, τις τιμές κ.λπ.). Στο στάδιο αυτό, δεν υπήρχε εύλογη εναλλακτική λύση. Αναφέρω, χωρίς περαιτέρω επεξηγήσεις, τις ενδιαφέρουσες συζητήσεις σχετικά με τον χαρακτήρα τού νόμου τής αξίας που αποτέλεσαν υπόβαθρο για τον σχεδιασμό τής περιόδου αυτής. Η επιτυχία — και όχι η αποτυχία — τής πρώτης αυτής φάσης κατέστησε απαραίτητη την τροποποίηση των μέσων για την επίτευξη ενός σχεδίου επιταχυμένης ανάπτυξης. Το «άνοιγμα» στην ιδιωτική πρωτοβουλία — ξεκινώντας από το 1980, αλλά κυρίως από το 1990 και μετά — κρίθηκε αναγκαίο για την αποφυγή τής στασιμότητας, που αποδείχθηκε μοιραία για την ΕΣΣΔ. Κατά τη γνώμη μου και παρά το γεγονός ότι το «άνοιγμα» συνέπεσε με τον παγκόσμιο θρίαμβο τού νεοφιλελευθερισμού, με όλες τις αρνητικές συνέπειες που αυτό συνεπάγεται (βλ. κατωτέρω), η επιλογή υπέρ ενός «σοσιαλισμού τής αγοράς», ή μάλλον υπέρ ενός «σοσιαλισμού με αγορά», που αναγνωρίστηκε ως θεμελιώδης στο πλαίσιο τής δεύτερης φάσης ταχείας ανάπτυξης, ήταν σε μεγάλο βαθμό δικαιολογημένη. Τα αποτελέσματα τής επιλογής αυτής — και το υπογραμμίζω άλλη μια φορά — ήταν εντυπωσιακά. Μέσα σε λίγες δεκαετίες, η Κίνα κατόρθωσε να πυροδοτήσει μια διαδικασία παραγωγικής βιομηχανικής αστικοποίησης, η οποία περιέλαβε 600 εκ. ανθρώπους, τα δύο τρίτα των οποίων αστικοποιήθηκαν κατά τις δυο τελευταίες δεκαετίες (αριθμός σχεδόν ίσος με τον πληθυσμό τής Ευρώπης!). Το επίτευγμα αυτό οφείλεται στο Σχέδιο και όχι στην αγορά. Η Κίνα διαθέτει σήμερα ένα πραγματικά αύταρκες και κυρίαρχο παραγωγικό σύστημα. Με την εξαίρεση τής Ν. Κορέας και τής Ταϊβάν, καμία άλλη χώρα τού Νότου δεν έχει πετύχει κάτι ανάλογο. Για παράδειγμα, στην Ινδία και την Βραζιλία, συναντά κανείς μόνο κάποιες σκόρπιες ενδείξεις που παραπέμπουν δυνητικά σε ένα ανάλογο κρατικό σχέδιο, αλλά τίποτε περισσότερο.

Υπό τις νέες αυτές συνθήκες, επήλθε μεταβολή των μεθόδων επεξεργασίας και εφαρμογής τού Σχεδίου. Από τη μια μεριά, το Σχέδιο διατηρεί τον επιτακτικό του χαρακτήρα σε σχέση με τις τεράστιες επενδύσεις υποδομών που απαιτεί το όλο εγχείρημα: την επαρκή στέγαση των 400 εκ. νέων κατοίκων των αστικών περιοχών, την κατασκευή ενός απαράμιλλου δικτύου αυτοκινητοδρόμων, δρόμων, σιδηροδρόμων, φραγμάτων και σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, τη διάνοιξη και σύνδεση τού συνόλου σχεδόν τής κινεζικής υπαίθρου, τη μεταφορά τού κέντρου βάρους τής ανάπτυξης από τις παράκτιες στις δυτικές ηπειρωτικές περιοχές. Το Σχέδιο διατηρεί, εν μέρει τουλάχιστον, τον αναγκαίο και επιτακτικό χαρακτήρα του και σε σχέση με τους στόχους και τους χρηματοδοτικούς πόρους των δημοσίων — εθνικών, επαρχιακών, κοινοτικών — επιχειρήσεων. Κατά τα άλλα, κινείται προς την κατεύθυνση προώθησης πιθανών και δυνατών στόχων όσον αφορά την ανάπτυξη τής μικρής, αστικής εμπορευματικής παραγωγής, καθώς επίσης και όσον αφορά βιομηχανικές και άλλες ιδιωτικές δραστηριότητες. Οι στόχοι και οι προτεραιότητες αυτές λαμβάνονται σοβαρά υπόψη, ενώ επίσης προσδιορίζονται και εξειδικεύονται οι οικονομικοί και πολιτικοί πόροι που είναι αναγκαίοι για την πραγματοποίησή τους. Σε γενικές γραμμές, τα επιτευχθέντα αποτελέσματα δεν αποκλίνουν κατά πολύ από τις προβλέψεις τού Σχεδίου. Το αναπτυξιακό σχέδιο τού κινεζικού κρατικού καπιταλισμού περιλαμβάνει εμφανώς «κοινωνικές» διαστάσεις (αποφεύγω εδώ να χρησιμοποιήσω τον προσδιορισμό «σοσιαλιστικές»). Οι στόχοι αυτοί είχαν τεθεί ήδη από την μαοϊκή εποχή: εξάλειψη τού αναλφαβητισμού, βασική καθολική υγειονομική περίθαλψη κ.λπ. Κατά την πρώτη φάση τής μετα-μαοϊκής περιόδου (δεκαετία τού ’90), δεν υπάρχει αμφιβολία ότι διαπιστώθηκε τάση χαλάρωσης των προσπαθειών στους τομείς αυτούς. Θα πρέπει όμως να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι η κοινωνική διάσταση τού εγχειρήματος ανέκτησε, στο μεταξύ, τη σημασία της, ενώ αναμένεται να σημειωθεί μεγαλύτερη πρόοδος υπό την πίεση ισχυρών και δυναμικών κοινωνικών κινημάτων. Η νέα αστικοποίηση δεν έχει ανάλογο σε άλλη χώρα τού καπιταλιστικού Νότου. Στη σημερινή Κίνα, υπάρχουν βεβαίως πολυτελείς (και λιγότερο πολυτελείς) συνοικίες, όχι όμως και παραγκουπόλεις, που συνεχίζουν να ξεπηδούν στα αστικά κέντρα των χωρών τού Τρίτου Κόσμου.

Η ενσωμάτωση τής Κίνας στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση

Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε την ανάλυση τού κινεζικού κρατικού καπιταλισμού ή, όπως αποκαλείται από την κινεζική κυβέρνηση, τού «σοσιαλισμού τής αγοράς», χωρίς πρώτα να λάβουμε υπόψη την ενσωμάτωσή του στην παγκοσμιοποίηση. Το όραμα τού σοβιετικού κόσμου προέβλεπε την «αποσύνδεση» από το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα σε συνδυασμό με την οικοδόμηση ενός ολοκληρωμένου σοσιαλιστικού συστήματος που θα συμπεριελάμβανε την ΕΣΣΔ και την Ανατολική Ευρώπη. Σε σημαντικό βαθμό, η ΕΣΣΔ έφερε σε πέρας τον στόχο τής «αποσύνδεσης», θέλοντας και μη, λόγω τού επιβληθέντος αποκλεισμού που συντέλεσε στην απομόνωσή της από την εχθρική Δύση. Ωστόσο, παρά τις πρωτοβουλίες τού συμφώνου τής Κομεκόν, δεν σημειώθηκε σημαντική πρόοδος ως προς το σκέλος που αφορούσε την ενσωμάτωση τής Ανατολικής Ευρώπης. Οι λαοί τής Ανατολικής Ευρώπης εξακολούθησαν να βρίσκονται σε αβέβαιη και ευάλωτη θέση έχοντας μεν επιτύχει, εν μέρει και σε αυστηρά εθνική βάση, την αποσύνδεση αυτή, επιχειρώντας ωστόσο άνοιγμα προς τη Δυτική Ευρώπη, αρχής γενομένης από το 1970. Ουδέποτε είχε τεθεί θέμα ενσωμάτωσης των οικονομιών τής ΕΣΣΔ και τής Κίνας και αυτό όχι μόνο γιατί ο κινεζικός εθνικισμός δεν επέτρεπε κάτι τέτοιο, αλλά κυρίως γιατί μια τέτοια ενσωμάτωση δεν περιλαμβανόταν στους στόχους προτεραιότητας τής Κίνας. Η μαοϊκή Κίνα εφάρμοσε με τον δικό της τρόπο την πολιτική τής «αποσύνδεσης». Το ερώτημα επομένως είναι αν η ενσωμάτωσή της στην παγκοσμιοποίηση, που ξεκίνησε από τη δεκαετία τού 1990, πρέπει να ερμηνευτεί ως πλήρης και οριστική απόρριψη τής επιλογής τής αποσύνδεσης.

Η Κίνα μπήκε στον δρόμο τής παγκοσμιοποίησης με την προώθηση τής ταχείας ανάπτυξης των εξαγωγών μεταποιημένων προϊόντων στο πλαίσιο των δυνατοτήτων τού παραγωγικού της συστήματος, δίνοντας μάλιστα απόλυτη προτεραιότητα στις εν λόγω εξαγωγές, οι οποίες, στη συνέχεια, σημείωσαν ρυθμούς ανώτερους των ρυθμών ανάπτυξης τού Α.Ε.Π τής χώρας. Κατά τη διάρκεια τής δεκαπενταετίας 1990-2005, ο θρίαμβος τού νεοφιλελευθερισμού αποτέλεσε ευνοϊκό παράγοντα για την επιτυχία αυτής τής επιλογής. Ο προσανατολισμός όμως αυτός είναι αμφισβητήσιμος όχι μόνο εξαιτίας των γενικότερων αρνητικών πολιτικών και κοινωνικών συνεπειών του, αλλά και επειδή έχει πλέον τεθεί εν αμφιβόλω λόγω τής κατάρρευσης τού νεοφιλελεύθερου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, η οποία ως γνωστόν ξεκίνησε το 2007. Αυτό φαίνεται να έχει γίνει αντιληπτό από την κινεζική κυβέρνηση, η οποία φρόντισε πολύ έγκαιρα να προβεί σε διορθωτικές ενέργειες¸ δίνοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στην εσωτερική αγορά και στην ανάπτυξη τής δυτικής Κίνας.

Η κατά κόρον επαναλαμβανόμενη άποψη ότι η επιτυχία τής Κίνας πρέπει να αποδοθεί στην εγκατάλειψη τού μαοϊσμού (που «απέτυχε παταγωδώς»), στο άνοιγμα προς τα έξω τής οικονομίας της και στην είσοδο τού ξένου κεφαλαίου στη χώρα είναι πέρα για πέρα ανόητη. Η οικοδόμηση τής μαοϊκής περιόδου έθεσε τις απαραίτητες βάσεις για την επιτυχία τού εγχειρήματος τού ανοίγματος στην οικονομία τής αγοράς. Για να πειστεί κανείς, αρκεί να συγκρίνει την περίπτωση τής Κίνας με αυτή τής Ινδίας, η οποία δεν γνώρισε μια ανάλογη επανάσταση. Εξίσου ανόητη είναι και η άποψη ότι η κινεζική επιτυχία οφείλεται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, στις πρωτοβουλίες τού ξένου κεφαλαίου. Η οικοδόμηση τού κινεζικού βιομηχανικού συστήματος, η κατασκευή των υποδομών και η επιτυχής διαδικασία τής αστικοποίησης δεν έγιναν από το πολυεθνικό κεφάλαιο. Τα επιτεύγματα αυτά οφείλονται κατά 90% στο κυρίαρχο κρατικό σχέδιο. Βεβαίως, το άνοιγμα στο ξένο κεφάλαιο προσέφερε χρήσιμες υπηρεσίες, για παράδειγμα όσον αφορά την αύξηση των εισαγωγών νέων τεχνολογιών. Ωστόσο, χάρη στις μεθόδους εταιρικής σχέσης που χρησιμοποιήθηκαν, η Κίνα μπόρεσε να αφομοιώσει τις τεχνολογίες αυτές και είναι σήμερα σε θέση να να τις αναπτύξει περαιτέρω. Δεν υπάρχει κάτι ανάλογο πουθενά στον κόσμο, ούτε στην Ινδία, ούτε στην Βραζιλία, πόσο μάλλον δε στην Ταϊλάνδη, τη Μαλαισία, τη Ν. Αφρική κ.ο.κ. Η διαδικασία ενσωμάτωσης τής Κίνας στην παγκοσμιοποίηση παραμένει μερική και ελεγχόμενη (ή, έστω, δεν έχει ακόμα καταστεί ανεξέλεγκτη). Η χώρα δεν συμμετέχει στη σύγχρονη χρηματοοικονομική παγκοσμιοποίηση. Το τραπεζικό της σύστημα διατηρεί απόλυτα τον εθνικό του χαρακτήρα, εστιάζοντας στην εσωτερική πιστωτική αγορά. Η διαχείριση τού γιουάν εξακολουθεί να ανήκει στην αποκλειστική εξουσία τού κράτους. Το εθνικό νόμισμα δεν υπόκειται στο ευέλικτο καθεστώς συναλλαγματικών ισοτιμιών που επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση. Έτσι η κυβέρνηση τού Πεκίνου μπορεί σήμερα να πει στην Ουάσινγκτον ότι το γιουάν «είναι νόμισμά μας, αλλά πρόβλημά σας» — όπως ακριβώς είχε δηλώσει το 1971 στους Ευρωπαίους ο τότε υπουργός των Οικονομικών των ΗΠΑ («το δολάριο είναι νόμισμά μας, αλλά πρόβλημά σας»). Επιπλέον, η Κίνα είναι σε θέση να διοχετεύσει μεγάλη ρευστότητα στο εθνικό πιστωτικό σύστημα. Το δημόσιο χρέος είναι αμελητέο σε σύγκριση με τα (θεωρούμενα ως) υπερβολικά επίπεδα χρέους των ΗΠΑ, τής ΕΕ, τής Ιαπωνίας, αλλά και πολλών άλλων χωρών τού Νότου. Ως εκ τούτου, η Κίνα μπορεί να αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο σοβαρής αύξησης τού πληθωρισμού.

Η προσέλκυση ξένων κεφαλαίων αποτέλεσε μεν ευεργετικό παράγοντα, αλλά δεν υπήρξε η κινητήρια δύναμη για την επιτυχία τού κινεζικού σχεδίου. Απεναντίας ήταν η επιτυχία τού σχεδίου που προσέλκυσε το επενδυτικό ενδιαφέρον των δυτικών πολυεθνικών. Οι υπόλοιπες χώρες τού Νότου που άνοιξαν διάπλατα τις πόρτες τους στο ξένο κεφάλαιο, υποκύπτοντας ανεπιφύλακτα στις επιταγές τής χρηματοοικονομικής παγκοσμιοποίησης, υπολείπονται σε επενδυτική ελκυστικότητα. Επιπλέον, οι λόγοι προσέλκυσης τού ξένου κεφαλαίου δεν είναι η δυνατότητα ανεξέλεγκτης λεηλασίας των φυσικών πόρων τής χώρας ή η εξωτερική ανάθεση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, μη συνοδευόμενη από μεταφορά τεχνολογίας. Ούτε είναι η εκμετάλλευση τού χαμηλού μισθολογικού καθεστώτος ή των πλεονεκτημάτων που συνδέονται με την παραγωγική ενσωμάτωση εξωχώριων μονάδων, που, όπως συμβαίνει στο Μαρόκο ή στην Τυνησία, απασχολούν μεν εξειδικευμένο δυναμικό, αλλά λειτουργούν ανεξάρτητα από τα — εν προκειμένω ανύπαρκτα — εθνικά παραγωγικά συστήματα των χωρών «επενδυτικού ενδιαφέροντος». Ούτε βέβαια η «αξιοποίηση» από τις τράπεζες τού ιμπεριαλιστικού πυρήνα τής ευκαιρίας να «δημεύσουν» τις εθνικές αποταμιεύσεις μέσω οικονομικών επιδρομών, όπως συνέβη στο Μεξικό, στην Αργεντινή και στη νοτιανατολική Ασία. Στην Κίνα, αντίθετα, οι ξένοι επενδυτές μπορούν να επωφεληθούν από τους χαμηλούς μισθούς και να πραγματοποιήσουν μεγάλα κέρδη, υπό την προϋπόθεση μόνο ότι τα σχέδιά τους εναρμονίζονται με τις κινεζικές προτεραιότητες και διευκολύνουν τη μεταφορά τεχνολογίας. Εν ολίγοις, πρόκειται για «φυσιολογικά» κέρδη, που μπορούν δυνητικά να προσαυξηθούν με την ανοχή και συμπαιγνία των κινεζικών αρχών.

Κίνα: η αναδυόμενη δύναμη

Κανείς σήμερα δεν αμφιβάλλει ότι η Κίνα είναι μια αναδυόμενη δύναμη. Σύμφωνα με μία τρέχουσα αντίληψη, η Κίνα επιχειρεί απλώς να ανακτήσει τη θέση που κατείχε για αιώνες και την οποία απώλεσε κατά το 19ο αιώνα. Η ιδέα αυτή, η οποία βέβαια είναι ορθή και συνάμα κολακευτική, βοηθά λίγο στην κατανόηση τού χαρακτήρα και των πραγματικών προοπτικών τής αναδυόμενης χώρας στο πλαίσιο τού σύγχρονου κόσμου. Παρεμπιπτόντως, όσοι επικαλούνται, γενικά και αόριστα, την άποψη αυτή αδιαφορούν για το αν η Κίνα ως αναδυόμενη χώρα έχει ενστερνιστεί τις αρχές τού καπιταλισμού (πράγμα που, κατά τη γνώμη τους, είναι μάλλον αναγκαίο) ή αν παίρνει στα σοβαρά το σχέδιο για έναν «σοσιαλισμό με κινεζικά χαρακτηριστικά». Σε ό,τι με αφορά, θεωρώ ότι, αν η Κίνα είναι πράγματι μια αναδυόμενη δύναμη, αυτό οφείλεται στο ότι δεν έχει διαβεί, ανεπιστρεπτί, τον Ρουβίκωνα τού καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης και ότι, ως εκ τούτου, το σχέδιο ανάδυσης θα διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο αποτυχίας, αν η χώρα αποφάσιζε οριστικά να δεσμευθεί προς την κατεύθυνση αυτή. Η συγκεκριμένη άποψη συνεπάγεται την απόρριψη τής ιδέας ότι η αλληλουχία των αναγκαίων σταδίων δεν είναι υποχρεωτικά δεσμευτική για τους λαούς. Ως εκ τούτου, η Κίνα θα όφειλε να περάσει από το [κρατικο-]καπιταλιστικό στάδιο, πριν εξετασθεί το ενδεχόμενο τού σοσιαλιστικού της μέλλοντος. Να σημειωθεί εδώ ότι η σχετική συζήτηση ανάμεσα στα διάφορα μαρξιστικά ρεύματα ποτέ δεν κατέληξε σε σαφή συμπεράσματα. Ο ίδιος ο Μαρξ στάθηκε διστακτικός απέναντι στο ζήτημα αυτό. Γνωρίζουμε όμως ότι, μετά τις πρώτες ευρωπαϊκές επιθέσεις (τους πολέμους τού οπίου), έκανε την παρατήρηση ότι, την επόμενη φορά που εσείς, οι Άγγλοι, θα στείλετε τον στρατό σας στην Κίνα, να ξέρετε ότι θα γίνει δεκτός με λάβαρα που θα γράφουν «Προσοχή! Εδώ είναι τα σύνορα τής αστικής Δημοκρατίας τής Κίνας». Πρόκειται για μια εξαιρετική ιδέα που ναι μεν εκφράζει την εμπιστοσύνη του στην ικανότητα τού κινεζικού λαού να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, αλλά η οποία αποδείχθηκε λανθασμένη, διότι το λάβαρο πλέον γράφει «Εδώ είναι τα σύνορα τής Λαϊκής Δημοκρατίας τής Κίνας». Ωστόσο γνωρίζουμε επίσης ότι, όσον αφορά τη Ρωσία, ο Μαρξ δεν απέρριψε την ιδέα τής παράκαμψης τού καπιταλιστικού σταδίου (βλ. την αλληλογραφία του με την Βέρα Ζασούλιτς). Σήμερα κάποιος θα μπορούσε, λοιπόν, να ισχυριστεί ότι η πρώτη του εκτίμηση ήταν η σωστή και ότι πράγματι η Κίνα βρίσκεται στον δρόμο τής καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Ωστόσο, ο Μάο είχε κατανοήσει, ίσως καλύτερα από τον Λένιν, ότι ο καπιταλιστικός δρόμος δεν θα οδηγούσε πουθενά και ότι η αναγέννηση τής χώρας θα ήταν έργο των ίδιων των κομμουνιστών. Ως απάντηση στην πρόκληση τής Δύσης, η δυναστεία των Τσινγκ στα τέλη τού 19ου αιώνα, όπως και στη συνέχεια ο Σουν Γιατ-Σεν και το Κουομιντάνγκ, είχαν στα σκαριά σχέδια για την αναγέννηση τής Κίνας, που όμως δεν ξέφευγαν από τα στενά όρια τού καπιταλισμού. Και αυτό γιατί δεν είχαν τον απαραίτητο διανοητικό εξοπλισμό προκειμένου να αντιληφθούν τι πραγματικά σημαίνει καπιταλισμός και γιατί αυτός ο δρόμος ανάπτυξης ήταν και εξακολουθεί να είναι κλειστός για την Κίνα, όπως άλλωστε και για όλες τις περιφερειακές χώρες τού παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Με το ανεξάρτητο πνεύμα που τον διέκρινε, ο Μάο κατέληξε εν προκειμένω στα σωστά συμπεράσματα. Επιπλέον, κατανόησε ότι, παρά τη νίκη τού 1949, ο πόλεμος δεν είχε ακόμη κριθεί και ότι η αντίφαση ανάμεσα στην προσήλωση στον δρόμο τού σοσιαλισμού και τον πειρασμό επιστροφής στους κόλπους τού καπιταλισμού θα είχε καθοριστική σημασία για το άμεσο μέλλον. Η ανάλυση αυτή τού Μάο με έβρισκε πάντα σύμφωνο και θα επανέλθω στο ζήτημα αυτό, κάνοντας ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τον ρόλο τής εξέγερσης των Ταϊπίνγκ, η οποία μπορεί να θεωρηθεί σαν μακρινό προοίμιο τού μαοϊσμού, και τής επανάστασης τού 1911, όπως επίσης άλλων επαναστάσεων που ξέσπασαν σε χώρες τού Νότου στις αρχές τού 20ού αιώνα. Οι αρχικές συζητήσεις τής περιόδου που εγκαινίασε η διάσκεψη τής Μπαντούνγκ, όπως άλλωστε και η ανάλυση των πολλαπλών αδιεξόδων στα οποία οδηγήθηκαν οι αναδυόμενες χώρες τού Νότου που επέλεξαν τον καπιταλιστικό δρόμο, δεν οδήγησαν πουθενά. Οι σκέψεις αυτές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την κεντρική μου θέση όσον αφορά την πόλωση (τ.έ. την εμφάνιση τής αντίθεσης κέντρου-περιφέρειας) που χαρακτηρίζει εγγενώς την παγκόσμια ανάπτυξη τού ιστορικού καπιταλισμού. Η πόλωση αυτή καταργεί τη δυνατότητα των περιφερειακών χωρών να «καλύψουν το χαμένο έδαφος» έναντι των πλουσίων χωρών στο πλαίσιο τού καπιταλισμού. Άρα το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε είναι ότι, εφόσον είναι αδύνατη η εξάλειψη τής ανισομετρίας των περιφερειών, τότε κάτι άλλο πρέπει να γίνει. Και αυτό το «κάτι άλλο» είναι η επιλογή τού σοσιαλιστικού δρόμου.

Η αφετηρία τής ιδιότυπης πορείας που επέλεξε η Κίνα πρέπει να τοποθετηθεί χρονικά το 1950 και όχι το 1980. Και ναι μεν οι διαδοχικές φάσεις τής πορείας αυτής διαφέρουν μεταξύ τους από πολλές απόψεις, πλην όμως η χώρα έχει κατορθώσει να αναπτύξει ένα συνεκτικό κυρίαρχο κρατικό σχέδιο που ανταποκρίνεται στις δικές της ανάγκες. Το βέβαιο είναι ότι δεν πρόκειται για καπιταλισμό, γιατί κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε την εμπορευματοποίηση τής αγροτικής γης. Επιπλέον, το σχέδιο αυτό διατηρεί τον αυτάρκη και αυτόνομο χαρακτήρα του, καθόσον η χώρα εξακολουθεί να μην συμμετέχει στη σύγχρονη χρηματοοικονομική παγκοσμιοποίηση. Το ότι το κινεζικό σχέδιο δεν έχει καπιταλιστικό χαρακτήρα δεν συνεπάγεται άνευ άλλου τινός ότι πρόκειται για σοσιαλισμό, αλλά απλώς και μόνο ότι το σχέδιο αυτό επιτρέπει να σημειωθούν βήματα προόδου στον μακρύ δρόμο τού σοσιαλισμού. Ωστόσο, δεν έχει ακόμη εξαλειφθεί ο κίνδυνος απόκλισης από τη χαραχθείσα πορεία και επιστροφής στον καθαρό καπιταλισμό. Επομένως, η πορεία ανάδυσης τής χώρας οφείλεται αποκλειστικά στο αυτόνομο αυτό σχέδιο και υπό αυτή την έννοια η Κίνα, μαζί με την Κορέα και την Ταϊβάν, στις οποίες θα αναφερθώ στη συνέχεια, πρέπει να θεωρηθούν ως οι μόνες πραγματικά αναδυόμενες χώρες. Καμία από τις άλλες χώρες που, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, χαρακτηρίζονται ως «αναδυόμενες», δεν έχουν στην πραγματικότητα την ιδιότητα αυτή, διότι καμία από αυτές δεν επιδιώκει την υλοποίηση ενός ανάλογου σχεδίου. Οι χώρες αυτές, μάλιστα, έχουν αποδεχτεί τις αρχές τού καπιταλισμού, ακόμη και στους δυνητικά κρατικο-καπιταλιστικούς τομείς τής οικονομίας τους, ενώ επίσης έχουν υιοθετήσει πλήρως τη λογική τής υποταγής στην παγκοσμιοποίηση, συμπεριλαμβανομένης και τής χρηματοοικονομικής της διάστασης. Ως προς τα ανωτέρω μερική εξαίρεση αποτελούν η Ρωσία και η Ινδία (όχι όμως και η Βραζιλία ή η Ν. Αφρική κ.ο.κ). Σε ορισμένες περιπτώσεις εντοπίζει κανείς κάποια ψήγματα «εθνικής βιομηχανικής πολιτικής», αλλά δεν υπάρχει τίποτα συγκρίσιμο με το συστηματικό κινεζικό σχέδιο οικοδόμησης ενός πλήρους, ολοκληρωμένου και κυρίαρχου βιομηχανικού συστήματος (ιδίως στον τομέα τής τεχνογνωσίας και των καινοτομιών). Ως εκ τούτου, οι χώρες αυτές, παρά τον πρόωρο χαρακτηρισμό τους ως «αναδυόμενες», εξακολουθούν να είναι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό ευάλωτες, σε σύγκριση τουλάχιστον με την Κίνα. Επιπλέον, το φαινόμενο τής οικονομικής ανάδυσης, τού οποίου χαρακτηριστικά γνωρίσματα είναι οι αξιόλογοι αναπτυξιακοί ρυθμοί και η ικανότητα εξαγωγών μεταποιημένων προϊόντων, συνδέεται κατά κανόνα με διαδικασίες περιθωριοποίησης και εξαθλίωσης που επηρεάζουν την πλειοψηφία τού πληθυσμού των αναδυόμενων χωρών και κυρίως την αγροτική τους τάξη, πράγμα που όμως δεν συμβαίνει στην περίπτωση τής Κίνας. Η αύξηση των ανισοτήτων είναι βέβαια φαινόμενο που παρατηρείται παντού και όχι μόνο στην Κίνα, αλλά η επιφανειακή αυτή διαπίστωση οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα. Είναι άλλο πράγμα η ανισότητα ως προς την κατανομή των οφελών που απορρέουν από την εφαρμογή ενός αναπτυξιακού μοντέλου που δεν αποκλείει κανέναν και επιπλέον συμβάλλει στην μείωση θυλάκων φτώχειας (πράγμα που όντως συμβαίνει στην Κίνα) και άλλο πράγμα η ανισότητα που συνδέεται με μια οικονομική ανάπτυξη από την οποία επωφελείται μόνο μια μειοψηφία τού πληθυσμού (τής τάξης τού 5 έως 30%, ανάλογα με την περίπτωση), ενώ οι υπόλοιποι αφήνονται στη μοίρα τους. Όσοι συμμετέχουν στην εκστρατεία δυσφήμισης τής Κίνας αγνοούν ή κάνουν ότι αγνοούν τη σημαντική αυτή διαφορά. Η διαπίστωση τής ανισότητας που βασίζεται στο γεγονός ότι σε κάποια χώρα υπάρχουν αφενός οικιστικές περιοχές με πολυτελείς βίλες και αφετέρου συνοικίες με άνετες κατοικίες για τη μεσαία και την εργατική τάξη δεν είναι ταυτόσημη με την αντίστοιχη διαπίστωση που βασίζεται στην ύπαρξη πολυτελέστατων συνοικιών και άνετων οικισμών για τη μεσαία τάξη που έρχονται σε εξόφθαλμη αντίθεση με τις εκτεταμένες παρουγκοπόλεις, όπου ζει η πλειοψηφία τού πληθυσμού. Εν προκειμένω, ο συντελεστής Gini είναι χρήσιμος για την καταγραφή μεταβολών από έτος σε έτος, εφόσον όμως πρόκειται για συστήματα καθορισμένης δομής. Ωστόσο, σε περίπτωση διεθνών συγκρίσεων μεταξύ συστημάτων διαφορετικής δομής, οι εκτιμήσεις με βάση τον δείκτη αυτό στερούνται νοήματος, πράγμα που ισχύει για όλους τους δείκτες μακροοικονομικών μεγεθών των εθνικών λογαριασμών. Επιπλέον, οι υπόλοιπες αναδυόμενες χώρες είναι συγχρόνως και «αναδυόμενες αγορές», ανοικτές στη διείσδυση των μονοπωλίων τής ιμπεριαλιστικής Τριάδας, που είναι σε θέση να αποσπούν, προς δικό τους όφελος, σημαντικό μέρος τής υπεραξίας που παράγεται στις εν λόγω χώρες. Η περίπτωση τής Κίνας είναι διαφορετική: πρόκειται για μια αναδυόμενη χώρα, το οικονομικό σύστημα τής οποίας επιτρέπει την εσωτερική παρακράτηση τού μεγαλύτερου μέρους τής υπεραξίας που παράγεται εκεί.

Η Κορέα και η Ταϊβάν είναι οι δύο μόνες πραγματικές περιπτώσεις ανάδυσης εντός και μέσω τού καπιταλισμού. Οι χώρες όμως αυτές έτυχαν προνομιακής μεταχείρισης εκ μέρους των ΗΠΑ. Η αντίθεση ανάμεσα στην ενεργό υποστήριξη που παρείχαν οι ΗΠΑ στην ανάπτυξη τού κρατικού καπιταλισμού των δύο αυτών χωρών και την απροκάλυπτη υπονόμευση τής κρατικοκαπιταλιστικής οικονομίας τής νασερικής Αιγύπτου ή τής Αλγερίας τού Μπουμεντιέν είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Επομένως, η επιτυχία τους οφείλεται σε καθαρά γεωστρατηγικούς λόγους. Δεν θα εξετάσω εδώ τη (μεγάλη κατ’ εμέ) πιθανότητα ανάπτυξης και υλοποίησης αναλόγων σχεδίων ανάδυσης στο Βιετνάμ και την Κούβα ή τις αναγκαίες συνθήκες για τη συνέχιση τής προόδου προς αυτή την κατεύθυνση στη Ρωσία. Δεν θα ασχοληθώ επίσης με το ζήτημα των στρατηγικών στόχων πάλης των προοδευτικών δυνάμεων στην Ινδία, στη νοτιανατολική Ασία, στη Λατινική Αμερική, στον αραβικό κόσμο, στην Αφρική και σε άλλα μέρη τού καπιταλιστικού Νότου. Πάλη, που θα συμβάλλει στην υπέρβαση των σημερινών αδιεξόδων και στην εμφάνιση αυτόνομων σχεδίων που θα έρχονται σε ρήξη με την κυρίαρχη καπιταλιστική λογική.

Μεγάλες επιτυχίες, νέες προκλήσεις

Η Κίνα δεν βρίσκεται για πρώτη φορά σε κρίσιμη καμπή. Στην πραγματικότητα, από το 1950 και μετά, η χώρα βρίσκεται σε περίοδο διαρκών ανακατατάξεων και συγκρούσεων μεταξύ δεξιών και αριστερών κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, που διαδραμάτισαν και διαδραματίζουν ενεργό ρόλο στην κοινωνία και στο κόμμα. —Ποια είναι η προέλευση τής κινεζικής δεξιάς; Βεβαίως, η κομπραδόρικη και γραφειοκρατική μπουρζουαζία τού Κουομιντάνγκ είχε αποκλειστεί από την εξουσία. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια τού απελευθερωτικού πολέμου, μεγάλες μερίδες των μεσαίων στρωμάτων, των βιομηχάνων, των επαγγελματιών και κρατικών υπαλλήλων, έχοντας απογοητευτεί από την αναποτελεσματικότητα τού Κουομιντάνγκ έναντι τής ιαπωνικής επιθετικότητας, προσέγγισαν ή εντάχθηκαν στο κομμουνιστικό κόμμα. Πολλοί από αυτούς παρέμειναν εθνικιστές και τίποτα περισσότερο. Στη συνέχεια, παράλληλα με το άνοιγμα στην ιδιωτική πρωτοβουλία που πραγματοποιήθηκε κατά τη δεκαετία τού 1990, εμφανίστηκε μια νέα ισχυρότερη δεξιά, η οποία δεν συσπειρώνει μόνο «επιτυχημένους επιχειρηματίες», που, αφού απέκτησαν σε ορισμένες περιπτώσεις κολοσσιαίες περιουσίες, μπορούν πλέον να υπολογίζουν στην υποστήριξη τής «πελατείας» τους (— συμπεριλαμβανομένων και αρκετών κρατικών και κομματικών αξιωματούχων, οι οποίοι, όσον αφορά την άσκηση τού ελεγκτικού τους έργου, είτε εθελοτυφλούν είτε είναι «συνεταίροι» στη διαφθορά). Όπως είναι αναμενόμενο σε τέτοιες περιπτώσεις, η «επιτυχία» αυτή ενθαρρύνει την εμφάνιση και διάδοση δεξιόστροφων αντιλήψεων μεταξύ των διογκούμενων στρωμάτων τής μορφωμένης μεσαίας τάξης. Με αυτή την έννοια και παρά τις σημαντικές διαφορές που υπάρχουν σε σύγκριση με τις άλλες χώρες τού Νότου, η αυξανόμενη ανισότητα αποτελεί πράγματι σημαντικό πολιτικό κίνδυνο, διότι εν προκειμένω λειτουργεί ως όχημα για την εξάπλωση δεξιών αντιλήψεων, την ενθάρρυνση τής απολιτικοποίησης και την καλλιέργεια αφελών ψευδαισθήσεων.

Εδώ θα ήθελα να προσθέσω την εξής παρατήρηση, την οποία θεωρώ σημαντική: οι κινέζοι μικροπαραγωγοί και κυρίως οι μικροί αγρότες δεν εμφορούνται κατ’ ανάγκη από αντιδραστικές δεξιόστροφες ιδέες (διαπίστωση που βεβαίως αντιβαίνει στη διαδεδομένη λενινιστική αντίληψη, η οποία ωστόσο ανταποκρινόταν στα ρωσικά δεδομένα). Ως προς αυτό, η περίπτωση τής Κίνας διαφέρει σημαντικά από αυτή τής πρώην ΕΣΣΔ. Σε αντίθεση με ό,τι συνέβη με τους ρώσους φτωχούς αγρότες, τους οποίους οι κομμουνιστές δεν κατάφεραν πλήρως να απομακρύνουν από τους κουλάκους, η κινεζική αγροτική τάξη, κατά κανόνα, κάθε άλλο παρά αντιδραστική είναι. Και αυτό γιατί δεν είναι ταγμένη στην υπεράσπιση τής αρχής τής ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Ως εκ τούτου, οι κινέζοι μικροπαραγωγοί αγρότες (που, όπως είδαμε, δεν είναι μικροϊδιοκτήτες) αποτελούν σήμερα μια τάξη που όχι μόνο δεν προτάσσει αντιδραστικά αιτήματα, αλλά στηρίζει εκείνες τις δυνάμεις που προωθούν εξαιρετικά θαρραλέες κοινωνικές και οικολογικές πολιτικές. Απόδειξη για αυτό αποτελεί η ανάπτυξη ενός ισχυρού κινήματος για την «ανανέωση τής αγροτικής κοινωνίας». Επομένως, σε μεγάλο βαθμό, η κινεζική αγροτιά έχει ταχθεί με το αριστερό στρατόπεδο, στο πλευρό τής εργατικής τάξης. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η αριστερά διαθέτει τους δικούς της οργανικούς διανοούμενους και είναι σε θέση να ασκεί επιρροή στους κρατικούς και κομματικούς μηχανισμούς.

Η διαρκής σύγκρουση ανάμεσα στην κινεζική αριστερά και δεξιά βρήκε την αντανάκλασή της στις διάφορες πολιτικές γραμμές που υιοθετήθηκαν από το κράτος και την κομματική ηγεσία. Κατά τη μαοϊκή περίοδο, χρειάστηκε αγώνας για να επικρατήσει η αριστερή γραμμή. Εξαπολύοντας τη μεγάλη προλεταριακή πολιτιστική επανάσταση, ο Μάο επιχείρησε να ανακόψει τη διείσδυση δεξιών ιδεών και αντιλήψεων στην ηγεσία και στα μέλη τού κόμματος — εξέλιξη την οποία θεωρούσε παρόμοια με τα όσα συνέβησαν στην ΕΣΣΔ: το σύνθημα «βομβαρδίστε τα επιτελεία» στρεφόταν εναντίον των ηγετικών κλιμακίων τού κόμματος, όπου διαμορφωνόταν η «νέα μπουρζουαζία». Στα δύο πρώτα χρόνια τής πολιτιστικής επανάστασης τα αποτελέσματά της ήταν σύμφωνα με τις προσδοκίες τού Μάο, αλλά στη συνέχεια η κατάσταση αναρχίας που επικράτησε είχε ως συνέπεια την απώλεια, εκ μέρους τού Μάο και τής αριστεράς τού κόμματος, τού ελέγχου επί των εξελίξεων. Ο κρατικός και ο κομματικός μηχανισμός επιχείρησαν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους, φέρνοντας τη δεξιά πάλι στο προσκήνιο. Έκτοτε, η δεξιά διατηρεί ισχυρό ρόλο σε όλα τα ηγετικά σώματα. Ωστόσο, η αριστερά δεν έπαψε να δραστηριοποιείται προκειμένου να ωθήσει σε «κεντρώους» συμβιβασμούς την ανώτατη ηγεσία. Όσον αφορά αυτές τις «κεντρώες» λύσεις, το ερώτημα είναι αν έχουμε μετατόπιση τού κέντρου βάρους προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά.

Για να κατανοήσουμε τη φύση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει σήμερα η Κίνα, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι όσο περισσότερο θετική είναι η πορεία τής χώρας, τόσο περισσότερο θα οξύνεται ο ανταγωνισμός με τον βορειοαμερικανικό ιμπεριαλισμό και τους υποτελείς Ευρωπαίους και Ιάπωνες συμμάχους του. Υπάρχουν πράγματι πολλά πεδία αντιπαραθέσεων: η αφομοίωση και ανάπτυξη τής σύγχρονης τεχνολογίας, η πρόσβαση στους πόρους τού πλανήτη, η ενίσχυση των στρατιωτικών ικανοτήτων τής Κίνας και η εκ μέρους της επιδίωξη τού σκοπού τής αναδιοργάνωσης των διεθνών σχέσεων και τής διεθνούς πολιτικής με γνώμονα το κυρίαρχο δικαίωμα των λαών να αποφασίζουν για το πολιτικό και οικονομικό τους σύστημα. Καθένας από τους στόχους αυτούς έρχεται σε άμεση αντίφαση με τις επιδιώξεις τής ιμπεριαλιστικής Τριάδας. Ο βασικός στόχος τής πολιτικής στρατηγικής τού αμερικανικού ιμπεριαλισμού συνίσταται στον στρατιωτικό έλεγχο τού πλανήτη. Μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσει να διατηρήσει τα πλεονεκτήματα τής ηγεμονίας του. Ο στόχος αυτός επιδιώκεται μέσω των λεγόμενων προληπτικών πολέμων στη Μέση Ανατολή, που υπ’ αυτή την έννοια αποτελούν πιθανό προοίμιο ενός προληπτικού (πυρηνικού) πολέμου εναντίον τής ίδιας τής Κίνας, όπως ανοιχτά ομολογείται από το βορειοαμερικανικό κατεστημένο που πιέζει για την ανάληψη δράσης «πριν να είναι αργά». Η διαμόρφωση κλίματος εχθρότητας σε βάρος τής Κίνας είναι αναπόσπαστο κομμάτι τής παγκόσμιας αυτής στρατηγικής, πράγμα που διαφαίνεται από το γεγονός τής αμερικανικής υποστήριξης στους δουλοκτήτες τού Θιβέτ και τους ουιγούρους τού Σινκιάνγκ, από την αύξηση τής αμερικανικής ναυτικής παρουσίας στη Σινική Θάλασσα και τέλος από την αμέριστη υποστήριξη προς την Ιαπωνία σε σχέση με το σχέδιο ενίσχυσης των στρατιωτικών δυνατοτήτων τής νησιωτικής αυτής χώρας. Οι συνήθεις επικριτές τής Κίνας δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να τροφοδοτούν το γενικό κλίμα εχθρότητας εναντίον τής χώρας. Συγχρόνως, όμως, η Ουάσινγκτον, επιχειρώντας να χειραγωγήσει την κατάσταση, φροντίζει να επιδεικνύει διάθεση συμβιβασμού σε ό,τι αφορά τις ενδεχόμενες φιλοδοξίες τής Κίνας και των άλλων «αναδυόμενων» χωρών μέσω τής δημιουργίας τής Ομάδας των Είκοσι (G20) — που δεν έχει άλλο σκοπό παρά να καλλιεργεί την ψευδαίσθηση στις χώρες αυτές ότι η προσχώρηση στην παγκοσμιοποίηση θα αποβεί προς όφελός τους. Ομοίως, η ομάδα G2 (ΗΠΑ/Κίνα) λειτουργεί ως παγίδα, διότι, καθιστώντας την Κίνα πιθανό συνεργό στις ιμπεριαλιστικές περιπέτειες των ΗΠΑ, απειλεί να καταστρέψει την αξιοπιστία τής ειρηνικής εξωτερικής πολιτικής τού Πεκίνου. Εν προκειμένω, η μόνη αποτελεσματική απάντηση στις στρατηγικές επιδιώξεις των ΗΠΑ πρέπει να κινηθεί σε δύο άξονες. Ο πρώτος είναι η ενίσχυση των στρατιωτικών δυνάμεων τής Κίνας, προκειμένου να διασφαλιστεί η δυνατότητα αποτροπής απειλών. Όσον αφορά τον δεύτερο άξονα, η Κίνα θα πρέπει να έχει ως σταθερή επιδίωξη τη δημιουργία ενός πολυκεντρικού διεθνούς συστήματος στη βάση τού σεβασμού των εθνικών κυριαρχιών και, σε συνάρτηση με αυτό, την αποκατάσταση τού κύρους τού ΟΗΕ, τού οποίου η σημασία έχει παραμεριστεί προς όφελος τού ΝΑΤΟ. Θα ήθελα εδώ να υπογραμμίσω ότι ο στόχος αυτός αυτή έχει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία, διότι εν προκειμένω τίθεται ως προτεραιότητα η ανασύσταση ενός «μετώπου τού Νότου» (Μπαντούνγκ-2;),που θα λειτουργεί ως μηχανισμός για την προώθηση και στήριξη των αυτόνομων πρωτοβουλιών των χωρών και λαών τής περιφέρειας. Επιπρόσθετα, η Κίνα οφείλει να συνειδητοποιήσει ότι δεν διαθέτει τα αναγκαία μέσα για την (παράλογη) επιδίωξη ευθυγράμμισης με τις αρπακτικές πρακτικές τού ιμπεριαλισμού (λεηλασία των φυσικών πόρων τού πλανήτη). Η στρατιωτική της δύναμη υπολείπεται κατά πολύ αυτής των ΗΠΑ και, σε τελική ανάλυση, αυτός είναι ο σημαντικότερος παράγοντας για την επιτυχή προώθηση κάθε είδους ιμπεριαλιστικών σχεδίων. Από την άλλη πλευρά, η Κίνα έχει πολλά να κερδίσει, εάν τιμήσει τις υποσχέσεις της για στήριξη των προσπαθειών ανάπτυξης και βιομηχανοποίησης των χωρών τού Νότου, που υπονομεύονται από την κλειστή ιμπεριαλιστική λέσχη των «χορηγών αναπτυξιακής βοήθειας». Όσον αφορά τα διεθνή θέματα, οι εξαιρετικά συγκρατημένες και επιφυλακτικές διατυπώσεις που χρησιμοποιούν οι κινέζοι αξιωματούχοι (—και ποιος μπορεί να τους κατηγορήσει για αυτό;) δεν επιτρέπουν να γνωρίζουμε αν και κατά πόσον οι ηγέτες τής χώρας έχουν επίγνωση των ανωτέρω προκλήσεων. Το σοβαρότερο, όμως, είναι ότι οι διατυπώσεις αυτές καλλιεργούν αφελείς ψευδαισθήσεις και τάσεις απολιτικοποίησης στην εγχώρια κοινή γνώμη.

Η δεύτερη σημαντική πρόκληση αφορά το θέμα τού εκδημοκρατισμού τής κοινωνικής και πολιτικής διαχείρισης τής χώρας. Ο Μάο είχε διατυπώσει και εφαρμόσει μια γενική αρχή για την πολιτική διαχείριση τής Νέας Κίνας που μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: συσπειρώστε την αριστερά, εξουδετερώστε (αλλά μην αφανίσετε) τη δεξιά, κυβερνήστε από τα κεντροαριστερά. Κατά τη γνώμη μου, αυτός είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος για την επίτευξη προόδου μέσω διαδοχικών βημάτων με εξασφαλισμένη τη στήριξη και κατανόηση τής μεγάλης πλειοψηφίας τής κοινωνίας. Με αυτόν τον τρόπο, ο Μάο έδωσε ουσιαστικό περιεχόμενο στις έννοιες τού εκδημοκρατισμού τής κοινωνίας και τής προόδου στον μακρύ δρόμο τού σοσιαλισμού. Το όνομα που έδωσε στη μέθοδο εφαρμογής τής γενικής αυτής αρχής ήταν «μαζική γραμμή»: πηγαίντε στις μάζες, μάθετε για τους αγώνες τους, ξαναγυρίστε στην ηγεσία. Η Λιν Τσουν περιέγραψε λεπτομερώς τη μέθοδο αυτή και τα αποτελέσματα τής εφαρμογής της. Το ζήτημα ενός εκδημοκρατισμού που θα συμπορεύεται με την κοινωνική πρόοδο — σε αντίθεση με μια κατ’ επίφαση «δημοκρατία» που όχι μόνο δεν συνοδεύεται από πρόοδο, αλλά συχνά συμβαδίζει με κοινωνική οπισθοδρόμηση — αφορά όλους τους λαούς και όχι μόνο την Κίνα. Όσον αφορά το πρόβλημα αυτό, δεν υπάρχει μια ενιαία μέθοδος με γενική και διαχρονική ισχύ. Η συνταγή που προτείνεται από την προπαγάνδα των δυτικών μέσων ενημέρωσης (εκλογές, πολυκομματισμός) πρέπει σε κάθε περίπτωση να απορριφθεί. Επιπλέον, αυτού τού είδους η «δημοκρατία» εκφυλίζεται σε φάρσα ακόμη και στη Δύση, πόσο μάλλον σε χώρες τής περιφέρειας. Η μαζική γραμμή ήταν το μέσο για τη διαμόρφωση συναίνεσης σε σχέση με διαδοχικούς και συνεχώς εξελισσόμενους στρατηγικούς στόχους. Σε αντίθεση, η συναίνεση που εξασφαλίζεται μέσω τού προπαγανδιστικού μηχανισμού των ΜΜΕ και τής φάρσας των εκλογών δεν αποτελεί παρά ευθυγράμμιση με τις επιταγές τού κεφαλαίου. Όμως, με ποιο τρόπο η Κίνα θα μπορούσε σήμερα να διαμορφώσει μια μέθοδο αντίστοιχη τής μαζικής γραμμής που να ανταποκρίνεται στις νέες κοινωνικές συνθήκες; Καθόλου εύκολος στόχος, αν ληφθεί υπόψη ότι, εξαιτίας τής, σε μεγάλο βαθμό, μετατόπισης τής ηγεσίας τού κομμουνιστικού κόμματος προς τα δεξιά, η σταθερότητα τής διακυβέρνησης βασίζεται πλέον στην απολιτικοποίηση και στις παρεπόμενες αφελείς ψευδαισθήσεις. Η επιτυχία μάλιστα των αναπτυξιακών πολιτικών που ακολουθούνται ευνοεί αυτόματα τις τάσεις αυτές. Σε συνδυασμό με τον άκριτο ενθουσιασμό για τις «αμερικανικές» μεθόδους, είναι ευρύτατα διαδεδομένη η αντίληψη ότι η ακολουθούμενη πορεία αποτελεί τη βασιλική οδό για την κάλυψη τού χαμένου εδάφους όσον αφορά το επίπεδο διαβίωσης των ανεπτυγμένων πλούσιων χωρών και ότι τα κράτη τής Τριάδας δεν προτίθενται να δημιουργήσουν εμπόδια στην επιδίωξη αυτή. Η εν λόγω διαπίστωση ισχύει ιδίως για τις ταχέως διευρυνόμενες αστικές μεσαίες τάξεις, των οποίων οι συνθήκες ζωής βελτιώνονται αλματωδώς. Η πλύση εγκεφάλου που υφίστανται οι κινέζοι φοιτητές στις ΗΠΑ, ιδίως στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών, συνέβαλε, σε συνδυασμό με την απόρριψη εκ μέρους τους τού «κοινότοπου» κρατικού μαρξιστικού δόγματος, στη συρρίκνωση τού πεδίου των ριζοσπαστικών κριτικών συζητήσεων.

Η κινεζική κυβέρνηση κάθε άλλο παρά αδιάφορη είναι για το «κοινωνικό» ζήτημα, και αυτό όχι μόνο λόγω τής μακροχρόνιας παράδοσης τού κόμματος που βασίζεται στα διδάγματα τού μαρξισμού, αλλά και γιατί βρίσκεται υπό τη διαρκή πίεση τού κινεζικού λαού που ξέρει να αγωνίζεται. Και ναι μεν η «κοινωνική» διάσταση είχε παραμεληθεί κατά τη δεκαετία τού 1990 υπέρ των άμεσων προτεραιοτήτων που συνδέονταν με την επίσπευση τής ανάπτυξης, ωστόσο η τάση αυτή έχει πλέον αντιστραφεί. Την ώρα που στην πλούσια Δύση αφαιρούνται η μια μετά την άλλη οι σοσιαλδημοκρατικές κατακτήσεις τής κοινωνικής ασφάλισης, η φτωχή Κίνα εφαρμόζει ένα πρόγραμμα επέκτασης των κοινωνικών παροχών γύρω από τρεις βασικούς άξονες: υγεία, στέγαση, συντάξεις. Στην πραγματικότητα, η λαϊκή στεγαστική πολιτική που αναπτύσσει σήμερα η Κίνα και η οποία δέχεται συντονισμένα ευρωπαϊκά πυρά εκ δεξιών και αριστερών, είναι αξιοζήλευτη για τα δεδομένα όχι μόνο τής Ινδίας και τής Βραζιλίας, αλλά και των υποβαθμισμένων αστικών περιοχών τού Παρισιού, τού Λονδίνου ή τού Σικάγο! Η κοινωνική ασφάλιση και το σύστημα συνταξιοδότησης καλύπτει ήδη το 50% τού συνολικού αστικού πληθυσμού (που, όπως αναφέραμε, αυξήθηκε από 200 σε 600 εκ. κατ.), ενώ το Σχέδιο, που συνεχίζει να εφαρμόζεται, προβλέπει, για τα επόμενα χρόνια, αύξηση τού ποσοστού τού πληθυσμού που καλύπτεται από το σύστημα κοινωνικής προστασίας στο 85%. Ας μας πουν οι δυτικοί δημοσιογράφοι που συμμετέχουν στην εκστρατεία δυσφήμισης τής Κίνας, ποιες από τις χώρες που προβάλλονται ως παραδείγματα προς μίμηση — διότι «επέλεξαν τον δημοκρατικό δρόμο» — έχουν να επιδείξουν ανάλογα επιτεύγματα. Ωστόσο, η συζήτηση παραμένει ανοιχτή όσον αφορά τις μεθόδους εφαρμογής τού συστήματος κοινωνικής προστασίας. Η αριστερά προτείνει το διανεμητικό σύστημα γαλλικού τύπου, που στηρίζεται στις αρχές τής ενδογενεακής και διαγενεακής αλληλεγγύης μεταξύ των εργαζομένων (σύστημα που αρχικά προοριζόταν να αποτελέσει ένα πρώτο βήμα προς τον σοσιαλισμό), ενώ, όπως είναι αναμενόμενο, η δεξιά προτιμά το κεφαλαιοποιητικό σύστημα αμερικανικού τύπου, που διαιρεί τους εργαζόμενους και μεταθέτει τον κίνδυνο από το κεφάλαιο στην εργασία.

Ωστόσο, η απόκτηση κοινωνικών παροχών από μόνη της δεν αρκεί, αν δεν συνοδεύεται από τον εκδημοκρατισμό τής πολιτικής διαχείρισης και την εκ νέου πολιτικοποίηση τής κοινωνίας μέσω μεθόδων που θα προάγουν τις δυνατότητες επινόησης νέων μορφών με προσανατολισμό το σοσιαλιστικό/κομμουνιστικό μέλλον. Ομοίως δεν αρκεί για την αντιμετώπιση των συναφών προκλήσεων η υιοθέτηση ενός πλουραλιστικού εκλογικού συστήματος, όπως υποστηρίζεται κατά κόρον όχι μόνον από τα δυτικά ΜΜΕ και τους συνήθεις επικριτές τής χώρας, αλλά και από τους λεγόμενους «αντιφρονούντες» τού καθεστώτος που ενδύονται τον μανδύα τού «δημοκράτη». Αντιθέτως, όπως προκύπτει από την εμπειρία των χωρών στις οποίες εφαρμόστηκαν τέτοιου είδους αρχές (όπως π.χ. στη Ρωσία, στην ανατολική Ευρώπη ή στις χώρες τού αραβικού κόσμου), η συγκεκριμένη πορεία δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην κατάρρευση τού σχεδίου ανάδυσης και κοινωνικής αναγέννησης, πράγμα που αποτελεί κρυφή ελπίδα όσων προωθούν τις αρχές αυτές χρησιμοποιώντας μια κενή ρητορική τού τύπου «δεν υπάρχει άλλη λύση από τις πολυκομματικές εκλογές». Επιπλέον, όμως, ως αντίλογος στην πρόταση αυτή δεν αρκεί ούτε η άκαμπτη υπεράσπιση των προνομίων τού κόμματος, που έχει μετατραπεί σε μηχανισμό στελέχωσης τής δημόσιας διοίκησης. Η χώρα χρειάζεται κάτι άλλο. Η ουσιαστική επίτευξη των στόχων που αφορούν την επαναπολιτικοποίηση και τη δημιουργία συνθηκών που να ευνοούν την επινόηση νέων λύσεων δεν μπορεί να γίνει μέσω προπαγανδιστικών εκστρατειών. Προς τούτο χρειάζονται κοινωνικοί, πολιτικοί και ιδεολογικοί αγώνες, πράγμα που ωστόσο προϋποθέτει την πάλη για τη νομιμοποίηση των αγώνων αυτών και την εισαγωγή νομοθεσίας που να κατοχυρώνει τα συλλογικά δικαιώματα οργάνωσης, πολιτικής έκφρασης και ανάληψης νομοθετικών πρωτοβουλιών. Αυτό με την σειρά του συνεπάγεται την εμπλοκή τού κόμματος στους αγώνες, με άλλα λόγια την εκ νέου ερμηνεία τής μαοϊκής φόρμουλας τής «μαζικής γραμμής». Επιπλέον, η προσπάθεια επαναπολιτικοποίησης θα είναι χωρίς νόημα αν δεν συνοδεύεται από διαδικασίες που να ενθαρρύνουν τη σταδιακή ανάληψη τής ευθύνης διαχείρισης τής κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα (επιχειρησιακό, τοπικό, εθνικό) από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Ένα τέτοιο πρόγραμμα όχι μόνο δεν αποκλείει, αλλά προϋποθέτει τη θεσμική αναγνώριση των «ατομικών» δικαιωμάτων. Η εφαρμογή του θα μπορούσε μάλιστα να οδηγήσει στην επινόηση νέων μορφών εκλογικής ανάδειξης των ηγετικών οργάνων τής χώρας.

 
1 σχόλιο

Posted by στο 09/03/2015 in Uncategorized

 

Κατοχή—A.Lacroix-Riz

Compagnie française des mines de Bor, Francolor, Théraplix

Compagnie française des mines de Bor, Francolor, Théraplix

Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος—A.Lacroix-Riz, Aux origines du carcan européen (1900-1960) (Κεφ. 4, σελ.87-110 [pdf, κεφ.4-6])

Μεταξύ Μπλίτσκριγκ …

Η άμεσα προηγούμενη προπολεμική περίοδος, ο «ψευδοπόλεμος» και ο καθαυτό πόλεμος εκτυλίχθηκαν ομαλά και σύμφωνα με το «χρονοδιάγραμμα» που είχε παρουσιάσει ο υποδιοικητής (και μελλοντικός διοικητής) τής Τράπεζας τής Γαλλίας.[i] Η περίοδος τής Κατοχής επιβεβαίωσε τις προβλέψεις τού εκπροσώπου της στην Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών[ii] όσον αφορά τον άμεσο γερμανικό έλεγχο επί των πλουσίων κρατών τής Ευρώπης. Η κατάληψη τής Γαλλίας από τις γερμανικές δυνάμεις επέτρεψε την πραγματοποίηση τού προγράμματος αποπληθωρισμού των λαϊκών εισοδημάτων, πράγμα που αποτελούσε τον απώτατο στόχο τής Κεντρικής Τράπεζας: μεταξύ τού 1940 και 1944 οι πραγματικοί μισθοί των εργατών και υπαλλήλων μειώθηκαν κατά 50%, επιτυχία που συντέλεσε στον κατευνασμό των όψιμων ανησυχιών της (που εκφράστηκαν για πρώτη φορά λίγο πριν από τη σοβιετική νίκη στο Στάλινγκραντ) για τις ολέθριες πληθωριστικές επιπτώσεις τις οποίες είχαν για τον δημόσιο προϋπολογισμό και το εθνικό νόμισμα τα έξοδα κατοχής και οι σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις, που συνολικά ανέρχονταν σε άνω των 600 εκ. [φράγκων] ημερησίως.[1]

—Καρτέλ και ενώσεις κεφαλαίων

Κατά την περίοδο τής Κατοχής, όλοι οι μεγαλοβιομήχανοι και οι μεγαλοτραπεζίτες, με επικεφαλής τα στελέχη τής Τράπεζας τής Γαλλίας, συμμετείχαν πρόθυμα και ενεργά στην υλοποίηση τού «ευρωπαϊκού» ή «ηπειρωτικού-ευρωπαϊκού» προγράμματος τού Ράιχ όσον αφορά τον ιδιωτικό καπιταλιστικό τομέα. Τα ανώτατα κλιμάκια τού κρατικού μηχανισμού (συμπεριλαμβανομένων και των υπουργείων) στελεχώνονταν αποκλειστικά από εκπροσώπους των εν λόγω κύκλων, είτε επρόκειτο για δημοσίους υπαλλήλους καριέρας είτε για άτομα που εγκατέλειψαν προσωρινά τις ιδιωτικές τους δραστηριότητες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο συντελέστηκε η συγχώνευση Κράτους και χρηματιστικού κεφαλαίου.

Στο πλαίσιο των ανανεωμένων ή νεοσυστημένων καρτελικών συμπράξεων και ενώσεων κεφαλαίων, η γαλλική πλευρά κατέλαβε τα δευτερεία — θέση την οποία είχε αποδεχτεί προ πολλού και η οποία επιδεινώθηκε μετά από το φιάσκο τού «πολέμου». Ωστόσο, δεν έπαψε ποτέ να εξυμνεί την «Ευρώπη» και την ευρωπαϊκή ένωση, που το Ράιχ ήταν πρόθυμο να της την προσφέρει, ιδίως αφότου η επιχείρηση Μπαρμπαρόσα τους έδωσε ελπίδες, τουλάχιστον για κάποιους μήνες, ότι επρόκειτο να απαλλαγούν οριστικά από τον πονοκέφαλο τού σοβιετικού προβλήματος, που οι κυβερνήσεις τού Παρισιού και τού Λονδίνου προσπαθούσαν μάταια να αντιμετωπίσουν από το 1918 και μετά.

Κατά τη διάρκεια γαλλογερμανικής σύσκεψης, τη σύγκληση τής οποίας είχε ζητήσει ήδη από τον Ιούλιο τού 1940 ο όμιλος Kuhlmann από την κυβέρνηση τού Βισί και η οποία έλαβε τελικά χώρα στις 21 Νοεμβρίου τού ίδιου έτους στο Βισμπάντεν, έδρα τής γερμανικής επιτροπής ανακωχής, ο Ντισεμέν[iii] πρότεινε αυθόρμητα στους επικεφαλής τής IG Farben τη διατήρηση απλώς τού καρτέλ τού 1927. Επικαλέστηκε μάλιστα την εξαιρετική του λειτουργία που «[δεν] διακόπηκε λόγω τού πολέμου», καθώς επίσης και την ιδιαίτερα ευνοϊκή συγκυρία, «τη στιγμή που ο Φύρερ και ο στρατάρχης Πετέν, σε κατ’ ιδίαν συνομιλία τους [στο Μοντουάρ στις 24 Οκτωβρίου], είχαν ήδη καταλήξει σε συμφωνία για τις αρχές που έπρεπε να διέπουν τις μελλοντικές σχέσεις ειλικρινούς και καλόπιστης συνεργασίας».

Η γερμανική αντιπροσωπεία, που απαρτιζόταν από ανθρώπους τής IG Farben, καθώς επίσης και από τον κρατικό υποστηρικτή των συμφερόντων της, τον Ρίχαρντ Χέμεν (πρώην μέλος τής «γαλλογερμανικής κυβερνητικής επιτροπής [συνεργασίας]», που είχε ιδρυθεί το 1937, και πλέον πρόεδρο τής γερμανικής επιτροπής ανακωχής), αντιπρότειναν ότι βεβαίως και επιθυμούσαν να «βγάλουν χρήματα […] κλείνοντας δουλειές» με τους Γάλλους — διατύπωση που χρησιμοποίησε ο Φριτς Τερ Μέερ, σημαντική μορφή στον τομέα των τοξικών αερίων, συμπεριλαμβανομένου και τού Zyklon B, και διακεκριμένος εγκληματίας πολέμου, ο οποίος μάλιστα το 1956 επρόκειτο να καταλάβει τη θέση τού προέδρου τού εποπτικού συμβουλίου τής Bayer —, αλλά οι παλιοί τους εταίροι θα έπρεπε να αποδεχτούν τους εξαιρετικά ταπεινωτικούς όρους τής ήττας και να αναγνωρίσουν «τον ρόλο διεύθυνσης και ελέγχου (Führung)», που ανατέθηκε δικαιωματικά στους «γερμανούς βιομηχάνους». Ο φον Σνίτσλερ, για τον οποίο ήδη έγινε λόγος, «έκλεισε [τον φιλιππικό του] λέγοντας ότι θα έπρεπε να δοθεί τέλος στις πλασματικές και αθέμιτες πρακτικές όσον αφορά τις γαλλικές εξαγωγές και ότι στο μέλλον η γαλλική βιομηχανία χρωστικών ουσιών θα έπρεπε να περιοριστεί στην προμήθεια των αγορών τής μητρόπολης και των γαλλικών αποικιών. […] Σας δίνουμε τη δυνατότητα να επιβιώσετε [και …] να λάβετε τη θέση που σας αρμόζει στο πλαίσιο τής IG. Θα είστε ευπρόσδεκτοι, αλλά βεβαίως αυτό δεν σημαίνει ότι θα επιστρέψετε στις ανεξέλεγκτες πρακτικές ανταγωνισμού τής προπολεμικής περιόδου».

Στην εξίσου εξευτελιστική συνεδρίαση τής 22ας Νοεμβρίου, ο Ζορζ Τεσμάρ επιδόθηκε σε μια γελοία απόπειρα να διασώσει τις γαλλικές εξαγωγές συνηγορώντας υπέρ τής δημιουργίας «ενός ευρωπαϊκού μπλοκ για την αντιμετώπιση τού ανταγωνισμού από το αμερικανικό μπλοκ»: «[Α]πό την άποψη αυτή, δεν είναι προς το συμφέρον σας να μας στραγγαλίσετε οικονομικά». Η αποστομωτική απάντηση που έλαβε ήταν η εξής: «Η επιθυμία μας είναι να αποφευχθούν οι πλασματικές και βλαβερές εξαγωγές σας. Μελλοντικά θα εξετάσουμε τα ειδικά καθεστώτα που θα ισχύσουν για το Μεξικό, το Βέλγιο και την Ισπανία. Ωστόσο δεν θέλουμε να κάνετε εξαγωγές ούτε προς την Ιταλία ούτε προς την Ολλανδία, δημιουργώντας μας έτσι προβλήματα. Θα μπορείτε να κάνετε εξαγωγές, μόνο όταν αυτές είναι αμοιβαία επωφελείς».[2]

Η υπογραφή τού πρωτοκόλλου τής 12ης Μαρτίου τού 1941 για τη σύσταση τής «μικτής εταιρείας» Francolor (γαλλογερμανικής εταιρείας χρωστικών ουσιών) αποτέλεσε το επιστέγασμα τής εφαρμογής τής αυστηρής «ρήτρας μη ανταγωνισμού» σε βάρος τού «γαλλικού ομίλου». Το επίσημο μερίδιο τής IG Farben που αντιστοιχούσε στο 51% τού κεφαλαίου τής Francolor δεν ανταποκρινόταν στον πραγματικό έλεγχο επί τής εταιρείας που ασκούσε η γερμανική πλευρά: «καθ’ όλη τη διάρκεια ύπαρξης τής Francolor, οι [εταιρείες] Kuhlmann, Saint-Denis & Saint-Clair du Rhône αναλαμβάνουν τη δέσμευση έναντι τής IG και τής Francolor ότι θα απέχουν από την άσκηση δραστηριοτήτων που σχετίζονται αμέσως ή εμμέσως με την παραγωγή ή την πώληση προϊόντων στον τομέα των χρωστικών, τόσο στη Γαλλία, στις αποικίες και στα προτεκτοράτα της, όσο και στο εξωτερικό, ότι δεν θα συμμετέχουν ενεργά σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή ή την πώληση των ίδιων προϊόντων και ότι, με κανέναν τρόπο, δεν θα ευνοούν επιχειρήσεις τού είδους αυτού».[3]

Τα υπόλοιπα καρτέλ αποκλειστικού χαρακτήρα που συνέστησε η IG Farben είχαν επίσης καθοριστική σημασία για το μέλλον τού κλάδου (οι συμφωνίες και συμπράξεις μεταξύ τής Bayer και τού ομίλου Gillet θα εξεταστούν στη συνέχεια).[4] Το λεόντειο αυτό καθεστώς, που το γαλλικό κεφάλαιο είχε κατ’ αρχήν αποδεχτεί από το 1920 στο πλαίσιο των συμφωνιών του με την πρώτη ενσάρκωση τής IG Farben [Dreibund], χαρακτήριζε όλες τις νέες ή ανανεωμένες καρτελικές συμπράξεις με μία μόνο μερική εξαίρεση: στον όμιλο Lambert επετράπη να διατηρήσει στην «βελγική αγορά» γύψου το μερίδιο που κατείχε προπολεμικά.[5]

Στη διάρκεια τής δίωρης συζήτησης που είχε με τον Χίτλερ στην Καγκελαρία τού Ράιχ στις 21 Φεβρουαρίου τού 1935, ο Λουί Ρενό, εμβληματικός εκπρόσωπος τού ρεύματος υπέρ τής γαλλογερμανικής συνεργασίας κατά τον μεσοπόλεμο και την Κατοχή, είχε παρακαλέσει θερμά τον ναζιστή ηγέτη να προωθήσει τη δημιουργία ενός γαλλογερμανικού καρτέλ στον τομέα τού αυτοκινήτου, χρησιμοποιώντας ως επιχείρημα ότι «ένας οικονομικός πόλεμος μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας θα ωφελούσε μόνο την Αγγλία και την Αμερική».[6] Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι, στα τέλη Σεπτεμβρίου τού 1940, ο ανιψιός του εξ αγχιστείας και γενικός διευθυντής των εργοστασίων του Φρανσουά Λεϊντέ (ένας από τους «46» συνάρχες [τής λίστας Σαβέν]) διορίστηκε στη θέση τού «αρμοδίου διευθυντή» τής «οργανωτικής επιτροπής» αυτοκινήτου (COA), η οποία αποτέλεσε την πρώτη από τις «οργανωτικές επιτροπές» που συνεστήθησαν στις 16 Αυγούστου τού 1940,[7] κατά τα πρότυπα των γερμανικών Reichsgruppen,[iv] από τον γενικό διευθυντή τής τράπεζας Worms Ζακ Μπαρνό (άλλη μια «φίρμα» τής λίστας των «46»). Πέραν των άλλων υπουργικών θώκων από τους οποίους πέρασε (μεταξύ των οποίων και αυτού τής «βιομηχανικής παραγωγής», από τον Φεβρουάριο τού 1941 μέχρι τον Απρίλιο τού 1942), ο Λεϊντέ παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι την Απελευθέρωση. Τον Νοέμβριο, μάλιστα, τού 1940, ο Λεϊντέ ικανοποίησε την επιθυμία τού θείου του ιδρύοντας επίσημα στο Βερολίνο μαζί με τον στρατηγό Άντολφ φον Σνελ, ο οποίος από το 1938 ήταν υφυπουργός επικοινωνιών και κυβερνητικός πληρεξούσιος στον τομέα τού αυτοκινήτου (Generalbevollmüchtigten für das Kraftfahrwesen, GBK), την «ευρωπαϊκή επιτροπή αυτοκινήτου» (CAE), που ουσιαστικά αποτελούσε τριμερές καρτέλ (με την επίσημη συμμετοχή τής Ιταλίας).

Με δεδομένη την πάγια συγκατάθεση τού Λεϊντέ, το Ράιχ θα διατηρούσε στο εν λόγω καρτέλ τον συνήθη επιχειρησιακό και διοικητικό έλεγχο και καθοδήγηση [Führung]: (1) η προεδρία τής «ευρωπαϊκής επιτροπής αυτοκινήτου» ανατέθηκε στον επικεφαλής τού γαλλικού παραρτήματος τής υπηρεσίας GBK συνταγματάρχη Μαξ Τένισεν, ο οποίος για καθαρά τυπικούς λόγους προτάθηκε για τη θέση αυτή από τον Λεϊντέ· (2) σύμφωνα με τη συμφωνία σύμπραξης «σε πέντε σημεία», στους μελλοντικούς στόχους τού «ευρωπαϊκού» καρτέλ θα εντασσόταν η αναδιοργάνωση τού κλάδου σε «ευρωπαϊκό» επίπεδο, ξεκινώντας από την παραγωγή και την «οργάνωση των αγορών» και καταλήγοντας στη ρύθμιση των εξαγωγών (ενώ, όσον αφορά την περίοδο τής Κατοχής, βασικός στόχος τού καρτέλ θα ήταν η εξυπηρέτηση τής πολεμικής οικονομίας τής Γερμανίας).

Το «σχέδιο για τον αυτοκινητιστικό κλάδο» που παρουσιάστηκε εν χορδαίς και οργάνοις στον γαλλικό τύπο από τον Λεϊντέ στις 24 Δεκεμβρίου τού 1940 δεν ήταν παρά απλή αντιγραφή τού γερμανικού σχεδίου και επομένως προδιέγραφε τη δημιουργία μιας σε μεγάλο βαθμό γερμανοποιημένης Ευρώπης. Λαμβάνοντας τη μερίδα τού λέοντος, το Ράιχ θα προμήθευε τις αγορές τής Δανίας, τής Φινλανδίας, τής Ουγγαρίας, τής Νορβηγίας, των Κάτω Χωρών, τής Πολωνίας, τής Σουηδίας και τής Τσεχοσλοβακίας. Έχοντας οριστικά εκδιωχθεί από τις αγορές τής Ανατολικής Ευρώπης, η Γαλλία έβλεπε τη θέση της να υποβαθμίζεται, αλλά παρ’ όλ’ αυτά διατηρούσε πρόσβαση στις αγορές τής Ολλανδίας, τού Βελγίου, τής Ελβετίας και τής Ισπανίας. Η Ιταλία αμείφθηκε με ψιχία, καθώς έγινε ανεκτή η παρουσία της στην Ελλάδα και τη Ρουμανία με μερίδιο αγοράς 40%. Ο Λεϊντέ ολοκλήρωσε την παρουσίαση τού (γερμανικού) «σχεδίου» του με την εξής προτροπή: «κανένα αμερικανικό αυτοκίνητο» στην ευρωπαϊκή ήπειρο[8] (φράση που κρατάμε στα υπόψιν).

Το καρτέλ στον τομέα των ασφαλίσεων, που συνεστήθη τον Φεβρουάριο-Μάρτιο τού 1941 στο Βερολίνο και το οποίο έσπευσε να αυξήσει κατακόρυφα τα τιμολόγια τού κλάδου (άμεσες ανατιμήσεις κατά 30% έως 50%), συνδέθηκε, μετά την προσχώρηση σε αυτό τής γαλλικής πλευράς, με το όνομα τού μεγαλοσυνάρχη Ζακ Γκεράρ, ενός εκ των «46» [τής λίστας Σαβέν]. Η τράπεζα Worms, κομβικός άξονας τής συναρχίας, προώθησε τον διορισμό τού διευθυντή των ασφαλιστικών της εταιρειών, τις οποίες είχε αποκτήσει και αναδιαρθρώσει το 1938 (La Préservatrice), πρώτα στη θέση τού επικεφαλής τής «οργανωτικής επιτροπής» τού τομέα ασφαλίσεων και κεφαλαιοποίησης και έπειτα ως γενικού γραμματέα τού Λαβάλ, θέση την οποία κατείχε από τον Απρίλιο τού 1942 έως τον Αύγουστο τού 1944.

Η μερίδα τού λέοντος που διεκδικούσε η γερμανική πλευρά στο πλαίσιο τής «ευρωπαϊκής» οργάνωσης τού τομέα των ασφαλίσεων αποδείχθηκε μικρότερη από τις προβλέψεις και αυτό όχι εξαιτίας τής αρχικής γαλλικής «αντίστασης», αλλά επειδή η έκβαση τού πολέμου εναντίον τής Βρετανίας, το κουφάρι τής οποίας περίμεναν να κατασπαράξουν η Allianz και η Munich-Re, δεν ήταν η αναμενόμενη. Άλλωστε, τουλάχιστον έως το 1942, οι γαλλικές εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στον κλάδο, με επικεφαλής την τράπεζα Worms, επέδειξαν ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στις γερμανικές φιλοδοξίες.

Στις 7 Μαρτίου τού 1941, κατά την τελετή σύστασης τού καρτέλ στο Παρίσι, ο Γκεράρ, επιφυλάσσοντας ενθουσιώδη υποδοχή στον ομόλογό του Έντουαρντ Χίλγκαρντ — επικεφαλής τού κεντρικού οργάνου στον τομέα των ασφαλίσεων («Leiter der Reichsgruppe Versicherung») από το 1933 έως το 1945 και διευθυντή τής Allianz — έσυρε τον χορό των πανηγυρισμών χαιρετίζοντας «τη στενή και καρποφόρα συνεργασία μεταξύ των γερμανικών και γαλλικών ασφαλιστικών φορέων». Εξέφρασε επίσης την ευχή ότι «η συνεργασία αυτή θα συνεχιστεί και θα διευρυνθεί στο μέλλον και ότι θα συντελέσει ώστε ο ασφαλιστικός κλάδος να καταλάβει την εξέχουσα θέση που του αρμόζει στη μελλοντική οικονομία τής Ευρώπης». Ο Χίλγκαρντ εξύμνησε επίσης τη γαλλογερμανική «συνεργασία [που, στο πλαίσιο τής] επιτυχούς ανασυγκρότησης μιας συμφιλιωμένης Ευρώπης [επρόκειτο να αναπτυχθεί] στη μεγαλύτερη δυνατή κλίμακα».[9]

Παρά το γεγονός ότι η γερμανική πλευρά εξασφάλισε, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, τη μερίδα τού λέοντος, η ανάπτυξη των καρτέλ, ξεκινώντας από τον τομέα των πολυκαταστημάτων και καλύπτοντας εν τέλει το σύνολο τής βιομηχανικής παραγωγής, παρέμεινε ελκυστική επιλογή για τους γάλλους συμβαλλόμενους. Και αυτό γιατί ναι μεν τους απαγορεύτηκε η περαιτέρω επέκταση σε αγορές τού εξωτερικού, αλλά συγχρόνως τους δόθηκε η δυνατότητα αφενός να αναπληρώσουν τις όποιες απώλειες στο εξωτερικό και αφετέρου να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους, προωθώντας βίαιες ανακατατάξεις, προς την κατεύθυνση συγκέντρωσης των εγχώριων κλάδων παραγωγής που ήλεγχαν, σε βάρος των ανταγωνιστών τους, είτε επρόκειτο για εβραϊκές επιχειρήσεις είτε όχι.[10] Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αναπλήρωση των ζημιών στην εσωτερική αγορά λειτούργησε ως αντίβαρο για τις δρακόντειες ρήτρες των καρτελικών συμφωνιών που συνήψε η IG Farben με τον όμιλο Κουλμάν και τους υπόλοιπους παλιούς εταίρους της.

Στον όμιλο Rhône-Poulenc — συναρχικό φέουδο τής δυναστείας των Ζιλέ, που ασκούσαν δικτατορικό έλεγχο επί των «οργανωτικών επιτροπών» των οικείων παραγωγικών κλάδων, ξεκινώντας από τη παραγωγή τεχνητών ινών (ρεγιόν, βισκόζης, φιμπράν) και χαρτιού κελοφάνης και φτάνοντας μέχρι τη φαρμακευτική βιομηχανία — δόθηκε η ευχέρεια «να εξαλείψει τον ανταγωνισμό», όχι μόνο όσον αφορά την παραγωγή κατά την περίοδο τής κατοχής αλλά και όσον αφορά τα προϊόντα που «θα παρήγαγε εκ νέου στο μέλλον […] εφόσον το επέτρεπε η οικονομική κατάσταση».[11] Κατά τον ίδιο τρόπο, ο όμιλος Κουλμάν κατάφερε να εξαλείψει όλους τους γάλλους ανταγωνιστές του: στη διετία 1942-1943 έβαλαν λουκέτο «400 περίπου μικρές βιομηχανίες χρωμάτων και βερνικιών».[12] Στο «απολογητικό υπόμνημα» που υποβλήθηκε για λογαριασμό τού ομίλου Ugine τον Ιανουάριο τού 1946 και το οποίο πιστοποιούσε, μεταξύ άλλων, τη σθεναρή «αντίσταση» που πρόβαλε στον κατακτητή, την απόρριψη των συμφωνιών ενώσεων κεφαλαίων και την οικονομική καταστροφή που υπέστη λόγω τής άρνησής του να υπηρετήσει τις ανάγκες τής γερμανικής πολεμικής οικονομίας κατά το διάστημα τής Κατοχής, υπάρχει μια αποκαλυπτική παραδρομή: ο «αφοπλισμός» και η ενδοτικότητα τής SECEM[v] απέναντι στις πιέσεις τής IG Farben θα όφειλε να αποδοθεί «στη μακρά ιστορία συμφωνιών, κατανόησης και φιλικού συναγωνισμού» μεταξύ των γαλλογερμανών εταίρων.

Από «ευρωπαϊκής» (τ.έ. γερμανικής) πλευράς, οι νικητές εμπέδωσαν και διεύρυναν την ηγεμονία τους μέσω των αλληλοσυνδεόμενων επιχειρήσεων και ειδικότερα μέσω τής σύστασης «μικτών εταιρειών», που οι γαλλογερμανοί συμβαλλόμενοι φρόντισαν προηγουμένως να τις απαλλάξουν από τυχόν «εβραϊκά» κεφάλαια. Οι μερίδες συμμετοχής που κατόρθωσαν να εξασφαλίσουν οι γερμανικές εταιρείες (σε αρκετές περιπτώσεις με τη βοήθεια αχυρανθρώπων), ανέρχονταν σε ποσοστό τουλάχιστον 50% τού μετοχικού τους κεφαλαίου, ενώ η υπέρμετρη επιρροή που ασκούσαν οι γερμανοί εταίροι στους γαλλογερμανικούς ομίλους δεν ανταποκρινόταν συχνά στην επίσημη εταιρική τους μερίδα. Ο Λεϊντέ ήταν βεβαίως λιγότερο διατεθειμένος να προωθήσει τις εταιρικές συγχωνεύσεις, με τη στενή έννοια τού όρου, στον τομέα τής αυτοκινητοβιομηχανίας, από όσο ήταν οι ομόλογοί του συνάρχες που δραστηριοποιούνταν σε άλλους τομείς και κυρίως στον τομέα τής χημικής βιομηχανίας, αλλά πρόκειται για τη μοναδική εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα όσον αφορά τον υπερβάλλοντα ζήλο συνεργασίας που επέδειξε κατά την κατοχή και τον διαρκή ενθουσιασμό του για την επίτευξη «συνεννόησης ανάμεσα στη Γαλλία και τη Γερμανία» ή — το συνώνυμό της — «την Ευρώπη».[14]

Πράγματι, κυρίως κατά τη διετία 1941-1942, ο επικεφαλής τής COA δεν έπαψε να επιβεβαιώνει τη δέσμευσή του υπέρ τής γερμανοευρωπαϊκής λύσης όσον αφορά την οργάνωση τής βιομηχανίας αυτοκινήτου. Αποδέχτηκε με προθυμία τον γερμανικό έλεγχο επί τής παραγωγής και τη μείωση των παραγόμενων μοντέλων, πράγμα που βεβαίως θα συνέβαλε στην παγίωση τής γερμανικής κυριαρχίας στο κλάδο. Άλλωστε, το τρίτο από τα «πέντε σημεία» τής συμφωνίας για την «ευρωπαϊκή επιτροπή αυτοκινήτου» προέβλεπε ότι η ειδική επιτροπή «τυποποίησης […] θα διερευνούσε τη μείωση τού κόστους παραγωγής που θα μπορούσε να επιτευχθεί χάρις στην ελάττωση τού αριθμού των μοντέλων και την κατάρτιση ενός γενικού προγράμματος τυποποίησης για τον εξοπλισμό και τα αξεσουάρ αυτοκινήτου».[15] Στις 20 Ιουλίου τού 1942, ο φον Σνελ επικαλέστηκε τη στήριξη τού Λεϊντέ προκειμένου να εξαναγκάσει τούς «γάλλους κατασκευαστές», που είχαν συνέλθει σε σύσκεψη στα γραφεία τής COA, να αποδεχτούν, «εντός των επομένων δύο, τεσσάρων ή το πολύ οκτώ εβδομάδων», «το πρόγραμμα τυποποίησης που θα συνεπαγόταν ότι, κατά τη διάρκεια τουλάχιστον τού πολέμου, το σύνολο των γάλλων κατασκευαστών θα παρήγαγαν ένα μόνο είδος φορτηγού για την κάλυψη των αναγκών τού πολέμου».[16] Καθώς δεν έβλεπε με καλό μάτι τις συγχωνεύσεις μεταξύ «αρίων» επιχειρήσεων, ο Λεϊντέ υπέδειξε στους γερμανούς να στραφούν στην απόκτηση των «εβραϊκών» επενδύσεων στον τομέα τής αυτοκινητοβιομηχανίας και στον έλεγχο των κλάδων των «παραγωγών ανταλλακτικών και αξεσουάρ», οι οποίοι κλάδοι εμφάνιζαν μικρότερη συγκέντρωση. Ως άμεσα ενδιαφερόμενος, υποστήριξε σθεναρά τη σύσταση «μικτών επιχειρήσεων» στον κλάδο κατασκευής αεριογόνων, χάρις στις οποίες η γαλλική Τράπεζα Παρισιού και Κάτω Χωρών, που υπήρξε βασικό ιδρυτικό μέλος τους, πραγματοποίησε μαζί με τους γερμανούς εταίρους της εξαιρετικά κερδοφόρες συναλλαγές, με ολέθριες όμως συνέπειες για τα γαλλικά δάση και τους γάλλους φορολογούμενους.[17] Άλλωστε, ο Λεϊντέ είχε χαρακτηρίσει ως «σοβαρή υπόθεση» το εν λόγω καρτέλ «που θα έθετε υπό κηδεμονία τη γαλλική αυτοκινητοβιομηχανία τουλάχιστον για τα επόμενα πενήντα χρόνια και [που] προϋπέθετε ως δεδομένη τη νίκη τής Γερμανίας».[18]

Ομοίως, η σύσταση καρτελικών συμπράξεων διάρκειας «πενήντα ετών», που προέβλεπε η έβδομη ρήτρα τής «συμβάσεως υπ. αριθμ. 1», η οποία περιείχε οκτώ συνολικά ρήτρες και που συνήφθη στις 30 Δεκεμβρίου τού 1940 μεταξύ τού ομίλου Rhône-Poulenc-Spécia και τής IG Bayer σε σχέση με την παραγωγή ασπιρίνης,[19] επισφραγίστηκε με την αμοιβαία απόκτηση συμμετοχών από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. Χαρακτηριστικότερη ήταν βεβαίως η περίπτωση τής Francolor, που επίσης είχε τη μορφή «μικτής εταιρείας» με τη συμμετοχή κατά 49% τού ομίλου Κουλμάν και κατά 51% τής IG Farben και τής οποίας πρόεδρος ήταν ο ήδη γνωστός μας Φροσάρ. Πέρα από το γεγονός ότι παρεχόταν η δυνατότητα διαρκούς ανανέωσής τους, αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, όπως συνέβαινε και στο παρελθόν, οι περισσότερες από τις εν λόγω συμφωνίες συνήφθησαν επισήμως σε τρίτες, πολιτικά και δημοσιονομικά ουδέτερες χώρες.

Σύμφωνα με την εκτίμηση, αναφορικά με την «μικτή εταιρεία» Théraplix, που διατυπώθηκε στο εκτενές σημείωμα με ημερομηνία 25 Ιανουαρίου 1945 τού υπουργείου βιομηχανικής παραγωγής (PI) με θέμα τις «σχέσεις που είχε αναπτύξει ο όμιλος Rhône-Poulenc με τους γερμανούς [κατά το διάστημα 1940-1944]», οι γερμανοί εταίροι, έχοντας εξασφαλίσει τη μακρά διάρκεια ισχύος των εν λόγω συμβάσεων, είχαν ήδη προκαθορίσει το μέλλον και μάλιστα ανεξάρτητα από την έκβαση τού πολέμου. «Καταβλήθηκε κάθε δυνατή προσπάθεια για την ανάπτυξη των πωλήσεων των προϊόντων τής Bayer στη Γαλλία. […] Ο διορισμός τού κ. Πιέρ Πουλάνκ ως επιστημονικού διευθυντού τής Théraplix αποτέλεσε το επιστέγασμα τής σύσφιξης των σχέσεων μεταξύ τού ομίλου Rhône-Poulenc και τής Théraplix. Ο κ. Πουλάνκ είχε μάλιστα πραγματοποιήσει μια σειρά ταξιδιών στη Γερμανία με σκοπό τη βελτίωση και ανάπτυξη των διαδικασιών παραγωγής από κοινού με την IG. Η λειτουργία τής Théraplix τελεί υπό τη διεύθυνση και τον έλεγχο των γερμανών».

Κατά την μεταπολεμική περίοδο, η γαλλική χημική βιομηχανία θα υποχρεωνόταν να αντιμετωπίσει τις συνέπειες τής παγίωσης των υπόγειων αυτών σχέσεων που συνήφθησαν μεταξύ τού γαλλικού και τού γερμανικού κεφαλαίου. Σύμφωνα με σχετική εκτίμηση τού εισηγητή τού υπουργείου βιομηχανικής παραγωγής, «ακόμα και μετά την υπογραφή τής συνθήκης ειρήνης, θα ήταν δύσκολο να αμφισβητηθούν τα νομικά και πρακτικά επιχειρήματα υπέρ τής εγκυρότητας των συμφωνιών που υπογράφησαν στο πλαίσιο τού φιλικού διακανονισμού με τους γερμανούς»· επιπλέον, ανάλογα προβλήματα δημιουργούσε και η επέκταση τού πεδίου εφαρμογής τής σύμβασης υπ’ αριθμ. 1, «προκειμένου να συμπεριλάβει και τις [αλλοδαπές θυγατρικές] εταιρείες οι οποίες [τύχαινε να] εδρεύουν σε τρίτες ουδέτερες χώρες, σε μία εξαιρετικά κρίσιμη και ευαίσθητη συγκυρία».[20] Μόνο το άνοιγμα των αρχείων θα μας επιτρέψει να αποφανθούμε οριστικά σχετικά με την ύπαρξη άμεσης σχέσης μεταξύ των δεσμεύσεων τής περιόδου τής Κατοχής και των γερμανικών συγχωνεύσεων τής «ευρωπαϊκής» περιόδου, που είχαν ως συνέπεια την εξαφάνιση όλων των «γαλλικών» χημικών ομίλων κατά τις τελευταίες δεκαετίες τού 20ού αιώνα.

Οι συμφωνίες και ενώσεις στον τομέα τής χαλυβουργίας άφησαν λιγότερα ίχνη, πράγμα που μετά την απελευθέρωση έδωσε τη δυνατότητα τόσο στους Βεντέλ όσο και στους υπόλοιπους βιομηχάνους χάλυβα τής Λορένης να παρουσιαστούν ως άβουλα θύματα τού «δικτάτορα» Χέρμαν Ρέχλινγκ. Οι εν λόγω συμφωνίες διατηρήθηκαν επίσης σε ισχύ μετά από ένα νέο «ξαναμοίρασμα» τής τράπουλας το 1944, στις παραμονές δηλαδή τής αναπόφευκτης στρατιωτικής συντριβής των γερμανών. Η ύπαρξη τους τεκμηριώνεται μεταξύ άλλων από το σχέδιο τού 1941 για τη σύσταση τής «μικτής εταιρείας» DAVUM με τη συμμετοχή των επιχειρήσεων Ρέχλινγκ, τής Ποντ-α-Μουσόν[vi] και των λοιπών συνήθων εταίρων τού κλάδου, το οποίο σχέδιο συνέχισε να εφαρμόζεται τουλάχιστον μέχρι το 1943 υπό την αιγίδα τής τράπεζας Worms.[21]

Στην κατοχή ο Αντρέ-Φρανσουά Πονσέ, άνθρωπος εμπιστοσύνης των βιομηχάνων χάλυβα και εθνικός σύμβουλος στο Βισί,[22] τήρησε την ίδια φιλογερμανική στάση όπως και προπολεμικά, φροντίζοντας ωστόσο να κρατήσει κάποια προσχήματα. Όπως φαίνεται, οι γερμανοί τού κρατούσαν μούτρα, παρά το γεγονός ότι το καλοκαίρι τού 1940 είχε κάνει γνωστή την πρόθεσή του «στον στρατάρχη τού Ράιχ [Γκέρινγκ …] να αφιερώσει όλες τις δυνάμεις του για την προώθηση τής γαλλογερμανικής συνεργασίας». Στη συνέχεια, όπως είχε κάνει και κατά την περίοδο 1931-1938, κατέβαλε κάθε προσπάθεια προκειμένου να «διαλύσει τις όποιες υπόνοιες σε βάρος του, […] να ανακτήσει την γερμανική εμπιστοσύνη» και να αποφύγει «τον πάντοτε ελλοχεύοντα κίνδυνο να περιπέσει στη δυσμένεια των γερμανών». Στις αρχές μάλιστα τού 1942, ο Πονσέ συνέδραμε τον συνάρχη Πολ Μαριόν — που στο παρελθόν είχε διατελέσει υπεύθυνος σε θέματα δημοσίων σχέσεων και διαφήμισης στην τράπεζα Worms και ο οποίος, χάρη στις ενέργειες τής τράπεζας, προωθήθηκε στη θέση τού υπουργού πληροφοριών — «προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική συνεργασία τού Τύπου […] στις μη κατεχόμενες περιοχές». Στις 8 Ιανουαρίου τού ίδιου έτους, γράφοντας στην εφημερίδα Figaro (υπό το ψευδώνυμο «Κέλτος» [Celtus]), διακήρυξε την επιθυμία του «για την εδραίωση μιας διαρκούς και δίκαιης ειρήνης […] στο πλαίσιο τής αναδιοργάνωσης τής Ευρώπης […] και για τον τερματισμό των έντονων αντιπαραθέσεων που σημάδεψαν την ιστορία των δύο χωρών μας […] [Δ]ηλώνουμε έτοιμοι να συνεργαστούμε, με αξιοπρέπεια και τιμή, για την εγκαινίαση μιας νέας εποχής σύμπνοιας και ομόνοιας».[23]

—Το πανηγύρι των γαλλικών εκχωρήσεων και αναδιπλώσεων

Με τα καρτέλ και τις λοιπές συμπράξεις τής Κατοχής επιστεγάστηκε η «αναδιανομή» των αγορών και των σφαιρών επιρροής, στην οποία είχε συναινέσει ο γαλλικός ιμπεριαλισμός από την περίοδο τού Μεσοπολέμου. Ωστόσο, ακόμα σημαντικότερες ήταν οι εκχωρήσεις που είχαν ήδη συμφωνηθεί στο πλαίσιο φιλικών διακανονισμών κατά την περίοδο τής «ειρηνικής» επέκτασης τής Γερμανίας και με τις οποίες επισημοποιήθηκε κατά τη διετία 1938-1939 η γαλλική αποχώρηση από την κεντρική και ανατολική Ευρώπη. Από το δεύτερο ήμισυ τού 1940, οι εν λόγω μεταβιβάσεις και εκχωρήσεις συνεχίστηκαν καλύπτοντας όλες τις ζώνες τής γερμανικής επέκτασης, είτε επρόκειτο για χώρες υπό επίσημη κατοχή, είτε για «χώρες-δορυφόρους» (όπως, για παράδειγμα, η πετρελαιοπαραγωγός Ρουμανία, η οποία ήταν έως τότε γαλλοβελγικό φέουδο). Το 1941 είχε πλέον ολοκληρωθεί το σύνολο σχεδόν των μεταβιβάσεων, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με ταχύτατους ρυθμούς. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι, κατά τη δεύτερη πρωθυπουργική θητεία τού Λαβάλ, οι μεγαλοτραπεζίτες ασχολούνταν με την είσπραξη των τελευταίων μικροκονδυλίων από τις παχυλές προμήθειες επί των εν λόγω πωλήσεων (τής τάξης τού 10-15%).[24]

Χρησιμοποιώντας, όπως συνηθίζει, ευφημιστική ορολογία, η Ανιές Ντ’ Ανζιό αναδεικνύει την αδιάσπαστη συνέπεια και συνέχεια τής εν λόγω πολιτικής, με ειδική αναφορά στην περίπτωση τού Σναϊντέρ. Και ενώ, εύλογα, τοποθετεί στο ίδιο επίπεδο τις συμφωνίες πώλησης που συνήφθησαν μετά από διαπραγματεύσεις κατά τη διετία 1938-1939 και τις ανάλογες συμφωνίες τής περιόδου 1940-1941, στην ανάλυσή της εισάγει, εσφαλμένα, το στοιχείο τού «εξαναγκασμού» συνδέοντάς το με «τη συγκυρία τής διετίας 1939-1940»: «Ο Σναϊντέρ αποκόμισε πολύ σημαντικές υπεραξίες από την πώληση τής Škoda (Δεκέμβρ. 1938, 206 εκ. σταθερά φράγκα[vii]), τής Báňská a hutni (Δεκέμβρ. 1940, 40 εκ. φράγκα) και τής Γενικής Πιστωτικής Τράπεζας τής Ουγγαρίας (Απρίλ. 1941, 10 εκ. φράγκα). Το 1941 πραγματοποιήθηκε η συγχώνευση τής UEIF[viii] με την Τράπεζα των Βορείων Χωρών, διότι, στο ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο που προέκυψε από τη ναζιστική κατοχή και δορυφοροποίηση, ο Σναϊντέρ δεν είχε πλέον συμφέρον να διατηρεί στην ιδιοκτησία του δύο εταιρείες άνευ αντικειμένου».[25] Ωστόσο, εδώ πρέπει να παρατηρηθεί ότι, χρησιμοποιώντας τον προσδιορισμό «ναζιστική» ως ερμηνευτικό πασπαρτού, η συγγραφέας παρακάμπτει το ζήτημα τής (γερμανικής) εθνικότητας των εμπλεκομένων Konzerne και μεγαλοτραπεζών.

Όλες οι μαζικές αυτές αγοραπωλησίες έπρεπε να έχουν την υπογραφή τού κράτους. Πιο συγκεκριμένα, έπρεπε να εγκριθούν από τον άρτι διορισθέντα δημοσιονομικό επιθεωρητή Μορίς Κουβ ντε Μιρβίλ, ο οποίος, στη συνέχεια, χάρη στους στενούς δεσμούς του με τη συναρχία, επρόκειτο να προαχθεί στη θέση τού διευθυντή τής υπηρεσίας συναλλάγματος και εξωτερικών συναλλαγών (1940-1943). Να σημειωθεί εν παρενθέσει ότι στις 5 Ιουνίου τού 1943, μόλις δύο μήνες μετά την αποχώρησή του από το Βισί, ο ντε Μιρβίλ θα αναλάβει τη θέση τού πρώτου γραμματέα οικονομικών υποθέσεων στην εξόριστη κυβέρνηση τού ντε Γκολ. Οι εν λόγω συναλλαγές χρηματοδοτήθηκαν εξ ολοκλήρου από το γαλλικό Δημόσιο, είτε μέσω τής μεθόδου τού διακανονισμού είτε μέσω των εξόδων κατοχής, ενώ το κόστος τους προσαυξήθηκε λόγω τής πλήρους απαλλαγής από τις συναφείς φορολογικές επιβαρύνσεις που αναγνωρίστηκε στους εμπλεκόμενους ιδιωτικούς ομίλους.

Το γαλλικό χρηματιστικό κεφάλαιο, επιλέγοντας «να αποσυρθεί πλήρως από τη ζώνη επιρροής του στα Βαλκάνια», αποκόμισε πράγματι τεράστιες «υπεραξίες». Η πλέον εξόφθαλμη περίπτωση ήταν ίσως η μεταβίβαση τής «Γαλλικής εταιρείας των ορυχείων τού Μπορ» [Compagnie française des mines de Bor] από τον τραπεζικό όμιλο «Μιραμπό-Σαμπέν» [Mirabaud-Champin] — που ήταν ουσιαστικά η μητρική εταιρεία τής εκχωρηθείσας επιχείρησης — στην Metallgesellschaft, τον παλιό και καλό πελάτη τής γαλλικής εξορυκτικής εταιρείας και μάλιστα από την εποχή τής ίδρυσής της (1904): το συμφωνηθέν τίμημα ήταν το τριακονταπενταπλάσιο τής χρηματιστηριακής της αξίας (μη συμπεριλαμβανομένης τής «εισφοράς επί των πωλήσεων»). Το τεράστιο οικονομικό όφελος από την εγκατάλειψη των γιουγκοσλαβικών ορυχείων χαλκού, που δεν κάλυπταν μόνο τις ανάγκες τής γαλλικής αγοράς, αλλά και σημαντικό μέρος των γαλλικών επανεξαγωγών, αυξήθηκε ακόμη περισσότερο λόγω των φορολογικών ελαφρύνσεων και κυρίως λόγω τής φορολογικής απαλλαγής τής υπεραξίας που είχε προκύψει από την πώληση.

Οι πρακτικές αυτές, που καθιερώθηκαν από τον υπουργό οικονομικών Ιβ Μπουτιγιέ (έναν από τους «46» συνάρχες) και τον βοηθό του Κουβ ντε Μιρβίλ κατόπιν επίμονων πιέσεων των επωφελούµενων γαλλικών ομίλων, αποτέλεσαν τον κανόνα όσον αφορά τόσο τις μεταβιβάσεις, όσο και τις συστάσεις των μεγάλων «μικτών εταιρειών».[26]

Στις 28 Ιουνίου τού 1941 — εποχή παραληρηματικού ενθουσιασμού υπέρ τού Ράιχ, καθώς ήταν διάχυτη η πεποίθηση ότι οι δυνάμεις τού άξονα θα κατήγαγαν συντριπτική νίκη σε βάρος των σοβιετικών — ο Ζακ Μπαρνό, ο ιθύνων νους τού «ευρωπαϊκού» προγράμματος τού γαλλικού χρηματιστικού κεφαλαίου, επιχείρησε να παρουσιάσει την εν λόγω «αναδιανομή» των σφαιρών επιρροής ως τη μόνη ενδεδειγμένη επιλογή. Και αυτό γιατί, σύμφωνα με τον ίδιο, δύο ήταν οι προοπτικές: είτε το Ράιχ θα κέρδιζε τον πόλεμο εξασφαλίζοντας έτσι την μακροπρόθεσμη κυριαρχία του στην ανατολική και κεντρική Ευρώπη, είτε οι προβληματικές επενδύσεις στις χώρες αυτές θα παρέμεναν ζημιογόνες λόγω τής συνεχιζόμενης κρίσης. «Θα μπορούσαμε, χωρίς μεγάλη ζημία, να προβούμε στη μεταβίβαση […] ορισμένων κινητών αξιών και ειδικότερα α) στη μεταβίβαση τού υπολοίπου τού λογαριασμού συμψηφισμού στο Βερολίνο, δεδομένου ότι το πιθανότερο είναι να ακυρωθεί ο λογαριασμός αυτός μετά τη σύναψη συμφωνίας ειρήνης· β) στη μεταβίβαση ορισμένων αλλοδαπών αξιών και πιο συγκεκριμένα τίτλων κρατών τα οποία σήμερα βρίσκονται υπό γερμανική κυριαρχία και που μελλοντικά είτε θα παραμείνουν στη σφαίρα επιρροής τού Ράιχ, είτε θα βρεθούν σε αδυναμία να ανταποκριθούν στις εξωτερικές χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις τους […] και αναφέρομαι κυρίως στη Ρουμανία, τη Γιουγκοσλαβία, την Πολωνία και τη Βουλγαρία».[27]

Συγχρόνως, όμως, με την άτακτη οπισθοχώρηση έναντι τού μεγάλου γερμανού ανταγωνιστή, εμφανιζόταν μια δυναμική τάση προς την κατεύθυνση τής επανένταξης τής Γερμανίας στην κλειστή λέσχη των πετρελαϊκών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, όπου, μετά τον πρώτο μεγάλο πόλεμο, συμμετείχαν ως άνισα μέλη η Αγγλία, οι ΗΠΑ και η Γαλλία.

Ο Λεϊντέ, ο Μπαρνό και η αφρόκρεμα τού γαλλικού πετρελαϊκού ιμπεριαλισμού (όπως, για παράδειγμα, ο Ζιλ Μενί, επίσης ένας από τους «46» τής λίστας Σαβέν) υπόσχονταν — μέχρι και την άνοιξη τού 1942 — στην IG Farben μερίδιο από τα πετρελαϊκά λάφυρα τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά την επικείμενη ήττα των αγγλοσαξόνων. Με άλλα λόγια, υπόσχονταν ξαναμοίρασμα τής πίτας προς όφελος τού Ράιχ στο πλαίσιο τού πετρελαϊκού καρτέλ που, με σκοπό τη διανομή των απρόσμενων κερδών τής «Εταιρείας Πετρελαίου τού Ιράκ», είχε συσταθεί το 1927 με τη συμμετοχή ενός αμερικανικού και δύο αγγλικών τραστ, καθώς και τής νεοσυσταθείσης «Γαλλικής Εταιρείας Πετρελαίων» (που, από την εποχή τής ίδρυσής της το 1924, χρηματοδοτούνταν από τους γάλλους φορολογούμενους) και τού «κυρίου 5%» (Γκουλμπένκιαν) — και πιο συγκεκριμένα την εκχώρηση στο Ράιχ των μεριδίων που κατείχαν οι τρεις πρώτοι από τους συμμετέχοντες στο καρτέλ (23.75% έκαστος). Όπως διαβεβαίωσε ο Λεϊντέ τα μέλη τής πετρελαϊκής αντιπροσωπείας τής IG Farben, με τα οποία συναντήθηκε στο Βερολίνο στις 10 Μαρτίου τού 1942, «ο Μενί», ήδη από την περίοδο «1937-1938», είχε αντιπαλέψει και καταδικάσει «την τυραννία των αγγλοσαξονικών τραστ. [Ο. κ Μενί] είχε πλήρη επίγνωση τού ότι η ευρωπαϊκή ήπειρος έπρεπε να παρουσιάσει ενιαίο μέτωπο έναντι των εν λόγω τραστ. Από τότε είχε αναγνωριστεί ως επιτακτική ανάγκη η προώθηση μιας πολιτικής στενής συνεργασίας ανάμεσα στη Γαλλία και τη Γερμανία». Σκοπός τής επίσκεψης τού Μενί στο Βερολίνο ήταν να διαπραγματευτεί τους όρους μιας συμφωνίας που θα συνήπτε το Ράιχ σε περίπτωση νικηφόρου έκβασης τού πολέμου και την οποία η αντίσταση τού Κόκκινου Στρατού θα καθιστούσε πλέον άνευ αντικειμένου.[28]

Ακόμη πιο ενδεικτική τής στάσης υποταγής τού συναρχικού πυρήνα τού γαλλικού κεφαλαίου απέναντι στους ισχυρούς τής εποχής ήταν η προθυμία με την οποία έσπευσε να παραιτηθεί από τα κεκτημένα του στη Δύση. Ο Μπουαζανζέ, ενεργώντας υπό την ιδιότητά του ως διοικητής τής Τράπεζας τής Γαλλίας (θέση στην οποία διορίστηκε με διάταγμα τού Πετέν στις 31 Αυγούστου τού 1940), καθώς επίσης και ως πρόεδρος τής γαλλικής οικονομικής αντιπροσωπείας στη γερμανική επιτροπή ανακωχής στο Βίσμπαντεν, ενέκρινε μαζί με τον υπουργό των οικονομικών Ιβ Μπουτιγιέ, ο οποίος λογοδοτούσε στην τράπεζα Worms, την παράδοση στη Ράιχσμπανκ των 200 τόνων χρυσού, που, κατά το διάστημα από τον Νοέμβριο τού 1939 έως τον Μάιο τού 1940, είχαν παραδοθεί προς φύλαξη στο θησαυροφυλάκιο τής γαλλικής κεντρικής τράπεζας από την Εθνική Τράπεζα τού Βελγίου. Το βελγικό χρηματιστικό κεφάλαιο, που από καιρό είχε προβλέψει και προετοιμάσει τη γερμανική κατοχή τού Βελγίου, επιθυμούσε, ωστόσο, να αποτρέψει την αρπαγή τής μεγάλης αυτής ποσότητας πολύτιμου μετάλλου (επρόκειτο για τα δεύτερα μεγαλύτερα, μετά τής Γαλλίας, αποθέματα χρυσού στην ηπειρωτική Ευρώπη). Και πράγματι είχε κάθε λόγο να πιστεύει στην επιτυχία τού εγχειρήματος, καθώς, μαζί με τα δικά της αποθέματα χρυσού, η Τράπεζα τής Γαλλίας είχε στο δίμηνο Μαΐου-Ιουνίου 1940 φροντίσει να αποσταλούν «καρφωμένα, σφραγισμένα και δεμένα με τσέρκια»[29] τα 5000 βελγικά κιβώτια στις γαλλικές αποικίες (αρχικά στη Σενεγάλη και κατόπιν στο Σουδάν).

Ο υπερβάλλων ζήλος που επέδειξε το δίδυμο Μπουαζανζέ-Μπουτιγιέ, από την αρχή (Ιούλιο 1940) μέχρι και το τέλος τής υπόθεσης (η παράδοση των τελευταίων τόνων χρυσού έγινε τον Μάιο τού 1942) εξέπληξε ακόμα και τους γερμανούς. Ο Μπουαζανζέ αγνόησε όλες τις προειδοποιήσεις όσον αφορά «το ανεπανόρθωτο πλήγμα […] που θα υφίσταντο [τόσο] το κύρος και η αξιοπιστία τού γαλλικού εκδοτικού ιδρύματος»,[30] όσο και οι μελλοντικές σχέσεις του με τους αγγλόφωνους ιμπεριαλισμούς. Αναγνώρισε εγγράφως, σε δύο περιστάσεις, στις 29 Οκτωβρίου και στις 11 Δεκεμβρίου τού 1940, τη Ράιχσμπανκ ως τη νόμιμο διάδοχο τής Εθνικής Τράπεζας τού Βελγίου, χωρίς να έχει εξασφαλίσει την έγκριση τού διοικητή τής κεντρικής βελγικής τράπεζας Ζορζ Ζανσέν, ο οποίος στο μεταξύ είχε επιστρέψει στο κατεχόμενο Βέλγιο. Αγνόησε επιδεικτικά ακόμα και τις απειλές τού υπευθύνου τού Ιδρύματος με το δικαιολογητικό ότι δεν εκπροσωπούσε παρά την «εξόριστη κυβέρνηση στο Λονδίνο». Στη συνέχεια, προετοίμασε με ζήλο την επιχείρηση μεταφοράς τού βελγικού χρυσού, που πραγματοποιήθηκε υπό τον επίβλεψη τού Κουβ Ντε Μιρβίλ και με αποκλειστική επιβάρυνση τού γαλλικού κράτους. Επρόκειτο για μια πολύπλοκη και επικίνδυνη επιχείρηση, καθώς οι αυτοκινητοπομπές ήταν εκτεθειμένες στους βομβαρδισμούς των συμμάχων (αρχικά των άγγλων και κατόπιν των αγγλοαμερικάνων). Η οδύσσεια τής μεταφοράς τού χρυσού — στην οποία ενεπλάκη το γαλλικό κράτος προς όφελος τού Ράιχ και που περιέλαβε συνολικά 21 αποστολές φορτίων χρυσού — ξεκίνησε στις 3 Νοεμβρίου τού 1940 και ολοκληρώθηκε τον Μάιο τού 1942, προς απόλυτη ικανοποίηση τής Ράιχσμπανκ, που μάλιστα εξέφρασε τις «ειλικρινέστερες ευχαριστίες» της για τις υπηρεσίες που της προσφέρθηκαν. Η Τράπεζα τής Γαλλίας εκμεταλλεύθηκε τη διαδικασία που είχε ακολουθηθεί και για την παράδοση τού ισπανικού χρυσού και η οποία είχε δημιουργήσει «νομικό προηγούμενο». Με διάταγμα που έφερε την υπογραφή τού Πετέν και τού Μπουτιγιέ και το οποίο εκδόθηκε στις 22 Δεκεμβρίου τού 1940, χωρίς να δημοσιευτεί στην επίσημη εφημερίδα τής κυβέρνησης, η Τράπεζα τής Γαλλίας απαλλάχτηκε προκαταβολικά από κάθε ευθύνη αναφορικά με την απόδοση των παρακατατεθειμένων ποσοτήτων, που θα εκχωρούνταν στη Ράιχσμπανκ (οι ευθύνες που θα προέκυπταν θα βάρυναν αποκλειστικά το γαλλικό κράτος).[31]

Οι μεγάλες τράπεζες, πρωτοστατούσης τής Τράπεζας τής Γαλλίας, ήταν ανοιχτές σε κάθε είδους συνεργασία με τον κατακτητή, ξεκινώντας από τη χρηματοδότηση των γερμανικών παραγγελιών, την ανάμιξη στις δραστηριότητες των «μικτών επιχειρήσεων» και φτάνοντας μέχρι και την ενεργό εμπλοκή τους στις διαδικασίες «αριοποίησης». Την εποχή των ψεύτικων προσδοκιών για τη συντριπτική επικράτηση τού Ράιχ και τής μανιώδους ενασχόλησης με τα «ευρωπαϊκά» προγράμματα, οι εν λόγω κύκλοι δεν έκρυβαν το γεγονός ότι μοιράζονταν τις ίδιες φιλοδοξίες με το Ράιχ για τη δημιουργία μιας «ηπειρωτικής» ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, στην οποία θα κυριαρχούσε το μάρκο. Στις 10 Σεπτεμβρίου τού 1941, σε δεξίωση τής γερμανικής πρεσβείας, όπου παρευρέθηκε η συναρχική αφρόκρεμα τού πολιτικού και οικονομικού δοσιλογισμού, o πρόεδρος τής Σοσιετέ Ζενεράλ και τής «οργανωτικής επιτροπής» των τραπεζών Ανρί Αρντάν «εξέφρασε, από κοινού με τον Πισέ [τότε υπουργό Εσωτερικών] και τον Μπισελόν [τον τότε γενικό γραμματέα τού υπουργείου Βιομηχανικής Παραγωγής — δύο από τους «46» συνάρχες τής έκθεσης Σαβέν], την ελπίδα τα γερμανικά σχέδια να είναι τέτοιας εμβέλειας, ώστε να επιφέρουν την κατάργηση των τελωνειακών συνόρων και τη δημιουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος».[32]

Την ίδια περίοδο, σε ομιλία του με αφορμή την επικείμενη έναρξη τής «ευρωπαϊκής επιτροπής αυτοκινήτου», ο φον Σνελ, καταθέτοντας την πίστη του στο «ευρωπαϊκό ιδεώδες», επιχείρησε, κατά τα ειωθότα τής εποχής, να πλασάρει το γερμανικό σχέδιο για την «ενοποίηση τής ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας» υπό τον μανδύα τής αντισοβιετικής σταυροφορίας: «Εδώ και δυόμιση μήνες, ο γερμανικός στρατός διεξάγει αποφασιστικό αγώνα εναντίον τού ρωσικού μπολσεβικισμού, εναντίον ενός αντιπάλου που θα πρέπει να συντριβεί, ούτως ώστε να μπορέσει η Ευρώπη να ζήσει με ειρήνη. Πριν από λίγες μέρες ξεκίνησε μια φοβερή επίθεση που, κατά τη γνώμη μου, μπορεί και θα κρίνει την έκβαση τού αγώνα. Στη γιγαντιαία αυτή πάλη, στρατιώτες από όλες τις χώρες και όλους τους μεγάλους λαούς τής Ευρώπης πολεμούν στο πλευρό τής Βέρμαχτ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι λαοί τής Ευρώπης δείχνουν ότι έχουν επίγνωση τού τι διακυβεύεται σε αυτόν τον αγώνα. Πρόκειται ακριβώς για τον νικηφόρο τερματισμό τού τελευταίου από μια σειρά αδελφοκτόνων ευρωπαϊκών πολέμων. Στην μικρή μας ήπειρο δεν χωρούν διχόνοιες. Εκπροσωπούμενοι από τους στρατιώτες τους, οι ευρωπαϊκοί λαοί, έχοντας πλέον αντιληφθεί ότι από τους εμφύλιους επωφελούνται τρίτοι, συμμετέχουν, στο πλευρό τής Βέρμαχτ, στην τελική φάση τής εκστρατείας που διεξάγεται στα μακρινά ρωσικά εδάφη και ετοιμάζονται να δώσουν τη χαριστική βολή στον αντίπαλο. Ωστόσο, ο κοινός αγώνας δεν πρέπει να σταματήσει με το τέλος τού πολέμου. Αν η μεταπολεμική Ευρώπη διατηρήσει το παλιό της πρόσωπο, αν δηλαδή αναζωπυρωθούν οι αντιπαραθέσεις και οι συγκρούσεις μεταξύ χωρών, λαών και συμφερόντων, τότε το αίμα των νεκρών τού πολέμου θα έχει χυθεί μάταια. Αλλά οι κοινές θυσίες δημιουργούν νέους δεσμούς. Οι λαοί δεν θα μπορέσουν ποτέ να ξεχάσουν τον κοινό αγώνα που διεξήγαγαν. Μια νέα Ευρώπη θα γεννηθεί, μια νέα Ευρώπη που, ακόμη και εν καιρώ ειρήνης, θα αναλάβει τη συλλογική πραγματοποίηση συγκεκριμένων στόχων […]»[33] κ.τ.λ.

… και των προοπτικών τής αμερικανικής ειρήνης

Ωστόσο, ήδη από τον Ιούλιο τού 1941, ο σκληρότερος πυρήνας τού χρηματιστικού κεφαλαίου και ένα τμήμα τού κρατικού μηχανισμού είχαν αντιληφθεί τόσο το γεγονός τής συντριπτικής αποτυχίας τής στρατηγικής τού «κεραυνοβόλου πολέμου», που προσέκρουσε στην άμεση αντίσταση τού «ρώσου στρατιώτη [και] τού τοπικού πληθυσμού», όσο και το ότι η «νέα Ευρώπη» θα ήταν κατά βάση αμερικανική.

Στις 16 Ιουλίου, ο στρατηγός Ντουαγιέν, που πήρε τη θέση τού Ιντσιζέ στην γαλλική αντιπροσωπεία στην Επιτροπή ανακωχής, έβαλε την υπογραφή του στο κείμενο που συνέταξε ο συνεργάτης του Αρμάν Μπεράρ (που μελλοντικά θα υπηρετούσε ως διπλωμάτης στην Ουάσινγκτον και κατόπιν στη Βόνη) και στο οποίο για πρώτη φορά παρουσιαζόταν το θεωρητικό σκεπτικό τής μετάβασης των γαλλικών ελίτ από τη φάση τού «μπλίτσκριγκ» στη φάση τής «παξ αμερικάνα»: «Πριν απ’ όλα, δεν πρέπει να λησμονούμε το γεγονός ότι, τόσο σήμερα όσο και στο μέλλον, οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να παίζουν τον ρόλο τού τελικού επιδιαιτητή και ότι, ως εκ τούτου, είναι επιτακτική ανάγκη να μην απολέσουμε τη συμπάθειά τους. Άλλωστε, η Αμερική ήταν ο μόνος νικητής τού πολέμου τού 1918 και δεν χωρά αμφιβολία ότι θα βγει ακόμα περισσότερο κερδισμένη από τη σημερινή σύγκρουση. Η οικονομική της δύναμη, ο υψηλός πολιτισμός της, ο μεγάλος της πληθυσμός, η αυξανόμενη παγκόσμια επιρροή της, η αποδυνάμωση των ευρωπαϊκών κρατών, που θα μπορούσαν να την ανταγωνιστούν, αποτελούν ισχυρές ενδείξεις για το ότι οι ΗΠΑ θα μπορέσουν κατά πάσα πιθανότητα να επιβάλουν παγκοσμίως τη θέλησή τους κατά τις επόμενες δεκαετίες».[34]

Τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια τής μεγάλης κρίσης, οι αμερικάνοι επέκριναν δριμύτατα και επανειλημμένα την απροθυμία τής Γαλλίας να εκπληρώσει τα πολεμικά της χρέη, ενώ μετά το ξέσπασμα τής κρίσης δεν έπαψαν να διαμαρτύρονται για τις ευρωπαϊκές πολιτικές «αυτάρκειας» και για τον «σαχτισμό», όρο που χρησιμοποιούσαν ως συνώνυμο τού Ράιχ. Η επιθετική πολιτική εμπορικής διείσδυσης που ακολουθούσε η Γερμανία, κυρίως από τα τέλη τού 1934, στις αγορές τής νοτιανατολικής Ευρώπης, αλλά προπάντων στις αγορές τής νοτίου Αμερικής, είχαν ως (προσωρινό) αποτέλεσμα την ψύχρανση των σχέσεων της με τον παραδοσιακό εταίρο και ανταγωνιστή της, όπως είχε συμβεί και κατά την περίοδο πριν και μετά από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.[35] Οι αμερικάνοι προετοίμαζαν μεθοδικά, ήδη από το 1942 και πιο ενεργά μετά τη μάχη τού Στάλινγκραντ, η οποία επέσπευσε την προδιαγεγραμμένη γερμανική ήττα, το μέλλον μιας Ευρώπης υπό την κυριαρχία τού κατεχόμενου Ράιχ. Μια σαρωτική νίκη θα τους έδινε τη δυνατότητα να διαμορφώσουν κατά το δοκούν το πρόσωπο τής Γηραιάς Ηπείρου, αποκτώντας έτσι μεγαλύτερα περιθώρια για την αναγκαστική υλοποίηση, τόσο στις μητροπόλεις όσο και στις αποικίες των εξασθενημένων ευρωπαϊκών χωρών, τού προγράμματος των «14 σημείων τού Ουίλσον», η εφαρμογή τού οποίου, μετά το 1918, είχε υπονομευτεί λόγω τής αντίστασης των ανταγωνιστικών ιμπεριαλισμών.

Το χρηματιστικό κεφάλαιο και οι εντεταλμένοι του — υπουργοί και ανώτατοι υπάλληλοι που υπηρετούσαν το καθεστώς τού Βισί, όπως για παράδειγμα, ο Πολ Μποντουέν, ο Λεμέγκρ-Ντιμπρέιγ, ο Φλαντέν, ο Λεϊντέ, ή ακόμη άτομα που είχαν εξαρχής ταχθεί στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ΗΠΑ, όπως ήταν ο Ζαν Μονέ, «[ο άνθρωπος τής] εμπιστοσύνης τού Σίτι και τής Ουόλ Στριτ, [ … που από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο], υπηρέτησε πιστά τα συμφέροντα και την πολιτική τού ομίλου Λαζάρ»[36] — υιοθέτησαν τον νέο αυτό προσανατολισμό, τόσο ατομικά όσο και για λογαριασμό τής κοινωνικής τους τάξης. Η διαδικασία τής σταδιακής μεταστροφής τους, που έλαβε χώρα κατά την περίοδο από το δεύτερο εξάμηνο τού 1941 έως το καλοκαίρι τού 1944, χαρακτηρίστηκε από σημαντικές χρονικές υστερήσεις και χάσματα μεταξύ τής σύναψης προσωπικών επαφών και τής εξωτερίκευσης τού νέου ιδεολογικού τους προσανατολισμού. Το χαρακτηριστικότερο από τα πολλά παραδείγματα είναι η περίπτωση τού Λεϊντέ, φανατικού θιασώτη τής γερμανικής Ευρώπης, ο οποίος άρχισε να προετοιμάζει το ευρωαμερικανικό του μέλλον το 1943 — πολύ νωρίτερα από τον ομόλογό του Ζαν-Πιέρ Πεζό — γλυκοκοιτάζοντας την Ford France, που εξακολουθούσε τότε να υπηρετεί τις ανάγκες τής γερμανικής πολεμικής οικονομίας με τον ίδιο ζήλο όπως και τα εργοστάσια τής Φορντ στην Κολωνία και στο Άμστερνταμ. Ο Λεϊντέ επέκρινε μάλιστα τον συνάδελφό του Πεζό για τη δουλοπρέπεια που έδειχνε, μέχρι και την άνοιξη τού 1944, απέναντι στις Patenfirmen και τους γερμανούς διευθυντές τους. Οι εν λόγω «εταιρείες-χορηγοί» (όπως, για παράδειγμα, η Volkswagen για την Peugeot) είχαν δημιουργηθεί την άνοιξη τού 1943, την εποχή δηλαδή που καταγράφονταν συντριπτικές στρατιωτικές αποτυχίες, με σκοπό την ενίσχυση τού γερμανικού ελέγχου στην αυτοκινητοπαραγωγή και τη μείωση τού αριθμού των παραγόμενων μοντέλων.

Το φθινόπωρο τού 1944, από το κελί τής φυλακής όπου κρατείτο από τον προηγούμενο Αύγουστο, ο Λεϊντέ, δριμύς επικριτής στο παρελθόν (1940-1942) των ιμπεριαλιστικών βλέψεων τής πετρελαϊκής και αυτοκινητιστικής βιομηχανίας των ΗΠΑ, εμφανίστηκε ξαφνικά ως εκπρόσωπος των «αμερικανικών αρχών». Όπως φαίνεται, είχε «επιφορτιστεί με την κατάρτιση ενός σχεδίου για την αναπροσαρμογή και μετάβαση τής γερμανικής βιομηχανίας από την πολεμική στην ειρηνική περίοδο, από το οποίο οι Σύμμαχοι θα αντλούσαν έμπνευση και ιδέες μετά τη σύναψη τής ειρήνης». Η αυτοκινητοβιομηχανία Φορντ, που ήταν παραδοσιακός σύμμαχος τού Ράιχ και τής οποίας ο επικεφαλής και ιδρυτής Χένρι Φορντ, εκδότης τού «The International Jew» (1920) και μέντορας τού ναζιστικού αντισημιτισμού, είχε από νωρίς υποστηρίξει την άνοδο τού Χίτλερ στην εξουσία,[37] ανταπέδωσε την «εκτίμηση» τού Λεϊντέ, διορίζοντάς τον το καλοκαίρι τού 1949 πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο τής Ford France, θέση που μέχρι τότε κατείχε ο Μορίς Ντολφίς, ο οποίος, ας σημειωθεί εδώ, είχε προασπίσει με αφοσίωση τα κοινά συμφέροντα τής Φορντ και τού Ράιχ κατά το διάστημα τής Κατοχής.[38]

Κατά τους μήνες που ακολούθησαν τη νίκη τού Στάλινγκραντ, όπως ήταν λογικά αναμενόμενο, η Τράπεζα τής Γαλλίας βρέθηκε στην εμπροσθοφυλακή τού εν λόγω ρεύματος, όπως άλλωστε είχε κάνει και το 1940 έναντι τού Ράιχ, προσαρμόζοντας, εκ νέου, τους στόχους της στη νέα αυτή ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων. Στις 15 Απριλίου τού 1943, ο Μπουαζανζέ πληροφόρησε το γενικό συμβούλιο τής κεντρικής τράπεζας «για το ακριβές περιεχόμενο των σχεδίων που καταρτίζονταν στην Αγγλία και τις ΗΠΑ σε σχέση με το παγκόσμιο νομισματικό καθεστώς που οι δύο αυτές χώρες επιδίωκαν να εγκαθιδρύσουν κατά το τέλος τού πολέμου».[39] Λαμβάνοντας ήδη από τον Μάιο τού 1943 τακτική ενημέρωση από τον Ομπουάν για το σχέδιο τής «αμερικανικής Ευρώπης» και τις αγγλοαμερικανικές αντιπαραθέσεις, από τις οποίες κερδισμένες θα έβγαιναν οι ΗΠΑ,[40] ο διοικητής τής γαλλικής κεντρικής τράπεζας «εξέθεσε» στις 15 Ιουλίου «τις βασικές προβλέψεις τού [αγγλικού] Σχεδίου Κέινς και τού [αμερικανικού] σχεδίου Ουάιτ». Η εν λόγω «έκθεση», στο ίδιο ψύχραιμο ύφος με εκείνη που είχε παρουσιάσει ο Ομπουάν τον Ιανουάριο τού 1939 όσον αφορά τα τότε γερμανικά σχέδια, ήταν ουσιαστικά περισσότερο επιφυλακτική σε σύγκριση με την προγενέστερη έκθεση λόγω ακριβώς τού εύρους των επικείμενων εμπορικών και χρηματοπιστωτικών ανακατατάξεων. Ο νικητής τού πολέμου «θα υποχρέωνε τα συμμετέχοντα κράτη να εγκαταλείψουν μέρος τής κυριαρχίας τους [… μέσω] τού καθορισμού των συναλλαγματικών ισοτιμιών βάσει των συμμετοχών κάθε χώρας», καθώς επίσης και μέσω «ποικίλων παρεμβάσεων […] στη νομισματική πολιτική κάθε κράτους μέλους […] Το διευθύνον όργανο» τού νέου θεσμικού οικοδομήματος «θα αποτελείτο από εκπροσώπους ξένων χωρών, με συνέπεια κάθε κράτος να υποχρεούται να συμμορφώνεται με ξένες εντολές και οδηγίες. […] Το σχέδιο Ουάιτ [… είχε] ως κύριο σκοπό την κινητοποίηση των πόρων τής αμερικανικής αγοράς προς όφελος των εξαθλιωμένων χωρών, προκειμένου κατ’ αυτόν τον τρόπο να εξασφαλιστούν εμπορικές διέξοδοι για τα προϊόντα τής βιομηχανίας των ΗΠΑ κατά την µεταπολεµική περίοδο». Οι συντάκτες τού σχεδίου απέβλεπαν «στην κατάργηση των διμερών συμφωνιών διακανονισμού» και, ως εκ τούτου, στον στραγγαλισμό τού ενδοευρωπαϊκού εμπορίου. Επομένως, η Τράπεζα τής Γαλλίας γνώριζε με ακρίβεια τις αμερικανικές αποφάσεις τουλάχιστον ένα έτος πριν από την επίσημη ανακοίνωσή τους κατά τη διάσκεψη τού Μπρέτον Γουντς, που, ως γνωστόν, πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο τού 1944. Η νηφάλια παρουσίαση των σχετικών προκλήσεων στα αρχειακά έγγραφα τής περιόδου από την άνοιξη τού 1943 έως την άνοιξη τού 1944 αποτελεί απόδειξη τού ότι οι γάλλοι ιθύνοντες (όπως άλλωστε και οι σκανδιναβοί ομόλογοί τους[41]) δεν βιάζονταν καθόλου να δουν την εθνική τους οικονομία να παραδίδεται έρμαιο στον αμερικανικό ανταγωνισμό.[42]

Κατά την απελευθέρωση ο Μπουαζανζέ, ο οποίος, το 1943, είχε καταβάλει απεγνωσμένες προσπάθειες για να αποκρύψει τις προσωπικές ευθύνες του όσον αφορά την έγκριση παράδοσης τού βελγικού χρυσού στη Ράιχσμπανκ, υποχρεώθηκε απλώς να εκχωρήσει τη θέση του στον Εμανιέλ Μονίκ (ο οποίος, μάλιστα, επρόκειτο να αναλάβει αργότερα, στα τέλη τού 1949, την προεδρία τού διοικητικού συμβουλίου τής Paribas).[43] Το κεντρικό πιστωτικό ίδρυμα έμεινε αλώβητο, όπως άλλωστε συνέβη και με το σύνολο σχεδόν των γαλλικών χρηματοπιστωτικών ομίλων και των διευθυντικών στελεχών τους. Τον Οκτώβριο τού 1944, υποχρεώθηκε βεβαίως να συνεισφέρει, από τα αποθέματά του σε χρυσό, στην αποζημίωση για τις απώλειες που υπέστη η βελγική κεντρική τράπεζα από την παράδοση τής ποσότητας των 200 τόνων χρυσού, πράγμα που θα πρέπει να εκληφθεί ως ισχυρή ένδειξη για την υιοθέτηση εκ μέρους των γαλλικών ελίτ των συμμαχικών «ηθών». Σύμφωνα όμως με τις προβλέψεις τής νομοθεσίας τού καθεστώτος τού Βισί, οι γάλλοι φορολογούμενοι επωμίστηκαν ολόκληρο το βάρος τής αποζημίωσης, καθώς δόθηκε στην Τράπεζα τής Γαλλίας κρατικό ομόλογο ύψους 10 δισ. φράγκων έναντι εξόφλησης τής «οφειλής» τού γαλλικού κράτους προς αυτή. Τη σχετική απόφαση έλαβε στις 11 Αυγούστου τού 1945 — μετά από ένα χρόνο επίμονων οχλήσεων τού Μονίκ προς το αρμόδιο υπουργείο Οικονομικών — ο τότε υπουργός Ρενέ Πλεβέν (ανδρείκελο τής Ουάσινγκτον και τού Μονέ, ο οποίος το 1939 είχε μεριμνήσει για τον διορισμό τού Πλεβέν σε μια αμερικανική θυγατρική τής τράπεζας Λαζάρ).[44] Άλλωστε, «οι χρηματοοικονομικοί κύκλοι» είχαν ήδη εκφράσει την προτίμησή τους στο πρόσωπό του, λόγω «των συμβατικότερων μεθόδων» που προτίθετο να χρησιμοποιήσει, έναντι τού Μεντές Φρανς (τον οποίο η Τράπεζα τής Γαλλίας αντιμετώπιζε ως μαύρο πρόβατο, επειδή ακριβώς είχε αρνηθεί να της δώσει συγχωροχάρτι για τις καταχρηστικές ενέργειες στις οποίες αυτή προέβη το 1940).[45]

Όπως ήταν επίσης αναμενόμενο, το πρόγραμμα τής «παξ αμερικάνα», που, όπως θα δούμε, είχε μια ισχυρή «ευρωπαϊκή» διάσταση, τέθηκε σε εφαρμογή, πριν από τη εγκαθίδρυση τής (στενά νοούμενης) «ειρήνης», με τις αποφάσεις τής διάσκεψης τού Μπρέτον Γουντς, όπου τελικά επικράτησε το σχέδιο Ουάιτ, καθώς επίσης και με τις ρήτρες των συμφωνιών «εκμισθώσεως και δανεισμού» (Lend Lease)¸ που ήταν λίγο-πολύ συνώνυμες με την κατάργηση των τελωνειακών προστατευτικών μέτρων, τα οποία, μετά την κρίση, είχαν υιοθετηθεί κατά κόρον από όλες τις χώρες τής ευρωπαϊκής ηπείρου. Ας σημειωθεί εδώ ότι η Αγγλία είχε ήδη από το 1941 αποδεχτεί σε μεγάλο βαθμό τις απαιτήσεις των ΗΠΑ, πράγμα που επιτάχυνε την παρακμή της σύμφωνα με τα πορίσματα τής αγγλόφωνης ιστοριογραφίας (που συγκεφαλαιώνονται σε ένα συναφές γαλλικό σύγγραμμα και τα οποία καταρρίπτουν τον διαδεδομένο στη χώρα μας μύθο όσον αφορά την αμερικανική διάσωση τής πάλαι ποτέ ισχυρής βρετανικής αυτοκρατορίας).[46]

Τον Φεβρουάριο τού 1945 ήρθε η σειρά τής Γαλλίας τού ντε Γκολ. Ο φανατικά αντι-γκολικός Ζαν Μονέ εστάλη στην Ουάσινγκτον να διαπραγματευτεί τη λήψη δανείων, εγκαινιάζοντας έτσι την εποχή των «θαυμάτων» τής αμερικανικής «απελευθέρωσης τού [διεθνούς] εμπορίου». Με το πέρασμα των ετών θα πλήθαιναν και οι παρεμβάσεις, εκ μέρους αναρίθμητων δημοσίων προσώπων φίλα προσκείμενων στις ΗΠΑ, με στόχο την κατάκτηση τού γαλλικού κοινού ή την αναζωογόνηση τού φθίνοντα φιλοαμερικανισμού των «πολιτικών» μας.


[1] Γενικό Συμβούλιο, 14 και 21 Ιανουαρίου 1943, ABDF [Αρχεία Τράπεζας ΓαλλίαςIndustriels et banquiers français sous l’Occupation, Paris, Armand Colin, 2013 (σελ. 541-543· για το εργατικό εισόδημα, κεφ. 10).
[2] Wiesbaden, τόμος 2, σελ. 523-525 και 529-534· Lacroix-Riz, « Les élites économiques françaises et la collaboration économique: la banque, l’industrie, Vichy et le Reich », Revue d’Histoire de la Shoah, αρ. 159, 1997, σελ. 8-123 (κυρίως, σελ. 60-71).
[3] Συμφωνίες για την Francolor, F37, 28, και επιστολή Kramer, Παρίσι, 21 Μαρτίου 1942, AJ40, 817, AN.
[4] Industriels, κεφ. 5 (βλ. και κατωτέρω).
[5] Επιστολή 1074 τού Lafond στον Barnaud, Παρίσι, 12 Ιουνίου 1941, F37, 34, AN, και Industriels, σελ. 221.
[6] Patrick Fridenson, « Première rencontre entre Louis Renault et Hitler », Renault-Histoire, Ιούνιος 1999, σελ. 13 (8-18).
[7] Με διάταγμα (που έφερε τον ψευδεπίγραφο τίτλο «νόμος)· βλ. Industriels, σποράδην (και κυρίως σελ. 104-115). [Σημ Μετ. Να σημειωθεί ότι στην κατοχή δεν υπήρχε βιομηχανία επιβατικών αυτοκινήτων στη Γαλλία (με την εξαίρεση τής παραγωγής ελάχιστων πολυτελών μοντέλων).]
[8] « Suite au projet de conventions franco-allemandes et franco-italiennes », [Σε συνέχεια των σχεδίων των γαλλογερμανικών και γαλλοϊταλικών συμβάσεων] 15 Ιανουαρίου 1941, W3, 234, και έκθεση τού επιθεωρητή Vilatte (Υπ. Βιομηχανικής Παραγωγής) για τις δραστηριότητες τού Lehideux, 19 Ιουλίου 1945, W3, 217, AN. Λεπτομερέστερα, βλ. Industriels, σελ. 231-234.
[9] Ομιλίες των δύο αξιωματούχων, 7 Μαρτίου 1941, F37, 28, AN. Λεπτομερέστερα, βλ. Industriels, σελ. 236-244.
[10] Λεπτομερέστερα, βλ. Industriels, σελ. 231-234.
[11] «Note hebdomadaire sur les affaires importantes» [Εβδομαδιαίο σημείωμα για τα ζητήματα μείζονος σημασίας], 17 Μαρτίου 1942, AJ38, 566, AN.
[12] Peter Hayes, Industry and ideology. IG Farben in the Nazi era, Cambridge, Cambridge UP, 1987, σελ. 289.
[13] Αναφορά στο υπόμνημα SECEM, F1 a, 9595, «Ugine», AN.
[14] Ενημέρωση προς τους στρατηγούς Milch και von Loeb, Βερολίνο, 18-19 Μαΐου 1942, [έγγραφα που ανευρέθησαν στο] « μπαούλο τού Πετέν», W3, 217, AN· Industriels, σελ. 150-151.
[15] Σημείωμα COA για την «Ευρωπαϊκή Επιτροπή αυτοκινήτου», Απρίλιος 1941, W3, 234, AN.
[16] Το γερμανικό πρωτότυπο τής ομιλίας στην COA, με σαφέστερη διατύπωση από αυτή τής μετάφρασης, W3,23 1, AN.
[17] Industriels, σελ. 447-454 (σύμφωνα με τα αρχεία Lehideux-COA).
[18] Ανακριτική εξέταση των Champomier και Pessereau (ΓΔ και διευθυντή γενικών υπηρεσιών τής COA, αντίστοιχα), 14 και 20 Νοεμβρίου 1944, έκθεση Caujolle, 27 Φεβρουαρίου 1945, W3,220, AN.
[19] Για τα εν λόγω καρτέλ τής διετίας 1940-1942, βλ. Industriels, σελ. 227-231 (και κυρίως σελ 228).
[20] Συμπέρασμα και πρώτο μέρος τού σημειώματος για τον Hilpert, F12, 9576, AN.
[21] Βλ. την ενότητα με τίτλο « La banque Worms, DAVUM et les alliances sidérurgiques », Industriels, σελ. 438-441.
[22] Γενικές πληροφορίες 19-31, I/1941 (για τα μέλη τού Εθνικού Συμβουλίου), F1a, 3308, AN.
[23] Τηλ. (χωρίς αριθμό) τού γερμανικού προξενείου, Γενεύη, 4 Σεπτεμβρίου 1940 (με επιβαρυντικά στοιχεία), τηλ. 249 τού Krugg von Nidda, Βισί, 5 Φεβρουαρίου 1942, και τηλ. 55 τού Struve, Παρίσι, 9 Ιανουαρίου 1942, W3, 351, 350, 353 («αρχεία Βερολίνου» 347-358), AN. Για τον μεσοπόλεμο, Lacroix-Riz, Le Choix de la défaite: les élites françaises dans les années 1930, Paris, Armand Colin, 2010, ευρετήριο ονομάτων.
[24] Γενικός απολογισμός και πίνακας [πωληθείσες συμμετοχές], Industriels, σελ. 288-289.
[25] Agnès D’Angio, « Schneider et Cie face aux risques géopolitiques en Europe centrale et orientale (1918-1939) », Cahiers IRICE, 2010/2, αρ. 6, σελ. 35-59.
[26] Για λεπτομερέστερη ανάλυση, βλ. Industriels, σελ. 253-267, το παράθεμα [«να αποσυρθεί πλήρως …»] από το σχετικό σημείωμα για την Εταιρεία των ορυχείων τού Μπορ, 2 Οκτωβρίου 1940, αυτόθι σελ. 255.
[27] Σημείωμα τού Barnaud με θέμα «τον διακανονισμό των εξόδων κατοχής», 28 Ιουνίου 1941, Βισμπάντεν, τόμ. 4, σελ. 594-595 (λογοκριμένο), και W3, 219 (πλήρες κείμενο), AN (η έμφαση δική μου). Για τον συνάρχη Αρντάν, Choix, Industriels, ευρετήριο ονομάτων.
[28] Πρακτικά τής συνάντησης, 10 Μαρτίου 1942, F37, 34, AN, και Industriels, σελ. 41, 389-394.
[29] Δήλωση Janssen όσον αφορά την «εθελοντική κατάθεση» [προς φύλαξη], Βρυξέλλες, 22 Φεβρουαρίου 1940, 1397 199402/13, ABDF.
[30] Το πρώτο από μια σερά σημειώματα τού Jean Bolgert «για τον κυβερνήτη [τής κεντρικής τράπεζας]», 30 Νοεμβρίου 1940, 1397 199402/13, ABDF.
[31] Lacroix-Riz, Industriels, σελ. 248-253.
[32] Έκθεση Gestner, φάκελος των 15 γάλλων κατηγορουμένων, το παράθεμα από την υπόθεση «Εισαγγελική Αρχή [Ministère public] κατά Αρντάν», 7 Ιανουαρίου 1948, F 12, 9569, AN.
[33] Γερμανικό πρωτότυπο και μετάφραση (στα γαλλικά), 16 Οκτωβρίου 1941, W3, 231, AN.
[34] Παράρτημα τής έκθεσης 556 που υπέβαλε ο Doyen στον Koeltz, Βισμπάντεν, 16 Ιουλίου 1941, W3, 210, AN. Για τον Μπεράρ, Lacroix-Riz, Industriels και Le Vatican, l’Europe et le Reich de la Première Guerre mondiale à la Guerre froide (1914-1955), Paris, Armand Colin, 2010 (ευρετήριο ονομάτων).
[35] Harold James, The German Slump. Politics and Economics, 1924-1936, Oxford, Clarendon Press, 1986, σελ. 388-413.
[36] «Εδώ και πάνω από πενήντα χρόνια», RGPP, φάκελος Monnet (άνευ ημερομηνίας), 1967, GA, B 12, «Τράπεζα Lazard», APP· για τον «αμερικανό» Μονέ, βλ. κατωτέρω.
[37] Charles Higham, Trading with the Enemy, an exposé of the Nazi-American Money Plot, 1933-1949, κεφ. 9, «The car connection».
[38] RGPP, 9 Οκτωβρίου 1944, GA, L 10, «Φ. Λεϊντέ», και 18 Φεβρουαρίου 1950, GA, F 5, «Φορντ Φρανς», APP · βλ. επίσης Industriels, ευρετήριο ονομάτων και, για τη γενική εξέλιξη των εν λόγω κύκλων, το κεφ. 9.
[39] CGBF, 15 Απριλίου 1943, ABDF.
[40] Επιστολή Auboin στον Bolgert, Βασιλεία, 19 Μαΐου 1943, BDF, BRI, 1069 199211/40, ABDF.
[41] Lacroix-Riz, « La Scandinavie et l’Europe d’après-guerre: projets et prises de positions de la guerre à 1947 », στο Plans des temps de guerre pour l’Europe d’après-guerre 1940-1947 (υπό την επιμέλεια τού Michel Dumoulin), Bruxelles, Bruylant, 1995.
[42] CGBF, 17 Ιουνίου, 15 Ιουλίου, 26 Αυγούστου, 28 Οκτωβρίου 1943· 4 Μαΐου 1944, ABDF.
[43] RGPP, φάκελος Monick, GA, R 7, «Πολ Ρεϊνό» , APP.
[44] Frédéric Charpier, La CIA en France: 60 ans d’ingérence dans les affaires françaises, Paris, Seuil, 2008, ευρετήριο.
[45] Παράθεμα από το σημείωμα RGSN XP 58/D.B. 3, 3 Φεβρουαρίου 1945, F7,15299, AN· και Lacroix-Riz, Industriels, σελ. 251 (υποσημείωση 54) & L’histoire contemporaine, σελ. 173-176.
[46] Για τη θέση τού Bossuat, βλ. L’Europe occidentale à l’heure américaine. Le Plan Marshall et l’unité européenne 1945-1952, Bruxelles, Complexe, 1992· για την αντίθετη άποψη, βλ. βιβλιογραφία κατωτέρω και Richard Farnetti, L’économie britannique de 1873 à nos jours, Paris, Armand Colin, 1993.


[i] Iβ Μπρεάρ ντε Μπουαζανζέ.
[ii] Ροζέ Ομπουάν.
[iii] Πρόεδρος των επιχειρήσεων Κουλμάν.
[iv] Κεντρικά όργανα οικονομικού συντονισμού-σχεδιασμού και ελέγχου των μισθών (1934).
[v] Société d’électrochimie, d’électrométallurgie et des aciéries électriques d’Ugine: Εταιρεία ηλεκτροχημείας, ηλεκτρομεταλλουργίας και ηλεκτροχαλυβουργίας.
[vi] Hauts-Fourneaux de Pont-à-Mousson.
[vii] Προσαρμοσμένα στον πληθωρισμό.
[viii] Union Européenne Industrielle et Financière.

 
1 σχόλιο

Posted by στο 23/01/2015 in Uncategorized

 

Ετικέτες:

1945-1949 — A.Lacroix-Riz

καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν … καὶ εἰσάξω σε εἰς γῆν ρέουσαν γάλα καὶ μέλι (Μπιντό-Κλέιτον)

καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν … καὶ εἰσάξω σε εἰς γῆν ρέουσαν γάλα καὶ μέλι (Μπιντό-Κλέιτον)

Προς την Ευρωπαϊκή Ένωση — A. Lacroix-Riz, Aux origines du carcan européen (1900-1960) (Κεφ. 5, σελ.111-131) [pdf κεφ.5-6]

Σε συνδυασμό με τους νομισματικούς σχεδιασμούς που εκτέθηκαν ανωτέρω, τα αμερικανικά σχέδια για τη νέα Γερμανία, τα οποία επρόκειτο να αποτελέσουν τον πυρήνα τού μελλοντικού ευρωπαϊκού οικοδομήματος, έθεταν σοβαρά προβλήματα για τον γαλλικό ιμπεριαλισμό. Το υπουργείο εξωτερικών των ΗΠΑ είχε ήδη από το 1942 διαμορφώσει την «αρχή τής πρώτης [ή προνομιακής] απαίτησης» (first charge principle). Η υποτιθέμενη αυτή «νομική» και «τεχνική» έννοια αποσκοπούσε στο να εξαλείψει εν τη γενέσει τους τις αξιώσεις «επανορθώσεων», που αντιμετωπίζονταν με την ίδια εχθρότητα, όπως και οι «πολεμικές επανορθώσεις» τόσο κατά τη διάρκεια τού πρώτου μεγάλου πολέμου (όταν οι εν λόγω αξιώσεις κρίνονταν απαράδεκτες από άποψη αρχής) όσο και κατά την προηγούμενη μεταπολεμική περίοδο (όταν απαράδεκτος θεωρούνταν ο τρόπος εκτέλεσής τους). Η εν λόγω «αρχή» προέβλεπε ότι η εξισορρόπηση τού γερμανικού εμπορικού ισοζυγίου — ζήτημα που βεβαίως αφέθηκε στην καλοπροαίρετη φροντίδα των ΗΠΑ — αποτελούσε προτεραιότητα έναντι τής καταβολής επανορθώσεων. Δεδομένου ότι τα αμερικανικά σχέδια συνίσταντο στην αντικατάσταση των ενδοευρωπαϊκών εμπορικών συναλλαγών από το ευρωαμερικανικό εμπόριο, στη διατήρηση των αμερικανικών τελωνειακών προστατευτικών μέτρων, καθώς επίσης και στον περιορισμό τής γερμανικής παραγωγής, η εξισορρόπηση τού εμπορικού ισοζυγίου τής Γερμανίας θα ήταν πρακτικά αδύνατη για μεγάλο διάστημα, πράγμα που συνεπαγόταν ότι ουδέποτε επρόκειτο να καταβληθούν επανορθώσεις. Η ταχυδακτυλουργική αυτή απάτη, την οποία ξεσκέπασε ο Μπρους Κάκλικ το 1972,[1] αποτελούσε προάγγελο τής «ανασυγκρότησης, κατά προτεραιότητα», των δυτικών ζωνών τού Ράιχ — τής ανασυγκρότησης, με άλλα λόγια, μιας πολεμικής μηχανής που έθετε στο στόχαστρό της όχι μόνο την ΕΣΣΔ, που έχοντας υποστεί τις μεγαλύτερες καταστροφές υπέφερε περισσότερο από ό,τι οι υπόλοιπες χώρες, αλλά, όπως συνέβη και μετά το 1918, ολόκληρη την κατεχόμενη Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης και τής αμερικανικής σφαίρας επιρροής (στην οποία, άλλωστε, ανήκε και η Γαλλία).[2] Η επαναφορά τής φόρμουλας τής προηγούμενης μεταπολεμικής περιόδου προκάλεσε πολύ λιγότερες αντιδράσεις εκ μέρους των γαλλικών «χρηματοοικονομικών κύκλων», που στο μεταξύ είχαν αναγάγει σε τέχνη την πολιτική οσφυοκαμψία.

Η γαλλοαμερικανική προπαρασκευαστική φάση: Μάιος 1945-1949 (κεφ.5)

Μετά τον Μάιο τού 1945 οι όροι για τη δημιουργία μιας «ενσωματωμένης» δυτικής Ευρώπης καθορίστηκαν από τις ΗΠΑ, οι οποίες επιθυμούσαν τη σύσταση μιας «τελωνειακής ένωσης» και μιας γιγαντιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, που εξαρχής θα στερούνταν κάθε εμπορικής και χρηµατοοικονοµικής προστασίας έναντι τού ανταγωνισμού τους. Το Ράιχ (ή έστω προσωρινά το δυτικό τού τμήμα) — ο παλιός τους προνομιακός εταίρος, κύριο κέντρο υποδοχής αμερικανικών κεφαλαίων από τη δεκαετία τού ’20 και μετά, και πεδίο δραστηριοποίησης πλήθους αμερικανικών θυγατρικών, οι οποίες είχαν θησαυρίσει από τη γερμανική πολεμική οικονομία — επρόκειτο να αποτελέσει την ατμομηχανή τής εν λόγω αγοράς.

Ο Μπιντό μεταξύ ενδοιασμών και συνθηκολόγησης

Οι «γερμανικές» πτυχές τής αμερικανικής στρατηγικής προκαλούσαν την ίδια απέχθεια με τις γενικότερες απαιτήσεις τους για την απελευθέρωση των κεφαλαίων και των εμπορευματικών συναλλαγών. Η κυβέρνηση τού Παρισιού γνώριζε ήδη από το 1945 ότι ήταν μηδενικές οι προοπτικές επιτυχίας των επίσημων σχεδίων της όσον αφορά τη Γερμανία (επανορθώσεις, διεθνοποίηση τής λεκάνης τού Ρουρ, αποστρατικοποίηση κ.ο.κ.). Έχοντας ξεγράψει κάθε πιθανότητα καταβολής επανορθώσεων, το Παρίσι υποχρεώθηκε να αρκεστεί στην προσπάθεια εξασφάλισης τακτικού εφοδιασμού σε άφθονο γερμανικό άνθρακα αρχικά από τους αγγλοαμερικάνους και έπειτα από τους αμερικάνους, οι οποίοι είχαν σημαντικό λόγο στο ζήτημα τού άνθρακα, πριν ακόμα θέσουν υπό τον άμεσο έλεγχό τους την κοιλάδα τού Ρουρ (που τότε βρισκόταν στην αγγλική ζώνη κατοχής). Τον Ιούνιο τού 1945 το γκωλικό κράτος ενημερώθηκε επισήμως ότι ο εξαιρετικής ποιότητας γερμανικός οπτάνθρακας θα πληρωνόταν εξ ολοκλήρου σε δολάρια. Αλλά, εκτός τού ότι απείχε παρασάγγας σε ποιότητα από τον αμερικανικό άνθρακα, ο γερμανικός άνθρακας ήταν επιπλέον δύο φορές φθηνότερος: στις αρχές τού 1946, η τιμή του ανερχόταν στα 11 δολάρια τον τόνο, έναντι 20 δολαρίων για τον αμερικανικό άνθρακα, ποσό που υπερδιπλασιαζόταν με τον συνυπολογισμό των ναύλων μεταφοράς από τις ΗΠΑ. Η συμβιβαστική λύση που προωθούσε η γαλλική πλευρά και η οποία συνίστατο απλώς στην εξασφάλιση τής δυνατότητας αγοράς ποιοτικού γερμανικού άνθρακα ήταν ωστόσο εξίσου χιμαιρική με την προσδοκία καταβολής «επανορθώσεων». Στην πραγματικότητα, οι ΗΠΑ επιθυμούσαν να διοχετεύσουν τα τεράστια δομικά πλεονάσματα τής εθνικής τους παραγωγής άνθρακα στην Ευρώπη, να αποκαταστήσουν το status quo όσον αφορά τον εξορυκτικό κλάδο με την επίσημη επιστροφή τής λεκάνης τού Ρουρ στους προηγούμενους ιδιοκτήτες της, οι οποίοι, ας σημειωθεί, συνέθεταν μια εντυπωσιακή συλλογή από μεγάλους εγκληματίες πολέμου (— διαδικασία που, τόσο από διεθνούς άποψης όσο και από την άποψη τής εσωτερικής κατάστασης τής Γερμανίας, απαιτούσε κάποιο χρόνο για να υλοποιηθεί) και, τέλος, να αποσπάσουν νέα προνόμια από τους ηττημένους εταίρους τους (στόχος για τον οποίο επίσης απαιτείτο κάποιο χρονικό περιθώριο). Ήταν προφανές ότι τα μεγαλεπήβολα αυτά σχέδια επρόκειτο αφενός να καθυστερήσουν σημαντικά την επανέναρξη τής πλήρους εκμετάλλευσης των γερμανικών ορυχείων και αφετέρου να παρεμποδίσουν τις κατ’ αυτόν τον τρόπο μειωμένες εξαγωγές προς τους παραδοσιακούς εμπορικούς εταίρους τού Ράιχ.[3]

Μετά τις συμφωνίες τού Μπρέτον Γουντς, οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν κυρίως στο γενικός μέρος τού αμερικανικού προγράμματος, την απελευθέρωση τού εμπορίου. Αυτός ο στόχος, που είχε εξαγγελθεί κατά τη διάσκεψη τού Ιουλίου τού 1944, υιοθετήθηκε επίσημα πρώτα από την Αγγλία και στη συνέχεια από τη Γαλλία, με την αποδοχή τη ρήτρας VII των συμφωνιών «εκμισθώσεως και δανεισμού».[4] Η εν λόγω διαδικασία έκανε εμφανείς τις αντιφάσεις τής εξωτερικής εμπορικής πολιτικής των ΗΠΑ: (1) από τη μια μεριά, παρατάθηκαν και μετά τον πόλεμο οι απαγορευτικοί δασμοί οι οποίοι είχαν προβλεφθεί από το δασμολογικό νόμο Χόλεϊ–Σμουτ τού 1930 και που είχαν διατηρηθεί σε ισχύ βάσει τού νόμου για τις «αμοιβαίες συναλλαγές» τού 1934, ο οποίος μάλιστα προέβλεπε αυξημένες προεδρικές εξουσίες όσον αφορά τη διαπραγμάτευση εμπορικών συμφωνιών· (2) από την άλλη όμως μεριά, οι ΗΠΑ απαιτούσαν από τους ευρωπαίους εταίρους να προβούν σε «απελευθέρωση τού εξωτερικού [τους] εμπορίου»[5] και να πάψουν να εφαρμόζουν τις διακρατικές διαδικασίες «συμψηφισμού» [κλήρινγκ], που προσέκρουαν στο αποκλειστικό νομικό καθεστώς των διεθνών συναλλαγών σε δολάρια· με άλλα λόγια, να παραιτηθούν από κάθε προστασία σε εθνικό επίπεδο και συγχρόνως να διακόψουν το ενδοευρωπαϊκό εμπόριο και κυρίως τις — αμοιβαία επωφελείς — εμπορικές συναλλαγές μεταξύ Ανατολής και Δύσης.[6] Ωστόσο, οι ευρωπαϊκές χώρες τής αμερικανικής σφαίρας επιρροής, οι οποίες βρίσκονταν στη φάση τής ανοικοδόμησης, ήταν εκ των πραγμάτων υποχρεωμένες αφενός να προστατεύσουν, έναντι τού αμερικανικού ανταγωνισμού, τις εθνικές τους οικονομίες, οι οποίες είχαν αποδυναμωθεί λόγω των λεηλασιών και των καταστροφών που προκάλεσαν τα γερμανικά στρατεύματα (1939-1945) και, στη συνέχεια, τα στρατεύματα των συμμάχων (και πιο συγκεκριμένα η συμμαχική εκστρατεία βομβαρδισμών στη διάρκεια τής περιόδου από το 1942 έως το 1944-1945) και αφετέρου να συνεχίσουν ή και να διευρύνουν τις διευρωπαϊκές εμπορικές συναλλαγές εκτός δολαρίου στο πλαίσιο των υφισταμένων διαδικασιών συμψηφισμού.

Οι ανυπέρβλητες αυτές αντιφάσεις είχαν ως αποτέλεσμα να παραταθούν, μέχρι το 1947, οι «δασμολογικές διαπραγματεύσεις», οι οποίες διεξήχθησαν στο πλαίσιο των διασκέψεων τής Αβάνας και τής Γενεύης, που είχαν συγκληθεί με πρωτοβουλία των ΗΠΑ και με σκοπό τη διαμόρφωση ενός «Χάρτη για τη διεθνή οργάνωση τού εμπορίου».[7] Το 1948, όταν είχε πλέον επισήμως δυναμιτιστεί το κλίμα τής τετραμερούς συνεννόησης όσον αφορά το ζήτημα τής Γερμανίας με τη σύγκληση τής τριμερούς διάσκεψης τού Λονδίνου, η «σοβιετική αρκούδα», που βρέθηκε με δεμένα τα χέρια, πρωταγωνιστούσε στα πρωτοσέλιδα τού τύπου. Όπως όμως φαίνεται από την εσωτερική αλληλογραφία, οι γάλλοι διαπραγματευτές είχαν εστιάσει στο πραγματικό πρόβλημα, δηλαδή στην «αντιπαράθεση μεταξύ των αμερικάνων, που εμφανίζονταν ως υπέρμαχοι τής μεγαλύτερης δυνατής [μονομερούς] ελευθερίας τού εμπορίου, και των υπολοίπων κρατών, που είχαν επίγνωση τής ανάγκης προστασίας των καθυστερημένων ή αποδυναμωμένων οικονομιών τους».[8] Δεδομένου τού αμερικανικού προστατευτισμού και τής «παράλογης» διατήρησης εκ μέρους των ΗΠΑ τού υφισταμένου συστήματος των απαγορευτικών εισαγωγικών δασμών, οι τελικές τους παραδοχές επικεντρώθηκαν στην αδυναμία υιοθέτησης των αμερικανικών επιθυμιών αναφορικά με την απελευθέρωση τού εμπορίου.[9]

Ο δεύτερος πυλώνας τού προγράμματος «απελευθέρωσης τού εμπορίου» συνίστατο στην ταχεία ανοικοδόμηση τού Ράιχ — και μάλιστα κατά προτεραιότητα έναντι των χωρών που είχαν περιέλθει υπό γερμανική κατοχή — και στην ταυτόχρονη ενσωμάτωσή του στη μεγάλη ευρωπαϊκή αγορά, στην οποία δόθηκε το όνομα «τελωνειακή ένωση». Μαρτυρίες για αυτό το αμερικανικό μάλλον, παρά «ευρωπαϊκό» σχέδιο παρέχει η γαλλική αλληλογραφία τής μεταπελευθερωτικής περιόδου, η οποία, μάλιστα, κατά τα πρώτα χρόνια τής εφαρμογής τού σχεδίου Μάρσαλ, περιέχει εντονότερες διατυπώσεις όσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα σε σύγκριση με την κατοπινή περίοδο τού πολέμου τής Κορέας. Χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα την κορεάτικη κρίση, η Ουάσινγκτον επρόκειτο να ενισχύσει τις πιέσεις της τόσο προς τη Γαλλία όσο και προς τις υπόλοιπες «συμμετέχουσες χώρες» (ή, αλλιώς, «χώρες ΕΠΑ/ERP»[i] ή «χώρες τού σχεδίου Μάρσαλ») να αποδεχθούν τις απαιτήσεις της. Ο Ανρί Μπονέ — πρώτος μεταπολεμικός πρεσβευτής τής Γαλλίας στην Ουάσινγκτον (θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1955) και ανοιχτά δηλωμένος «ευρωπαϊστής» προκειμένου να φανεί αρεστός στις ΗΠΑ — μετέφερε τις αμερικανικές πιέσεις και εκβιασμούς στον προϊστάμενό του υπουργό Ζορζ Μπιντό και, στη συνέχεια, στον Ρομπέρ Σουμάν, ζητώντας με κατηγορηματικό τρόπο την άμεση συμμόρφωσή τους στις απαιτήσεις τής Ουάσινγκτον.

Το Παρίσι είχε αρχίσει, πριν από το τέλος τού πολέμου, να καταγράφει και να αξιολογεί τα διαδοχικά στάδια τής διαδικασίας αναγόρευσης τής ηττημένης Γερμανίας σε προνομιακό εταίρο, πράγμα που συνεπαγόταν, μεταξύ άλλων, την «εξομάλυνση τής κατάστασης» (back to normalcy) στη λεκάνη τού Ρουρ — ή, καλύτερα, την επιστροφή στην πεπατημένη τού γερμανικού ιμπεριαλισμού· χαρακτηριστικά, μπορεί να αναφερθεί η ομιλία τού [Τζέιμς] Μπερνς στη Στουτγάρδη στις 6 Σεπτεμβρίου τού 1946, κατά την οποία ανακοινώθηκε η πλήρης άρση των περιορισμών (συμπεριλαμβανομένου και τού οικονομικού τους σκέλους) που προβλέπονταν από τις συμφωνίες τής Γιάλτας και τού Πότσδαμ.[10] Στις 2 Δεκεμβρίου τού 1946, ακολούθησαν οι άμεσα εκτελεστές συμφωνίες τής Νέας Υόρκης, με τις οποίες δημιουργήθηκε η διζωνία και οι οποίες ήρθαν ως αποτέλεσμα τής εκμετάλλευσης εκ μέρους των ΗΠΑ των χρηµατοοικονοµικών δυσκολιών των βρετανών: η συγχώνευση τής αμερικανικής και τής αγγλικής ζώνης κατοχής τέθηκε σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου τού επομένου έτους.

Στη συνέχεια, ο Τζον Φόστερ Ντάλες, «επίσημος» προστάτης τού Ράιχ από την εποχή τού πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ζήτησε αιφνιδίως τον «εξευρωπαϊσµό τής Ρουρ», με τρόπο που δεν μπορεί παρά να φέρει στον νου την εγκωμιαστική περιγραφή τού «Άνσλους» από τον Αντενάουερ ως «εξευρωπαϊσµό τής Αυστρίας». Ενθουσιασμένος με αυτή την «θαυμαστή» σύγκλιση των απόψεων τής γαλλικής και τής αμερικανικής πλευράς, ο Μπονέ έκανε λόγο για «πλήγμα στα σχέδια τού στρατηγού [Λούσιους] Κλέι», που, ας σημειωθεί, ήταν κυβερνήτης τής αμερικανικής ζώνης και αμέριστος συμπαραστάτης τού Ράιχ, και τον οποίο οι γάλλοι παρουσίαζαν ως δήθεν «μοναχικό λύκο».[11] Το εν λόγω τέχνασμα δεν αποσκοπούσε παρά στην διασφάλιση τής προσχώρησης, μετά από τη διατύπωση ορισμένων τυπικών επιφυλάξεων, τής γαλλικής πλευράς στο «δυτικό» στρατόπεδο κατά την επικείμενη διάσκεψη τής Μόσχας, πράγμα για το οποίο ουδείς αμφέβαλλε.

Όπως είχε συμβεί και στην περίπτωση των «ηπειρωτικών» σχεδίων τού Βερολίνου, η γαλλική συνθηκολόγηση ήταν προδιαγεγραμμένη στο μέτρο που η κυβέρνηση τού Παρισιού είχε συμβιβαστεί με την ιδέα τής αντιμετώπισής της ως ένα τίποτα: «Ακολουθώντας τη γραμμή τής ΜΚΑΠ/NCLP (“Μη Κομμουνιστικής Αριστερής Πολιτικής”),[ii] ] το Στέιτ Ντιπάρτμεντ τείνει ολοένα και περισσότερο να θεωρεί ως ακρογωνιαίο λίθο τού ευρωπαϊκού συστήματος τη Γερμανία και όχι τη Γαλλία». Αυτό ήταν το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η Υπηρεσία εξωτερικής τεκμηρίωσης και αντικατασκοπίας (SDECE) στα τέλη τού Ιανουαρίου τού 1947[12] (όψιμη ομολογία, καθώς τίποτε δεν είχε αλλάξει από το 1918 και μετά).

Ο Μπονέ δεν σταμάτησε να ψιθυρίζει στο αυτί τού Μπιντό — που από την απελευθέρωση και μετά ήταν υπουργός των εξωτερικών και ο οποίος δεν έβλεπε με καλό μάτι τη γερμανική πολιτική τής Ουάσινγκτον — τις αναγκαίες «εποικοδομητικές προτάσεις». Στις αρχές, μάλιστα, τού Ιανουαρίου, τον δασκάλεψε να τις πλασάρει ως προτάσεις που αποσκοπούσαν «στην ενσωμάτωση [τής Γερμανίας] στο πλαίσιο τής ευρωπαϊκής κοινότητας […] προκειμένου να προληφθούν οι αλλεπάλληλες κρίσεις, από τις οποίες καμιά αμερικανική βοήθεια, όσο μεγάλη κι αν ήταν, δεν θα μπορούσε να τη σώσει».[13] Ο Μπιντό άρχισε να δείχνει σημάδια διαλλακτικότητας μετά τη διάσκεψη τής Μόσχας τού Μαρτίου-Απριλίου τού 1947. Αποσιωπώντας την έντονη διαμάχη του με τους αγγλοαμερικάνους όσον αφορά τις «επανορθώσεις», θα δηλώσει ότι κατέληξε σε τελική συμφωνία μαζί τους επί τού ζητήματος τού κρατιδίου τού Σαρ και ότι ήρθε στα μαχαίρια με τους σοβιετικούς που του αρνήθηκαν πρόσβαση στα ανθρακοφόρα κοιτάσματα τής περιοχής αυτής. Επρόκειτο για διπλό ψέμα.[14] Στα μέσα Απριλίου και ενώ έρχονταν βροχή οι πληροφορίες για το «γενικό σχέδιο» τής Ουάσινγκτον όσον αφορά τη γερμανική «Ευρώπη», ο Μπονέ επρόκειτο να πολλαπλασιάσει τις πιέσεις και τις παροτρύνσεις του προς τον Μπιντό, διατυπωμένες μάλιστα σε έντονα «ψυχροπολεμικό» τόνο, δεδομένου τού ότι είχε παγιωθεί, εκ νέου πλέον, το αντισοβιετικό κλίμα.[15] Προκειμένου να «ξεχωρίσει» από το πλήθος των αποδεκτών των αμερικανικών πιστώσεων, η Γαλλία θα όφειλε να εγκαταλείψει τις αντιγερμανικές της προκαταλήψεις. Καθώς «το γερμανικό πρόβλημα» αποτελούσε μία από τις μεγαλύτερες «πηγές ανησυχίας για την [αμερικανική] κυβέρνηση», θα ήταν προφανώς «ευπρόσδεκτες οι γαλλικές προτάσεις για την ενσωμάτωση τής Γερμανίας στην ευρωπαϊκή οικονομία […] [Η] καθιέρωση τόσο τού [ευρωπαϊκού αυτού] σχεδίου όσο και άλλων ευρύτερων σχεδίων που θα μπορούσαν να προκύψουν στο μέλλον κρίνεται ιδιαίτερα σκόπιμη, δεδομένου ότι στη πρώτη γραμμή των μελημάτων τού Καπιτωλίου [έδρας τού Κογκρέσου] και τής αμερικανικής κυβέρνησης βρίσκονται χώρες για τις οποίες κρίνεται εύκολο ή επείγον να αναχαιτιστεί η σοβιετική επιρροή. Ενδεικτικά θα μπορούσα να αναφέρω την Ελλάδα, την Τουρκία, το Ιράν, την Αυστρία, ή ακόμη και την Ουγγαρία και την Ιταλία, πόσω δε μάλλον την Κορέα και την Κίνα. Εναπόκειται σε εμάς να εξασφαλίσουμε ότι η Γαλλία καθώς και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες δεν θα μείνουν εκτός νυμφώνος».[16]

Οι γάλλοι ιθύνοντες δεν έπαψαν στο εξής να αναπαράγουν τις «ανησυχίες τής [αμερικανικής] κυβέρνησης». Πριν ακόμα ο Μάρσαλ εκφωνήσει την (αναμενόμενη από μήνες) ομιλία του τής 5ης Ιουνίου στο πανεπιστήμιο τού Χάρβαρντ — ομιλία που δεν εξέπληξε απολύτως κανέναν, πόσω μάλλον τον Μονέ[17] — ο Μπιντό δούλευε διπλοβάρδιες. Ωστόσο, το «σχέδιο υπομνήματος προς την κυβέρνηση των ΗΠΑ», που έφερε ημερομηνία 28 Μαΐου [1947], φαίνεται να συντάχθηκε όχι από τον ίδιο αλλά από τον αποδέκτη του. Στο εν λόγω «υπόμνημα», εξέφραζε την υποστήριξή του για το σχέδιο ανοικοδόμησης μιας «ηπειρωτικής Ευρώπης» — η οποία, εννοείται, «δεν θα περιλάμβανε τις Βρετανικές Νήσους και τη Σοβιετική Ένωση» — μέσω «πιστώσεων που θα χορηγούνταν συνολικά από την αμερικανική κυβέρνηση». Σε αντίθεση λοιπόν με τη Βρετανία και την ΕΣΣΔ, «τα πρώην εχθρικά κράτη και ιδίως η Γερμανία επρόκειτο να μετάσχουν στο έργο αυτό τής ανοικοδόμησης». Στο τέλος, ο συντάκτης τού κειμένου το παράκανε με το λιβάνισμα, καθώς έκλεισε με την ευχή να πάψει πλέον η Γερμανία να αποτελεί για τους προϋπολογισμούς των δυτικών δυνάμεων «μια μαύρη τρύπα που καταπίνει αενάως εκατομμύρια δολάρια. Η ανοικοδόμηση [τής Γερμανίας] δεν θα γίνει μεμονωμένα, αλλά σε συνάρτηση με το συνολικό ευρωπαϊκό σχέδιο. Υποβάλλοντας μια τέτοια πρόταση και μάλιστα την επαύριο τού πολέμου, η Γαλλία επιθυμεί να υπογραμμίσει το εποικοδομητικό και φιλελεύθερο πνεύμα με το οποίο αντιμετωπίζει το μέλλον τού μέχρι πρότινος αντιπάλου της».[18]

Το συγκεκριμένο μοτίβο γνώρισε άπειρες παραλλαγές μετά την ομιλία στο Χάρβαρντ, που θεωρήθηκε από όλους ορόσημο για την ενσωμάτωση τής δυτικής Γερμανίας στην «Ευρώπη». Ενώ οι εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίες έταζαν στις δυτικές μάζες το Ελντοράντο τής «αμερικανικής βοήθειας», ο Μπιντό πέρασε το καλοκαίρι τού ’47 επικρίνοντας δημόσια τα γερμανικά σχέδια τής Ουάσινγκτον. Ωστόσο, είχε ήδη στις 5 Ιουνίου αποδεχτεί το αμερικανικό αίτημα να καλέσει στο Παρίσι τον υπουργό εξωτερικών των Εργατικών Έρνεστ Μπέβιν και τον Μολότοφ. Σκοπός τής ενέργειας αυτής ήταν να παραγκωνιστεί η ΕΣΣΔ, εμφανίζοντάς την, με τη βοήθεια τού ακραίου αντισοβιετικού βρετανού αξιωματούχου, ως αποκλειστικά υπεύθυνη για την — ούτως ή άλλως αναπόφευκτη, σύμφωνα με όλες τις καγκελαρίες — απόρριψη ενός τόσο γενναιόδωρου προγράμματος «βοήθειας» καθολικής εμβέλειας. Η επιδέξια αυτή τακτική εφαρμόστηκε με επιτυχία στα τέλη τού Ιουνίου, με συνέπεια ο Μπιντό, που διαδραμάτισε ρόλο ενορχηστρωτή τού όλου εγχειρήματος, να εισπράξει την επιβράβευση των αμερικάνων στις 9 Ιουλίου, τρεις μέρες πριν από την έναρξη τής Διάσκεψης για την ευρωπαϊκή οικονομική συνεργασία (CCEE/CEEC) — γνωστής και ως διάσκεψης των Δεκαέξι — στο Παρίσι. Ο αμερικανός υπουργός εμπορίου Ουίλιαμ Κλέιτον, περαστικός από το Παρίσι, τον συνεχάρη για το ότι κατόρθωσε να παρακάμψει τον ενοχλητικό σκόπελο τής ΕΣΣΔ «με πολύ επιδέξιο και ευέλικτο τρόπο». Παρ’ όλ’ αυτά ο Κλέιτον, ο οποίος μάλιστα ήταν επικεφαλής τού μεγαλύτερου αμερικανικού τραστ στον τομέα τού βάμβακος, τού επιβεβαίωσε αφενός την οριστική διάψευση των όποιων γαλλικών προσδοκιών αναφορικά με τον γερμανικό άνθρακα, δεδομένου τού ότι η Ουάσινγκτον απέκλειε την καταβολή κάθε είδους «επανορθώσεων» («δεν πρέπει να αναμένεται η καταβολή επανορθώσεων επί τής τρέχουσας παραγωγής [… ενώ επιπλέον οι επανορθώσεις] με τη μορφή εξοπλισμού παρουσιάζουν ελάχιστο ενδιαφέρον»), και αφετέρου την επίσημη λήξη τής ισχύος των συμφωνιών τής Γιάλτας και τού Πότσδαμ, κατά το μέρος που αφορούσαν τον περιορισμό τής [δυτικο]γερμανικής παραγωγής. Πράγματι, οι ΗΠΑ ήταν έτοιμες να αποκαταστήσουν την παραγωγή άνθρακα και χάλυβα τής περιοχής τού Ρουρ «στα προπολεμικά επίπεδα», με πρόσχημα την εξυπηρέτηση των αναγκών τής Γαλλίας και τής Ευρώπης. Εξάλλου, για την προώθηση τής ευρωπαϊκής τελωνειακής ένωσης, η Ουάσινγκτον χρησιμοποιούσε κατά κόρον το επιχείρημα ότι η μετατροπή τής ιμπεριαλιστικής Γερμανίας σε υπερδύναμη θα αποτελούσε εξαιρετική εξέλιξη για τους «ευρωπαίους» ανταγωνιστές της.

Στη συνέχεια, τα παράπονα τού Μπιντό όσον αφορά τον κίνδυνο επιβεβαίωσης τής προπαγάνδας τού ΓΚΚ άφησαν ασυγκίνητο τον Κλέιτον: «το βασικό επιχείρημα που χρησιμοποιούν οι κομμουνιστές είναι ότι οι ΗΠΑ και η Μεγάλη Βρετανία επιθυμούν να εξασφαλιστεί κατά προτεραιότητα η ανοικοδόμηση τής Γερμανίας και όχι τής Γαλλίας και ότι η γαλλική κυβέρνηση υπαναχωρεί από τις θέσεις της αναφορικά με τις επανορθώσεις, τη λεκάνη τού Ρουρ και τις λοιπές διεκδικήσεις της έναντι τής Γερμανίας». Ο Κλέιτον αδιαφόρησε επίσης και για τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις «τού Μπιντό […] όσον αφορά τον κίνδυνο τον οποίο ενέχει οποιαδήποτε δημόσια δήλωση που θα έδινε την εντύπωση στον γαλλικό λαό και γενικότερα στους ευρωπαίους πολίτες ότι έχουμε βάλει στο συρτάρι τις επανορθώσεις και ότι πρώτο μας μέλημα είναι πλέον η αύξηση τού οικονομικού δυναμικού τής Γερμανίας. Αν γινόταν μια τέτοια δήλωση, […] θα καταδικαζόταν σε αποτυχία η διάσκεψη που έχει προγραμματιστεί για το Σάββατο και, ως εκ τούτου, δεν πρόκειται να υπάρξει καμία Ευρώπη».[19] Στο εξής, τα παράπονα και οι απειλές, διατυπωμένες κατ’ επανάληψη στην εμπιστευτική αλληλογραφία τού Κε Ντ’Ορσέ ή ενώπιον των αγγλοσαξόνων απεσταλμένων, επρόκειτο να αποτελέσουν τον τρόπο διαχείρισης τού δίπτυχου «διαφωνία και συνθηκολόγηση».

Στις 12 Ιουνίου έλαβε χώρα η προγραμματισμένη Διάσκεψη των Δεκαέξι, όπου έλαμψαν με την απουσία τους οι εκπρόσωποι των δυτικών ζωνών τής Γερμανίας, οι οποίες επρόκειτο να ενσωματωθούν άμεσα και με πλήρη δικαιώματα στην εν λόγω «Ευρώπη». Λίγο αργότερα, ο Μπιντό έλαβε και επίσημη επιβεβαίωση, αφενός, ότι επρόκειτο να αρθούν οι περιορισμοί στα «επίπεδα τής γερμανικής βιομηχανικής παραγωγής», οι οποίοι απέρρεαν από τις διασυμμαχικές συμφωνίες τού 1945, και, αφετέρου, ότι ταυτόχρονα με τη διάσκεψη τού Παρισιού πραγματοποιούνταν αγγλοαμερικανικές συνομιλίες για τη «διαχείριση τής λεκάνης τού Ρουρ».

Καθώς η οργή, οι μεμψιμοιρίες και οι εκβιασμοί τού Μπιντό[20] είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, συνεχίστηκαν χωρίς άλλα παρατράγουδα οι συνεδριάσεις τής Διάσκεψης, η οποία προκάλεσε παραλήρημα στον Τύπο για το μάννα εξ ουρανού τής αμερικανικής «βοήθειας». Ο φαινομενικά έκδηλος «ευρωπαϊσμός» των εκπροσώπων των συμμετεχουσών χωρών, με προεξάρχοντες τους γάλλους απεσταλμένους, διαψεύστηκε από τα γεγονότα: κάθε χώρα παρουσίασε τα αιτήματά της για δολαριακές πιστώσεις που ανταποκρίνονταν στο εθνικό της πρόγραμμα ανοικοδόμησης και/ή εκσυγχρονισμού (η δεύτερη περίπτωση αφορούσε τις λεγόμενες «ουδέτερες» χώρες). Στα τέλη Αυγούστου, το συνολικό τους ποσό έφτασε στα 29,2 δις δολάρια (πάντοτε εξαιρουμένης τής Γερμανίας). Εξοργισμένη, η κυβέρνηση τής Ουάσινγκτον έστειλε πάραυτα τον Κλέιτον στο Παρίσι, με σκοπό την επανασύνταξη τής «συνοπτικής έκθεσης» τής Διάσκεψης,[21] καθώς το κείμενο τής έκθεσης «δεν ανταποκρινόταν στους προτεινόμενους στόχους» και, ως εκ τούτου, είχε προκαλέσει «πολύ κακή εντύπωση στις ΗΠΑ». Τα «έξι σημεία» που ο αμερικανός υπουργός εμπορίου υπαγόρευσε στους «ευρωπαίους» στις 10 και 11 Σεπτεμβρίου τού 1947 συνοψίζουν συνολικά το παγκόσμιο και ευρωπαϊκό εμπορικο-χρηματοδοτικό πρόγραμμα τής Ουάσινγκτον, το οποίο ήταν σε γνώση τής Τράπεζας τής Γαλλίας από το 1943:

«(1) Να βελτιωθούν και να διευκρινισθούν οι όροι τού κεφαλαίου τής τελικής έκθεσης που αφιερώνεται στην εσωτερική χρηματοπιστωτική και οικονομική σταθεροποίηση·
(2) να διευκρινισθούν οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνει κάθε χώρα αναφορικά με την εκτέλεση τού οικείου προγράμματος παραγωγής·
(3) να ενισχυθούν οι αμοιβαίες δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν από τις συμμετέχουσες χώρες αναφορικά με την ευρωπαϊκή συνεργασία, την εσωτερική σταθεροποίηση, κ.τ.λ.·
(4) να αποσαφηνιστεί το τμήμα για την αύξηση τού εξωτερικού εμπορίου (μείωση των ποσοτικών περιορισμών και τελωνειακές ενώσεις)·
(5) να αποσυνδεθούν οι ανάγκες εξοπλισμού από τις ανάγκες σε πρώτες ύλες και καταναλωτικά προϊόντα·
(6) να προβλεφθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια η δημιουργία ενός μονίμου ευρωπαϊκού οργανισμού, ο οποίος, σε περίπτωση που χορηγηθεί η αμερικανική βοήθεια, θα είναι επιφορτισμένος με τον έλεγχο τής εφαρμογής τού ευρωπαϊκού προγράμματος».[22]

Εδώ ο Κλέιτον περιγράφει σε αδρές γραμμές τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας (OECE/EOEC), που θα ιδρυόταν επισήμως στις 16 Απριλίου τού 1948. Η εκ γενετής αδυναμία τού εν λόγω φορέα δεν οφειλόταν — όπως θέλει ο μύθος που διαιωνίζεται από τον ακαδημαϊκό «ευρωπαϊσμό» — στο γεγονός ότι οι βρετανοί έθεταν βέτο στο πρόσωπο τού «αυταρχικού» του προέδρου Σαρλ-Ανρί Σπάακ. Στην περίοδο μετά το 1935, ο πρώην αυτός «αριστερός» σοσιαλιστής και ελευθεροτέκτονας διακρίθηκε ως «κατευναστής» υπουργός και, στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια τού Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, υπηρέτησε με δουλοπρέπεια πρώτα τους γερμανούς (στάση που υιοθέτησε στην αρχή τού πολέμου) και κατόπιν τούς αμερικάνους. Στο εξής «ευρωπαίος» και άνθρωπος για όλες τις δουλειές τής κυβέρνησης τής Ουάσινγκτον (οικονομικές, πολιτικές, ατλαντικο-στρατιωτικές κ.ο.κ.), αποτέλεσε, όπως θα δούμε, μέλος τής στρατιάς των έμμισθων συνεργατών τής CIA.[23]

Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας ήταν εξαρχής το μαλακό υπογάστριο τού συστήματος, καθώς, όπως είχε επισημάνει η Διεύθυνση Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων τού Κε Ντ’Ορσέ, τελούσε «υπό την πλήρη κηδεμονία των ΗΠΑ» και δεν διέθετε «εξουσίες ελέγχου και ανάληψης πρωτοβουλιών»[24] (θα αναφερθώ στη συνέχεια στον γάλλο γενικό γραμματέα τού οργανισμού, τον οποίο διόρισαν οι αμερικάνοι, τον Ρομπέρ Μαρζολέν, που ήταν ανώτερος δημόσιος λειτουργός και συνάρχης το 1937 και, κατόπιν, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό εξαρτημένος από τους αμερικάνους όσο και ο Μονέ).[25]

Οι πτυχές αυτού τού καθαρά αμερικανικού προγράμματος που σχετίζονταν με την «εσωτερική […] σταθεροποίηση» — όπερ έστι μεθερμηνευόμενο, τον δομικό αποπληθωρισμό των μισθών — ήταν οπωσδήποτε ελκυστικές για κάθε επίδοξο μέλος τής διαδικασίας τής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ωστόσο, ορισμένες προοπτικές που είχαν να κάνουν με τον διεθνή καταμερισμό τής εργασίας προκαλούσαν αποτροπιασμό, ενώ οι οικονομικές και στρατιωτικές πτυχές τού προγράμματος που αφορούσαν ειδικά τη Γερμανία ήταν ζοφερές και δυσοίωνες, πράγμα που έγινε φανερό στις συνεδριάσεις που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ Φεβρουαρίου και Ιουνίου 1948 στο πλαίσιο τής τριμερούς διάσκεψης τού Λονδίνου (με τη συμμετοχή των ΗΠΑ, τού Ηνωμένου Βασιλείου και τής Γαλλίας).

Ο γάλλος απεσταλμένος Ρενέ Μασιλί — όψιμος γκωλικός (1943) και τότε πρέσβης τής Γαλλίας στο Λονδίνο — ήταν, όπως και ο επικεφαλής τού Κε Ντ’Ορσέ, ένας αμετανόητος «κατευναστής». Έχοντας, το 1938, αναλάβει προσωπικά να προετοιμάσει την εγκατάλειψη τής Τσεχοσλοβακίας, αντιλαμβανόταν απόλυτα το γεγονός ότι οι «εγγυήσεις» που δόθηκαν στη γαλλική πλευρά επρόκειτο να αποτελέσουν κενό γράμμα (πράγματι, οι υποτιθέμενες «εξουσίες» τού μελλοντικού «Διεθνούς Οργανισμού Ελέγχου τής Ρουρ», που το 1949 θα μεταβαπτιζόταν σε «Διεθνή Αρχή τής Ρουρ» [AIR] και όπου οι Αμερικάνοι απαιτούσαν την παρουσία και το δικαίωμα ψήφου των γερμανών, επρόκειτο να καταστούν συντόμως «άνευ αντικειμένου»). Στις 4 Μαρτίου τού 1948, έχοντας πλήρη επίγνωση των ιστορικών γεγονότων, ο Μασιλί θα περιγράψει με ρόδινα χρώματα την παρελθούσα [γαλλο-γερμανική] «συμφιλίωση»: «Εκείνη την εποχή, πριν από εικοσιδύο χρόνια, εργαζόμαστε σε κλίμα αισιοδοξίας και, όταν κάποιοι οργανισμοί ή φορείς απαιτούσαν την άμεση επίλυση ορισμένων ζητημάτων που αφορούσαν τον αφοπλισμό, η απάντηση που δινόταν ήταν ότι στο μέλλον θα βρίσκαμε τις λύσεις, πράγμα που ποτέ δεν έγινε».[26] Ομοίως, η υπόσχεση για τη δημιουργία μιας στρατιωτικής υπηρεσίας ασφαλείας [OMS], η οποία δόθηκε στη δεύτερη συνεδρίαση τής διάσκεψης τού Λονδίνου και η οποία περιλήφθηκε στο τελικό κείμενο των συμφωνιών, αποδείχτηκε κενή περιεχομένου (επρόκειτο απλώς για «κατ’ αρχήν συμφωνία», πράγμα που κατέστη προφανές κατά την εποχή τού Σουμάν).[27] Προφανώς, για να χρυσώσει το πικρό χάπι, ο αμερικανός απεσταλμένος στη διάσκεψη Λίουις Ντάγκλας — χρηματιστής, σύμβουλος τού επιτελείου τού Κλέι το 1946 για την οικονομική ανασυγκρότηση τής Γερμανίας και τότε πρέσβης στο Λονδίνο — προέβαλε το επιχείρημα, που χρησιμοποιούνταν και στην εποχή τού σχεδίου Ντόους και των συμφωνιών τού Λοκάρνο, ότι η σύναψη βιομηχανικών συμμαχιών με επίκεντρο την εκμετάλλευση τής κοιλάδας τού Ρουρ αποτελούσε προαπαιτούμενο για την επίτευξη πραγματικής «ασφάλειας». Στα τέλη Φεβρουαρίου τού 1948, ο Ντάγκλας επανέλαβε τη γνωστή πλέον ευρωπαϊκή επωδό τού Ντάλες και έδωσε ελπίδες για επιστροφή στις προπολεμικές πρακτικές των καρτέλ: «ο έλεγχος τής κοιλάδας τού Ρουρ, που πρέπει, ουσιαστικά, να εξεταστεί υπό το πρίσμα τής συνεργασίας με τη δυτική Ευρώπη, θα πρέπει να περιέλθει στην αρμοδιότητα μιας διεθνούς αρχής, η οποία, […] κατά την περίοδο που η δυτική Ευρώπη θα εμφανίζει έλλειμμα, θα επιφορτιστεί με τον συντονισμό τής βιομηχανικής δραστηριότητας τής Γαλλίας και των χωρών τού Μπενελούξ […] Σε περιόδους ευημερίας, ένα τέτοιο καθεστώς θα συντελούσε στην εξάλειψη των τεχνητών εμποδίων στον ελεύθερο ανταγωνισμό των οικονομικών δυνάμεων».[28] Τον Απρίλιο τού ίδιου έτους, ο Ντάγκλας διευκρίνισε ότι η προοπτική δημιουργίας τής εν λόγω «αρχής» «παρουσίαζε ενδιαφέρον μόνον εφόσον θα περιελάμβανε και άλλες βιομηχανικές περιοχές ανάλογης δομής, όπως για παράδειγμα, τη Λορένη», που, επομένως, προοριζόταν να υπαχθεί στην ίδια διαδικασία αμερικανογερμανικού «εξευρωπαϊσμού».[29]

Ωστόσο, η διαλλακτικότητα και οι καλές προθέσεις τής γαλλικής κυβέρνησης αναφορικά με το ζήτημα τής Γερμανίας περιορίζονταν στο επίπεδο των προφορικών ή γραπτών εξαγγελιών. Υπό το βάρος των ισχυρών πιέσεων τού Μπονέ, ο Μπιντό πολλαπλασίασε τις φιλοευρωπαϊκές δηλώσεις του — γεμάτες αιχμές εναντίον τής Σοβιετικής Ένωσης και τής Βρετανίας — μη διστάζοντας να χρησιμοποιήσει ακόμη και φτηνά τεχνάσματα. Τον Μάρτιο τού 1948 στο Τορίνο, κατέληξε σε σχέδιο συμφωνίας με την Ιταλία, που όπως και η Γαλλία εφάρμοζε πολιτική προστατευτισμού, για τη δημιουργία μιας «τελωνειακής ένωσης». Στην πραγματικότητα, το εν λόγω σχέδιο, που από πλευράς περιεχομένου και διατύπωσης αποτελούσε το άκρον άωτον τού «ευρωπαϊσμού», δεν είχε καμία σχέση με την «απελευθέρωση τού εμπορίου», αλλά προοριζόταν να βοηθήσει την ιταλική χριστιανοδημοκρατία να αποσπάσει από το μέτωπο τής αριστεράς, τού οποίου ηγείτο το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, τη νίκη στις εκλογές τής 18ης Απριλίου. Επιπλέον, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Μπιντό θα μπορούσε να καυχιέται στους αμερικάνους για τις «ιδιαίτερα αποτελεσματικές πρωτοβουλίες» που ανέλαβε. Όπως, όμως, τού εξήγησε επανειλημμένα ο Μπονέ, το μέγεθος των δολαριακών πιστώσεων τού μελλοντικού σχεδίου Μάρσαλ θα ήταν ανάλογο με την «εποικοδομητική ευρωπαϊκή πολιτική» που θα εφάρμοζε η Γαλλία.[30]

Από τον Μπιντό στον Σουμάν

Ο Μπιντό εγκατέλειψε το υπουργείο εξωτερικών τον Ιούλιο τού 1948, μετά την έναρξη τής δεύτερης φάσης των τριμερών συμφωνιών που έβαλαν οριστικά ταφόπετρα στη «γερμανική πολιτική» τής Γαλλίας.[31] Η κυβέρνηση τού Παρισιού, που, τουλάχιστον από τον Ιανουάριο τού 1945, παρακολουθούσε από κοντά τα στάδια τού (στενώς εννοούμενου) επανεξοπλισμού τού διάδοχου κράτους τού γερμανικού Ράιχ, γνώριζε ότι σύντομα θα ετίθετο και το ζήτημα αυτό. Καταβεβλημένος και χωρίς να διαθέτει εναλλακτική πολιτική, όπως, άλλωστε, συνέβη και με τον προκάτοχό του Εριό,[32] ο πρώην επικεφαλής τού Εθνικού Αντιστασιακού Συμβουλίου αρνήθηκε να αναλάβει την ευθύνη τής ένταξης τής γαλλικής ζώνης κατοχής στη διζωνία και, κυρίως, την ευθύνη των στρατιωτικών συνεπειών τής απόφασης αυτής. Η πραγματικότητα, λοιπόν, απέχει παρασάγγας από την θέση τού Τζίλιγχαμ, την οποία δανείστηκε από τον πολιτειολόγο Άλφρεντ Γκρόσερ και σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση τού Παρισιού εξάντλησε τα αποθέματα χρόνου και επιρροής που διέθετε όσον αφορά το ζήτημα τής τύχης τής Γερμανίας, καθώς καθυστέρησε υπερβολικά να αποδεχτεί τη συγχώνευση των ζωνών κατοχής, επιμένοντας σε μια ανόητη πολιτική «α λα Ρισελιέ», με αποτέλεσμα να πέσει θύμα τής μεγαλομανίας της.[33]

Η κυβέρνηση τού Λονδίνου, η οποία ενέδωσε πρώτη στις πιέσεις, είχε ελάχιστο ή καθόλου λόγο στις αποφάσεις που αφορούσαν τη διζωνία, ενώ η πολιτική επιρροή που διέθετε η Γαλλία όσον αφορά το γερμανικό ζήτημα περιοριζόταν απλώς στην ικανότητα όχλησης έναντι των συμμάχων και, όσον αφορά την οικονομία, στην αξιοποίηση των περιορισμένων πόρων τής ζώνης κατοχής, που της είχε παραχωρηθεί, εν τη απουσία της, από τους Αγγλοαμερικάνους στη Γιάλτα. Η πολιτική της παραλυσία στο θέμα τής Γερμανίας δεν οφειλόταν στην αδιαλλαξία της όσον αφορά τη συγχώνευση των τριών ζωνών κατοχής. Η ικανότητα αυτόνομης δράσης της ήταν αλληλένδετη με την σχετική αυτονομία που διέθετε στη ζώνη τής κατοχής της. Ως εκ τούτου, θα επέμενε, μέχρι τελευταίας στιγμής, στην άρνησή της να αποδεχτεί τη συγχώνευση, η οποία μάλιστα συνέπεσε με το τέλος τής θητείας τού Μπιντό.

Η τακτική κωλυσιεργίας, που επομένως δεν οφειλόταν στην άγνοια ή στην αδιαλλαξία της, τής επέτρεψε να παρατείνει την καταβολή «εισφορών» και «επανορθώσεων», να συνεχίσει να εφαρμόζει (ήπιες) μεταρρυθμίσεις, για παράδειγμα στον τομέα τής εκπαίδευσης, και να παρακάμπτει κάθε διαδικασία ενοποίησης (όσον αφορά τις ζώνες κατοχής, το συνδικαλιστικό σύστημα, κ.ο.κ.) — πρακτικές στις οποίες έθεσε άμεσο τέλος η αμερικανική κηδεμονία. Επομένως, η κυβέρνηση τού Παρισιού δεν περίμενε μέχρι την οριστική υπονόμευση τού κλίματος τής τετραμερούς συνεννόησης για να «διαπιστώσει» — όπως έκανε καθυστερημένα ο γενικός γραμματέας τού Κε Ντ’Ορσέ Ζαν Σοβέλ «ενώπιον τού αμερικανού πρέσβη στο Παρίσι Τζέφερσον Κάφρι» τον Ιανουάριο τού 1948 — ότι «η γαλλική κυβέρνηση [αντιμετωπιζόταν] με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως και η σοβιετική κυβέρνηση».[34]

Το πικρό ποτήρι που απέφυγε να πιει ο Μπιντό το γεύτηκε τελικά ο διάδοχός του και «πατέρας τής Ευρώπης» Ρομπέρ Σουμάν, ο οποίος ήταν επίσης ηγετικό στέλεχος τού MRP.[iii] Η σταδιοδρομία τού Σουμάν αξίζει λεπτομερούς ανάλυσης. Γερμανόφιλος, κληρικαλιστής καθολικός και φανατικός πολέμιος τού «επαίσχυντου» λαϊκού σχολείου, είχε στον μεσοπόλεμο στηρίξει το κίνημα για την αυτονομία τής Αλσατίας, που χρηματοδοτήθηκε από το Ράιχ πριν και μετά την άνοδο τού Χίτλερ στην εξουσία. Ο εδαφικός του «αναθεωρητισμός» (υπέρ των διεκδικήσεων των ούγγρων, των ουστάσι, κ.τ.λ.), που στρεφόταν ενάντια στη συνθήκη των Βερσαλλιών, ήταν γνωστός τοις πάσι. Στη Μοζέλ, είχε διευθύνει το παράρτημα τής οργάνωσης Action catholique [Καθολική Δράση] των Βεντέλ, η οποία ήταν εξίσου φασιστική, αντισημιτική και αντικομμουνιστική, όπως και οι λίγκες που χρηματοδοτούνταν από την ίδια δυναστεία (ο Σουμάν συμμετείχε, άλλωστε, σε δύο εξ αυτών). Έχοντας υπερψηφίσει την πρόταση για την ανάθεση απόλυτων εξουσιών στον Πετέν και έχοντας παραμείνει στη θέση τού υφυπουργού στο Υπουργείο Προσφύγων στην αρχή τού καθεστώτος τού Βισί, θα επιστρέψει στη συνέχεια στη Μοζέλ, που είχε στο μεταξύ προσαρτηθεί στο Ράιχ, και θα καταστρέψει «εσκεμμένα […] τα προσωπικά του έγγραφα τον Σεπτέμβριο τού 1940». Η δράση του επί κατοχής δεν εξετάστηκε από την ανακριτική διαδικασία τού Ανωτάτου Δικαστηρίου (όπως, άλλωστε, συνέβη και με τον Ζαν Προυβόστ[35]), αλλά τον Σεπτέμβριο τού 1945 εξακολουθούσε να συντρέχει κώλυμα εκλογιμότητας στο πρόσωπό του, λόγω αποκλειστικά των γνωστών ενεργειών που ανέλαβε το καλοκαίρι τού 1940.[36] Αφού ανέκτησε τα πολιτικά του δικαιώματα, ανέλαβε τον Ιούνιο τού 1946 το περίοπτο αξίωμα τού υπουργού των οικονομικών.

Υπουργός εξωτερικών από τον Ιούλιο τού 1948 έως τον Δεκέμβριο τού 1952, θέση στην οποία ανήλθε και την οποία διατήρησε χάρη στις πιέσεις τής Ουάσινγκτον, ο Ρομπέρ Σουμάν αποτέλεσε πρόσωπο-σύμβολο τής πολιτικής μετάβασης των γαλλικών ελίτ από τη φάση τού «μπλίτσκριγκ» στη φάση τής «παξ αμερικάνα» (ή τουλάχιστον τής συμβατότητας μεταξύ των δύο αυτών προσανατολισμών). Η αρχή τής θητείας του συνέπεσε με την ίδρυση τής «Αμερικανικής Επιτροπής για την Ενωμένη Ευρώπη» [ACUE] από τους πρώην επικεφαλής τού «Γραφείου Στρατηγικών υπηρεσιών» [OSS], οι οποίοι από το 1947 είχαν αναλάβει τα ηνία τής Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών [CIA], τής διάδοχης υπηρεσίας τού OSS: ο αντιδραστικός καθολικός Ουίλιαμ Τζόζεφ Ντόνοβαν και ο προτεστάντης Άλεν Ντάλες, που ήταν ο μικρότερος αδελφός τού Φόστερ και ο οποίος ίδρυσε ουσιαστικά τη μελλοντική Γερμανία κατά την περίοδο που υπηρετούσε στη Βέρνη από τον Νοέμβριο τού 1942 έως τον Μάιο τού 1945, διορίστηκαν πρόεδρος και αντιπρόεδρος αντίστοιχα τής ACUE (και οι δυό τους γνωστοί από παλιά γερμανόφιλοι και ρωσόφοβοι, όπως εξάλλου και οι ομόλογοί τους).

Εύκολα γίνεται αντιληπτός ο λόγος για τον οποίο η κυβέρνηση τής Ουάσινγκτον έτρεφε τέτοια αγαθά αισθήματα για τον Σουμάν, εφόσον διαβάσει κανείς τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα των αμερικανικών Εθνικών Αρχείων, τα οποία ο βρετανός δημοσιογράφος Άμπροουζ Έβανς–Πρίτσαρντ συνοψίζει ως εξής: «οι ηγέτες τού ευρωπαϊκού κινήματος [, όπως για παράδειγμα] ο οραματιστής Ρομπέρ Σουμάν και ο πρώην βέλγος πρωθυπουργός Πολ-Ανρί Σπάακ, αντιμετωπίζονταν εν γένει ως μισθοφόροι [hired hands] από τους αμερικανούς χρηματοδότες τους. Η διαχείριση τού ρόλου των ΗΠΑ είχε τα χαρακτηριστικά “καλυμμένης επιχείρησης” [πράγμα που αποτελούσε τον κανόνα όσον αφορά τις επιχειρήσεις τής CIA]. Η χρηματοδότηση τής ACUE προερχόταν από τα ιδρύματα Φορντ και Ροκφέλερ, όπως επίσης και από επιχειρηματικούς ομίλους που διατηρούσαν στενούς δεσμούς με την αμερικανική κυβέρνηση».[37][iv]

Οι αμερικάνοι είχαν ανάγκη από έναν τέτοιο υπουργό για τον χειρισμό τού ευαίσθητου ζητήματος τής επίσημης αναμεταβίβασης στους γερμανούς βαρόνους τού Ρουρ τής κυριότητας των ορυχείων και των υψικαμίνων τους, η οποία συντελέστηκε τον Νοέμβριο τού 1948,[38] και γενικότερα για την αντιμετώπιση τής Γαλλίας ως αμελητέας ποσότητας: τον Σεπτέμβριο τού 1949, οι όροι με τους οποίους έγινε η υποτίμηση τού μάρκου υπογράμμισαν την γαλλική ανυποληψία όσον αφορά το γερμανικό ζήτημα.[39] Οι ικεσίες τού Μπονέ και τής ισχυρής «αμερικανικής» κλίκας που κυριαρχούσε στον κρατικό μηχανισμό (με επικεφαλής τα κόμματα τού αμερικανικού μονοδρόμου MRP και SFIO) έπιασαν τόπο, με αποτέλεσμα την παράταση τής θητείας τού Σουμάν παρά τους απανωτούς κυβερνητικούς μεταχηματισμούς: όπως διαβεβαίωσε και ο αμερικανός πρέσβης, η Ουάσινγκτον θεωρούσε τον «[αμερικανό] πατέρα τής Ευρώπης» ως την ιδανικότερη επιλογή για τη θέση τού υπουργού των εξωτερικών.


[1] Bruce Kuklick, American Policy and the Division of Germany. The clash with Russia over Reparations, Ithaca, Cornell UP, 1972 (που παραμένει αμετάφραστο [στα γαλλικά]).
[2] Τεράστια η σχετική βιβλιογραφία από την οποία ενδεικτικά αναφέρουμε: Carolyn Eisenberg, Drawing the Line. The American decision to divide Germany, 1944-1949, New York, Cambridge UP, 1996· Gabriel Kolko, The Politics of War. The World and the United States Foreign Policy, 1943-1945, New York, Random House, 1969· G. & Joyce Kolko, The Limits of power. The World and the United States Foreign Policy 1945-1954, New York, Harper and Row, 1972, κ.λπ.
[3] Lacroix-Riz, «Négociation et signature des accords Blum-Byrnes (octobre 1945-mai 1946)», revue d’histoire moderne contemporaine (rhmc), αρ. 31-3, 1984, σελ. 417-447, και Le choix de Marianne: les relations franco-américaines de 1944 à 1948, Éditions sociales,‎ 1986, σποράδην· Régine Perron, Le marché du charbon, un enjeu entre l’Europe et les États-Unis, Paris, Publications de la Sorbonne, 1996, σελ. 55-114.
[4] Lacroix-Riz, «Réflexion sur un ouvrage récent (1992) [Ι-ΙΙ]» (Προβληματισμός για ένα πρόσφατο σύγγραμμα:] Bossuat, L’Europe occidentale à l’heure américaine. Le Plan Marshall et l’unité européenne 1945-1952, Bruxelles, Complexe, 1992), Cahiers d’histoire de l’institut de recherches marxistes (chirm), αρ. 54, 1994, σελ. 115-140, και αρ. 55, σελ. 115-153 (σελ. 54).
[5] Henri Bonnet, Ουάσινγκτον, τηλ. 861, 14 Φεβρουαρίου, τηλ. 1264-1266, 7 Μαρτίου, και επιστολή 449, 28 Μαρτίου 1945, «B Αμερική ΗΠΑ 1944-1960 (ΗΠΑ 1944)», 233 MAE.
[6] Ζήτημα καθοριστικής σημασίας για την ιστορία τής Ευρώπης: Gunnar Adler-Karlsson, Western Economic Warfare 1947-1949. A Case Study in Foreign Economic Policy, Stockholm, 1968· Lacroix-Riz, L’économie suédoise entre l’Est et l’Ouest 1944-1949: neutralité et embargo, de la guerre au Pacte Atlantique, Paris, L’Harmattan, 1991· «Plan Marshall et commerce Est-Ouest: continuités et ruptures (cas français et perspective comparative) 1945-1952», I & II, Μελέτες και Κείμενα, τόμ. 4, 1992, σελ. 415-448 και 448-480· III, Πρακτικά Συμποσίου, Imprimerie nationale, Paris, 1993, σελ. 650-683· και «La Scandinavie et l’Europe d’après-guerre: projets et prises de positions de la guerre à 1947», στο Plans des temps de guerre pour l’Europe d’après-guerre 1940-1947 (υπό την επιμέλεια τού Michel Dumoulin), Bruxelles, Bruylant, 1995.
[7] Σημειώματα 30, 18, 144 τού Raymond Dreux, Ουάσινγκτον, 14¸15 Ιανουαρίου και 14 Μαρτίου 1947, «ΗΠΑ 1944», 233, MAE.
[8] Σημείωμα για τη Διάσκεψη τού Χάρτη Εμπορίου και Απασχόλησης στην Αβάνα και τη Γενεύη, 1948, «ΗΠΑ 1944», 233, MAE.
[9] Επιστολή 393 τού Dreux, 15 Σεπτεμβρίου 1949, «ΗΠΑ 1944», 233, και γενικότερα τα υπόλοιπα έγγραφα στον ίδιο τόμο και στους τόμους 234-235, MAE.
[10] Lacroix-Riz, Marianne, σελ. 13-127· «Une “politique douce” précoce : Paris face à la politique allemande de Washington 1944-1945», rhmc, αρ. 38-3, 1991, σελ. 428-461· «La perception française de la politique américaine en Europe de 1945 à 1948», chirm, αρ. 25, 1986, σελ. 119-129 (119-154), «La dénazification économique de la zone d’occupation américaine», Revue historique, αρ. 574, 1991, σελ. 303-337 (303-347), «“Bonne Allemagne” ou reconstruction prioritaire: Paris et Washington du départ du Général de Gaulle à la Conférence de Moscou (janvier 1946-printemps 1947)», Guerres mondiales et conflits contemporains (gmcc), αρ. 169, 1993, σελ. 157-163 (137-177).
[11] Ιανουάριος 1947, «Ευρώπη Γερμανία 1944-1949» (Γερμανία), 76, και «ΗΠΑ 1944», 174, όπου και τα τηλ. τού Μπονέ 210-211, 223-235, 236-237, Ουάσινγκτον, 18 ιανουαρίου 1947, MAE.
[12] Σημείωμα 21.1.1/00.303/SD, 28 Ιανουαρίου 1947, B-ΗΠΑ, 9-1, εξωτερική πολιτική, Οκτώβριος 1946-Αύγουστος 1947 (κείμενα που συμβουλεύθηκα πριν την οριστική τους ταξινόμηση, VCCD). Για την έννοια τής ΜΚΑΠ/NCLP, Lacroix-Riz, «Réflexion», cirm, αρ. 57, Marianne, σποράδην, και «Du bon usage de la “politique de la gauche non communiste”», chirm, αρ. 30, 1987, σελ. 75-104. Για τις αρχές τού 1947, «Bonne Allemagne».
[13] Επιστολή 73 τού Bonnet, Ουάσινγκτον, 8 Ιανουαρίου 1947, «ΗΠΑ 1944», 174, MAE.
[14] Lacroix-Riz, Marianne, σελ. 111-122, και «La transformation d’un ami en ennemi: l’URSS, le Quai d’Orsay, Washington et la presse entre l’alliance de guerre et la guerre froide, 1941-1948», στο Pratiques et cultures politiques dans la France contemporaine. Hommage à Raymond Huard (υπό την επιμέλεια τού Jean Sagnes), Montpellier, Université Paul Valéry, 1995, σελ. 126-128 (111-149).
[15] Κεντρικό μοτίβο των αμερικάνων «αναθεωρητικών» ιστορικών από τη δημοσίευση τού έργου τού William A. Williams, The Tragedy of American Diplomacy, New York, Dell Publishing C°, New York, 1972 (1η έκδ. 1959).
[16] Τηλ. 1251 τού Bonnet, Ουάσινγκτον, 18 Απριλίου 1947, CE 44, A229, VCCD, MAE.
[17] Η ομιλία τής «5 Ιουνίου τού 1947 μάς εξέπληξε όλους», Monnet, Mémoires [Απομνημονεύματα] (εν γένει ψευδή), Paris, Seuil, 1976, σελ. 315.
[18] Προαναφερθέν σχέδιο υπομνήματος, 28 Μαΐου 1947, CE 44, A229, MAE.
[19] Προαναφερθείσα διάσκεψη, 9 Ιουλίου 1947, Y 45.9, CCEE,1, VCCD, MAE.
[20] Τηλ. Bidault στον Massigli, Παρίσι, 18 Ιουλίου 1947, CE 44, A229, MAE.
[21] New York Times, 26 και 28 Αυγούστου 1947.
[22] Τηλ. Bidault στους Bonnet και Massigli, Παρίσι, 12 Σεπτεμβρίου 1947, MAE, A.22.9.2 C II, VCCD.
[23] Για τον «αυταρχικό» Σπάακ, βλ. Τζίλιγχαμ (ο οποίος υιοθετεί την γαλλική οπτική), Coal, steel and the rebirth of Europe 1945-1955: the Germans and French from Ruhr conflict to economic community, Cambridge, Cambridge UP, 1991, σελ.129, 134, 146-8, 176· πβ. ALR op. & art. cit. (για την προπολεμική περίοδο, Le Choix de la défaite: les élites franfaises dans les années 1930, Paris, Armand Colin, 2010, σελ. 418)· για το ότι ήταν μίσθαρνο όργανο τής CIA, infra.
[24] Σημείωμα DAEF (Διεύθυνση Οικονοµικών και ∆ηµοσιονοµικών Υποθέσεων-Υπ.Εξ.) για Bidault, 28 Μαΐου 1948, MAE, A.22.9. 2 C IV, VCCD.
[25] «Διευθυντικά στελέχη» τής «μυστικής φασιστικής οργάνωσης με την επωνυμία France 1950 (ή F. 1950)», 17 Απριλίου 1937 (όταν ο Μαρζολέν ήταν 26 ετών), πίνακας στο (αχρονολόγητο) σημείωμα τής RGSN [Υπηρεσίας Γεν. Πληροφοριών Εθν. Ασφάλειας] «Extrait d’un dossier sur la synarchie et le CSAR» [Απόσπασμα φακέλου για την συναρχία και τη Μυστική Επιτροπή Επαναστατικής Δράσης [CSAR]], F7 15343, AN (Choix, σελ. 252-253), στοιχεία στις ίδιες πηγές και για τον Αντρέ Φιλίπ, πβ. κατωτέρω.
[26] Πρακτικά 8ης συνεδρίασης, 4 Μαρτίου 1948, Y 1944-1949. Για την περίοδο 1938-1944, ευρετήριο ονομάτων Choix· De Munich à Vichy: L’assassinat de la Troisième République (1938-1940), Paris, Armand Colin, 2008· Industriels et banquiers français sous l’Occupation, Paris, Armand Colin, 2013.
[27] Σημείωμα για την OMS, επισυνημμένο στην επιστολή με ημερομηνία 16 Ιουλίου 1948, Y 1944-1949, 357 (και 357-358), MAE.
[28] Τηλ. 757-762 Massigli, και πρακτικά συνεδρίασης, 27 Φεβρουαρίου 1948, Y 1944-1949, 300, MAE.
[29] Κοινοποίηση που έλαβε η γαλλική αντιπροσωπεία στις 22 Απριλίου τού 1948, Y 1944-1949, 304, MAE.
[30] Μπονέ, τηλ. 15 Μαρτίου, A.22.9. 2 C II, 1284, 23ης Μαρτίου, ΗΠΑ, 9.1.1948 (VCCD), 9 Απριλίου, Y 45.9, CCEE, II, 15 Μαρτίου 1948 (και αλληλογραφία του ίδιου μήνα), ΗΠΑ 1944, 162, MAE· Lacroix-Riz, «La perception française de la politique américaine», σελ. 135· «Puissance ou dépendance française ? La vision des “décideurs” des Affaires étrangères en 1948-1949», στο La puissance française en question (συλλ. έργο υπό την επιμέλεια των René Girault & Robert Frank), Paris, Publications de la Sorbonne, 1988, σελ.70-71 (53-76).
[31] Y 1944-1949, 300-309, τριμερής διάσκεψη, Λονδίνο, Φεβρουάριος-Ιούνιος 1948, MAE.
[32] Lacroix-Riz, «Sécurité française et menace militaire allemande avant la conclusion des alliances occidentales: les déchirements du choix entre Moscou et Washington (1945-1947)», Relations internationales, αρ. 51, 1987, σελ. 289-312· «Vers le Plan Schuman: les jalons décisifs de l’acceptation française du réarmement allemand (1947-1950), I & II, gmcc, 1989, αρ. 155, σελ. 25-41 και αρ. 156, σελ. 73-87· «La France face à la menace militaire allemande au début de l’ère atlantique: une alliance militaire redoutée, fondée sur le réarmement allemand (1947-1950)», Francia 16-3, 1990, σελ. 49-64 (49-71).
[33] Gillingham, Coal, σελ. 151, 158· Alfred Grosser, La IV République et sa politique extérieure, Paris, Armand Colin, 1961· και Les Occidentaux, Paris, Seuil, 1981, σποράδην.
[34] Σημείωμα για τις συνομιλίες τής 10ης και 12ης Ιανουαρίου 1948· έγγραφα υπαλλήλων, ιδιωτικά έγγραφα, αρχείο Μπονέ, σχετική αλληλογραφία (αρχείο Μπονέ), MAE.
[35] Lacroix-Riz, Choix, Munich & Le Vatican, l’Europe et le Reich de la Première Guerre mondiale à la Guerre froide (1914-1955), Paris, Armand Colin, 2010 (ευρετήριο ονομάτων)· τα επιβαρυντικά αυτά στοιχεία αναφέρονται ακόμα και από τους αγιογράφους του: Raymond Poidevin, Robert Schuman, homme d’État 1886-1963, Paris, Imprimerie nationale, 1986, & François Roth, Robert Schuman. 1886-1963. Du Lorrain des frontières au père de l’Europe, Paris, Fayard, 2008 (καταστροφή τού αρχείου του).
[36] Έκθεση τού νομάρχη τής Μοζέλ, 3 Σεπτεμβρίου 1945, F1c III, «Μοζέλ», AN.
[37] Evans-Pritchard, « Euro-federalists financed by US spy chiefs », Daily Telegraph, 19 Σεπτεμβρίου 2000 (http://www.telegraph.co.uk/news/worldnews/europe/1356047/Euro-federalists-financed-by-US-spy-chiefs.html). Για τους Ντόνοβαν και Ντάλες, βλ. την αμερικανική «αναθεωρητική» βιβλιογραφία και Lacroix-Riz, op. cit.
[38] Πιο συγκεκριμένα, στις 12 Νοεμβρίου 1948, «Γερμανία 1944», 79, και «ΗΠΑ 1944», 178, MAE.
[39] Υποτίμηση κατά 20% που επιβλήθηκε στις 28 τού 1949, παρά το ότι είχε θεωρηθεί απαράδεκτη από την κυβέρνηση τού Παρισίου στις 18 Σεπτεμβρίου, η οποία έκρινε ότι η υποτίμηση έπρεπε να περιοριστεί «στο 10-15%», αλληλογραφία τής Υπηρεσίας Οικονομικής Συνεργασίας και τής Διεύθυνσης Οικονοµικών και ∆ηµοσιονοµικών Υποθέσεων [Υπ.Εξ], 1945-1960 (CE-DAFE), 515, MAE.


[i] Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Ανασυγκρότησης.
[ii] Non Communist Left Policy: πολιτική για μια μη κομμουνιστική αριστερά.
[iii] Mouvement Républicain Populaire: Λαϊκό Δημοκρατικό Κίνημα.
[iv] «The leaders of the European Movement – Retinger, the visionary Robert Schuman and the former Belgian prime minister Paul-Henri Spaak – were all treated as hired hands by their American sponsors. The US role was handled as a covert operation. ACUE’s funding came from the Ford and Rockefeller foundations as well as business groups with close ties to the US government.»

 
Σχολιάστε

Posted by στο 01/01/2015 in Uncategorized

 

Ετικέτες:

Ευρωπαϊκό Καρτέλ Άνθρακα Χάλυβα (ΕΚΑΧ) — A. Lacroix-Riz

Βάλτερ Χάλσταϊν, πρώτος Πρόεδρος τής Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ο κ. «Gleichberechtigung»)

Η εποχή τής οικονομίας: Το Παρίσι ανάμεσα στο ευρωπαϊκό καρτέλ και σε μια ευρωπαϊκή αγορά ανοικτή προς τις ΗΠΑAux origines du carcan européen (1900-1960) (Κεφ. 6, σελ.133-174) [pdf]

Το κλίμα προπαρασκευής για την έναρξη εφαρμογής τού σχεδίου Σουμάν

Παρά την στάση δουλοπρέπειας που επιδείχθηκε από γαλλικής πλευράς με την αποδοχή τής προσάρτησης τής γαλλικής ζώνης κατοχής στη διζωνία — γεγονός που συνέπεσε με την ίδρυση τής ACUE [Αμερικανικής Επιτροπής για την Ενωμένη Ευρώπη] —, η γαλλική κυβέρνηση επιδιδόταν επίμονα στη τακτική τού «window dressing»:[1] επιδίωξή της ήταν να δημιουργήσει την εντύπωση στους αμερικάνους ότι το μόνο της όνειρο ήταν η ευρωπαϊκή ένωση, ενώ την ίδια στιγμή έβαζε φρένο στη διαδικασία ενσωμάτωσης των δυτικών ζωνών τής Γερμανίας απαλλαγμένων πλέον από το βάρος τής ήττας τού Μαΐου τού 1945.[2] Σύμφωνα, άλλωστε, με τον Ζορζ Μπονέ, ο λυρικός ενθουσιασμός για την «Ευρώπη» και η εξύμνηση των «τελωνειακών ενώσεων» δεν έπαψαν ποτέ να είναι, όσον αφορά τους αμερικάνους δανειστές, το πολυτιμότερο «ατού μας», το οποίο δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να αφεθεί «αναξιοποίητο».[3]

Τα πρακτικά μέτρα που λαμβάνονταν συνέχιζαν να έχουν διακοσμητικό χαρακτήρα. Έτσι, για παράδειγμα, γίνονταν εξαγγελίες μείωσης των τελωνειακών δασμών και των ποσοστώσεων συνοδευόμενες όμως από συγκεκριμένα μέτρα με αντίθετο περιεχόμενο[4] ενώ τον Αύγουστο τού 1949 προετοιμάστηκε και ένα παραπλανητικό σχέδιο «οικονομικής ένωσης» μεταξύ τής Γαλλίας, τής Ιταλίας και τού Μπενελούξ, που μάλιστα παρουσιάστηκε ως «ένα πρώτο βήμα για τη δημιουργία μιας περιφερειακής βάσης στο εσωτερικό τής δυτικής Ευρώπης».[5] Ωστόσο, βάσει των δεσμεύσεων των συμφωνιών τού Μπρέτον Γουντς, «η Ευρώπη» όφειλε να συναλλάσσεται σε δολάρια, χωρίς όμως να μπορεί να διαθέτει την παραγωγή της στις ΗΠΑ, οι οποίες ασκούσαν πολιτική υπερπροστατευτισμού. Συνέπεια τούτου ήταν ότι η δολαριακή έλλειψη που προέκυψε κατ’ αυτόν τον τρόπο (το λεγόμενο «dollar gap») τροφοδοτούσε ή και αύξανε την ανάγκη δανεισμού σε δολάρια των ευρωπαίων εταίρων.

Οι ασφυκτικές πιέσεις των ΗΠΑ για την «απελευθέρωση των συναλλαγών» και την ενσωμάτωση τής δυτικής Γερμανίας στην Ευρώπη των «χωρών τού σχεδίου Μάρσαλ»[6] κέρδιζαν λοιπόν σε αποτελεσματικότητα. Ο εκβιασμός αυτός ασκείτο επί τόπου από το επιτελείο τής αμερικανικής πρεσβείας, επικεφαλής τής οποίας ήταν από το 1948 έως το 1953 ο Ντέιβιντ Μπρους, πρώην διευθυντής τού OSS[i] για την Ευρώπη, απ’ όπου μεταπήδησε στη CIA, διαγράφοντας πορεία παρόμοια με αυτή τού στενού φίλου και συνομήλικού του Άλεν Ντάλες.[7] Το καλοκαίρι τού 1949 η Ουάσινγκτον ανακοίνωσε ότι πριν από «την προγραμματισμένη για το 1951 σταδιακή μετάβαση στη φάση τής πλήρους άρσης των ποσοτικών περιορισμών στις συναλλαγές των συμμετεχόντων κρατών (εξαιρουμένων ορισμένων περιοριστικά αριθμουμένων προϊόντων)» θα έπρεπε «[να πραγματοποιηθεί] τους προσεχείς μήνες η απελευθέρωση των ευρωπαϊκών συναλλαγών».[8] Στις 31 Οκτωβρίου τού 1949 ο επικεφαλής τής ECA[ii] [Διοίκησης Οικονομικής Συνεργασίας] και πρόεδρος τής εταιρείας αυτοκινήτων Studebaker, Πολ Χόφμαν (ο οποίος, ας σημειωθεί, ήταν επίσης πρώην στέλεχος τής OSS, μεταπήδησε στη συνέχεια στη CIA και κατέληξε επικεφαλής τής ACUE[iii]) ήρθε στο Παρίσι απειλώντας τα μέλη τού OECE[iv] ότι θα διακοπτόταν η οικονομική βοήθεια τού Σχεδίου Μάρσαλ, καθόσον δεν ήταν δυνατό «να εξασφαλιστεί το οικονομικό μέλλον μιας διχασμένης Ευρώπης».[9]

Τον Νοέμβριο-Δεκέμβριο το γαλλικό κράτος επιχείρησε για τελευταία φορά να αντιδράσει, προκειμένου να αποφύγει το μοιραίο, την ενσωμάτωση τής Γερμανίας στην «τελωνειακή ένωση» ή, όπως το έθεσαν οι αμερικάνοι, «την επιστροφή τής Γερμανίας στην κοινότητα των δυτικών κρατών, πράγμα που αποτελ[ούσε] απαραίτητη προϋπόθεση για την επαναθεμελίωση μιας ειρηνικής και ευημερούσας Ευρώπης».[10] Η γαλλική κυβέρνηση έβγαλε από το συρτάρι το νιοστό της σχέδιο για την πλήρη απελευθέρωσή των ροών κεφαλαίου και των εμπορευματικών συναλλαγών, το οποίο προέβλεπε τη δημιουργία μιας πενταμερούς τελωνειακής και νομισματικής ένωσης με τη συμμετοχή τής Γαλλίας, τού Μπενελούξ και τής Ιταλίας, στην οποία δόθηκε το όνομα Fritalux [Φριταλούξ].[11] Τόσο το πράγμα όσο και το (εξαιρετικά κωμικό) όνομα προκάλεσε τη χλεύη των άγγλων (— αντίδραση απόλυτα κατανοητή, δεδομένης τής συμμετοχής τού Βελγίου). Η αγγλική πλευρά αντέδρασε έντονα στην άνευ όρων υποχώρηση μπροστά στον εκβιασμό τού Χόφμαν, υπενθυμίζοντας τον ανέπαφο ιταλικό και γαλλικό προστατευτισμό και επικρίνοντας με δριμύτητα «τις βίαιες και αφύσικες υβριδοποιήσεις μεταξύ χωρών, οι οποίες είναι βέβαιο πως θα οδηγηθούν σε έναν αγώνα προπαγάνδας για τη διασφάλιση τής αμερικανικής εύνοιας».[12] Θέλοντας να αποφύγουν το ρεζίλεμα, οι επινοητές αυτής τής «περιφερειακής ομάδας χωρών» αποφάσισαν στα τέλη τού Δεκεμβρίου να την μετονομάσουν σε Finebel· αστείο τέχνασμα το οποίο απέτυχε να θεραπεύσει το βασικό μειονέκτημα τού σχεδίου, την μη-«συμπερίληψη τής Γερμανίας».[13]

Η αλληλογραφία τής Τράπεζας τής Γαλλίας και τού Κε Ντ’Ορσέ[v] επί τού θέματος τής ένωσης Finebel — άδειο κέλυφος και θνησιγενές εν τη γενέσει του εγχείρημα λόγω τού αμερικανικού βέτο[14] — δείχνει ότι τόσο η Γαλλία όσο και η Ιταλία φοβόνταν εξίσου τις καταστροφικές συνέπειες τής απελευθέρωσης τού συναλλάγματος, των εμπορευματικών συναλλαγών και των κεφαλαιακών ροών.[15] Το πρώιμο στάδιο τής εφαρμογής της, σε συνδυασμό με την υποτίμηση τού Σεπτεμβρίου τού 1949, «είχε ως συνέπεια την επιδείνωση τού εξωτερικού εμπορίου τής Γαλλίας».[16] Αλλά και το Κε Ντ’Ορσέ είχε κυριευθεί από τον ίδιο πανικό απέναντι στην Ουάσινγκτον, όπως και στο παρελθόν απέναντι στο Βερολίνο (ή, καλύτερα, απέναντι σε αμφότερες τις αλλοδαπές κυβερνήσεις)· πιο συγκεκριμένα, ανησυχούσε για την ενδεχόμενη διακοπή τής εισροής κεφαλαίων τού σχεδίου Μάρσαλ — τα οποία χρησιμοποιούντο και για τη χρηματοδότηση τού πολέμου τής Ινδοκίνας (μια πτυχή τού ζητήματος την οποία δεν θα εξετάσουμε εδώ) — σε περίπτωση που η γαλλική πλευρά επέμενε στην άρνησή της να ενσωματωθεί η Δυτική Γερμανία στην οικονομική ένωση και στην «ένωση πληρωμών», όπως απαιτούσε η Ουάσινγκτον. Σε σημείωμά του, με ημερομηνία 10 Φεβρουαρίου 1950, ένας ανώτερος αξιωματούχος τής Υπηρεσίας Οικονομικής Συνεργασίας τού Κε Ντ’Ορσέ (SCE) ερμηνεύει αυτή την «ευρωπαϊκή» παραφροσύνη ως αποτέλεσμα τής αμερικανικής πίεσης και ζωγραφίζει μια ζοφερή εικόνα των συνεπειών τής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, την οποία η Ουάσινγκτον ήθελε να επιβάλει στις «χώρες τού σχεδίου Μάρσαλ».

«Η γαλλική οικονομία δεν είναι σε θέση σήμερα να αντιμετωπίσει τον διεθνή ανταγωνισμό» — στον οποίο θα παραδίδετο λόγω «τής ριψοκίνδυνης ή, εν πάση περιπτώσει, πρόωρης [εφαρμογής τής] μεθόδου τής κατάργησης των ποσοστώσεων […]» — «χωρίς να εκτεθεί σε σοβαρούς κινδύνους». «Η απελευθέρωση των συναλλαγών», σε συνδυασμό με «τη διείσδυση των αμερικανικών κεφαλαίων», θα έχει ολέθριες συνέπειες και για τη «Γαλλική Ένωση» (τουτέστιν την αποικιακή αυτοκρατορία, που αποτελούσε έναν από τους βασικούς πολεμικούς στόχους των ΗΠΑ, οι οποίες ακόνιζαν τα νύχια τους για την επικείμενη «αναδιανομή» των σφαιρών κυριαρχίας όχι μόνο τής Γαλλίας [17] αλλά και άλλων χωρών). «Ο λόγος για τον οποίο οι ΗΠΑ ασκούν έντονη πίεση στις ευρωπαϊκές χώρες για την απελευθέρωση των μεταξύ τους συναλλαγών είναι ότι η οικονομική ολοκλήρωση τής Ευρώπης ανταποκρίνεται στα αμερικανικά συμφέροντα, όπως, για παράδειγμα, συνέβη και με την υποτίμηση των ευρωπαϊκών νομισμάτων [τού] Σεπτεμβρίου τού 1949. Αυτό όμως το προηγούμενο οφείλει να μας προβληματίσει, διότι είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι η υποτίμηση αυτή ήταν μια αποτυχία για την Ευρώπη, πράγμα άλλωστε το οποίο δηλώνεται ανοιχτά από τους σμερικάνους. Η απελευθέρωση των συναλλαγών πρέπει κανονικά να καταλήξει στον έλεγχο τής ευρωπαϊκής οικονομίας από τις μεγάλες αμερικανικές εταιρείες. Πράγματι,

— θα επιβιώσουν μόνο οι επιχειρήσεις υψηλής παραγωγικότητας, εκείνες δηλαδή που θα μπορέσουν να επανεξοπλισθούν κατά κανόνα χάρη στις πιστώσεις τού σχεδίου Μάρσαλ. Παίρνοντας για παράδειγμα την περίπτωση τής Γαλλίας, η εμπειρία δείχνει ότι μόνον οι εταιρείες που διατηρούν στενούς δεσμούς με τις αντίστοιχες αμερικανικές επωφελούνται από τις εν λόγω πιστώσεις·

— υπό τις επικρατούσες συνθήκες τής ευρωπαϊκής αγοράς κεφαλαίων, η Αμερική διαθέτει από μόνη της τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει τις αναγκαίες επενδύσεις για τη μετάβαση στη μαζική παραγωγή».

Αυτές οι αναδιοργανώσεις, οι οποίες πραγματοποιούνταν με φόντο την οικονομική στασιμότητα και τη συνακόλουθη όξυνση «τής πάλης για τις αγορές», θα αύξαναν την ανεργία και όχι την παραγωγή. Η βελτίωση τής παραγωγικότητας και η μείωση τού κόστους παραγωγής θα οδηγούσε στην εξαφάνιση των μη προσοδοφόρων επιχειρήσεων. «Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή, η παραγωγή θα αποκτούσε μονοπωλιακό χαρακτήρα, πράγμα που θα εμπόδιζε οποιαδήποτε μείωση των τιμών». Η κατάργηση των συναλλαγματικών ελέγχων θα επιδείνωνε τη θέση τής Γαλλίας ως «χώρας-οφειλέτη», η οποία ήδη προπολεμικά είχε «χρονίως ελλειμματικό» ισοζύγιο εμπορικών συναλλαγών. Η δημιουργία, μάλιστα, μιας περιφερειακής ένωσης, η οποία «εντός συντόμου χρονικού διαστήματος επρόκειτο να συμπεριλάβει» και τη Γερμανία, όπου ο αριθμός των ανέργων αυξανόταν με ρυθμό 80.000 ατόμων εβδομαδιαίως, «θα ενείχε μεγαλύτερους κινδύνους από την απελευθέρωση τού εμπορίου. […] Η Γερμανία θα πρέπει μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να ενσωματωθεί σε κάθε ηπειρωτική περιφερειακή ένωση που τυχόν δημιουργηθεί και, ασφαλώς, αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον η γαλλική κοινή γνώμη είναι αρνητικά διακείμενη στο ενδεχόμενο τής συγκρότησης μιας τέτοιας οικονομικής οντότητας. Η κυβέρνηση το έχει αντιληφθεί αυτό και, όπως φαίνεται μετά την ευθανασία τής Φινεμπέλ, αποφάσισε να αποκλείσει την ιδέα τής δημιουργίας μιας περιφερειακής ένωσης που θα περιλάμβανε τη Γερμανία, αποκλείοντας συγχρόνως από αυτήν την Αγγλία (ή ακόμη και την δημιουργία μιας ένωσης που θα στρεφόταν ενάντια στα συμφέροντα τής τελευταίας)».

Και ο συντάκτης τού σημειώματος καταλήγει ως εξής: «Όσοι υποστηρίζουν την απελευθέρωση των συναλλαγών, με τον τρόπο που αυτή εφαρμόζεται σήμερα στο πλαίσιο τού OECE,[vi] δεν επικαλούνται κάποιους τεχνικούς λόγους συναφείς με την ευρωπαϊκή κατάσταση. […] Δεν είναι η διάσπαση των ευρωπαϊκών ατόμων εκείνη που θα απελευθερώσει το δυναμικό τής Ευρώπης. Στην πραγματικότητα, οι πρωταγωνιστές τής σημερινής πολιτικής φοβούνται ότι, αν δεν πραγματοποιηθεί η απελευθέρωση των συναλλαγών, όπως απαιτεί η αμερικανική κυβέρνηση, εν όψει τής πραγματοποίησης τής δυτικοευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ενδέχεται να διακοπεί η οικονομική βοήθεια τού σχεδίου Μάρσαλ. Οι πρωτεργάτες, λοιπόν, τής πολιτικής αυτής υποστηρίζουν ότι η Γαλλία πρέπει να αναλάβει ηγετικό ρόλο στις εξελίξεις, ώστε κατ’ αυτόν τον τρόπο να αποσπάσει μεγαλύτερο μερίδιο από τη χρηματοδότηση τού σχεδίου Μάρσαλ, η οποία, άλλωστε, προορίζεται για χώρες που έχουν σημειώσει ιδιαίτερα σημαντική πρόοδο προς την κατεύθυνση τής οικονομικής απελευθέρωσης».[18]

Λίγο καιρό αργότερα, στις 9 Μαΐου τού 1950, η Γαλλία έκανε το βασικό βήμα για την οικοδόμηση μιας Ευρώπης με άξονα τη Γερμανία, ενδίδοντας στις οικονομικές απαιτήσεις τής Ουάσινγκτον. Η επιλογή τής ημερομηνίας έχει να κάνει με μια διαφορετική λογική από αυτή που πραγματεύεται το παρόν βιβλίο, αλλά είναι κάτι που πρέπει να επισημανθεί, γιατί καταρρίπτει τον μύθο περί μιας «ειρηνικής» ή «ρηξικέλευθης πρωτοβουλίας» τού Ρ. Σουμάν [19] — μύθο που στηρίχθηκε στα ψευδή απομνημονεύματα, για παράδειγμα, τού Ζ. Μονέ ή τού Ντ. Άτσεσον. Η ομιλία τού Σουμάν, όπου ο «πατέρας τής Ευρώπης» απευθύνει έκκληση για τη δημιουργία μιας κοινότητας άνθρακα και χάλυβα στη βάση τής «ισότητας δικαιωμάτων», σχετίζεται με διαφορετικό στάδιο τής διαδικασίας για την κατά προτεραιότητα ανοικοδόμηση τού Ράιχ και, πιο συγκεκριμένα, με τη (στενώς νοούμενη) ανασυγκρότηση τής Βέρμαχτ — ή, σύμφωνα με τη διατύπωση που χρησιμοποίησε ο Μπονέ τον Μάρτιο τού 1949, με την αξιοποίηση, ενάντια στα «ρωσικά στρατεύματα», «τού πολεμικού δυναμικού που αντιπροσ[ώπευαν] οι παλιότερες και νεότερες γενιές τής Γερμανίας, οι οποίες βίωσαν από πρώτο χέρι την εμπειρία τού πολέμου» [20] (ας σημειωθεί εδώ ότι ο πόλεμος τής Κορέας, που αποτελεί την επίσημη αφετηρία για τον επανεξοπλισμό τής Γερμανίας, ξέσπασε στις 25 Ιουνίου τού 1950).

Στην πραγματικότητα, ο Σουμάν γνώριζε ότι στην ατλαντική διάσκεψη τού Λονδίνου, που είχε προγραμματιστεί για τις 10 Μαΐου τού 1950, ο αμερικάνοι, με τους άγγλους στο πλευρό τους, θα τον εξανάγκαζαν σε συμμόρφωση προς τις επιταγές τους, ενώ το Κε Ντ’Ορσέ εξέταζε ήδη, επί σειρά εβδομάδων, την προοπτική τής «ενσωμάτωσης τής Γερμανίας στη δυτική Ευρώπη» μέσω τής αναγνώρισης τής εφαρμογής τής «ίσης μεταχείρισης», όπως απαιτούσε η κυβέρνηση τής Ουάσινγκτον, «αλλά με την επιφύλαξη ότι η εν λόγω ισότητα θα αφορούσε περιορισμένα μόνο δικαιώματα», διατύπωση που ανακαλεί στη μνήμη τις οφθαλμαπάτες τού μεσοπολέμου. «Ένα τέτοιο πρόγραμμα θα μας έδινε τη δυνατότητα να κερδίσουμε χρόνο· θα δημιουργούσε δεσμεύσεις για τη Γερμανία· θα ικανοποιούσε τις ανησυχίες των ΗΠΑ, που επιθυμούν η Ευρώπη να προωθήσει περαιτέρω “την ολοκλήρωσή της”· θα διευκόλυνε την εξέταση τού ενδεχόμενου επανεξοπλισμού τής Γερμανίας· θα έδινε δυνατότητα για ελιγμούς». [21] Στην επόμενη φάση επρόκειτο να ενταθούν αυτοί οι ελιγμοί κωλυσιεργίας, χωρίς ωστόσο να σημειωθεί καμία ουσιαστική μεταβολή τής κατάστασης.

Κατά τις πρώτες εβδομάδες μετά την επίσημη δρομολόγηση τού «σχεδίου Σουμάν», ο Μπονέ, πλειοδοτώντας σε αγγλοφοβικές κορώνες, δήλωνε ενθουσιασμένος για τον πρωταγωνιστικό ρόλο που ανατέθηκε στη Γαλλία. Η ψυχρολουσία ήρθε από το πρώην δεξί του χέρι στην Ουάσινγκτον, τον Αρμάν Μπεράρ, ο οποίος, παρ’ όλο που το καλοκαίρι τού 1941 έδειχνε να ενστερνίζεται την προοπτική τής αμερικανικής ηγεμονίας, εμφανιζόταν πλέον απρόθυμος ως προς την υλοποίησή της. Ως έμπιστος συνεργάτης, από το καλοκαίρι τού 1949, τού Αντρέ-Φρανσουά Πονσέ, ο οποίος στο μεταξύ είχε αναλάβει καθήκοντα στη Βόννη (σημείο στο οποίο θα επανέλθουμε), ο Μπεράρ επέδειξε τη συνήθη του οξυδέρκεια: η κυβέρνηση τού Παρισιού, έχοντας αποδεχτεί «την σε σημαντικό βαθμό ενίσχυση των κυριαρχικών δικαιωμάτων που αναγνωρίστηκαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία», παραιτήθηκε τής δυνατότητας περιορισμού τού δικαιώματος διαφωνίας τής τελευταίας· η Ουάσινγκτον «αναμένει με βεβαιότητα ότι δεν θα τεθεί υπό αμφισβήτηση η ισότητα που για πρώτη φορά πρόσφατα αναγνωρίστηκε στη νέα Γερμανία».[22] Την ευθυγράμμιση τού αμερικανικού τύπου ανέλαβε ο Άτσεσον, ο οποίος ωστόσο αρνούνταν πεισματικά οποιαδήποτε συμμετοχή στην απόφαση τής 9ης Μαΐου. Σε αντίθεση, ο γερμανικός τύπος, στον οποίο παρασχέθηκε εν προκειμένω η δυνατότητα να σχολιάσει κατά το δοκούν τις εξελίξεις, διατυμπάνιζε «ότι η γαλλική πρόταση [ήταν] αποτέλεσμα τής αμερικανικής πίεσης και τής προσωπικής παρέμβασης τού κ. Άτσεσον», ανακοινώνοντας συγχρόνως ότι «η αναδιοργάνωση των οικονομιών θα οδηγ[ούσε] σύντομα στην επαναστρατικοποίηση τής Γερμανίας».

Σε όλες τις πρωτεύουσες ήταν κοινή η αντίληψη ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο η Γαλλία προσέφερε «στη Γερμανία […] μια ευκαιρία για την απόκτηση υπεροχής» και ότι η γερμανική πλευρά «[θα μπορούσε] να πετύχει μια ακόμα καλύτερη συμφωνία παίζοντας το εκβιαστικό χαρτί τής γερμανο-ρωσικής συμμαχίας» (κεντρικό µοτίβο τής «εκστρατείας τού γερμανο-αμερικανικού τύπου» στις ΗΠΑ).[23]

Ως συνήθως, η γαλλική κυβέρνηση ενέδωσε, έχοντας πλήρη επίγνωση των συνεπειών. Βραχυπρόθεσμα, θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί η πρόκληση που αντιπροσώπευε η επιστροφή τού Ράιχ στη διεθνή διπλωματική σκηνή και, πιο συγκεκριμένα, η συμμετοχή του στη Διάσκεψη τού Παρισιού, που είχε συγκληθεί για τις 20 Ιουνίου τού 1950, προκειμένου να συζητηθεί το σχέδιο τής 9ης Μαΐου: «είναι η πρώτη φορά που εκπρόσωποι τής ομοσπονδιακής Δημοκρατίας συμμετέχουν ως ίσοι σε μια διεθνή διάσκεψη, μαζί με αντιπροσωπείες τής γαλλικής και τής ιταλικής κυβέρνησης, καθώς και των κυβερνήσεων τού Μπενελούξ», σημείωσε με εκνευρισμό η Διεύθυνση Ευρώπης.[24] Όσο για το μέλλον, οι γάλλοι γνώριζαν ότι, παρά τους αλαλαγμούς χαράς τού Μονέ και των «αμερικανικών» του επιτελείων, δεν «ήλεγχαν» ούτε στο ελάχιστο την ΟΔΓ.

Ορισμένα από τα σημάδια τής ήττας και τής τιμωρίας τού Ράιχ — ο λεγόμενος «έλεγχος» τής αποστρατικοποίησης και τού αφοπλισμού — συνέχιζαν να υφίστανται κατά το διάστημα που μεσολάβησε από την τριμερή συμφωνία τού Λονδίνου τού Ιουνίου τού 1948 μέχρι και τη σύναψη των συμφωνιών τής Ουάσινγκτον και τού Λονδίνου (στις 8 και 28 Απριλίου τού 1949, αντίστοιχα), οι οποίες συνέπεσαν χρονικά με την υπογραφή τού «ατλαντικού συμφώνου»: η «Στρατιωτική Υπηρεσία Ασφαλείας», η οποία μάλιστα δεν είχε μόνιμη έδρα, δεν ήταν παρά εκτόπλασμα, όπως άλλωστε ήταν και το «Καθεστώς» και η «Διεθνής Αρχή τής Ρουρ», η οποία ας σημειωθεί ότι επί ένα έτος είχε μόνο πλασματική ύπαρξη.[25] Ωστόσο, όπως παραδέχτηκε η Διεύθυνση Ευρώπης την 1η Ιουνίου τού 1950, οι εν λόγω θεσμικές διευθετήσεις επρόκειτο να καταργηθούν ως αντιβαίνουσες στην αρχή τής Gleichberechtigung [ίσης μεταχείρισης], χωρίς καν να χρειαστεί να υποβληθεί επισήμως αίτημα από την κυβέρνηση τής Βόννης: η ΟΔΓ εκτιμούσε ορθά τη σημασία τής αναγνώρισης εκ μέρους τής Γαλλίας τής αρχής τής «“Gleichberechtigung”, […] η οποία [θα σήμαινε] τη σταδιακή διάλυση τής Διεθνούς Αρχής τής Ρουρ και [θα καθιστούσε] δυνατή την αύξηση τής γερμανικής παραγωγής χάλυβα πέραν τού σημερινού ανωτάτου ορίου των 11 εκ. τόνων».[26]

Αυτό, άλλωστε, επιβεβαιώθηκε από τους γάλλους διπλωμάτες κατά τις εβδομάδες που ακολούθησαν τη δρομολόγηση τής εν λόγω «πρωτοβουλίας». Η επίσημη υλοποίηση τού αμερικανικού σχεδίου για τον επανεξοπλισμό τής Γερμανίας — εξέλιξη που αποδόθηκε στον υποτιθέμενο «πανικό» που προκάλεσε το ξέσπασμα τού πολέμου στην Κορέα στις 25 Ιουνίου τού 1950 — επιβλήθηκε κατά την ατλαντική διάσκεψη που έλαβε χώρα τον Σεπτέμβριο τού ίδιου έτους στη Νέα Υόρκη.[27]

Οι εξελίξεις αυτές σηματοδότησαν την επικράτηση τής αρχής τής «πλήρους ισότητας δικαιωμάτων», κεντρικό μοτίβο των αρχείων τού σχεδίου Σουμάν, καθώς και των αρχείων τής Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άμυνας (CED). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μπήκε στη θέση του και το τελευταίο κομμάτι τού παζλ, όσον αφορά το σχέδιο για την επιβολή τής αμερικανικής κηδεμονίας, την οποία ο Ζαν Μονέ και ο «αμερικανικός» του περίγυρος έσπευσαν, κατά τρόπο πρωθύστερο, να «διεκδικήσουν»: «η Κοινότητα Άνθρακα Χάλυβα [οφείλει να] υπαχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο», που θα πρέπει υποχρεωτικά να είναι «είτε το Στρασβούργο […,] — σημείο αναφοράς [που] θα διευκόλυνε στην επίλυση τού προβλήματος τού Σάαρ — […,] είτε η ατλαντική κοινότητα» μέσω τής πρόσδεσης στο «ατλαντικό σύμφωνο· το μεγάλο πλεονέκτημα που παρουσιάζει η επιλογή τού ατλαντικού πλαισίου είναι η παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών, πράγμα που βεβαίως αποτελεί καθοριστικό παράγοντα».[28] Τα μέλη τού επιτελείου τού Μονέ δεν σταμάτησαν ποτέ να εξυμνούν εν χορώ τόσο το σχέδιο Σουμάν όσο και το σχέδιο ευρωπαϊκού στρατού, η υλοποίηση των οποίων, όπως υποστήριζαν, θα βοηθούσε «την αναδιοργανωμένη και ενωμένη Ευρώπη να βρει τη θέση της στον ελεύθερο κόσμο», θα της επέτρεπε να αξιοποιήσει «τη στήριξη» που παρείχαν για την ανοικοδόμησή της «οι ΗΠΑ και ο αγγλοσαξονικός κόσμος», θα παρείχε τη δυνατότητα στο Παρίσι να διεκδικήσει «καθοδηγητικό-διευθυντικό ρόλο» κτλ., κτλ.[29]

Η βασική απαίτηση των γερμανών ή των συνήθων μεσολαβητών τους (τουτέστιν των μικρών χωρών τού Μπενελούξ με επικεφαλής την Ολλανδία) ήταν η εξάλειψη τού στίγματος τής ήττας τού 1945. Το αίτημα αυτό διατυπώθηκε, για παράδειγμα, κατά τις «συνεδριάσεις των επιτροπών περιορισμένης σύνθεσης» και τις συνομιλίες μεταξύ των έξι αντιπροσωπειών στο πλαίσιο των διασκέψεων για το σχέδιο Σουμάν που πραγματοποιήθηκαν από τον Ιούνιο τού 1950 και στη συνέχεια.[30] Το κλίμα που επικράτησε στις συζητήσεις αυτές λειτούργησε ως προάγγελος για το «Μνημόνιο που υποβλήθηκε […] στον κ. Μονέ, στις 13 Οκτωβρίου τού 1950, από τον κ. [Βάλτερ] Χάλσταϊν» — καθηγητή τής νομικής, ο οποίος, επί ναζιστικού καθεστώτος, κατείχε διάφορα πολιτικά καθήκοντα και αξιώματα (όπως, για παράδειγμα, αυτό τού «NS-Führungsoffizier με βαθμό αξιωματικού»), ενώ από την περίοδο 1950-1951 ασκούσε καθήκοντα οιονεί υπουργού εξωτερικών στην κυβέρνηση Αντενάουερ.[31] Το μνημόνιο με τίτλο «Κοινότητα Άνθρακα-Χάλυβα και Δίκαιο Κατοχής» έκανε θρύψαλα τα επιχειρήματα τής γαλλικής πλευράς, όσον αφορά τη διατήρηση των προνομίων της. Πιο συγκεκριμένα, το κείμενο επέκρινε «τις βασικές αντιφάσεις [Widersprüche] που υφίστ[αντο] μεταξύ τού δικαίου κατοχής και τού σχεδίου Σουμάν» και επικαλείτο, με κάθε ευκαιρία, την κυριαρχία και τα ίσα δικαιώματα «τής Γερμανίας»: σε αντιδιαστολή με το δίκαιο κατοχής και τις αρχές που διείπον τη Στρατιωτική Υπηρεσία Ασφαλείας, «το σχέδιο Σουμάν στηρίζεται στις αρχές τής οικονομίας και προβλέπει τη διατήρηση και αύξηση των υφιστάμενων παραγωγικών δυνατοτήτων».[32] Εν σώματι, οι παραγωγοί χάλυβα τής Ρουρ έσπευσαν σε βοήθεια, δηλώνοντας ότι επρόκειτο να στηρίξουν «ανεπιφύλακτα» το σχέδιο Σουμάν, «εφόσον όμως κατοχύρωνε την πλήρη ισότητα δικαιωμάτων μεταξύ των εταίρων».[33]

Στα τέλη τού 1950, η κυβέρνηση τής Βόννης επιχείρησε να τρομοκρατήσει το Παρίσι, που ανησυχούσε ιδιαίτερα μήπως ενοχληθεί η Ουάσινγκτον, προφασιζόμενη ότι ο Αντενάουερ δυσκολευόταν να συγκεντρώσει πλειοψηφία στο Μπούντεσταγκ για την ψήφιση ενός σχεδίου που θα έδενε χειροπόδαρα τη διαμελισμένη χώρα. Η άποψη αυτή, η οποία εξακολούθησε να προβάλλεται και μετά την επικύρωση τού σχεδίου Σουμάν τον Ιανουάριο τού 1952,[34] αντιφάσκει προς το επιστολικό υλικό, όπου η γερμανική πλευρά αναγνώριζε τα τεράστια πλεονεκτήματα που απέρρεαν από το αποφασιστικό αυτό στάδιο εξάλειψης των συνεπειών τής ήττας.

Επιπλέον, το Παρίσι γνώριζε ότι οι αμερικάνοι δεν θα επέτρεπαν στην ΟΔΓ να αμφισβητήσει την επιλογή τους, όσον αφορά τη μορφή που θα έπαιρνε η οριστική της επανένταξη στη διεθνή κοινότητα. Το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, μπαίνοντας στο παιχνίδι των λεονταρισμών απέναντι στον «προαιώνιο εχθρό», εντάχθηκε στον καταμερισμό των καθηκόντων που ανέθεσαν οι ΗΠΑ στα δύο μεγάλα γερμανικά κόμματα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο ηγέτης τού SPD Κουρτ Σουμάχερ μπορούσε αφενός να κατηγορεί για ενδοτισμό τον «καγκελάριο των συμμάχων» και αφετέρου να εξαπολύει μύδρους κατά τής Γαλλίας, που είχε το θράσος να θέσει υπό αμφισβήτηση την αρχή τής «ισότητας των δικαιωμάτων» και η οποία επιβουλευόταν το κρατίδιο τού Σαρ — μαξιμαλιστική ρητορική που δεν είχε πάψει να θεωρείται ανεπίτρεπτη για την κυβερνώσα δεξιά, η οποία στελεχωνόταν σε μεγάλο βαθμό από άτομα που είχαν υπηρετήσει το ναζιστικό καθεστώς.[35]

Η Ουάσινγκτον έσερνε τον χορό των εξελίξεων τόσο στη Βόννη όσο και στο Παρίσι, όπου, για παράδειγμα, ο Ουίλιαμ Τόμλινσον, — εκπρόσωπος τού υπουργείου οικονομικών στην αμερικανική πρεσβεία στο Παρίσι, αυστηρός επιτηρητής τής γαλλικής οικονομίας και, όπως και ο Ντ. Μπρους, στενός φίλος τού Μονέ — είχε αναλάβει την παρακολούθηση τού προγράμματος εργασιών τού σχεδίου Σουμάν.[36] Στα τέλη Φεβρουαρίου τού 1951, ο Πφέρντμενγκες — «τραπεζίτης τής Κολωνίας, ο στενότερος σύμβουλος και προσωπικός φίλος τού ομοσπονδιακού καγκελάριου» και, όπως και ο ομόλογός του τής Ντόιτσε Μπανκ Χέρμαν Αμπς, που επίσης έγινε «οικονομικός σύμβουλος τού Αντενάουερ», εθνικοσοσιαλιστής και βαθιά αναμεμιγμένος στη διαδικασία «αριοποίησης» επί χιτλερικού καθεστώτος[37] — αναφέρθηκε, σε κατ’ ιδίαν συνομιλία του με τον οικονομικό επιθεωρητή Πολ Λερουά-Μπολιέ (ο οποίος, μαζί με τον φίλο του Κουβ ντε Μιρβίλ, είχαν εγκαταλείψει το Βισί το 1943), στο ταξίδι που πραγματοποίησαν «οχτώ βουλευτές τού Μπούντεσταγκ» στις ΗΠΑ. Η περιοδεία, η οποία «ωφέλησε ιδιαίτερα τον κ. Όλενχαουερ», τον αντιπρόεδρο τής κοινοβουλευτικής ομάδας τού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, έδειξε στους βουλευτές τού SPD ότι «όλοι οι αμερικανοί συνομιλητές τους ενδιαφέρονταν ειλικρινά για την επιτυχία τόσο τού σχεδίου Σουμάν όσο και τού όλου ευρωπαϊκού εγχειρήματος· [ήταν], επομένως, λυπηρό το γεγονός ότι ο Σουμάχερ δεν μπόρεσε να συμμετάσχει στο ταξίδι, διότι διαφορετικά θα αντιλαμβανόταν ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες η πολιτική τού δρ. Αντενάουερ προσελκύει τη μέγιστη δυνατή συμπάθεια και υποστήριξη προς τη Γερμανία».[38] Τον Μάρτιο τού ίδιου έτους, το SPD κατέβαλε, λοιπόν, σημαντικές προσπάθειες «προκειμένου να κινηθεί η συζήτηση σε πολύ συντηρητικές κατευθύνσεις και να αποφευχθεί η ανάληψη οποιασδήποτε πρωτοβουλίας η οποία θα μπορούσε να ενοχλήσει τον δρ. Αντενάουερ».[39] Ωστόσο, η κούρσα πλειοδοσίας στην οποία ενεπλάκησαν τα γερμανικά κόμματα έφερε στο φως αυτό που η γαλλική κυβέρνηση προσπαθούσε να καταχωνιάσει στα άδυτα τής «απόρρητης» ή «εμπιστευτικής» αλληλογραφίας, δηλαδή όχι μόνο το μέγεθος τής ενδοτικότητάς της στο ζήτημα τής οικονομίας, αλλά και το γεγονός ότι γνώριζε ότι επρόκειτο να αποφυλακιστούν πρόωρα οι εγκληματίες πολέμου, πράγμα για το οποίο πίεζε η CED,[vii] που μέλημά της δεν ήταν μόνο η ευόδωση τού σχεδίου Σουμάν.[40]

Η επιστροφή τού καρτέλ τού 1926 και οι άνθρωποι-κλειδιά του

Το γαλλικό κράτος, το «ευρωπαϊκό-γερμανικό» καρτέλ και η προστασία τού εθνικού κεφαλαίου

Έχοντας ενδώσει στην απαίτηση των ΗΠΑ να «ενσωματωθεί η ΟΔΓ» σε μια κοινή ευρωπαϊκή αγορά, κινητήρια δύναμη τής οποίας θα ήταν η βαριά βιομηχανία, η Γαλλία αναβίωσε στη συνέχεια την παλαιά και ισχυρή παράδοση τού γαλλογερμανικού «διμερισμού», που διατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια τού 20ού αιώνα. Για την περίοδο έως το 1949, τα αρχεία καταδεικνύουν ότι μέλημα τής γαλλικής πλευράς ήταν να «κερδηθεί χρόνος», ώστε να καθυστερήσει η ανάληψη τής πρωτοκαθεδρίας από το Ράιχ. Ωστόσο, μετά τον θρίαμβο τής πολιτικής την οποία η κυρίαρχη ιστοριογραφία χαρακτηρίζει «συνετή» και επιτυχημένη, έγινε περισσότερο έκδηλη η βαθιά ριζωμένη τάση της για την αποδοχή τής γερμανικής ηγεμονίας. Στην περίοδο τής ΕΚΑΧ, το Παρίσι συνέχισε βεβαίως να επιζητά την εύνοια τής Ουάσινγκτον, ενδιαφερόταν όμως να καλοπιάνει και την Γερμανία, καθώς ήταν βέβαιο ότι η εν λόγω «κοινή αγορά» θα επισφράγιζε την επιστροφή τής Γερμανίας στην ηγεσία τής Ευρώπης.

Το επόμενο φθινόπωρο, το υπουργείο εξωτερικών παραδέχτηκε ανοιχτά την ασυμβατότητα που υφίστατο μεταξύ τής διεθνούς Αρχής τής Ρουρ [AIR] και τής ΕΚΑΧ, καθώς επίσης και τις «δυσχέρειες που προκαλούσε η σύγχρονη λειτουργία τους», ενώ συγχρόνως κινητοποίησε τις νομικές και οικονομικές υπηρεσίες του σε μια προσπάθεια να αποφευχθούν οι συνέπειες τής αρχής τής Gleichberechtigung, την οποία όμως, όπως αναφέρθηκε, η γαλλική πλευρά είχε αποδεχτεί ήδη από τις 9 Μαΐου τού 1950.[41] Τα νάζια για την υποτιθέμενη ανάγκη «εξεύρεσης μιας φόρμουλας που θα έσωζε τα προσχήματα σε περίπτωση που οι γερμανοί έκαναν δημόσια γνωστό αυτό το στοιχείο [τ.έ. την εν λόγω ασυμβατότητα]» δεν κράτησαν για πολύ.[42] Τον Ιανουάριο τού 1951, το Κε Ντ’Ορσέ δεν έβλεπε πλέον τον λόγο να ενοχλεί τους γερμανούς με αυτό το εκτόπλασμα, που «δεν διέθετε [καν] την απαραίτητη ισχύ, προκειμένου να επιτύχει την τροποποίηση των γερμανικών εξαγωγικών προτάσεων», και αποδέχτηκε το μοιραίο.[43] Η συνθήκη τού Παρισιού τής 18ης Απριλίου 1951, με την οποία ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, προέβλεπε ότι η AIR θα έπαυε να υφίσταται από τη στιγμή τής συγκρότησης τής Ανωτάτης Αρχής τής ΕΚΑΧ. Επιπλέον, η ερμηνεία τής συνθήκης υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών καθησύχασε τις ανησυχίες τής ΟΔΓ για την τύχη τού κρατιδίου τού Σαρ.[44]

Με το πέρασμα των χρόνων, τα αρχεία γέμισαν με επιστολές που τεκμηριώνουν το γεγονός τής προσαρμογής τού γαλλικού κρατικού μηχανισμού στις υποτιθέμενα αναπόδραστες επιταγές τής ευρωπαϊκής ενοποίησης υπό την ηγεσία τής Γερμανίας. Στις 5 Ιανουαρίου τού 1953, ένα σημείωμα τής Διεύθυνσης Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων τού Κε Ντ’Ορσε [DAFE] ανήγγειλε τις νομισματικές συνέπειες τής επικείμενης απελευθέρωσης τής αγοράς άνθρακα και χάλυβα για τις έξι χώρες τού σχεδίου Σουμάν: κρινόταν αναγκαία η μετάβαση από «τη δυνατότητα μεταφοράς συναλλάγματος μέσω τής Ευρωπαϊκής Ένωσης πληρωμών στην πλήρη νομισματική μετατρεψιμότητα», με εφαρμογή και στην περίπτωση τής «μεταφοράς κεφαλαίων»· «είναι αναγκαία η εναρμόνιση τής κοινωνικής και δημοσιονομικής νομοθεσίας, όπως επίσης και τής πιστωτικής πολιτικής»· επιπλέον, πρέπει να καθίσταται «αδύνατη οποιαδήποτε υποτίμηση, ήτοι απαιτείται η πρόσδεση των νομισμάτων στο ίδιο νόμισμα αναφοράς (το οποίο κατά πάσα πιθανότητα θα είναι το γερμανικό μάρκο, λόγω τής κυρίαρχης θέσης τής Γερμανίας μεταξύ των συμμετεχόντων κρατών)». Τα ίδια έλεγε και η Τράπεζα τής Γαλλίας για το μεγάλο αυτό σχέδιο ηγεμονίας τού γερμανικού μάρκου,[45] που δεκαετίες αργότερα επρόκειτο να πραγματοποιηθεί υπό τη διπλή πίεση τής Βόννης και τής Ουάσινγκτον, έχοντας μετονομαστεί σε «ευρώ».

Προκειμένου να πειστεί η γαλλική αλλά και «η αμερικανική κοινή γνώμη», το Παρίσι δεν έπαυε να επαναλαμβάνει ότι «από κάθε άποψη το σχεδιαζόμενο σύστημα [βρισκόταν] στον αντίποδα των καρτέλ». Ένα σημείωμα με ημερομηνία 9 Μαΐου 1950 τής DAFE, όπου αφιερώνονται τρεις σελίδες στο θέμα αυτό, προκαλεί θυμηδία.[46] Το εν λόγω κείμενο προηγείται των πρακτικών μιας συνεδρίασης που έλαβε χώρα μεταξύ ανώτερων υπαλλήλων την επομένη, στις 10 Μαΐου, και κατά την οποία ειπώθηκε ότι το σχέδιο Σουμάν δεν ήταν παρά ένα νέο καρτέλ χάλυβα.

Ο Μονέ, στην ομιλία του τής 18 Ιουλίου 1951 προς τα μέλη τού Εμπορικού Επιμελητηρίου τού Παρισιού — η οποία ομιλία διανθίστηκε με μισές αλήθειες και τερατώδη ψέματα τού τύπου «με το σχέδιο Σουμάν θα διατηρηθεί η [κεφαλαιακή] αποσυγκεντροποίηση τής Ρουρ» — παραδέχτηκε το γεγονός τής ανασύστασης τού καρτέλ. Ο μόνος λόγος για τον οποίο συμπεριλήφθηκε στο σχέδιο μια «απαγορευτική ρήτρα για τις διεπιχειρησιακές συμφωνίες για τον έλεγχο των τιμών, τη μείωση τής παραγωγής, τη διανομή των αγορών […] » ήταν για να ικανοποιηθεί η Ουάσινγκτον. «Σας δηλώνω ειλικρινά ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος για την εξασφάλισης χρηματοδοτικής στήριξης από τις ΗΠΑ. […] Είμαστε αρκετά εξοικειωμένοι με την κατάσταση στην Αμερική, με τον τρόπο που λειτουργεί το Κογκρέσο, ώστε να μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι, εάν το προβλεπόμενο σύστημα επέτρεπε τέτοιους είδους συμφωνίες, δεν θα μπορούσαμε να εξασφαλίσουμε την υποστήριξη των Η.Π.Α. Αυτό ας μείνει μεταξύ μας. Έτσι έχουν δυστυχώς τα πράγματα […]» κ.τ.λ. κ.τ.λ.[47]

Ο Σουμάν επαναλάμβανε την ίδια επωδό, διανθίζοντάς την με άλλα μοτίβα τής μόδας, όπως για παράδειγμα την επίκληση τού σοβιετικού μπαμπούλα και την έκφραση αγανάκτησης για τις «σκανδαλώδεις» κατηγορίες για τάσεις «ουδετερισμού» (οι οποίες διαδίδονταν από τους βρετανούς, που είχαν τεθεί εκτός διαδικασίας). Στις 20 Σεπτεμβρίου τού 1950, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στη Νέα Υόρκη, που πραγματοποιήθηκε μάλλον σε σχέση με τον (κατά κυριολεξία) επανεξοπλισμό τής ΟΔΓ, παρά σε σχέση με το ευρωπαϊκό καρτέλ τής βαριάς βιομηχανίας, ο Σουμάν πήρε όρκο ενώπιον τής American Commitee on United Europe[viii] (τον προσωπικό του «χορηγό») ότι από το σχέδιο θα προέκυπταν μόνο αμοιβαία οφέλη: «πρέπει να τεθεί τέρμα στον επιζήμιο ανταγωνισμό [ομολογία σύστασης καρτέλ], όπως επίσης και στις αντιθέσεις που προκάλεσαν το αιματοκύλισμα τής Ευρώπης. Λαμβανομένης υπόψη τής ανάγκης για κοινή άμυνα και δεδομένου ότι δεν τίθεται ζήτημα ουδετερότητας, θεωρούμε ότι η Ευρώπη οφείλει να οικοδομηθεί σε κλίμα ειρήνης. Δεν θέλουμε, δεν μπορούμε να είμαστε ουδέτεροι, έχουμε κάνει την επιλογή μας. […] Το σχέδιό μας είναι το εκ διαμέτρου αντίθετο τού καρτέλ. Εμείς, αντιθέτως, επιθυμούμε να ενθαρρύνουμε την επιχειρηματικότητα και το πνεύμα τού ανταγωνισμού. Επιπλέον, δεν τίθεται θέμα κρατικοποιήσεων, οι επιχειρήσεις θα παραμείνουν ελεύθερες».[48]

Οι κλίκες που απαρτίζονταν από τους ανθρώπους τού καρτέλ τού 1926 δεν έκρυβαν την ικανοποίησή τους για την επιστροφή στην πεπατημένη — ειλικρινής αντίδραση που ερχόταν σε έντονη αντίθεση με την καθημερινή προπαγάνδα για τον «επαναστατικό» και «αντι-καρτελικό» χαρακτήρα τού «σχεδίου Σουμάν». Όπως επισήμανε το 1951 ο σύγχρονος των γεγονότων Ζ.Ζ. Λεντερέρ («ευρωπαϊστής», αλλά ιδιαίτερα καυστικός στις παρατηρήσεις του για την περίοδο τού μεσοπολέμου), «αν δεν είχε μεσολαβήσει αυτό το σχέδιο, οι βιομήχανοι, με λυμένα πια τα χέρια για νέες κολεγιές, δεν θα διέκοπταν τις μεταξύ τους διαπραγματεύσεις, παρά μόνο αφού θα είχε δημιουργηθεί ένα νέο καρτέλ».[49]

Ωστόσο, η ανασύσταση τού καρτέλ ήταν η άμεση απόρροια «αυτού τού σχεδίου», όπως παραδέχτηκε ήδη τον Φεβρουάριο τού 1951 ο ολλανδός δημοσιογράφος και πανεπιστημιακός Γίτα. Σε συνεστίαση στην οποία συμμετείχαν πολιτικές και οικονομικές προσωπικότητες, ο Γίτα μίλησε εκθειαστικά για «τα προπολεμικά καρτέλ, τα οποία, παρά τις επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κανείς, δεν παύουν να έχουν τη χρησιμότητά τους. Άλλωστε και το ίδιο το σχέδιο Σουμάν έχει τον χαρακτήρα ενός διεθνούς καρτέλ βασισμένου στον προστατευτισμό. Η Ανώτατη Αρχή που προβλέπεται από το σχέδιο θα μεριμνά για την προστασία μάλλον συγκεκριμένων βιομηχανικών συμφερόντων, παρά για την προαγωγή των συλλογικών συμφερόντων τής ευρωπαϊκής κοινότητας».[50]

Η προσέγγιση αυτή, ιδιαίτερα προσφιλής στο χρηματιστικό κεφάλαιο, υιοθετήθηκε άμεσα από το γαλλικό κράτος. Σε συνεδρίαση που έγινε στις 10 Μαΐου 1950 στο υπουργείο εξωτερικών, οι παρευρεθέντες ανώτατοι υπάλληλοι συνέκλιναν στο ότι το σχέδιο Σουμάν θα αποτελούσε την επισφράγιση «μιας συμφωνίας [ανάμεσα] στη γερμανική [και] τη γαλλική βιομηχανία χάλυβα στη βάση των τρεχόντων δεδομένων παραγωγής, λαμβανομένου υπόψη τού ότι, κατά μέσο όρο, η αξία τής γαλλικής βιομηχανίας χάλυβα είναι ανάλογη με εκείνη τής γερμανικής».[51] Ένα μακροσκελές «σημείωμα για το σχέδιο κοινής εκμετάλλευσης των βασικών ευρωπαϊκών βιομηχανιών» τεκμηρίωνε την άμεση συνέχεια ανάμεσα στο εν λόγω σχέδιο και τις «αναγκαίες εθνικές και διεθνείς συμφωνίες και συμπράξεις», που είχαν συναφθεί «πριν από τον πόλεμο τού 1914», για την «αντιμετώπιση των [ολέθριων] συνεπειών τής οικονομικής συγκυρίας […] στον κλάδο τού χάλυβα» και «την εξάλειψη των γενικευμένων αρνητικών επιπτώσεων τού ανταγωνισμού, που απέρρεαν από τις καταστροφικές για τις εξαγωγές πρακτικές τού ντάμπινγκ».

Η νέα φόρμουλα αποτελούσε σημαντική βελτίωση σε σχέση με εκείνη τού παλιού καρτέλ, καθώς τόσο ο άνθρακας όσο και το σιδηρομετάλλευμα υπολογίζονταν ότι αντιστοιχούσαν στο «1/3 τού κόστους παραγωγής […] χυτοσιδήρου [… .] Επομένως, θα ήταν λογικό μια τέτοια συμφωνία να συμπληρωθεί από μία πρόσθετη συμφωνία για τον άνθρακα. Κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο στο παρελθόν, σήμερα όμως πρέπει να θεωρηθεί ως η ραχοκοκαλιά τής συμφωνίας στον τομέα του χάλυβα. Η κοινή εκμετάλλευση τού γαλλικού σιδηρομεταλλεύματος και τού οπτάνθρακα τής Ρουρ φαίνεται λοιπόν να υπαγορεύεται από την οικονομική γεωγραφία».[52] Ωστόσο, όπως θα δούμε, τόσο η διατήρηση τής «αποσυγκεντροποίησης τής Ρουρ» όσο και η διατήρηση τής αναφοράς στα «τρέχοντα επίπεδα παραγωγής» δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ευσεβείς πόθοι.

Γαλλική εργοδοσία και «ευρωπαϊκές» λύσεις

Επομένως, πίσω από το «αμερικανικό» σκεπτικό τής γαλλικής πρωτοβουλίας τής 9ης Μαΐου τού 1950 βρίσκονταν τα εξής δυο στοιχεία: (1) το ενδιαφέρον για την αναθέρμανση των γαλλο-γερμανικών σχέσεων τής περιόδου τού μεσοπολέμου και τής Κατοχής· και (2) ο «ποιμαντικός» ρόλος που ανέκαθεν διαδραμάτιζε το γαλλικό κράτος όσον αφορά την προστασία τού ιδιωτικού κεφαλαίου και δη τού γαλλογερμανικού ιδιωτικού κεφαλαίου (φαινόμενο που ναι μεν πήρε ακραίες διαστάσεις επί καθεστώτος Βισί, αλλά συνέχισε να υφίσταται επί των ημερών τού διαδόχου δημοκρατικού καθεστώτος). Η τεράστια δημόσια χρηματοδότηση — είτε επρόκειτο για άμεση, είτε για έμμεση (κυρίως μέσω τού χαμηλού κόστους τού άνθρακα, που είχε πλέον περιέλθει στον έλεγχο τού κράτους), είτε τέλος για φορολογική χρηματοδότηση — τού ιδιωτικού τομέα παραγωγής χάλυβα διογκώθηκε ακόμη περισσότερο μετά τη δημιουργίας τής «κοινής αγοράς άνθρακα και χάλυβα» (Φεβρουάριος-Μάιος 1953), εξέλιξη που οδήγησε και στην οριστική εξάλειψη κάθε κινδύνου «εθνικοποίησης» τού τομέα (όπως άλλωστε συνέβη και στην περίπτωση τής Γερμανίας).

Στα τέλη Απριλίου τού 1955 ένας ανώτερος υπάλληλος τού υπουργείου εξωτερικών επισήμανε το γεγονός ότι, πέραν των πλουσιοπάροχων αυτών κρατικών επιδοτήσεων στον ιδιωτικό τομέα, η υπουργική απόφαση τής 16ης Ιουνίου τού 1954 προέβλεπε επιπλέον «εξαγωγικές ενισχύσεις όσον αφορά τις πωλήσεις προς χώρες μη-μέλη τής ΕΚΑΧ». Επιφέροντας κόστος 7 δισ. φράγκων στον κρατικό προϋπολογισμό, οι εν λόγω ενισχύσεις, που όπως είναι προφανές είχαν ως συνέπεια την υπέρμετρη επιβάρυνση των φορολογουμένων, έθεταν σε κίνδυνο συνολικά το γαλλικό «εξαγωγικό εμπόριο», διότι οδήγησαν τους χαλυβουργικούς ομίλους να αναπτύξουν τις εξαγωγές χάλυβα προς χώρες εκτός τής ΕΚΑΧ: σε μέσα μηνιαία επίπεδα, οι εν λόγω εξαγωγές αυξήθηκαν από 285.000 τόνους το 1953 σε 369.000 τόνους το 1954, ενώ ανήλθαν στους 511.000 τόνους κατά το δεύτερο εξάμηνο τού 1955. «Όσον αφορά δε τις χώρες εισαγωγής στις οποίες σημειώνεται έλλειψη φράγκων, η αύξηση αυτή των πωλήσεων προϊόντων χάλυβα καθιστά δυσχερέστερη την προώθηση σε αυτές προϊόντων που ενσωματώνουν περισσότερη εργασία και των οποίων η πώληση είναι πιο συμφέρουσα για το σύνολο τής γαλλικής κοινωνίας».

Οι εν λόγω «εξαγωγικές ενισχύσεις [δεν αντιστοιχούσαν] στις πραγματικές ανάγκες τής «γαλλικής χαλυβουργίας», καθόσον «οι τιμές των αγορών εκτός ΕΚΑΧ [είχαν] διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα από το καρτέλ των Βρυξελών» (τ.έ. το διεθνές εξαγωγικό καρτέλ χάλυβα, η ανασύσταση τού οποίου τοποθετείται χρονικά μεταξύ τής περιόδου Μαρτίου-Σεπτεμβρίου 1953 και τής ημερομηνίας δημιουργίας τής «κοινής αγοράς»).[53] «Μετά το τέλος τού πολέμου και κυρίως μετά την εγκαθίδρυση τής κοινής αγοράς, [η βιομηχανία χάλυβα έτυχε] ευνοϊκότερης μεταχείρισης σε σχέση με τους υπόλοιπους βιομηχανικούς κλάδους, τόσο σε επίπεδο επενδύσεων, όσο και σε επίπεδο φορολογίας, μεταφορών, πιστώσεων κ.λπ. (ως παραδείγματα μπορούν, μεταξύ άλλων, να αναφερθούν: η αναδιάρθρωση των δανείων που χορηγήθηκαν από το FME [Ταμείο εκσυγχρονισμού & εξοπλισμού], η χορήγηση ενίσχυσης για την απόκτηση τού ορυχείου Χάρπεν [στη Ρουρ], η εξίσωση των τιμών νικελίου, η ηλεκτροδότηση τής σιδηροδρομικής γραμμής Τιονβίλ-Δουνκέρκης, η χρηματοδότηση των έργων μετατροπής στα ανθρακωρυχεία τού Centre-Midi, η μείωση των τιμών τού άνθρακα με επιδοτήσεις προϋπολογισμού, η μεγάλη επιτυχία που σημείωσε στην κεφαλαιαγορά η Ένωση Βιομηχανίας Χάλυβα κ.ο.κ.)»[54] Παρ’ όλ’ αυτά οι ιδιοκτήτες των χαλυβουργείων συνέχισαν να κρούουν τον κώδωνα τού κινδύνου για την παγίδα τού «κρατισμού» και να καταγγέλλουν τον «παρεμβατισμό» τής Ανώτατης Αρχής (συνεχίζοντας μια παράδοση τόσο παλιά όσο και η κρατική τους χρηματοδότηση).

Μετά την απελευθέρωση, περιορίστηκε μεν ο αποκλειστικός χαρακτήρας των σχέσεών τους με τις ΗΠΑ, οι σχέσεις όμως αυτές συνέχισαν να είναι καθοριστικές. Όπως και στην προηγούμενη μεταπολεμική περίοδο, οι αμερικάνοι, επιθυμώντας να διατηρήσουν την ισχύουσα κατάσταση πραγμάτων όσον αφορά τη σφαίρα επιρροής τους στην Ευρώπη,[55] μπόρεσαν αφενός να τους απαλλάξουν από τον κίνδυνο των εκκαθαρίσεων και αφετέρου, στις περισσότερες περιπτώσεις, να αποτρέψουν το ενδεχόμενο των εθνικοποιήσεων. Οι γάλλοι μεγαλοεργοδότες, οι οποίοι για μεγάλο διάστημα έβλεπαν «στο πρόσωπο τού Χίτλερ τον προστάτη των χρηματοκιβωτίων τους», δεν έπαψαν ποτέ, μετά το Στάλινγκραντ, «να θεωρούν ότι οι αμερικανοί ή οι βρετανοί στρατιώτες θα έπρεπε, εκ των πραγμάτων, να τεθούν στην υπηρεσία τους σε περίπτωση νίκης των μπολσεβίκων».[56] Κατά τον χρόνο σύνταξης τού παρόντος βιβλίου, έχει καταστεί οριστική η μεταβίβαση τής εμπιστοσύνης τους στην αμερικανική «κοινωνικοπολιτική ασπίδα».[57] Ωστόσο, όπως εκτιμά ο βρετανός ιστορικός Ρίτσαρντ Βίνεν, «ο ενθουσιασμός τους για την Αμερική άρχισε να φθίνει από τη δεκαετία τού ’50»: έχοντας απαλλαγεί οριστικά από τους φόβους τού 1944, «δεν αισθάνονταν ότι είχαν την ίδια ανάγκη εξωτερικής προστασίας απέναντι στον εσωτερικό εχθρό».[58]

Η επιστροφή στην παράδοση τής γαλλογερμανικής συνεργασίας από πλευράς τού Εθνικού Συμβουλίου τής Γαλλικής Εργοδοσίας (CNPF, διαδόχου οργανισμού τής CGPF), την προεδρία τού οποίου ανέλαβε ο Ζορζ Βιλιέ και όπου η μεταλλουργική βιομηχανία συνέχισε να έχει την πρωτοκαθεδρία, υπάκουε λοιπόν σε μια μακροπρόθεσμη λογική. Η τάση αυτή, που κατέστη ιδιαίτερα αισθητή από τη διετία 1947-1948, εδραιώθηκε με τον ολοένα και σημαντικότερο ρόλο που κλήθηκε να διαδραματίσει στο πλαίσιο τού εν λόγω οργανισμού ο απεσταλμένος τής «Επιτροπής Χυτηρίων»[ix] Φρανσουά Πονσέ. Την εποχή που διατελούσε «κύριος οικονομικός σύμβουλος στη γαλλική ζώνη [κατοχής]», δεν έχανε την ευκαιρία να στηλιτεύει το «καθεστώς κατοχής», το οποίο θεωρούσε ότι δέσμευε υπερβολικά τη δυτική Γερμανία. Αυτό ωστόσο δεν τον απέτρεψε από το να αναλάβει το αξίωμα τού ανωτάτου (πολιτικού) αρμοστή τον Ιούνιο τού 1949. Υπηρετώντας στο Μπαντ Γκόντεσμπεργκ από τον Αύγουστο τού ίδιου έτους, ο Φρανσουά Πονσέ προωθούσε με κάθε τρόπο και προς κάθε κατεύθυνση τις γαλλογερμανικές συμμαχίες μεταξύ των παραγωγών χάλυβα. Τον Οκτώβριο τού 1949, ο συνεργάτης του Α. Μπεράρ, που ήταν λιγότερο γερμανόφιλος και ο οποίος δεν έκρυβε την αντιπάθειά του για τον προϊστάμενό του, σχολίασε την εν λόγω τακτική ως εξής: «[Ο Φ. Πονσέ] θεωρεί ότι ο γερμανικός λαός είναι τόσο δραστήριος και ενεργητικός, ώστε είναι μάταιο να του αντισταθούμε. Είναι επόμενο λοιπόν να επιδιώκει τη συνεννόηση, όπως έκανε και προ δεκαετίας».[59]

Η προκλητικότητα των δηλώσεων τού Φρανσουά Πονσέ αντικατόπτριζε το γεγονός ότι ήδη από το καλοκαίρι τού 1947 οι γερμανοί παραγωγοί χάλυβα είχαν αναλάβει την πρωτοβουλία για τη διεξαγωγή διμερών μυστικών διαπραγματεύσεων, προκειμένου, όπως επισημαίνει ο Τζίλιγχαμ, να αντικρούσουν τη συμμαχική «εκστρατεία παροπλισμού» [των γερμανικών εργοστασίων].[60] Στην πραγματικότητα, οι βαρόνοι τής Ρουρ δεν διέτρεξαν ποτέ κίνδυνο, παρά την επιχείρηση καταστροφής δυτικογερμανικών «πολεμικών βιομηχανιών» που, μετά το 1945, προοριζόταν απλώς να δημιουργήσει κλίμα εσωτερικής συναίνεσης ενάντια στην υποτιθέμενη αυτή μάστιγα. Οι όποιοι κίνδυνοι εξανεμίστηκαν με την επίσημη έναρξη τού σχεδίου Μάρσαλ, καθώς το άρθρο 115 τού νόμου για την ECA,[x] που ψηφίστηκε από το αμερικανικό Κογκρέσο στις 3 Απριλίου τού 1948, απαγόρευε τον παροπλισμό των εργοστασίων με το σκεπτικό ότι η συμβολή τής γερμανικής παραγωγής θα είχε ζωτική σημασία για την «ευρωπαϊκή ανάκαμψη».[61] Παρ’ όλ’ αυτά, σύμφωνα με τον αμερικανό ιστορικό, οι προσπάθειες που αναλήφθηκαν το 1947 για την επανέναρξη των συναλλαγών όσον αφορά τον οπτάνθρακα τής Ρουρ και το σιδηρομετάλλευμα τής Λορένης αποτελούσαν τόσο ένδειξη «απόρριψης τού σιδηρουργικού σωβινισμού τής περιόδου 1914-1918» όσο και ανάπτυξης «ενός νέου διεθνισμού» μεταξύ των γερμανών παραγωγών χάλυβα.

Κατ΄ αυτόν τον τρόπο, αποκαταστάθηκε η συνέχεια των γαλλογερμανικών σχέσεων, πράγμα που έγινε προφανές μετά την επιστροφή τής «ομαλότητας» στη Ρουρ το καλοκαίρι τού 1948. Τον Σεπτέμβριο, «οι μεγαλύτεροι γάλλοι βιομήχανοι» συναντήθηκαν με τους ομολόγους τους στην πόλη Έσεν για να συζητήσουν την «ανάπτυξη στενότερων χρηματοοικονομικών δεσμών» μεταξύ των δύο χωρών. Ωστόσο, προς το τέλος τού ίδιου χρόνου, η φορτικότητα των γάλλων συνομιλητών έδειχνε να μεγαλώνει χέρι-χέρι με την επιφυλακτικότητα των γερμανών, καθώς ο νεότοκος «διεθνισμός» των τελευταίων φάνηκε να εξανεμίζεται μετά την επίσημη ανάκτηση εκ μέρους τους τού ελέγχου τής Ρουρ. Εν πάση περιπτώσει, τα διάφορα σχέδια συμπράξεων που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια των συναντήσεων αυτών αποτέλεσαν τα προεόρτια τής «πρωτοβουλίας Σουμάν». Οι επαφές και οι συζητήσεις εντατικοποιήθηκαν εξαιτίας τής ραγδαίας αύξησης τού φαινομένου τής υπερπαραγωγής που σημειώθηκε μεταξύ τής άνοιξης τού 1949[62] και τής έναρξης τού πολέμου τής Κορέας, γεγονός που εκλήφθηκε ως θείο δώρο.

Ο ακαδημαϊκός «ευρωπαϊσμός» θεωρεί την ευρωπαϊκή ένωση αποκλειστικό δημιούργημα των «πατέρων τής Ευρώπης», οι οποίοι μάλιστα παρουσιάζονται ως αξιέπαινοι ειρηνιστές των αγορών. Ο εν λόγω μύθος φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τους κοπετούς των γάλλων βιομηχάνων χάλυβα για τις βαριές ζημιές που υπέστησαν λόγω τού κρατικο-διοικητικού παρεμβατισμού και αυταρχισμού και για την καταστροφή των βιομηχανιών τους, ως συνέπεια τής εφαρμογής τού σχεδίου Σουμάν· υποστηρίζεται, επιπλέον, ότι το κράτος δεν ενδιαφέρθηκε για τη γνώμη των «ενδιαφερομένων», οι οποίοι υποτίθεται ότι είχαν εκδηλώσει δημόσια την εναντίωσή τους σε αυτό το αμιγώς πολιτικό σχέδιο.[63]

Αντιθέτως, η αλληλογραφία τού Κε Ντ’Ορσέ καταγράφει «τις πιέσεις κύκλων τής γερμανικής βιομηχανίας χάλυβα, που έβρισκαν πρόθυμους υποστηρικτές στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση».[64] Κατ’ επιβεβαίωση τής μακράς παράδοσης τής επιλεκτικής «ταξινόμησης», οι επιστολές που έκαναν σαφή αναφορά στους δεσμούς μεταξύ γαλλικού κράτους και βαριάς βιομηχανίας αφαιρέθηκαν από το αρχείο, ενώ διατηρήθηκαν τα στοιχεία εκείνα που καταγράφουν τις αντιρρήσεις των επαγγελματικών και εμποροβιομηχανικών επιμελητηρίων των περιοχών με βαριά βιομηχανία (κατά τον ίδιο τρόπο, από τα αρχεία τής δεκαετίας τού 1930 τής Škoda έχουν αφαιρεθεί έγγραφα από τα οποία θα μπορούσαν να προκύψουν ενδείξεις ενοχής σε βάρος των Σνάιντερ).[65]

Ωστόσο, από τα διασωθέντα έγγραφα γίνεται αντιληπτό ότι, για την προώθηση των στόχων της και στο πλαίσιο ενός ιδιότυπου καταμερισμού εργασίας, η Επιτροπή χυτηρίων χρησιμοποιούσε, πέραν των γνωστών έμπιστων βοηθών τύπου Φρανσουά Πονσέ, και άλλα αθύρματα, που μάλιστα προέρχονταν από τον χώρο τής αριστεράς. Πράγματι, οι μεγαλοσυνάρχες κατέβαλαν ιδιαίτερες προσπάθειες, κυρίως μετά την ταραχώδη περίοδο τής διετίας 1934-1935, για την εξασφάλιση τής υποστήριξης τού πολιτικού και συνδικαλιστικού βραχίονα τής αντικομμουνιστικής αριστεράς (τού SFIO[xi] και τής [τότε] CGT, αντίστοιχα)· το εγχείρημά τους στέφθηκε με επιτυχία και μπορούσαν πλέον να προσφεύγουν στις υπηρεσίες έμπιστων ανθρώπων, όπως για παράδειγμα τού Αντρέ Φιλίπ.[66] Eνίοτε προπολεμικά, αλλά οπωσδήποτε μετά τον πόλεμο, το SFIO (όπως και το MRP[xii]) ήταν κόμμα έντονα προσανατολισμένο στον στόχο τής ισχυροποίησης τής συμμαχίας με τις ΗΠΑ, πράγμα που ίσχυε και για τη συνδικαλιστική του οργάνωση, την Force ouvrière [FO], που ναι μεν εμφανίστηκε ως διάδοχος των «συνασπισμένων» τού Ζουό, αλλά είχε ιδρυθεί χάρη στις προσπάθειες των αμερικάνων.[67]

Εν όψει τής αναμενόμενης επικύρωσης τού σχεδίου Μάρσαλ (Δεκέμβριος 1951), έπρεπε να δημιουργηθεί η πεποίθηση στο λαϊκό εκλογικό σώμα ότι οι ιδιοκτήτες των χαλυβουργείων εναντιώνονταν στο «αντι-καρτελικό» σχέδιο Σουμάν, το οποίο θα έδινε τέλος στην εξαθλίωση, την ανεργία και την επιρροή τής Επιτροπής Χυτηρίων. Η αποστολή που ανατέθηκε στην FO και το SFIO ήταν να στηλιτεύουν με δριμύτητα την «ιερή συμμαχία» μεταξύ τού PCF [ΚΚΓ], τού μεγάλου κεφαλαίου και των σοβιετικών: «οι σταλινικοί […] σπεύδουν να σώσουν τους καπιταλιστές-παραγωγούς χάλυβα, τους ιδιοκτήτες των χαλυβουργείων, και μάλιστα στο όνομα τού έθνους!»· οι σταλινικοί δουλεύουν «για λογαριασμό τής σοβιετικής Ρωσίας, επιδιώκουν την επιβολή τής σοβιετικής κυριαρχίας στη Γαλλία και στη δυτική Γερμανία, υπονομεύουν την οικοδόμηση μιας ευτυχισμένης και ευημερούσας Ευρώπης» κ.ο.κ.[68] Στον «αγώνα» μπήκε και ο Αντρέ Φιλίπ, άνθρωπος εμπιστοσύνης τόσο τής χρηματιστικής ολιγαρχίας, που το 1946 τον είχε προωθήσει στη θέση τού υπουργού των οικονομικών,[69] όσο και κυρίως τής Επιτροπής χυτηρίων, που το φθινόπωρο τού 1949 είχε χρηματοδοτήσει «την εκστρατεία τού κ. Αντρέ Φιλίπ υπέρ τής δημιουργίας μιας ευρωπαϊκής οργάνωσης βιομηχανιών χάλυβα».[70] Το σχετικό άρθρο τού ηγέτη τού SFIO, που δημοσιεύθηκε στα μέσα Δεκεμβρίου στην εφημερίδα τού κόμματος «Le Populaire», με σκοπό να καμφθούν οι επιφυλάξεις τού κοινοβουλίου όσον αφορά την επικύρωση τού σχεδίου Μάρσαλ, άγγιξε τα όρια τού παραληρήματος. Στα μάτια, λοιπόν, τού Α. Φιλίπ, το σχέδιο Σουμάν επρόκειτο να επιφέρει το τέλος τής κυριαρχίας τού παλιού «καρτέλ χάλυβα», το οποίο, ενώ είχε εξασφαλίσει «σημαντικά κέρδη» στην Επιτροπή χυτηρίων, σήμαινε για τους εργάτες σκληρή εκμετάλλευση, που εντεινόταν ακόμα περισσότερο λόγω τού προστατευτισμού. Το σχέδιο εγγυάτο ένα λαμπρό μέλλον για την εργατική τάξη: «επιτέλους, για πρώτη φορά στην ιστορία, διασφαλίζεται σήμερα η προστασία των εργαζομένων από τις συνέπειες των βιομηχανικών αναδιαρθρώσεων» με τρόπο που «να υπερβαίνει τις αντιθέσεις και τους ανταγωνισμούς τού παρελθόντος» κ.τ.λ. κ.τ.λ.

Ο καταμερισμός καθηκόντων μεταξύ τής αντικομμουνιστικής αριστεράς και τής ομάδας που αποτελούσαν οι CNPF[xiii]-Επιτροπή Χυτηρίων-UIMM[xiv] άρχισε να γίνεται εμφανής στις αρχές Δεκεμβρίου τού 1951: όπως έγραφε στην εφημερίδα Franc-Tireur ο Σαρλ Ρονσάκ, «οι εκπρόσωποι των μεγάλων επιχειρήσεων στον κλάδο τού χάλυβα, που διέκειντο αρνητικά προς το σχέδιο Σουμάν», θεώρησαν ότι η «έκθεση προς το Οικονομικό Συμβούλιο», την οποία συνέταξε και παρουσίασε ο Α. Φιλίπ, ήταν τόσο «αξιόλογη», ώστε έκριναν ότι «δεν είχαν να προσθέσουν τίποτε άλλο». Το ανακοινωθέν τής 3ης Δεκεμβρίου, με το οποίο η CNFP εξέφρασε «ικανοποίηση για την έκθεση τού κ. Αντρέ Φιλίπ», δικαιολογώντας συγχρόνως την απουσία της από τη συζήτηση,[71] επιβεβαίωσε την τακτική τους αυτή. Στην πραγματικότητα, η Επιτροπή χυτηρίων και το CNPF είχαν συμμετάσχει στις προπαρασκευαστικές διαδικασίες τής «ευρωπαϊκής» ολοκλήρωσης. Άλλωστε και ο ίδιος ο Ζακ Λοράν — πρόεδρος τής Sidélor, τού χαλυβουργικού μεγαθήριου τής Λορένης —, σχολιάζοντας τις εξελίξεις με έναν φιλιππικό περί τής λερναίας ύδρας τού παρεμβατισμού, δεν παρέλειψε να απονείμει τα εύσημα στην κυβέρνηση και ιδιαίτερα στον Ρ. Σουμάν για το έργο τους, γεγονός πολύ σπάνιο στα χρονικά τού γαλλικού χρηματιστικού κεφαλαίου. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, ως «πατέρας τής Ευρώπης», το τσιράκι των Βεντέλ πήρε επάξια θέση στο πάνθεον των τριών ηρώων τής μεγαλοεργοδοσίας, δίπλα στον Πουανκαρέ τής λιτότητας (1926) και τον Πετέν, τον ήρωα και πρωτεργάτη των «συμβουλίων διοίκησης» τού 1940-41 (όσον αφορά, λοιπόν, το «πάνθεον» τού 20ύ αιώνα, έχουμε και λέμε: ένας στρατιωτικός δικτάτορας και δύο εκ Λορένης ορμώμενοι λακέδες τής Επιτροπής χυτηρίων).

Στον μεγαλοβιομήχανο και στους ομολόγους του που δραστηριοποιούνταν στον τομέα τού χάλυβα είχαν παρασχεθεί όλες οι δυνατές εγγυήσεις: «[Δ]εν μπορούμε παρά να εγκρίνουμε κατ’ αρχήν την ευρωπαϊκή συνθήκη άνθρακα και χάλυβα, η οποία, ωστόσο, θα δημιουργήσει μια νέα κατάσταση που εγκυμονεί πολλούς κινδύνους για τη γαλλική βιομηχανία χάλυβα», δήλωσε ο Λοράν στις 9 Ιανουαρίου τού 1951 κατά τη διάρκεια τελετής στην οποία του απονεμήθηκε το μετάλλιο εργασίας. «Έχουμε εμπιστοσύνη στους συντάκτες τού σχεδίου και κυρίως στο μεγάλο τέκνο τής Λορένης [τον κ. Σουμάν], από τον οποίο και πήρε το όνομά του. Είμαστε πεπεισμένοι ότι [οι πρωτεργάτες τού σχεδίου] θα συμβάλλουν στο να βελτιωθούν οι όροι τής εφαρμογής του. Είμαστε επίσης πεπεισμένοι ότι η κυβέρνηση θα λάβει μέριμνα προκειμένου οι βιομηχανίες χάλυβα τής ανατολικής Γαλλίας να εφοδιάζονται με τα απαραίτητα καύσιμα για την επεξεργασία των εγχώριων μεταλλευμάτων από την εσωτερική αγορά και όχι από γειτονικές χώρες. Τέλος, είμαστε πεπεισμένοι ότι η υπερεθνική αρχή, στην οποία έχουν χορηγηθεί απόλυτες εξουσίες, που κανένας δικτάτορας δεν διέθετε ποτέ στο παρελθόν, θα επιδείξει την αναγκαία νηφαλιότητα, αντικειμενικότητα και επιδεξιότητα και θα θελήσει να συνεργαστεί αξιόπιστα και ευσυνείδητα με όλους τους ενδιαφερόμενους κλάδους».

Μέσα στον ωκεανό των στεναγμών, η επιβράβευση των υπηρεσιών τού Σουμάν ήταν τόσο εξόφθαλμη, ώστε οι επαγγελματικές ενώσεις τού κλάδου τού χάλυβα στην ανατολική Γαλλία υποχρεώθηκαν να εκδώσουν στις 15 Ιανουαρίου τού 1951 την ακόλουθη επίσημη ανακοίνωση: η Sidélor αντιπροσωπεύει μέρος μόνο «τού συνόλου των χαλυβουργικών επιχειρήσεων τής Μοζέλ και τής Μερτ-ε-Μοζέλ»· «εναπόκειται πλέον στη γαλλική κυβέρνηση, πριν από τη θέση σε εφαρμογή τού σχεδίου, να λάβει τα αναγκαία μέτρα, ώστε να εξαλειφθεί κάθε ενδεχόμενο καταστροφής των βιομηχανιών σιδήρου και χάλυβα και τής εν γένει οικονομικής ζωής τής Λορένης».[72]

Αν και δεν υπάρχουν επίσημες αποδείξεις για τη συμμετοχή των μεγαλοβιομηχάνων στις διαβουλεύσεις προ τής 9ης Μαΐου 1950, έχουν διασωθεί στα αρχεία τού Κε Ντ’Ορσέ στοιχεία που αποδεικνύουν αφενός ότι άσκησαν πίεση στον Μονέ και στο κράτος όσον αφορά την τελική διαμόρφωση τής συνθήκης και αφετέρου το ότι είναι παράλογη η θέση περί μιας «υπερεθνικής αρχής στην οποία χορηγήθηκαν απόλυτες εξουσίες, που κανένας δικτάτορας δεν διέθετε ποτέ στο παρελθόν».

Στα μέσα Νοεμβρίου τού 1950, το αίτημα για την «ένταξη στο πεδίο εφαρμογής τού σχεδίου Σουμάν τής βορείου Αφρικής» που υπέβαλαν οι ιταλοί παραγωγοί χάλυβα, κύριοι προμηθευτές των οποίων ήταν οι γαλλικοί όμιλοι παραγωγής σιδηρομεταλλεύματος, εξετάστηκε για λογαριασμό τού δημοσίου από δύο εξέχουσες προσωπικότητες τού Βισί: τον Ροζέ Λανζερόν, τον πρώην αρχηγό τής αστυνομίας (θέση που κατείχε μέχρι τον Απρίλιο τού 1941) και τότε πρόεδρο τής Ouenza, τής μεγαλύτερης από τις ενδιαφερόμενες αλγερινές εταιρείες (που επί κατοχής είχαν αποδειχθεί χρυσωρυχείο για τους γαλλογερμανούς επιχειρηματίες), και τον Ανρί Λαφόν, διακεκριμένο συνάρχη (έναν από τους «σαράντα έξι» [τής λίστας Σαβέν]), πρώην «εντεταλμένο σύμβουλο τής Ένωσης Εξορυκτικών Βιομηχανιών [και] γενικό γραμματέα [στο υπουργείο] ενέργειας»[73] και τότε «διοικητή τής Ouenza και πρόεδρο πολλών άλλων βορειοαφρικανικών εξορυκτικών επιχειρήσεων», μέλος επίσης τού προεδρείου τού CNPF[xv], διοικητή τής επενδυτικής τράπεζας BUP,[xvi] (πλέον) πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο τής Ένωσης Εξορυκτικών Βιομηχανιών, κ.ο.κ.

Ο Λαφόν, μαζί με τον Λανζερόν και τον Ντενί, τον προϊστάμενο τής αρμόδιας υπηρεσίας για τον κλάδο τού χάλυβα τού υπουργείου Βιομηχανίας και Εμπορίου, έσπευσαν να επιπλήξουν τον αναπληρωτή τού Μονέ, τον Ετιέν Χιρς. Όπως δήλωσε ο Λαφόν, οι παραγωγοί δεν πρόκειται να ανεχθούν ούτε «την ένταξη τής Αλγερίας, [που,] από νομική άποψη, είναι τμήμα τής γαλλικής επικράτειας», ή και τής υπόλοιπης «βορείου Αφρικής στο σχέδιο Σουμάν», ούτε τη σύναψη «μακροπρόθεσμων συμβάσεων μεταξύ των βορειοαφρικανών παραγωγών και τής ιταλικής βιομηχανίας χάλυβα»· «οι κύριοι πελάτες των ορυχείων σιδηροµεταλλεύµατος τής βορείου Αφρικής βρίσκονται εκτός τής κοινής αγοράς και […] ως εκ τούτου οι παραγωγοί πρέπει να απολαύουν τής μέγιστης δυνατής ελευθερίας [… .] Από άποψη εμπορίου, το σιδηρομετάλλευμα δεν αποτέλεσε ποτέ αντικείμενο μακροπρόθεσμων συμβάσεων· και τούτο, είτε πρόκειται για ρήτρες ποσότητας, είτε για ρήτρες τιμών. Υπό τις συνθήκες αυτές, [ο Λαφόν] εκτιμά ότι, όσον αφορά τις παραδόσεις μεταλλεύματος στην Ιταλία, η μέγιστη παραχώρηση που μπορούσε να κάνει η γαλλική κυβέρνηση είναι να προβεί σε δέσμευση για την έκδοση αδειών εισαγωγής για τις σχετικές ποσότητες». Συνέχισε απειλώντας ότι, εάν το κράτος τολμούσε να περιλάβει στο πεδίο εφαρμογής «τού σχεδίου Σουμάν την Αλγερία […], θα είχε να αντιμετωπίσει τη δεδηλωμένη αντίθεση των παραγωγών σιδηροµεταλλεύµατος, οι οποίοι εξάλλου δεν θα δίσταζαν να παρακάμψουν τις αποφάσεις τής Ανώτατης Αρχής».[74]

Τον Δεκέμβριο τού 1950 «η γαλλική κυβέρνηση», συμμορφούμενη προς τις υποδείξεις τού Λαφόν, διαμεσολάβησε «μεταξύ τής διοίκησης των ορυχείων τής Ouenza και τής ιταλικής αντιπροσωπείας για τη σύναψη συμφωνίας που περιελάμβανε συγκεκριμένες δεσμεύσεις όσον αφορά την ποσότητα και τις τιμές, οι οποίες κρίθηκαν ικανοποιητικές από τους ενδιαφερόμενους» κ.τ.λ.[75]

Η αίσθηση που αποκομίζει κανείς διαβάζοντας αυτά που έγραφαν το 1951 ο Ζακ Φερί, ο Ανρί ντε Βεντέλ και ο Ζαν Ρατί, ο τότε πρόεδρος τής εταιρείας χαλυβουργίας τού Λονγκβί (μια ακόμη εξέχουσα προσωπικότητα τής Κατοχής),[76] είναι ότι οι γάλλοι παραγωγοί χάλυβα ζούσαν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας: άθλιες τιμές για όλες τις κατηγορίες χάλυβα (από τα «υποπροϊόντα τής διαδικασίας παραγωγής οπτάνθρακα, των οποίων οι τιμές διατηρούνται σε ασυνήθιστα χαμηλά επίπεδα, πράγμα που αποβαίνει εις βάρος μας» μέχρι και τα απομέταλλα)· «αυξανόμενα επίπεδα χρέους έναντι των ανταγωνιστών μας, ορισμένοι εκ των οποίων βρίσκονται στο κατώφλι μας, και οι οποίοι διαθέτουν πολύ σημαντικούς χρηματοοικονομικούς πόρους[· …] εξαιρετικά υψηλά χρηματοπιστωτικά έξοδα, που αποτελούν σοβαρό ή και μοιραίο μειονέκτημα για τις επιχειρήσεις μας· κι αυτό τη στιγμή που, όπως λέγεται, οι ανταγωνιστές μας ετοιμάζονται να εισβάλλουν στη γαλλική αγορά»· περιττό, επίσης, να επισημανθεί το γεγονός ότι η ανάκτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων τής Γερμανίας θα δημιουργούσε προσκόμματα «στην ασφαλή και τακτική πρόσβαση στο κοκ και στο ψιλομερές κοκ τής Ρουρ […] πράγμα που είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για τις επιχειρήσεις μας [… .]

Έχοντας κατά νου το ότι, υπό το σημερινό καθεστώς κατοχής, οι ποσότητες που παραδίδονται από τους παραγωγούς τής Ρουρ στις επιχειρήσεις μας μειώνονται μήνα με τον μήνα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες τής Γαλλίας, δύσκολα γίνεται αντιληπτό με ποιο τρόπο η Ανώτατη Αρχή θα μπορέσει, χωρίς τα μέσα ελέγχου και καταναγκασμού που σήμερα διαθέτουν οι συμμαχικές αρχές στη Γερμανία, να κάνει σεβαστές τις αποφάσεις της, έχοντας μάλιστα απέναντί της μια κυρίαρχη γερμανική κυβέρνηση, μια κοινή γνώμη που μπορεί να χειραγωγηθεί εύκολα, όσον αφορά το ζήτημα των εξαγωγών άνθρακα και οπτάνθρακα, και μια σειρά από επιχειρήσεις εκμετάλλευσης, που, ό,τι και να γίνει, θα συνεχίσουν να διακατέχονται από τη γερμανική νοοτροπία και οι οποίες θα παραμείνουν ενταγμένες στην οικονομία τής γείτονος χώρας».[77] Τα παράπονά τους έπιασαν τόπο, καθώς η κρατική χρηματοδότηση των ιδιωτών παραγωγών χάλυβα αυξήθηκε ακόμα περισσότερο με την έναρξη τής εποχής τής «κοινής αγοράς» άνθρακα και χάλυβα.

Αυτές οι εκδηλώσεις «αντιγερμανισμού», που γίνονταν για το θεαθήναι και προς τέρψιν μόνον των «πολιτικών», δεν εμπόδιζαν τους βιομηχάνους χάλυβα να διατηρούν στενές επαφές με τους γερμανούς ομολόγους τους και να παίζουν την ίδια παλιά κασέτα περί των εγγενών γαλλικών προβλημάτων και αδυναμιών. Σε συνεστίαση που έγινε στη Ρουρ στα μέσα Απριλίου τού 1951, ο γάλλος Ζ. Πινό εξέφρασε την ευχαρίστησή του για την «καλή θέληση» που επιδείχθηκε από τους οικοδεσπότες του «κατά τις συχνές επισκέψεις του στη Γερμανία τα τελευταία δύο έτη», δήλωσε ότι οι γάλλοι διαθέτουν, επίσης, «μεγάλα» αποθέματα καλής θέλησης και «υπογράμμισε ότι ήρθε ο καιρός για μια νέα συμφωνία». Ο Πινό διατύπωσε επίσης την άποψη ότι «η κύρια αιτία για την εθνική παρακμή τής Γαλλίας κατά τη διάρκεια των τελευταίων 150 ετών [ήταν] η απουσία μιας ισχυρής βιομηχανίας άνθρακα!».

Η συμφωνία ανάμεσα στον Σύνδεσμο Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI)[xvii] και το CNPF, την ομόλογη γαλλική οργάνωση, συνήφθη τον Νοέμβριο τού 1951 στο πλαίσιο συνάντησης όπου την γαλλική μεταλλουργία και χαλυβουργία εκπροσώπησε μια ομάδα προσώπων που είχαν αναπτύξει έντονη δραστηριότητα επί κατοχής (πράγμα που ίσχυε και για τους γερμανούς εκπροσώπους): ειδική μνεία πρέπει να γίνει στον πρόεδρο τού CNFP Ζορζ Βιλιέ, στον οποίο ανήκε η πρωτοβουλία τής συνάντησης, στον Πιέρ Ρικάρ, τον τότε πρόεδρο τού γαλλικού επιμελητηρίου τού κλάδου, και τον Αλμπέρ-Ροζέ Μετράλ, «πρόεδρο τού μεγαλύτερου συνδέσμου παραγωγών χάλυβα» (κάτοχο τής φρανσίσκας αρ. 109, που του απονεμήθηκε στις 9 Φεβρουαρίου 1942).[78]

Ο Ζ. Βιλιέ προλόγισε τη συνάντηση εκφράζοντας τον ενθουσιασμό του για το γεγονός ότι είχε «ταχθεί στην υπηρεσία τής “ευρωπαϊκής ιδέας” [ — ] το κεντρικό θέμα των συνομιλιών». Άλλα θέματα που εθίχθησαν ήταν τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και τα εμπορικά σήματα, οι δημόσιες σχέσεις και η βελτίωση τής παραγωγικότητας και τού εργατικού δυναμικού. «Ο πρόεδρος [τού BDI] Μπεργκ συμφώνησε με όλα τα σημεία που ανέπτυξε ο Βιλιέ και υπερθεμάτισε λέγοντας ότι οι γερμανοί εργοδότες μοιράζονταν την ίδια έντονη πεποίθηση όσον αφορά την αναγκαιότητα τής ευρωπαϊκής οικοδόμησης, την εξάλειψη τού παρεμβατισμού, την αποτροπή των καταχρηστικών πρακτικών των εργατικών συνδικάτων, κ.τ.λ.»[79]

Τίποτα δεν μπορούσε να διαταράξει το κλίμα αρμονικής συνεργασίας που επικρατούσε σε αυτές τις συναντήσεις μεταξύ των στενών εταίρων τής προπολεμικής περιόδου και τής περιόδου τής κατοχής, οι οποίοι, μάλιστα, είχαν αναπτύξει εξίσου στενούς δεσμούς με τους κρατικούς μηχανισμούς των χωρών τους επί καθεστώτος Πετέν και επί χιτλερικού καθεστώτος αντίστοιχα. Όταν μια αμφιλεγόμενη «γνωριμία» δημιουργούσε πρόβλημα σε κάποιο «πολιτικό πρόσωπο» που προερχόταν από τον αντιστασιακό χώρο, στο τέλος πάντα βρισκόταν λύση, όπως είχε γίνει και με την υποδοχή που είχαν επιφυλάξει οι συνάρχες-υπουργοί στον Χέρμαν Ρέχλινγκ, εμβληματική μορφή τής προσάρτησης τής Αλσατίας-Μοζέλ, κατά την επίσκεψή του στο εμπορικό επιμελητήριο τού Παρισιού τον Σεπτέμβριο τού 1941.[80]

Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό που συνέβη τον Ιανουάριο τού 1957 κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στη Βαυαρία, που διοργανώθηκε από την «επιτροπή επενδύσεων τής ευρωπαϊκής Κοινότητας άνθρακα και χάλυβα» και το οποίο προέβλεπε την πραγματοποίηση επίσκεψης στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις τής Maximilian Hütte στο Σούλτσμπαχ-Ρόζενμπεργκ. Βασική επιδίωξη τού ταξιδιού ήταν η καλλιέργεια επενδυτικών προσδοκιών στην προβληματική αυτή ζώνη, ιδίως ενόψει τής εγγύτητάς της προς τις χώρες τού «σιδηρούν παραπετάσματος». Ωστόσο, η αποστολή αυτή αποτέλεσε μια δυσάρεστη εμπειρία για ένα από τα μέλη τής εν λόγω «επιτροπής», τον Φρανσουά ντε Μαντόν, που είχε διατελέσει δημόσιος κατήγορος στη δίκη τής Νυρεμβέργης, έχοντας διοριστεί στη θέση αυτή από τον Ντε Γκολ το 1945. Κι αυτό γιατί ο γερμανικός όμιλος ανήκε στον Φρίντριχ Φλικ, πρωταγωνιστή μιας από τις λεγόμενες «δώδεκα επακόλουθες» δίκες τής Νυρεμβέργης, οι οποίες διεξήχθησαν στην αμερικανική ζώνη μετά την κύρια δίκη·[81] διακεκριμένος εγκληματίας πολέμου και βαθιά αναμεμειγμένος στις διαδικασίες «αριοποίησης», ο Φλικ καταδικάστηκε στις 22 Δεκεμβρίου τού 1947 για λεηλασίες, για την εκμετάλλευση τής καταναγκαστικής εργασίας κυρίως κρατουμένων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και την ενεργό του στήριξη στην οργάνωση SS, τιμωρήθηκε με ήπια ποινή φυλάκισης επτά ετών και, κατά τα ειωθότα, απελευθερώθηκε πρόωρα από τις φυλακές Λάντσμπεργκ (στις 25 Αυγούστου τού 1950).[82]

«Η παρουσία τού κ. Φρίντριχ Φλικ κόντεψε να προκαλέσει επεισόδιο, καθώς, σύμφωνα με το πρόγραμμα τής δεύτερης ημέρας, ο ρηνανός μεγαλοβιομήχανος επρόκειτο να υποδεχθεί προσωπικά τα μέλη τής αντιπροσωπείας στο Σούλτσμπαχ-Ρόζενμπεργκ. Ο κ. ντε Μαντόν, έχοντας ενημερωθεί περί τούτου μετά την αναχώρησή του από το Παρίσι, ανακοίνωσε με διακριτικό τρόπο ότι δεν επιθυμούσε να γίνει επίσημα δεκτός από τον κ. Φλικ, διότι ο τελευταίος είχε καταδικαστεί στη δίκη τής Νυρεμβέργης, όπου ο κ. ντε Μαντόν συμμετείχε ως κατήγορος για λογαριασμό τής γαλλικής κυβέρνησης. Τελικά, μέσω ενός συμβιβασμού, έγινε δυνατόν να αποφευχθεί οποιοδήποτε δυσάρεστο περιστατικό. Πιο συγκεκριμένα, αποφασίστηκε ότι η επίσημη υποδοχή τής αντιπροσωπείας θα γινόταν από τους γιούς τού κ. Φλικ, που παρευρίσκονταν επίσης εκεί, και έτσι τακτοποιήθηκε το θέμα».[83]

Ο πυρήνας τής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: αυστηρός έλεγχος των μισθών και κοινωνικός κατευνασμός

Τόσο όσον αφορά τις επαφές που πραγματοποιήθηκαν στο Σούλτσμπαχ-Ρόζενμπεργκ, όσο και αλλού, το πραγματικό σκεπτικό πίσω από την «ευρωπαϊκή συναίνεση» των εργοδοτών ήταν και παρέμενε η μισθολογική λιτότητα και ο συντονισμός τής δράσης τους με σκοπό την αποτελεσματική επιβολή της. Οι αρχειακές επιστολές τείνουν προς την κοινή αυτή διαπίστωση (και τούτο, είτε — όπως άλλωστε συνέβαινε στις περισσότερες των περιπτώσεων — οι συντάκτες τους πρότειναν ρητά την ενισχυμένη αστυνόμευση των μισθών, είτε όχι).

Χαρακτηριστικό και ακραίο παράδειγμα είναι το κείμενο που φέρει την υπογραφή τού γάλλου γενικού διευθυντή τής Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών [BRI] Ροζέ Ομπουάν, ο οποίος δεν συνήθιζε να μασάει τα λόγια του, με τίτλο «παρατηρήσεις για το σχέδιο πενταμερούς συμφωνίας» — κείμενο που φέρνει στο νου ένα ανάλογο «υπηρεσιακό σημείωμα», που είχε συντάξει ο ίδιος προ ενδεκαετίας. Ας σημειωθεί ότι το εν λόγω σχέδιο είχε καταρτιστεί και προταθεί από την «επιτροπή εμπειρογνωμόνων», τουτέστιν από τους διοικητές των κεντρικών τραπεζών που συνέρχονταν στη Βασιλεία υπό την αιγίδα τής BRI/BIS. Η μισθολογική λιτότητα ήταν, λοιπόν, το μόνο πλεονέκτημα που αναγνώριζε ο Ομπουέν στο σχέδιο τελωνειακής ένωσης που επιθυμούσε να επιβάλλει η Ουάσινγκτον. Όσο για τα υπόλοιπα, ο γενικός διευθυντής θεωρούσε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος βιασύνης: «Είναι απαραίτητο το τελικό σχέδιο που θα υποβληθεί στις κυβερνήσεις να είναι επαρκώς περιεκτικό. Πιο συγκεκριμένα, ολόκληρο το τμήμα που αναφέρεται στην εναρμόνιση των δημοσιονομικών, φορολογικών, επενδυτικών κ.λπ. πολιτικών μοιάζει να θέτει ως προϋπόθεση τής συμφωνίας την υλοποίηση ενός εξαιρετικά περίπλοκου νομικού και διοικητικού εγχειρήματος. Εκ πρώτης λοιπόν όψεως, θα συμπέραινε κανείς ότι ο εν λόγω στόχος μπορεί να επιτευχθεί μόνον στο απώτερο μέλλον. Για παράδειγμα, αναφορικά με την μετατρεψιμότητα των νομισμάτων, δεν είναι καθόλου απαραίτητο να επιτευχθεί μια τόσο εκτενής εναρμόνιση. Στο παρελθόν, τα νομίσματα ήταν πλήρως μετατρέψιμα, παρά τις πολύ διαφορετικές ανά χώρα φορολογικές, κοινωνικές κ.λπ. επιβαρύνσεις. […] Απεναντίας, είναι ζωτικής σημασίας να συμπεριληφθεί στο κείμενο τής τελικής συμφωνίας σαφέστατη δέσμευση των συμμετεχόντων χωρών να συνεχίσουν και να επιταχύνουν τις προσπάθειες τους όσον αφορά την πλήρη εξάλειψη όλων των μεθόδων πληθωριστικής χρηματοδότησης, είτε πρόκειται για τον δημόσιο είτε για τον ιδιωτικό τομέα, και να παραιτηθούν από τη χρήση τους στο μέλλον». «Ναι, αλλά πώς;» έγραψε ένας από τους αναγνώστες τού σημειώματος στο περιθώριο τού εγγράφου, υπογραμμίζοντας συγχρόνως τη φράση που παρατίθεται εδώ με πλάγιους χαρακτήρες.[84]

Όπως το 1939, η σταυροφορία ενάντια στον «πληθωρισμό» έθετε στο στόχαστρο αποκλειστικά τους μισθούς. Αυτό επιβεβαιώνεται ρητά και από το εκτενές σημείωμα τής 10 Φεβρουαρίου τού 1950, στο οποίο αναφερθήκαμε ήδη [πβ. σημ.18] και από το οποίο προκύπτει μια απροσδόκητα επίκαιρη εικόνα τής «Ευρωπαϊκής Ένωσης» των αρχών τού εικοστού πρώτου αιώνα. Η δυνατότητα συνεχούς ψαλιδίσματος των μισθών ήταν το μόνο ειλικρινές κίνητρο για την ένταξη τής γαλλικής εργοδοσίας στον διεθνή καταμερισμό τής εργασίας. Άλλωστε, δεν είχε παρά να ζητήσει την προστασία τού κράτους έναντι των ανταγωνιστικών κεφαλαίων, προκειμένου να ανταποκριθεί στις δυσάρεστες προκλήσεις τής διαδικασίας αυτής. Η ανεργία θα διογκωνόταν περαιτέρω, αφενός με τη μαζική εισροή αλλοδαπών εργατών τόσο από το (ευρωπαϊκό) «κέντρο» όσο και από την (αποικιακή) «περιφέρεια», και αφετέρου μέσω τού «κοινωνικού ντάμπινγκ» που θα συνεπαγόταν η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (συμπεριλαμβανομένου και τού εργατικού δυναμικού): πράγματι, το κόστος εργασίας σε χώρες με υψηλή ανεργία επρόκειτο να μειωθεί σε χαμηλά επίπεδα «ως συνέπεια τής πίεσης που ασκεί η ανεργία στο επίπεδο των μισθών. Ωστόσο, η εναρμόνιση των μισθών και των κοινωνικών επιβαρύνσεων […] δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο μέσα από το ελεύθερο παιχνίδι τής προσφοράς και τής ζήτησης, πράγμα που συνεπάγεται μια καθοδική πορεία στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο. Αυτός είναι μάλιστα ένας από τους λόγους για τους οποίους το Εθνικό Συμβούλιο Εργοδοσίας έχει ταχθεί υπέρ τής απελευθέρωσης τού εμπορίου και τής δημιουργίας περιφερειακών ενώσεων, καθώς θεωρεί ότι πρόκειται για αποτελεσματικά εργαλεία για τη μείωση των απαιτήσεων των εργαζομένων στις προσεχείς συλλογικές διαπραγματεύσεις».[85]

Στις 10 Μαΐου 1950, την επομένη δηλαδή τής περίφημης ομιλίας τού «πατέρα τής Ευρώπης» και των δημοσιευμάτων τού τύπου που έταζαν λαγούς με πετραχήλια στους εργαζόμενους και στους καταναλωτές, μια σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο Υπουργείο των Εξωτερικών επιβεβαίωσε αυτές τις προβλέψεις. Κατά κοινή ομολογία των παρευρεθέντων στη σύσκεψη, το κλείσιμο των γαλλικών βιομηχανιών εξόρυξης άνθρακα, που είχε προς το παρόν μετατεθεί χρονικά λόγω τής ευνοϊκής για τους ανθρακωρύχους μεταπολεμικής συγκυρίας, θα επισπευδόταν λόγω τού άμεσου ανταγωνισμού με τις αντίστοιχες βιομηχανίες τής Ρουρ και τής ανάγκης μείωσης τού κόστους εφοδιασμού των γαλλικών βιομηχανιών χάλυβα. Επομένως, μελλοντικά η πίεση αυτή θα ασκούνταν στους εργαζόμενους υπό συνθήκες που δεν υφίσταντο ακόμη στο πλαίσιο τού δεδομένου συσχετισμού των εσωτερικών δυνάμεων.

Όπως ανακοίνωσε ο Ζακ Ντερουσώ,[86] διευθυντής (από το 1949) τής Υπηρεσίας ορυχείων και βιομηχανίας χάλυβα[xviii] και ζωντανή καρικατούρα των X-Mines[xix] (— κρατικό σώμα, που διαχρονικά ήταν άνδρο τής συναρχίας), το «σημείο ισορροπίας μεταξύ των τιμών κόστους […] παραγωγής άνθρακα στη Γαλλία και των αντίστοιχων στη Γερμανία θα επιτευχθεί μόνο όταν η γαλλική παραγωγή θα έχει μειωθεί περίπου κατά 20 με 25% μετά από το κλείσιμο των ορυχείων με υψηλά βιομηχανικά κόστη τής κεντρικής και μεσημβρινής Γαλλίας, καθώς και ορισμένων άλλων που βρίσκονται στην ανατολική Γαλλία και τα οποία πάσχουν από πλεονασματική παραγωγή»· «εκσυγχρονίζοντας τον εξοπλισμό της, η Charbonnages de France[xx] επιδιώκει μεν να πετύχει μείωση τού κόστους παραγωγής μέσω τής απαραίτητης μείωσης τού εργατικού δυναμικού της, [αλλά μια τέτοια επιδίωξη] προϋποθέτει ότι η παραγωγή θα παραμείνει σταθερή στα σημερινά επίπεδα· επιπλέον, λαμβάνοντας απλώς υπόψη το στοιχείο τής αύξησης τής παραγωγικότητας, οφείλουμε να συμπεράνουμε ότι ο στόχος αυτός συνεπάγεται 75.000 απολύσεις επί συνολικού εργατικού δυναμικού 275.000 εργαζομένων».[87]

Σύμφωνα, δε, με την πρακτική που εγκαινίασε ο ιμπεριαλισμός, η μείωση όλων των υπολοίπων κοστών (συμπεριλαμβανομένου και τού κόστους τού γαλλικού σιδηρομεταλλεύματος) θα εξασφαλιζόταν με την αξιοποίηση των υπερεπαρκών υλικών και ανθρώπινων πόρων χαμηλού κόστους τής αυτοκρατορίας. Άλλωστε, ήδη από το 1947, είχαν ξεκινήσει προετοιμασίες υπό την αιγίδα των ΗΠΑ για την εκμετάλλευση τού σιδηρομεταλλεύματος τής Γουινέας, πράγμα που θα επέσπευδε το κλείσιμο όχι μόνο των ορυχείων σιδηροµεταλλεύµατος αλλά και των ανθρακωρυχείων τής μητροπολιτικής Γαλλίας, καθώς «η υψηλή του περιεκτικότητα σε μετάλλευμα θα επέφερε μείωση τής [συνολικής] κατανάλωσης κοκ».

Η μεταλλευτική εταιρεία τού Κονάκρι (αποικιακή Α.Ε. ιδρυθείσα τον Δεκέμβριο τού 1947) είχε «αυξήσει το κεφάλαιο της, σε διαδοχικά κύματα, από 6 εκ. σε 360 εκ. φράγκα Κεντρικής Αφρικής και η αύξηση αυτή καλύφθηκε από την υπηρεσία ορυχείων τής υπερπόντιας Γαλλίας, τη γαλλική εταιρεία των ορυχείων τού Μπορ» (η οποία το 1940-1941 είχε παραδώσει τον γιουγκοσλαβικό χαλκό στην Metallgesellschaft), «από την Coframet,[xxi] την BISC (Ore) Ltd.[xxii] (που εκπροσωπ[ούσε] τη βρετανική συνομοσπονδία σιδήρου και χάλυβα), την τράπεζα Ροτσίλντ, καθώς και από ένα ορισμένο αριθμό φυσικών προσώπων προερχομένων από τη μητροπολιτική Γαλλία ή και τη γαλλική Γουινέα». Μετά από «μελέτες κοιτασμάτων και δοκιμές και αναλύσεις των μεταλλευμάτων σε υψικαμίνους, που διήρκεσαν σχεδόν τρία έτη», θα πραγματοποιούνταν η μετάβαση στην επιχειρησιακή φάση τού έργου χάρη, κυρίως, στη χορήγηση «έκτακτης [αμερικανικής] χρηματοδότησης ύψους ενός εκατομμυρίου εννιακοσίων εβδομήντα χιλιάδων δολαρίων για τη διευκόλυνση τής αγοράς μέρους τού εξοπλισμού, που [έπρεπε] να παραγγελθεί στις ΗΠΑ». «Η χαλυβουργία τής Ρουρ» θα αποτελούσε «μια από τις σημαντικές εξαγωγικές αγορές» για τα προϊόντα τού εξορυκτικού ομίλου, διότι «η σύνθεση και υψηλή περιεκτικότητα τού μεταλλεύματος τού Κονάκρι θα επέτρεπε [στις γερμανικές βιομηχανίες] να μειώσουν τις εισαγωγές σιδηρομεταλλεύματος από τη Σουηδία, ενώ [ενδεχομένως] θα διευκόλυνε και την αξιοποίηση εγχώριων μεταλλευμάτων φτωχότερης ποιότητας».[88]

Τίποτα δεν έπρεπε να σταθεί εμπόδιο στο «παιχνίδι τού ελεύθερου ανταγωνισμού, που κινδ[ύνευε ωστόσο] να εκφυλιστεί σε ό,τι ενίοτε αποκαλείται “ανελέητη πάλη”», σύμφωνα με τη διατύπωση που χρησιμοποίησε τον Ιούνιο τού 1950 ένας μέλος τής βελγικής αντιπροσωπείας.[89] «Σε ορισμένες χώρες, το σχέδιο Σουμάν ενδέχεται να οδηγήσει σε μεταβολή τού επιπέδου διαβίωσης των εργαζόμενων στον τομέα τού άνθρακα και τού χάλυβα […·] πρέπει να αναμένεται ότι η Ανώτατη Αρχή θα υποχρεωθεί να επιβάλλει το κλείσιμο ορισμένων μη κερδοφόρων βιομηχανικών εγκαταστάσεων, [πράγμα που θα έχει ως αποτέλεσμα] σημαντικές μετακινήσεις εργατικού δυναμικού», ανακοίνωναν μετά τον Μάιο οι γάλλοι διπλωμάτες. Η «επενδυτική πολιτική» της θα «προσανατολίζεται με γνώμονα την παραγωγικότητα και όχι με γνώμονα την πλήρη απασχόληση, πράγμα που ανησυχεί ιδιαίτερα τα εργατικά συνδικάτα».[90]

Όσο για τα υπόλοιπα θέματα, η εν λόγω «Αρχή» μπορούσε να συνέρχεται ελεύθερα και να μουτζουρώνει χαρτιά, ασκώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την μόνη «ουσιαστική» εξουσία που της παραχωρήθηκε από τα καρτέλ που επρόκειτο να επανασυσταθούν τον Μάρτιο τού 1953, με προεξάρχον το καρτέλ των «Βρυξελλών» (τ.έ. την καρτελική σύμπραξη των εξαγωγέων χάλυβα). Και για τού λόγου το αληθές, ας σημειωθεί ότι στις 2 Δεκεμβρίου τού 1953, ο Πιέρ Ρικάρ, που επί κατοχής διετέλεσε αντιπρόεδρος και στη συνέχεια πρόεδρος τής «οργανωτικής επιτροπής» των χυτηρίων, επισήμανε «με τόνο σαρκαστικό» στον Μονέ, τον οποίο αντιμετώπιζε σαν να ήταν παραπαίδι, «ότι αν η ευρωπαϊκή κοινότητα άνθρακα και χάλυβα εξαφανιζόταν αύριο το πρωί, κανείς δεν θα το έπαιρνε χαμπάρι».[91]

Η διαδικασία τής ευρωπαϊκής οικοδόμησης και η λειτουργία τού καρτέλ τού μεσοπολέμου, που ασκούσε κυρίαρχο έλεγχο στις τιμές και τις αγορές, έμοιαζαν σαν δυο σταγόνες νερό. Τον Απρίλιο τού 1953, ένας υψηλόβαθμος υπάλληλος επισήμανε ότι η κοινή αγορά στον τομέα τού χάλυβα θα συνέτεινε «στην αισθητή αύξηση των τιμών τού χάλυβα στη Γαλλία» εξαιτίας «τής αύξησης των τιμών των παλιοσίδερων, των επιπτώσεων που σχετίζονται με την καταβολή τής κοινοτικής εισφοράς, τής αναπροσαρμογής των κλιμάκων τιμών (στο πλαίσιο τής κατάργησης των διακρίσεων), και, τέλος, λόγω τού ότι οι γερμανοί, που είχαν αυξήσει τις τιμές χάλυβα πριν από το άνοιγμα τής κοινής αγοράς, διαθέτουν σημαντικά χρηματοδοτικά περιθώρια[. Η] γαλλική χαλυβουργία θα έβλεπε το μέλλον της να απειλείται, εάν τα χρηματοδοτικά της μέσα μειώνονταν υπερβολικά σε σύγκριση με τα μέσα που διαθέτουν οι ανταγωνιστές της. Ούτως ή άλλως, το άνοιγμα τής κοινής αγοράς ενδέχεται να οδηγήσει στην αύξηση τού κόστους διαβίωσης, με όλες τις οικονομικές, πολιτικές και ψυχολογικές συνέπειες που αυτό συνεπάγεται».[92] —Συγγνωστό αμάρτημα, σε σύγκριση με το «θανάσιμο» αμάρτημα τής αύξησης των μισθών.

Στην πραγματικότητα, η «Ανώτατη Αρχή», που εμφανιζόταν τόσο αδύναμη απέναντι στους «επενδυτές», προοριζόταν να λειτουργήσει σαν παραβάν για τα μισθολογικά μέτρα «εξυγίανσης», που η υλοποίησή τους προσέκρουε ανέκαθεν στις εθνικές διατάξεις προστασίας των εργαζομένων. Η τελωνειακή ένωση θα πρόσφερε στους βιομήχανους χάλυβα και σιδήρου απόλυτη ελευθερία όσον αφορά τη διαμόρφωση των τιμών, ενώ θα διεύρυνε και τα περιθώρια κινήσεών τους έναντι των μισθωτών και των επιμέρους εθνικών κρατών. Θα επέβαλε ασφυκτικούς περιορισμούς στο εργατικό εισόδημα, αρχής γενομένης με τους «εργαζόμενους στον τομέα τού άνθρακα και τού χάλυβα». Στη συνέχεια, στη φάση τής γενικευμένης εφαρμογής τής «ενιαίας αγοράς», το μοντέλο αυτό θα ίσχυε για όλους ανεξαιρέτως τους εργαζόμενους.

Οι εκθέσεις των έξι αντιπροσωπειών οι οποίες συμμετείχαν στις «συνομιλίες και τις εκτελεστικές συνεδριάσεις για το σχέδιο Σουμάν», που έλαβαν χώρα στο διάστημα μεταξύ τής 20ής Ιουνίου και 10ης Αυγούστου τού 1950 και όπου ο Ντερουσώ κάλυψε τα ζητήματα των «τιμών παραγωγής»,[93] κατέστησαν σαφείς τις προτεραιότητες τού σχεδίου. Τα μέτρα που προβλέφθηκαν για τους έμμεσους και άμεσους μισθούς των ημεδαπών εργαζομένων ή για την οργάνωση τής «μετανάστευσης» («διευκολύνσεις στη μετακίνηση των εργαζομένων στον τομέα τού άνθρακα και τού χάλυβα εν όψει τής δημιουργίας τής ενιαίας αγοράς για τα προϊόντα αυτά», «τροποποιήσεις» που θα έπρεπε να επέλθουν «προκειμένου να αρθούν τα εμπόδια που περιορίζουν τις εν λόγω μετακινήσεις», προβλέψεις για «τους μισθούς και […] το καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης που θα έπρεπε να παρασχεθούν στους μετανάστες εργαζόμενους»),[94] κ.ο.κ. έρχονταν σε πλήρη αντίφαση με τα ελκυστικά δολώματα τού τύπου «[ο] ρόλος τής Ανωτάτης Αρχής συνίσταται στο να διασφαλίζει ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων ή η προσαρμογή τους στις απαιτήσεις τής ενιαίας αγοράς δεν θα αποβαίνουν σε βάρος των μισθωτών»,[95] ή ακόμα με την πρόβλεψη ότι «αποκλείονται κατ’ αρχήν οι μειώσεις των ονομαστικών μισθών».

«Αρχή» που πετάχτηκε πάραυτα στα σκουπίδια: «Η Ανώτατη Αρχή» θα παρενέβαινε μόνο εφόσον και «κατά τον βαθμό που το ασυνήθιστα χαμηλό επίπεδο κόστους τού εργατικού δυναμικού θα οδηγούσε σε ασυνήθιστα χαμηλές τιμές». Θα όφειλε, λοιπόν, να παρεμποδίζει, σε εθνικό επίπεδο, όχι τις μειώσεις, αλλά τις αυξήσεις των έμμεσων και άμεσων μισθών (τ.έ. τις αυξήσεις στη «χρηματοδότηση τής κοινωνικής ασφαλίσεως και των παροχών ανεργίας»). «Η μεταβολή των επιπέδων [τους θα μπορούσε], κατά περίπτωση, να διευκολύνει την προσαρμογή στην ενιαία αγορά ή, αντιθέτως, να διαταράξει τις συνθήκες τού ανταγωνισμού λόγω τής αύξησης των περιφερειακών διακυμάνσεων». Επομένως, θεωρούνταν απαγορευμένη κάθε «στρέβλωση τού ανταγωνισμού».[96]

Μερικούς μήνες πριν από την έναρξη τής ενιαίας αγοράς, το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο [CCI/ICC], κατά την 77η σύνοδό του, που πραγματοποιήθηκε στις 13-14 Μαΐου 1952, έδωσε στη δημοσιότητα το πρόγραμμά του, που έφερε την υπογραφή τού προέδρου τής γαλλικής επιτροπής, τού Εντμόν Ζισκάρ Ντ’ Εστέν, πρώην δημοσιονομικού επιθεωρητή και κατόπιν χρηματιστή, πρώην μέλους τού «PSF [και τής οργάνωσης] Croix de Feu»[xxiii], συνάρχη και κατόχου τής φρανσίσκας αρ. 918, που του απονεμήθηκε τον Ιανουάριο τού 1942, κ.τλ. και πατέρα τού μελλοντικού Προέδρου τής Γαλλικής Δημοκρατίας Βαλερί Ζισκάρ Ντ’ Εστέν.[97]

Το εν λόγω πρόγραμμα αποτελούσε έναν ύμνο για την ελευθερία τού κεφαλαίου, προαπαιτούμενα τής οποίας ήταν η «μετατρεψιμότητα των νομισμάτων» και η μείωση τής «υπερβολικής φορολογίας […], η οποία απο[θάρρυνε] τις πρωτοβουλίες και δημιουργ[ούσε] προσκόμματα στην παραγωγή, στον σχηματισμό των κεφαλαίων και στις νέες επενδύσεις». Διατύπωνε το σύνηθες κατηγορητήριο ενάντια στον πληθωρισμό, τον οποίο υπέθαλπε «μια ορισμένου τύπου εκλογική δημαγωγία» και ο οποίος γιγαντωνόταν «με τη βοήθεια τού προστατευτισμού και τού παρεμβατισμού [… .] Οι κυβερνήσεις εμφανίζονταν μέχρι τώρα απρόθυμες να εφαρμόσουν εις βάθος μια αυστηρή και αντιδημοφιλή πολιτική δημοσιονομικής εξισορρόπησης σε εθνικό επίπεδο και μια πολιτική διεύρυνσης τής ελευθερίας σε διεθνές επίπεδο — πολιτικές που όμως ανταποκρίν[ονταν] στα πραγματικά συμφέροντα των χωρών τους και των εργαζομένων και καταναλωτών όλων των κατηγοριών».

Ο Εντμόν Ζισκάρ Ντ’ Εστέν εξέφραζε ωστόσο την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις αποφάσισαν, «έστω και με μεγάλη καθυστέρηση, να βαδίσουν τον δύσκολο αυτό δρόμο»: μετά «την τεράστια μεταπολεμική πρόοδο που συντελέστηκε χάρη στη γενναιόδωρη ώθηση τού σχεδίου Μάρσαλ», οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προσανατολίζονταν πλέον προς «την υιοθέτηση των κατάλληλων εθνικών μέτρων για την αντιμετώπιση τού πληθωρισμού», όπως ήταν, για παράδειγμα, η κατάργηση «των έμμεσων ή άμεσων επιδοτήσεων και, γενικότερα, η κατάργηση κάθε είδους ρυθμίσεων, το κόστος των οποίων [επιβάρυνε] τους φορολογουμένους». Για την επίτευξη όλων αυτών προϋπόθεση ήταν «η επιβολή προσωρινών θυσιών σε όλα τα επίπεδα». Φυσικά, όμως, πριν «εξασφαλιστεί η αύξηση τής παραγωγής έναντι τής κατανάλωσης», θα έπρεπε να κερδηθεί η υποστήριξη τού κοινού όσον αφορά «την υιοθέτηση των κατάλληλων εθνικών μέτρων για την αντιμετώπιση τού πληθωρισμού».

Ωστόσο, «για πολλές χώρες, η επίτευξη τού στόχου αυτού [συνδεόταν] άμεσα με ένα από τα πλέον ακανθώδη πολιτικά προβλήματα». «Εάν η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών δεν θελήσει να κατανοήσει τι διακυβεύεται εν προκειμένω, εάν συνεχίσει να παραγνωρίζει τον κίνδυνο που συνεπάγονται οι πολιτικές τής ευκολίας, θα είναι δύσκολο, εάν όχι αδύνατο, για τις κυβερνήσεις να αντιστρέψουν το ρεύμα. Θα ήταν ίσως ενδεδειγμένο, όσον αφορά τουλάχιστον τις χώρες όπου οι πολιτικές περιστάσεις είναι πρόσφορες προς τούτο, να συμφωνήσουν οι εργαζόμενοι και ο επιχειρηματικός κόσμος προκειμένου να προσφέρουν στήριξη στην κατάλληλη κυβερνητική πολιτική καταπολέμησης τού πληθωρισμού. […] Οι κυβερνήσεις θα είχαν μεγαλύτερα περιθώρια ανάληψης αποφασιστικών πρωτοβουλιών, εάν μπορούσαν να υπολογίζουν στη στήριξη όλων των κοινωνικών στρωμάτων».[98]

Στη Γαλλία — και σε αντίθεση, για παράδειγμα, με ό,τι συνέβαινε στην Ιταλία — δεν ήταν δεδομένη η επίτευξη τού κρίσιμου αυτού στόχου. Πράγματι, η εν λόγω «συμφωνία» [κεφαλαίου και εργασίας], την οποία προωθούσαν η CFTC, η Force ouvrière και, πέραν των εργατικών, υπαλληλικών και δημοσιοϋπαλληλικών σωματείων, η [εργοδοτική] CGC,[xxiv] προσέκρουε στο γεγονός ότι η CGT, έχοντας επιβιώσει μιας καταστροφικής διάσπασης, διατηρούσε ακόμα τον αντιπροσωπευτικό της χαρακτήρα. Τα «αντικομμουνιστικά συνδικάτα», τα οποία είχαν ενσωματωθεί σε πλήθος ευρωπαϊκών και ατλαντικών δομών, δεν έκρυβαν τον ενθουσιασμό τους για τα αποτελέσματα που θα έφερνε το σχέδιο Μάρσαλ και η «κοινή αγορά». Άλλωστε, από την εποχή τού σχεδίου Μάρσαλ, η Ουάσινγκτον δεν έπαψε να κομπάζει για την σταθερή υποστήριξη που παρείχαν σε όλα τα σχέδιά της οι «Αρχές τού σχεδίου Μονέ και τα μη κομμουνιστικά συνδικάτα».[99] Τα εν λόγω όμως συνδικάτα παρέμεναν αδύναμα και θα χρειάζονταν δεκαετίες για να υλοποιηθεί η επίμονη επιθυμία τού Εντμόν Ζισκάρ Ντ’ Εστέν.

Στα τέλη Ιουλίου τού 1954, ενάμιση χρόνο μετά τη δημιουργία «τής κοινής αγοράς για τον άνθρακα», ένας υψηλόβαθμος υπάλληλος τού υπουργείου εξωτερικών επαινούσε τα «εξαιρετικά αποτελέσματα» τής κοινής αγοράς όσον αφορά τη συγκέντρωση και τον εκσυγχρονισμό τού κεφαλαίου και τη μείωση των πραγματικών μισθών. Με προκάλυμμα την «Ανωτάτη Αρχή», το γαλλικό κράτος ετοιμαζόταν να βάλει τέλος σε «ένα σύστημα επιδοτήσεων που διατηρούσε εν ζωή τις μη αποδοτικές επιχειρήσεις» και το οποίο «συνέτεινε όχι στη βελτίωση τής συνολικής οικονομικής κατάστασης και την αύξηση τής οικονομικής ευελιξίας, αλλά στην παράλογη ενθάρρυνση φαινομένων εκμετάλλευσης από επιχειρήσεις τής δεσπόζουσας θέσης που κατείχαν στην αγορά και τη διαιώνιση τής οικονομικής ακαμψίας». Οι επιδοτήσεις στις βιομηχανίες εξόρυξης άνθρακα «άγγιξαν το 1950 τα 31 δισ. φράγκα και όλες οι προσπάθειες για τη μείωση αυτού τού αριθμού απέβαιναν πάντα άκαρπες. Κάθε φορά που λαμβάνονταν αποφάσεις προς αυτή την κατεύθυνση, τα αποτελέσματά τους εξουδετερώνονταν μετά από παρεμβάσεις πολιτικού χαρακτήρα. Αυτό αληθεύει σε τέτοιο βαθμό που οι εν λόγω επιδοτήσεις καταβάλλονταν στους ενδιαφερόμενους, χωρίς καν οι σχετικές πιστώσεις να έχουν εγγραφεί στον προϋπολογισμό.

Το ύψος των επιδοτήσεων αυτών έχει διαμορφωθεί σήμερα στα 8 δισ. φράγκα. Η μείωση κατέστη δυνατή μόνο επειδή ο υπουργός και οι αρμόδιες υπηρεσίες μπόρεσαν να μεταθέσουν την ευθύνη των αποφάσεων σε έναν οργανισμό που διαθέτει σημαντική ανεξαρτησία έναντι των κυβερνήσεων. […] Η κύρια διαφορά συνίσταται στο ότι η ευρωπαϊκή πολιτική στηρίζεται στο άλλοθι που προσφέρει έναντι των επιμέρους συμφερόντων η λειτουργία ενός υπερεθνικού οργάνου, ενώ αντιθέτως η παραδοσιακή πολιτική έχει το νόημα ότι οι κυβερνήσεις επιβάλλουν πρώτα την απαραίτητη πειθαρχία στον εαυτό τους και στη συνέχεια απαιτούν πειθαρχία από τις ομάδες επιμέρους συμφερόντων».[100]

Αυτός είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο, αφενός, οι ανταγωνιστικοί ιμπεριαλισμοί έβαλαν στην άκρη τις διαφωνίες και τις αντιπαραθέσεις τους και, αφετέρου, κατέστη αντικειμενικά αδύνατη κάθε αμφισβήτηση των ευρωπαϊκών προσανατολισμών και προτεραιοτήτων, εν απουσία δυναμικών αντιδράσεων από τους θιγόμενους πληθυσμούς. Έχοντας εισπράξει την παγερή αποδοκιμασία τού κοινοβουλίου τον Δεκέμβριο τού 1952, ο Ρομπέρ Σουμάν αντικαταστάθηκε στο υπουργείο των εξωτερικών από τον Μπιντό, ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα τον Ιανουάριο τού 1953. Ο Μπιντό απεχθανόταν την ιδέα τής γερμανικής κηδεμονίας και είχε εκφράσει κατ’ ιδίαν την αποδοκιμασία του για την αμερικανική υποστήριξη στην αρχή τής «ίσης μεταχείρισης» [Gleichberechtigung]. Ωστόσο, κατά το παράδειγμα τού προπολεμικού προκατόχου του, τού «αριστερού» Εριό, ο Ζορζ Μπιντό δεν ανέλαβε καμιά πρωτοβουλία για την αντιστροφή τού «ευρωπαϊκού» προσανατολισμού. Χωρίς αμφιβολία, για να μην τον στενοχωρήσουν, οι υφιστάμενοί του τον βομβάρδιζαν με φιλιππικούς κατά τής ευρωπαϊκής στρατιωτικής και οικονομικής ολοκλήρωσης, οι οποίοι όμως κατέληγαν πάντα με την έκκληση για επίσπευση τής διαδικασίας άρσης των προστατευτικών περιορισμών και τού καθεστώτος επιβράβευσης των «ανίκανων» (με άλλα λόγια, με την έκκληση να πραγματοποιηθεί αυτό το οποίο — κατά τα γραφόμενά τους — απεύχονταν). Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα τού υπομνήματος, ημερομηνίας 10 Δεκεμβρίου 1953, όπου αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι η δημιουργία μιας «γενικευμένης κοινής αγοράς που θα βασίζεται στην ελεύθερη μετακίνηση των ατόμων θα προκαλούσε στην πράξη σοβαρά, αν όχι ανυπέρβλητα, προβλήματα […] για όλους τους παραγωγικούς τομείς […], δεδομένου ότι, στο πλαίσιο τής λειτουργίας της, η διαδικασία τής αναδιοργάνωσης των καθηκόντων και τής ανακατανομής των θέσεων απασχόλησης θα αφεθεί στο παιχνίδι τού ελεύθερου ανταγωνισμού· και τούτο γιατί η επιλογή και η επιβίωση των ικανοτέρων οφείλει να γίνει βάσει τού τυφλού και οδυνηρού μηχανισμού τής αγοράς». Πράγματι, η προτίμηση στο πρότυπο τής «αυστηρής διαχείρισης των εσωτερικών υποθέσεων» συνεπαγόταν την αναγκαστική επιστροφή στο «μαντρί» τής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης όλων των «στηλιτευτών» τής κοινής αγοράς[101]— χρήσιμο «άλλοθι» όπως το έθεσε και ο αξιωματούχος τού υπουργείου Εξωτερικών.[xxv]


[1] Επιστολή αρ. 140 τού Bonnet, Ουάσινγκτον, 10 Ιανουαρίου 1950, ΗΠΑ 1944, 166, MAE [Αρχεία. Υπ. Εξ.].

[2] Richard F. Griffiths & Frances M. B. Lynch, « L’échec de la “petite Europe”: Le Conseil tripartite 1944-1948 », gmcc, n° 152, 1988, σελ. 39-62· « L’échec de la “Petite Europe”: les négociations Fritalux-Finebel, 1949-1950 », Revue historique, CCLXXIV/1, 555, Παρίσι 1985, σελ. 159-193· και ALR op. cit.

[3] Lacroix-Riz, « La perception française de la politique américaine », σελ. 136-149, και « Crédits américains et coopération européenne (1949-1954) », στο Patrick Fridenson & André Straus, Le Capitalisme français 19e-20e siècle, Παρίσι, Fayard, 1987, σελ. 328-338· παράθεμα, επιστολή τού Bonnet προς τον Jean Chauvel, 15 Δεκεμβρίου 1948, προσωπικό αρχείο Bonnet, MAE.]

[4] Σημείωμα τής Υπηρεσίας Οικονομικής Συνεργασίας [τού Κε Ντ’Ορσέ] (SCE), 7 Ιανουαρίου 1950, CE-DAFE [Διεύθυνση Οικονοµικών και ∆ηµοσιονοµικών Υποθέσεων-Υπ.Εξ.], 56, και επιστολή 5708 τού Bonnet, 30 Νοεμβρίου 1949, ΗΠΑ, 165, MAE.

[5] Τηλ. Massigli, Λονδίνο, 21 Οκτωβρίου 1949, ΗΠΑ, 165, MAE.

[6] Ήδη από το 1948, κεντρικό μοτίβο των (δημοσιευμένων) αρχείων Διεθνών Σχέσεων των ΗΠΑ (FRUS).

[7] Irwin Wall, L’influence américaine sur la politique française 1945-1954, Παρίσι, Balland, 1989· Scott Lucas, Freedom’s war. The American crusade against the Soviet Union, Μάντσεστερ , Manchester UP. 1999· Charpier, La CIA, ευρετήριο, και αρχεία τής CIA στο Ίντερνετ (David Bruce).

[8] Επιστολή 1182 τού Petsche προς τον αρχηγό τής αποστολής ECA [Διοίκηση Οικονομικής Συνεργασίας] στο Παρίσι, 5 Αυγούστου 1949, A22.9.5, I (VCCD), MAE.

[9] Τηλ. 140 τού Bonnet, Ουάσινγκτον, 10 Ιανουαρίου 1950, ΗΠΑ 1944, 166, MAE.

[10] Τηλ. 725-757 τού Bonnet, Ουάσινγκτον, 21 Φεβρουαρίου 1950, A22.9.5, Il (VCCD), MAE.

[11] Σχέδιο νομισματικής ένωσης, 5 Νοεμβρίου 1949, 1397/199404/94, ABDF [Αρχεία Τράπεζας τής Γαλλίας].

[12] Τηλ. 3434 τού Massigli, Λονδίνο, 15 Δεκεμβρίου 1949, CE-DAFE, 56, MAE.

[13] Σημείωμα SCE χωρίς άλλη αναφορά, 16 Φεβρουαρίου 1950, CE-DAFE, 56, MAE.

[14] Γενικά συμπεράσματα των οικονομικών εμπειρογνωμόνων τής Finebel, 9 Φεβρουαρίου 1950,1397/199404/94, ABDF.

[15] Αλληλογραφία Lavarène, Guindey, Fouques-Duparc, Νοέμβριος 1949, αυτόθι και ο υποφάκελος.

[16] Σημείωμα SCE, 21 Φεβρουαρίου 1950, Α-22-9-5, 1949-1950, MAE.

[17] Lacroix-Riz, Les Protectorats d’Afrique du Nord entre la France et Washington du débarquement à l’indépendance 1942-1956, Παρίσι, L’Harmattan, 1988.

[18] Σημείωμα SCE [Υπηρεσίας Οικονομικής Συνεργασίας τού Κε Ντ’Ορσέ], 10 Φεβρουαρίου 1950, CE 56, MAE, βλ. και infra.

[19] Gillingham, Coal, steel and the rebirth of Europe 1945-1955: the Germans and French from Ruhr conflict to economic community, Cambridge, Cambridge UP, 1991, σελ. 149.

[20] Τηλ. Bonnet αρ.1212, Ουάσινγκτον, 19 Μαρτίου 1949, Ευρώπη—Γενικές παρατηρήσεις 1944-1960 (Ευρώπη), 26, MAE.

[21] Σημείωμα DE [Διεύθυνση Ευρώπης], 7 Απριλίου 1950, Ευρώπη, 133, MAE. Για τη συγκυρία, βλ. Lacroix-Riz, «La France face à la puissance militaire ouest-allemande à l’époque du Plan Pleven», chirm, nº 45, 1991, σελ. 95-98 (95-143)· «Crédits américains», σελ. 328-337· «Vers le Plan Schuman, II», [gmcc, nº 156], σελ. 82-86.

[22] Τηλ. 2611-2614 τού Armand Bérard, Βόννη, 4 Ιουνίου 1950, Ευρώπη, 111, MAE · Lacroix-Riz, « Paris et Washington au début du Plan Schuman », στο Die Anfänge des Schuman-Planes 1950-1951, (έκδ. υπό τη διεύθυνση τού Klaus Schwabe), Μπάντεν-Μπάντεν, 1988, σελ. 241-249 (241-268).

[23] Σημείωμα DE [Διεύθ. Ευρ.] (ελλιπή αναφορά), 15 Ιουνίου 1950, Ευρώπη, 111, MAE (Οι υπογραμμίσεις στο πρωτότυπο).

[24] Σημείωμα DE, 23 Ιουνίου 1950, Ευρώπη, 112, MAE.

[25] OMS, Y 1944-1949,357-358· σημείωμα τού γάλλου προέδρου τού ομίλου ελέγχου χάλυβα, Ντίσελντορφ, 13 Δεκεμβρίου 1950, CE-DAFE, 507, και στον ίδιο τόμο, MAE.

[26] Σημείωμα DE, 1 Ιουνίου 1950, Ευρώπη, 111, MAE.

[27] Gillingham, Coal, όπου η θέση για το ρήγμα που προκάλεσε ο πόλεμος στην Κορέα, σελ. 250-266. Πβ. τις αρχ. πηγές για την Ευρώπη, 134, MAE· Lacroix-Riz, «Paris et Washington» και «La perception militaire de l’URSS par l’Occident au début des années cinquante: peur de l’Armée rouge ou “ogre soviétique”? », chirm, n° 46,1991, σελ.19-43 (19-61).

[28] «Σημείωμα για τον κ. Μονέ», 15 Νοεμβρίου 1950, CE-DAFE, 508, MAE.

[29] Ανώνυμο σημείωμα, 15 Νοεμβρίου 1950· στον ίδιο δουλοπρεπή, κολακευτικό κ.λπ. τόνο CE-DAFE, 508, MAE.

[30] Συνεδριάσεις επιτροπών περιορισμένης σύνθεσης, 21 Ιουνίου-7 Ιουλίου και 15 Σεπτεμβρίου 1950, CE-DAFE, 500-501, MAE.

[31] Ernst Klee, Das Personenlexikon zum Dritten Reich. Wer war was vor und nach 1945, Φρανκφούρτη, Fischer-Taschenbuch-Verlag, 2007, σελ. 221 (και βιβλιογραφία).

[32] Κύριο κείμενο-παραρτήματα, γερμανικό πρωτότυπο, γαλλική μετάφραση, παράρτημα D, CE-DAFE, 507, MAE.

[33] Τηλ. 5917-5919 τού Φρανσουά Πονσέ, Βόννη, 4 Νοεμβρίου 1950, Ευρώπη, 112, MAE.

[34] Από τον Ιανουάριο τού 1952, «Ευρώπη», 114· 111-115, «Σχέδιο Σουμάν», Απρίλιος 1950‒Δεκέμβριος 1955, MAE.

[35] Αλληλογραφία CE-DAFE, 520, MAE.

[36] Σημείωμα MAE, Παρίσι, 12 Δεκεμβρίου1950, CE-DAFE, 507, MAE· Για τον Tomlinson, Irwin Wall, L’influence américaine sur la politique française 1945-1954, Παρίσι, Balland, 1989, ευρετήριο· από την τεράστια γαλλική και αμερικανική βιβλιογραφία, αναφέρω ενδεικτικά τη συνέντευξη τού Étienne Hirsch, που δόθηκε στις 30 Ιουνίου τού 1970 και η οποία πρέπει διαβαστεί «πίσω από τις γραμμές»: http://www.trumanlibrary.org/oralhist/hirsche.htm.

[37] Την περίοδο 1938-1939, κατέσχεσαν, μεταξύ άλλων, τα περιουσιακά στοιχεία τής μεγάλης «εβραϊκής» επιχείρησης δέρματος Adler & Oppenheimer (A & O), χρησιμοποιώντας ως βιτρίνα μια «κοινοπραξία», στην οποία συμμετείχαν η Deutsche Bank και η Pferdmenges & Co, Harold James, The Deutsche Bank and the Nazi economic war against the Jews, Cambridge, Cambridge UP, 2001, σελ. 91, 97. Λήμμα Abs, Klee Personenlexikon, σελ. 10 (από όπου το παράθεμα για τον Αμπς), καμία αναφορά για τον Πφέρντμενγκες.

[38] Τηλ. 1350-1357 τού François-Poncet, Βόννη, 28 Φεβρουαρίου 1951, «Ευρώπη», 112, MAE · Lacroix-Riz, « Paris et Washington », σελ. 254-259 [δες σημ.22].

[39] Τηλ. nº 63-64 τού Arnal, 14 Μαρτίου 1951, «Ευρώπη», 112, MAE.

[40] Lacroix-Riz, « La France face à la puissance militaire ouest-allemande » σελ. 111-115 [δες σημ.21].

[41] Σημείωμα «Autorité de la Ruhr et Communauté charbon-acier » [Αρχή τής Ρουρ και Κοινότητα Άνθρακα Χάλυβα], 7 Νοεμβρίου 1950, και υποφάκελος «Notes générales concernant l’adaptation des contrôles dans le cadre du Plan Schuman » [Γενικές παρατηρήσεις για την προσαρμογή των ελέγχων στο πλαίσιο τού σχεδίου Σουμάν], CE-DAFE, 507, MAE.

[42] FV/SJR, Σημείωμα για τον Μονέ, 14 Νοεμβρίου 1950, CE-DAFE, 507, MAE.

[43] Σημείωμα με τίτλο «Εφοδιασμός σε οπτάνθρακα τής γαλλικής βιομηχανίας χάλυβα [πριν από] το σχέδιο Σουμάν», 15 Ιανουαρίου 1951, CE-DAFE, 515, MAE.

[44] Η Συνθήκη περιλαμβάνει συνολικά 100 άρθρα και τις συνημμένες ανταλλαγείσες επιστολές (όπου ο Αντενάουερ υποστηρίζει — με τη σύμφωνη γνώμη τού Σουμάν — ότι η υπογραφή τής συνθήκης δεν συνιστά «αποδοχή εκ μέρους τής ομοσπονδιακής κυβέρνησης τού σημερινού καθεστώτος τού Σαρ»), CE-DAFE, 503· διευκρινίσεις για την AIR, CE-DAFE, 507, για την κατάργηση τής AIR και των συμμαχικών ελέγχων στη Γερμανία, Μάιος 1950‒Δεκέμβριος 1951, MAE.

[45] Σημείωμα DAFE για τον Wormser, 5 Ιανουαρίου 1953, CE-DAFE, 509, MAE, και 139/199404/94, ABDF [Αρχ. Τράπεζας Γαλλίας].

[46] Σημείωμα 9 Μαΐου 1950, CE-DAFE, 508, MAE.

[47] Αναφορά Monnet, 18 Ιουλίου 1951, CE-DAFE, 511, MAE.

[48] Τηλ. 1673-1677 τού Schuman στον Bernard Clappier, 20 Σεπτεμβρίου 1950, «Ευρώπη», 112, MAE.

[49] J. J. Lederer, «La sidérurgie européenne et les cartels avant le plan Schuman», Politique étrangère, 1951, τόμ. 16, n° 4-5, σελ. 397-412 (σελ. 412), και σποράδην (πβ. κατωτέρω).

[50] Τηλ. n° 361 τού Garnier, 23 Φεβρουαρίου 1951, «Ευρώπη», 112, MAE.

[51] Σημείωμα για την πρόταση Schuman, 10 Μαΐου 1950, CE-DAFE, 500 (και 508), MAE.

[52] Το παρατεθέν σημείωμα, που είναι μεταγενέστερο τής 18ης Μαΐου, καταχωρίστηκε μεταξύ 22 και 23 Μαρτίου 1950, CE-DAFE, 508, MAE.

[53] Gillingham, Coal, σελ. 336.

[54] Σημείωμα DAFE, 27 Απριλίου 1955, CE-DAFE, 512, MAE.

[55] Charles Maier, « The Two Postwar Eras and the Conditions for Stability in Twentieth-Century Europe », American Historical Review, αρ. 86, 2, 1986, σελ. 327-365.

[56] Σημείωμα Lancial, 26 Ιανουαρίου 1942, »Λονδίνο-Αλγέρι», 297, MAE, και επιστολή 740 τού επιτρόπου τής RG [Γενική Υπηρεσία Πληροφοριών], Μελέν, 13 février 1943, F7, 14904, AN.

[57] Lacroix-Riz, Le choix de Marianne : les relations franco-américaines de 1944 à 1948, Éditions sociales,‎ 1986, σποράδην· Le Choix de la défaite: les élites franfaises dans les années 1930, Paris, Armand Colin, 2010 (επίλογος)· De Munich à Vichy : L’assassinat de la Troisième République (1938-1940), Paris, Armand Colin, 2008 (επίλογος)· Industriels et banquiers français sous l’Occupation, Paris, Armand Colin, 2013 (κεφ.9)· G. & J Kolko, Τhe Limits of power. The World and the United States Foreign Policy 1945-1954, New York, Harper and Row, 1972, σελ. 370 και επ.

[58] Richard Vinen, The politics of French business 1936-1945, Cambridge, Cambridge UP,1991, σελ. 203 και 227.

[59] Armand Bérard, Un Ambassadeur se souvient. Washington et Bonn 1945-1955, Paris, Plon, 1978, σελ. 229, και σποράδην. Για τον Georges Villiers, βλ. ευρετήριο ονομάτων στο Industriels.

[60] Για τις γερμανικές ανησυχίες, Gillingham, Coal, σελ. 205 και επ.

[61] «Γερμανική» αλληλογραφία τού Κε Ντ’Ορσέ από το 1945-46 και μετά, κυρίως «ΗΠΑ 1944», 171-179, και παραπομπή στον νόμο ECA, σημείωμα τής DAFE, Παρίσι, 18 Ιουνίου 1948, «ΗΠΑ 1944», MAE.

[62] Gillingham, Coal, σελ. 166-168, 217-225.

[63] Pierre Gerbet, La construction de l’Europe, Paris, Imprimerie nationale, 1983, σελ. 109-130 (κυρίως σελ. 129), όπου ο μύθος για το επτασφράγιστο «μυστικό» τού Σουμάν και τού Μονέ, που κρατούσαν το Κε Ντ’Ορσέ σε άγνοια για τις προθέσεις τους, και την εκεί παρατιθέμενη «ευρωπαϊστική» βιβλιογραφία.

[64] Σημείωμα DAFE για τον Πρόεδρο, 26 Οκτωβρίου 1955, CE-DAFE, 516, MAE.

[65] CE-DAFE, 511 και 512, MAE· για την προπολεμική περίοδο, Choix, ευρετήριο: λήμμα Škoda.

[66] Προπολεμικά συνεργάτης στο περιοδικό Nouveaux Cahiers τού Ζακ Μπαρνό και μέλος των επιτροπών Κουτρό (X-Crise, κ.τ.λ.), στη συνέχεια μέλός τής GRECS [Groupe de recherches économiques et sociales], οργάνωσης που διαδέχτηκε τις εν λόγω επιτροπές και η οποία ιδρύθηκε από τον Ογκίστ Ντετέφ τον Νοέμβριο τού 1945· δες Arnaud Diemer και Jean Laudereau, « L’activité du Groupe […]» στο Diemer et al., Maurice Allais et la Science économique, Paris, Clément Juglar, 2010, κεφ. 18, σελ. 309-314· και François Georges-Dreyfus, «Les économistes français face au Reich hitlérien […] », σελ. 83-92, στο Mélanges en l’honneur de François Caron (έκδ. υπό τη διεύθυνση τής Michèle Berger), PU Paris-Sorbonne, 1998 (στις σελίδες τού οποίου δεν υπάρχει ούτε μία αναφορά στη λέξη «συναρχία»· βλ. ευρετήριο Choix, Vichy και Industriels).

[67] Για τα κύρια πολιτικά και συνδικαλιστικά ζητήματα και διακυβεύματα, Henry Ehrmann, La politique du patronat français 1936-1955 (μετάφρ.), Paris, Armand Colin, 1959· Lacroix-Riz, Choix και Munich, ευρετήριο: René Belin, Robert Lacoste, κ.λπ.· Marianne, σποράδην· « Du bon usage de la “politique de la gauche non communiste”», chirm, αρ. 30, 1987, σελ. 75-104· «Réflexion sur un ouvrage récent», chirm, αρ. 54, 1994· Edward Rice-Maximin, «The United States and the French Left, 1945-1949: the View from the State Department», Journal of Contemporary History, 19, 1984, σελ. 729-747· Anthony Carew, Labour under the Marshall Plan, Manchester UP, 1987, και τα μεταγενέστερα έργα του, κ.λπ.

[68] Δηλώσεις τού Lafond, συνομοσπονδιακού γραμματέα τής FO, στην Dépêche du Midi, 12 Δεκεμβρίου 1951, όπως παρατίθενται στην έκθεση τής CE-DAFE, άλλα σχόλια, δηλώσεις, ανακοινώσεις στον τύπο, 6 Ιουνίου-13 Δεκεμβρίου 1951 (βλ. επίσης παρακάτω Σχόλια 1951), CE-DAFE, 502, MAE.

[69] Lacroix-Riz, Marianne, σποράδην· « Les résistances dans l’Administration », στο Les nationalisations de la Libération, (έκδ. υπό τη διεύθ. των Antoine Prost, Claire Andrieu, Lucette Le Van-Lemesle), Paris, PFNS, 1987, σελ. 192-210· «CGT et revendications ouvrières face à l’État, de la Libération aux débuts du Plan Marshall », διατριβή, Paris Ι, 1981· και La CGT de la Libération d la scission (1944-1947), Paris, Éditions Sociales, 1983, ευρετήριο.

[70] «Note sur le projet de mise en commun des industrie-clefs européennes» [Σημείωμα για το σχέδιο κοινής εκμετάλλευσης των βασικών ευρωπαϊκών βιομηχανιών], 22 Μαΐου 1950, CE-DAFE, 508, MAE.

[71] Ανακοινωθέν στο πρακτορείο AFP, «Σχόλια 1951», CE-DAFE, 502, MAE.

[72] Γνώμες και αντιλήψεις επιχειρηματικών και εργοδοτικών κύκλων τού γαλλικού κλάδου χάλυβα, «Σχόλια 1951», CE-DAFE, 502, MAE.

[73] Έκθεση Chavin, Ιούνιος 1941, F7,15343, AN.

[74] Σημείωμα για MAE, 17 Νοεμβρίου 1950, CE-DAFE, 501, MAE.

[75] Σημείωμα τής 13ης Δεκεμβρίου 1950, CE-DAFE, 507, MAE.

[76] Για τις δραστηριότητες των Langeron, Lafond και Raty κατά την προπολεμική περίοδο και/ή κατά τη διάρκεια τού καθεστώτος τού Βισί, Lacroix-Riz, Choix, Vichy, Industriels, σποράδην.

[77] Από το κείμενο τής επιστολής τους στον Μονέ, Παρίσι, συνημμένης στην επιστολή τους προς τον Σουμάν, 20 Φεβρουαρίου 1951 (και τα υπόλοιπα κείμενα στον ίδιο τόμο), MAE.

[78] Με αναδόχους δύο συνάρχες και μέλη τής Καγκούλ «1. τον στρατηγό Καμπέ, 2. τον Μουλέν Ντε Λαμπαρτέτ», φάκελος Métral Albert, F7, 15388, AN.

[79] Gillingham, Coal, σελ. 308-310 (το θαυμαστικό στο πρωτότυπο [«…κύρια αιτία για την εθνική παρακμή …!»]

[80] Lacroix-Riz, « Hermann Röchling et la couleuvre de l’Alsace-Lorraine » [Χ. Ρέχλινγκ και η «προσβολή» τής Αλσατίας-Λορένης], Industriels, σελ. 510-511. [Σημ. Μετ. Τού επιτράπηκε να παραστεί στην έναρξη τής διάσκεψης, αλλά όχι στο δείπνο τού επιμελητηρίου ].

[81] http://fr.wikipedia.org/wiki/Proc%C3%A8s_de_Nuremberg#Wieviorka2006

[82] Klee, Personenlexikon, σελ. 155.

[83] Επιστολή 99 τού Robert de Marciat, γενικού προξένου στο Μόναχο, 19 Ιανουαρίου 1957, CE-DAFE, 516, MAE.

[84] Σημείωμα Auboin, Βασιλεία, 14 Δεκεμβρίου 1949, 1397/199404/94, ABDF.

[85] Σημείωμα SCE [τής Υπηρεσίας Οικονομικής Συνεργασίας, Υπ.Εξ.], 10 Φεβρουαρίου 1950, CE, 56, MAE [πβ. ανωτέρω υποσημείωση 18].

[86] Μέλος τής GRECS (πβ. υποσημείωση αρ.66, και την εκεί παρατιθέμενη βιβλιογραφία), αποφοίτησε πρώτος αριστούχος το 1930, επικεφαλής τής Υπηρεσίας Ορυχείων τής Ινδοκίνας (1938-1947), υπηρέτησε στη συνέχεια στο Υπουργείο Βιομηχανικής Παραγωγής (1947-1949), όπου ανέλαβε να εποπτεύει τη «διανομή των πιστώσεων βιομηχανικών επενδύσεων τού σχεδίου Μάρσαλ»· δες και νεκρολογία http://www.annales.org/archives/x/desrousseaux.html, άκρως λακωνική όσον αφορά την περίοδο τής κατοχής.

[87] Σημείωμα για την πρόταση Σουμάν, 10 Μαΐου 1950, CE-DAFE, 500 (και 508), MAE.

[88] Σημείωμα MAE για τη μεταλλευτική εταιρεία τού Κονάκρι, Παρίσι, 24 Οκτωβρίου 1950, CE-DAFE, 508, MAE.

[89] Suetens, 2η εκτελεστική συνεδρίαση των 6 αντιπροσωπειών, 22 Ιουνίου 1950, CEDAFE, 500, MAE.

[90] Σημείωμα DE [Διεύθ. Ευρώπης], 1 Ιουνίου 1950, «Ευρώπη», 111, MAE.

[91] Gillingham, Coal, σελ. 315-336 (το παράθεμα, στη σελ. 332: « the ECSC could be scrapped the following day without making the différence »), και CE-DAFE, 500 και επ., κυρίως 509, MAE. Για τον Ricard, ευρετήριο Industriels.

[92] Σημείωμα DAFE, 22 Απριλίου 1953, CE-DAFE, 512, MAE.

[93] Πρακτικά εκτελεστικής συνεδρίασης, 4 Ιουλίου 1950, CE-DAFE, 500, MAE.

[94] «Εντολή Καθηκόντων προς την Επιτροπή Μισθών», 12 Σεπτεμβρίου 1950, CE-DAFE, 501, MAE.

[95] «Σύνοψη εγγράφου εργασίας [των] γάλλων εμπειρογνωμόνων», 27 Ιουνίου 1950, CE-DAFE, 500, MAE.

[96] «Προτάσεις τής επιτροπής περιορισμένης σύνθεσης για τους μισθούς», Οκτώβριος 1950, CE-DAFE, 501, MAE (οι υπογραμμίσεις δικές μου-ALR).

[97] Ευρετήριο ονομάτων Choix και Industriels.

[98] Ψηφίσματα CCI, με επιστολή τού Ζισκάρ Ντ’ Εστέν με ημερομηνία 29/5/1952, CE-DAFE, 511, MAE.

[99] Επιστολή τού Foster, αναπληρωτή διευθυντή τής ECA [Διοίκησης Οικονομικής Συνεργασίας] (υπηρεσία διαχείρισης τού προγράμματος Μάρσαλ στην Ουάσινγκτον), προς την Αποστολή ECA στο Παρίσι, Ουάσινγκτον, 21 Απριλίου 1950, FRUS, 1950, 111, σελ. 1372-1374.

[100] Σημείωμα DAFE, «Σχέσεις με τη Γερμανία, την Αυστρία και την ΕΚΑΧ», Παρίσι, 28 Ιουλίου 1954, CE-DAFE, 509, MAE.

[101] Σημείωμα DAFE για τον Wormser, 10 Δεκεμβρίου 1953, CE-DAFE, 512, MAE.


i. Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών.

ii. Διοίκηση Οικονομικής Συνεργασίας.

iii. Αμερικανική Επιτροπής για την Ενωμένη Ευρώπη.

iv. Οργανισμός Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας.

v. Υπ.Εξ.

vi. Οργανισμός Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας.

vii. Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άμυνας.

viii. Αμερικανική Επιτροπή για την Ενωμένη Ευρώπη.

ix. Λειτουργούσε ως ομάδα πίεσης και συμφερόντων.

x. Διοίκηση Οικονομικής Συνεργασίας.

xi. Γαλλικό Τμήμα τής Εργατικής Διεθνούς.

xii. Mouvement Républicain Populaire: Λαϊκό Δημοκρατικό Κίνημα.

xiii. Εθνικό Συμβούλιο Γαλλικής Εργοδοσίας.

xiv. Union des industries et métiers de la métallurgie: Σύνδεσμος μεταλλουργικών βιομηχανιών και επαγγελμάτων.

xv. Εθνικό Συμβούλιο Γαλλικής Εργοδοσίας.

xvi. Banque de l’Union parisienne.

xvii. Bundesverband der deutschen Industrie.

xviii. τού Υπουργείου Βιομηχανίας και Εμπορίου.

xix. Κρατικοί μηχανικοί ορυχείων.

xx. Κρατική εταιρεία: «Ανθρακωρυχεία Γαλλίας».

xxi. Compagnie franco-américaine des Métaux.

xxii. British Iron and Steel Corporation.

xxiii. Parti Social Français. Επρόκειτο για φασιστικές οργανώσεις.

xxiv. Confédération française des travailleurs chrétiens (CFTC): Γαλλική Συνομοσπονδία Χριστιανών Εργατών·
Confédération générale des cadres (CGC): Γενική Συνομοσπονδία Στελεχών· CGT: Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας.

xxv. Βλέπε υποσημείωση 100.

 
1 σχόλιο

Posted by στο 11/12/2014 in Uncategorized

 

Ετικέτες: