RSS

Ο παγκοσμιοποιημένος νόμος τής αξίας – Samir Amin

Η θεμελιώδης σημασία τού νόμου τής αξίας—Samir Amin
[La loi de la valeur mondialisée, σελ.15-61] [η μετάφραση σε pdf]

Έχοντας αφιερώσει τον πρώτο τόμο τού Κεφαλαίου στην εξέταση των θεμελιακών γνωρισμάτων τού νόμου τής αξίας, ο Μαρξ ασχολείται στον δεύτερο τόμο με την κατασκευή μιας — εκ πρώτης όψεως — καθαρά «οικονομικής» απόδειξης. Προσπαθεί αφενός να αποδείξει ότι σε ένα καπιταλιστικό σύστημα είναι θεωρητικά δυνατή η συσσώρευση και αφετέρου να προσδιορίσει τις συνθήκες για την επίτευξη δυναμικής ισορροπίας στο συγκεκριμένο σύστημα. Όπως προκύπτει από τα επεξηγηματικά παραδείγματα που χρησιμοποιεί, το συγκεκριμένο σύστημα διακρίνεται από μια σειρά μεγεθών και αναλογιών που είναι προφανές ότι σχετίζονται στο σύνολό τους με το πεδίο τής οικονομίας. Πρώτον, πρόκειται για τις αναλογίες κατανομής τής εργατικής δύναμης και των μέσων παραγωγής στους δύο τομείς που ορίζουν τις βάσεις τού κοινωνικού καταμερισμού τής εργασίας, πράγμα που επιτρέπει τη σύγχρονη παραγωγή μέσων παραγωγής και μέσων κατανάλωσης. Δεύτερον, πρόκειται για τις αναλογίες που χαρακτηρίζουν την ένταση χρησιμοποίησης των μέσων παραγωγής από την άμεση εργασία, πράγμα που λειτουργεί ως μέτρο τού επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Τρίτον, πρόκειται για την μεταβολή των αναλογιών που συνοδεύει τη μετάβαση από τη μια φάση στην άλλη και η οποία δίνει το μέτρο τής κατεύθυνσης και τού ρυθμού προόδου των παραγωγικών δυνάμεων. Τέταρτον, τέλος, πρόκειται για τον βαθμό εκμετάλλευσης τής εργασίας (ποσοστό υπεραξίας). Ο Μαρξ παρουσιάζει μεν μια σειρά παραδειγμάτων όπου όλα αυτά τα μεγέθη εκφράζονται σε αξίες, αλλά το συμπέρασμα που συνάγει από τα συγκεκριμένα παραδείγματα (τ.έ. τις οικονομικές συνθήκες τής διευρυμένης αναπαραγωγής) μπορεί κάλλιστα να συναχθεί και από ένα μοντέλο εκφρασμένο σε τιμές παραγωγής, όπου το κέρδος είναι ανάλογο προς το χρησιμοποιούμενο κεφάλαιο και όχι προς την εκμεταλλευόμενη εργασία. Στο συγκεκριμένο και περιορισμένο αυτό πλαίσιο, οι δύο μορφές «οικονομικής» επιχειρηματολογίας είναι ισοδύναμες.[1] Για τους λόγους αυτούς, διατύπωσα ένα μοντέλο διευρυμένης αναπαραγωγής όπου λαμβάνεται υπόψη και η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και το οποίο ορίζεται, σε γενικές γραμμές, ως εξής:

Φάση 1
Τομέας Ι: παραγωγή μέσων παραγωγής

1e+ah=pe

(όπου a, οι ώρες [h] άμεσης εργασίας [a\cdot h] που απαιτούνται για την παραγωγή p μονάδων εξοπλισμού [p\cdot e] με τη χρησιμοποίηση πρώτων υλών και μιας μονάδας εξοπλισμού [1\cdot e]).

Τομέας ΙΙ: παραγωγή καταναλωτικών αγαθών

1e+bh=qc

(όπου b, οι ώρες άμεσης εργασίας [b\cdot h] που απαιτούνται για την παραγωγή q μονάδων καταναλωτικών αγαθών [q\cdot e] με τη χρησιμοποίηση πρώτων υλών και μιας μονάδας εξοπλισμού [1\cdot e]).

Φάση 2

Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων ορίζεται από την ικανότητα χρησιμοποίησης μεγαλύτερου όγκου πρώτων υλών και αγαθών εξοπλισμού για την παραγωγή μεγαλύτερου όγκου κεφαλαιουχικών και καταναλωτικών αγαθών με την ίδια όμως ποσότητα άμεσης εργασίας (a και b). Έχουμε επομένως τις ακόλουθες εξισώσεις (όπου λ και γ, όντας μικρότερα τής μονάδας [λ και γ <1], εκφράζουν το μέγεθος τής ανάπτυξης τής παραγωγικότητας της εργασίας):

1e+a\lambda h=pe

1e+b\gamma h=qc

Από το πολύ γενικό αυτό πλαίσιο καταλήγουμε στα εξής συμπεράσματα:

(1) Η επίτευξη δυναμικής ισορροπίας είναι δυνατή, υπό τη μόνη προϋπόθεση ότι η εργατική δύναμη (a+b) θα χρησιμοποιείται σε κατάλληλες αναλογίες στους δύο τομείς παραγωγής.

(2) Ο ρυθμός συσσώρευσης, που μετράται βάσει τής αύξησης τής παραγωγής μέσων παραγωγής, είναι ο παράγοντας εκείνος που καθορίζει το επίπεδο τής απασχόλησης (συμπέρασμα που βρίσκεται στον αντίποδα των παραδοχών τής επικρατούσας οικονομικής θεωρίας).

(3) Η δυναμική ισορροπία προϋποθέτει ότι τα καταναλωτικά αγαθά που παράγονται κατά τη διάρκεια μιας φάσης καταναλώνονται κατά την ίδια φάση. Τα αγαθά εξοπλισμού[3] που παράγονται κατά τη διάρκεια μιας φάσης αγοράζονται στην αρχή τής επόμενης περιόδου. Καθώς η υπεραξία που παράγεται κατά τη διάρκεια μιας φάσης μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο κατά τη διάρκεια τής επόμενης περιόδου, η δυναμική ισορροπία προαπαιτεί επίσης την ορθή κεντρική διαχείριση τής πίστωσης.

(4) Αν το σύνολο τής οικονομίας περιλαμβάνει αποκλειστικά τους δύο αυτούς τομείς, τότε η δυναμική ισορροπία προϋποθέτει αύξηση μισθών σε ποσοστό που προκύπτει από τον συνδυασμό των παραμέτρων λ και γ.[4] Ομοίως, τα ποσοστά υπεραξίας και οι οργανικές συνθέσεις μεταβάλλονται ανάλογα με τις τιμές των λ και γ. Το ποσοστό κέρδους παραμένει ως επί το πλείστον σταθερό.

(5) Αν οι πραγματικοί μισθοί δεν σημειώνουν την απαραίτητη πρόοδο, η ισορροπία είναι δυνατή μόνο υπό τον όρο τής παράλληλης ανάπτυξης ενός τρίτου τομέα για τη μη παραγωγική κατανάλωση τής παραχθείσας υπεραξίας [τομέας III].

Ένα απλό παράδειγμα για την επεξήγηση τού μοντέλου

Το μοντέλο αποτυπώνει με άμεσο τρόπο τις τεχνολογικές σχέσεις παραγωγής (εισροές άμεσης εργασίας και εξοπλισμού, εκροές παραγωγής), για παράδειγμα ως εξής:

Τομέας I: 1e+4h\rightarrow3e

Τομέας II: 1e+4h\rightarrow6c

Οι εισροές σταθερού κεφαλαίου δίνονται απευθείας σε μονάδες κεφαλαιουχικών αγαθών (e) και οι εισροές άμεσης εργασίας σε ώρες (h). Όσον αφορά τον τον τομέα I¸ οι εκροές δίνονται σε μονάδες κεφαλαιουχικών αγαθών (e), ενώ όσον αφορά τον τομέα II οι εκροές δίνονται σε μονάδες καταναλωτικών αγαθών (c). Στο συγκεκριμένο παράδειγμα διαπιστώνουμε ότι η οργανική σύνθεση είναι η ίδια και για τους δύο τομείς παραγωγής.

Θεωρούμε ότι και στους δύο τομείς το προϊόν τής εργασίας κατανέμεται με την ίδια αναλογία ανάμεσα στον προλετάριο και τον καπιταλιστή (δηλ. τα ποσοστά υπεραξίας είναι ίσα και στους δύο τομείς). Θεωρούμε επίσης ότι οι μισθοί αποτελούν τη μόνη πηγή ζήτησης καταναλωτικών αγαθών (c) — ή, με άλλα λόγια, ότι η αγοραστική δύναμη που εκφράζεται με τη μορφή τής αμοιβής τής εργασίας επιτρέπει την απορρόφηση τού συνόλου τής παραγωγής τού τομέα II σε κάθε διαδοχικό κύκλο παραγωγής. Αντιθέτως, το σύνολο τής υπεραξίας «αποταμιεύεται» με σκοπό τη χρηματοδότηση τής ακαθάριστης επένδυσης (αντικαταστάσεις και προσθήκες). Με άλλα λόγια, η αγοραστική δύναμη η οποία εκφράζεται με τη μορφή τής υπεραξίας που παράγεται στη διάρκεια μιας φάσης επιτρέπει την εγκατάσταση τού αναγκαίου εξοπλισμού για την επίτευξη δυναμικής ισορροπίας κατά την επόμενη φάση.

Όσον αφορά τώρα τη δυναμική ισορροπία, η πρόοδος που επιτυγχάνεται από τη μια φάση στην άλλη ορίζεται με βάση τον ρυθμό αύξησης τής παραγωγικότητας τής εργασίας (δηλ. τον λόγο τού προϊόντος προς την εισροή άμεσης εργασίας). Για παράδειγμα, αν και στους δύο τομείς η παραγωγικότητα διπλασιάζεται από φάση σε φάση, η τεχνολογία για τη δεύτερη φάση θα ορίζεται ως εξής:

Τομέας I: 2e+4h\rightarrow 6e

Τομέας II: 2e+4h\rightarrow 12c

 

Η ίδια ποσότητα άμεσης εργασίας χρησιμοποιεί διπλάσιες ποσότητες εξοπλισμού, πρώτων υλών κ.λπ. [6e], ώστε να παραχθεί διπλάσιο προϊόν [12c], ενώ διπλασιάζονται και οι οργανικές συνθέσεις κεφαλαίου.

Υπό τις συνθήκες αυτές, πώς διατηρείται η ισορροπία από τη μια φάση στην άλλη; Υποθέτουμε ότι είναι δεδομένες εκ των προτέρων οι ποσότητες τής διαθέσιμης εργασίας (π.χ. 120h) και το απόθεμα μέσων παραγωγής (30e). Η κατανομή τους μεταξύ των δύο τομέων, το ποσοστό υπεραξίας και ο ρυθμός ανάπτυξης (το πλεόνασμα παραγωγής τού τομέα I πέραν των αναγκών αντικατάστασης) βρίσκονται σε σχέση ταυτόχρονης αλληλεξάρτησης. Για παράδειγμα, έχουμε:

Φάση 1 Εξοπλισμός Αναγκαία εργασία Υπερεργασία Προϊόν
Τμήμα I 20e + 40h + 40h  →  60e
Τμήμα II 10e + 20h + 20h  →  60c
Σύνολο 30e 120h

 

Σε αυτή την περίπτωση, το προϊόν τού τμήματος Ι κατά τη φάση 1 είναι διπλάσιο από το απαιτούμενο για την αντικατάσταση τού κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, επιτρέποντας έτσι τον διπλασιασμό τής απόδοσης κατά τη φάση 2 [βλ. πίνακα κατωτέρω]. Διαπιστώνουμε ότι οι αναλογίες \frac{2}{3} και \frac{1}{3} , που εκφράζουν την ανά τομέα κατανομή των παραγωγικών δυνάμεων,[5] και ένα αμετάβλητο ποσοστό υπεραξίας ύψους 100% (πράγμα που σημαίνει διπλάσιους πραγματικούς μισθούς) αποτελούν τις προϋποθέσεις για τη διατήρηση τής δυναμικής ισορροπίας κατά τη φάση 2, η οποία περιγράφεται ως εξής:

Φάση 2 Εξοπλισμός Αναγκαία εργασία Υπερεργασία Προϊόν
Τμήμα Ι 40e + 40h + 40h  →  120e
Τμήμα ΙΙ 20e + 20h + 20h  →  120c
Σύνολο 60e 120h

 

Διαπιστώνουμε εδώ ότι η αγοραστική δύναμη των μισθών που αντιστοιχούν σε 120 ώρες εργασίας (εκ των οποίων 60 είναι ώρες αναγκαίας εργασίας) εξασφαλίζει την αγορά 60c[6] κατά τη φάση 1 και 120c κατά τη φάση 2 — πράγμα που σημαίνει ότι οι πραγματικοί μισθοί θα έχουν διπλασιαστεί, ακολουθώντας τον ρυθμό αύξησης τής παραγωγικότητας τής εργασίας. Το σύνολο τής παραγωγής κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, που διπλασιάζεται από φάση σε φάση, απορροφάται κατά τη διάρκεια τής επόμενης φάσης. Παρατηρούμε ότι το ποσοστό αύξησης τού διαθέσιμου κεφαλαιουχικού εξοπλισμού είναι αυτό που καθορίζει τη συνολική ποσότητα τής χρησιμοποιούμενης εργασίας, και όχι το αντίστροφο. Επομένως πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η συσσώρευση τού κεφαλαίου καθορίζει το επίπεδο τής απασχόλησης, και όχι το αντίστροφο (όπως υποστηρίζεται γενικά από τη χυδαία οικονομολογία και ειδικότερα από τη θεωρία τού μαρζιναλισμού). Στην περίπτωσή μας τα επίπεδα απασχόλησης δεν μεταβάλλονται από φάση σε φάση ακριβώς λόγω τής επιλογής των υποθέσεων εργασίας μας. Ωστόσο, αν υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι έχουμε και φυσιολογική αύξηση τού ενεργού πληθυσμού, τότε ο ρυθμός συσσώρευσης δεν θα εξασφαλίζει την πλήρη απασχόληση.

Το πολύ απλό αυτό μοντέλο εξηγεί επαρκώς τη φύση τής αντικειμενικής σχέσης που υφίσταται μεταξύ τής αξίας τής εργατικής δύναμης και τού επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Δεν κερδίζουμε τίποτε εάν κάνουμε χρήση ενός κοινού παρονομαστή, προκειμένου έτσι να αθροιστούν οι εισροές (περισσότερα για το «νόμιμο χρήμα», βλ. κατωτέρω [σελ. 30, pdf]), εάν στους υπολογισμούς μας χρησιμοποιήσουμε τιμές αντί για αξίες («εξίσωση τού ποσοστού κέρδους», που στην περίπτωσή μας είναι, ούτως ή άλλως, ίσο με το ποσοστό υπεραξίας, δεδομένου τού ότι οι οργανικές συνθέσεις είναι οι ίδιες και για τους δυο τομείς) ή, τέλος, εάν χρησιμοποιήσουμε περισσότερο περίπλοκες παραδοχές (διαφορετικές οργανικές συνθέσεις και/ή διαφορετικές αυξήσεις τής παραγωγικότητας ανά τομέα).

Με βάση το μοντέλο μας μπορούμε για παράδειγμα να διατυπώσουμε, με ομοιογενείς όρους, τις προϋποθέσεις για την επίτευξη δυναμικής ισορροπίας. Εάν η τιμή μονάδας για τα καταναλωτικά αγαθά C ισούται με ένα φράγκο (1F), το ωρομίσθιο[7] με 0,50F και η τιμή μονάδας για τα αγαθά εξοπλισμού είναι ίση με 2F, τότε η υπεραξία, που ισούται εδώ με το κέρδος, υπολογίζεται μέσω αφαίρεσης,[8] οπότε έχουμε:


Φάση 1 Εξοπλισμός Μισθοί Υπεραξία Προϊόν
Τμήμα Ι 20e x 2 = 40F 80h x 0,5 = 40F 40F 60e x 2 = 120F
Τμήμα ΙΙ 10e x 2 = 20F 40h x 0,5 = 20F 20F 60c x 1 = 60F
Σύνολο 60F 60F 60F 180F

Αν θεωρήσουμε ότι στην επόμενη φάση οι τιμές παραμένουν σταθερές,[9] η ισορροπία θα συνεπάγεται τον διπλασιασμό τόσο τού ονομαστικού μισθού όσο και τής παραγωγικότητας.

Φάση 2 Εξοπλισμός Μισθοί Υπεραξία Προϊόν
Τμήμα Ι 40e x 2 = 80F 80h x 1 = 80F 80F 120e x 2 = 240F
Τμήμα 2 20e x 2 = 40F 40h x 1 = 40F 40F 120c x 1 = 120F
[120F] [120F] [120F] [360F]

 

Μπορούμε να επαληθεύσουμε ότι δεν υφίστανται δυσκολίες απορρόφησης. Οι μισθοί που καταβάλλονται στη φάση 1 (60F) επιτρέπουν την αγορά τού συνόλου τής παραγωγής καταναλωτικών αγαθών που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια τής ίδιας φάσης. Όσον αφορά δε τα μέσα παραγωγής που παρήχθησαν κατά τη φάση 1 (120F), η παραγωγή απορροφάται από τους καπιταλιστές για την κάλυψη των αναγκών τής φάσης 2 (από τον πίνακα διαπιστώνουμε ότι, σε αυτή την φάση, η αξία τού εγκατεστημένου εξοπλισμού ισούται πράγματι με 120F). Πιο συγκεκριμένα, αυτά τα αγαθά εξοπλισμού χρησιμοποιούνται αφενός για την αποκατάσταση τής παραγωγικής ικανότητας[10] στα επίπεδα τής φάσης 1 και αφετέρου για τη δημιουργία πρόσθετης παραγωγικής ικανότητας (χρηματοδοτούμενης μέσω τής υπεραξίας που πραγματοποιήθηκε στη φάση 1, που, όπως είδαμε, ισούται με 60F). Από φάση σε φάση, τα πραγματικά ωρομίσθια διπλασιάζονται, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα επίπεδα παραγωγής καταναλωτικών αγαθών.

Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι τα μέσα παραγωγής που παρήχθησαν κατά τη διάρκεια μιας φάσης δεν έχουν τις ίδιες αξίες χρήσης με εκείνα που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή τους. Η εγκατάσταση 20e [μονάδων παραγωγής] κατά τη φάση 1 επιτρέπει την παραγωγή 60 μονάδων νέου τύπου. Για παράδειγμα, με τη χρήση ατμομηχανών θα παράγονται στο εξής ηλεκτρικές μηχανές και κινητήρες και όχι περισσότερες ατμομηχανές.[11] Διαφορετικά δεν θα είχαμε διπλασιασμό τής αποδοτικότητας κατά την επόμενη φάση. Αν τα μέσα παραγωγής ήταν τού ίδιου τύπου, τότε η αποδοτικότητα θα παρέμενε στα ίδια επίπεδα· με άλλα λόγια, θα παρέμενε αμετάβλητος ο λόγος μέσων παραγωγής‒άμεσης εργασίας. Αν η ίδια ποσότητα άμεσης εργασίας επιτρέπει τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού διπλάσιας αξίας για την παραγωγή διπλάσιου τελικού προϊόντος, αυτό συμβαίνει διότι τα νέα μέσα παραγωγής είναι διαφορετικού τύπου και αποδοτικότητας. Με βάση την παρατήρηση αυτή μπορούμε να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στο «εντατικό» και στο «εκτατικό» μοντέλο διευρυμένης αναπαραγωγής. Στο εκτατικό μοντέλο παράγονται σε αυξανόμενες ποσότητες μέσα παραγωγής τού ίδιου τύπου, πράγμα που σημαίνει ότι αυτού τού είδους η διευρυμένη αναπαραγωγή απαιτεί παράλληλη αύξηση τής χρησιμοποιούμενης ποσότητας εργατικού δυναμικού. Τούτο δεν ισχύει κατ’ ανάγκη στην περίπτωση τού μοντέλου εντατικής συσσώρευσης, το οποίο άλλωστε παρουσιάζει και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Πρέπει να τονισθεί ότι η πραγματοποίηση τής υπεραξίας έχει ως αναγκαίο προαπαιτούμενο τη μεσολάβηση τής τραπεζικής πίστης. Αν κατά τη φάση 1 το πιστωτικό σύστημα καταβάλει ως προχρηματοδότηση ποσό 120F στους καπιταλιστές, προκειμένου αυτοί να μπορέσουν να αγοράσουν τα αναγκαία μέσα παραγωγής (60F) και να πληρώσουν τους μισθούς (60F), με τους οποίους οι εργάτες καλύπτουν τις καταναλωτικές τους ανάγκες, τότε, στο τέλος τής πρώτης φάσης, οι καπιταλιστές θα έχουν εισπράξει από τις πωλήσεις καταναλωτικών αγαθών ποσό 60F και από τις μεταξύ τους αγορές μέσων παραγωγής προς αντικατάσταση χρησιμοποιημένου εξοπλισμού επίσης ποσό 60F. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουν να επιστρέψουν την εισπραχθείσα προκαταβολή (120F). Ωστόσο, για να μπορέσουν κατά τη φάση 2 να αυξήσουν την παραγωγή τους με την αγορά πρόσθετων μέσων παραγωγής, θα πρέπει να λάβουν προκαταβολή ποσού ύψους 240F, που θα χρησιμοποιήσουν σύμφωνα με το ίδιο μοντέλο και το οποίο θα επιστρέψουν κατά το τέλος τής φάσης 2 και ούτω καθεξής. Σε απάντηση των επιχειρημάτων τής Ρόζα Λούξεμπουργκ σε σχέση με το «ζήτημα των εμπορικών διεξόδων», παραπέμπω τον αναγνώστη σε προηγούμενα κείμενα μου για τον ρόλο που διαδραματίζει εδώ η τραπεζική πίστη. — Είναι επίσης προφανές ότι μπορούμε να αναπτύξουμε ένα παρόμοιο σκεπτικό κάνοντας την παραδοχή ότι κατά τη φάση 2 οι ονομαστικοί μισθοί θα παραμείνουν αμετάβλητοι, ενώ συγχρόνως θα έχουν μειωθεί οι τιμές και αυξηθεί οι πραγματικοί μισθοί.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: Το γενικό μοντέλο διευρυμένης αναπαραγωγής

Παράμετροι τού συστήματος

Θα παρουσιάσω σε πολύ γενικές γραμμές το μοντέλο που συνδέει τους πραγματικούς μισθούς (καθώς και τα ποσοστά υπεραξίας) με τους ρυθμούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Για κάθε φάση παραγωγής, οι τομείς Ι-ΙΙ (όπου I είναι ο τομέας παραγωγής μέσων παραγωγής και ΙΙ ο τομέας παραγωγής καταναλωτικών αγαθών) ορίζονται από εξισώσεις που εκφράζονται σε αξίες και οι οποίες έχουν την ακόλουθη μορφή:

Φάση 1

Τμήμα Ι: e+a=pe
Τμήμα ΙΙ: e+b=qc

όπου e αντιπροσωπεύει μια μονάδα μέσων παραγωγής[12] και a και b τις ποσότητες τής άμεσης εργασίας που χρησιμοποιούνται σε κάθε μονάδα μέσων παραγωγής, ενώ p και q αντιπροσωπεύουν αντίστοιχα τις παραγόμενες ποσότητες μέσων παραγωγής και καταναλωτικών αγαθών.

Τα ζεύγη των παραμέτρων a-b και p-q ορίζουν το συγκεκριμένο τεχνολογικό σύστημα. Οι συγκεκριμένοι παράμετροι καθορίζουν τις τιμές ισορροπίας για τις μονάδες εξοπλισμού και κατανάλωσης e και c αντίστοιχα. Επιπλέον, το επίπεδο τεχνολογικής προόδου ορίζεται από τις παραμέτρους λ και γ που λαμβάνουν τιμές μικρότερες τής μονάδας. Οι συγκεκριμένοι παράμετροι καθορίζουν την εξέλιξη τού συστήματος κατά τις επόμενες φάσεις. Επομένως έχουμε:

Φάση 2

Τμήμα Ι: e+a\lambda=pe
Τμήμα ΙΙ: e+b\gamma=qc

Φάση 3

Τμήμα Ι: e+a\lambda^2=pe
Τμήμα ΙΙ: e+b\gamma^2=qc
κ.ο.κ.

Με μια συνολική ποσότητα εργασίας + — που είναι θα μικρότερη από a+b [καθώς λ και γ <1]— και με τη σωστή κατανομή και διάρθρωση τού εξοπλισμού, επιτυγχάνονται τα ίδια επίπεδα παραγωγής.

Ο πρώτος όρος κάθε εξίσωσης e εκφράζει την αξία τού σταθερού κεφαλαίου Ε, αναγόμενου σε μια υλική μονάδα εξοπλισμού χρησιμοποιούμενου στην παραγωγική διαδικασία, όπου e είναι η αξία κάθε μονάδας εξοπλισμού (e_{1}\neq e_{2}\neq e_{3} κ.ο.κ.), ενώ ο δεύτερος όρος εκφράζει την υλική ποσότητα άμεσης εργασίας — συμπεριλαμβανομένης τόσο τής αναγκαίας εργασίας όσο και τής υπερεργασίας — που αναλώνεται συνολικά ανά μονάδα Ε, σε καθένα από τους δύο τομείς και σε κάθε φάση τής παραγωγής. Η υλική παραγωγή κάθε τομέα, p και q αντίστοιχα, αποτιμάται σε μονάδες αξίας e και c — όπου c είναι η αξία μονάδας κατανάλωσης (με c_{1}\neq c_{2}\neq c_{3} κ.ο.κ.).

Για κάθε ζεύγος εξισώσεων που αντιστοιχεί σε κάθε φάση, το σύστημα περιλαμβάνει τρία ζεύγη παραμέτρων (a-b, p-q και λ-γ) και δύο αγνώστους (e και c). Οι παράμετροι a και b μετρούν την ένταση τής υλικής εργασίας που χρησιμοποιείται στις παραγωγικές διαδικασίες (—να σημειωθεί εδώ ότι τα αντίστροφα κλάσματα των παραμέτρων συνδέονται με τις οργανικές συνθέσεις κεφαλαίου), ενώ οι παράμετροι p και q αντιπροσωπεύουν το υλικό προϊόν των παραγωγικών διαδικασιών το οποίο προκύπτει σε κάθε φάση με τη χρησιμοποίηση μιας μονάδας εξοπλισμού E. Τέλος, οι παράμετροι λ και γ μετρούν τον ρυθμό τής τεχνολογικής προόδου που σημειώνεται σε κάθε τομέα. Είναι προφανές ότι οι συγκεκριμένοι παράμετροι λαμβάνουν τιμές μικρότερες τής μονάδας [λ και γ <1], καθώς η τεχνολογική πρόοδος επιτρέπει την αύξηση τού παραγόμενου προϊόντος με τη χρησιμοποίηση μικρότερης ποσότητας άμεσης εργασίας ανά μονάδα παραγωγής.

Καθορισμός των τιμών μονάδας

Οι εξισώσεις επιτρέπουν τον υπολογισμό των ζευγών e και c:[13]

e_{1}=\dfrac{a}{p-1} c_{1}=\dfrac{a+b(p-1)}{q(p-1)}

e_{2}=\dfrac{a\lambda}{p-1} c_{2}=\dfrac{a \lambda+b\gamma(p-1)}{q(p-1)}

e_{3}=\dfrac{a\lambda^2}{p-1} c_{3}=\dfrac{a\lambda^2+b\gamma^2(p-1)}{q(p-1)}

Από τις εξισώσεις φαίνεται ότι, καθώς η παραγωγή μέσων παραγωγής γίνεται με τη χρησιμοποίηση μέσων παραγωγής και άμεσης εργασίας, οι τιμές ανά μονάδα e των μέσων παραγωγής μειώνονται ανάλογα με τον ρυθμό αύξησης τής παραγωγικότητας στον τομέα Ι [παράμετρος λ]. Όσον αφορά, αντιθέτως, τα καταναλωτικά αγαθά, που επίσης παράγονται με τη χρήση μέσων παραγωγής και άμεσης εργασίας, οι τιμές ανά μονάδα προϊόντος c φθίνουν με ρυθμό που δίνεται από τον συνδυασμό των παραμέτρων λ και γ.

Εξισώσεις για τη διευρυμένη αναπαραγωγή

Τα μέσα παραγωγής E κατανέμονται μεταξύ των τομέων Ι και ΙΙ σε αναλογίες n_{1} και 1-n_{1} όσον αφορά τη φάση 1 και σε αναλογίες n_{2} και 1-n_{2} όσον αφορά τη φάση 2. Μπορούμε στη συνέχεια να αναλύσουμε τους όρους a-aλ και b-bγ σε μισθούς και υπεραξίες εισάγοντας τις παραμέτρους \mathrm{S}_{1} και \textnormal{S}_{2} οι οποίες στο σύστημα των τιμών e και c αντιπροσωπεύουν τους ονομαστικούς μισθούς για τις φάσεις 1 και 2 αντίστοιχα. Τέλος, K είναι ένας παράγοντας αναλογικότητας. Το παραγωγικό σύστημα σε κατάσταση δυναμικής ισορροπίας, η οποία, ας σημειωθεί, εξαρτάται από τις παραμέτρους τής τεχνολογικής ανάπτυξης λ και γ, διατυπώνεται με την εξής μορφή:

Φάση 1

Τομέας Ι:

n_{1}e_{1}+n_{1}\,a\,\mathrm{S}_{1}+n_{1}\,a\,(\mathrm{K-S_{1})=}n_{1}\,pe_{1}

Τομέας ΙΙ:

(1-n_{1})\,e_{1}+(1-n_{1})\,b\,\mathrm{S}_{1}+(1-n_{1})\,b\,(\mathrm{K-S_{1})=}(1-n_{1})\,qc_{1}

Φάση 2

Τομέας Ι:

n_{2}e_{2}+n_{2}\,a\,\mathrm{S}_{2}\,\lambda+n_{2}\,a\,(\mathrm{K-S_{2})\,\lambda=}n_{2}\,pe_{2}

Τομέας ΙΙ:

(1-n_{2})\,e_{2}+(1-n_{2})\,b\,\mathrm{S}_{2}\gamma+(1-n_{2})\,b\,(\mathrm{K-S_{2})\,\gamma=}(1-n_{2})\,qc_{2}

Το σύστημα εκφράζεται σε αξίες και όχι σε τιμές παραγωγής, καθώς τα ποσοστά υπεραξίας είναι τα ίδια και για τους δύο τομείς. Η δυναμική ισορροπία εξαρτάται από την πλήρωση των εξής δύο προϋποθέσεων:

(1) ότι οι συνολικοί μισθοί που καταβάλλονται σε κάθε φάση στους δύο τομείς επιτρέπουν την αγορά τού συνόλου των καταναλωτικών αγαθών που παράγονται κατά την ίδια φάση.

(2) ότι η συνολική υπεραξία που παράγεται σε κάθε φάση στους δύο τομείς επιτρέπει την αγορά μιας ποσότητας μέσων παραγωγής ίσης με την ποσότητα μέσων παραγωγής που θα προστεθεί στην παραγωγική διαδικασία κατά την επόμενη φάση.[14]

Επομένως, η δυναμική ισορροπία προϋποθέτει:

(α) την εξίσωση τής προσφοράς και τής ζήτησης καταναλωτικών αγαθών, η οποία διατυπώνεται ως εξής:

Φάση 1

n_{1}\,a\mathrm{\,S\,_{1}\mathnormal{+\mathnormal{(}1-n_{1})b\,S_{1}=\mathnormal{(1-}n_{1})\,qc_{1}}}

Φάση 2

n_{2}a\,\lambda\,\mathrm{S_{2}\mathnormal{+\mathnormal{(}1-n_{2})\,b\,\gamma\,S_{2}=\mathnormal{(1-}n_{2})\,qc_{2}}}

και (β) την εξίσωση τής προσφοράς και τής ζήτησης μέσων παραγωγής, η οποία διατυπώνεται ως εξής:

Φάση 1

n_{1}\,p\,e_{1}=e_{2}

Φάση 2

n_{2}\,p\,e_{2}=e_{3}

Οι ονομαστικοί μισθοί S μπορούν λοιπόν να εκφραστούν ως συνάρτηση των παραμέτρων που ορίσαμε:

\mathrm{S_{1}}=\dfrac{(1-n)\,[a+b\,(p-1)]}{(p-1)\,[an+b\,(1-n)]}

\mathrm{S_{2}}=\dfrac{(1-n)\,[a\,\lambda+b\,\gamma\,(p-1)]}{(p-1)\,[a\,\lambda\,n+b\,\gamma\,(1-n)]}

Με n=\dfrac{\lambda}{p} (n_{1}=n_{2}=n_{3}\ldots)

Οι πραγματικοί μισθοί \mathrm{S^\prime}_{1}=\dfrac{\mathrm{\mathrm{S\,}{}_{1}}}{c_{1}} και \mathrm{S^\prime}_{2}=\dfrac{\mathrm{\mathrm{S\,}{}_{2}}}{c_{2}} δίνονται από τις εξισώσεις:

\mathrm{S^\prime}_{1}=\dfrac{(1-n)\,q}{a\,n+b\,(1-n)}

\mathrm{S^\prime}_{2}=\dfrac{(1-n)\,q}{a\,\lambda\,n+b\,\gamma\,(1-n)}

Επαληθεύεται ότι \mathrm{S^\prime}_{2}>\mathrm{S^\prime}_{1} (αφού ο αριθμητής παραμένει αμετάβλητος, ενώ ο παρονομαστής μειώνεται από τη μία φάση στην επόμενη). Ως εκ τούτου, η δυναμική ισορροπία προϋποθέτει την αύξηση των πραγματικών μισθών με ρυθμό που καθορίζεται από τον συνδυασμό των ρυθμών αύξησης τής παραγωγικότητας λ και γ.

Το μοντέλο που ορίσαμε μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ποικίλους τρόπους. Πιο συγκεκριμένα, μπορούμε να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλονται οι οργανικές συνθέσεις κεφαλαίου και τα ποσοστά υπεραξίας (που μπορούν να υπολογιστούν βάσει τής σχέσης υπεραξίας και μισθού,[15] δεδομένου τού ότι τα μεγέθη αυτά προκύπτουν από τις εξισώσεις ισορροπίας) ή ακόμα και τα «ποσοστά κέρδους» (που υπολογίζονται βάσει τής σχέσης που συνδέει την παραχθείσα υπεραξία με την αξία των χρησιμοποιηθέντων μέσων παραγωγής). Κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι, όταν σημειώνεται μεγαλύτερη αύξηση τής παραγωγικότητας στον τομέα ΙΙ[16] (λ > γ), τότε αυξάνονται τα ποσοστά υπεραξίας και οι οργανικές συνθέσεις και ότι, αντιστρόφως, τα μεγέθη αυτά μειώνονται, όταν σημειώνεται μεγαλύτερη αύξηση τής παραγωγικότητας στον τομέα Ι (γ > λ). Με δεδομένο λοιπόν ότι η οργανική σύνθεση κεφαλαίου και το ποσοστό υπεραξίας μεταβάλλονται προς την ίδια κατεύθυνση, το ποσοστό κέρδους στην κατάσταση δυναμικής ισορροπίας τείνει να παραμείνει αμετάβλητο, καθώς, υπό συνθήκες δυναμικής ισορροπίας όσον αφορά την προσφορά και τη ζήτηση, οι αυξομειώσεις των ποσοστών υπεραξίας πρέπει να αντισταθμίζουν τις μεταβολές στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, που εξαρτώνται ακριβώς από τη σχέση που συνδέει τους όρους λ και γ.

Αριθμητικά παραδείγματα

Εξετάζουμε τις εξής έξι περιπτώσεις:

Περίπτωση 1: ίδιες οργανικές συνθέσεις (a = b) και ίσες αυξήσεις τής παραγωγικότητας (λ = γ) στους δύο τομείς.

Περίπτωση 2: διαφορετικές οργανικές συνθέσεις (a\neq b) και ίσες αυξήσεις τής παραγωγικότητας (λ = γ) στους δύο τομείς.

Περίπτωση 3: ίδιες οργανικές συνθέσεις (a = b) και διαφορετικές αυξήσεις τής παραγωγικότητας (\lambda\neq\gamma) στους δύο τομείς και, πιο συγκεκριμένα, [μεγαλύτερη αύξηση τής παραγωγικότητας στον τομέα ΙΙ] λ > γ.

Περίπτωση 4: η αντίστροφη περίπτωση τής προηγούμενης (λ < γ).

Περίπτωση 5: η οριακή περίπτωση τής 3, όπου αύξηση τής παραγωγικότητας σημειώνεται αποκλειστικά στον τομέα ΙΙ (λ=1 και γ=1/2).

Περίπτωση 6: η οριακή περίπτωση τής 4, όπου αύξηση τής παραγωγικότητας σημειώνεται αποκλειστικά στον τομέα Ι (λ=1/2 και γ=1).

Στον κατωτέρω πίνακα[17] δίνονται ανά περίπτωση τα αποτελέσματα των υπολογισμών για τις παραμέτρους τού μοντέλου δυναμικής ισορροπίας.

Περιπτώσεις 1 2 3 4 5 6
Παράμετροι
a 4 4 4 4 4 4
b 4 8 4 4 4 4
p 3 3 5 5 30 3
q 6 10 6 6 1 6
λ 0,5 0,5 0,75 0,5 1 0,5
γ 0,5 0,5 0,5 0,75 0,5 1
Τιμές
e1 2 2 1 1 0,14 2
e2 1 1 0,75 0,5 0,14 1
c1 1 1 0,83 0,83 4,14 1
c2 0.5 0,5 0,46 0,58 2,14 0,83
Αναλογίες
n 0,17 0,17 0,15 0,10 0,03 0,17
Ονομαστικοί μισθοί
S1 1,25 1,14 1,06 1,13 1 1,21
S2 1,25 1,14 1,09 1,09 1 1,14
Πραγματικοί μισθοί
S ΄1 1,25 1,14 1,28 1,35 0,24 1,45
S ΄2 2,50 2,28 2,37 1,86 0,47 1,96

2. Η πραγματοποίηση τού υπερπροϊόντος και ο ενεργός ρόλος τής τραπεζικής πίστης

Το πρώτο σημαντικό συμπέρασμα που συνάγουμε με βάση το γενικό μοντέλο τής διευρυμένης αναπαραγωγής είναι ότι η κατάσταση δυναμικής ισορροπίας απαιτεί την ύπαρξη ενός πιστωτικού συστήματος που να θέτει εκ των προτέρων στη διάθεση των καπιταλιστών το εισόδημα που θα πραγματοποιήσουν κατά τη διάρκεια τής επόμενης παραγωγικής φάσης. Η απόδειξη αυτή, πάνω στην οποία στηρίζεται η μαρξιστική (αντι-ποσοτική) θεωρία τού χρήματος, αποσαφηνίζει τη μαρξιστική θέση κατά την οποία η προσφορά τού χρήματος προσαρμόζεται στη ζήτηση (που αντιμετωπίζεται ως κοινωνική ανάγκη). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η συγκεκριμένη κοινωνική ανάγκη ανάγεται στις προϋποθέσεις τής συσσώρευσης. Αυτό το σημαντικό στοιχείο διαφεύγει τής προσοχής όσων περιορίζονται απλώς σε εξηγητικές αναλύσεις, μη τολμώντας να συνεχίσουν το θεωρητικό έργο τού Μαρξ. Επιπλέον, η ενσωμάτωση στη θεωρία τής συσσώρευσης τού μηχανισμού τής πίστης αποτελεί τη μόνη απάντηση στο πρόβλημα των εμπορικών διεξόδων που τέθηκε από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ.[18]

3. Είναι δυνατή η συσσώρευση σην περίπτωση που οι μισθοί παραμένουν στάσιμοι;

Θα πρέπει τώρα να εξετάσουμε αν υπάρχει λύση στο πρόβλημα τής δυναμικής ισορροπίας όταν η αύξηση των πραγματικών μισθών δεν συμβαδίζει με την αύξηση τής παραγωγικότητας (για παράδειγμα, στην περίπτωση που τα πραγματικά ωρομίσθια παραμένουν στάσιμα). Για το συγκεκριμένο πρόβλημα υπάρχουν δύο μόνο οικογένειες λύσεων: μια «έμμεση» προσέγγιση που προτάθηκε από τον Τουγκάν-Μπαρανόφσκι και η οποία οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα και μια δεύτερη που εισάγει το στοιχείο τής κατανάλωσης τής υπεραξίας και η οποία ανταποκρίνεται περισσότερο στην πραγματικότητα.

Παρεμβαίνοντας στη διπλή συζήτηση για τις αγορές και τον οικονομικό κύκλο, ο Τουγκάν-Μπαρανόφσκι είχε ήδη στις αρχές τού 20ού αιώνα διατυπώσει την υπόθεση ότι είναι δυνατή η διαδοχή φάσεων δυναμικής ισορροπίας ακόμη και στην περίπτωση που τα πραγματικά ωρομίσθια παραμένουν στάσιμα. Τα πρόσθετα μέσα παραγωγής που παράγονται κατά τη διάρκεια κάθε φάσης σε ολοένα και μεγαλύτερες ποσότητες — λόγω ακριβώς τής αύξησης τής παραγωγικότητας — χρησιμοποιούνται στον τομέα Ι, για να παραχθούν περισσότερα μέσα παραγωγής κατά τη διάρκεια τής επόμενης φάσης (με τη διαδικασία αυτή να επαναλαμβάνεται επ’ αόριστον). Αντιθέτως, καθώς τα πραγματικά ωρομίσθια παραμένουν αμετάβλητα, ο τομέας ΙΙ διευρύνεται μόνο όταν η χρησιμοποίηση [πρόσθετων] μέσων παραγωγής απαιτεί αύξηση τού εργατικού δυναμικού. Στο ακόλουθο παράδειγμα, όπου η παραγωγικότητα των δύο τομέων διπλασιάζεται σε κάθε φάση, έχουμε:

Φάση 2

Τομέας Ι:

50e+100h\,\,(25h,\,75h)\rightarrow150e [19]

Τομέας ΙΙ:

10e+20h\,\,(5h,\,15h)\rightarrow60c

Σύνολο:

60e 120h (30h, 90h)

Φάση 3

Τομέας Ι:

137,5e+137,5h\,\,(17,5h,\,120h)\rightarrow412,5e

Τομέας ΙΙ:

12,5e+12,5h\,\,(1,5h,\,11h)\rightarrow75c

Σύνολο:

150e 150h (19h, 131h), κ.ο.κ.

Η χρησιμοποίηση 60e, που παρήχθησαν κατά τη φάση 1, απαιτεί 120h άμεσης εργασίας κατά τη φάση 2.[20] Καθώς οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν στάσιμοι, οι εργάτες μπορούν να αγοράσουν 60c, για την παραγωγή των οποίων απαιτούνται μόνο 10e και 20h άμεσης εργασίας.[21] Η χρησιμοποίηση των υπολοίπων 50e επιτρέπει την παραγωγή 150e,[22] πράγμα που συνεπάγεται αφενός τη χρησιμοποίηση κατά την επόμενη φάση 150h άμεσης εργασίας[23] και αφετέρου την αύξηση τής παραγωγής τού τομέα ΙΙ στο επίπεδο των 75c (για την παραγωγή των οποίων θα απαιτούνται μόνο 12,5h άμεσης εργασίας). Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι, ενώ η παραγωγικότητα και οι οργανικές συνθέσεις κεφαλαίου στους δύο τομείς διπλασιάζονται από τη μια φάση στην επόμενη, η ισορροπία επιτυγχάνεται αφενός μέσω τής στρέβλωσης τής κατανομής των παραγωγικών δυνάμεων προς όφελος τού τομέα Ι και αφετέρου μέσω τής αύξησης τού ποσοστού τής υπεραξίας· και αυτό, παρά το γεγονός ότι τα πραγματικά ωρομίσθια παραμένουν στάσιμα:

Φάση 1 Φάση 2 Φάση 3
Οργανική σύνθεση 30e/120h 60e/120h 150e/150h
(δείκτης) 100 200 400
Παραγωγικότητα στον τομέα Ι 60e/80h 150e/100h 412,5e/137,5h
(δείκτης) 100 200 400
Παραγωγικότητα στον τομέα ΙΙ 60c/40h 60c/20h 75c/12,5h
(δείκτης) 100 200 400
Κατανομή Ι/(Ι+ΙΙ) 2/3 5/6 0,91
(ποσοστό υπεραξίας) 100% 300% 690%

Προφανώς, η «έμμεση» αυτή προσέγγιση οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα, καθώς η επίτευξη ισορροπίας μεταξύ κατανάλωσης και μέσων παραγωγής δεν μπορεί να μετατίθεται επ’ αόριστον, αλλά πρέπει να πραγματοποιείται κατά τη μετάβαση από τη μια φάση στην άλλη. Εάν η διάρκεια κάθε φάσης ταυτίζεται με τη διάρκεια ζωής των μέσων παραγωγής, το συγκεκριμένο αυτό χρονικό διάστημα θα συμπίπτει με την περίοδο «σχεδιασμού» των επενδυτικών πρωτοβουλιών. Ωστόσο, σε κάθε φάση, η παραγωγή μέσων παραγωγής τελεί υπό την προϋπόθεση ότι τα καταναλωτικά προϊόντα που παράγονται με τη βοήθεια των διαθέσιμων μέσων παραγωγής θα βρίσκουν εμπορικές διεξόδους. Πράγματι, εάν τα ωρομίσθια παραμένουν στάσιμα, τότε ήδη κατά τη φάση 2 επέρχεται κρίση υπερπαραγωγής, καθώς είναι αδύνατη η χρησιμοποίηση τού συνόλου των μέσων παραγωγής που παρήχθησαν κατά τη φάση 1, με αποτέλεσμα η υποχρησιμοποίηση τού παραγωγικού δυναμικού να συνεπάγεται συρρίκνωση τής ζήτησης εργασίας. Ακριβώς εδώ εντοπίζεται ο πυρήνας τής κεϋνσιανής προβληματικής: η μεγάλη κρίση οφειλόταν στη «βλάβη» που υπέστη το σύστημα (αδρανή μέσα παραγωγής και ανεργία), πράγμα που σήμαινε ότι η αύξηση των μισθών αποτελούσε τη μοναδική προϋπόθεση για την αποκατάσταση των δυσλειτουργιών του.

Περιέργως, η λύση τού Τουγκάν-Μπαρανόφκσι, η οποία είναι παράλογη στα πλαίσια τού υπαρκτού καπιταλισμού, εμφανίζεται εύλογη στην περίπτωση που μια κεντρικά σχεδιαζόμενη κρατικίστικη οικονομία διαθέτει τα μέσα για να εξασφαλίσει την επ’ αόριστον επιμήκυνση τού χρονικού ορίζοντα τής προσαρμογής τής παραγωγής μέσων παραγωγής και τής κατανάλωσης (όπως συνέβαινε και στην περίπτωση τού σοβιετικού συστήματος κατά τη σταλινική εποχή).

Το παράδοξο αποφεύγεται, αν γίνει δεκτή η υπόθεση τής κατανάλωσης τής υπεραξίας. Στο απλουστευμένο μοντέλο μας θεωρούμε ότι η υπεραξία θα «αποταμιευθεί» στο σύνολό της. Ωστόσο, ακόμα και αν υποθέσουμε ότι θα καταναλώνεται ένα ποσοστό μόνο τής υπεραξίας, το οποίο θα παραμένει αμετάβλητο, αυτό δεν αλλάζει τίποτε όσον αφορά τον χαρακτήρα των οικονομικών ισορροπιών. Εάν λοιπόν οι μισθοί παραμένουν στάσιμοι ή ακόμα εάν η αύξηση των μισθών υστερεί έναντι τής αύξησης τής παραγωγικότητας, τότε η δυναμική ισορροπία προϋποθέτει την κατανάλωση ενός αυξανόμενου τμήματος τής υπεραξίας. Πράγματι, σε αντίθεση με τα όσα υποστηρίζει η θεωρία τού «καταστροφισμού», τής «γενικής κρίσης» κ.ο.κ., δεν υπάρχουν «ανυπέρβλητες» αντιφάσεις, αλλά μόνο διαφορετικές εναλλακτικές για την επίλυσή τους — και, πιο συγκεκριμένα, αφενός αυτές που προτείνει ο καπιταλισμός, με σκοπό τη διατήρηση των βασικών χαρακτηριστικών τού συστήματος, και αφετέρου αυτές που προτείνει ο σοσιαλισμός, αποβλέποντας στην υπέρβασή του.

Στον καπιταλισμό μπορούν να δοθούν τρεις λύσεις στο πρόβλημα που μας απασχολεί:

(1) Η πρώτη «λύση» η οποία συνίσταται στην ατομική κατανάλωση εκ μέρους των καπιταλιστών ενός αυξανόμενου ποσοστού τής υπεραξίας δεν μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογική στο πλαίσιο τού συστήματος, αφενός διότι η «αποταμίευση» τής υπεραξίας επιβάλλεται από τον ανταγωνισμό μεταξύ των καπιταλιστών και αφετέρου διότι η συγκεκριμένη «λύση» αντιβαίνει στην κυρίαρχη ιδεολογία που αντανακλά τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά τού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

(2) Η δεύτερη «λύση» διαμορφώθηκε από το ίδιο το σύστημα για την υπέρβαση των αντιφάσεών του. Όπως επισημάνθηκε από τον Μπαράν και τον Σουίζι, ο μονοπωλιακός ανταγωνισμός, η συμπερίληψη τού «κόστους πωλήσεων» στις τιμές των προϊόντων και η συνακόλουθη γιγάντωση τού παρασιτισμού τού τριτογενούς τομέα — φαινόμενα που είχαν αναλυθεί προ πολλού από τον Τσάμπερλιν και τη Τζόαν Ρόμπινσον — αποτελούν τη λύση που παρέχεται ενδογενώς από το σύστημα.[24]

(3) Η τρίτη «λύση» προϋποθέτει την ενεργή παρέμβαση τού κράτους στη διαδικασία απορρόφησης μέσω τής πραγματοποίησης δημοσίων δαπανών (στρατιωτικών, πολιτικών κ.ο.κ.). Η πραγματικότητα επιβεβαίωσε τη διαίσθηση τού Μπαράν,[25] ο οποίος είχε από νωρίς αντιληφθεί ότι, στο εξής, η ανάλυση τής δυναμικής ισορροπίας δεν θα μπορούσε να περιοριστεί στα στενά πλαίσια τού «καθαρού» διτομεακού μοντέλου, αλλά θα έπρεπε να διευρυνθεί ώστε να περιλάβει έναν πρόσθετο τομέα, ο οποίος ταυτίζεται ουσιαστικά με τη λειτουργία τού Κράτους (που πλέον οφείλει να καταναλώνει ένα διαρκώς αυξανόμενο ποσοστό τού παραγόμενου «πλεονάσματος»). Απόρροια, λοιπόν, τής συγκεκριμένης ανάλυσης ήταν η εισαγωγή και η υιοθέτηση τής έννοιας τού «πλεονάσματος», που είναι ευρύτερη από αυτή τής «υπεραξίας» και η οποία συνδέεται εγγενώς με την έννοια τής παραγωγικότητας τής εργασίας.

Η υιοθέτηση αυτών των «λύσεων» συνεπάγεται άραγε την αναίρεση τής αντικειμενικής υπόστασης τής εργατικής δύναμης; Η απάντηση είναι καταφατική για όσους ερμηνεύουν τον χαρακτήρα της υπό το πρίσμα τού οικονομισμού. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, οι εν λόγω «λύσεις» παραπέμπουν απλώς στη διαλεκτική αλληλεπίδραση των αντικειμενικών και υποκειμενικών δυνάμεων. Και αυτό γιατί η παρέμβαση τού Κράτους αποκτά νόημα μόνο εάν εξεταστεί στο πλαίσιο τής ταξικής πάλης. Η διαλεκτική δεν έχει το νόημα τής αντιπαράθεσης αυτόνομων στοιχείων και παραγόντων. Οι πολύμορφες εκφάνσεις τής ταξικής πάλης, οι οποίες αποτυπώνονται σχηματικά στο μοντέλο μας, δεν «αποκαλύπτουν» τις αντικειμενικές συνθήκες τής ισορροπίας. Η ταξική πάλη δύναται να μεταβάλει τις ίδιες τις αντικειμενικές αναγκαιότητες. Αντιδιαστελλόμενο προς την πραγματικότητα το μοντέλο μας δεν μπορεί παρά να είναι μονόπλευρο. Τα αποτελέσματα τής ταξικής πάλης μπορούν να μεταβάλουν τις προϋποθέσεις και τις παραδοχές στις οποίες στηρίζεται οποιοδήποτε «μοντέλο», επιδρώντας, για παράδειγμα, στην κατανομή των πόρων, στο ποσοστό ανάπτυξης, στους ρυθμούς τής παραγωγικότητας κ.ο.κ. Οι αντικειμενικές συνθήκες και οι υποκειμενικές δυνάμεις βρίσκονται σε σχέση αλληλεπίδρασης.

Κλείνοντας, πρέπει να επισημανθεί ότι στην ανάλυσή μου απέφυγα να εισάγω υποθέσεις αναφορικά με την τάση τού ποσοστού κέρδους. Επί τού παρόντος δεν θα εισέλθω στη συζήτηση για τον «νόμο τής πτωτικής τάσης τού ποσοστού κέρδους». Ακολουθώντας τα βήματα τού Πολ Σουίζι, επεχείρησα στο παρελθόν να διατυπώσω ορισμένες σκέψεις που κινούνται πέραν των όσων έγραψε επί τού θέματος ο Μαρξ. Πρότεινα, λοιπόν, η εξέταση των δεδομένων που μπορούν να διαπιστωθούν όσον αφορά τις διακυμάνσεις τού ποσοστού κέρδους να γίνει σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο που να περιλαμβάνει διαδοχικές φάσεις οι οποίες θα καθορίζονται από διαφορετικούς συνδυασμούς των δεικτών αύξησης τής παραγωγικότητας (λ και γ) σε καθένα από τους δύο τομείς τού μαρξιστικού μοντέλου.

4. Τιμές παραγωγής και τιμές αγοράς

Ο παράγοντας τού «ανταγωνισμού» μεταξύ μερίδων τού κεφαλαίου επαρκεί μεν για την εξήγηση τού μετασχηματισμού των αξιών σε τιμές παραγωγής, αλλά θα πρέπει να εξεταστεί μια ακόμη ομάδα παραγόντων που με τη σειρά τους επιδρούν καθοριστικά στη διαδικασία μετασχηματισμού των τιμών παραγωγής σε τιμές αγοράς.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η ύπαρξη των ολιγοπωλίων, που ακυρώνει τη φιλελεύθερη παραδοχή αναφορικά με τη λειτουργία τού «ανταγωνισμού». Τα ολιγοπώλια — που, τόσο από τον Μαρξ, όσο αργότερα και από τον Μπροντέλ, θεωρήθηκαν ότι αποτελούν καθοριστικό γνώρισμα τού υπαρκτού καπιταλισμού (πβ. Les Défis de la mondialisation, σελ. 131-45) — είναι σήμερα σε θέση να αποσπούν από την παγκόσμια παραγόμενη υπεραξία μονοπωλιακές προσόδους, εξασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ποσοστά κέρδους ανώτερα από εκείνα που αποκομίζουν τα εξαρτημένα από αυτά τμήματα τού κεφαλαίου. Συνεχίζοντας την ανάλυση αυτή, διατύπωσα τη θέση ότι ο υψηλός βαθμός συγκεντροποίησης τού κεφαλαίου, που χαρακτηρίζει πλέον τον σύγχρονο καπιταλισμό, μας επιτρέπει να κάνουμε λόγο για ένα σύστημα γενικευμένων, παγκοσμιοποιημένων και χρηματιστικοποιημένων ολιγοπωλίων, που αποτελεί θεμέλιο τής διαμόρφωσης τού συλλογικού ιμπεριαλισμού τής τριάδας (ΗΠΑ-Ευρώπη-Ιαπωνία). Πρόκειται για μια άποψη την οποία λίγοι μαρξιστές τολμούν να αποδεχτούν, καθώς διακατέχονται από την αδικαιολόγητη, κατά τη γνώμη μου, ανησυχία ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο προσχωρούν στις καουτσκικές θέσεις περί «υπεριμπεριαλισμού» (πβ. Au-delà du capitalisme sénile, σελ. 63 και επ.).

Όσον αφορά τον δεύτερο καθοριστικό παράγοντα στη διαδικασία σχηματισμού των τιμών αγοράς, θεωρώ ότι επιβάλλεται ο εμπλουτισμός τής ανάλυσης τής λειτουργίας τού νομισματικού κανόνα. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν, εν προκειμένω, οι μαρξιστικές θέσεις αναφορικά με τη σχέση που υφίσταται ανάμεσα στο «πρότυπο εμπόρευμα» (χρυσό) και τη δημιουργία/καταστροφή χρήματος μέσω τού μηχανισμού τής πίστης (— για τη συμβολή μου στη σχετικά συζήτηση, στο πλαίσιο των νέων συνθηκών που διαμορφώθηκαν μετά την γενική εγκατάλειψη τού μεταλλικού κανόνα, παραπέμπω τον αναγνώστη στο κείμενο με τίτλο Le Développement inégal, σελ. 74-6). Ωστόσο, λόγω τού φαινομένου τής αλλοτρίωσης, και ακριβέστερα λόγω τού φαινομένου τής εμπορευματικής αλλοτρίωσης που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό, οι ανθρώπινες κοινωνίες εξακολουθούν να έχουν ανάγκη ενός «φετίχ». Στον «σύγχρονο» κόσμο μας, ο χρυσός εξακολουθεί να έχει λειτουργία φετίχ, πράγμα ιδιαίτερα εμφανές σε περιόδους κρίσης συσσώρευσης, όπως αυτή που ζούμε σήμερα.

Τέλος, δεν πρέπει να παραλείψουμε να αναφερθούμε σε ένα σύνολο ανομοιογενών παραγόντων που επίσης επιδρούν στη διαμόρφωση των τιμών που παρατηρούνται στις αγορές και οι οποίοι προσδιορίζουν είτε τη φύση τής γενικής συγκυρίας (π.χ. περιόδους αλματώδους ανάπτυξης έναντι περιόδων όξυνσης τού ανταγωνισμού των κεφαλαίων), είτε τη φύση των ειδικών συγκυρίων (π.χ. παραγωγή «νέων» προϊόντων που εκτοπίζουν προϊόντα τομέων με περιορισμένη πλέον δυναμική ανάπτυξης).

Ο άκρατος εμπειρισμός, που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα τις αγγλοσαξονικές κουλτούρες, οδηγεί τη χυδαία οικονομολογία στην επαγωγική διατύπωση «νόμων», οι οποίοι επιτρέπουν, υποτίθεται, την κατανόηση τής «οικονομικής ζωής», μέσα από την άμεση παρατήρηση τής πραγματικότητας (λ.χ. βάσει των παρατηρούμενων τιμών). Όπως θα φανεί, στη συνέχεια, από την ανάλυση τού σραφιανού μοντέλου, η διανοητική αποτυχία των προσεγγίσεων αυτών αποκαλύπτει τον ιδεολογικό τους χαρακτήρα: η «οικονομική ορθοδοξία» δεν είναι παρά αερολογίες προορισμένες να παράσχουν νομιμοποίηση στις πρακτικές τού κεφαλαίου.

5. Η αξία ως αναπόδραστος σταθμός για την κατανόηση τής οικονομικής πραγματικότητας

Αλλά τι είναι ο νόμος της αξίας; Ο νόμος της αξίας μάς λέει ότι τα εμπορευματοποιημένα προϊόντα έχουν μετρήσιμη αξία, ότι μέτρο τής αξίας τους είναι η ποσότητα τής αφηρημένης εργασίας που είναι κοινωνικά αναγκαία για την παραγωγή τους και τέλος ότι η ποσότητα αυτή ισούται με το άθροισμα των ποσοτήτων άμεσης και έμμεσης («μεταβιβασθείσας») εργασίας που χρησιμοποιούνται στην παραγωγική διαδικασία. Η έννοια τού εμπορεύματος συνδέεται άρρηκτα με τον νόμο τής αξίας. — Τι δεν λέει ο νόμος τής αξίας: ότι τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται ανάλογα με την αξία τους και ότι η άμεση εργασία είναι «παρούσα» εργασία, ενώ η έμμεση εργασία είναι παρωχημένη εργασία που έχει «αποκρυσταλλωθεί» με τη μορφή μέσων παραγωγής (πράγματι, ο δεύτερος τόμος τού Κεφαλαίου στηρίζεται στη βασική διαπίστωση ότι η παραγωγή μέσων παραγωγής και η παραγωγή μέσων κατανάλωσης δεν είναι χρονικά διαδοχικές διαδικασίες, αλλά πραγματοποιούνται ταυτόχρονα, πράγμα που καθορίζει τον ουσιώδη χαρακτήρα τού κοινωνικού καταμερισμού τής εργασίας). Το ότι ένα εμπόρευμα έχει αξία δεν σημαίνει ότι θα ανταλλάσσεται στην αναλογία αυτή. Ο Μαρξ επισημαίνει ωστόσο ότι στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται βάσει των σχέσεων που καθορίζονται από την τιμή παραγωγής τους. Πρόκειται μήπως για αντίφαση ή για περιττή παρέκβαση; Τίποτε από τα δύο. Οι τιμές παραγωγής αντιμετωπίζονται ως αποτέλεσμα τής συνεργιστικής λειτουργίας τού νόμου τής αξίας και τού νόμου τού κεφαλαιακού ανταγωνισμού, οι οποίοι νόμοι λειτουργούν σε διαφορετικά επίπεδα. Ο νόμος, μάλιστα, τής αξίας δρα σε ένα βαθύτερο, δυσδιάκριτο επίπεδο. Ο νόμος τής αξίας, που εν προκειμένω αποτελεί τον θεμελιωδέστερο παράγοντα, θα συνεπαγόταν την ανταλλαγή εμπορευμάτων σύμφωνα με τις αξίες τους στα πλαίσια μόνον ενός τρόπου παραγωγής που θα συρρικνωνόταν στο στοιχείο τής κυριαρχίας τού εμπορεύματος — με άλλα λόγια μόνον στην περίπτωση τής απλής εμπορευματικής παραγωγής. Ο εν λόγω τρόπος παραγωγής, που στην καθαρή του μορφή δεν υφίσταται πλέον, δεν ταυτίζεται ποσώς με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ο οποίος χαρακτηρίζεται, πέρα από την κυριαρχία τού εμπορεύματος, από τον κατακερματισμό και τον ανταγωνισμό των κεφαλαίων (και των καπιταλιστών).

Οι εμπειρικά παρατηρήσιμες τιμές παραγωγής είναι, λοιπόν, αποτέλεσμα τού συνδυασμού των δύο αυτών νόμων, οι οποίοι δρουν σε διαφορετικά επίπεδα. Μπορεί άραγε το πρόβλημα τού μετασχηματισμού των αξιών σε τιμές παραγωγής να εκφραστεί με ποσοτική μορφή, λαμβανομένης υπόψη τής λειτουργίας των δύο αυτών νόμων; Είναι αλήθεια ότι, στον τρίτο τόμο τού Κεφαλαίου, ο Μαρξ δίνει, όπως συνηθίζει, αριθμητικά παραδείγματα για τις διάφορες δυνατές περιπτώσεις. Ωστόσο, αποφεύγει να προτείνει διαδοχικές προσεγγίσεις, περιοριζόμενος σε μια πρώτη αριθμητική εκτίμηση: το σταθερό κεφάλαιο υπολογίζεται σε αξίες και όχι σε τιμές παραγωγής. Το πρόβλημα τού μετασχηματισμού μπορεί πράγματι να λυθεί με κομψό τρόπο με την κατασκευή ενός συστήματος εξισώσεων, χωρίς να χρειαστεί να προσφύγουμε στη μέθοδο των διαδοχικών προσεγγίσεων. Είναι θεμιτή η προσέγγιση αυτή; Βεβαίως και είναι, γιατί δεν ισχύει ότι η έννοια τής αξίας εμπίπτει αποκλειστικά στο πεδίο τής παραγωγικής διαδικασίας, κατ’ αντιδιαστολή προς τις τιμές, που υποτίθεται ότι ανήκουν στη σφαίρα τής κυκλοφορίας. Αξία και τιμή είναι κατηγορίες τής όλης διαδικασίας. Η αξία πραγματοποιείται και αποκτά υπόσταση μόνο μέσω τής ανταλλαγής. Μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο λαμβάνει επιπλέον χώρα τόσο η μετατροπή τής συγκεκριμένης εργασίας σε αφηρημένη όσο και η αναγωγή της σύνθετης εργασίας σε απλή. Στην πραγματικότητα, η δυνατότητα αναγωγής τής συγκεκριμένης εργασίας σε μια ποσότητα αφηρημένης εργασίας αποτελεί τη μόνη προϋπόθεση για τον μετασχηματισμό. Άλλωστε, η μετατροπή τής συγκεκριμένης εργασίας σε αφηρημένη, που συντελείται μέσω τής υπαγωγής τής εργασίας [στο κεφάλαιο] και τής υποβάθμισης τού επιπέδου των εργασιακών δεξιοτήτων, αποτελεί πραγματική τάση για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Το γεγονός ότι οι συγγραφείς που επιχείρησαν πρώτοι να αναπτύξουν το σκεπτικό τού τρίτου τόμου προσπάθησαν ταυτόχρονα να δώσουν λύση σε ένα, αποδεδειγμένα πλέον, ανεπίλυτο πρόβλημα συνέβαλε στη συσκότιση τού ζητήματος. Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να επιλύσουν το ζήτημα, υιοθέτησαν την περιοριστική υπόθεση ότι το ποσοστό κέρδους που υπολογίζεται από το σύστημα εξισώσεων σε όρους τιμής θα ισούται με το ποσοστό κέρδους που προκύπτει από το ποσοστό υπεραξίας στο πλαίσιο τού μοντέλου που εκφράζεται σε όρους αξίας. Αν όμως απορριφθεί η υπόθεση αυτή, τότε αίρονται και οι δυσκολίες στην επίλυση τού προβλήματος τού μετασχηματισμού. Πρέπει να μας ενοχλεί το γεγονός ότι τα δύο ποσοστά κέρδους διαφέρουν μεταξύ τους; Η απάντηση είναι αρνητική γιατί αυτό είναι κάτι το φυσιολογικό. Το συγκεκριμένο συμπέρασμα, που αποτελεί απόρροια τής προβληματικής τού μετασχηματισμού, είναι μια από τις βασικές ανακαλύψεις τής θεωρίας τού μαρξισμού.

Στους τρόπους παραγωγής στους οποίους αναπτύσσονται διαφανείς εκμεταλλευτικές σχέσεις, το ποσοστό εκμετάλλευσης είναι άμεσα εμφανές. Ο δουλοπάροικος, για παράδειγμα, εργάζεται τρεις μέρες στη γη του και τρεις μέρες στη γη τού κυρίου του. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος αγνοούν το γεγονός αυτό. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, οι σχέσεις εκμετάλλευσης είναι αδιαφανείς. Από τη μια μεριά, ο προλετάριος πουλάει την εργατική του δύναμη, ενώ εμφανίζεται να πουλάει την εργασία του — η αμοιβή του υποτίθεται ότι αντιστοιχεί στις οκτώ ώρες εργασίας που πραγματικά παρέχεται, και όχι στις τέσσερις ώρες αναγκαίας εργασίας. Από την άλλη, ο αστός αποκομίζει κέρδη που υπολογίζονται ανάλογα με το κεφάλαιο που διαθέτει, και όχι ανάλογα με την εργασία που εκμεταλλεύεται. Από την πλευρά του, λοιπόν, θεωρεί ότι η παραγωγικότητα είναι ίδιον τού κεφαλαίου. Επί τη βάσει τής διάκρισης που υφίσταται ανάμεσα στις διαφανείς σχέσεις εκμετάλλευσης στους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής και στον αδιαφανή τρόπο απόσπασης υπερεργασίας στον καπιταλισμό πρότεινα, στο παρελθόν, μια σειρά θέσεων αναφορικά με τις διαφορές στο περιεχόμενο τής προκαπιταλιστικής και τής καπιταλιστικής ιδεολογίας (φυσική έναντι εμπορευματικής αλλοτρίωσης), καθώς και τις διαφορετικές μορφές συνάρθρωσης βάσης-εποικοδομήματος σε αυτούς τους τρόπους παραγωγής (κυριαρχία τής ιδεολογίας στους προκαπιταλιστικούς τρόπους έναντι τής άμεσης κυριαρχίας τής οικονομικής βάσης στον καπιταλισμό). Συνέδεσα, επομένως, την εμφάνιση των «οικονομικών νόμων» και τής «επιστήμης τής οικονομίας» με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Η χυδαία οικονομολογία επιχειρεί να συλλάβει και να διατυπώσει τους νόμους τής αναπαραγωγής τού συστήματος μέσα από τα άμεσα εμπειρικά δεδομένα. Υιοθετεί, λοιπόν, την οπτική τού καπιταλιστή, σύμφωνα με την οποία, πέραν τής εργασίας, το κεφάλαιο θεωρείται, αυτό καθαυτό, ως παραγωγικός συντελεστής.

Ωστόσο, η κατανόηση τού καπιταλισμού δεν περιορίζεται μόνο στη γνώση των οικονομικών νόμων, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στη σύνδεση που υφίσταται μεταξύ των νόμων αυτών και των γενικότερων συνθηκών για την κοινωνική αναπαραγωγή τού συστήματος, με άλλα λόγια προϋποθέτει την εξέταση τής λειτουργίας τού ιδεολογικού παράγοντα σε σχέση με την οικονομική βάση. Η αξία είναι έννοια καίριας σημασίας, διότι μας επιτρέπει ακριβώς να συλλάβουμε την κοινωνική πραγματικότητα σε όλο της το εύρος. Όσοι υιοθετούν τη στρεβλή οπτική που ανάγει την πραγματικότητα στη λειτουργία των οικονομικών νόμων οδηγούνται αναπόφευκτα στην αποδοχή τής αντίληψης ότι ο σοσιαλισμός δεν είναι παρά «καπιταλισμός χωρίς καπιταλιστές».

Βέβαια, το βασικότατο αυτό στοιχείο δεν συνιστά το μοναδικό αντεπιχείρημα. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, η «εμπειρική» προσέγγιση τού ζητήματος, που έχει ως αφετηρία την «άμεση» σύλληψη τής πραγματικότητας στη βάση των «τιμών αγοράς» και η οποία θεωρεί ως «περιττή παρέκβαση» τη χρησιμοποίηση τής έννοιας τής αξίας, καταλήγει σε αδιέξοδο. Αλλά τι συμβαίνει πραγματικά, αν προκρίνουμε, αντί τής ανάλυσης που παρουσιάσαμε βασιζόμενοι στον δεύτερο τόμο τού Κεφαλαίου, τη χρήση ενός σραφιανού μοντέλου εκφρασμένου σε τιμές;

Το σχήμα τού Σράφα[26]

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο αυτές μεθόδους εντοπίζεται σε δύο σημεία που πρέπει να διακρίνονται επιμελώς μεταξύ τους: (1) τη χρησιμοποίηση τιμών στη θέση των αξιών και (2) την υιοθέτηση ενός συστήματος παραγωγής που περιλαμβάνει n κλάδους αντί τού συστήματος δύο τομέων (οι οποίοι, όπως είδαμε, εξειδικεύονται στην παραγωγή κεφαλαιουχικών και καταναλωτικών αγαθών αντίστοιχα).

Έστω ότι έχουμε δύο γραμμές παραγωγής (1) και (2), που και οι δύο παράγουν συγχρόνως μέσα παραγωγής και καταναλωτικά αγαθά· ότι a_{ij} είναι οι συντελεστές των εισροών που είναι αναγκαίες για την παραγωγή των αγαθών αυτών· ότι p_{1} και p_{2} είναι οι τιμές μονάδας τους· ότι w είναι η μονάδα μισθού (οι ποσότητες εργασίας, στις οποίες εφαρμόζονται οι συντελεστές a_{01}και a_{02})· και τέλος ότι r είναι το ποσοστό κέρδους. Ως εκ τούτου, έχουμε:

(a_{11}p_{1}+a_{12}p_{2}+a_{01}w)(1+r)=p_{1}

(a_{21}p_{1}+a_{22}p_{2}+a_{02}w)(1+r)=p_{2}

 

Στο σύστημα αυτό αντιστοιχεί το ακόλουθο σύστημα εκφρασμένο σε αξίες:

a_{11}v_{1}+a_{12}v_{2}+a_{01}=v_{1}

a_{21}v_{1}+a_{22}v_{2}+a_{02}=v_{2}

Υπενθυμίζουμε ότι, καθώς οι δύο γραμμές παραγωγής προϊόντων (1) και (2) δεν προορίζονται από τη φύση τους για την παραγωγή αποκλειστικά μέσων παραγωγής ή μέσων κατανάλωσης, το σύστημα δεν περιγράφει μια ισορροπία προσφοράς και ζήτησης για τον κάθε τομέα. Οι προϋποθέσεις για την επίτευξη τής ισορροπίας, η οποία θεωρείται δεδομένο ότι έχει πραγματοποιηθεί, είναι εξωγενείς ως προς το μοντέλο.

Ορίζονται δύο παράμετροι βελτίωσης τής παραγωγικότητας \pi_{1} και \pi_{2}, για τους κλάδους (1) και (2) αντίστοιχα. Υποθέτουμε, χάριν απλούστευσης, ότι το \pi είναι το ίδιο για τους δύο κλάδους.

Υποθέτουμε επίσης ότι για τη φάση 1 το σύστημα εξισώσεων σε αξίες είναι το εξής:

0,2v_{1}+0,4v_{2}+0,4=v_{1}

0,5v_{1}+0,1v_{2}+0,6=v_{2}

(από όπου έχουμε v_{1}=1,15 και v_{2}=1,30)

Αν υποθέσουμε ότι η ίδια ποσότητα άμεσης εργασίας είναι ικανή να χρησιμοποιήσει διπλάσιο κεφαλαιουχικό εξοπλισμό και διπλάσιες πρώτες ύλες (και, χάριν απλούστευσης, κατά τις ίδιες αναλογίες a_{ij}), προκειμένου να παραχθούν διπλάσιες ποσότητες τελικών προϊόντων (πράγμα που συμβαίνει αν \pi=0,5), τότε για τη φάση 2 έχουμε:

0,4v^\prime_{1}+0,8v^\prime_{2}+0,4=2v^\prime_{1}

1,0v^\prime_{1}+0,2v^\prime_{2}+0,6=2v^\prime_{2}

(από όπου έχουμε v^\prime_{1}=0,58 και v^\prime_{2}=0,65)

Ο κατωτέρω πίνακας[27] δίνει την εξέλιξη τού συστήματος των αξιών, που παρήχθησαν με την ίδια, αμετάβλητη, συνολική ποσότητα εργασίας:

Φάση 1 Φάση 2
(με v΄1 = 2⋅0, 58 = 1, 16 και v΄2 = 2⋅0, 65 = 1, 30)
Παραγωγή 1, 0v1 + 1, 0v2 = 2, 45 2, 0v΄1 + 2, 0v΄2 = 4, 92
— Παραγωγική κατανάλωση 0, 7v1 + 0, 5v2 = 1, 45 1, 4v΄1 + 1, 0v΄2 = 2, 92
= Καθαρό προϊόν 0, 3v1 + 0, 5v2 =  1, 00 0, 6v΄1 + 1, 0v΄2 =  2, 00

 

Η βελτίωση τής παραγωγικότητας συνοδεύεται είτε από μειώσεις τιμών (οπότε τα ονομαστικά εισοδήματα παραμένουν αμετάβλητα), είτε από αυξήσεις των ονομαστικών εισοδημάτων (οπότε οι τιμές παραμένουν στάσιμες). Για την κατάρτιση τού ανωτέρω πίνακα υιοθετήσαμε τη δεύτερη αυτή παραδοχή, ότι δηλαδή οι τιμές των όρων v^\prime_{1} και v^\prime_{2} διπλασιάζονται: v^\prime_{1}=2\cdot~0,58=1,16 και v^\prime_{2}=2\cdot~0,65=1,30.

Τα αποτελέσματα, δηλαδή η αύξηση τού καθαρού προϊόντος (από 100 σε 200), είναι ανεξάρτητα από την κατανομή (πράγματι, στις παραπάνω εξισώσεις, δεν έγινε καμία υπόθεση σχετικά με τους μισθούς ή το ποσοστό κέρδους).

Αντιθέτως, αν εξετάζαμε την εξέλιξη ενός συστήματος εκφρασμένου σε τιμές, θα έπρεπε να εισάγουμε μια υπόθεση σχετικά με την κατανομή τού εισοδήματος.

Το προηγούμενο σύστημα εκφρασμένο σε τιμές, με την εξής μορφή:

(0,2p_{1}+0,4p_{2}+0,4w)(1+r)=p_{1}

(0,5p_{1}+0,1p_{2}+0,6w)(1+r)=p_{2}

και συμπληρωμένο με μια υπόθεση σχετικά με τους μισθούς, π.χ. ότι:

w=0,2p_{1}+0,2p_{2}

μπορεί να αναχθεί σε ένα σύστημα «παραγωγής εμπορευμάτων μέσω εμπορευμάτων», ως εξής:

(0,28p_{1}+0,48p_{2})(1+r)=p_{1}

(0,62p_{1}+0,22p_{2})(1+r)=p_{2}

το οποίο έχει λύσεις:[28]

p_{1}/p_{2}=0,93

Για την επόμενη φάση, το σύστημα παίρνει τη μορφή:

(0,4p_{1}+0,8p_{2}+0,4w)(1+r)=2p_{1}

(1,0p_{1}+0,12p_{2}+0,6w)(1+r)=2p_{2}

Τα αποτελέσματα (σχετικές τιμές και ποσοστό κέρδους) θα εξαρτώνται από την εξέλιξη των μισθών. Αν υποθέσουμε ότι οι πραγματικοί μισθοί μένουν αμετάβλητοι, ότι δηλαδή:

w^\prime=w=0,2p_{1}+0.2p_{2}

το απλοποιημένο[30] σύστημα εξισώσεων έχει ως εξής:

(0,24p^\prime_{1}+0,44p^\prime_{2})(1+r^\prime)=p^\prime_{1}

(0,56p^\prime_{1}+0,16p^\prime_{2})(1+r^\prime)=p^\prime_{2}

το οποίο έχει λύσεις:[31]

{p^\prime_{1}}/{p^\prime_{2}}=\mathbf{0,98}

Με βάση τα ανωτέρω μπορούμε να συντάξουμε τον ακόλουθο συγκριτικό πίνακα (εκφρασμένο σε τιμές):

Φάση 1 Φάση 2
Παραγωγή 1, 0p1 + 1, 0p2 = 2, 08 2, 0p΄1 + 2, 0p΄2 = 4, 0 4
— Παραγωγική κατανάλωση 0, 7p1 + 0, 5p2 = 1, 24 1, 4p΄1 + 1, 0p΄2 = 2, 42
= Καθαρό προϊόν 0, 3p1 + 0, 5p2 =  0, 84 0, 6p΄1 + 1, 0p΄2 =  1, 62
— στο οποίο περιλαμβάνονται οι μισθοί:
0, 2p1 + 0, 2p2 = 0, 42 0, 2p΄1 + 0, 2p΄2 = 0, 40
και τα κέρδη:
0, 1p1 + 0, 3p2 = 0, 42 0, 4p΄1 + 0, 8p΄2 = 1, 22

Παρατηρούμε ότι η σύγκριση των δύο φάσεων δυσχεραίνεται από το γεγονός ότι η λύση τού συστήματος δίνει σχετικές τιμές p1p2 και p΄1p΄2 που διαφέρουν ανάλογα με την εξέλιξη τού μισθού. Βεβαίως, γνωρίζουμε εξ υποθέσεως ότι το σύστημα τής δεύτερης φάσης επιτρέπει, με την ίδια συνολική ποσότητα εργασίας, τον διπλασιασμό τού φυσικού προϊόντος (των αξιών χρήσης) (1) και (2). Αλλά, αν θέσουμε ότι p1 = p΄1 = 1, τότε έχουμε p2 ≠ p΄2, καθώς οι τιμές των λόγων p1p2 και p΄1p΄2 εξαρτώνται από τον καταμερισμό τού εισοδήματος (οπότε, στην περίπτωση αυτή, έχουμε: p2 = 1, 08 και p΄2 = 1, 02). Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η μέτρηση τής αύξησης τού καθαρού προϊόντος σε αξία είναι ανεξάρτητη από την κατανομή (στο μοντέλο μας, το καθαρό προϊόν σε αξία καταγράφει αύξηση από 1,00 σε 2,00). Όταν όμως αναλύουμε την εξέλιξη τού συστήματος σε τιμές, υπό την υπόθεση ότι οι μισθοί παραμένουν αμετάβλητοι, βλέπουμε ότι το καθαρό προϊόν αυξάνεται από 0,84 σε 1,62 (ποσοστό αύξησης ίσο με 193%).

Το κύριο μειονέκτημα τής ανάλυσης σε όρους τιμής σε σύγκριση με την ανάλυση σε όρους αξίας δεν απορρέει από τον «ανοικτό» χαρακτήρα τού σραφιανού μοντέλου, δηλαδή από το γεγονός ότι η δυναμική ισορροπία τής προσφοράς και τής ζήτησης των προϊόντων (κεφαλαιουχικών και καταναλωτικών αγαθών) δεν τυποποιείται ως εσωτερική συνθήκη τού μοντέλου, αλλά θεωρείται απλώς ότι έχει πραγματοποιηθεί με όρους εξωγενείς ως προς αυτό (—και τούτο, σε αντιδιαστολή προς τον «κλειστό» χαρακτήρα τού μαρξιανού μοντέλου, το οποίο ενσωματώνει την εν λόγω ισορροπία). Στην πραγματικότητα, το μειονέκτημα έγκειται στην αντικατάσταση των αξιών — οι οποίες δεν εξαρτώνται από την κατανομή — από τις τιμές, που είναι εξαρτημένες από αυτή. Για τον λόγο αυτό, η έννοια τής βελτίωσης τής παραγωγικότητας, που αποτελεί μέτρο τής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και η οποία είναι απόλυτα αντικειμενική στον Μαρξ (δεδομένου τού ότι δεν εξαρτάται από το ποσοστό τής υπεραξίας), δεν προσλαμβάνει αντικειμενικό χαρακτήρα στο μοντέλο τού Σράφα ή σε οποιαδήποτε άλλο μοντέλο εκφρασμένο σε τιμές.

Το σραφιανό μοντέλο δεν προσφέρεται λοιπόν για την ανάλυση των συνθηκών τής δυναμικής ισορροπίας, διότι, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με το μοντέλο τού Μαρξ, δεν ασχολείται με την ισορροπία τής προσφοράς και τής ζήτησης για κάθε τύπο προϊόντος. Για παράδειγμα, είναι αδύνατο να συνάγουμε από το σραφιανό μοντέλο τις θέσεις που διατυπώθηκαν ανωτέρω όσον αφορά τη διευρυμένη αναπαραγωγή. Πρόκειται επομένως για ένα εμπειρικό, φτωχό μοντέλο, που επιτρέπει, το πολύ, την περιγραφή μιας διαπιστωθείσας εξέλιξης, αλλά όχι και την εξαγωγή των νόμων που την διέπουν.

Βεβαίως, από τη στιγμή που δίνεται το ύψος τού πραγματικού μισθού, κάθε σύστημα που ορίζεται άμεσα σε τιμές είναι πλήρως καθορισμένο, καθώς επιτρέπει τον υπολογισμό των σχετικών τιμών και τού ποσοστού κέρδους. Τότε όμως τίθεται το ζήτημα τού «κριτηρίου» [«προτύπου»],[32] που ο Σράφα, ακολουθώντας τη ρικαρντιανή παράδοση, ορίζει ως εξής: υπάρχει ένα κριτήριο που να αφήνει αμετάβλητο το καθαρό προϊόν, παρά το ότι η κατανομή (w ή r) μεταβάλλεται αυτόνομα; Ωστόσο, η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα είναι αρνητική. Ας δούμε γιατί.

Ο Σράφα δεν αναλύει το σύστημα με τον ίδιο τρόπο όπως ο Μαρξ. Πιο συγκεκριμένα, δεν περιλαμβάνει την εργατική δύναμη στη διαδικασία τής παραγωγής, θεωρώντας μάλιστα τον μισθό όχι ως την αξία τής εργατικής δύναμης, αλλά ως κατηγορία που εμπίπτει στη σφαίρα τής κατανομής. Για τον λόγο αυτό, διατυπώνει το σύστημα ως εξής:

(0,2p_{1}+0,4p_{2})(1+r)\mathbf{+0,4w}=p_{1}

(0,5p_{1}+0,1p_{2})(1+r)\mathbf{+0,6w}=p_{2}

Ως γνωστόν, προτείνει επιπλέον ως «κριτήριο» την τιμή τού καθαρού προϊόντος, δηλαδή:

0,3p_{1}+0,5p_{2}=1

Κάνοντας χρήση τού συγκεκριμένου «κριτηρίου», διαπιστώνουμε ότι τα r και w συνδέονται με μια γραμμική συνάρτηση που είναι ανεξάρτητη από τις τιμές των p:

r=R\,(1-w)

[Βλέπουμε, για παράδειγμα, ότι:[33]

(α) για w=1, r=0, p1 = 1, 15 και p2 = 1, 30 (οι τιμές εδώ είναι οι αξίες),[34] το σύστημα παίρνει τη μορφή:

0,2p_{1}+0,4p_{2}+0,4=p_{1}

0,5p_{1}+0,1p_{2}+0,6=p_{2}

\boldsymbol{0,3p_{1}+0,5p_{2}=1}

και ότι (β) για w=0, r=R=70% και p1 = 1,22 και p2 = 1,27, το σύστημα παίρνει τη μορφή:

(0,2p_{1}+0,4p_{2})(1+R)=p_{1}

(0,5p_{1}+0,1p_{2})(1+R)=p_{2}

\boldsymbol{0,3p_{1}+0,5p_{2}=1}

απ’ όπου, συνδυάζοντας τις δύο πρώτες εξισώσεις, προκύπτει:

5p_{1}^2-p_{1}p_{2}-4p_{2}^2=0

]

Επομένως, για το συγκεκριμένο κριτήριο, η γραμμική συνάρτηση που συνδέει τους όρους r και w περιγράφει μια ευθεία D (βλ. διάγραμμα κατωτέρω), ενώ, για ένα οποιαδήποτε άλλο κριτήριο, η σχέση που συνδέει τους όρους r και w δεν είναι ούτε γραμμική ούτε μονοτονική, αλλά περιγράφεται από μια οικογένεια καμπυλών C (βλ. διάγραμμα κατωτέρω).

Το «κριτήριο» αυτό είναι προτιμότερο από οποιοδήποτε άλλο; Η απάντηση είναι αρνητική, αφενός διότι:

(1) το συγκεκριμένο «κριτήριο» προϋποθέτει την αντιμετώπιση τού μισθού υπό το πρίσμα τού Σράφα· αν ο μισθός συμπεριληφθεί στην παραγωγική διαδικασία ως μεταβλητό κεφάλαιο, τότε οι τιμές τού «κριτηρίου» μεταβάλλονται μαζί με το w (με άλλα λόγια, το «κριτήριο» δεν είναι πλέον ανεξάρτητο από τις τιμές)·

(2) και αφετέρου διότι, ακόμα και στο πλαίσιο τής σραφιανής διατύπωσης, όταν το καθαρό προϊόν μεταβάλλεται με το χρόνο (ως αποτέλεσμα τής ανάπτυξης), το «κριτήριο» δεν είναι πλέον ανεξάρτητο από τις τιμές, αλλά είναι ελαστικό.

Αν, όπως οφείλουμε, συμπεριλάβουμε τους μισθούς w στην παραγωγική διαδικασία, τότε βλέπουμε ότι, ανεξαρτήτως «κριτηρίου», θα έχουμε τρεις εξισώσεις με τέσσερις αγνώστους (p1, p2, r και w). Μπορούμε βέβαια πάντα να εκφράσουμε το r σε συνάρτηση με το w, αλλά η σχέση που συνδέει τα μεγέθη αυτά εκφράζεται πλέον από μια συνάρτηση η οποία δεν είναι ούτε γραμμική, ούτε κατ’ ανάγκη φθίνουσα μονοτονική.

Αντίθετα, το κριτήριο-αξία επιτρέπει τη μέτρηση τής προόδου των παραγωγικών δυνάμεων από τη μια φάση στην επόμενη.

Θα αδικούσαμε τον Μαρξ, αν ερμηνεύαμε περιοριστικά την πρότασή του για τη χρησιμοποίηση τής αξίας ως κριτηρίου για τις τιμές. Με άλλα λόγια, αν περιοριζόμαστε στο επιχείρημα ότι το συγκεκριμένο κριτήριο «δουλεύει» στην πράξη, επιτρέποντας τον μετασχηματισμό των αξιών σε τιμές. Οφείλουμε δε να επισημάνουμε ότι, όσο μελάνι και αν έχει χυθεί επί τού θέματος, η σχετική συζήτηση για τον «μετασχηματισμό» δεν αποτελεί παρά καθαρή φιλολογία, αν δεν ιδωθεί υπό το πρίσμα τής προβληματικής που υιοθετήσαμε εδώ.

Στην πραγματικότητα, ο Μαρξ αναζητούσε ένα εργαλείο που να επιτρέπει τη μέτρηση τής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Το εργαλείο αυτό δεν είναι άλλο από την αξία. Πράγματι, η ποσότητα τής κοινωνικά αναγκαίας εργασίας είναι σε τελική ανάλυση ο μόνος «πλούτος» που διαθέτει η κοινωνία. Η αξία είναι επιπλέον ανεξάρτητη από την κατανομή.

Το κριτήριο-αξία επιτρέπει ουσιαστικά να συγκρίνουμε την πρόοδο που σημειώνεται κατά τη μετάβαση από ένα παραγωγικό σύστημα (0) σε ένα άλλο (1), (2) κ.ο.κ. κατά μήκος τού κάθετου άξονα w (βλ. διάγραμμα). Κατά μήκος αυτού τού άξονα, οι τιμές τού r είναι ίσες με 0 (r=0), οπότε οι μισθοί απορροφούν ολόκληρο το καθαρό προϊόν. Αν επομένως ένα παραγωγικό σύστημα μεγιστοποιεί την τιμή τού w (για r=0), τότε αυτό σημαίνει ότι το εν λόγω σύστημα θα μεγιστοποιεί το εισόδημα ή, ισοδυνάμως, ότι θα ελαχιστοποιεί τον χρόνο τής κοινωνικής εργασίας που είναι αναγκαία για να παραχθεί μια δεδομένη ποσότητα αξιών χρήσης. Επομένως, το συγκεκριμένο σύστημα θα αντιστοιχεί σε ένα ανώτερο επίπεδο ανάπτυξης και αποδοτικότητας των παραγωγικών δυνάμεων.

Αντιθέτως, η χρησιμοποίηση τού κριτηρίου τού Σράφα συνεπάγεται τη σύγκριση συστημάτων κατά μήκος τού άξονα των τεταγμένων r. Για w=0, έχουμε r=R, οπότε το κέρδος απορροφά ολόκληρο το προϊόν. Η υπόθεση w ≠ 0 δεν αλλάζει τίποτε, διότι ο Σράφα «απαλείφει» τους μισθούς, υποκαθιστώντας τους με τα αγαθά που καταναλώνουν οι μισθωτοί. Ο Σράφα συγκρίνει επομένως τα συστήματα κατά μήκος ενός άξονα που είναι παράλληλος προς τον άξονα των r και ο οποίος τέμνει σε κάποιο τυχαίο σημείο τον κάθετο άξονα [βλ. διάγραμμα]. Από αυτή τη σκοπιά, το σύστημα που θα μεγιστοποιούσε το ποσοστό κέρδους R θα έπρεπε να θεωρείται ως βέλτιστον.

Οι δύο μέθοδοι σύγκρισης είναι άραγε ισοδύναμες; Σαφώς όχι.[35] Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό; Διότι, αν θέσουμε r=0,[36] τότε η σύγκριση λαμβάνει υπόψη, ταυτόχρονα, τους τέσσερις συντελεστές a11, a12, a21 και a22, που αντιστοιχούν στις εισροές εμπορευμάτων και τους δύο συντελεστές a01, a02, που προσδιορίζουν τις εισροές άμεσης εργασίες (για σύστημα δύο προϊόντων). Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή, για r=0, τα παραγωγικά συστήματα παίρνουν τη μορφή:

(a_{11}p_{1}+a_{12}p_{2}+a_{01}w)=p_{1}

(a_{21}p_{1}+a_{22}p_{2}+a_{02}w)=p_{2}

ενώ διαπιστώνουμε, επίσης, ότι οι τιμές p είναι, τότε, όμοιες προς τις αξίες.

Αντιθέτως, η σύγκριση των παραγωγικών συστημάτων επί τού άξονα των τετμημένων (w=0) σημαίνει ότι λαμβάνουμε υπόψη μόνο τους τέσσερις πρώτους συντελεστές («παραγωγή εμπορευμάτων μέσω εμπορευμάτων», και όχι μέσω εμπορευμάτων και άμεσης εργασίας), παραβλέποντας τους δύο συντελεστές εισροών άμεσης εργασίας. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή (δηλ. για w=0), το σύστημα παίρνει την εξής μορφής:

(a_{11}p_{1}+a_{12}p_{2})(1+r)=p_{1}

(a_{21}p_{1}+a_{22}p_{2})(1+r)=p_{2}

Το κριτήριο-αξία είναι προτιμότερο, διότι μόνο αυτό αντιμετωπίζει την παραγωγική διαδικασία ως αποτέλεσμα τής δράσης όλων των τεχνικών συντελεστών που χρησιμοποιήσαμε για την περιγραφή της. Το θεμελιώδες συμπέρασμα που προκύπτει από την ανάλυση αυτή είναι ότι το κοινωνικό σύστημα που, για ένα δεδομένο μισθό, μεγιστοποιεί το ποσοστό κέρδους δεν μεγιστοποιεί υποχρεωτικά και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (δηλαδή μέσω τής μείωσης τής αναγκαίας ποσότητας κοινωνικής εργασίας). Δεν υπάρχει τρόπος να παρακάμψουμε τη θεωρία τής αξίας, διότι μόνο αυτή επιτρέπει την αναγωγή όλων των οικονομικών μεγεθών (τιμών και εισοδημάτων) σε έναν κοινό παρονομαστή (την αξία, τ.έ. την ποσότητα τής κοινωνικά αναγκαίας εργασίας), ανεξαρτήτως των κανόνων κατανομής, και τούτο τόσο όσον αφορά τον χαρακτηρισμό μιας δεδομένης φάσης (συγχρονική-στατική ανάλυση), όσο και τη μέτρηση τού ρυθμού ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων που σημειώνεται κατά τη μετάβαση από τη μια φάση στην άλλη (δυναμική-διαχρονική ανάλυση).

Sraffa

Το πραγματικό διακύβευμα που κρύβεται πίσω από τη συζήτηση για την κατά προτίμηση χρησιμοποίηση τής αξίας ως κριτηρίου αφορά, επομένως, τον καθορισμό ενός αντικειμενικού μέτρου εκτίμησης τής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Επιπλέον, αν χρησιμοποιηθεί το ίδιο κριτήριο για την περιγραφή δύο παραγωγικών συστημάτων — είτε αυτά συνυπάρχουν χρονικά είτε διαδέχονται το ένα το άλλο — τότε η σχέση που συνδέει τα μεγέθη w και r θα περιγράφεται, υποχρεωτικά, είτε από δύο καμπύλες παρόμοιες με την καμπύλη C τού διαγράμματος είτε από μια ευθεία D και μια καμπύλη C.

Ωστόσο, στο σραφιανό μοντέλο, δεν υπάρχει κάποιο κοινό κριτήριο για τη σύγκριση διαφορετικών συστημάτων. Επιπροσθέτως, στο εν λόγω μοντέλο οι μισθοί και τα καταναλωτικά αγαθά που προορίζονται για τους εργαζόμενους θεωρούνται ως μεγέθη ισοδύναμα μεταξύ τους, πράγμα που σημαίνει ότι η αντικατάσταση τού μισθού με τα αγαθά κατανάλωσης συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι ο όρος «εργασία» απαλείφεται από τις σχετικές εξισώσεις, ότι τα εμπορεύματα θεωρούνται πλέον ότι παράγονται αποκλειστικά με τη χρησιμοποίηση άλλων εμπορευμάτων (χωρίς τη διαμεσολάβηση τής εργασίας, η οποία, τρόπο τινά, αποσύρεται από το προσκήνιο), καθώς και ότι η παραγωγή τού πλεονάσματος αποδίδεται αποκλειστικά στον συντελεστή-κεφάλαιο, που πλέον εκλαμβάνεται ως ο μόνος συντελεστής παραγωγής. Πρόκειται, λοιπόν, για το άκρον άωτον τής αλλοτρίωσης: τα εμπορεύματα (συμπεριλαμβανομένων εδώ και των βασικών αγαθών διαβίωσης) παράγουν «απογόνους» (δηλ. μεγαλύτερες ποσότητες εμπορευμάτων), χωρίς να απαιτείται καμία παρέμβαση τού παράγοντα-εργασία! Η συγκεκριμένη κοσμοθεώρηση είναι ανάλογη με αυτή των χρηματοοικονομικών επενδυτών, οι οποίοι, καθώς «παράγουν» χρήμα από χρήμα, είναι φυσικό να θεωρούν ότι το χρήμα είναι καθαυτό παραγωγικό (βλ. Κεφ. 11). Ή, ακόμη χειρότερα, όλες οι υλικές εισροές θα μπορούσαν να αντικατασταθούν με «ισοδύναμες» ποσότητες «παρωχημένης» εργασίας, με αποτέλεσμα να έχουμε ένα σύστημα με ένα και μόνο συντελεστή παραγωγής, την «παρωχημένη» εργασία, που ουσιαστικά ισοδυναμεί με τον συντελεστή «παραγωγικό χρόνο» (α λα Μπεμ-Μπαβέρκ).

Η ορθόδοξη οικονομική θεωρία μετά τον Μαρξ προσπάθησε, προκειμένου να προσβάλλει την αξιοπιστία τού μαρξισμού, να αποδώσει τα αίτια τής «ανάπτυξης» σε μια πληθώρα παραγόντων διαφορετικών τής κοινωνικής εργασίας. Σε αυτό άλλωστε οφείλεται η επινόηση τής έννοιας τής ειδικής παραγωγικότητας ανά συντελεστή παραγωγής, καθώς και η απόπειρα αναγωγής όλων των συντελεστών παραγωγής σε έναν ενιαίο συντελεστή, ανεξαρτήτως αν αυτός ονομάζεται «εμπόρευμα» (Σράφα: «παραγωγή εμπορευμάτων μέσω εμπορευμάτων»), «χρήμα» (που «γεννάει χρήμα»), «χρόνος» (που είναι επίσης «χρήμα», πβ. την έννοια τής «προεξόφλησης τού μέλλοντος» στον Μπεμ-Μπαβέρκ) ή, τέλος, «επιστήμη» (βλέπε, σχετικά, τη σημερινή συζήτηση περί «γνωσιακού καπιταλισμού» — μια έννοια που έχει τις ρίζες της στην κεϊνσιανή θεωρία τής οριακής παραγωγικότητας τού κεφαλαίου). Εν προκειμένω, δεν πρόκειται παρά για εκφάνσεις τού φαινομένου τής αλλοτρίωσης που χαρακτηρίζει ουσιωδώς τη συμβατική-αστική κοινωνική σκέψη.

Ο Μαρξ ολοκλήρωσε την κριτική τής καπιταλιστικής πραγματικότητας με τη μεθοδική αποδόμηση μιας σειράς κειμένων που στόχευαν στη νομιμοποίηση των πρακτικών τού κεφαλαίου — είτε επρόκειτο για τα έργα των μεγάλων κλασικών-θεμελιωτών τής σύγχρονης σκέψης στον νέο επιστημονικό τομέα τής πολιτικής οικονομίας (Σμιθ, Ρικάρντο), είτε για τα πονήματα τής χυδαίας οικονομικής θεωρίας τής εποχής του (Μπαστιά κ.ά.). Παραμένει, ωστόσο, επιτακτική η ανάγκη κριτικής ενασχόλησης με τα γραπτά των σύγχρονων μετα-μαρξιστών οικονομολόγων, και αυτό παρά την πολύτιμη συνεισφορά στο πεδίο αυτό ορισμένων καλών μαρξιστών, που κατόρθωσαν να υπερβούν τους περιορισμούς τής εξηγητικής ερμηνείας τού έργου τού Μαρξ και οι οποίοι, δυστυχώς, θεωρούνται σήμερα «ξεπερασμένοι» (για περισσότερα, παραπέμπω τον αναγνώστη στο βιβλίο μου με τίτλο «Άνιση Ανάπτυξη», όπου ασκώ κριτική στην απόπειρα συνέχισης τού έργου των κλασικών από σημαντικούς συγγραφείς, όπως ο Κέινς, ο Σράφα κ.ά., καθώς και στα λεγόμενα «οικονομικά τής μόδας», τη «μαγεία τής εποχής μας», όπως έγραψα τότε αναφερόμενος στις σύγχρονες μορφές τής χυδαίας οικονομολογίας).

«Κριτήριο» και «νόμιμο χρήμα»

Η χυδαία οικονομολογία συγχέει επιπόλαια το «κριτήριο», με την έννοια που προσδώσαμε στον όρο κατά την κριτική εξέταση τής σραφιανής εμπειρικής προσέγγισης τού ζητήματος που μας απασχολεί, με το «νόμιμο χρήμα», δηλ. τον «κοινό παρονομαστή» που επιτρέπει την έκφραση των μεγεθών των εξισώσεων τής δυναμικής ισορροπίας (είτε αυτές δίνονται σε όρους τιμής είτε σε όρους αξίας) σε ομοιογενείς μονάδες (αποκαλούμενες φράγκα, ευρώ, δολάρια κ.ο.κ.). Ο Μαρξ αποφεύγει να υποπέσει στο σφάλμα αυτό, παρά το γεγονός ότι κατά την εποχή του ίσχυε ακόμα ο κανόνας χρυσού. Ωστόσο, η εγκατάλειψη τού κανόνα χρυσού δεν καθιστά άνευ αντικειμένου τη διάκριση μεταξύ τής έννοιας τού «κριτηρίου» και αυτής τού «νομίμου χρήματος». Ο ορισμός τού νομίσματος μπορεί κάλλιστα να είναι αυθαίρετος, υπό την έννοια ότι δεν μεταβάλλει επ’ ουδενί τα συμπεράσματα τής ανάλυσης των συνθηκών τής συσσώρευσης. Οι σχετικές τιμές [όπως και το ποσοστό κέρδους] είναι ανεξάρτητες από το νόμισμα. Μόνο οι απόλυτες τιμές εξαρτώνται από την επιλογή ενός νομίσματος. Λίγη σημασία θα είχε, αν επιλέγαμε αυθαίρετα ένα οποιοδήποτε νόμισμα ή αν η επιλογή μας πληρούσε τον έναν από τους δύο εναλλακτικούς όρους που έθεσε ο Μαρξ [37] ή, τέλος, αν επιλέγαμε ένα πραγματικό νόμισμα (λ.χ. τον χρυσό).

Σε επίπεδο εμπειρικής παρατήρησης, το υπό εξέταση σύστημα[38] παρουσιάζεται άμεσα ως ένα σύστημα τεσσάρων εξισώσεων (για δύο κλάδους παραγωγής):

(α) παραγωγικό σύστημα-κλάδος (1):

(0,2p_{1}+0,4p_{2})(1+r)+0,4w=p_{1}

(β) κλάδος (2):

(0,5p_{1}+0,1p_{2})(1+r)+0,6w=p_{2}

(γ) μισθοί:

w=0,2p_{1}+0,2p_{2}

(δ) νόμισμα:

f~(p_{1}~p_{2})=1

Όσον αφορά τον ορισμό τού νομίσματος (που, όπως ειπώθηκε, δεν πρέπει να συγχέεται με την έννοια τού «κριτηρίου»), η απλούστερη αλγεβρική μορφή που μπορεί να χρησιμοποιηθεί είναι η εξής:

p1 + p2 = 1

Οι τέσσερις αυτές εξισώσεις δεν αποτελούν παρά μαθηματικοποίηση τής άμεσης πραγματικότητας, δηλ. των μεγεθών p1, p2, w, r και τού εμπειρικού «νομίσματος», καθώς και των μεταξύ τους σχέσεων.

6. Οικονομικοί νόμοι τού καπιταλισμού και ταξικοί αγώνες: από την πολιτική οικονομία στον ιστορικό υλισμό

Το σχήμα τής διευρυμένης αναπαραγωγής φαίνεται να αποκαλύπτει ότι η οικονομία διέπεται από ακριβείς νόμους, οι οποίοι, ως τέτοιοι, έχουν αντικειμενική υπόσταση, πράγμα που σημαίνει ότι ισχύουν υποχρεωτικά για όλους. Στη μορφή που μας παραδόθηκε, το κείμενο τού δεύτερου τόμου τού Κεφαλαίου είναι μεγάλης σπουδαιότητας, καθώς δείχνει ότι, στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, η κοινωνική αναπαραγωγή εμφανίζεται καταρχήν με τη μορφή τής οικονομικής αναπαραγωγής. Ενώ, λοιπόν, στους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής, που χαρακτηρίζονταν από διαφανείς σχέσεις εκμετάλλευσης, η αναπαραγωγή απαιτούσε την αδιαμεσολάβητη παρέμβαση τού εποικοδομήματος, δεν ισχύει πλέον το ίδιο και για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Εδώ θα πρέπει να υπογραμμιστεί, για άλλη μια φορά, η ποιοτική αυτή διαφορά.

Μέχρι τώρα δεν θίξαμε το ζήτημα τής πάλης των τάξεων, η οποία, εκ πρώτης αναγνώσεως, απουσιάζει από το κείμενο τού δεύτερου τόμου τού Κεφαλαίου. Ο Μαρξ μπορεί να μην είχε καμία σχέση με τον «οικονομισμό», δεν συνέβαινε όμως το ίδιο και με τον ιστορικό μαρξισμό. Η γραμμική-μηχανιστική αναγωγή των κοινωνικών νόμων στους νόμους τής οικονομίας, που συνδεόταν με μια επιστημονίστικη αντίληψη για την «πρόοδο», ήταν η κυρίαρχη τάση στους κόλπους τής Β΄ Διεθνούς. Η τάση αυτή ενισχύθηκε περαιτέρω μετά τον Β΄ ΠΠ, όταν πλέον η σοσιαλδημοκρατία είχε αποκηρύξει την κληρονομιά τού μαρξισμού.

Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη περί ιστορίας, η ταξική πάλη, που φέρνει αντιμέτωπους αστούς και προλετάριους για τη διανομή τού προϊόντος (το ποσοστό τής υπεραξίας), υποτάσσεται στους νόμους τής οικονομίας. Η πάλη των τάξεων δεν μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, παρά να «αποκαλύψει» το ποσοστό που είναι αντικειμενικά αναγκαίο για την επίτευξη ισορροπίας. Υπό το πρίσμα αυτό, εκπληρώνει μια λειτουργία ανάλογη με αυτή τού «αόρατου χεριού» τής αστικής πολιτικής οικονομίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι πομφόλυγες περί τής «παγκόσμιας αρμονίας» των κοινωνικών συμφερόντων εξαφανίζονται για να παραχωρήσουν τη θέση τους στα φληναφήματα περί τής «αντικειμενικής αναγκαιότητας τής προόδου». Στο πλαίσιο αυτό, ο μαρξισμός ταυτίζεται κατ’ ουσίαν με την λεγόμενη «μαρξιστική πολιτική οικονομία», η οποία, υπό τη ρουμπρίκα «marxian economics» [μαρξιανά οικονομικά], φοριέται πολύ στις αγγλοσαξονικές ιδίως χώρες.[39] Οι οικονομικοί νόμοι παρουσιάζονται έτσι ως αντικειμενικές αναγκαιότητες που λειτουργούν ανεξάρτητα από την ταξική πάλη. Σε αυτή τη βάση, είναι αδύνατο να συλλάβουμε την προοπτική μιας κοινωνίας χωρίς τάξεις: η αταξική κοινωνία δεν μπορεί παρά να μοιάζει σαν δυο σταγόνες νερό με την ταξική κοινωνία, καθώς θα εξακολουθεί να διέπεται από τον διιστορικό παράγοντα τής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Η εν λόγω ανάπτυξη υπόκειται στους δικούς της νόμους (τ.έ. την όλο και μεγαλύτερη εμβάθυνση τού καταμερισμού τής εργασίας με τις μορφές που γνωρίζουμε σήμερα). Ο υπαρκτός καπιταλισμός είναι υπεύθυνος μόνο για το ότι δεν μπορεί πλέον να λειτουργεί με την ίδια αποτελεσματικότητα όπως και στο παρελθόν, καθώς θέτει προσκόμματα στην «πορεία τής προόδου». Όσο για τα κείμενα τού Μαρξ, στα οποία στηλιτεύεται η μυωπία τού φαρισαίου-μικροαστού που αδυνατεί να οραματιστεί ένα μέλλον όπου κάποιος δεν θα ασκεί το επάγγελμα τού ζωγράφου ή τού τορναδόρου, όλα αυτά δεν είναι παρά ουτοπικές ονειροφαντασίες. Κατά βάθος, ο καπιταλισμός είναι ένα «αιώνιο πρότυπο». Τα μοναδικά του μειονεκτήματα είναι η κοινωνική «σπατάλη» που αντιστοιχεί στην κατανάλωση των καπιταλιστών και η αναρχία τής παραγωγής, η οποία οφείλεται στον ανταγωνισμό των κεφαλαίων. Ο «σοσιαλισμός» θα βάλει τέλος στις καταχρήσεις αυτές, διαμορφώνοντας και υλοποιώντας έναν «ορθολογικό σχεδιασμό» στη βάση τής κρατικής συγκεντροποίησης τής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να φτάσουμε σε αυτόν τον κρατικό τρόπο παραγωγής (που αποτελεί το ύστατο στάδιο τής ιστορικής εξέλιξης και που, εκτός αυτού, μαρτυρεί και τη συνετή υποταγή στους «αντικειμενικούς νόμους» τού κοινωνικού προτσές τής παραγωγής) προς όφελος και τέρψη ολόκληρης τής κοινωνίας; Μέσω τής οδού των μεταρρυθμίσεων! Τα συνδικάτα, που είναι σε θέση να επιβάλλουν τη σύναψη ενός «κοινωνικού συμβολαίου» για το μοίρασμα των κερδών τής παραγωγικότητας, όχι μόνο προετοιμάζουν από τώρα το έδαφος για την οριστική απαλλοτρίωση των καπιταλιστών-κηφήνων, αλλά χρησιμεύουν και ως «σχολές διοίκησης», παρέχοντας εκπαίδευση σε επίλεκτα στελέχη, που «εκπροσωπούν» την «εργατική τάξη» και τα οποία έχουν ήδη «εκδηλώσει» την κλίση τους στην «οργάνωση και διοίκηση επιχειρήσεων»! Η αποδέσμευσή μας από το ασφυκτικό πλαίσιο τού οικονομισμού που χαρακτηρίζει τα «μαρξιανά οικονομικά» — προκειμένου, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να ανταπεξέλθουμε στις απαιτήσεις τής ιστορικοϋλικής ερμηνείας τού υπαρκτού καπιταλισμού — προϋποθέτει, κατά πρώτο λόγο, την ενεργή απόρριψη αυτού τού είδους τής ανάλυσης. Υπογραμμίζουμε, λοιπόν, την πρωταρχικότητα τής ταξικής πάλης, που δεν έφυγε ποτέ από το προσκήνιο. Ο μισθός δεν προκύπτει από τους αντικειμενικούς νόμους τής διευρυμένης αναπαραγωγής, αλλά αποτελεί το άμεσο αποτέλεσμα τής ταξικής αναμέτρησης. Η διαδικασία τής συσσώρευσης προσαρμόζεται, ει δυνατόν, στο αποτέλεσμα τής πάλης των τάξεων. Διαφορετικά, το σύστημα εισέρχεται σε κρίση και αυτό είναι όλο.

Στην συνέχεια, θα διατυπώσω τέσσερις θέσεις αναφορικά με τη σχέση που υφίσταται ανάμεσα στους οικονομικούς «νόμους» τής καπιταλιστικής συσσώρευσης και των υπό την ευρεία τού όρου έννοια ταξικών αγώνων, τού συνόλου δηλαδή των κοινωνικοπολιτικών, εθνικών και διεθνών, αγώνων και συγκρούσεων.

Θέση 1: Αυτοί οι αγώνες, με όλη τους την ποικιλομορφία, διαμορφώνουν τόσο το παγκόσμιο σύστημα όσο και τα επιμέρους «εθνικά» συστήματα — συστήματα που κινούνται από ανισορροπία σε ανισορροπία, χωρίς ποτέ να προσεγγίζουν την ιδεατή κατάσταση ισορροπίας που προβλέπεται από τα μοντέλα τόσο τής συμβατικής όσο και τής λεγόμενης «μαρξιανής» οικονομικής θεωρίας (η οποία, κατά τη γνώμη μου, έχει μικρή ή και καμία σχέση με τον μαρξισμό).

Θέση 2: Η εγγενής λογική τού καπιταλισμού, η οποία έγκειται στη μεγιστοποίηση τού ποσοστού κέρδους και τού συνολικού όγκου τής υπεραξίας, δημιουργεί δυνητικά μια κατάσταση ανισορροπίας, η οποία εκ των πραγμάτων λειτουργεί, αφενός, προς όφελος των εχόντων και των κατεχόντων (δηλ. τής, υπό την ευρεία του όρου έννοια, αστικής τάξης) και, αφετέρου, εις βάρος των κάθε είδους εργατικών αποδοχών. Εξ αυτού και μόνο τού λόγου, η καπιταλιστική αναπαραγωγή θα έπρεπε να καθίσταται «αδύνατη». Βεβαίως, η ιστορία τού καπιταλισμού δεν είναι μια ιστορία «συνεχούς ανάπτυξης» — μια ομαλή και αδιατάρακτη διαδικασία που (υποτίθεται ότι) εξασφαλίζει τη συνεχή αύξηση τής παραγωγής και τής κατανάλωσης, παρά τους όποιους «σκοπέλους» — αλλά μια ιστορία μακρόχρονων κρίσεων (1873-1945· η κρίση τού 1971, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, αλλά αναμφίβολα θα συνεχιστεί και στο μέλλον), όπου οι περίοδοι ταχείας και «απρόσκοπτης» ανάπτυξης δεν είναι, στην πραγματικότητα, παρά η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα (όπως συνέβη και με τη «λαμπρή τριακονταετία» από το 1945 έως το 1975· πβ. Itinéraire intellectuel, σελ. 187, και La Crise, σελ. 10-12).

Θέση 3: Παρά τα διαρκώς επιδεινούμενα προβλήματα, ο καπιταλισμός κατόρθωσε, μέχρι σήμερα, να βγει από τα αδιέξοδα που δημιουργεί η λειτουργία του, επινοοώντας νέους τρόπους και μέσα, προκειμένου να ανταποκριθεί στις προκλήσεις που αντιπροσωπεύουν οι αλλαγές τού συσχετισμού των κοινωνικών δυνάμεων σε εθνική και παγκόσμια κλίμακα. Αυτό μάς υπενθυμίζει ότι ο ρυθμός και ο προσανατολισμός τής προόδου των παραγωγικών δυνάμεων δεν είναι αυτόνομα εξωγενή δεδομένα, αλλά αποτελούν απόρροια τής ίδιας τής ταξικής πάλης. Η αναπτυξιακή διαδικασία ενσωματώνεται στις σχέσεις παραγωγής και διαμορφώνεται με πρωτοβουλία τής αστικής τάξης. Τόσο το παρωχημένο πλέον σύστημα τού τεϋλορισμού όσο και η αυτοματοποίηση και η «τεχνολογική επανάσταση» τής εποχής μας ήρθαν ως απαντήσεις στους εργατικούς αγώνες, πράγμα που επίσης ισχύει και για το φαινόμενο τού ιμπεριαλισμού, για τη διαδικασία συγκεντροποίησης τού κεφαλαίου, το κύμα μετεγκαταστάσεων επιχειρήσεων κ.ο.κ. Ποτέ δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι, όσο ο καπιταλισμός δεν ανατρέπεται, η μπουρζουαζία θα έχει πάντα τον τελευταίο λόγο στους ταξικούς αγώνες, πράγμα που σημαίνει ότι οι κρίσεις, αν δεν έχουν ως τελική έκβαση την ανατροπή, θα επιλύονται πάντοτε προς όφελος τής αστικής τάξης. Έτσι, για παράδειγμα, οι «υπέρογκοι» μισθοί θα ροκανίζονται από τον πληθωρισμό, μέχρις ότου η εργατική τάξη υποκύψει έχοντας εξαντλήσει τις όποιες αντοχές της — ή, εναλλακτικά, μέχρις ότου ευοδωθεί η προοπτική τής «εθνικής ενότητας» που θα επιτρέψει τη μετάθεση των βαρών σε άλλους ώμους.

Η ταξική πάλη αποτελεί απότοκο μιας συγκεκριμένης κατάστασης που αντανακλά την πραγματικότητα μιας ιστορικά καθορισμένης οικονομικής βάσης. Η ταξική πάλη μπορεί να μεταβάλει την οικονομική βάση, αλλά, ενόσω υφίσταται το καπιταλιστικό σύστημα, η μεταβολή αυτή θα υπόκειται στους νόμους τής οικονομικής αναπαραγωγής του. Οι μισθολογικές μεταβολές επηρεάζουν το ποσοστό κέρδους, πράγμα που προκαλεί την αντίδραση τής αστικής τάξης, η οποία εκδηλώνεται, μεταξύ άλλων, με τη μεταβολή τού ρυθμού τής «ανάπτυξης», τον αναπροσανατολισμό των αναπτυξιακών επιλογών, τον ανακαταμερισμό τής κοινωνικής εργασίας ανάμεσα στους δύο τομείς κ.ο.κ. Στο πλαίσιο τού καπιταλιστικού συστήματος, οι μεταβολές αυτές υπόκεινται στους γενικούς όρους τής καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Εν κατακλείδι, για να μην μακρηγορώ, η ταξική πάλη αποτελεί ενεργό παράγοντα διαμόρφωσης τής οικονομικής βάσης, στο πλαίσιο πάντα των εγγενών συνθηκών και νόμων τού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Τα σχήματα τής διευρυμένης αναπαραγωγής περιγράφουν αυτόν, ακριβώς, τον θεμελιώδη νόμο, που δηλώνει ότι η αξία τής εργατικής δύναμης εξαρτάται από το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Με άλλα λόγια, ότι η αξία αυτή αυξάνεται (ή οφείλει να αυξάνεται) παράλληλα με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτή την ερμηνεία δίνουμε στο «ιστορικό στοιχείο»[40] που επικαλείται ο Μαρξ, όταν αναφέρεται στο ζήτημα τού καθορισμού τής αξίας τής εργατικής δύναμης. Η μόνη άλλη ερμηνεία θα ήταν ότι η αξία τής εργατικής δύναμης θα έπρεπε να καθορίζεται αποκλειστικά με βάση το κριτήριο τής «συντήρησης τού κατόχου της»[41] (άποψη που υποστηρίζεται, μεταξύ άλλων, από τους Ρικάρντο, Μάλθους και Λασάλ).

Ωστόσο, η αντικειμενική αυτή νομοτέλεια[42] δεν είναι αυθόρμητη συνέπεια τής λειτουργίας τού συστήματος. Στην πραγματικότητα, η ανάγκη αυτή προσκρούει διαρκώς στην αντίθετη τάση που είναι επίσης εγγενής στο καπιταλιστικό σύστημα και η οποία έγκειται στη διαρκή επιδίωξη αύξησης τού ποσοστού τής υπεραξίας. Τελικά, η αντιφατική αυτή τάση αποδεικνύεται κυρίαρχη. Με αυτό τoν τρόπο, μάλιστα, ερμηνεύουμε τον «νόμο τής συσσώρευσης» και τη συναφή τάση τής «απόλυτης και σχετικής εξαθλίωσης». Ο συγκεκριμένος νόμος επιβεβαιώνεται εμπειρικά, αλλά οι σχετικές εμπειρικές αποδείξεις πρέπει να αναζητηθούν σε παγκόσμια κλίμακα, και όχι στο επίπεδο μεμονωμένων ιμπεριαλιστικών κέντρων. Και αυτό γιατί ενώ, στα κέντρα τού ιμπεριαλισμού, η σταδιακή αύξηση των μισθών, που παρατηρούνταν κατά τον τελευταίο αιώνα, συμβάδιζε με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, στις περιφέρειες, αντιθέτως, βλέπουμε να εκδηλώνεται με τον πιο ακραίο και σκληρό τρόπο η τάση απόλυτης εξαθλίωσης των εκμεταλλευομένων παραγωγών. Αυτό είναι το αγκάθι στο πλευρό των φιλοϊμπεριαλιστικών ρευμάτων τού μαρξισμού, διότι ο μαρξισμός αποκτά πραγματικά ανατρεπτικό χαρακτήρα, μόνο όταν αντικρίσει κατάματα αυτή την πραγματικότητα (θα ασχοληθούμε ξανά με το ζήτημα τής ταξικής πάλης σε σχέση με την συσσώρευση σε παγκόσμια κλίμακα στο κεφ. IV).

Το κεφάλαιο κατορθώνει να υπερπηδήσει την εγγενή αυτή αντίφαση μέσω τής ανάπτυξης ενός «τρίτου τομέα» που ρόλος του είναι να απορροφά το πλεόνασμα τής υπεραξίας, η οποία δεν μπορεί να απορροφηθεί στους τομείς Ι και ΙΙ λόγω ακριβώς τής ανεπαρκούς αύξησης του πραγματικού μισθού των παραγωγικών εργατών. Αυτή η θεωρητική συμβολή των Μπαράν και Σουίζι, την οποία θεωρούμε καίρια για την κατανόηση τής σύγχρονης πραγματικότητας, αγνοήθηκε και εξακολουθεί να αγνοείται από τους «εξηγητές», που παραμένουν προσκολλημένοι στο γράμμα τού Κεφαλαίου. Αρχής γενομένης από τη δεκαετία τού ’30, αλλά κυρίως μετά το 1945, ο υπαρκτός καπιταλισμός διήλθε από μια διαδικασία βαθύτατης μεταμόρφωσης, που είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν σε πρωτόγνωρα επίπεδα οι δραστηριότητες τού λεγόμενου «τριτογενούς» τομέα. Στο φαινόμενο αυτό δόθηκε μια απολογητική και επιφανειακή ερμηνεία από τους συμβατικούς οικονομολόγους, συμπεριλαμβανομένου και τού Ζαν Φουραστιέ, που ασχολήθηκε πρώτος με την εξέλιξη αυτή. Η δική μας ανάλυση τού φαινομένου βρίσκεται στον αντίποδα των προσεγγίσεων αυτών. Κατ’ αρχάς, θα μπορούσε εύλογα να υποστηριχθεί η άποψη ότι το φαινόμενο κάθε άλλο παρά νέο είναι, καθώς είναι αδιανόητο να υπάρξει μια καπιταλιστική κοινωνία χωρίς το Κράτος, οι κυριαρχικές λειτουργίες τού οποίου έχουν κοινωνικό κόστος που καλύπτεται από τη φορολογία (με άλλα λόγια, εκτός τού πλαισίου τής αγοράς). Επιπλέον, μεταξύ των αιτίων τής ταχείας ανάπτυξης τού «τριτογενούς» τομέα συγκαταλέγονται η ευρεία διάδοση τής πρακτικής τής συμπερίληψης τού «κόστους πωλήσεων» στις τιμές των προϊόντων (η οποία, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον μονοπωλιακό ανταγωνισμό), καθώς και η σχετική αυτονόμηση των εμπορικών και χρηµατοπιστωτικών δραστηριοτήτων. Τέλος, δεν πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε τη διεύρυνση των δημοσίων υπηρεσιών (παιδεία, υγεία, κοινωνική ασφάλιση), που αποτέλεσε συνέπεια των κατακτήσεων των λαϊκών αγώνων. Χωρίς να εισέλθουμε σε λεπτομέρειες για τις ετερόκλητες δρατηριότητες που περιλαμβάνονται στον τριτογενή τομέα, θα ήθελα να υπενθυμίσω τις θέσεις που είχα διατυπώσει στο παρελθόν σχετικά με τη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στη διόγκωση τού τομέα ΙΙΙ, που η λειτουργία του έγκειται στην απορρόφηση τής υπεραξίας, και τον ιμπεριαλιστικό παράγοντα και, πιο συγκεκριμένα, τη συγκέντρωση τού ελέγχου τού παγκόσμιου συστήματος στα χέρια των κρατών τής ιμπεριαλιστικής τριάδας (ΗΠΑ, Ευρώπη, Ιαπωνία) μέσω τής συγκρότησης των «πέντε μονοπωλίων τού συλλογικού ιμπεριαλισμού τής τριάδας» (κατά τη διατύπωση που χρησιμοποίησα στο παρελθόν). Μόνο οι λαϊκοί αγώνες που αποβλέπουν στον στρατηγικό, δημοκρατικό έλεγχο των εν λόγω δραστηριοτήτων μπορούν να λειτουργήσουν ως αποτελεσματικό αντίβαρο στις πρακτικές τού κεφαλαίου, που προκειμένου να διευρύνει το πεδίο κερδοφορίας του επιδιώκει να διατηρήσει υπό τον έλεγχο του τη διαδικασία γιγάντωσης των δραστηριοτήτων τού «τριτογενούς τομέα» μέσω τής ιδιωτικοποίησης τής διαχείρισής τους (δηλ. μέσω τής εκποίησης [τού δημοσίου] πλούτου και σαφώς όχι μέσω τής «δημιουργίας νέου πλούτου»). Ασφαλώς, η ιλλιγιώδης ανάπτυξη τού τομέα ΙΙΙ — ο οποίος ναι μεν λειτουργεί συμπληρωματικά με τους τομείς Ι-ΙΙ που αναφέρονται στο Κεφάλαιο, αλλά έχει πλέον καταστεί «κυρίαρχος», υπό την έννοια ότι αντιστοιχεί στα δύο τρίτα, ή και περισσότερο, τού δείκτη που η συμβατική οικονομολογία αποκαλεί «ακαθάριστο εγχώριο προϊόν» — καθιστά έως ένα σημείο προβληματικές τις κλασσικές διατυπώσεις τού νόμου τής αξίας. Αξίζει εδώ να επισημάνουμε ότι γύρω από αυτό το δεδομένο περιστρέφονται τα επιχειρήματα όσων υποστηρίζουν ότι ο νόμος τής αξίας είναι κάτι το «παρωχημένο».

Θέση 4: Ο καπιταλισμός απαντά στις προκλήσεις τις οποίες αντιπροσωπεύουν οι αγώνες και οι συγκρούσεις που διατρέχουν την ιστορία του με τον ίδιο πάντα τρόπο: με την επιτάχυνση τής καταστροφής των «πηγών πλούτου», δηλ. των ανθρωπίνων όντων, που περιέρχονται στην κατάσταση τού εμπορεύματος («εργατική δύναμη»), και τής φύσης, που αντιμετωπίζεται επίσης ως εμπόρευμα. Η «υπέρβαση» τής πρώτης μεγάλης καπιταλιστικής κρίσης που ξέσπασε το 1873 είχε ως αντίτιμο πολέμους και επαναστάσεις που διήρκεσαν μια τριαντακονταετία (1914-1945). Με τη χρηματοπιστωτική κατάρρευση τού 2008, η δεύτερη μεγάλη κρίση τού καπιταλισμού, που ξεκίνησε το 1971, πέρασε πλέον στη δεύτερη, χαοτική φάση της, η οποία εγκυμονεί φρικτούς κινδύνους και καταστροφές που απειλούν ολόκληρη την ανθρωπότητα. Σαν κοινωνικό σύστημα, ο καπιταλισμός έχει φάει τα ψωμιά του (πβ. Au-delà du capitalisme sénile).

Είναι «ξεπερασμένος» ο νόμος τής αξίας;

Βεβαίως, η εστίαση στον παράγοντα-αξία ως κεντρικού άξονα τής κριτικής ανάλυσης τής καπιταλιστικής οικονομίας συναντά επιπλέον προβλήματα πέραν αυτών που σχετίζονται με τη συσκότιση τής λειτουργίας της στο πλαίσιο τής πραγματικής διαδικασίας μετασχηματισμού των αξιών σε τιμές. Οι σχετικές αναλύσεις τού Μαρξ προσφέρονται ως τροφή για περαιτέρω σκέψη και προβληματισμό, τουλάχιστον στους μαρξιστές που έχουν πάψει να ασχολούνται με το σπορ τής εγχειριδιακής μαρξολογίας. Πιο συγκεκριμένα, τα ανοικτά ζητήματα αφορούν: (α) τον τρόπο αντιμετώπισης μορφών συγκεκριμένης εργασίας με διαφορετικά επίπεδα εξειδίκευσης και την υπαγωγή τους στην έννοια τής αφηρημένης εργασίας· (β) το πρόβλημα τού χρόνου που απαιτείται για την παραγωγή, την κυκλοφορία και τήν πραγματοποίηση τής υπεραξίας και το συναφές πρόβλημα τής σχέσης ανάμεσα στη ζωντανή και τη νεκρή («μεταβιβασθείσα») εργασία· (γ) τον προσδιορισμό των αξιών χρήσης· (δ) το πρόβλημα τής διαχείρισης των φυσικών πόρων, είτε αυτοί έχουν γίνει αντικείμενο ιδιωτικής ιδιοποίησης είτε όχι· (ε) την ανάγκη ενός κατάλληλου ορισμού που θα καθιστά σαφή την έννοια τής «κοινωνικής εργασίας» στο πλαίσιο τού καπιταλισμού, προκειμένου να αναλυθεί η σχέση της με άλλες μορφές εργασίας· και, τέλος, (στ) τον εντοπισμό και ανάδειξη των μορφών απορρόφησης τής υπεραξίας στο πλαίσιο τής λειτουργίας τού τομέα ΙΙΙ.

Οι εξελίξεις που γνώρισε ο καπιταλισμός από την εποχή τού Μαρξ έως και σήμερα, καθώς και οι τεράστιοι μετασχηματισμοί που επέφερε στον κόσμο, δεν μπορεί να αφήνουν αδιάφορους τους σύγχρονους θεωρητικούς τού μαρξισμού. Μια προσέγγιση που φιλοδοξεί να λέγεται «κριτική» και η οποία επιθυμεί πραγματικά να εμβαθύνει τη μαρξιστική ανάλυση τού καπιταλισμού δεν μπορεί να θεωρεί δεσμευτικές τις απαντήσεις που έδωσε ο Μαρξ σε αυτά τα ακανθώδη ζητήματα. Ορισμένοι μαρξιστές, μεταξύ των οποίων και εγώ, προσπαθούμε να ανταποκριθούμε στην πρόκληση αυτή (για περισσότερα, παραπέμπω στο βιβλίο μου με τίτλο Du Capitalisme à la civilisation, κυρίως σελ. 84-95, όπου παρουσιάζονται συνοπτικά οι ανά καιρούς παρεμβάσεις μου στις σχετικές συζητήσεις, καθώς και οι θέσεις που πρότεινα επ’ αυτών των ανοικτών ζητημάτων). Το κλίμα τής εποχής μας δεν ευνοεί ιδιαίτερα τις προσπάθειες εμπλουτισμού τού μαρξισμού, ο οποίος δεν πρέπει να γνωρίζει όρια, κατά το μέτρο, ακριβώς, που συνιστά ουσιαστική κριτική τού υπαρκτού καπιταλιστικού κόσμου. Αντί γι’ αυτό, φαίνεται να επικρατεί η τάση ολοκληρωτικής απόρριψης και/ή η προβολή τής υποτιθέμενης ανάγκης «ριζικής επαναθεμελίωσης» τού μαρξισμού. Έκοντες άκοντες, καταλήγουμε έτσι δέσμιοι τής αγοραίας, άκριτης σκέψης. Ας μου επιτραπεί εδώ να αναφέρω ως σχετικό παράδειγμα την κριτική στην οποία υπέβαλα την τάση ταύτισης τής «ανάπτυξης» με την αύξηση τού ΑΕΠ (Du Capitalisme à la civilisation, κεφ.ΙΙΙ, σελ. 98 και επ.) και, σε αντίστιξη, την προτεινόμενη εξομοίωση τής προόδου με την χειραφέτηση (Modernité, Religion et Démocratie, εισαγ. κεφ.), δύο θεωρητικές θέσεις που, κατά τη γνώμη μου, πηγαίνουν ενάντια στο ρεύμα των καιρών.

Σήμερα είναι τής μόδας να λέγεται ότι ο νόμος τής αξίας είναι «ξεπερασμένος», ότι ο νόμος αυτός ανταποκρινόταν στο μεταποιητικό-βιομηχανικό στάδιο τού καπιταλισμού που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί λόγω τής εμφάνισης τού σύγχρονου «γνωσιακού καπιταλισμού». Κατ’ αυτόν τον τρόπο παραβλέπεται το γεγονός ότι, τόσο στο παρελθόν όσο και σήμερα, ο καπιταλισμός είναι εκ φύσεως σύστημα το οποίο βασίζεται σε κοινωνικές σχέσεις που ευνοούν και εξασφαλίζουν την κυριαρχία τού κεφαλαίου και την εκμετάλλευση τής εργασίας που υπάγεται σε αυτό. Δεν υπάρχει «άλλος» καπιταλισμός. Η επινόηση τής έννοιας τού «γνωσιακού καπιταλισμού» οφείλεται στην άκριτη υιοθέτηση των μεθόδων τής χυδαίας οικονομολογίας που επιδιώκει να καθορίσει το «μέτρο» τής ειδικής παραγωγικότητας κάθε «συντελεστή παραγωγής» (εργασία, κεφάλαιο, φύση). «Ανακαλύφθηκε» λοιπόν ότι η καταγεγραμμένη «αύξηση» των εν λόγω παραγοντικών παραγωγικοτήτων αντιστοιχεί σε ποσοστό μεταξύ 50% και 70% τής όλης οικονομικής «προόδου» (τ.έ. τής «ανάπτυξης»). Η παρατηρούμενη διαφορά αποδίδεται στους παράγοντες τής επιστήμης και τής τεχνολογίας, που θεωρούνται ότι συνιστούν από κοινού έναν τέταρτο, ιδιαίτερο «συντελεστή παραγωγής». Ορισμένοι μάλιστα ισχυρίζονται ότι πρόκειται για την εκ νέου ανακάλυψη τού παράγοντα τής «γενικής διάνοιας», η σπουδαιότητα τού οποίου είχε επισημανθεί από τον ίδιο τον Μαρξ στο πλαίσιο τού ορισμού τής παραγωγικότητας τής κοινωνικής εργασίας. Ωστόσο, δεν υπάρχει τίποτα το ιδιαίτερο νέο στην προσέγγιση αυτή, καθώς σε όλα τα στάδια τής ανθρώπινης ιστορίας η εργασία ήταν — και παραμένει — άρρηκτα συνδεδεμένη με τις κάθε φορά τρέχουσες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις (πβ. Du Capitalisme à la civilisation, Παράρτ. 2, σελ. 113-123). Η μεθοδολογία που ακολουθείται από τη συμβατική οικονομική θεωρία διαχωρίζει τεχνητά και αυθαίρετα την εργασία (καθώς και τα εργαλεία που αυτή μεταχειρίζεται στο σύνηθες πλαίσιο τής χρησιμοποίησής της) από τις απαραίτητες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις, χωρίς τις οποίες είναι αδιανόητη η ίδια η έννοιά της (αυτόθι σελ. 77-84). Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει παρά μία μόνο παραγωγικότητα, αυτή τής κονωνικής εργασίας που χρησιμοποιεί τα κατάλληλα εργαλεία σε ένα δεδομένο φυσικό περιβάλλον και στη βάση συγκεκριμένων τεχνικών και επιστημονικών γνώσεων που συγκροτούν ένα ενιαίο και αδιαίρετο όλο. Ο Μαρξ συνθέτει ό,τι αποσυντίθεται στις ψευδοέννοιες τής χυδαίας οικονομολογίας, αναδεικνύοντας τη θεμελιώδη σημασία τής έννοιας τής αξίας, η οποία, με τη σειρά της, γίνεται εργαλείο αποτελεσματικής κριτικής τής καπιταλιστικής πραγματικότητας. Ο «γνωσιακός καπιταλισμός» είναι σχήμα οξύμωρο: μπορεί κανείς να κάνει λόγο για «γνωσιακή οικονομία», μόνο όταν θα έχουν εγκαθιδρυθεί κοινωνικές σχέσεις διαφορετικές από εκείνες στις οποίες στηρίχτηκε μέχρι σήμερα ο καπιταλισμός. Κόντρα στις σειρήνες των καιρών μας, επιχείρησα να κατανοήσω τις μεταβολές στις μορφές εκδήλωσης τού νόμου τής αξίας που οφείλονται στους μετασχηματισμούς τού σύγχρονου καπιταλισμού.

Στο βιβλίο μου Critique de l’air du temps (κεφ. V, σελ.66-80), έκανα την υπόθεση, εν είδει νοητικού πειράματος, ότι ο «καπιταλισμός» είχε ήδη πλήρως αναπτύξει τη δυναμική που προσδιορίζεται από την τάση μείωσης τής ποσότητας εργασίας που χρησιμοποιείται στην παραγωγή υλικών αγαθών (ήτοι υλικός εξοπλισμός, μεταποιημένα προϊόντα και διατροφικά αγαθά) μέσω τής γενίκευσης τής αυτοματοποίησης τής παραγωγής. Υπέθεσα, λοιπόν, ότι οι παραγωγικοί τομείς θα απασχολούσαν πλέον ελάχιστο τμήμα τού διαθέσιμου εργατικού δυναμικού — εκ τού οποίου ένα ποσοστό θα απασχολείτο στην παραγωγή επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης (software), που θα ήταν αναγκαία για την παραγωγή υλικών αγαθών, ενώ ένα άλλο ποσοστό θα απασχολείτο στις υπηρεσίες κατανάλωσης. Κάτω από αυτές τις (υποθετικές) συνθήκες, οι σχέσεις κυριαρχίας τού κεφαλαίου θα εκφράζονται με την άνιση κατανομή τού παγκοσμίου εισοδήματος, με αποτέλεσμα η έννοια τής «αξίας» να αποκτά νόημα, μόνο εφόσον ληφθεί υπόψη η παγκόσμια διάσταση τού συστήματος. Η έννοια τής «αξίας» θα εξακολουθεί να υφίσταται εξαιτίας τής συνεχιζόμενης οικονομικής αλλοτρίωσης, καθώς η κοινωνία θα παραμένει εγκλωβισμένη στο σχήμα τής γενικής σπανιότητας των πόρων. Θα μπορούσε ένα τέτοιο σύστημα να αποκαλείται «καπιταλισμός»; Κατά πάσα πιθανότητα όχι, διότι θα επρόκειτο για ένα «νεο-δοσιματικό» (néo-tributaire) πολιτικό σύστημα που, σε συνδυασμό με τις ιδεολογικές πρακτικές νομιμοποίησής του, θα στηρίζεται στη συστηματική άσκηση πολιτικής βίας με σκοπό τη διαιώνιση τής ανισότητας. Δυστυχώς, το σενάριο αυτό δεν ανήκει στην επιστημονική φαντασία. Ένα παγκόσμιο σύστημα αυτού τού τύπου βρίσκεται ήδη υπό κατασκευή. Για την περιγραφή του χρησιμοποίησα τον όρο «απαρτχάιντ σε παγκόσμια κλίμακα». Προς αυτή την κατεύθυνση τείνει η λογική των δυνάμεων που δημιουργούν τους όρους για την αναπαραγωγή τού καπιταλισμού. Με άλλα λόγια, προς την κατεύθυνση τής δημιουργίας ενός «άλλου εφικτού κόσμου» που θα ξεπερνά σε βαρβαρότητα όλες, ακόμα και τις πιο απάνθρωπες, ταξικές κοινωνίες που γνώρισε ποτέ η ιστορία.


[1] [Δηλαδή, ισοδύναμα είναι τα δύο μοντέλα, εκφρασμένα είτε σε αξίες, είτε σε τιμές παραγωγής.]
[2] [Στην αγγλική μετάφραση, αναφέρεται εσφαλμένα ότι λ και γ >1.]
[3] [μέσα παραγωγής, κεφαλαιουχικά αγαθά]
[4] [Στην αγγλική μετάφραση, αναφέρεται εσφαλμένα: «μέσω τού συνδυασμού λ και 1e [αντί για γ]», βλ. κατωτέρω, παράρτημα «Καθορισμός των τιμών μονάδας».]
[5] [Στήλη «εξοπλισμός» 20e/30e και 10e/30e και στήλες «αναγκαία εργασία‒υπερεργασία» 80h/120h και 40h/120h.
[6] [μονάδων καταναλωτικών αγαθών]
[7] [Βλ. παράρτημα]
[8] [Τελευταία γραμμή τού πίνακα: 180F-(60F+60F)=60F· Προϊόν-(Εξοπλισμός+Μισθοί)=Υπεραξία]
[9] [Να σημειωθεί ότι, για τη σύνταξη τού δεύτερου πίνακα στη σελίδα 21 τής αγγλικής μετάφρασης, χρησιμοποιήθηκε η παραδοχή ότι, κατά τη φάση 2, οι τιμές των προϊόντων είναι μειωμένες κατά το ήμισυ (ενώ τα ωρομίσθια διπλασιάζονται, όπως συμβαίνει και εδώ). Για παράδειγμα, αντί για 120e x 2 = 240F, έχουμε 120e x 1 = 120F και, αντί για 120c x 1 = 120F, 120c x 0.5 = 60F.]
[10] Δεχόμαστε πάντα ότι τα επίπεδα παραγωγικής ικανότητας εκφράζονται σε αξίες.
[11] [Αυτή είναι η έννοια τής εντατικής συσσώρευσης, βλ. κατωτέρω.]
[12] [Στην αγγλική μετάφραση, παρεμβάλλεται η φράση: «ο πρώτος όρος τής εξίσωσης [1e] εκφράζει την αξία τού χρησιμοποιούμενου σταθερού κεφαλαίου Ε, αναγόμενου σε μια υλική μονάδα εξοπλισμού, όπου e η αξία κάθε μονάδας εξοπλισμού (e1 ≠ e2 ≠ e3 κ.ο.κ.)». Παρόμοιο σκεπτικό και για το c (αξία μονάδας καταναλωτικών αγαθών· βλ. κατωτέρω). Επίσης, στη θέση των παραμέτρων λ & γ χρησιμοποιούνται, με την ίδια έννοια, οι παράμετροι δ & ρ. Τέλος, χρησιμοποιείται μια επιπλέον παράμετρος [h: ah, bh, aδh, bρh κ.ο.κ.], που «μετράει το προϊόν μιας ώρας εργασίας εκφρασμένο σε αξία [και που] δεν πρέπει να συγχέεται με το ωρομίσθιο».]
[13] [Λύνουμε ως προς e (π.χ. e=a/(1-p)) και αντικαθιστούμε στη δεύτερη εξίσωση κ.ο.κ.]
[14] [Εναλλακτική ισοδύναμη διατύπωση στην αγγλική μετάφραση: «η συνολική υπεραξία που παράγεται στους δύο τομείς κατά τη διάρκεια μιας φάσης καθιστά δυνατή, [στη διάρκεια τής ίδιας φάσης], την αγορά τού συνόλου τής παραγωγής τού τομέα Ι».]
[15] [Με μισθό s [<1], 1-s υπεραξία, ποσοστό υπεραξίας t=(1-s)/s, για οργανικές συνθέσεις βλ. Imperialism and unequal development σελ.245.]
[16] [Εδώ υπάρχει λάθος στη γαλλική έκδοση, όπου αναφέρεται εσφαλμένα Ι αντί για ΙΙ.]
[17] [Με έντονους χαρακτήρες δηλώνονται τα λάθη στο αγγλικό κείμενο. Έλεγξα τις περιπτώσεις 3 και 4 (μέχρι και τους «ονομαστικούς μισθούς»).]
[18] Για τη συζήτηση σχετικά με τις «αγορές», βλ. Λένιν, Ο Οικονομικός Ρομαντισμός [«Χαρακτηρισμός του οικονομικού ρομαντισμού. Ο Σισμοντί και οι οπαδοί του στη χώρα μας» (1897)], επίσης Ρόζα Λούξεμπουργκ, Η συσσώρευση τού Κεφαλαίου (όπου εξετάζεται διεξοδικά η βιβλιογραφία τής εποχής) και Τουγκάν-Μπαρανόφσκι, Οι βιομηχανικές κρίσεις στην σύγχρονη Αγγλία (1η γερμανική έκδοση: 1901). Για την παρέμβασή μου στη συζήτηση αυτή, βλ. Le Développement inégal [«Άνιση Ανάπτυξη»] σελ. 146 και επ.
[19] [25h:αναγκαία εργασία, 75h: υπερεργασία, 150e: προϊόν κ.ο.κ. Στην αγγλική μετάφραση, η στήλη «υπερεργασία» τού πίνακα τής σελ. 24 περιλαμβάνει εσφαλμένα και τις ώρες αναγκαίας εργασίας.]
[20] [Φάση 2, τελευταία σειρά, «Σύνολο»].
[21] [Φάση 2, Τομέας ΙΙ: 10e+20h]
[22] [Φάση 2, Τομέας Ι].
[23] [Φάση 3, 137,5h+12,5h=150h]
[24] E. H. Chamberlin, The Theory of Monopolist Competition, Βοστώνη 1931, Joan Robinson, Imperfect Competition, Λονδίνο 1935· Baran et Sweezy, Le Capitalisme monopolistique, Maspero 1968.
[25] P. Baran, L’Économie politique de la croissance, Maspero 1964· H. Magdoff, L’âge de l’impérialisme, Maspero 1970.
[26] [Για την ενότητα που ακολουθεί, χρησιμοποίησα την ελληνική μετάφραση των αποσπασμάτων στο «Νόμος τής Αξίας και ο ιστορικός υλισμός». (σελ. 37 και επ., 110 και επ.]
[27] [Στην αγγλική μετάφραση, δίνονται λανθασμένες τιμές για v΄1 και v΄2]
[28] [Από τις εξισώσεις, έχουμε 0.62p_{1}{}^{2}-0.48p_{2}{}^{2}-0.06p_{1}p_{2}=0,
με λύσεις p_{2}=-\frac{(\sqrt{2985}+3)\cdot p_{1}}{48}, p_{2}=-\frac{(\sqrt{2985}-3)\cdot p_{1}}{48}.
Στη συνέχεια λύνουμε ως προς p_{1}/p_{2}=0,9295=0,93]
[29] [Στη δεύτερη φάση, διπλασιάζονται οι συντελεστές των εξισώσεων: για παράδειγμα, όπου 0,2p1, έχουμε 0,4p1 κ.ο.κ. Να σημειωθεί επίσης ότι στην απλοποιημένη μορφή τού συστήματος, όπως προκύπτει μετά την αντικατάσταση των όρων w (w = 0.2p1 + 0.2p2), έχουμε p΄1 = 2p1 κ.ο.κ., με συνέπεια να διαιρούνται με το 2 οι συντελεστές των εξισώσεων.]
[30] [βλ. σημείωση 29]
[31] [ 0.56\cdot p_{1}{{}^2}-0.44\cdot p_{2}{{}^2}-0.08\cdot p_{1}\cdot p_{2}=0,
λύση: 0,96, όχι 0.98[;] (check again).]
[32] [Για την εκλογή «νομίσματος», δες «Νόμος τής Αξίας και Ιστορικός Υλισμός», σελ. 101 και επ.]
[33] [Το απόσπασμα σε αγκύλες υπάρχει μόνο στην αγγλική έκδοση και στην πρώτη έκδοση τού «Νόμου τής Αξίας» (πβ. κατωτέρω «Κριτήριο και νόμιμο χρήμα» [f (p1p2) = 1]).]
[34] [Πβ. πίνακα σελ. 23, όπου, για παράδειγμα, 0, 3p1 + 0, 5p2 = 0, 84.]
[35] [Εδώ παραλείπεται τμήμα τής επιχειρηματολογίας («περιβάλλουσες μη τεμνόμενες καμπύλες»), πβ. «Νόμος τής Αξίας και Ιστορικός Υλισμός», σελ. 115.]
[36] [σύγκριση κατά μήκος τού άξονα των τετμημένων w]
[37] [«ισότητα τιμών-αξιών» ή «ισότητα κερδών-υπεραξίας», πβ. «Νόμος τής Αξίας και Ιστορικός Υλισμός», σελ.103-05: «Η εκλογή νομίσματος δεν έχει λοιπόν σημασία σ’ ότι αφορά το πρόβλημα τού μετασχηματισμού … Αλλά αν η εκλογή τού νομίσματος μπορεί να είναι αυθαίρετη στην οικονομική θεωρία, δε συμβαίνει το ίδιο στο πεδίο τού ιστορικού υλισμού. Οι τιμές δεν σχηματίζονται ως σχετικές τιμές, αλλά ως απόλυτες τιμές που εκφράζονται σε νομισματικές μονάδες. Το χρήμα είναι βασική κατηγορία τής εμπορευματικής ανταλλαγής … »· και σελ. 49-50: «Στην εποχή τού Μαρξ, όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις ανταγωνισμού μεταξύ των κεντρικών κεφαλαιοκρατικών σχηματισμών, ο κανόνας χρυσού (διπλή, εσωτερική και εξωτερική μετατρεψιμότητα) αποτελούσε τον κανόνα τού παιχνιδιού. Οι ροές τού κίτρινου μετάλλου επιδρούσαν στη διαφοροποίηση των επιτοκίων. Η πρακτική τής νομισματικής πολιτικής, δηλ. ο χειρισμός των επιτοκίων, αποτελούσε ένα μέσο παρέμβασης όσον αφορά τον προσανατολισμό των σχέσεων ανάμεσα στους εθνικούς σχηματισμούς … [Ωστόσο,] μια “οικονομική” θεωρία των διεθνών σχέσεων είναι αδύνατη.»]
[38] [το σραφιανό μοντέλο]
[39] Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να βρει καλύτερο παράδειγμα από το βιβλίο τού Μίσιο Μορισίμα με τίτλο Marx’s Economics (Cambridge UP, 1973).
[40] [«ο καθορισμός της αξίας της εργατικής δύναμης περιέχει ένα ιστορικό και ηθικό στοιχείο», Κεφάλαιο τόμ. ΙΙΙ]
[41] [Ενδεικτικά: «την αξία των μέσων συντήρησης που είναι αναγκαία για τη συντήρηση του κατόχου της», Κεφάλαιο Ι]
[42] [«ανάγκη αύξησης των μισθών παράλληλα με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων»].

 
3 Σχόλια

Posted by στο 29/07/2015 in Κράτος, Οικονομία

 

Δόξα στο φωτεινό κουράγιο του ελληνικού λαού!—Samir Amin

Ο ελληνικός λαός δίνει το παράδειγμα στην Ευρώπη και τον κόσμο

Με σθένος και διαύγεια, ο ελληνικός λαός απέρριψε το απεχθές τελεσίγραφο της διεθνούς και ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής δεσποτείας. Κατάφερε μια πρώτη νίκη επιβεβαιώνοντας ότι η δημοκρατία δεν υφίσταται παρά μόνο εάν μπορεί να τεθεί στην υπηρεσία της κοινωνικής προόδου. Ο ελληνικός λαός ξεσκέπασε τη «δημοκρατική» φάρσα που αποδέχεται την υποταγή στη χειροτέρευση των κοινωνικών συνθηκών την οποία απαιτεί η χρηματοπιστωτική δικτατορία.

Ντροπή στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις

Ντροπή σε όλους όσοι αποδέχτηκαν ότι η «τρόικα» εκπροσωπεί τους ευρωπαϊκούς λαούς. Ντροπή στις κυβερνήσεις οι οποίες τοποθέτησαν στην προεδρία της Ευρώπης «τους» έναν Λουξεμβουργιανό κρατικό υπάλληλο που υπηρετεί έναν φορολογικό παράδεισο. Ντροπή στις κυβερνήσεις οι οποίες διόρισαν επικεφαλής της «κεντρικής τράπεζάς» τους ένα άτομο που έκανε καριέρα στην Goldman & Sachs, την τράπεζα που είναι ανακατεμένη σε όλες τις χρηματοπιστωτικές αχρειότητες του αιώνα. Ντροπή στις κυβερνήσεις οι οποίες έθεσαν επικεφαλής του ΔΝΤ μια «καλή μαθήτρια» που είναι ανίκανη να κατανοήσει οτιδήποτε άλλο πέρα από αυτό που της έχουν διδάξει. Δεν πρόκειται για πολιτικούς άνδρες και γυναίκες, οιασδήποτε παράταξης, αλλά για κατάπτυστα άτομα.

Η ηρωική Ελλάδα απελευθερώθηκε δίχως καμιά βοήθεια, μόνη της, από τους Ιταλούς φασίστες και τους Γερμανούς ναζί. Ντροπή στην κυρία Μέρκελ, της οποίας η κυβέρνηση παριστάνει να αγνοεί ότι ο ελληνικός λαός δικαιούται αποζημιώσεων.

Ο αγώνας συνεχίζεται. Η Ευρώπη των δισεκατομμυριούχων αεριτζήδων δεν σκοπεύει να παραιτηθεί από το στόχο της: Να σφαγιάσει τον ελληνικό λαό.

Οι ευρωπαϊκοί λαοί οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Με τους Podemos, ο ισπανικός λαός έδωσε άλλο ένα σινιάλο αφύπνισης. Τώρα εναπόκειται στους Γάλλους, τους Γερμανούς, τους Βρετανούς και τους υπόλοιπους λαούς της ευρωπαϊκής ηπείρου να κατανοήσουν ότι ο αγώνας του ελληνικού λαού είναι δικός τους!

(link)

 
2 Σχόλια

Posted by στο 06/07/2015 in Uncategorized

 

Επιτάφιος χωρίς Ανάσταση ΙΙ (Ούτε κομμουνιστικό, ούτε κόμμα: «διαλεκτική» άρνηση)

Τις «εγκλήσεις» για αντι-κομμουνισμό και τα μυξοκλαψουρίσματα περί «ιστορικού» κόμματος αλλού, εκεί που πιάνουν. «Οπαδός» τού «κόμματος» και μπλόγκερ, ο «sfyrodrepanos», τον περασμένο Γενάρη «αναρωτιόταν» ρητορικά γιατί το «κόμμα» να διατηρεί ακόμη σχέσεις με το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας [85 εκ. μέλη] και το Κομμουνιστικό Κόμμα Βιετνάμ. Η Μπέλου (κατά πάσα πιθανότητα) στο 902 κατήγγελνε το ΚΚ Γαλλίας γιατί ψήφισε τις «πολεμικές πιστώσεις» πριν από το Β ΠΠ (π.β. Μπορντίγκα για την Γ Διεθνή). Ο Βαγενάς δήλωνε ότι το ΚΚ Ουκρανίας έδωσε γέφυρα στον φασισμό.[1] Αν τέτοιες «απόψεις», που εκπορεύονται από υποτίθεται «κομμουνιστικό» κόμμα, δεν είναι καραμπινάτος αντικομμουνισμός, δεν ξέρω τι είναι. Εγώ έχω διαμόρφωσει «γνώμη»: Δεν είστε μόνο ηλίθιοι, είστε ηλίθιοι εγκληματίες.

[1] Άλλωστε, ο Βαγενάς δεν ήταν ο «κομμουνιστής» που αρνήθηκε στους ανατολικοουκρανούς το δικαίωμά τους στην ιστορική τους μνήμη;


ΥΓ Το δημοψήφισμα δεν είναι «ανευ αντικειμένου». Η πρόταση των «θεσμών» είναι και παραμένει επίσημη πρότασή τους, δημοσιευμένη στην εφημερίδα τής Κοινότητας. Το «όχι» αφορά και τις αντιπροτάσεις τής ελληνικής κυβέρνησης, καθ’ όσον αποτελούν παραλλαγές στο ίδιο θέμα. Σε αντίθεση με εσάς, αυτό το καταλαβαίνουν πολύ καλά οι «θεσμοί», εξού και η επανερμηνεία τού ερωτήματος.

 
1 σχόλιο

Posted by στο 01/07/2015 in Uncategorized

 

Επιτάφιος χωρίς Ανάσταση

[1941] Απαντώντας στο αίτημα τής συνδικαλιστικής ομοσπονδίας CGT των εργαζομένων τού κλάδου τής χημικής βιομηχανίας να τεκμηριώσει τις κατηγορίες του σε βάρος τής εργοδοσίας [όσον αφορά τη συνεργασία με τον κατακτητή], ένας εργαζόμενος στο εργοστάσιο τής Air Liquide στο Νανσί περιγράφει την «πολύ σκληρή περίοδο» τής κατοχής ως εξής: «Λυπάμαι που δεν μπορώ να σου δώσω αριθμούς, αλλά εκείνο που μπορώ να πω είναι ότι τις περισσότερες φορές δουλεύαμε χωρίς ανάσα για 52 και όχι για 48 ώρες[*] και ότι παρά τους περιορισμούς στο ηλεκτρικό ρεύμα λειτουργούσαν στην περιοχή μας πολλά μεταλλουργικά εργοστάσια υπό τη διεύθυνση των γερμανών. Όπως λοιπόν καταλαβαίνεις, εκείνο που προείχε ήταν η “απόδοση”».[84] Για το σκοπό μάλιστα αυτό [αύξηση τής παραγωγής], η εργοδοσία χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες τού φασισμού, τον οποίο φρόντισε, με ποικίλες μεθόδους (συμπεριλαμβανομένης και τής επιβολής καθεστώτος χαφιεδισμού), να εγκαταστήσει στους εργασιακούς χώρους — πριν ή και μετά από το 1936 — για τη διεξαγωγή τού ιδεολογικού αγώνα με «εργατικό» λεξιλόγιο. Στις 11 Νοεμβρίου τού 1941 κυκλοφορούσαν στο εργοστάσιο τής «Ρενό» στο Μπιγιανκούρ «δύο νέα φυλλάδια κομμουνιστικής προπαγάνδας» που καλούσαν τους εργαζόμενους τού εργοστασίου «σε διαδήλωση» και τα οποία έφεραν τον τίτλο «“Μεταλλουργοί, ο Ζαν Τιμπό δολοφονήθηκε—Εθνική Επιτροπή Αγώνα για την Ανεξαρτησία τής Γαλλίας”[85][…] Το τμήμα τού [χιτλεροτροτσκιστικού] PPF [που δραστηριοποιούνταν] στα εργοστάσια τής Ρενό εξέδωσε [με τη σειρά του] φυλλάδιο σε 10.000 αντίτυπα με τίτλο “Έκκληση των εργατών τού PPF στη Ρενό προς τους συντρόφους μεταλλουργούς”, με το οποίο καλούσε τους εργάτες να μην διαδηλώσουν στις 11 Νοεμβρίου [… και το οποίο] διανεμήθηκε την ίδια μέρα στους χώρους τού εργοστασίου τής εταιρείας». Το εν λόγω φυλλάδιο αναδεικνύει τον πολύμορφο χαρακτήρα των δράσεων τής εργοδοσίας για την αύξηση τής απόδοσης και την αποτροπή δολιοφθορών:

«Σύντροφοι, μια αυτοαποκαλούμενηΕθνική Επιτροπή” — άλλη μια μάσκα πίσω από την οποία κρύβονται οι πράκτορες τής Μόσχας και τής καπιταλιστικής Αγγλίας στη Γαλλία — σας καλεί σε διαδήλωση στις 11 Νοεμβρίου. Το κόμμα τού πράκτορα Ντικλό[**] και τού λιποτάκτη Τορέζ θέλει να κάνει τους εργάτες να πιστέψουν ότι με αυτόν τον τρόπο θα τιμήσουν τη μνήμη των πατριωτών, τους οποίους οι ίδιοι έστειλαν στον θάνατο. Έτσι όμως κάνουν οι δολοφόνοι. Εργάτες τής Ρενό, μην γίνετε θύματα και κορόιδα τού κομμουνιστικού μακιαβελισμού. Η διαδήλωση σημαίνει ανεργία! Αν διαδηλώσετε, το εργοστάσιο θα κινδυνεύσει να χάσει τις παραγγελίες, χωρίς όμως να καθυστερήσει ούτε λεπτό η νίκη σε βάρος τού μπολσεβικισμού. Αν διαδηλώσετε για το χατίρι τής Μόσχας, θα καθυστερήσετε την επιστροφή των αιχμαλώτων πολέμου που υπολογίζουν στη σύνεσή σας για να απελευθερωθούν. Σύντροφοι, σκεφτείτε σαν γάλλοι και μην ακούτε τους ρώσους και τους άγγλους» κ.λπ.[86]

A Lacroix-Riz, Industriels et Banquiers sous l’occupation (σελ. 587-88)


[84] Επιστολή Ντανιέλ Νικολά, 10 Δεκεμβρίου 1945.
[85] Ζαν-Πιερ Τιμπό, γραμματέας ομοσπονδίας μετάλλου CGT(U), ένας από τους ομήρους στο Σατομπριάν, που παραδόθηκαν από τον Πισέ στους γερμανούς και οι οποίοι εκτελέστηκαν στις 22 Οκτωβρίου 1941 [μεταξύ των εκτελεσθέντων και ο δεκαεπτάχρονος Γκι Μοκέ].
[86] Αστυνομικοί φάκελοι, όπου και το φυλλάδιο τού PPF. Οι υπογραμμίσεις/εμφάσεις στο πρωτότυπο.


[*] Κατώτατο εβδομαδιαίο ωράριο (48-60 ώρες).
[**] Επικεφαλής τού παρανόμου ΚΚΓ.

 
2 Σχόλια

Posted by στο 01/07/2015 in Uncategorized

 

Ετικέτες:

Cantare la voce

«Δεν επιτρέπουμε να αθροιστεί το δικό μας «όχι» με κανένα άλλο «όχι», είπε η Αλίκη ρίχνοντας το ψηφοδέλτιο τού «Όχι» στο καπέλο τού τρελο-καπελά. Ο μαρτιάτικος λαγός παίρνει τα ψηφοδέλτια από το καπέλο και αρχίζει να μετρά τα «Όχι»: «Τρία αθροίσιμα «Όχι» και 2 μη αθροίσιμα «Όχι» μάς κάνουν … 6μμ ώρα Ουλάν-Μπατόρ».

 
3 Σχόλια

Posted by στο 28/06/2015 in Έωλα

 

Ala.Ni

Read the rest of this entry »

 
1 σχόλιο

Posted by στο 19/06/2015 in Μουσική

 

Ένα σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο για την Κίνα; — T.Andréani & R.Herrera

«Τα έξι κινεζικά μονοπώλια», Νι Ζαν—1345 (ή «Χαιρέτα μας τον πλάτανο και Σοσιαλισμό καρτέρει»)

Ένα σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο για την Κίνα; — Tony Andréani & Rémy Herrera [pdf]

Κριτικές παρατηρήσεις στο βιβλίο των Μ. Αλιετά & Γκούο Μπάι «Ο Κινέζικος Δρόμος: Καπιταλισμός και Αυτοκρατορία»

Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζονται με λεπτομερή και εμπεριστατωμένο τρόπο μια σειρά από πρωτότυπες θέσεις για την Κίνα — πρωτότυπες σε σχέση πάντα με την περιρρέουσα συναινετική άποψη που αναπαράγεται στα ΜΜΕ και σύμφωνα με την οποία το κινεζικό σύστημα αποτελεί ένα ασυνήθιστο κράμα που συνδυάζει την «κομμουνιστική» μονοκομματική δικτατορία με τις υπερβολές ενός αποχαλινωμένου καπιταλισμού. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, το σύστημα τής Κίνας υποτίθεται ότι είναι ένας «ιδιότυπος καπιταλισμός», η «ρύθμιση» τού οποίου βρίσκεται στα χέρια μιας γραφειοκρατικής τάξης που αναζητεί τρόπους ελέγχου των ιδιωτικών καπιταλιστικών συμφερόντων και τη διατήρηση τής κοινωνικής συναίνεσης, με απώτερο όμως σκοπό την εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων μέσω τής διασφάλισης τής νομιμοποίησης τής εξουσίας που η ίδια ασκεί. Ακόμα πιο πρωτότυπη είναι η άποψή τους ότι, σε σχέση με το δυτικό καπιταλισμό, το κινεζικό σύστημα παρουσιάζει μεγαλύτερο δυναμικό τόσο με γνώμονα την αύξηση τού «πραγματικού πλούτου» — μια έννοια που δεν πρέπει να συγχέεται με την αύξηση τού ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, καθόσον η αειφόρος ανάπτυξη προϋποθέτει μέριμνα για τη διατήρηση των φυσικών πόρων και τη ζωή των μελλοντικών γενεών — όσο και με γνώμονα τη βελτίωση τής κοινωνικής ευημερίας, πράγμα που είναι θέμα πολιτικών επιλογών. Από αυτή την άποψη, το κινεζικό σύστημα φαίνεται μάλιστα ότι είναι ανώτερο από τις φιλελεύθερες δημοκρατίες όσον αφορά την ικανότητα σχεδιασμού για το μέλλον, την «ηθική» του (που είναι «κομφουκιανής» έμπνευσης), όπως επίσης και όσον αφορά τη βούληση προώθησης μορφών συμμετοχικής δημοκρατίας ως αντιστάθμισμα τής απολυταρχικής κρατικής εξουσίας. Η γενική αίσθηση που αποκομίζει κανείς είναι ότι εν τέλει τα θετικά στοιχεία τού συστήματος υπερτερούν των αρνητικών, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα αντιμετωπιστούν οι σημερινές ανισορροπίες μέσω ενός νέου καθεστώτος «ρύθμισης». Για το σκοπό αυτό, όπως θα δούμε, οι συγγραφείς απευθύνουν προς την πολιτική ηγεσία τής χώρας μια σειρά λεπτομερών προτάσεων υπέρ μιας μορφής «σοσιαλδημοκρατικού συμβιβασμού» — και αυτό παρά τη βαθιά κρίση τού κοινωνικού κράτους στις δυτικές χώρες — προσαρμόζοντάς τον στις απαιτήσεις τής παγκοσμιοποίησης και στις σύγχρονες περιβαλλοντολογικές προκλήσεις. Αυτές είναι πολύ συνοπτικά οι θέσεις τού βιβλίου, τις οποίες, στη συνέχεια, θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε κριτικά.

Ένας «ιδιότυπος καπιταλισμός»;

Όπως αναλυτικά περιγράφεται στην εισαγωγή τού βιβλίου, η ερμηνευτική προσέγγιση που υιοθετείται είναι αυτή τής θεωρίας τής «ρύθμισης». Άλλωστε, ο Αλιετά είναι ένας από τους πρωτοπόρους τής θεωρίας αυτής, έχοντας συμβάλει, περισσότερο ίσως από οποιανδήποτε άλλο, στη διαμόρφωσή της. Η βασική ιδέα τής θεωρίας τής «ρύθμισης» μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: από τη στιγμή που εμφανιστεί το φαινόμενο τής «ατομικοποίησης» ως συνέπεια τής χρηματικής ανταλλαγής και συνακολούθως ο διαχωρισμός μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου και η ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, έχουμε πλέον να κάνουμε με «καπιταλιστικά καθεστώτα». Τα εν λόγω «καθεστώτα» διαφέρουν μεταξύ τους μόνο ως προς το είδος των «θεσμών» (κανόνες, «πεποιθήσεις» κ.λ.π.) που «ρυθμίζουν» το διπλό αυτό διαχωρισμό, που επομένως είναι στενά συνδεδεμένος με την αγορά και την αποκλειστική ιδιοκτησία. Οι «καπιταλισμοί» αυτοί απαιτούν τη λειτουργία αγορών με συγκεκριμένη μορφή (—των λεγόμενων «αγορών μελλοντικών δεσμεύσεων» και πιο συγκεκριμένα των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών κινητών αξιών, οι οποίες μάλιστα είναι απαραίτητες για την ορθή κατανομή των παραγωγικών κεφαλαίων με σκοπό τη γέννηση χρήματος από χρήμα). Τέλος, οι διακρατικές σχέσεις καθορίζονται από το «χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο», το οποίο ελέγχει, σε παγκόσμιο επίπεδο, την κατανομή των διαφόρων μορφών κεφαλαίου ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των καθεστώτων «ρύθμισης». [α] Με βάση τις παραδοχές αυτές, το σημερινό κινεζικό σύστημα πρέπει να θεωρηθεί ως μια μορφή καπιταλισμού, σε αντιπαραβολή προς την «σοσιαλιστική περίοδο» τής μαοϊκής εποχής (και τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» των πρώην κομμουνιστικών χωρών). [β1] Εν προκειμένω, αξίζει να αναφερθεί ότι οι συγγραφείς αρνούνται, εμμέσως πλην σαφώς, να λάβουν υπόψη τις απόψεις και αναλύσεις άλλων θεωρητικών τής ίδιας σχολής, που θεωρούν, ομοίως, ότι τα συστήματα τής περιόδου αυτής συνιστούσαν μια μορφή «καπιταλισμού», με τη διαφορά ωστόσο ότι η οικονομία τους ήταν μάλλον μια «κεντρικά σχεδιαζόμενη» και «κατευθυνόμενη» οικονομία, παρά μια κρατική οικονομία τής αγοράς. [β2] Αν και ξεκινώντας από διαφορετικές θεωρητικές αφετηρίες, τείνουμε να συμφωνήσουμε με αυτό το συμπέρασμα, ότι δηλαδή επρόκειτο για μια μορφή «καπιταλισμού χωρίς καπιταλιστές». Ωστόσο, κατά την άποψή μας, το πρόβλημα έγκειται στο ότι, σύμφωνα με τους θεωρητικούς αυτούς, ο «σοσιαλισμός» δεν είναι και δεν μπορεί να είναι τίποτα παραπάνω και τίποτα λιγότερο από αυτό.

Πρέπει να επισημάνουμε, πρώτον, ότι η προσέγγιση των συγγραφέων τού βιβλίου έχει ελάχιστη σχέση με το μαρξισμό και αυτό παρ’ όλο που ο μαρξισμός ήταν, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη τής δεκαετίας τού ’70, μια από τις θεωρητικές πηγές των απόψεων τού Αλιετά. Υπό το πρίσμα τής μαρξιστικής ανάλυσης, ο καπιταλισμός είναι πολύ πιο σύνθετο φαινόμενο από ό,τι διαφαίνεται από την ανάγνωση τού συγκεκριμένου βιβλίου. Πιο συγκεκριμένα, συνεπάγεται έναν ισχυρότερο διαχωρισμό ανάμεσα στους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής και την εργασία. Για τον Μαρξ, η ιδιοκτησία τού κεφαλαίου τείνει να καταστεί συλλογική, με τους ιδιοκτήτες να μην συμμετέχουν πλέον με κανέναν τρόπο στην παραγωγική διαδικασία. Η τάση αυτή εκδηλώνεται πλήρως στον σύγχρονο «χρηματιστικοποιημένο» καπιταλισμό, όπου η επιχειρηματική διοίκηση ανατίθεται σε διευθυντικά στελέχη, ενώ το κέρδος τής επιχείρησης λαμβάνει τη μορφή τής καθαρής «μετοχικής αξίας» — ή αλλιώς τής «αξίας που δημιουργείται προς όφελος τού μετόχου», η οποία μάλιστα ορίζεται ως η διαφορά μεταξύ επιτοκίων επένδυσης με ή χωρίς ρίσκο [αμοιβή κινδύνου]). Υπό το πρίσμα αυτό, μπορεί επομένως να λεχθεί ότι ένας πολύ μεγάλος αριθμός κινεζικών μικροεπιχειρήσεων υπάγεται μάλλον στην κατηγορία τής οικογενειακής ή τής βιοτεχνικής παραγωγής, παρά στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Δεύτερον, όπως είναι γνωστόν, η λογική τού καπιταλισμού είναι αυτή τής μεγιστοποίησης τού ποσοστού κέρδους, το οποίο διανέμεται στους ιδιοκτήτες (ειδική μορφή υπεραξίας). Ωστόσο, το κριτήριο αυτό δεν ανταποκρίνεται επακριβώς στα δεδομένα των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων, όπως καταδεικνύεται από το γεγονός τής μη διανομής ή τής διανομής πολύ χαμηλών μερισμάτων προς το Κράτος — τα οποία, όπως θα δούμε στη συνέχεια, έχουν μάλλον τη μορφή φόρου επί τού κεφαλαίου.[1] Η τρίτη επισήμανση σχετίζεται με το ότι, στην περίπτωση τής Κίνας, ο διαχωρισμός κεφαλαίου και εργασίας είναι κάτι το πολύ σχετικό: όπως θα αναλυθεί στη συνέχεια, εμφανίζεται σε περιορισμένο βαθμό στις δημόσιες επιχειρήσεις (—που, επομένως, δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται απλώς ως μορφή κρατικού καπιταλισμού) και ακόμα λιγότερο στη λεγόμενη «συλλογική» οικονομία — και πιο συγκεκριμένα στις λαϊκές κομμούνες που εξακολουθούν ακόμα να λειτουργούν, καθώς και στους συνεταιρισμούς (μετοχικής σύνθεσης ή μη), όπου οι εργαζόμενοι συμμετέχουν μερικώς ή και πλήρως στην ιδιοκτησία τού κεφαλαίου. Βεβαίως, στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις, οι εργαζόμενοι δεν έχουν πάντα άμεση εμπλοκή στη διοίκηση, αλλά το γεγονός παραμένει ότι αυτό το πεδίο τής μη κρατικής οικονομίας, που αγνοείται πλήρως από τους συγγραφείς τού βιβλίου, θα μπορούσε πολύ δύσκολα να υπαχθεί στην κατηγορία τού «ιδιότυπου καπιταλισμού».

Κλείνοντας τις αρχικές αυτές παρατηρήσεις, αξίζει να σημειώσουμε ότι η ανάλυση των συγγραφέων απορρίπτει ασυζητητί τις σχετικές θέσεις των ανώτερων αξιωματούχων τής χώρας, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε πλήθος δηλώσεών τους. Παραβλέποντας προς στιγμήν το «ιδεολογικό τους περιεχόμενο» και την ορολογική σύγχυση η οποία οφείλεται στην «ξύλινη γλώσσα» που σε μεγάλο βαθμό χαρακτηρίζει τις επίσημες ομιλίες των κινέζων αξιωματούχων (—είναι μήπως πολύ διαφορετικά τα πράγματα στη Δύση;), είναι προφανές ότι οι κινέζοι ιθύνοντες παραδέχονται το γεγονός ότι η οικονομία τής χώρας περιλαμβάνει σήμερα έναν σημαντικό ιδιωτικό καπιταλιστικό τομέα (εγχώριας ή αλλοδαπής προέλευσης). Θεωρούν ωστόσο ότι ο τομέας αυτός αποτελεί μέρος τής λεγόμενης «σοσιαλιστικής οικονομίας τής αγοράς», με άλλα λόγια, μέρος μιας μικτής οικονομίας όπου «σημαντικότερη βαρύτητα δίνεται στο δημόσιο τομέα» και στην «ανάγκη συνολικής ενίσχυσης τού σοσιαλιστικού κράτους». Σύμφωνα με δηλώσεις πολλών κινέζων ηγετών, η χώρα βρίσκεται σήμερα στην «πρωταρχική φάση τού σοσιαλισμού», στο «πρώτο και αναπόφευκτο στάδιο» ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, «για την ολοκλήρωση τού οποίου θα απαιτηθεί μια εκατονταετία». Ο ιστορικός στόχος που επιδιώκεται παραμένει αυτός τού αναπτυγμένου σοσιαλισμού και τού κομμουνισμού, χωρίς ωστόσο το στρατηγικό αυτό πρόγραμμα να εξειδικεύεται περαιτέρω. Οι συγγραφείς τού βιβλίου υποστηρίζουν εμμέσως πλην σαφώς ότι οι δηλώσεις αυτές δεν είναι παρά βιτρίνα, ο ιδεολογικός μανδύας με τον οποίο οι κινεζικές αρχές επιχειρούν να «ντύσουν» τη συγκεκριμένη μορφή καπιταλισμού, και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ληφθούν στα σοβαρά. Επομένως, σύμφωνα με την οπτική τους, ο κινεζικός σοσιαλισμός θα πρέπει θεωρείται νεκρός και ενταφιασμένος μετά τη λήξη τής μαοϊκής περιόδου. Μήπως έφτασε «το τέλος τής ιστορίας» και για την Κίνα;

Το ερμηνευτικό μας πλαίσιο

Στη συνέχεια τού κειμένου, θα προτείνουμε μια διαφορετική ανάγνωση τού φαινομένου τού «σοσιαλισμού κινεζικού τύπου» μέσα από το ερμηνευτικό σχήμα τού «σοσιαλισμού τής αγοράς», ή αλλιώς τού «σοσιαλισμού με αγορά». Εν συντομία, η θέση μας είναι ότι το συγκεκριμένο σύστημα βασίζεται στους ακόλουθους επτά πυλώνες (—οι οποίοι, όπως θα δούμε, δεν έχουν μεγάλη σχέση με τον καπιταλισμό):

[1] η διαρκής και ισχυρή παρουσία ενός πολύμορφου κρατικού σχεδιασμού, που κινητοποιεί διαφορετικά μέσα ανάλογα με τις ανάγκες τού κάθε τομέα τής οικονομίας·

[2] μια μορφή πολιτικής δημοκρατίας, στη βάση τής οποίας διαμορφώνονται οι συλλογικές επιλογές που διαπνέουν τον κρατικό σχεδιασμό·

[3] η λειτουργία δημοσίων υπηρεσιών, οι οποίες είναι καθοριστικές για την άσκηση τής κοινωνικής/οικονομικής ιδιότητας τού πολίτη και οι οποίες είτε λειτουργούν εκτός αγοράς, είτε είναι σε μικρό μόνο βαθμό εμπορευματοποιημένες·

[4] η ύπαρξη διαφοροποιημένων μορφών ιδιοκτησίας που όμως ανταποκρίνονται στην κοινωνικοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων: — εδώ συγκαταλέγονται οι δημόσιες επιχειρήσεις, που προβλέπεται να λειτουργούν καθ’ όλη τη μακρά περίοδο τής μετάβασης και οι οποίες διαφέρουν από πολλές απόψεις από τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, κυρίως μάλιστα ως προς την ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων στη διαχείριση. Το φάσμα των προβλεπομένων μορφών εκτείνεται από τις μικρές ατομικές ιδιωτικές επιχειρήσεις, μέχρι τις ποικίλες μορφές κοινωνικοποιημένης ιδιοκτησίας. Θεμελιώδους σημασία είναι η πρόβλεψη ότι η ιδιοκτησία τής γης και των φυσικών πόρων θα παραμείνει στο δημόσιο τομέα. Για την περίοδο τής μετάβασης, προβλέπεται η διατήρηση ή/και η ενθάρρυνση τής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, με δεδηλωμένο σκοπό την αύξηση τού δυναμισμού τής οικονομίας και τη δημιουργία κινήτρων για τη βελτίωση τής αποτελεσματικότητας των υπολοίπων μορφών ιδιοκτησίας·

[5] ο γενικός προσανατολισμός τής κινεζικής πολιτικής συνίσταται στην αύξηση των εισοδημάτων τής εργασίας, έναντι των εσόδων από άλλες πηγές, και στην εμβάθυνση τής κοινωνικής δικαιοσύνης, με τελική προοπτική την ισότητα·

[6] η προστασία τής φύσης δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε ανταγωνιστική σχέση με την επίτευξη τής κοινωνικής προόδου, αλλά αντιμετωπίζεται ως ένας από τους κεντρικούς στόχους τής οικονομικής ανάπτυξης άρρηκτα συνδεδεμένος με αυτήν, στο πλαίσιο πάντα τής μεγιστοποίησης τού πραγματικού πλούτου·

[7] οι οικονομικές σχέσεις μεταξύ των κρατών πρέπει να στηρίζονται στην αρχή τού αμοιβαίου οφέλους, ενώ οι πολιτικές τους σχέσεις πρέπει να κατευθύνονται προς την επιδίωξη τής ειρήνης και την ισόρροπη συνύπαρξη μεταξύ των λαών και των εθνών.

Στη συνέχεια θα δούμε ότι, παρά τις επικρίσεις που θα διατυπωθούν, η πραγματικότητα δεν απέχει πολύ από αυτό το πλαίσιο ερμηνείας τού «σοσιαλισμού κινεζικού τύπου». Επιπλέον, θα πρέπει να επισημανθεί ότι στη χώρα υπάρχουν, πράγματι, δύο αντιτιθέμενες πολιτικές γραμμές: η μία από αυτές συμβαδίζει πράγματι με την προοπτική τής «ανανεωμένης σοσιαλδημοκρατίας» που προτείνεται από τους συγγραφείς τού βιβλίου, ενώ η δεύτερη συνάδει περισσότερο με την προοπτική τού σοσιαλισμού. Ας δούμε λοιπόν από πιο κοντά την επιχειρηματολογία των Μ. Αλιετά και Γκούο Μπάι.

Ανισορροπίες στη σημερινή κινεζική οικονομία

Οι συγγραφείς ξεκινούν από μια δύσκολα αμφισβητήσιμη διαπίστωση. Η κινεζική οικονομία χαρακτηρίζεται από σημαντικές ανισορροπίες. Το τμήμα τού εθνικού εισοδήματος που διατίθεται για επενδύσεις, αντί να ελαττώνεται ανάλογα με την πρόοδο τής φάσης τής συσσώρευσης που απαιτείται για την ταχεία οικονομική επέκταση, συνεχίζει να αυξάνεται και μάλιστα σε βάρος τής κατανάλωσης, χωρίς ωστόσο αυτό να αναιρεί το γεγονός ότι έχει σημειωθεί τεράστια βελτίωση στο βιοτικό επίπεδο τού πληθυσμού τής χώρας. Οι επενδύσεις στον τομέα των υπηρεσιών (είτε αυτές αφορούν τα νοικοκυριά είτε τις επιχειρήσεις) προχωρούν με βραδύτερους ρυθμούς από ό,τι οι βιομηχανικές επενδύσεις. Ο τομέας ακινήτων και κατασκευών εμφανίζει τάσεις υπερθέρµανσης, που απαιτούν συνεχή αντιμετώπιση μέσω τής εφαρμογής πιστωτικών περιορισμών. Το μερίδιο τού εισοδήματος των νοικοκυριών συνεχίζει να μειώνεται ως ποσοστό τού εθνικού εισοδήματος. Το ποσοστό αποταμίευσης είναι υπερβολικό, πράγμα που οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι η ανεπάρκεια τής κοινωνικής προστασίας οδηγεί τα νοικοκυριά να στρέφονται στην προληπτική αποταμίευση. Η χρήση των φυσικών πόρων δεν φορολογείται επαρκώς, προκειμένου αφενός να αποφεύγονται η κατασπατάληση τους και οι περιβαλλοντικές ζημιές και αφετέρου να διευκολύνεται η μετάβαση προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Το κινεζικό οικονομικό σύστημα εξαρτάται υπερβολικά από τις εξαγωγές και δεν επικεντρώνεται επαρκώς στην εσωτερική αγορά. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργούνται ανισορροπίες στο ισοζύγιο πληρωμών, πράγμα που αντανακλάται στην αυξανόμενη σώρευση συναλλαγματικών αποθεμάτων, τα οποία μάλιστα επενδύονται στο εξωτερικό και κυρίως σε ομόλογα τού αμερικανικού δημοσίου, με όλους τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται. Οι συγγραφείς τού «Κινεζικού Δρόμου» θεωρούν ότι η κινεζική κυβέρνηση έχει επίγνωση αυτών των ανισορροπιών και ότι καταβάλλει προσπάθειες για την αντιμετώπισή τους, χωρίς όμως μεγάλη επιτυχία. Και για τον λόγο αυτό προτείνουν μια σειρά από λύσεις, τις οποίες, στη συνέχεια, θα εξετάσουμε λεπτομερώς μία προς μία.

Θα θέλαμε, με τη σειρά μας, να επισημάνουμε το προφανές, ότι, δηλαδή, ήδη από τη δεκαετία τού 1990, αλλά κυρίως μετά το 2000, ο δυναμισμός των εξαγωγών αποτέλεσε ένα από τα εντυπωσιακότερα χαρακτηριστικά τής κινεζικής οικονομικής επέκτασης και ότι επιπλέον η κρίση τής διετίας 2008-2009 λειτούργησε ως παράγοντας ανακοπής τής δυναμικής πορείας των κινεζικών εξαγωγών. Θα ήταν, ωστόσο, πρόωρο να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αποτελούν τη βασική κινητήρια δύναμη τής ανάπτυξης τής χώρας. Και αυτό γιατί η στρατηγική ανάπτυξης που εφαρμόζεται από τις κινεζικές αρχές στηρίζεται σε ένα περισσότερο συνεκτικό και «αυτόκεντρο» μοντέλο ανάπτυξης σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη οικονομία τού Νότου (και τής Ανατολής). Όσον αφορά την πλειοψηφία των κινεζικών επιχειρήσεων των βιομηχανικών κλάδων, εκείνο που προέχει είναι η ύπαρξη διεξόδων στην εσωτερική αγορά για τα παραγόμενα προϊόντα τους. Η τόνωση τής εγχώριας ζήτησης, μέσω τής αύξησης τής κατανάλωσης των νοικοκυριών και τής ενίσχυσης των κρατικών κεφαλαιουχικών δαπανών (κυρίως στον τομέα των υποδομών), αποτελεί τον κύριο παράγοντα αισιοδοξίας για την πορεία των επενδυτικών τους σχεδίων. Ως εκ τούτου, η ταχεία αύξηση τής παραγωγικότητας τής εργασίας έχει συνοδευτεί από αντίστοιχες αυξήσεις στους πραγματικούς μισθούς στη βιομηχανία, χωρίς ωστόσο η σχετική αύξηση τού κόστους τής εργασίας να έχει προκαλέσει επιδείνωση τής ανταγωνιστικότητας τής οικονομίας τής χώρας. Οι εξαγωγές, όπως άλλωστε και οι άμεσες ξένες επενδύσεις, παίζουν ένα μάλλον επικουρικό ρόλο, γεγονός που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε, για παράδειγμα, γιατί το 2011 η αρνητική συμβολή των εξαγωγών στην οικονομική μεγέθυνση (τής τάξης περίπου τού -5%) δεν περιόρισε την αναπτυξιακή δυναμική τής κινεζικής οικονομίας (που, για άλλη μια φορά, κινήθηκε στο +10%).

«Αναποτελεσματική κατανομή των συντελεστών παραγωγής» …;

Οι συγγραφείς τού βιβλίου θεωρούν ότι στην πλειοψηφία τους τα προβλήματα ανισορροπιών που αναφέρθηκαν ανωτέρω οφείλονται στις μεγάλες «στρεβλώσεις των τιμών των συντελεστών παραγωγής» και ότι, επομένως, επιβάλλεται η περαιτέρω ανάπτυξη των αγορών μέσω τής άρσης των διοικητικών περιορισμών, πράγμα που θα επιτρέψει μια «καλύτερη κατανομή των σχετικών πόρων». Κατά πρώτο λόγο, η αξία τού χρήματος ως κεφαλαίου διατηρείται τεχνητά σε χαμηλά επίπεδα μέσω τής συμπίεσης των επιτοκίων δανεισμού, παρότι η διαχείρισή τους έχει στο μεταξύ καταστεί ελαστικότερη. Η απόδοση των αποταμιεύσεων των νοικοκυριών κινείται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, πράγμα που επιτρέπει στα πιστωτικά ιδρύματα να αποκομίζουν κέρδη από τη χορήγηση χαμηλότοκων δανείων σε επιχειρήσεις, στις οποίες δίνεται έτσι η δυνατότητα να προβαίνουν σε σημαντικές επενδύσεις. Επιπλέον, το χαμηλό κόστος χρήματος ευνοεί μάλλον τις επενδύσεις μεγάλης κλίμακας και, ως εκ τούτου, τις επενδύσεις των πολύ μεγάλων δημοσίων επιχειρήσεων, και μάλιστα σε βάρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται κυρίως στον ιδιωτικό τομέα. Οι συγγραφείς θεωρούν, επομένως, αναγκαία την απελευθέρωση των επιτοκίων, προκειμένου να αποθαρρυνθούν ορισμένες επενδύσεις υψηλής εντάσεως κεφαλαίου, οι οποίες ενδέχεται να υπονομεύσουν την τεχνολογική πρόοδο και την ικανότητα δημιουργίας προστιθέμενης αξίας (η οποία δείχνει πτωτική τάση). Η απελευθέρωση των επιτοκίων θα επιτρέψει αντίστοιχα την τόνωση τού ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών. Όσον αφορά την αγορά εργασίας, οι συγγραφείς προτείνουν, ομοίως, την άρση των περιορισμών που απορρέουν από το καθεστώς διακρίσεων μεταξύ των εργατών των πόλεων (και κυρίως εκείνων που απασχολούνται στις δημόσιες επιχειρήσεις με συμβάσεις εργασίας που περιέχουν συγκριτικά ευνοϊκότερους όρους) και των εσωτερικών μεταναστών εργατών,[2] οι οποίοι πολύ συχνά στερούνται δικαιωμάτων και των οποίων η κατάσταση εξαρτάται από την καλή θέληση των εργοδοτών τους (πράγμα που, με τη σειρά του, οδηγεί στη σημαντική επιβράδυνση τής συνολικής αύξησης των μισθών). Όσον αφορά την τιμή τής γης, που στην ύπαιθρο παραμένει σε καθεστώς συλλογικής ιδιοκτησίας, ενώ στις πόλεις αποτελεί ιδιοκτησία τού κράτους, ο Μισέλ Αλιετά και ο Γκούο Μπάι θεωρούν ότι η αγορά θα πρέπει να αφεθεί περισσότερο ελεύθερη, ούτως ώστε να δοθεί στους αγρότες — οι οποίοι σήμερα λαμβάνουν ανεπαρκείς κρατικές αποζημιώσεις για την εκχώρηση τής γης τους — η δυνατότητα να διαπραγματεύονται για την εξασφάλιση «εύλογης τιμής», που θα ανταποκρίνεται στην πραγματική της αξία ως δομήσιμης γης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μειωνόταν η τάση υπερεπένδυσης που οφείλεται τόσο στο γεγονός των πολύ χαμηλών τιμών των βιομηχανικών οικοπέδων, όσο και στη συμπαιγνία των τοπικών αρχών που επιδιώκουν με κάθε τίμημα την ανάπτυξη των περιοχών τους λόγω τής αύξησης των φορολογικών εσόδων που αυτή συνεπάγεται.

Αυτή η αντίληψη αναφορικά με τη στρέβλωση των τιμών των συντελεστών παραγωγής βασίζεται, σε υπερβολικό θα λέγαμε βαθμό, στην κλασική οικονομική θεωρία τού συνδυασμού των «συντελεστών παραγωγής» (κεφαλαίου, εργασίας, γης …) και τής «βέλτιστης κατανομής» τους μέσω τής αγοράς. Βεβαίως, για να είμαστε δίκαιοι, οι συγγραφείς έχουν σαφώς επίγνωση τού γεγονότος ότι η αγορά εργασίας διαφέρει από τις υπόλοιπες αγορές, καθόσον η λειτουργία της εξαρτάται από το συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, τη νομοθεσία, τους κανόνες των συλλογικών συμβάσεων κ.ο.κ. Γι’ αυτό άλλωστε προτείνουν βελτιώσεις στη «ρύθμισή» της (ιδίως μέσω τής ενίσχυσης τής ανεξάρτητης λειτουργίας των συνδικάτων, τής ενδυνάμωσης τής επιθεώρησης εργασίας, τής καλύτερης εφαρμογής τής νομοθεσίας κ.ο.κ.). Επιπλέον, όμως, συνιστούν η αγορά εργασίας να καταστεί περισσότερο ανοικτή και λιγότερο κατακερματισμένη. Επίσης επισημαίνουν ότι, για ορισμένες κατηγορίες «άυλου κεφαλαίου» (για ό,τι αποκαλούν «θεσμικό» ή «κοινωνικό» κεφάλαιο), δεν υπάρχει αγορά με την κυριολεκτική έννοια τού όρου, ενώ για ορισμένες άλλες κατηγορίες κεφαλαίου οι αγορές τείνουν να λειτουργούν άσχημα. Με βάση αυτή τη διαπίστωση, θεωρούν ότι για τη διαμόρφωση τού ορθού μίγματος μέτρων απελευθέρωσης και ρύθμισης των αγορών, ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να δίνεται στις ρυθμιστικές παρεμβάσεις. Αυτές μάλιστα οι παρεμβάσεις πρέπει να λάβουν τη μορφή ενός «στρατηγικού σχεδιασμού» με σκοπό την επίδραση στη διαμόρφωση των τιμών (σημείο στο οποίο θα επανέλθουμε). Ωστόσο, το γεγονός παραμένει ότι το θεωρητικό σχήμα τής εμπορευματικής αγοράς αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς για τους συγγραφείς τού βιβλίου (πράγμα που ισχύει και για τη συντριπτική πλειοψηφία των λεγόμενων «νεοθεσμικών» οικονομολόγων, οι οποίοι, στην πραγματικότητα, παραμένουν εγκλωβισμένοι στη «νεοκλασική ορθοδοξία»).

… ή εσκεμμένη παραμόρφωση των τιμών των συντελεστών παραγωγής;

Αντιθέτως, εμείς υποστηρίζουμε ότι η ιδιαιτερότητα και η ισχύς τής κινεζικής οικονομίας έγκειται, ακριβώς, στο στοιχείο τής ηθελημένης στρέβλωσης των τιμών συντελεστών παραγωγής. Επιπλέον, θεωρούμε ότι η κινεζική κυβέρνηση πράττει ορθά όταν απαγορεύει την «ελεύθερη» διαμόρφωση τής αξίας τού χρήματος από την αγορά, γιατί διαφορετικά καθίσταται δύσκολη η άσκηση ελέγχου στην προσφορά πιστώσεων, που είναι ζωτικής σημασίας για την οικονομία. Για παράδειγμα, η προσφορά πίστωσης μπορεί να κινείται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, όταν, εν όψει ύφεσης, οι τράπεζες δεν δανείζουν αρκετά αποφεύγοντας την ανάληψη υπερβολικών κινδύνων. Αντιστρόφως, εν μέσω κλίματος αισιοδοξίας, λόγω τής ισχυρής ζήτησης, η προσφορά μπορεί να κινείται σε αδικαιολόγητα υψηλά επίπεδα (αρκεί να υπενθυμίσουμε εδώ ότι η αμερικανική οικονομία έφτασε στο χείλος τής καταστροφής ακριβώς λόγω τής υπερβολικής προσφοράς πιστώσεων). Ας προστεθεί, επίσης, ότι η νομισματική πολιτική των κεντρικών τραπεζών έχει αβέβαια αποτελέσματα όσον αφορά τη συμπεριφορά των πιστωτικών ιδρυμάτων (χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι, εν μέσω κρίσης, η ΕΚΤ άνοιξε τους κρουνούς των πιστώσεων προς τις τράπεζες, προκειμένου να τις ενθαρρύνει να χορηγήσουν δάνεια στην πραγματική οικονομία, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα).

Οι συγγραφείς προβάλλουν το σκεπτικό ότι η εκτίμηση των κινδύνων πραγματοποιείται καλύτερα από μια πληθώρα ιδιωτικών φορέων παρά από τις κρατικές αρχές. Εμείς, αντιθέτως, πιστεύουμε όχι μόνο ότι οι κρατικές αρχές είναι σε θέση να διαμορφώνουν μια πιο σφαιρική, μακροσκοπική θεώρηση των κινδύνων, αλλά και ότι είναι οι μόνες που μπορούν να καθοδηγούν συνολικά την οικονομία βάσει ενός Πλάνου. Βεβαίως, η διοικητική ρύθμιση των επιτοκίων δεν ευνοεί την ανάληψη ταχείας και ευέλικτης δράσης για την προσαρμογή τής προσφοράς των αποταμιεύσεων των νοικοκυριών στις χρηματοδοτικές ανάγκες τής οικονομίας. Κατά τη γνώμη μας, θα ήταν ίσως προτιμότερο ένα καθεστώς «μερικής» ρύθμισης με τη σύγχρονη εφαρμογή κατωτάτων επιτοκίων απόδοσης για τις αποταμιεύσεις και ανωτάτων επιτοκίων προσφοράς χρήματος· ένα τέτοιο καθεστώς μπορεί μάλιστα να βελτιώνεται σταδιακά μέσω τής τροποποίησης των επιτοκίων σε συνάρτηση με τις ανάγκες που προκύπτουν από την υλοποίηση τού Πλάνου. Εξάλλου πιστεύουμε ότι η εφαρμογή τού εργαλείου των «υποχρεωτικών ελάχιστων αποθεματικών» (το οποίο για πολλούς θεωρείται «απαρχαιωμένο») αποτελεί ένα αποτελεσματικό μέσο διαφοροποίησης τού επιπέδου τής προσφοράς τραπεζικών πιστώσεων — και δεν είναι καθόλου τυχαία η ευρεία χρήση του από τη Λαϊκή Τράπεζα τής Κίνας. Επομένως, στο πλαίσιο τής συζήτησης που διεξάγεται σήμερα όσον αφορά την απελευθέρωση των επιτοκίων, κλίνουμε υπέρ τής αναγκαιότητας τού κρατικού παρεμβατισμού. Δεν αρνούμαστε το γεγονός ότι σήμερα στην Κίνα το επίπεδο τής απόδοσης των αποταμιεύσεων είναι εξαιρετικά χαμηλό, πράγμα που ισοδυναμεί με μια μορφή έμμεσης επιδότησης που ενθαρρύνει τις υπερβολικές επενδύσεις — και κυρίως στους τομείς εντάσεως κεφαλαίου. Ας σημειωθεί εδώ ότι το σχετικό ζήτημα τού κατά πόσον είναι επιθυμητή η «διαφοροποίηση των επενδύσεων» των κινεζικών νοικοκυριών θα εξεταστεί στη συνέχεια.

Όσον αφορά τους εσωτερικούς μετανάστες, συμφωνούμε βεβαίως με τη διαπίστωση των συγγραφέων τού βιβλίου ότι «η ανεπάρκεια των μισθών και η απουσία κοινωνικής προστασίας συνέβαλαν στη σχετική μείωση τού μεριδίου των μισθών στο εθνικό εισόδημα, εμπόδισαν την αύξηση που θα έπρεπε να είχε συνολικά το εισόδημα των νοικοκυριών και συμπίεσαν τις καταναλωτικές δαπάνες» (σελ. 219) — καθώς και με την επισήμανση ότι, παρά την ενίσχυση τής εργατικής νομοθεσίες, οι σχετικές προστατευτικές ρυθμίσεις δεν εφαρμόζονται πάντα ορθά, και ότι το χαμηλό κόστος τού κεφαλαίου ήταν παράγοντας που ευνόησε σε μεγάλο βαθμό τους εργοδότες σε βάρος των εργαζομένων. Για τους λόγους αυτούς, οι συγγραφείς τού βιβλίου θεωρούν ότι το ρυθμιστικό πλαίσιο θα πρέπει να γίνει πιο ισχυρό και αποτελεσματικό, μέσω κυρίως τής ενίσχυσης των συνδικάτων, τής εισαγωγής τού θεσμού των συλλογικών συμβάσεων, τής βελτιστοποίησης τού συστήματος κοινωνικής προστασίας κ.ο.κ. Με άλλα λόγια, την εισαγωγή μηχανισμών προστασίας παρόμοιων με εκείνους που χαρακτηρίζουν το — υπό διάλυση — κράτος πρόνοιας των δυτικών οικονομιών. Παρ’ όλο που η κινεζική κυβέρνηση δείχνει όντως να κινείται προς αυτή την κατεύθυνση, εμείς θεωρούμε ότι αυτό δεν αρκεί, διότι, ακόμα και αν η αγορά εργασίας ρυθμιστεί σύμφωνα με τις υποδείξεις των συγγραφέων τού βιβλίου, θα εξακολουθήσουν να υφίστανται έντονες κοινωνικές ανισότητες, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν παρά μόνο μέσω τής φορολογίας. Δύο παράγοντες μπορούν να βελτιώσουν αυτό το σχέδιο «σοσιαλδημοκρατικού συμβιβασμού», που, σύμφωνα με τους συγγραφείς, η «γραφειοκρατική εξουσία» τής χώρας θα έπρεπε να εφαρμόσει στην πράξη: (α) η γενικευμένη συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκηση (λόγου χάριν, θα μπορούσαν να συμμετέχουν στη διαμόρφωση τής μισθολογικής πολιτικής τής επιχείρησης)· και (β) ο σημερινός τρόπος λειτουργίας των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων μπορεί και πρέπει να χρησιμεύσει ως παράδειγμα προς μίμηση για τις υπόλοιπες επιχειρήσεις (ας υπενθυμίσουμε εδώ ότι, στη Γαλλία, πριν ιδιωτικοποιηθεί η Ρενό διαδραμάτιζε ρόλο «κοινωνικής ατμομηχανής» και ότι, στις κινεζικές δημόσιες επιχειρήσεις, συναντά κανείς σήμερα πρωτόγνωρες μορφές εργατικής εξουσίας). Και αυτό γιατί η κυβέρνηση διαθέτει την εξουσία θέσπισης νέων κανόνων όσον αφορά τόσο τη μισθολογική ιεραρχία όσο και τις μισθολογικές διαπραγματεύσεις. Άλλωστε, μπορούμε σήμερα να διαπιστώσουμε ότι η εργατική νομοθεσία εφαρμόζεται εν γένει καλύτερα στις δημόσιες επιχειρήσεις παρά στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό το αποτελεσματικό ρυθμιστικό πλαίσιο που διέπει το δημόσιο τομέα έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει τις μισθολογικές συνθήκες που επικρατούν στις υπόλοιπες επιχειρήσεις, διότι δύναται να λειτουργήσει ως «πόλος έλξης» για τους εργαζόμενους — όπως βλέπουμε σήμερα να γίνεται με τις λαϊκές κομμούνες, οι οποίες προσελκύουν μετανάστες εργαζόμενους λόγω ακριβώς των κοινωνικών πλεονεκτημάτων που παρέχουν, και αυτό παρά τους χαμηλότερους μισθούς που ισχύουν εκεί. Και αυτό είναι ένα ισχυρότατο επιχείρημα υπέρ τής διεύρυνσης και ενίσχυσης τού δημόσιου τομέα, επιλογή με την οποία, όπως φαίνεται, διαφωνούν οι συγγραφείς τού βιβλίου.

Το ζήτημα τής διαχείρισης των φυσικών πόρων

Ο Μισέλ Αλιετά και ο Γκού Μπάι υποστηρίζουν ότι, όσον αφορά γενικά τους φυσικούς πόρους, θα ήταν σκόπιμο να δημιουργηθεί μία εγχώρια «αγορά εκπομπών διοξειδίου τού άνθρακα» με σκοπό την αύξηση τού κόστους εκμετάλλευσης των μη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και την προώθηση τής παραγωγής ανανεώσιμων πηγών. Είναι επομένως προφανές ότι, μαζί με πολλούς άλλους αναλυτές, οι συγγραφείς προτείνουν μια σειρά «ρεφορμιστικών» λύσεων, αποφεύγοντας να ασκήσουν κριτική στους πυλώνες τού καπιταλιστικού συστήματος και στους βασικούς προσανατολισμούς τής νεοφιλελεύθερης στρατηγικής και υιοθετώντας άκριτα τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν οι μεγάλες διεθνείς διασκέψεις για το περιβάλλον (—όπως, για παράδειγμα, οι «διασκέψεις κορυφής για τη Γη» που έλαβαν χώρα στο Ρίο ντε Τζανέιρο το 1992 και στο Γιοχάνεσμπουργκ το 2002), όπως επίσης και το θεωρητικό υπόβαθρο των διεθνών συνθηκών για το κλίμα, μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση κατέχουν η σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές τού 1992 και το πρωτόκολλο τού Κιότο, που αποτελεί άμεση προέκταση τής εν λόγω σύμβασης-πλαισίου.

Η πρόταση που διατυπώνουν οι συγγραφείς παραβλέπει αφενός το γεγονός ότι η λειτουργία τής «αγοράς εκπομπών άνθρακα» είναι καθαυτή προβληματική, καθόσον μετατρέπει τη φύση σε εμπόρευμα και τη ρύπανση σε εμπορεύσιμο «δικαίωμα» μέσω τής αποτίμησης τού εν λόγω «αρνητικού εξωγενή παράγοντα» από μια αγορά οργανωμένη προς όφελος των πολυεθνικών, στις οποίες δίνεται η δυνατότητα να προμηθεύονται «πιστωτικά μόρια εκπομπών», και αφετέρου το γεγονός ότι, μετά τη δοκιμαστική έναρξη λειτουργίας των πρώτων εθνικών αγορών διοξειδίου τού άνθρακα, οι δραστηριότητες που αναπτύχθηκαν περισσότερο στα «χρηματιστήρια περιβάλλοντος» (όπως, για παράδειγμα, στο «Chicago Climate Exchange» και στο ευρωπαϊκό «Powernext») σχετίζονταν με την κερδοσκοπία στην εμπορία ρύπων. Κατά τη γνώμη μας, ο προσανατολισμός αυτός είναι εσφαλμένος.

Πρέπει να επισημάνουμε ότι, τόσο στον τομέα τού περιβάλλοντος όσο και στους λοιπούς τομείς, η κρατική πολιτική δεν πρέπει να υποτάσσεται στην εξουσία των αγορών, η οποία σήμερα μάλιστα ενδύεται τον μανδύα τής προοπτικής ενός «καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο» αναδεικνύοντας κάθε είδους ρεφορμιστικά προτάγματα. Απεναντίας, ο ρόλος τού κράτους θα πρέπει είναι η χάραξη εξωτερικών και αυστηρών ορίων στη λογική τής διαδικασίας επέκτασης τού κεφαλαίου, με γνώμονα την εξασφάλιση τής προστασίας τής ανθρωπότητας και τού περιβάλλοντος από τις καταστροφικές επιπτώσεις και τάσεις τού συγκεκριμένου συστήματος. Με δεδομένο το ότι δεν εκφεύγει από το πλαίσιο τής μεγιστοποίησης τού κέρδους και τής εμπορευματοποίησης των φυσικών πόρων, η στρατηγική ελέγχου τής ρύπανσης και προστασίας τού περιβάλλοντος, την οποία προτείνουν οι συγγραφείς τού βιβλίου, επικαλούμενοι μάλιστα την αρωγή τού κράτους, οδηγεί με βεβαιότητα στην αποτυχία.

Όσον αφορά τη χρήση των φυσικών πόρων, η πρότασή τους για επιβολή πολύ υψηλότερης φορολογίας είναι προφανώς εύλογη, αλλά πιστεύουμε ότι θα πρέπει να εγκαταλειφθεί η ιδέα τής σύστασης μιας αγοράς δικαιωμάτων ρύπανσης, καθώς είναι γνωστή η δυσκαμψία και η αναποτελεσματικότητά της (ακόμα και στην περίπτωση που προβλεφθεί διαδικασία εκπλειστηριασμού των σχετικών δικαιωμάτων, σύμφωνα με τις συστάσεις των συγγραφέων), όπως γνωστό είναι και το γεγονός ότι η λειτουργία της συνδέεται με πλήθος αρνητικών συνεπειών (π.χ. την κερδοσκοπία και τις ανεξέλεγκτες διακυμάνσεις στα «χρηματιστήρια περιβάλλοντος»). Επιπλέον, οι ισχυρότεροι οικονομικά «φορείς» μπορούν να αγοράζουν διαπραγματεύσιμες άδειες ρύπων, που δεν είναι παρά συγχωροχάρτια για τους μεγαλύτερους ρυπαίνοντες και για τις καταστροφικές για το περιβάλλον πρακτικές τους, οι οποίες συνεχίζονται αδιάλειπτα. Αντιστρόφως, το σύστημα αυτό παρέχει ισχυρό κίνητρο στους ασθενέστερους οικονομικά φορείς να πωλούν τα δικαιώματά τους, παρακάμπτοντας την ανάγκη εφαρμογής πολιτικών ανάπτυξης που μπορούν να συμβάλλουν στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι — έστω και αν η πιθανότητα να συμβεί κάτι τέτοιο στην Κίνα είναι ισχνή — ο μηχανισμός που προτείνουν οι συγγραφείς τού βιβλίου ενδέχεται να παραγάγει φαινόμενα [αντι-ανταγωνιστικού] «αποκλεισμού» (όπως, π.χ., «καταβόθρες/συλλέκτες άνθρακα έναντι τής διάνοιξης φρεάτων ύδατος» — πράγμα που συνήθως συμβαίνει όταν η δημόσια αναπτυξιακή βοήθεια που παρέχεται από τις χώρες τού Βορρά αντικαθίσταται από προγράμματα «ανάπτυξης προσαρμοσμένα στις ανάγκες» τού Νότου). Επιπλέον, το γεγονός ότι η υλοποίηση τέτοιων έργων ανατίθεται συνήθως σε πολυεθνικές εταιρείες, οι οποίες κατ΄ αυτόν τον τρόπο κερδίζουν πιστωτικά μόρια, οδήγησε σε ορισμένες περιπτώσεις στην εκδίωξη γηγενών πληθυσμών από τη γη τους, με σκοπό την εισαγωγή καλλιεργειών για την καταπολέμηση των εκπομπών CO2. Επιπλέον, οι συγγραφείς είναι αδύνατο να αγνοούν τα φορολογικά και οικολογικά σκάνδαλα στα οποία ενεπλάκησαν ορισμένες επιχειρήσεις που εξασφάλισαν επιδοτήσεις μέσω τού μηχανισμού αυτού, αυξάνοντας έτσι όχι μόνο τα κέρδη τους αλλά και … τις εκπομπές τους αερίων θερμοκηπίου.

Το ζήτημα τού καθεστώτος πρόσβασης στη γη

Ας περάσουμε στο ζήτημα τής αγοράς των δικαιωμάτων τής χρήσης τής γης, που, όπως αναφέρθηκε, διατηρείται υπό καθεστώς δημόσιας ιδιοκτησίας. Ξεκινώντας από την ορθή διαπίστωση ότι σε πολλές περιπτώσεις οι αποζημιώσεις που δίνονται στους αγρότες για την εκχώρηση τού δικαιώματος χρήσης τής γης είναι ανεπαρκείς, οι συγγραφείς καταλήγουν με την πρόταση να δοθεί στους καλλιεργητές «το δικαίωμα να πωλούν, να μεταβιβάζουν, να εκμισθώνουν και να υποθηκεύουν τη γη τους — υπό τον όρο όμως ότι οι εν λόγω πράξεις παραχώρησης θα είναι νόμιμες και συμβατές με τον κυβερνητικό σχεδιασμό» (σελ. 361). Ωστόσο, αυτή η φαινομενικά «ρεαλιστική» πρόταση ισοδυναμεί με την ανατροπή τού σοσιαλιστικού χαρακτήρα τού κινεζικού αγροτικού συστήματος, το οποίο επιτρέπει μόνο την εκμίσθωση και μεταβίβαση τού δικαιώματος χρήσης προς άλλους καλλιεργητές. Με άλλα λόγια, η εφαρμογή της συνεπάγεται την εισαγωγή ενός συστήματος δυτικού τύπου, που, ως γνωστόν, συνδυάζει την καπιταλιστική γεωργία μεγάλης κλίμακας με την μικρή οικογενειακή γεωργία, η οποία κυριαρχείται από τα ολιγοπώλια που ελέγχουν τόσο την προμήθεια των γεωργικών εισροών όσο και την εμπορία των παραγόμενων προϊόντων.

Πρέπει εδώ να υπενθυμιστεί ότι το αγροτικό σύστημα τής χώρας έχει αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματικό, ικανοποιώντας τις διατροφικές ανάγκες ενός συνεχώς αυξανόμενου αστικού πληθυσμού και εξασφαλίζοντας έτσι την επισιτιστική κυριαρχίας τής χώρας. Επιπλέον, η οικογενειακή γεωργία αυτού τού τύπου μπορεί να κάνει και εξαγωγές. Είναι ένα πράγμα να διαμορφώνεται ένα πλαίσιο για τις συμβάσεις αγροτικών εκμισθώσεων και τη λειτουργία τής αντίστοιχης αγοράς, και άλλο να επιτρέπεται η πώληση και η υποθήκευση τής αγροτικής γης, καθώς κάτι τέτοιο προϋποθέτει την ιδιωτικοποίησή της. Όσον αφορά τις οικοδοµήσιµες εκτάσεις, μπορεί να δοθεί η δυνατότητα στους αγρότες να τις εκμισθώνουν για στεγαστικές, εμπορικές και βιομηχανικές χρήσεις, ενώ, σε περίπτωση που καταστεί αναγκαία η απαλλοτρίωση των δικαιωμάτων τους, η αποζημίωση θα πρέπει να καθορίζεται με βάση τις τιμές των αγορών αυτών, πράγμα που θα συνέβαλε στην εξάλειψη των αρνητικών συνεπειών που προκύπτουν από το χαμηλό επίπεδο των αποζημιώσεων που καταβάλλονται σήμερα.

Η «απογείωση» τής κινεζικής οικονομίας αποδίδεται συνήθως στο άνοιγμα προς την παγκοσμιοποίηση. Ένα επιπρόσθετο στοιχείο που αξίζει ωστόσο να σημειωθεί και το οποίο σπανίως αναδεικνύεται από τη σχετική βιβλιογραφία είναι το γεγονός ότι το εγχείρημα τού ανοίγματος τής οικονομίας βασίστηκε ακριβώς στα επιτεύγματα τής προηγούμενης περιόδου, στα επιτεύγματα δηλαδή τής σοσιαλιστικής επανάστασης. Έτσι εξηγείται σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι η Κίνα κατέχει σήμερα μια ιδιαίτερη θέση μεταξύ των λεγόμενων «αναδυομένων» χωρών τού Νότου, όπως και το γεγονός ότι, πέραν των επιτυχιών που σημείωσε στον τομέα τής κοινωνικής πολιτικής, των υποδομών και τής εκβιομηχάνισης, η χώρα μπόρεσε να αντιμετωπίσει με αποτελεσματικό τρόπο και το αγροτικό ζήτημα. Εν προκειμένω, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η Κίνα είναι μια από τις ελάχιστες χώρες που έχουν προχωρήσει στη νομοθετική κατοχύρωση τού δικαιώματος πρόσβασης στη γη για τη συντριπτική πλειοψηφία τού αγροτικού πληθυσμού τους (πράγμα που δεν συνέβη σε καμία από τις γειτονικές της χώρες, με την εξαίρεση εκείνων στις οποίες έγινε σοσιαλιστική επανάσταση, όπως στο Βιετνάμ). Βεβαίως, τα τελευταία χρόνια, σημειώθηκαν απόπειρες αμφισβήτησης τού εν λόγω δικαιώματος, όπως επίσης και πολλές παραβιάσεις τής σχετικής νομοθεσίας (που οδήγησαν, για παράδειγμα, στην εκχώρηση δημοσίων εκτάσεων και την απαλλοτρίωση οικογενειακών αγροτεμαχίων). Ωστόσο, οι ενέργειες αυτές προσέκρουσαν στην αντίσταση των αγροτών, που μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις αυτο-οργανώθηκαν σε απόσταση από το ΚΚΚ. Τέλος, το ζήτημα τής πρόσβασης στη γη εξακολουθεί να κατέχει κεντρική θέση στις συζητήσεις που διεξάγονται στο εσωτερικό τής πολιτικής ηγεσίας τής χώρας.

Η κυριότερη πρόκληση που αντιμετωπίζει η Κίνα συνίσταται στο ότι η γεωργική της παραγωγή καλύπτει τις διατροφικές ανάγκες τού 22% τού παγκόσμιου πληθυσμού, μολονότι η χώρα κατέχει μόλις το 6% των αρόσιμων εκτάσεων σε παγκόσμια κλίμακα. Επιπλέον, στην Κίνα, το ποσοστό καλλιεργούμενης γης ανά κάτοικο, που υπολογίζεται σε μόλις 0,25 εκτάρια/κάτοικο, είναι σχεδόν το υποδιπλάσιο σε σύγκριση με αυτό τής Ινδίας και υποδεκαπλάσιο από αυτό τής Γαλλίας. Η θεσμική αναγνώριση τού δικαιώματος των αγροτών να έχουν πρόσβαση στη γη αποτέλεσε το πολυτιμότερο κληροδότημα τής μαοϊκής περιόδου και έναν από τους βασικούς παράγοντες για την αντιμετώπιση τής πρόκλησης αυτής. Και μπορεί μεν οι σύγχρονοι τρόποι οργάνωσης τής παραγωγής να διαφέρουν κατά πολύ από εκείνους τής μαοϊκής περιόδου ως συνέπεια τής εισαγωγής των μηχανισμών τής αγοράς, αλλά το γεγονός παραμένει ότι η ιδιοκτησία τής γης παραμένει συλλογική, έστω και αν εμφανίζεται με ποικίλες και διαβαθμισμένες μορφές. Αυτή είναι και η βασική ειδοποιός διαφορά μεταξύ τού οικονομικού συστήματος τής Κίνας και των οικονομιών των άλλων «αναδυόμενων» χωρών, ορισμένες εκ των οποίων εξακολουθούν να στηρίζονται εν μέρει σε αγροτικές κοινωνικές δομές — ας σημειώσουμε εν παρενθέσει ότι το 2010 το 37% τού ενεργού πληθυσμού τής χώρας ήταν αγρότες. Σε αντιδιαστολή λοιπόν με τις ευρέως διαδεδομένες αντιλήψεις, η προσέγγιση που υιοθετούμε δικαιολογείται και ιστορικά, καθώς ο αγροτικός τομέας συνεισέφερε τα μέγιστα στην οικονομική ανάπτυξη τής χώρας μέσω των μεταβιβάσεων τεράστιων αγροτικών πλεονασμάτων για την προώθηση τής εκβιομηχάνισης. Περαιτέρω όμως βρίσκει έρεισμα και στο γεγονός ότι, κάθε φορά που σημειώνεται κάμψη στην οικονομική ανάπτυξη, οι κινεζικές αρχές δείχνουν να επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στην παραγωγική δραστηριότητα των αγροτικών περιοχών.

Ανάπτυξη … ή έλεγχος τής αγοράς κινητών αξιών;

Οι συγγραφείς τού βιβλίου εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους για το γεγονός ότι το κινεζικό χρηματοπιστωτικό σύστημα βασίζεται κατά κύριο λόγο στην τραπεζική πίστη και εμφανίζονται ως ένθερμοι υποστηρικτές των αγορών κινητών αξιών [ομολόγων], στις οποίες αποδίδουν μια σειρά από αρετές που — κατά τη γνώμη τους — απουσιάζουν από τις πιστωτικές αγορές. Πιο συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι η «κοινότητα των επενδυτών» εκτιμά καλύτερα τους κινδύνους από ό,τι κάθε τράπεζα χωριστά, ενώ επίσης έχει την ικανότητα να διαμορφώνει μακροπρόθεσμες στρατηγικές, σε αντίθεση με τα πιστωτικά ιδρύματα που δείχνουν προτίμηση στους βραχυπρόθεσμους τίτλους. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που υπάρξουν προβλήματα σε κάποιες τράπεζες, η εν λόγω «κοινότητα» έχει την ικανότητα να αναστρέψει τις τάσεις συρρίκνωσης των πιστώσεων. Υποστηρίζουν ακόμη ότι η λειτουργία των αγορών αυτών θα προετοιμάσει το έδαφος, προκειμένου η κεντρική τράπεζα τής χώρας να μεταβεί από το καθεστώς τής άμεσης πιστωτικής εποπτείας σε αυτό τού καθορισμού των βασικών επιτοκίων, και ότι μακροπρόθεσμα θα οδηγήσει στην πλήρη απελευθέρωση των κινήσεων κεφαλαίων, στη σύνδεση τής εσωτερικής αγοράς με τις παγκόσμιες κεφαλαιακές αγορές και στην ευελικτοποίηση τής αγοράς συναλλάγματος, με απώτερο σκοπό την πλήρη μετατρεψιμότητα και διεθνοποίηση τού νομίσματος τής χώρας. Αυτό όμως που διαπιστώνουμε είναι ότι οι προτάσεις αυτές, οι οποίες φαινομενικά αποβλέπουν στη βελτίωση τού συστήματος χρηματοδότησης των δημοσίων φορέων και των επιχειρήσεων, ισοδυναμούν με ριζική αναδιοργάνωση τού χρηματοπιστωτικού συστήματος τής χώρας, προκειμένου να ευθυγραμμιστεί με τα δυτικά χρηματοπιστωτικά συστήματα τα οποία είναι πλήρως εναρμονισμένα με τις απαιτήσεις τής παγκοσμιοποίησης. Είναι επίσης προφανές ότι στην ίδια ακριβώς λογική εντάσσονται και μια σειρά επιπρόσθετων προτάσεων, όπως είναι, για παράδειγμα, η ενίσχυση τού ρόλου των κινέζων θεσμικών επενδυτών και το μεγαλύτερο άνοιγμα τής αγοράς ομολόγων στους ισχυρούς ξένους επενδυτές. Να υπενθυμίσουμε ότι σήμερα προβλέπεται περιορισμένη μόνο πρόσβαση στην εγχώρια αγορά ομολόγων στο πλαίσιο τού συστήματος παροχής ποσοστώσεων σε «ειδικούς» επενδυτές.[3]

Είναι άξιο απορίας το γεγονός ότι οι συγγραφείς τού βιβλίου δηλώνουν πίστη στις αρετές τού παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος! Ποιος αγνοεί σήμερα τις εγκληματικές πρακτικές τού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου; Στην πραγματικότητα, η επιχειρηματολογία των συγγραφέων είναι διάτρητη. Δεν είναι καθόλου αλήθεια ότι οι «φορείς» τής αγοράς ομολόγων συμπεριφέρονται περισσότερο υπεύθυνα σε σύγκριση με τα πιστωτικά ιδρύματα. Τις περισσότερες φορές οι εν λόγω «φορείς» ρυθμίζουν τη συμπεριφορά τους με γνώμονα τις εκτιμήσεις των οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, οι οποίες όμως είναι τόσο παράλογες και μεροληπτικές, ώστε πολλοί θεσμικοί επενδυτές προτιμούν να βασίζονται στη δική τους κρίση — όπως άλλωστε κάνουν και οι τράπεζες, όταν πρόκειται για τη χορήγηση δανείων. Είναι, άραγε, αλήθεια ότι η «κοινότητα» των εν λόγω φορέων βρίσκεται «πιο κοντά» στους εκδότες χρεωστικών τίτλων από ό,τι τα πιστωτικά ιδρύματα; Σίγουρα όχι, εφόσον οι τράπεζες διοικούνται σωστά. Έχουν, αλήθεια, οι «φορείς» αυτοί μια περισσότερο μακροπρόθεσμη προοπτική — στην περίπτωση, λόγου χάρη, των επενδύσεων των συνταξιοδοτικών ταμείων; Σαφώς και όχι. Συγχρόνως όμως βλέπουμε ότι οι τράπεζες είναι σε θέση να χορηγούν μακροπρόθεσμα δάνεια με απόλυτα ικανοποιητικούς όρους. Πρέπει επιπλέον να επισημάνουμε ότι οι εκτροπές και οι αστοχίες που παρατηρούνται στο τραπεζικό σύστημα [των δυτικών χωρών] οφείλονται στις αλλοιώσεις που αυτό υπέστη μέσω τής εφαρμογής τού μοντέλου τής «τράπεζας γενικών συναλλαγών» (τής τράπεζας, δηλαδή, που συνδυάζει τις παραδοσιακές πιστωτικές εργασίες με τις επενδυτικές δραστηριότητες). Τέλος, δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι, όσον αφορά τη χρηματοδότηση τής οικονομίας, ο καθορισμός των βασικών επιτοκίων θα πρέπει να θεωρείται ως το μόνο αποτελεσματικό εργαλείο, αποκλείοντας μάλιστα τη χρήση άλλων άμεσων εργαλείων (όπως είναι, για παράδειγμα, οι συντελεστές των υποχρεωτικών ελάχιστων αποθεματικών).

Ένα από τα πειστικότερα επιχειρήματα υπέρ τής αγοράς ομολόγων είναι ότι προσφέρει πρόσβαση σε μεγαλύτερο αριθμό επενδυτών από ό,τι οι τράπεζες, οι οποίες δεν έχουν άλλη δυνατότητα παρά μόνο να απευθυνθούν στους πελάτες τους, είτε άμεσα (δηλαδή, με την απευθείας πώληση κρατικών ομολόγων σε ιδιώτες), είτε με τη διαμεσολάβηση των μεγάλων θεσμικών επενδυτών. Το συγκεκριμένο πλεονέκτημα αφορά κυρίως τα κράτη, τους ΟΤΑ, καθώς και τις μεγάλες επιχειρήσεις. Επομένως, είναι λογικό η κινεζική κυβέρνηση να επιδιώκει την ευρύτερη ανάπτυξη τής αγοράς ομολόγων, που σήμερα περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη διακίνηση κρατικών τίτλων. Ωστόσο, ανακύπτει το σοβαρό ζήτημα τής ρύθμισης τής «δευτερογενούς αγοράς» (τουτέστιν τής μεταπώλησης τίτλων), κυρίως εφόσον γνωρίζουμε ότι η λειτουργία της στις δυτικές χώρες οδήγησε σε σωρεία προβλημάτων, όπως ο τεράστιος όγκος των συναλλαγών, κυρίως επί των παραγώγων προϊόντων επιτοκίων, και, ως εκ τούτου, είχε σοβαρές οικονομικές συνέπειες οφειλόμενες κυρίως σε σφάλματα εκτίμησης και αξιολόγησης. Οι συγγραφείς φαίνεται να συμφωνούν με τα δοκιμαστικά μέτρα που η κινεζική κυβέρνηση προτίθεται να εφαρμόσει (όπως, για παράδειγμα, τις άδειες ποσοστώσεων για την έκδοση τίτλων και την αξιολόγηση των χρεογράφων από την Εθνική Επιτροπή Μεταρρύθμισης και Ανάπτυξης). Σύμφωνοι! Αλλά αρκούν αυτά; Το ενδιαφέρον που μπορεί να παρουσιάζει το άνοιγμα στους ξένους επενδυτές έγκειται μάλλον στην ενίσχυση τής χρήσης άλλων νομισμάτων στη θέση τού δολαρίου και είναι, εξάλλου, γνωστό ότι η κινεζική κυβέρνηση έχει συνάψει με πολλές ασιατικές χώρες μια σειρά από συμβάσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο, πιστεύουμε ότι με την πλήρη απελευθέρωσή της η αγορά συναλλάγματος θα αφηνόταν έρμαιο στις κερδοσκοπικές ορέξεις των διεθνών επενδυτών, η συμπεριφορά των οποίων δεν έχει τίποτα το ορθολογικό.

Πλήρες και άνευ όρων άνοιγμα τής αγοράς μετοχών;

Όσον αφορά, τώρα, τη μετοχική αγορά, οι συγγραφείς δεν προτείνουν ευθέως την ανάπτυξή της, δίνοντας την εντύπωση ότι έχουν πλήρη επίγνωση των μειονεκτημάτων τής συγκεκριμένης «αγοράς δεσμεύσεων». Ωστόσο, η πρότασή τους να διευρυνθεί το πεδίο δράσης τού ιδιωτικού τομέα έχει ως λογικό επακόλουθο την ανάπτυξη και διεύρυνση τής εν λόγω αγοράς. Εμείς, αντιθέτως, πιστεύουμε ότι η αγορά μετοχών μπορεί και πρέπει να παραμείνει περιορισμένη. Δεν αμφισβητούμε τη χρησιμότητά της όσον αφορά τον ιδιωτικό τομέα, αλλά κατά τη γνώμη μας οι δημόσιες επιχειρήσεις πρέπει να την χρησιμοποιούν ολοένα και λιγότερο, αφενός, καθόσον βελτιώνονται οι δυνατότητες αυτοχρηματοδότησής τους και, αφετέρου, καθόσον το κράτος θα διαθέτει ένα ισχυρότερο ταμείο που θα χρηματοδοτείται από τις επιχειρήσεις αυτές και το οποίο θα επιτρέπει την πραγματοποίηση αυξήσεων κεφαλαίου. Υποστηρίζουμε επίσης ότι η διαδικασία μεταπώλησης μετοχών θα πρέπει να βασίζεται σε ένα πολύ αυστηρό πλαίσιο και ότι θα πρέπει να παρεμποδίζεται η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη τής εν λόγω αγοράς με την εφαρμογή των απαραίτητων νομικών και δημοσιονομικών μέτρων. Και για άλλη μια φορά τίθεται το δύσκολο ζήτημα κατά πόσον θα επιτρέπεται η πρόσβαση στη μετοχική αγορά σε διεθνείς επενδυτές. Πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι, όσον αφορά τις μετοχές που είναι εκφρασμένες σε γιουάν, ο βαθμός ανοίγματος τής συγκεκριμένης αγοράς είναι μόλις 1.5%. Επιπλέον, οι μετοχές αυτές διατίθενται αποκλειστικά στους λεγόμενους «ειδικούς» επενδυτές στη βάση ενός συστήματος ποσοστώσεων. Επί τού παρόντος συζητείται η διεύρυνση τού ανοίγματος τής αγοράς, προκειμένου να δοθεί ώθηση στα κινεζικά χρηματιστήρια, αλλά η κινεζική κυβέρνηση εξακολουθεί, δικαιολογημένα, να ανησυχεί για το ενδεχόμενο κερδοσκοπικών κινήσεων. Επιπλέον, οι κρατικές αρχές συνεχίζουν να απαγορεύουν στις αλλοδαπές επιχειρήσεις την έκδοση μετοχών σε γιουάν. Κατά τη γνώμη μας, η άρση των περιορισμών αυτών, με απώτερο στόχο την επίτευξη των πλεονεκτημάτων που, υποτίθεται, συνδέονται με την πλήρη μετατρεψιμότητα τού γιουάν, θα συνεπαγόταν, εκ των πραγμάτων, την υποταγή στους σχεδιασμούς των «μεγάλων διεθνών επενδυτών»· με άλλα λόγια, παράδοση στις ορέξεις των ισχυρότερων ξένων, και δη αμερικανικών, χρηματοπιστωτικών μονοπωλίων.

Αξίζει επίσης να υπενθυμίσουμε ότι οι μεταρρυθμίσεις τού χρηματοπιστωτικού συστήματος, που προχώρησαν με ταχύτερους ρυθμούς μετά από το 2005 και οι οποίες συνίσταντο στη μετοχοποίηση των μεγάλων κρατικών τραπεζών και στη δημιουργία χρηματιστηρίων, ακολούθησαν χρονικά το πρόγραμμα μεταρρύθμισης των δημοσίων επιχειρήσεων, οι οποίες απέκτησαν μεγαλύτερη ευχέρεια χειρισμών όσον αφορά τις κατευθύνσεις τού κεντρικού σχεδιασμού, μετατράπηκαν σε ανώνυμες εταιρείες και ωθήθηκαν να υιοθετήσουν αγοραία κριτήρια διαχείρισης, να εξαγάγουν διδάγματα από τις χρηματοδοτικές μεθόδους τής αγοράς και, τέλος, να αναπτύξουν εταιρικές σχέσεις με εξωτερικούς επενδυτές. Πρέπει επίσης να προστεθεί ότι, σε πολλές περιπτώσεις, πριν από την εισαγωγή στο χρηματιστήριο των μεγάλων κινεζικών τραπεζών, επετράπη σε αλλοδαπούς στρατηγικούς οργανισμούς να αποκτήσουν μερίδια συμμετοχής στο κεφάλαιο των ιδρυμάτων αυτών, με ρητό σκοπό τη μεταφορά εμπειρίας σε θέματα εταιρικής διακυβέρνησης [corporate governance]. Ωστόσο, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι, παρά τις τάσεις αυτές, το σύστημα χρηματοδότησης τής κινεζικής οικονομίας εξακολουθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό να στηρίζεται στην τραπεζική διαμεσολάβηση και η ιδιαιτερότητα του έγκειται ακριβώς στον «έμμεσο» χαρακτήρα του. Οι ταχείες μεταβολές που σημειώνονται οφείλονται στην προσπάθεια των κινεζικών αρχών να επιτύχουν μία σχετική ισορροπία ανάμεσα στο σημερινό σύστημα που βασίζεται στην τραπεζική πίστη και στο μοντέλο χρηματοδότησης που στηρίζεται στην ανάπτυξη των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Δεν ασπαζόμαστε την άποψη των συγγραφέων ότι η λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών παρουσιάζει κάποια ιδιαίτερη «αποτελεσματικότητα». Η άποψη αυτή, που υποστηρίζει ότι οι συγκεκριμένες αγορές διαδραματίζουν «θετικό» (ή και «άριστο») ρόλο από πλευράς πληροφόρησης, αξιολόγησης και κατανομής πόρων, έχει τις ρίζες της στη λεγόμενη «νεοκλασική» σχολή, που αποτελεί πλέον το κυρίαρχο παράδειγμα στην οικονομική θεωρία. Με την επίκληση τέτοιου είδους επιχειρημάτων δικαιολογήθηκε η απορρύθμιση των χρηματοδοτικών συστημάτων, η οποία, ως γνωστόν, οδήγησε στον σύγχρονο «χρηματιστικοποιημένο» καπιταλισμό που κυριαρχείται από τα χρηματοπιστωτικά ολιγοπώλια. Πέρα από το ότι είναι θεωρητικά έωλη, η άποψη αυτή αναιρείται από την εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών, η οποία δείχνει ότι οι εν λόγω αγορές δεν είναι σε θέση να διαμορφώσουν «συνεπείς» — πόσω μάλλον, «ορθές» — τιμές όσον αφορά κάθε είδους χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου, και κυρίως όσον αφορά τις εταιρικές μετοχές. Χρειάζεται άραγε να υπενθυμίσουμε τις καταστροφικές δυσλειτουργίες τους και και τις συνέπειες που είχε το σπάσιμο των «φουσκών» για το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα; Ποια είναι άραγε η αποτελεσµατικότητά τους, όταν βλέπουμε να υποβαθμίζονται οι μετοχές επιχειρήσεων που πραγματοποιούν κέρδη δισεκατομμυρίων; Για ποια ορθολογικότητα μπορεί να μιλάει κανείς, όταν οι ίδιες επιχειρήσεις προβαίνουν σε μαζικές απολύσεις, ενώ την ίδια στιγμή συνεχίζουν να διανέμουν τεράστια μερίσματα στους μετόχους τους; Σαφώς και δεν μπορούμε να συμμεριστούμε την εμπιστοσύνη που έχουν οι συγγραφείς στις αρετές των χρηματοπιστωτικών αγορών, από τη στιγμή που γνωρίζουμε ότι οι αγορές αυτές επιδεικνύουν μιμητικές τάσεις υπερθέρμανσης, πυροδοτούν αυτοεκπληρούμενες προσδοκίες, στερούνται αυτοδιορθωτικών μηχανισμών και επιδίδονται σε κερδοσκοπικές ενέργειες μέσω τής αλόγιστης και καταχρηστικής χρησιμοποίησης των παραγώγων και των μέσων αντιστάθμισης κινδύνων, πρακτικές που έχουν οδηγήσει σε ανυπολόγιστες καταστροφές. Επιστρέφοντας στο ζήτημα τής χρηματοδότησης των κινεζικών επιχειρήσεων, έχουμε επίγνωση τού ότι οι τραπεζικές πιστώσεις και η αυτοχρηματοδότηση ενδέχεται μην είναι επαρκή εργαλεία, αλλά θεωρούμε ότι η προσφυγή σε ξένες επενδύσεις και στη μετοχική αγορά πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο περιορισμένη και κυρίως δεν πρέπει να οδηγήσει στην ευθυγράμμιση με τις πρακτικές μεγιστοποίησης τής «μετοχικής αξίας» (δηλαδή τής επιπρόσθετης απόδοσης η οποία απαιτείται για την πραγματοποίηση επενδύσεων σε χρεόγραφα που ενέχουν κίνδυνο [αμοιβή επένδυσης]). Οι εγχώριες αποταμιεύσεις υπερεπαρκούν για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων και μπορούν να αξιοποιηθούν μέσω των τοπικών θεσμικών επενδυτών, με τον καθορισμό [, όσον αφορα τους τελευταίους,] ανωτάτων επιπέδων οικονομικής απόδοσης που δεν θα ταυτίζονται απαραιτήτως με τα επίπεδα απόδοσης που απαιτούνται από το λεγόμενο «κράτος-μέτοχο».

Για τη διεθνοποίηση τού νομίσματος και τη νομισματική κυριαρχία

Όσον αφορά τη στάση μας απέναντι στο επιχείρημα των συγγραφέων ότι η βελτίωση των δυνατοτήτων προσέλκυσης διεθνών επενδυτών μέσω τού ανοίγματος τού λογαριασμού κεφαλαίου και τής κατάργησης τού επιλεκτικού καθεστώτος συναλλαγματικών ελέγχων θα αποτελούσε ένα βήμα προς την πλήρη μετατρεψιμότητα και διεθνοποίηση τού εθνικού νομίσματος, θα θέλαμε να κάνουμε τις εξής επισημάνσεις. Η διεθνοποίηση τού γιουάν, με απώτερο σκοπό την αναβάθμισή του σε παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, απαιτεί την υλοποίηση μιας σειράς αυστηρών προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων και οι εξής: το άνοιγμα τού λογαριασμού κεφαλαίου και την ευελιξία τής συναλλαγματικής ισοτιμίας· την ενσωμάτωση στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα των κινεζικών χρηματοπιστωτικών αγορών· τον αναπροσανατολισμό των μακροοικονομικών πολιτικών τής χώρας, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η «εμπιστοσύνη» των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών αναφορικά με την καταπολέμηση τού πληθωρισμού και τον περιορισμό τού δημόσιου χρέους· και, τέλος, την επίτευξη κρίσιμης οικονομικής μάζας, αναγκαίας για την υλοποίηση τού φιλόδοξου στόχου τής διεθνοποίησης τού νομίσματος. Η επίτευξη των δύο πρώτων κριτηρίων αποτελεί όρο εκ των ουκ άνευ. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για τα υπόλοιπα κριτήρια, τα οποία, άλλωστε, δεν τηρούνται πάντοτε από τις καπιταλιστικές χώρες, το νόμισμα των οποίων χρησιμοποιείται ως διεθνές αποθεματικό συνάλλαγμα.

Αναμφίβολα η υιοθέτηση και εφαρμογή των όρων αυτών αποφέρει για τις εν λόγω χώρες σημαντικά πλεονεκτήματα (όπως, λ.χ., το εκδοτικό προνόμιο), πράγμα ιδιαίτερα ορατό στην περίπτωση των ΗΠΑ. Αλλά ένας τέτοιος προσανατολισμός θα σήμαινε διαρκή συμβιβασμό με τις απαιτήσεις τού παγκόσμια κυρίαρχου χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και, επομένως, αντίστοιχες απώλειες στη δυνατότητα άσκησης τής νομισματικής κυριαρχίας τής χώρας. Μπορεί, αλήθεια, η Κίνα να επωφεληθεί από τη διεθνοποίηση τού νομίσματός της, χωρίς να κληθεί να καταβάλει το σχετικό τίμημα, με άλλα λόγια, χωρίς να παραχωρήσει μέρος τής νομισματικής της κυριαρχίας και χωρίς να απεμπολήσει το δικαίωμα αυτόνομης χάραξης τής αναπτυξιακής της πολιτικής; Διότι είναι προφανές ότι, στην εποχή τού νεοφιλελευθερισμού, το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο έχει ανάγκη από ένα ισχυρό Κράτος που θα δρα σε βάρος των λαϊκών συμφερόντων. Περί τούτου δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη από την εκ νέου ενεργοποίηση τού ρόλου τού νεοφιλελεύθερου Κράτους όσον αφορά την εφαρμογή των μέτρων αντιμετώπισης τής κρίσης, που δεν αποσκοπούν στη σωτηρία των λαών, αλλά στη διάσωση τού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.

Σήμερα, στην Κίνα, οι πιέσεις υπέρ τής απελευθέρωσης τής χρηματοπιστωτικής αγοράς, οι οποίες ασκούνται από πολλούς οικονομολόγους και πολιτικούς που εδρεύουν κυρίως στη Σαγκάη, μπορεί μεν να αντισταθμίζονται από την καθησυχαστική ρητορική των κυβερνητικών στελεχών, που διαβεβαιώνουν ότι η εν εξελίξει μεταρρυθμιστική διαδικασία βρίσκεται υπό έλεγχο και ότι ο «εκσυγχρονισμός» τού συστήματος χρηματοδότησης τής εθνικής οικονομίας αποτελεί βήμα προς την κατεύθυνση τής διεθνοποίησης τού νομίσματος, αλλά πρέπει να προσθέσουμε ότι, όσον αφορά τις μελλοντικές προοπτικές τού κινεζικού σοσιαλισμού τής αγοράς, θεωρούμε κάπως ανησυχητικό το γεγονός ότι ορισμένες δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών δείχνουν να συγκλίνουν με τις συστάσεις που διατυπώθηκαν από το ΔΝΤ και από ορισμένους νεοφιλελεύθερους ηγέτες καπιταλιστικών χωρών τού Βορά (όπως, για παράδειγμα, από τον πρώην Πρόεδρο τής Γαλλικής Δημοκρατίας, Νικολά Σαρκοζί, ο οποίος, στη σύνοδο κορυφής τής G20 που πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο τού 2011, απηύθυνε έκκληση για την υιοθέτηση νεοφιλελεύθερων μέτρων από την Κίνα και για τη συμπερίληψη τού γιουάν στο καλάθι νομισμάτων των ειδικών τραβηκτικών δικαιωμάτων (ΕΔΤ/DTS) τού ΔΝΤ).[4]

Σε γενικές γραμμές, λοιπόν, η νομισματική πολιτική τής Κίνας είναι σύμφωνη με τις επιταγές που επιβάλλονται από την ανάγκη διατήρησης τής νομισματικής της κυριαρχίας. Παρ’ όλ’ αυτά, όπως, φαίνεται, γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη προσφυγή στα εργαλεία που χρησιμοποιούνται από τις κεντρικές τράπεζες τού καπιταλιστικού Βορά με τον καθορισμό, μάλιστα, στόχων παρόμοιων με τα κριτήρια που χρησιμοποιούν οι τελευταίες — με κύριο παράδειγμα, την καταπολέμηση τού πληθωρισμού. Οι πληθωριστικές πιέσεις αντιπροσωπεύουν οπωσδήποτε έναν πραγματικό κίνδυνο για την ταχέως αναπτυσσόμενη οικονομία τής Κίνας, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η δυναμική τού πληθωρισμού είναι απόρροια τού συσχετισμού δυνάμεων που ενυπάρχουν στην κοινωνία· είναι, δηλαδή, απόρροια τής ταξικής πάλης. Θέλουμε επίσης να υπογραμμίσουμε ότι, όσον αφορά τη χάραξη τής νομισματικής πολιτικής, η κινεζική κυβέρνηση οφείλει να ενεργεί με γνώμονα αναπτυξιακούς στόχους που θα συμβάλλουν στη μέγιστη δυνατή ενίσχυση των κοινωνικών πολιτικών. Με άλλα λόγια, δίνοντας προτεραιότητα στις λαϊκές ανάγκες, η κυβέρνηση πρέπει να δείξει πολιτική βούληση και να αγνοήσει την ιεράρχηση των εργαλείων οικονομικής πολιτικής που επιβάλλει ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός, πράγμα που σημαίνει ότι, πέραν τής φορολογικής και δημοσιονομικής πολιτικής, πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στις παραμέτρους τής νομισματικής πολιτικής που συνδέονται κυρίως με την ανάπτυξη τής κοινωνικής προστασίας και την ενίσχυση των οικονομικών υποδομών τής χώρας. Πιστεύουμε ότι, για κάθε χώρα που επιθυμεί να διατηρήσει τη νομισματική της κυριαρχία, αυτή η αντιστροφή των προτεραιοτήτων πρέπει να αποτελέσει απαραίτητο στοιχείο τής αναπτυξιακής της στρατηγικής.

Εξομάλυνση τού νομικού καθεστώτος που διέπει τη λειτουργία των δημοσίων επιχειρήσεων … ;

Οι συγγραφείς τού βιβλίου θεωρούν ότι συνιστά ανωμαλία το γεγονός ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις τυγχάνουν προνομιακής μεταχείρισης σε σύγκριση με τις επιχειρήσεις τού ιδιωτικού τομέα. Άλλωστε, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, οι δημόσιες επιχειρήσεις επί μακρόν δεν κατέβαλαν μέρισμα στο κράτος, ενώ ακόμη και σήμερα εξακολουθούν να διανέμουν πολύ χαμηλά μερίσματα. Λαμβάνοντας υπόψη και το πλεονέκτημα τής πρόσβασης σε εξαιρετικά φθηνό δανεισμό, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι οι επιχειρήσεις αυτές επιδίδονται σε αθέμιτο ανταγωνισμό με τον ιδιωτικό τομέα. Επιπλέον, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ενθαρρύνονται να υλοποιούν επενδυτικά σχέδια με εξαιρετικά υψηλή ένταση κεφαλαίου, πράγμα που, σύμφωνα πάντα με τους ίδιους, έχει δυσμενείς επιπτώσεις για τα νοικοκυριά και την κατανάλωση. Προτείνουν, λοιπόν, να εξομαλυνθεί το καθεστώς λειτουργίας τους, καθώς επίσης και να τους επιβληθεί η υποχρέωση να καταβάλλουν υψηλό μέρισμα στο κράτος, πράγμα που θα επέφερε αύξηση των δημοσιονομικών εσόδων, τα οποία μάλιστα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη βελτίωση τής κοινωνικής προστασίας.

Επιχειρηματολογώντας με αυτόν τον τρόπο, οι συγγραφείς παραβλέπουν παντελώς την ιδιαιτερότητα των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων, που συνίσταται στο ότι η λειτουργία τους δεν αποσκοπεί στον πλουτισμό τού κράτους-ιδιοκτήτη. Στην πραγματικότητα, το ότι σήμερα καταβάλλουν φόρους και τέλη για τη χρήση δημοσίου κεφαλαίου είναι κάτι το απολύτως φυσιολογικό. Ωστόσο, σε περίπτωση που υπαχθούν σε καθεστώς χρηματοδοτικής απόδοσης,[5] θα επιτελούν λίγο-πολύ τον ίδιο σκοπό με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Κάτι τέτοιο εξάλλου υπαινίσσονται οι συγγραφείς τού βιβλίου, όταν επιχειρηματολογούν για την ανάγκη επανακαθορισμού τής λειτουργίας τους, υπογραμμίζοντας μάλιστα «τη δυσκολία που παρουσιάζει το εγχείρημα τής καθιέρωσης καθεστώτος πλήρους ανταγωνισμού και τής εξάλειψης των εξωτερικοτήτων που συνδέονται με τη λειτουργία των μονοπωλίων[6]» (σελ. 364).

Αντιθέτως, εμείς υποστηρίζουμε ότι ο λόγος ύπαρξης των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων είναι τριπλός. Κατ’ αρχάς, μπορούν να καταβάλλουν στους εργαζόμενούς τους υψηλότερους μισθούς· κατά δεύτερο, η κυβέρνηση έχει πλήρη ευχέρεια να καθορίζει τον τρόπο διοίκησής τους (όσον αφορά, για παράδειγμα, τη μισθολογική ιεραρχία)· και κατά τρίτο, η κυβέρνηση έχει επίσης τη δυνατότητα να τις χρησιμοποιεί για την άμεση εξυπηρέτηση των σκοπών της, χωρίς ωστόσο να τους αφαιρεί κάθε περιθώριο αυτονομίας επιβάλλοντάς τους την κατά γράμμα εφαρμογή των σχεδίων της. Επομένως, είναι φυσιολογικό το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις αυτές καταβάλλουν, μέσω τού SASAC,[7] [χαμηλά] μερίσματα στο κράτος, τα οποία μάλιστα κατευθύνονται σε ειδικό ταμείο για τη στήριξη τής ανάπτυξης των δημοσίων επιχειρήσεων. Αυτό άραγε δεν αποτελεί επιχείρημα για το ότι το καθεστώς λειτουργίας τους εντάσσεται σε ένα πλαίσιο με σοσιαλιστικό προσανατολισμό σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζονται οι συγγραφείς τού βιβλίου; Αν αντιθέτως επρόκειτο για ένα «σοσιαλδημοκρατικό» καθεστώς (ή για ένα καθεστώς που θα διακρινόταν από τάσεις προς αυτή την κατεύθυνση), ο ρόλος τού δημοσίου τομέα θα περιοριζόταν στην παροχή συνδρομής στον ιδιωτικό τομέα — ή εν ανάγκη και στην «εξυγίανση» των προβληματικών επιχειρήσεων μέσω τής απορρόφησης των ζημιών τους, προκειμένου να διευκολυνθεί η επιστροφή τους στον ιδιωτικό τομέα (όπως φαίνεται και από τον «διάλογο» που διεξάγεται σήμερα στη Δύση για τις «προσωρινές εθνικοποιήσεις»).

Επομένως, ο δυναμισμός των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων εξηγείται, μεταξύ άλλων, από το γεγονός ότι ο εν λόγω τομέας διοικείται και λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο από ό,τι οι δυτικές ιδιωτικές επιχειρήσεις που είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο και οι οποίες προσανατολίζονται προς τη διανομή μερισμάτων, τη μεγιστοποίηση τής «μετοχικής αξίας», τη χρηματιστηριακή αποτίμηση των μετοχών τους και την εξασφάλιση πολύ υψηλών επενδυτικών αποδόσεων, αποκομίζοντας κέρδη από την εκμετάλλευση τής αλυσίδας των υπεργοληπτών τους — είτε αυτοί δραστηριοποιούνται στην έδρα λειτουργίας των αναθετουσών εταιρειών, είτε σε τρίτες χώρες. Αν οι κινεζικές δημόσιες επιχειρήσεις συμπεριφέρονταν με την ίδια απληστία, η δράση τους θα διέβρωνε τον τοπικό παραγωγικό ιστό — κάτι που προφανώς δεν συμβαίνει. Στην περίπτωση αυτή, θα είχαμε να κάνουμε με μια ακραία μορφή «κρατικού καπιταλισμού», πράγμα που θα επιβεβαίωνε τους ισχυρισμούς που προβάλλονται συχνά στη Δύση. Μια τέτοια μορφή «κρατικού καπιταλισμού» θα διέφερε ελάχιστα από τον ιδιωτικό καπιταλισμό. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που οι κινεζικές δημόσιες επιχειρήσεις είναι ή καθίστανται προσοδοφόρες, εκείνο που διαπιστώνουμε είναι ότι λειτουργούν με γνώμονα, όχι φυσικά τον πλουτισμό των μετόχων τους, αλλά τις παραγωγικές επενδύσεις και την εξυπηρέτηση των πελατών τους. Από τη στιγμή, μάλιστα, που η λειτουργία των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων συμβάλλει στην τόνωση τής συνολικής οικονομίας τής χώρας, έχει μικρή σημασία το γεγονός ότι καταγράφουν μικρότερα κέρδη από ό,τι οι δυτικοί ανταγωνιστές τους. Οι κινεζικές δημόσιες επιχειρήσεις καταβάλλουν μεν φόρους, αλλά συγχρόνως διανέμουν περιορισμένα μερίσματα στο κράτος, τον κύριο μέτοχό τους, (ύψους περίπου 10%), και αυτό σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με τις γαλλικές δημόσιες επιχειρήσεις, τα κέρδη των οποίων πηγαίνουν να καλύψουν τις μαύρες τρύπες των κρατικών ταμείων. Επομένως, κατά τη γνώμη μας, δεν συνιστά ορθή επιλογή η καταβολή μερίσματος προς το κράτος κατά την πρακτική που ακολουθείται στις [δυτικές] καπιταλιστικές χώρες. Θα ήταν ίσως προτιμότερο να θεσπιστεί [ενιαίος] φόρος επί τού κεφαλαίου, εν είδει μισθώματος για τη χρήση και εκμετάλλευση δημοσίων αγαθών. Εφόσον μάλιστα οι επιχειρήσεις αυτές λειτουργούν ικανοποιητικά, μπορεί να τους παρέχεται η δυνατότητα να παρακρατούν μεγαλύτερο μέρος των κερδών τους με σκοπό την επανεπένδυση ή για την υλοποίηση δραστηριοτήτων έρευνας και ανάπτυξης, λαμβανομένου πάντοτε υπόψη ότι, σύμφωνα με το ισχύον καθεστώς, η φορολογική τους επιβάρυνση είναι ανάλογη προς τα έσοδα που πραγματοποιούν.

… ή διαφύλαξη των ιδιαιτεροτήτων και πλεονεκτημάτων των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων;

Είναι αλήθεια ότι η αύξηση των διανεμομένων μερισμάτων προτείνεται και από πολλούς εμπειρογνώμονες τής Παγκόσμιας Τράπεζας και άλλων διεθνών οργανισμών. Επιπλέον, η κινεζική ρυθμιστική επιτροπή χρηματιστηρίων έχει περιστασιακά αφήσει να εννοηθεί ότι συμφωνεί με την επιλογή αυτή. Πιστεύουμε ότι πρόκειται για μια εσφαλμένη πολιτική, η εφαρμογή τής οποίας θα καταργούσε τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από το ειδικό καθεστώς λειτουργίας των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων. Σε μια τέτοια περίπτωση, ακόμα και αν οι επιχειρήσεις αυτές παραμείνουν υπό δημόσιο έλεγχο, θα έχουν την τάση να αντιγράφουν τις πρακτικές των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων τής Δύσης, οι οποίες, ως γνωστόν, διαθέτουν ολοένα και μεγαλύτερα μερίσματα, προκειμένου να εξασφαλίσουν την εύνοια των ιδιωτών μετόχων τους, οι οποίοι, με τη σειρά τους, εξαρτούν τις επενδυτικές τους αποφάσεις από τις στρατηγικές επένδυσης χαρτοφυλακίου των ολιγοπωλίων που κυριαρχούν παγκοσμίως στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Κατά τη γνώμη μας, η λειτουργία των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων δεν πρέπει να εναρμονιστεί με τα πρότυπα διαχείρισης των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Στην Κίνα, ο σοσιαλισμός τής αγοράς στηρίζεται στην ύπαρξη και διατήρηση ενός ισχυρού δημόσιου τομέα που διαδραματίζει στρατηγικό ρόλο στην οικονομία τής χώρας. Όλα τα διαθέσιμα στοιχεία συνηγορούν στο συμπέρασμα ότι το στοιχείο αυτό αποτελεί ένα από τα «μυστικά» για την αλματώδη οικονομική ανάπτυξη τής χώρας, είτε αυτό αρέσει είτε όχι στους «φιλελεύθερους» που τάσσονται υπέρ τής ιδιωτικής ιδιοκτησίας και τής μεγιστοποίησης τού ατομικού κέρδους. Επιπλέον δεν πρέπει να παραβλεφθεί και το γεγονός ότι οι κινεζικές δημόσιες επιχειρήσεις είναι πραγματικά μεγαθήρια, δραστηριοποιούμενες στους τομείς τής ενέργειας, των πρώτων υλών, των ημικατεργασμένων προϊόντων, των κατασκευών, των θαλασσίων μεταφορών κ.ο.κ. Σε όλους αυτούς τους τομείς, οι οικονομίες κλίμακας επιτρέπουν τη δραστική μείωση τού κόστους σε όλα τα επίπεδα (αγορές, παραγωγή, πωλήσεις). Αυτές ακριβώς οι επιχειρήσεις παρέχουν συντελεστές παραγωγής σε πληθώρα βιομηχανικών μονάδων μεσαίου και μικρού μεγέθους και μάλιστα σε πολύ καλές τιμές, εξασφαλίζοντας έτσι — μεταξύ άλλων — συνθήκες παραγωγής ευνοϊκές για την επιτυχία στην παγκόσμια αγορά.

Ένα από τα σημεία «υπεροχής» των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων είναι η συμμετοχή τού προσωπικού τους στη διαχείριση των μονάδων παραγωγής μέσω των εκπροσώπων τους στο εποπτικό συμβούλιο και τη συνέλευση των εργατών [Congrès des ouvriers] (—συμμετοχή που είναι μεν ουσιαστική, αλλά, κατά τη γνώμη μας, μπορεί και πρέπει να διευρυνθεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό). Σε αντιδιαστολή, η ενίσχυση τής «μετοχικής νοοτροπίας» έρχεται σε αντίθεση με την επιδίωξη τής διεύρυνσης τής συμμετοχής των εργαζομένων στη διοίκηση των επιχειρήσεων. Τα προγράμματα συμμετοχής των εργαζομένων στο μετοχικό κεφάλαιο, τα οποία εφαρμόζονται από ορισμένες μεγάλες δυτικές επιχειρήσεις, δεν συνεπάγονται αύξηση τής επιρροής των εργαζομένων στη διαχείριση, αφενός λόγω τής μειοψηφικής μετοχικής συμμετοχής που διατηρούν συνήθως οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις αυτές, και αφετέρου λόγω τής σύγκρουσης συμφερόντων που προκύπτει εξαιτίας τής διπλής τους ιδιότητας ως μισθωτών και μετόχων.

Ένα ακόμη σημείο «υπεροχής» των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων είναι η ικανότητά τους να ανταποκρίνονται στους στόχους τού κεντρικού σχεδιασμού. Σε καμία περίπτωση δεν εννοούμε με αυτό την επιβολή καθηκόντων για την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων, με τρόπο που θα υπονόμευε την ικανότητα τους να επιτύχουν τους οικονομικούς τους στόχους. Ο κεντρικός σχεδιασμός μπορεί κάλλιστα να κατευθύνει και να συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα με τη χρήση έμμεσων μέσων (όπως είναι, για παράδειγμα, η φορολογία και οι κάθε είδους κρατικές ενισχύσεις και επιδοτήσεις). Ωστόσο, οι κρατικές αρχές (— το κράτος, με την ευρεία έννοια τού όρου, συμπεριλαμβανομένων τής κεντρικής κυβέρνησης και των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης, υπό τον έλεγχο των οποίων βρίσκονται πολλές επιχειρήσεις), έχοντας την ευθύνη τού διορισμού και εποπτείας των διοικητικών στελεχών, μπορούν να εξασφαλίσουν ότι οι επιχειρήσεις αυτές θα αναλαμβάνουν κατάλληλη δράση, όχι μόνο στον τομέα τής εμπορευματικής παραγωγής, αλλά κυρίως στους τομείς «παροχής κοινωφελών υπηρεσιών» [missions de service public]. Η ιδιαιτερότητα των κινεζικών δημοσίων επιχειρήσεων διαφαίνεται εντονότερα, όταν λειτουργούν ως φορείς παροχής κοινωνικών υπηρεσιών. Εν προκειμένω, συμφωνούμε με τη διαπίστωση των συγγραφέων ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις «αποκομίζουν αθέμιτα πλεονεκτήματα» κυρίως όσον αφορά την πρόσβαση σε πιστώσεις, με τη διευκρίνιση όμως ότι οι πρακτικές αυτές μπορούν να προκαλέσουν στρέβλωση τού ανταγωνισμού αποκλειστικά και μόνο έναντι των ιδιωτικών οικονομικών φορέων που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή «συνήθων εμπορευματικών αγαθών».

Να επιτραπεί η είσοδος τού ιδιωτών στον τομέα των κοινωνικών υπηρεσιών …;

Στην Κίνα, η συντριπτική πλειονότητα, αν όχι το σύνολο, των υπηρεσιών παροχής κοινωνικών αγαθών (εκπαίδευση, υγεία, συντάξεις και λοιπές κοινωνικές παροχές) βρίσκεται στα χέρια τού Κράτους, δηλαδή στα χέρια τής κεντρικής κυβέρνησης ή, το συνηθέστερο, των τοπικών αρχών. Οι συγγραφείς τού βιβλίου θεωρούν μη ικανοποιητικό το σημερινό σύστημα λόγω τής «αναποτελεσματικότητας και τής ανελαστικότητάς του» (σελ. 180). Βεβαίως, δεν κάνουν λόγο για ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών, αλλά προτείνουν να τεθεί τέρμα στο μονοπώλιο αυτό. «Η κυβέρνηση πρέπει αφενός να πάψει να εμποδίζει την είσοδο ιδιωτικών φορέων στην αγορά κοινωνικών υπηρεσιών και αφετέρου να αναπροσαρμόσει τις λειτουργίες και τα καθήκοντα τού κράτους. Προτείνουμε να αντικατασταθεί σταδιακά το σημερινό καθεστώς διαμεσολάβησης τής καθημερινής διαχείρισης [μέσω] των φορέων παροχής κοινωνικών υπηρεσιών με ένα σύστημα ελέγχου και ρύθμισης των αγορών, οι οποίες θα λειτουργούν με τη συμμετοχή ιδιωτικών και δημοσίων φορέων» (σελ. 381). Σύμφωνα, λοιπόν, με τους συγγραφείς τού βιβλίου, στόχος τής κυβέρνησης θα πρέπει να είναι η μετάβαση σε ένα μικτό σύστημα εμπορευματικού ανταγωνισμού.

Εμείς θεωρούμε απαράδεκτη μια τέτοια εξέλιξη. Τα αγαθά τα οποία παρέχουν οι δημόσιες υπηρεσίες δεν είναι όπως τα υπόλοιπα. Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για «κοινωνικά αγαθά» που αντιδιαστέλλονται σαφώς από τα αγαθά που εμπορευματοποιούνται από φορείς τού ιδιωτικού τομέα. Αυτό σημαίνει, πάνω απ’ όλα, ότι τα συγκεκριμένα αγαθά είναι αναγκαία για την άσκηση των δικαιωμάτων τού πολίτη, παρέχοντας στο άτομο τη δυνατότητα να καταστεί πολιτικό υποκείμενο (μέσω τής παροχής εκπαίδευσης και επιμόρφωσης), κοινωνικό υποκείμενο (μέσω τής προαγωγής τής καλής υγείας, τής παροχής δημόσιων συγκοινωνιών…) και, τέλος, οικονομικό υποκείμενο (μέσω τής παροχής επαγγελματικής κατάρτισης, τής πρόσβασης στην απασχόληση κ.ο.κ.). Όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με τον τυποποιημένο οικονομολογικό ορισμό των «δημοσίων αγαθών», τον οποίο επικαλούνται οι συγγραφείς τού βιβλίου και σύμφωνα με τον οποίο τα συγκεκριμένα αγαθά είναι «μη ανταγωνιστικά και μη αποκλειστικά» (σελ. 225) — με την έννοια ότι δεν μπορούν εύκολα να αποτελέσουν αντικείμενο εμπορευματοποίησης, και τούτο ακριβώς λόγω των «τεχνικών» τους χαρακτηριστικών. Εν προκειμένω, οι συγγραφείς τού βιβλίου υιοθετούν τον ορισμό που έχει δοθεί από τους οικονομολόγους τής κυρίαρχης νεοκλασικής σχολής. Σύμφωνα λοιπόν με τους τελευταίους, τα προϊόντα που παράγονται για την αγορά και τα οποία διοχετεύονται μέσω τής αγοράς είναι αγαθά αποκλειστικής χρήσης. Επιπλέον, οι σχέσεις αλληλεξάρτησης μεταξύ των οικονομικών φορέων που δραστηριοποιούνται στην αγορά διαμεσολαβούνται από τον μηχανισμό των τιμών. Ωστόσο, τα αγαθά που οι ίδιοι αποκαλούν «δημόσια» εμφανίζουν την ιδιαιτερότητα ότι είναι αντικείμενα συλλογικής κατανάλωσης, είτε σε υποχρεωτική βάση (όπως π.χ. συμβαίνει με τα αγαθά τής «δικαιοσύνης» και τής «δημόσιας τάξης»), είτε προαιρετικά (π.χ. «πολιτισμός»). Καθώς όμως τα αγαθά αυτά είναι καθολικά διαθέσιμα, η κατανάλωσή τους δεν μπορεί να επιμεριστεί. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να τεθούν φραγμοί στη χρήση τους με την επιβολή «περιορισμών στην προσφορά» μέσω τού μηχανισμού των τιμών, όπως αντιθέτως συμβαίνει με τα συνήθη εμπορεύματα. Συνεπώς, ο ιδιωτικός τομέας δεν έχει συμφέρον να παράγει αγαθά αυτού τού είδους. Ενόψει αυτής τής «ανεπάρκειας τής αγοράς», οι οικονομολόγοι που ανήκουν στο κυρίαρχο ρεύμα τής «νεοκλασικής» οικονομίας παραδέχονται το γεγονός ότι η παραγωγή των εν λόγω «δημοσίων αγαθών» μπορεί να ανατεθεί στο κράτος, ενώ, παράλληλα, επιχειρούν να θέσουν δικλείδες ασφαλείας για την αντιμετώπιση των φαινομένων «παρασιτισμού» [comportements dits de «passager clandestin»], δηλαδή των προβλημάτων που εμφανίζονται όταν ορισμένα άτομα απολαμβάνουν τα δημόσια αγαθά, χωρίς να συμμετέχουν, μέσω τής φορολογίας, στις συλλογικές δαπάνες παροχής των εν λόγω αγαθών.

Η προσέγγισή μας είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με αυτή των νεοκλασικών οικονομολόγων. Σύμφωνα με την αντίληψή μας, η μερική ή πλήρης αδυναμία εμπορευματοποίησης των «δημοσίων υπηρεσιών» οφείλεται στην ιδιότητά τους ως «κοινωνικών αγαθών». Στην πρώτη περίπτωση ανήκουν, για παράδειγμα, τα αγαθά «πολιτισμού» (ηλεκτρικό, νερό, τηλέφωνο κ.ο.κ), των οποίων η χρήση είναι μεν κοινή, αλλά εξαρτάται από τη κρίση και τις ανάγκες κάθε ατόμου. Στη δεύτερη περίπτωση ανήκουν τα αγαθά τής ασφάλειας, τής δικαιοσύνης, τής εκπαίδευσης κ.ο.κ. Και στις δύο περιπτώσεις, η παροχή των εν λόγω αγαθών αποτελεί ευθύνη τού κράτους. Ας δούμε το παράδειγμα τής παιδείας. Ως επί το πλείστον, η παιδεία είναι αγαθό που πρέπει να διατίθεται σε όλους δωρεάν και επί ίσοις όροις. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, το συγκεκριμένο δικαίωμα περιλαμβάνεται μεταξύ των θεμελιωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων. Βεβαίως, μπορεί να αναγνωριστεί η ύπαρξη «ιδιωτικής» παιδείας, για λόγους που άπτονται τής ελευθερίας θρησκεύματος και πεποιθήσεων κ.ο.κ., αλλά, εν προκειμένω, στα «ιδιωτικά» [τ.έ. εβραϊκά, καθολικά, μουσουλμανικά κ.ο.κ.] σχολεία, τα προγράμματα τής υποχρεωτικής εκπαίδευσης θα παρέχονται από κρατικά πιστοποιημένους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι θα πληρώνονται από το Δημόσιο. Αντιθέτως, είναι δυνατόν να προβλέπεται ότι, πέραν τού πλαισίου τής υποχρεωτικής εκπαίδευσης, οι υπόλοιπες υπηρεσίες παιδείας θα παρέχονται έναντι αμοιβής. Όσον αφορά, τώρα, την περίπτωση τής υγείας, μπορεί να επιτρέπεται η λειτουργία ιδιωτικών κλινικών, με την πρόβλεψη όμως ότι το μεγαλύτερο ποσοστό τής δαπάνης περίθαλψης θα καλύπτεται από την κοινωνική ασφάλιση. Και στις δυο όμως περιπτώσεις, εφόσον στόχος είναι η διάπλαση των ατόμων σε πολίτες, είναι απαράδεκτη η θέσπιση ενός καθεστώτος «ανταγωνισμού» για την παροχή των συγκεκριμένων κοινωνικών αγαθών. Γνωρίζουμε, εξάλλου, ότι είναι αδύνατο, υπό τις συνθήκες αυτές, να διασφαλισθούν ανόθευτοι όροι ανταγωνισμού, αφού οι ιδιωτικές κλινικές επικεντρώνουν τη δραστηριότητά τους στα πιο κερδοφόρα τμήματα τής αγοράς, μεταθέτοντας στα δημόσια νοσοκομεία την ευθύνη για τα δύσκολα αλλά αναγκαία καθήκοντα (όπως είναι, για παράδειγμα, η εκπαίδευση και κατάρτιση των γιατρών). Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ειδοποιός διαφορά μεταξύ ενός προσανατολισμού με σοσιαλδημοκρατικό (ή καλύτερα: «σοσιαλφιλελεύθερο») πρόσημο και τής σοσιαλιστικής προοπτικής.

… ή να εκτιμηθεί δεόντως η διευρυμένη αντίληψη για τις δημόσιες υπηρεσίες, η οποία έχει διαμορφωθεί στην Κίνα;

Ωστόσο, η περίμετρος που καταλαμβάνουν οι κινεζικές δημόσιες υπηρεσίες είναι πολύ ευρύτερη και λιγότερο σαφής από ό,τι υπαινιχθήκαμε. Σύμφωνα με την κινεζική αντίληψη, οι δημόσιες υπηρεσίες περιλαμβάνουν και τον τομέα των αγαθών που μπορούμε να αποκαλέσουμε «στρατηγικά». Πρόκειται, με άλλα λόγια, για υπηρεσίες προμήθειας συντελεστών παραγωγής που έχουν στρατηγική σημασία για το σύνολο τής εθνικής οικονομίας. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε τα διάφορα είδη υποδομών, την ενέργεια υπό την ευρεία έννοια τού όρου, τις πρώτες ύλες, αλλά επίσης και τις τραπεζικές υπηρεσίες, τη βασική έρευνα κ.τ.λ. Αυτό εξηγεί γιατί το 1999 η κινεζική κυβέρνηση προέβη στην οριοθέτηση τού λεγόμενου «στρατηγικού τομέα» τής οικονομίας και ανέθεσε την ευθύνη για την ανάπτυξή του στις δημόσιες επιχειρήσεις, παρέχοντας σε αυτές κάθε δυνατή βοήθεια και υποστήριξη (προνομιακή πρόσβαση σε δάνεια, τραπεζικές παρεμβάσεις εκ μέρους των λεγόμενων «πολιτικών τραπεζών» κ.τ.λ.). Ο ιδιωτικός τομέας δεν εξαιρέθηκε από τη διαδικασία αυτή, καθώς προβλέφθηκε ότι μπορεί να παίξει επικουρικό και ενισχυτικό ρόλο. Ωστόσο, οι δημόσιες αρχές τής χώρας ευνόησαν απροκάλυπτα τις επιχειρήσεις τού δημοσίου τομέα στα πλαίσια τού ανταγωνισμού τους με τον ιδιωτικό τομέα, φροντίζοντας συγχρόνως να διαμορφώσουν συνθήκες πραγματικού ανταγωνισμού μεταξύ των δημοσίων επιχειρήσεων. Ο έντονος δυναμισμός που χαρακτηρίζει σήμερα τον κλάδο των «στρατηγικών» δημοσίων υπηρεσιών αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα σημεία τής κινεζικής οικονομίας.

Στη Δύση είναι διαδεδομένη η άποψη ότι η επιτυχία των εξαγωγών τής Κίνας οφείλεται κυρίως στο εξαιρετικά χαμηλό κόστος τού εργατικού της δυναμικού. Η αντίληψη αυτή είναι εσφαλμένη διότι το εργατικό κόστος αντιπροσωπεύει μικρό μόνο ποσοστό των τιμών πώλησης (τής τάξης, κατά μέσο όρο, τού 4-10%) και, επομένως, δεν αρκεί για να αντισταθμίσει το κόστος μεταφοράς προς τις χώρες εισαγωγής που βρίσκονται στον καπιταλιστικό Βορά — και αυτό πέραν τού ότι οι μισθοί τής Κίνας τείνουν να αυξάνονται με ταχύτερο ρυθμό σε σχέση με τους μισθούς των ανταγωνιστικών της οικονομιών τού Νότου. Οι εξαγωγικές επιτυχίες τής Κίνας οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στις συγκριτικά πολύ χαμηλότερες τιμές των αναγκαίων συντελεστών παραγωγής (ηλεκτρικό, πρώτες ύλες, τηλέφωνο, θαλάσσιες μεταφορές κ.ο.κ.). Επιπλέον, το γεγονός ότι οι επιβαρύνσεις παραγωγής κινούνται σε συγκριτικά χαμηλά επίπεδα οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις προμηθεύουν τους παραγωγούς με τους αναγκαίους συντελεστές παραγωγής σε τιμές που υπόκεινται σε αυστηρό κρατικό έλεγχο ή οι οποίες καθορίζονται απευθείας από το Κράτος (όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει με τις τιμές τού ηλεκτρικού ρεύματος και των καυσίμων). Πρέπει, βεβαίως, να ληφθεί υπόψη ότι οι μισθοί στις κινεζικές επιχειρήσεις είναι σημαντικά χαμηλότεροι από ό,τι στη Δύση, με την επισήμανση ωστόσο ότι είναι κατά πολύ υψηλότεροι από τους «μισθούς πείνας» των διαβόητων «εργασιακών γκουλάγκ» που λειτουργούν σε άλλες χώρες τού Νότου και που επίσης παράγουν προϊόντα προς εξαγωγή. Τέλος, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, παρά την κρίση που ξέσπασε το 2008, το κατά κεφαλήν καθαρό εισόδημα των κινεζικών αστικών νοικοκυριών αυξήθηκε σε πραγματικούς όρους κατά +8,0% το 2010, κατά +8,5% το 2011 και κατά +10,0% το 2012!

Στην πραγματικότητα, το κρίσιμο διακύβευμα πίσω από αυτή την αντίληψη για τις στρατηγικές δημόσιες υπηρεσίες δεν είναι άλλο από την εθνική κυριαρχία — μια λέξη που έχει συκοφαντηθεί βάναυσα από τους απανταχού θιασώτες τής παγκοσμιοποίησης, οι οποίοι ωστόσο δεν διστάζουν να χρησιμοποιούν τα κράτη για την εξυπηρέτηση των ιδιωτικών τους συμφερόντων, αποκαλύπτοντας έτσι τις πραγματικές τους προθέσεις. Και βλέπουμε σήμερα την Κίνα να εγκαλείται για «εθνικισμό», ενώ στην πραγματικότητα οι φιλοδοξίες της περιορίζονται στη διαφύλαξη τού πολιτισμού της και των επιτευγμάτων τής επανάστασης. Θα θέλαμε προσθέτως να επισημάνουμε ότι, κατά τη γνώμη μας, τα έθνη που δεν διακατέχονται από το σύνδρομο τού ιμπεριαλισμού συνιστούν πλούτο για την ανθρωπότητα, μια μορφή κοινωνικής ποικιλομορφίας, απειλούμενης με εξαφάνιση λόγω τής ομογενοποίησης των τρόπων ζωής, κατανάλωσης και πολιτισμικής έκφρασης, και, ως εκ τούτου, ευτύχημα και ευκαιρία για πολιτισμικές ανταλλαγές και κάθε είδους επιμιξίες. Εμείς, από την πλευρά μας, πιστεύουμε ότι οι επανειλημμένες διακηρύξεις των κινεζικών αρχών όσον αφορά το «σοσιαλισμό κινεζικού τύπου» ή τον «κινεζικό πνευματικό πολιτισμό» δεν πρέπει να ερμηνεύονται ως ένδειξη ματαιοδοξίας, αλλά εκφράζουν την ειλικρινή ανησυχία που προκαλεί το ενδεχόμενο τής απώλειας τής πολιτισμικής ιδιαιτερότητας τής χώρας μέσα στο ασφυκτικά ομογενοποιημένο περιβάλλον των δυτικών αξιών και τρόπων ζωής, πράγμα που ωστόσο δεν αντιφάσκει με την πρόθεσή τους να συμμεριστούν εμπειρίες και αξίες καθολικού χαρακτήρα, όπως αυτές που έχουν διατυπωθεί με θαυμάσιο τρόπο στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων τού Ανθρώπου των Ηνωμένων Εθνών.

Όσον αφορά τώρα τις ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων υπηρεσιών που πραγματοποιήθηκαν (έστω και εν μέρει) στις δυτικές χώρες, υπάρχει σωρεία παραδειγμάτων, όπου σημειώθηκε αισθητή επιδείνωση στο επίπεδο παροχής υπηρεσιών μετά την ιδιωτικοποίησή τους. Δεν είναι, άραγε, γνωστό ότι πολλές επιχειρήσεις τού ιδιωτικού τομέα βρίσκουν τρόπους να παρακάμψουν τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από τον ρόλο τους ως παρόχων κοινωφελών υπηρεσιών και ότι δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο, προκειμένου να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό στην αγορά αυτών των υπηρεσιών προς ίδιον όφελος (μέσω, για παράδειγμα, των πρακτικών «φορολογικής ελάφρυνσης» ή μέσω παραπλανητικών διαφημίσεων); Ελπίζουμε ειλικρινά ότι, ως προς το ζήτημα αυτό, οι κινεζικές αρχές θα βρουν τη δύναμη να αντισταθούν στις σειρήνες τού φιλελευθερισμού. Την ίδια ελπίδα τρέφουμε και για το μέλλον τού «κινεζικού σοσιαλισμού». Πέραν των θετικών επιπτώσεων που έχει η εισαγωγή μηχανισμών τής αγοράς, κυρίως όσον αφορά την επιτάχυνση τής οικονομικής ανάπτυξης (πράγμα που οπωσδήποτε συμβάλλει στη νομιμοποίηση τής υιοθετηθείσας στρατηγικής), θα πρέπει επίσης να υπογραμμίσουμε ότι η τυχόν επιλογή εκ μέρους τής κινεζικής κυβέρνησης να ακολουθήσει τον καπιταλιστικό δρόμο θα υπονομεύσει με βεβαιότητα την όλη αναπτυξιακή στρατηγική της.

Τι είδους «στρατηγικός σχεδιασμός»;

Ένα ιδιαίτερα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό τού πολιτικο-οικονομικού συστήματος τής Κίνας είναι η ύπαρξη ενός ισχυρού σχεδιασμού που εξακολουθεί να εφαρμόζεται, παρ’ όλο που τις τελευταίες δεκαετίες έχει μεταβληθεί ο χαρακτήρας των επιδιωκόμενων στόχων καθώς και των εργαλείων που χρησιμοποιούνται για την επίτευξή τους. Αρκεί κανείς να διαβάσει τις ετήσιες ομιλίες τού πρωθυπουργού και τού υπουργού σχεδιασμού ενώπιον τής Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης, για να διαπιστώσει κατά πόσον υλοποιούνται οι ποσοτικοί στόχοι που καθορίζονται λεπτομερώς στα πενταετή σχέδια. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο καλοπροαίρετος ερευνητής μπορεί να βεβαιωθεί ότι αυτό πράγματι συμβαίνει σε πολύ μεγάλο βαθμό. Επιπλέον σε αυτές τις ομιλίες προδιαγράφονται επακριβώς οι ποσοτικοί στόχοι για το επόμενο έτος. Άλλωστε και οι ίδιοι οι συγγραφείς τού βιβλίου δείχνουν εντυπωσιασμένοι από τα αποτελέσματα τού κινεζικού κεντρικού σχεδιασμού, ο οποίος στοχεύει με αυτοπεποίθηση στο μέλλον παρά την αυξανόμενη αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει τη ζωή στον πλανήτη μας. Αν και στο βιβλίο τους υπάρχουν διάσπαρτες αναφορές στο «στρατηγικό σχεδιασμό», πρέπει ωστόσο να διευκρινισθεί ότι οι συγγραφείς με τον όρο αυτό εννοούν τις κρατικές πολιτικές που στοχεύουν στην καθοδήγηση τής δράσης των οικονομικών παραγόντων, κυρίως όσον αφορά κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα, καθώς και όσον αφορά ζητήματα αστικοποίησης. Βεβαίως, δεν χάνουν την ευκαιρία να αναφερθούν στο προσφιλές τους θέμα, το (δυτικού τύπου) «στρατηγικό κράτος»[8] — μια έννοια η οποία έχει το νόημα ότι το κράτος αποσύρεται από την οικονομία, διατηρώντας ρόλο «ρυθμιστή» τής οικονομικής δραστηριότητας. Είναι προφανές ότι οι συγγραφείς προκρίνουν πολιτικές «παρεμβατισμού» που επηρεάζουν τις τιμές των συντελεστών παραγωγής προς την επιθυμητή κατεύθυνση, και πιο συγκεκριμένα πολιτικές «εξισορρόπησης τού πλούτου προς όφελος τού άυλου και τού φυσικού κεφαλαίου» (σελ. 237). Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι συγγραφείς αφιερώνουν μερικές θαυμάσιες σελίδες, για παράδειγμα, στα ζητήματα τής επιθυμητής μορφής τής αστικοποίησης και των μέτρων που πρέπει ληφθούν, προκειμένου να καταστεί δυνατή η βιώσιμη ανάπτυξη στη σημερινή εποχή τής ενεργειακής και κλιματικής πρόκλησης. Ωστόσο, όπως φαίνεται, ο «στρατηγικός» σχεδιασμός, με την έννοια με την οποία χρησιμοποιείται από τους συγγραφείς τού «Κινεζικού Δρόμου», δεν είναι παρά ένα απλό κυβερνητικό εργαλείο, και μάλιστα κατά το πρότυπο τού «σχεδιασμού μέσω τής παροχής κινήτρων» [planification incitative] που εφαρμόστηκε στη Γαλλία κατά τη διάρκεια τής «λαμπρής τριακονταετίας». Εμείς έχουμε διαφορετική αντίληψη για τον κεντρικό σχεδιασμό. Ως πεδίο καθορισμού και διαμόρφωσης συλλογικών επιλογών, ο κεντρικός σχεδιασμός οφείλει να αποτελεί πυρήνα τής δημοκρατίας. Και αυτό γιατί οι συλλογικές επιλογές αποτελούν έκφραση μιας γενικής βούλησης, και όχι, όπως υποστηρίζουν οι συγγραφείς τού βιβλίου, «έκφραση προϋπαρχουσών συλλογικών προτιμήσεων». Επομένως, ο κεντρικός σχεδιασμός αποτελεί αφενός το πεδίο όπου ένα λαός καθορίζει το συλλογικό του πεπρωμένο και αφετέρου το εργαλείο που χρησιμοποιεί για να διαμορφώσει υπεύθυνα το κοινό του μέλλον, και τούτο όσον αφορά κάθε τομέα τής ζωής του: για παράδειγμα, τις εμπειρίες τής κατοίκησης και τις νοηματοδοτήσεις τού χώρου, τα καταναλωτικά πρότυπα, το μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό συλλογικότητας τού κοινού βίου κ.ο.κ. Το γεγονός είναι ότι στην Κίνα ο καθορισμός των επιλογών αυτών πραγματοποιείται από το κομμουνιστικό κόμμα για λογαριασμό των πολιτών («εν ονόματι τού λαού»), πράγμα που φέρνει στο προσκήνιο το ζήτημα τού χαρακτήρα τού πολιτικού καθεστώτος τής χώρας. Ως προς αυτό, θα περιοριστούμε στην επισήμανση ότι σήμερα η αρχή τής διαβούλευσης προτάσσεται ολοένα και περισσότερο ως θεμελιώδης ανάγκη. Όπως και να έχει, πιστεύουμε ότι στις κυβερνητικές πρακτικές και τις ομιλίες των κινέζων αξιωματούχων αποτυπώνεται αυτή ακριβώς η έννοια τού κεντρικού σχεδιασμού, με άλλα λόγια ενός σχεδιασμού για την υλοποίηση τού οποίου χρησιμοποιούνται σύγχρονα μέσα προσαρμοσμένα στις απαιτήσεις τού παρόντος. Αυτού τού είδους ο σχεδιασμός, που κατ’ εμάς αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα τού σοσιαλιστικού δρόμου ανάπτυξης, αντιδιαστέλλεται σαφώς από τη νεοφιλελεύθερης έμπνευσης έννοια τής «χρηστής διακυβέρνησης», που, στη πραγματικότητα, χρησιμοποιείται κατ’ αντίφραση για να δηλώσει την αφαίρεση εξουσιών από το κράτος μέσω τής θέσπισης κανόνων προς όφελος των κυρίαρχων δυνάμεων τής αγοράς. Στην περίπτωση όμως τού κινεζικού «στρατηγικού» σχεδιασμού, βλέπουμε να χρησιμοποιείται ένα ευρύ φάσμα εργαλείων. Οι συγγραφείς, μάλιστα, τού «Κινεζικού Δρόμου» επιλέγουν να εστιάσουν στη φορολογική πολιτική, που ναι μεν συνιστά ένα πολύ σημαντικό εργαλείο, αλλά δεν εξαντλεί το φάσμα των μέσων που έχει στη διάθεσή του το κινεζικό κράτος. Παραλείπουν, δυστυχώς, να αναφερθούν στην ευρέως διαδεδομένη πρακτικής τής χορήγησης δανείων με επιδοτούμενα επιτόκια, όπως επίσης και στον ρόλο που διαδραματίζουν το σύστημα καθορισμού τιμών και οι δημόσιες παραγγελίες, που, κατά τη γνώμη μας, αποτελούν κρίσιμους παράγοντες που συντελούν αποφασιστικά στην αποτελεσματικότητα τού κινεζικού σχεδιασμού.

Μια «καλοπροαίρετη» γραφειοκρατική εξουσία …;

Σύμφωνα με τον Μισέλ Αλιετά και τον Γκούο Μπάι, η πολιτική εξουσία τής χώρας συνεχίζει την παλιά παράδοση τής αυτοκρατορικής εξουσίας, η οποία ας σημειωθεί ότι δεν ήταν μια ελέω θεού απόλυτη μοναρχία, αλλά στηριζόταν σε ένα είδος «κοινωνικού συμβολαίου» με το λαό, με την έννοια, αφενός, ότι ο κυρίαρχος ηγεμόνας παρείχε στους υπηκόους του υπηρεσίες με αντάλλαγμα την αφοσίωσή τους και, αφετέρου, ότι το σύστημα των αυτοκρατορικών εξετάσεων προσέφερε ευκαιρίες κοινωνικής ανόδου στους διοικούμενους. Επιπλέον, η μη πλήρωση των εν λόγω νομιμοποιητικών προϋποθέσεων καθιστούσε δικαιολογημένη την ανατροπή τής εξουσίας. Η αυτοκρατορική εξουσία όφειλε επιπροσθέτως να συμμορφώνεται προς συγκεκριμένους κανόνες ηθικής συμπεριφοράς, μεταξύ των οποίων μπορούν να αναφερθούν η δικαιοσύνη, η εντιμότητα και ο σεβασμός των οικογενειακών αξιών. Εν ολίγοις, η συμπεριφορά τής εξουσίας έπρεπε να καθορίζεται από ένα ηθικό κώδικα κομφουκιανής, κυρίως, έμπνευσης. Σύμφωνα, λοιπόν, με τους συγγραφείς τού βιβλίου, τα ίδια ισχύουν και όσον αφορά το κινεζικό κομμουνιστικό κόμμα. Όπως μάλιστα επισημαίνουν, η εξουσία που ασκεί το κόμμα είναι μεν ιεραρχική (—και, ως προς αυτό, επισημαίνουν το παράδειγμα τού «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού»), αλλά όχι «δικτατορική» (καθόσον το κόμμα εφαρμόζει την αρχή τής «συλλογικότητας»). Η κοινωνική αποδοχή τής εξουσίας που ασκεί το κόμμα, το οποίο έχει υπό την εποπτεία του τη λειτουργία τού κρατικού μηχανισμού, εξαρτάται από το κατά πόσον επιτελεί τα καθήκοντά του που αφορούν την προαγωγή τής κοινωνικής ευημερίας και την αύξηση τού «πραγματικού πλούτου». Το τελευταίο αυτό σημείο συνεπάγεται ότι το κόμμα ενεργεί με τη δέουσα μέριμνα όσον αφορά όλες τις μορφές κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων τόσο τού «ανθρωπίνου κεφαλαίου» (τ.έ. το σύνολο των ικανοτήτων και προσόντων που διαθέτει κάθε άτομο) όσο και τού «φυσικού κεφαλαίου» (που διακρίνεται από το στοιχείο τής σπανιότητας των πόρων, πράγμα που δικαιολογεί την ανάγκη τής «αναπτυξιακής αειφορίας»). Η κοινωνική ευημερία προϋποθέτει ειδικότερα την προαγωγή τής κοινωνικής συνοχής, πράγμα που με τη σειρά του απαιτεί την κατά το δυνατόν εξάλειψη των κοινωνικών ανισοτήτων, την εγγύηση των κοινωνικών δικαιωμάτων και την ενίσχυση τής συμμετοχής τής κοινωνίας των πολιτών στις διαδικασίες προσφοράς δημοσίων αγαθών. Όλοι αυτοί οι στόχοι είναι υλοποιήσιμοι μόνον εάν η εξουσία ενεργεί με βάση ηθικά κριτήρια. Αυτή είναι, σε γενικές γραμμές, η ουσία των επιδιώξεων που, σύμφωνα με τους συγγραφείς, πρέπει να έχει η πολιτική εξουσία. Υπό το πρίσμα μάλιστα αυτό, οι συγγραφείς θεωρούν ότι, όσον αφορά την αποτελεσματική άσκηση τής εξουσίας, το πολιτικό καθεστώς τής χώρας διαθέτει πολύ περισσότερα μέσα από ό,τι ορισμένες φιλελεύθερες δημοκρατίες, στις οποίες μια συχνά περιορισμένη πλειοψηφία κοινωνικών δυνάμεων κατόρθωσε, μετά από έντονη διαπάλη, να επιβάλλει την κυριαρχία της επί τής μειοψηφίας, με αποτέλεσμα την επικράτηση ιδιωτικών συμφερόντων που κρύβονται πίσω το μανδύα τού «δημοσίου συμφέροντος», και στις οποίες πρώτιστη μέριμνα είναι η ικανοποίηση των αναγκών τής παρούσας γενιάς, διακυβεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα των μελλοντικών γενιών να ικανοποιήσουν τις δικές τους. Επιπλέον, λόγω τού ότι η επίτευξη των στόχων που συνδέονται με την βιώσιμη ανάπτυξη και την κοινωνική ευημερία αποτελεί τη μοναδική πηγή νομιμοποίησης τού κινεζικού καθεστώτος, η πολιτική εξουσία τής χώρας είναι σε θέση να διαμορφώσει ένα μακροπρόθεσμο πρόγραμμα δράσης, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στις δυτικές δημοκρατίες, όπου η πολιτική εξουσία αδυνατεί να υπερβεί το βραχύ χρονικό ορίζοντα των εκλογικών συγκυριών.

Αυτή η ανάλυση, που σε επίπεδο εννοιών αντλεί έμπνευση από τις προτάσεις τής επιτροπής Στίγκλιτς και τις απόψεις τού Αμάρτια Σεν, είναι οπωσδήποτε αρκετά καινοτόμος, αλλά πιστεύουμε ότι βασική της επιδίωξη είναι να συμβάλει στον αναπροσανατολισμό τής κινεζικής αναπτυξιακής πολιτικής προς την κατεύθυνση ενός, τρόπο τινά, «ανανεωμένου σοσιαλδημοκρατικού συμβιβασμού», ο οποίος συνίσταται στην υπαγωγή των δημόσιων και ιδιωτών ιδιοκτητών κεφαλαίου στην εξουσία ενός Κράτους που θα στοχεύει στην αξιοποίηση εκείνων των μορφών κεφαλαίου — π.χ. ανθρώπινο, κοινωνικό, θεσμικό, φυσικό κεφάλαιο κ.τ.λ. — που συνήθως παραμελούνται στο πλαίσιο τής «συνήθους» λειτουργίας τού καπιταλισμού. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, η κινεζική «αυτοκρατορία» θα μπορέσει κατ’ αυτόν τον τρόπο να θέσει φραγμούς στα ιδιωτικά συμφέροντα. Εμείς από την πλευρά μας δεν θεωρούμε πειστική την ανάλυση αυτή, παρ’ όλο που ανταποκρίνεται φαινομενικά στην πολιτική που ακολουθεί σήμερα η κινεζική κυβέρνηση. Έχουμε επίσης την εντύπωση ότι η ερμηνεία που προτείνουν οι συγγραφείς τού βιβλίου όσον αφορά τον χαρακτήρα τής πολιτικής εξουσίας τής χώρας τείνει συχνά να αντιμετωπίζει την κινεζική πραγματικότητα υπό το στρεβλό πρίσμα τού «σοσιαλδημοκρατικού κράτους». Και αυτό γιατί η θεώρησή τους συγκλίνει προς αυτή που προτάθηκε από τον Τζ. Μ. Κέινς στη «Γενική θεωρία τής απασχόλησης, τού τόκου και τού χρήματος» και στο πλαίσιο τής οποίας δίνεται υπερβολική έμφαση στον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει το καπιταλιστικό κράτους, σε μια τουλάχιστον από τις εκφάνσεις του. Αυτή η εμπιστοσύνη στον ρόλο τού κράτους οδήγησε τον Κέινς στο να πιστέψει ότι, μέσω κρατικών παρεμβάσεων που θα έρχονταν σε σύγκρουση με την αμιγή λογική τής μεγιστοποίησης τού καπιταλιστικού κέρδους, θα μπορούσαν να βελτιωθούν σταδιακά οι «αποκρουστικές πτυχές τού καπιταλισμού», στις οποίες συμπεριελάμβανε, μεταξύ άλλων, τη μαζική ανεργία και τις εισοδηματικές ανισότητες. Ωστόσο, η ανάλυση αυτή υποτιμά, αδικαιολόγητα κατά τη γνώμη μας, την πραγματική δύναμη των ολιγοπωλίων που σήμερα κυριαρχούν παγκοσμίως στον χρηματοπιστωτικό τομέα, καλλιεργώντας έτσι πολιτικές αυταπάτες και ψεύτικες ελπίδες όσον αφορά την υποτιθέμενη παντοδυναμία που διαθέτει ένα «ρεφορμιστικό» κράτος με καθαρά σοσιαλδημοκρατικό προσανατολισμό. Αποφεύγοντας επίσης να αμφισβητήσει τις κυρίαρχες ιδεολογικές παραδοχές, η έκθεση τής επιτροπής Στίγκλιτς, η οποία δημοσιοποιήθηκε το 2009, συνέστησε απλώς την επανεξέταση των εδραιωμένων βεβαιοτήτων τού νεοφιλελευθερισμού. Πιο συγκεκριμένα, η επιτροπή πρότεινε τη διατήρηση τής ευελιξίας των συναλλαγματικών ισοτιμιών και επανέλαβε τις συνήθεις προειδοποιήσεις για τους «κινδύνους τού προστατευτισμού», υπογραμμίζοντας συγχρόνως τις αρετές τού καθεστώτος των ελεύθερων συναλλαγών. Οι συντάκτες τής έκθεσης θεώρησαν μεν αναγκαία την αντιμετώπιση των εξόφθαλμων παθογενειών τής «εταιρικής διακυβέρνησης», αλλά έκριναν ότι ο διεθνής χρηματοοικονομικός τομέας θα όφειλε να έχει τον τελικό λόγο για τη διαχείριση των σχετικών κινδύνων. Τα συμπεράσματα τής έκθεσης πόρρω απέχουν από τη στάση απόρριψης τής χρηματοπιστωτικής φιλελευθεροποίησης που έχει υιοθετηθεί από την κινεζική κυβέρνηση και η οποία βρίσκει απήχηση σε ολοένα και περισσότερα κράτη τού Νότου — χωρίς βεβαίως η διαδικασία αυτή να είναι απαλλαγμένη από αντιφάσεις. Όσον αφορά τώρα την «κριτική» θεώρηση τού Αμάρτια Σεν, θέλουμε να επισημάνουμε ότι το πλεονέκτημά της έγκειται στην υιοθέτηση τής οπτικής τής «ανθρώπινης ανάπτυξης», αλλά, πέραν τής ορολογικής πρωτοτυπίας που τη διακρίνει (πβ. λ.χ. την «προσέγγιση των ικανοτήτων»), στην πραγματικότητα δεν αποτελεί παρά αντίγραφο τής επικρατούσας οικονομικής θεωρίας που είναι στενότατα συνδεδεμένη με την εφαρμογή νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Η φαινομενική πειστικότητα των επιχειρημάτων του οφείλεται στο γεγονός ότι ο Αμάρτια Σεν ουδέποτε έλαβε ξεκάθαρη στάση, περιοριζόμενος στον ρόλο τού εμπειρογνώμονα που παρέχει συμβουλευτική υποστήριξη σε διάφορους διεθνείς οργανισμούς, η συμβολή των οποίων στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των φτωχότερων πληθυσμών τού πλανήτη είναι τουλάχιστον αμφίβολη. Το πλούσιο συγγραφικό του έργο συνιστά αστείρευτη πηγή εννοιών, αλλά η εύρεση «πρακτικών εφαρμογών» τής θεωρίας του μοιάζει μάλλον με την αναζήτηση μιας βελόνας στα άχυρα. Αφήνοντας κατά μέρος το γεγονός ότι ο Αμάρτια Σεν είναι ένας προικισμένος συγγραφέας, η «εναλλακτική» οπτική που προτείνει είναι σε μεγάλο βαθμό εναρμονισμένη με την επικρατούσα ιδεολογία και επομένως μπορεί εύκολα να ενσωματωθεί στο κυρίαρχο ρεύμα τού νεοφιλελευθερισμού, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τις θέσεις που υποστηρίζουν οι συγγραφείς τού «Κινεζικού Δρόμου». Είναι άραγε δυνατή η άσκηση μιας εναλλακτικής πολιτικής με κοινωνικό και δημοκρατικό προσανατολισμό εντός των πλαισίων τού «ρεφορμισμού»; Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί, άραγε, τροχοπέδη σε κάθε απόπειρα σύγκρουσης με το παγκοσμιοποιημένο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο;

… ή μια πολιτική εξουσία που βαδίζει στο δρόμο τού σοσιαλισμού;

Η αναζήτηση τού «βέλτιστου» αποτελέσματος μέσα από το πρίσμα τής «ορθής κατανομής» των διαφόρων μορφών [παραγωγικού] κεφαλαίου ισοδυναμεί με την παραδοχή ότι όλες οι μορφές κεφαλαίου έχουν το ίδιο βάρος όσον αφορά τη διαδικασία παραγωγής πλούτου — είτε δηλαδή πρόκειται για τις φυσικές πηγές παραγωγής πλούτου, είτε για τους «απτούς» και «ανθρώπινους πόρους» (για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία τής «διοίκησης επιχειρήσεων»). Εν προκειμένω έχουμε να κάνουμε με μια θεωρητικά περιγραφική και όχι μεταφορική χρήση τού όρου «κεφαλαίου». Ωστόσο, στη μαρξιστική παράδοση, δύο είναι οι πηγές πλούτου από πλευράς παραγωγής αξιών χρήσης: η γη και η εργασία (που, ας σημειωθεί παρενθετικά, είναι η μοναδική παραγωγός αξίας). Εκείνο που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι το κινεζικό κομμουνιστικό κόμμα δεν έπαψε ποτέ να επικαλείται την κληρονομιά τού μαρξισμού. Και μπορεί μεν ορισμένα ηγετικά στελέχη του να κάνουν χρήση τού όρου «συντελεστές παραγωγής» (εργασία, κεφάλαιο, τεχνολογία, διοίκηση κ.τ.λ.), αλλά θα πρέπει να θεωρηθεί ότι, τόσο για αυτούς όσο και για τον ίδιο τον Μαρξ, ο όρος αυτός σημαίνει τους συντελεστές τής παραγωγικής δύναμης τής εργασίας. Στην Κίνα, η κατανομή ανάλογα με την εργασία εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως θεμελιώδης αρχή στο επίπεδο τής διανομής τού προϊόντος, ενώ τα εισοδήματα που πηγάζουν από τους υπόλοιπους συντελεστές παραγωγής — όσο θεμιτός και αν είναι ο προσπορισμός τους — θεωρούνται ότι αφαιρούνται από την αξία που παρήχθη από την εργασία. Όλα αυτά ίσως να ακούγονται σαν ανοησίες, ιδίως αν λάβει κανείς υπόψη το επίπεδο των μισθών και τον αριθμό των εκατομμυριούχων στην Κίνα. Πιστεύουμε, ωστόσο, ότι αυτός ήταν και παραμένει ο προσανατολισμός τής κινεζικής πολιτικής. Είναι αλήθεια ότι, μετά από δεκαετίες καθυστέρησης, οφειλόμενης εν μέρει στην εφαρμογή τού προτάγματος τού εξισωτισμού, η υλοποίηση τής κατευθυντήριας αυτής γραμμής «ανεστάλη» προσωρινά με σκοπό την επιτάχυνση τής ανάπτυξης (—έτσι, κατά τη γνώμη μας, πρέπει να ερμηνευθεί το σύνθημα «προλάβετε να πλουτίσετε»). Βεβαίως, η εν λόγω διαδικασία δημιούργησε προβλήματα, αλλά η συζήτηση και το ενδιαφέρον όσον αφορά τον βασικό αυτό προσανατολισμό αναζωπυρώθηκε πρόσφατα με την προαγωγή των ζητημάτων που άπτονται τής κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας. Γι’ αυτό, άλλωστε, οι περισσότεροι κινέζοι ηγέτες επιμένουν να κάνουν λόγο για σοσιαλισμό.

Όσον αφορά τώρα το ζήτημα τής ηθικής, οι αξιωματούχοι τού κόμματος δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στο λεγόμενο «σοσιαλιστικό ήθος», που διακρίνεται από τα εξής γνωρίσματα: την «ευσυνείδητη εργασία», την «εντιμότητα», τη «χρηστότητα», την «αλληλεγγύη» και, όσον αφορά τη σχέση προς εαυτόν, τον «αυτοσεβασμό», την «αυτοπεποίθηση», την «πραότητα» και, τέλος, το «πνεύμα δημιουργικότητας» (—ομολογουμένως, η λίστα είναι κάπως ευρύτερη, σε σχέση με τις συνήθεις επικλήσεις των αφηρημένων αξιών τής ελευθερίας, τής ισότητας, τής αμεροληψίας κ.τ.λ., ή και τού κλασικού τριπτύχου των εννοιών τού αληθούς, τού ωραίου και τού αγαθού). Το περιεχόμενο των εν λόγω αρετών είναι, βεβαίως, ένα θέμα που επιδέχεται συζήτησης, αλλά το γεγονός παραμένει ότι οι αρετές αυτές χαρακτηρίζονται ρητά ως «σοσιαλιστικές», και όχι ως «κομφουκιανές». Ταυτόχρονα όμως αυτές οι αρετές και αξίες συμφωνούν σε πολλά με την παραδοσιακή κινεζική ηθική, ενώ το ίδιο το κόμμα διακηρύσσει ότι στόχος του είναι η «προβολή των παραδοσιακών αρετών». Υπό αυτή την έννοια, μπορεί κανείς να κάνει λόγο για μια ιδιαίτερη κινεζική «ηθική». Οι επισημάνσεις μας αυτές εύλογα ίσως μπορεί να δώσουν αφορμή για σκεπτικισμό ή και να προκαλέσουν ειρωνικά μειδιάματα στον αναγνώστη, λαμβανομένης υπόψη τής «χαλάρωσης των ηθών» που επικρατεί σήμερα στην Κίνα (αριβισμός, δίψα για χρήμα, καταναλωτισμός, διαφθορά ακόμα και στα ανώτατα κλιμάκια τής κινεζικής ηγεσίας κ.ο.κ). Ωστόσο, η ηθική αυτή δεν πρέπει να εκληφθεί ως απλή ηθικολογία, καθόσον ακριβώς έχει αναγορευθεί σε επίσημο δόγμα τού κινεζικού κράτους. Πέραν τού γεγονότος ότι οι κινεζικές αρχές διεξάγουν μια διαρκή εκστρατεία εναντίον τής «έκλυσης των ηθών», θα πρέπει να επισημανθεί και το ότι τα μέλη τού κομμουνιστικού κόμματος υποχρεούνται να ακολουθούν πολύ αυστηρότερους ηθικούς κανόνες και πρότυπα υποδειγματικής συμπεριφοράς. Για να μην πολυλογούμε, ο «κινεζικός δρόμος» διατηρεί μεν την κληρονομιά τής παράδοσης και τού πολιτισμού τού κινεζικού λαού, αλλά εξακολουθεί να έχει ως σημείο αναφοράς τα σύγχρονα ιδεώδη τού σοσιαλισμού και όχι το μπαλωμένο λάβαρο μιας ψιμυθιωμένης σοσιαλδημοκρατίας που υποτίθεται ότι ανταποκρίνεται στις ανάγκες των καιρών και η οποία συνίσταται σε μια μορφή κοινωνικής δικαιοσύνης που εξαντλείται στο αίτημα τής περιορισμένης αναδιανομής τού εισοδήματος, σε μια κατ’ επίφαση «αντιπροσωπευτική δημοκρατία» χωρίς το στοιχείο τής λαϊκής συμμετοχής και στην εφαρμογή τής ρωλσιανής ιδέας τής «ισότητας» ως δίκαιης ανισότητας, με τη συνοδεία μέτρων διαχείρισης τής ακραίας φτώχειας.

Βεβαίως συμφωνούμε ότι, όποια ερμηνεία και αν δοθεί στην αρχή «στον καθένα ανάλογα με την εργασία του», η σημερινή κατάσταση στην Κίνα απέχει πολύ από το σοσιαλιστικό ιδεώδες τής ισότητας. Η Κίνα παραμένει μια χώρα στην οποία επικρατούν μεγάλες κοινωνικές ανισότητες και όπου το σύστημα κοινωνικής προστασίας είναι αφενός ανεπαρκές — εξαιρουμένης τής περίπτωσης των δημοσίων υπαλλήλων και των εργαζομένων στις δημόσιες επιχειρήσεις — και αφετέρου ελάχιστα αναδιανεμητικό (και μάλιστα, όπως ορθά επισημαίνεται από τους συγγραφείς τού βιβλίου, υστερεί κατά πολύ έναντι τού κοινωνικού κράτους των σκανδιναβικών χωρών κατά την εποχή τής ακμής του). Ο Μ. Αλιετά και ο Γκούο Μπάι προτείνουν, λοιπόν, την ενίσχυση τού κρατικού πυλώνα ασφάλισης μέσω τής θέσπισης ενός ειδικού κοινωνικού φόρου επί όλων των εισοδημάτων για τη χρηματοδότηση τού κόστους κάλυψης των λεγόμενων «καθολικών» ασφαλιστικών κινδύνων (εκείνων δηλαδή που δεν συνδέονται αποκλειστικά με την εργασία, όπως είναι λ.χ. ο κίνδυνος ασθενείας). Η πρότασή τους αυτή μάς βρίσκει σύμφωνους, αν και πιστεύουμε ότι, πέραν τής ασφάλισης ασθενείας (για την οποία ισχύει — κατά τρόπο πρωθύστερο — η αρχή τού «αναπτυγμένου» κομμουνισμού «στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του»), το πεδίο εφαρμογής της θα πρέπει να επεκταθεί, προκειμένου να περιλάβει τις συντάξεις και τα επιδόματα ανεργίας, εξασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την ευρύτερη δυνατή κάλυψη για τους βασικούς κινδύνους.

Ωστόσο, η ουσία τού προβλήματος βρίσκεται στις ανισότητες των πρωτογενών εισοδημάτων. Ως προς αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι η φορολογική αναδιανομή κρίνεται σήμερα αναγκαία, ακριβώς λόγω των μεγάλων εισοδηματικών ανισοτήτων (και οι συγγραφείς προτείνουν μια σειρά από ουσιαστικά μέτρα στον τομέα τής φορολογίας). Δεν πρέπει, όμως, να λησμονηθεί ότι, αξιοποιώντας το ευρύ φάσμα εργαλείων και μέσων που ήδη διαθέτει για την εξάλειψη των ανισοτήτων, το κράτος (κεντρική κυβέρνηση και τοπική αυτοδιοίκηση) μπορεί να δράσει πολύ αποτελεσματικότερα στο δημόσιο τομέα. Εν κατακλείδι, ο Μ. Αλιετά και ο Γκού Μπάι συνιστούν στις κινεζικές αρχές να υιοθετήσουν ό,τι «καλύτερο» (κατά τη γνώμη των συγγραφέων) έχει να προσφέρει το καθεστώς τής σοσιαλδημοκρατίας στον τομέα τής αναδιανομής τού εισοδήματος, πράγμα που αναμφίβολα συνιστά βελτίωση σε σύγκριση με την τρέχουσα κατάσταση. Εμείς, αντιθέτως, πιστεύουμε ότι ο σοσιαλιστικός προσανατολισμός απαιτεί την ανάληψη ευρύτερων δράσεων και πρωτοβουλιών και στον τομέα αυτό.

Σύντομες καταληκτικές παρατηρήσεις για τον σοσιαλισμό κινεζικού τύπου

Έχοντας υιοθετήσει μια διαφορετική προσέγγιση, η ανάλυσή μας αναδεικνύει μια εικόνα τής κινεζικής πραγματικότητας που απέχει πολύ από αυτή που σκιαγραφεί το έργο των Μισέλ Αλιετά και Γκούο Μπάι — το ερευνητικό εύρος και η ποιότητα τού οποίου είναι υπεράνω αμφισβήτησης, Πιστεύουμε, λοιπόν, ότι στην Κίνα δεν έχει εγκαταλειφθεί ο σοσιαλιστικός δρόμος. Χαρακτηριστική ένδειξη για αυτό αποτελεί το γεγονός ότι σήμερα ο κινεζικός δημόσιος τομέας βρίσκεται σε μια διαδικασία ανάκτησης τού χαμένου εδάφους έναντι τού ιδιωτικού τομέα μέσω τής εξαγοράς μεγάλου αριθμού ιδιωτικών επιχειρήσεων. Επιπλέον, κατά τη γνώμη μας, δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά δεδομένα η ιδέα των συγγραφέων ότι η «βούληση» ενός ιεραρχικού και πειθαρχημένου κομμουνιστικού κόμματος να διατηρηθεί στην εξουσία μέσω τής προνομιακής ικανοποίησης των συμφερόντων που συνδέονται με τη λειτουργία ενός υπερμεγέθους γραφειοκρατικού και κομματοκρατούμενου κρατικού μηχανισμού, ο οποίος εξυπηρετεί πρωτίστως τη λειτουργία τής αναπαραγωγής τού κόμματος, μπορεί να αναχθεί αβίαστα σε παράγοντα ερμηνείας τού τρόπου άσκησης τής πολιτικής εξουσίας τής χώρας, συμπεριλαμβανομένης και τής χάραξης τής κινεζικής οικονομικής πολιτικής. Κατ’ αρχάς, θεωρούμε φυσιολογικό ότι ένα κόμμα που έφερε εις πέρας μια νικηφόρο επανάσταση επιθυμεί να διατηρήσει την εξουσία χρησιμοποιώντας την ως μέσο επίτευξης των στόχων που το ίδιο θεωρεί ότι εξυπηρετούν τα συμφέροντα τού λαού. Κατά δεύτερο λόγο, πιστεύουμε ότι πρέπει να παρακολουθήσουμε εκ τού σύνεγγυς τόσο τα βήματα προόδου που σημειώνονται σε επίπεδο μεταρρύθμισης τού πολιτικού συστήματος τής χώρας όσο και τις προσπάθειες αυτομεταρρύθμισης τού κομμουνιστικού κόμματος, το οποίο κάθε άλλο παρά φοβάται τη δημοσιοποίηση των ελαττωμάτων του, κυρίως αναφορικά με τις ελλείψεις στο ζήτημα τής εσωτερικής δημοκρατίας. Επομένως, πιστεύουμε ότι είναι δυνατή μια διαφορετική ερμηνεία τού κινεζικού πολιτικού συστήματος, ζήτημα το οποίο αποφύγαμε να θίξουμε άμεσα στο παρόν άρθρο, που αφιερώθηκε κυρίως σε ζητήματα οικονομικού ενδιαφέροντος. Τούτου λεχθέντος, θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι, κατά τη γνώμη μας, τόσο στο εσωτερικό τού κόμματος όσο και στα πανεπιστήμια, τους ερευνητικούς οργανισμούς, τους κύκλους τής διανόησης και, με μεγαλύτερη διακριτικότητα, στα τοπικά μέσα ενημέρωσης, υποβόσκει μια λανθάνουσα διαμάχη — που διατηρείται μακριά από τη δημοσιότητα, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στη μαοϊκή εποχή — μεταξύ δύο πολιτικών γραμμών και προσανατολισμών, και πιο συγκεκριμένα μεταξύ μιας σοσιαλδημοκρατικής γραμμής (που ορισμένοι μάλιστα θα χαρακτήριζαν, δικαιολογημένα, ως «φιλελεύθερη») και ενός καθαρά σοσιαλιστικού προσανατολισμού, τού οποίου φορέας είναι σε μεγάλο βαθμό η λεγόμενη «νέα αριστερά», που θεωρείται ότι συνεχίζει την κληρονομιά τού μαοϊσμού. Αν και ο αγώνας αυτός δεν έχει ακόμα κριθεί, πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι η υπερίσχυση τού σοσιαλιστικού «στρατοπέδου» δεν θα συνεπάγεται κατ’ ανάγκη την απουσία ανάπτυξης τάσεων και διαφοροποιήσεων στο εσωτερικό του — πράγμα που θα αποτελούσε ευπρόσδεκτη εξέλιξη, διότι τίποτε δεν είναι χειρότερο από την μονολιθική σκέψη [pensée unique]. Και είναι δυσάρεστο το ότι ο σχετικός διάλογος δεν διαχέεται σε ευρύτερα στρώματα τής κοινωνίας, αν και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, κρίνοντας από τις εμπειρίες τού παρελθόντος, ο κίνδυνος εκφυλισμού τού διαλόγου εξακολουθεί να προκαλεί εύλογες ανησυχίες.

Ολοκληρώνοντας, θα θέλαμε να κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις σε σχέση με την ερμηνεία τού όρου «σοσιαλισμός κινεζικού τύπου», που αποτελεί ένα από τα πιο επίμονα μοτίβα τής επίσημης ρητορικής των κινεζικών αρχών. Κατά τη γνώμη μας, τρεις είναι οι πιθανές ερμηνείες που μπορεί να δώσει κανείς στον όρο αυτό: σύμφωνα με την πρώτη, ο όρος περιγράφει την προσαρμογή τού σοσιαλιστικού σχεδίου στις συγκεκριμένες συνθήκες ανάπτυξης που επικρατούν στην Κίνα. Ως προς αυτό, δεν υπάρχει καμία ουσιαστική αντίρρηση και οι οποίες επιμέρους αντιρρήσεις θα αφορούν τις λεπτομέρειες υλοποίησης του: όπως έχει πολλάκις ειπωθεί, ο σοσιαλισμός δεν θα οικοδομηθεί εν μία νυκτί. Σύμφωνα με μια δεύτερη ερμηνεία, ο όρος σημαίνει την «κινεζοποίηση» τού σοσιαλισμού. Με άλλα λόγια, όσον αφορά το ένα πέμπτο τής ανθρωπότητας, κρίνεται αναγκαία η εκ βάθρων επανεξέταση τού σοσιαλιστικού σχεδίου σε συνάρτηση με το παρελθόν και το μέλλον ενός καθαρά κινεζικού πολιτισμού, πράγμα που έχει ως φυσική απόρροια την ανάγκη ριζικής αναθεώρησης τού ίδιου τού μαρξισμού. Πολλές επίσημες δηλώσεις κινέζων αξιωματούχων τείνουν πράγματι προς αυτή την κατεύθυνση, αν και πρέπει να επισημανθεί ότι το περιεχόμενο τους επιδέχεται πέραν τής μιας ερμηνείας. Τέλος, σύμφωνα με μια τρίτη ερμηνεία, ο όρος αναφέρεται στην επιλογή τής διατήρησης των στοιχείων εκείνων που συγκροτούν τον καθολικό πυρήνα τού σοσιαλισμού και τής εναρμόνισης τού λοιπού περιεχομένου τού σοσιαλιστικού σχεδίου με τις προσδοκίες και την πολιτιστική κληρονομιά τού κινεζικού έθνους. Κατά τον ίδιο τρόπο και οι υπόλοιπες χώρες δύνανται να επιλέξουν να διατηρήσουν τα στοιχεία οικουμενικής αξίας τού σοσιαλιστικού σχεδίου, προσαρμόζοντας κατά το δυνατόν τη διαδικασία τής σοσιαλιστικής οικοδόμησης στα συγκεκριμένα πρότυπα τής «ηθικής» τους, που νοείται εδώ ως «τρόπος ζωής» (ας αναφερθεί ότι αυτή η ερμηνεία τής κινεζικής πραγματικότητας και τής επίσημης ρητορικής των αρχών μάς βρίσκει εν πολλοίς σύμφωνους).

Επιπλέον, θα μπορούσαμε να αντλήσουμε διδάγματα καθολικής εμβέλειας από την κινεζική «σκέψη», η οποία, πέραν τής πολιτικής τής σημασίας, προσφέρει γόνιμους ερευνητικούς προσανατολισμούς στο πεδίο τουλάχιστον των κοινωνικών επιστημών. Καθώς η πραγμάτευση τού συγκεκριμένου θέματος υπερβαίνει τα όρια τού παρόντος άρθρου, θα αρκεστούμε σε ορισμένες επισημάνσεις παίρνοντας ως σημείο αναφοράς δύο τυπικά κινεζικές έννοιες: την κομφουκιανής προέλευσης έννοια τής «αρμονίας» και την «ενότητα των αντιθέτων». Η ιδέα τής «επιδίωξης τής αρμονίας», η οποία έχει το νόημα τής αποκατάστασης των διαταραγμένων ισορροπιών, συνδέεται άμεσα όχι μόνο με την προσπάθεια αντιμετώπισης των ανισορροπιών τής κινεζικής οικονομίας, στις οποίες αναφερθήκαμε ήδη (υπερεπενδύσεις, κοινωνικές ανισότητες, εξαγωγές, επιζήμια για το περιβάλλον ανάπτυξη κ.ο.κ.), αλλά και με πλήθος άλλων ζητημάτων, όπως είναι, για παράδειγμα, ο υπερβολικός ατομικισμός, η χαλάρωση των ηθών, ο χαμηλός βαθμός σύνδεσης τής πολιτικής εξουσίας με τις μάζες κ.ο.κ. Αυτό που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι η ιδέα αυτή αφορά δυνητικά κάθε τομέα τής ύπαρξης και επομένως υπερβαίνει τα πλαίσια μιας συγκεκριμένης μαρξιστικής παράδοσης που εστιάζεται κυρίως στην τεχνολογική πρόοδο, που εν προκειμένω θεωρείται ως «πηγή αφθονίας», και τη σταδιακή εξαφάνιση των ταξικών αντιθέσεων. Ίσως θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι πρόκειται για το «πάντρεμα των αντιθέτων» (πόλης/υπαίθρου, περιβαλλοντικής προστασίας/πρότυπα κατανάλωσης τού πληθυσμού κ.λπ.) και την προσπάθεια μετριασμού των κοινωνικών εντάσεων που απειλούν την κοινωνική συνοχή και σταθερότητα, πράγμα που βεβαίως δεν απέχει πολύ από την ιδέα τής επιδίωξης «κατάλληλων συμβιβασμών». Εδώ όμως υπεισέρχεται η ιδέα τής «ενότητας των αντιθέτων», που συμβολίζεται με το ζεύγος γιν-γιανγκ και η οποία λέει κάτι περισσότερο, ότι δηλαδή τα αντίθετα δεν είναι τελείως ξένα μεταξύ τους, αλλά βρίσκονται σε σχέση ανάδρασης, με αποτέλεσμα να είναι δυνατή η εξεύρεση ενός σημείου δυναμικής ισορροπίας (—στην περίπτωση των παραδειγμάτων μας, η «πόλη» [«εργάτες»-«ανεξάρτητοι μικροπαραγωγοί»] μπορεί να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη τής «υπαίθρου» [«αγρότες»], όπως ισχύει και το αντίθετο· κατά τον ίδιο τρόπο, η κατανάλωση μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο για την αναζήτηση νέων τεχνολογιών, ενώ ταυτόχρονα η μέριμνα για τη διατήρηση των φυσικών πόρων μπορεί να συμβάλει στον αναπροσανατολισμό τής τεχνολογίας με σκοπό την παραγωγή προϊόντων τα οποία θα είναι λιγότερο «ποροβόρα» κ.ο.κ.). Η πρόταση αυτή είναι γενικεύσιμη: η αναζήτηση σημείων ισορροπίας μπορεί να εκληφθεί ως διαδικασία που αφορά τις σχέσεις μεταξύ ατόμου και κοινωνίας, τις αντιθέσεις μεταξύ τού ατομικού και συλλογικού συμφέροντος ή ακόμα και τη συμφιλίωση των βασικών αναγκών διαβίωσης με τις απαιτήσεις τής ηθικής. Ο σοσιαλισμός παύει τότε να αποτελεί εσχατολογικό σχέδιο με ορίζοντα έναν «καθαρό και τέλειο» κομμουνισμό και καθίσταται μια διαδικασία δυναμικής οικοδόμησης και ουσιαστικής «μετάβασης». Με αυτές τις επιγραμματικές επισημάνσεις ουσιαστικά υπονοούμε ότι η κινεζική σκέψη δεν πρέπει να γίνει αντιληπτή αποκλειστικά ως πολιτισμική ιδιαιτερότητα, η οποία διεκδικεί ισότιμη θέση με τη δυτική σκέψη, αλλά μπορεί επιπλέον να λειτουργήσει ως χωνευτήρι ιδεών για την επιστήμη και την πολιτική τού αύριο.


[1] [φόρο χρήσης κεφαλαίου]
[2] Πρόβλημα που υπάρχει από την μαοϊκή εποχή και συνδέεται με το σύστημα «hukou».
[3] πβ. http://www.kathimerini.gr/813958/article/oikonomia/die8nhs-oikonomia/anoigma-kinezikhs-agoras-omologwn-se-3enoys .
[4] [«Συμφωνούμε όλοι [πώς να μην…] αλλά θα ήταν καλό να μην υπάρχει βιασύνη επ’ αυτού», δήλωσε ο Β. Σόιμπλε. 30/5/15
[5] [Πβ. ανωτέρω («κράτος-μέτοχο»).]
[6] [Πβ. τα «κινεζικά μονοπώλια» τού «Ρ».]
[7] [τού κινεζικού οργανισμού διαχείρισης κρατικών συμμετοχών]
[8] [Εκλεκτικές Συγγένειες:, http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/a08fc2dd-61a9-4a83-b09a-09f4c564609d/es131206.doc. («κράτος-στρατηγός», Μάξιμος Σενετάκης).
http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=163435
http://www.capital.gr/Articles.asp?id=727833
http://www.mod.mil.gr/mod/el/content/show/36/A70776 (Ν. Δένδιας)]

 
1 σχόλιο

Posted by στο 16/06/2015 in Uncategorized

 

У самого синего моря (Boris Barnet) [1936]

[αισθηματική κομεντί με φόντο τη ζωή στο κολχόζ «Τα φώτα τού κομμουνισμού» (Μουσική Ποτότσκι)]

 
2 Σχόλια

Posted by στο 20/05/2015 in Κινηματογράφος

 

Xωρίς στρατηγική [sans stratégie]— Samir Amin [1973]

Η θεωρία τού «ιμπεριαλιστικού πίθου» [των Δαναΐδων] (ή «τα κλεμμένα αγαθά»]

[Le développement inégal, σελ.325-339] [pdf]

Ο σοβιετικός τρόπος παραγωγής

Σε ποιο σημείο βρίσκεται σήμερα το σοσιαλιστικό σχέδιο; Έχοντας ως αφετηρία την παραδοχή ότι ο σοσιαλιστικός τρόπος παραγωγής είναι διακριτός από τον εμπορευματικό τρόπο, ότι σε αυτόν τον τρόπο παραγωγής τα προϊόντα και η εργατική δύναμη δεν αποτελούν εμπορεύματα, θα έπρεπε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ο σοβιετικός τρόπος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σοσιαλιστικός. Δεν μπορεί ωστόσο ούτε να χαρακτηριστεί καπιταλιστικός και αυτό γιατί χαρακτηριστικό γνώρισμα τού καπιταλιστικού τρόπου δεν είναι μόνο η γενίκευση τής εμπορευματικής μορφής τού προϊόντος και ο εμπορευματικός χαρακτήρας τού κεφαλαίου αλλά και η διανομή [redistribution] τής υπεραξίας κατ’ αναλογία τού επενδυθέντος κεφαλαίου, με άλλα λόγια η μετατροπή τής υπεραξίας σε κέρδος καθώς και τής αξίας σε τιμή. Εν προκειμένω, η απουσία τού γνωρίσματος αυτού οφείλεται στην υποκατάσταση τής ιδιωτικής — και συνεπώς κατακερματισμένης — ιδιοκτησίας από την κρατική ιδιοκτησία τού κεφαλαίου. Στην ειδοποιό αυτή διαφορά στηρίζεται η απολογητική περιγραφή τού σοβιετικού συστήματος ως σοσιαλιστικού. Τούτο όμως προϋποθέτει την αναγωγή τής έννοιας των σχέσεων παραγωγής σε αυτήν των σχέσεων ιδιοκτησίας, με άλλα λόγια τη μη διάκριση μεταξύ κοινωνίας και οικονομικής υποδομής και τον παραμερισμό τού ζητήματος των σχέσεων που υφίστανται μεταξύ τού οικονομικού και των υπολοίπων επιπέδων. Η επιλογή τής οπτικής αυτής εξηγεί το γεγονός τής συνειδητής παραμέλησης[1] τής εξέτασης τού «τιμαριωτικού»[2] [tributaire] — ή άλλως και «ασιατικού» — τρόπου παραγωγής, στον οποίο οι σχέσεις παραγωγής δεν μπορούν οπωσδήποτε να αναχθούν σε σχέσεις ιδιοκτησίας λόγω τής απουσίας τού στοιχείου τής ιδιοποίησης τής γης. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί να γίνει λόγος μόνο για έλεγχο των μέσων παραγωγής — και μάλιστα για συλλογικό, ταξικό έλεγχο ασκούμενο από το Κράτος. Ο σοβιετικός τρόπος παραγωγής θα μπορούσε άραγε να υπαχθεί στην κατηγορία αυτή; Βεβαίως όχι, γιατί ο «τιμαριωτικός» τρόπος αγνοεί την εμπορευματική μορφή τού προϊόντος [τής εργασίας] και τής εργατικής δύναμης: εν προκειμένω, η υπεραξία αποσπάται σε είδος και σύμφωνα με κανόνες άσχετους προς την αγορά. Εξίσου μη ικανοποιητικός είναι και ο χαρακτηρισμός τού σοβιετικού τρόπου ως «κρατικού καπιταλισμού». Και αυτό γιατί η εν λόγω έκφραση περιγράφει πολύ διαφορετικές καταστάσεις, όπως, για παράδειγμα, τον προχωρημένο καπιταλισμό, όπου η συγκεντροποίηση τού κεφαλαίου οδηγεί στα μονοπώλια και σε συγκεκριμένες μορφές αλληλοδιείσδυσης μεταξύ Κράτους και μονοπωλίων, τις περιπτώσεις εκείνες που βρίσκονται στον αντίποδα τού νεοεκκολαφθέντος καπιταλισμού και στις οποίες το Κράτος διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στη δημιουργία νέων επιχειρήσεων καπιταλιστικού τύπου, καθώς επίσης και τις μορφές που συναντώνται σε ορισμένες υπανάπτυκτες χώρες και στις οποίες το Κράτος έρχεται να καλύψει την ανεπάρκεια τής ιδιωτικής επιχειρηματικότητας — ή τέλος τις μορφές που συνδέονται με την περίοδο τής μετάβασης, όπως στην Ρωσία τής ΝΕΠ. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, ο σοβιετικός τρόπος θα πρέπει να θεωρηθεί ως ιδιαίτερος τρόπος παραγωγής με τα εξής χαρακτηριστικά: α) τα βασικά μέσα παραγωγής (τ.έ. κεφαλαιουχικά αγαθά που παράγονται από την κοινωνική εργασία) αποτελούν αντικείμενο κρατικής ιδιοποίησης· β) η εργατική δύναμη αποτελεί εμπόρευμα· γ) τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενα κατανάλωσης είναι επίσης εμπορεύματα· δ) τα κεφαλαιουχικά αγαθά¸ παρ’ όλο που αρχικά τουλάχιστον δεν είναι εμπορεύματα, τείνουν γρήγορα να καταστούν τέτοια.

Για μια μεγάλη περίοδο, που στην πραγματικότητα δεν έχει ακόμα λήξει, η κατανομή των επενδύσεων στη Ρωσία γινόταν και γίνεται βάσει των προβλέψεων τού Πλάνου χωρίς αναφορά στην αγορά και τη συνεπαγόμενη εξίσωση τού [ποσοστού] κέρδους, επιτρέποντας έτσι την επιτάχυνση τού ρυθμού συσσώρευσης μέσω τής κατά προτεραιότητας κατανομής πόρων για την παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών προορισμένων για την παραγωγή άλλων κεφαλαιουχικών αγαθών και όχι για την άμεση ικανοποίηση τής τελικής ζήτησης καταναλωτικών αγαθών. Η διαδικασία αυτή επιτρέπει τη μη τήρηση τής αναλογίας μεταξύ των δύο τομέων τής κοινωνικής παραγωγής, την οποία θα επέβαλε η αγορά, και πιο συγκεκριμένα τη μετάθεση τού χρονικού ορίζοντα τής αναγκαίας τους προσαρμογής. Είναι προφανές ότι ο σκοπός τής διαδικασίας αυτής έχει μεταβατικό και προσωρινό χαρακτήρα. Έτσι, από τη στιγμή που επιτεύχθηκαν οι βασικοί στόχοι τής συσσώρευσης, το σύστημα άρχισε να εξελίσσεται προς την κατεύθυνση τής υιοθέτησης κανόνων κατανομής πόρων συγγενέστερων προς εκείνους που ισχύουν στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Το τελικό μοντέλο αυτού τού τρόπου παραγωγής είχε ήδη από το 1908 σκιαγραφηθεί από τον Ε. Μπαρόνε, ο οποίος θεωρούσε ότι στις σοσιαλιστικές χώρες η αποστολή τού υπουργείου σχεδιασμού θα συνίστατο στην υποκατάσταση τής αγοράς στη βάση ενός εκ των προτέρων υπολογισμού που θα έπρεπε να οδηγεί σε αποτελέσματα ανάλογα με εκείνα που επιτυγχάνονται εκ των υστέρων σε μια οικονομία πλήρους και τέλειου ανταγωνισμού. Οι σχετικές συζητήσεις στη σοβιετική βιβλιογραφία δεν ξεφεύγουν καθόλου από το πλαίσιο αυτό. Τίθενται, εν προκειμένω, τα εξής δύο ζητήματα: α) κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, η κατανομή πόρων προς όφελος τού τομέα Ι συνιστά αποτελεσματικό μέσο για την επιτάχυνση τής συσσώρευσης· και αν ναι, μέχρι ποιου σημείου θα πρέπει να εφαρμοστεί η συνειδητή αυτή στρέβλωση; β) Ποια από τις δύο διαδικασίες οδηγεί με τον αποτελεσματικότερο τρόπο σε μια κατανομή πόρων που ανταποκρίνεται στους κανόνες τής αγοράς (τ.έ. στην εξίσωση τού ποσοστού απόδοσης τού κεφαλαίου): η αποκέντρωση τής διαχείρισης ή, αντιθέτως, η απόλυτη συγκέντρωση, με την προϋπόθεση ότι θα λαμβάνεται αυστηρά υπόψη ο υπολογισμός, στη βάση τής ψευδο-αγοράς, στον οποίο θα προβαίνει η κεντρική υπηρεσία σχεδιασμού; Ωστόσο, στην πραγματικότητα, τα δύο αυτά ζητήματα δεν εντάσσονται στην προβληματική τού σοσιαλισμού. Ο σοσιαλισμός δεν είναι «καπιταλισμός χωρίς καπιταλιστές». Ο Μαρξ και ο Ένγκελς είχαν ήδη διαβλέψει τον κίνδυνο μιας τέτοιας ερμηνείας, συνδέοντάς την μάλιστα με τη διαρκή διείσδυση τής καπιταλιστικής ιδεολογίας στο εργατικό κίνημα. Για τη θεμελίωση αυτής τής θέσης του ο Μπαρόνε υποχρεώθηκε να αποσυνδέσει όχι μόνο το ζήτημα τής παραγωγής από αυτό τής αναδιανομής [répartition], αλλά και το ζήτημα τής οικονομικής βάσης από αυτό τού εποικοδομήματος (τής ιδεολογίας). Έχοντας υιοθετήσει το σκεπτικό αυτό, η σοβιετική Ρωσία δημιούργησε έναν ιδιότυπο τρόπο παραγωγής: η αδιάλειπτη παρουσία και η ενδυνάμωση τού Κράτους αποκαλύπτουν τον ταξικό χαρακτήρα τού συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής και την ειδική φύση τής διάρθρωσης των επιπέδων που αυτός απαιτεί.

Πιο συγκεκριμένα, ο σοβιετικός τρόπος παραγωγής συνεπάγεται την κυριαρχία τής ιδεολογικής λειτουργίας, πράγμα που σηματοδοτεί μια τομή με τον καπιταλιστικό τρόπο, αλλά συγχρόνως και μια επιστροφή στον τύπο διάρθρωσης που χαρακτηρίζει τους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής. Ο έλεγχος και η ιδιοποίηση τού πλεονάσματος [surplus] από μια «κρατική τάξη» [classe-État] καθίστανται προφανείς, από τη στιγμή που έχει εγκαταλειφθεί η καπιταλιστική ιδεολογία, σύμφωνα με την οποία η απόδοση τού κεφαλαίου συνδέεται αντικειμενικά με μια κοινωνικο-ταξική διανομή τού εισοδήματος. Το εν λόγω σύστημα δεν μπορεί επομένως να λειτουργήσει παρά μόνο εφόσον ο έλεγχος τού πλεονάσματος από μια «κρατική τάξη» γίνεται αποδεκτός από την κοινωνία. Ως εκ τούτου, η ιδεολογία καθίσταται μέσο για την αναπαραγωγή των απαραίτητων προϋποθέσεων λειτουργίας τής κοινωνίας, όπως συνέβαινε και στους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής. Εν προκειμένω, ο ελιτισμός και ο εθνικισμός αποτελούν τα απαραίτητα ιδεολογικά θεμέλια. Από τη μια πλευρά, ο ελιτισμός καθιστά δυνατή την [κοινωνική] αποδοχή τού ελέγχου τού πλεονάσματος από μια μειοψηφική τάξη, επιβάλλοντας διαδικασίες κοινωνικής αναπαραγωγής που βασίζονται στον εσωτερικό σεβασμό απέναντι στις αξίες τής γνώσης, τής επιστήμης και τής τεχνολογίας και καλλιεργώντας συγχρόνως τον μύθο τής κοινωνικής κινητικότητας. Η λειτουργία τής ελίτ, που αποτελεί την «κρατική τάξη», συνίσταται στη διασφάλιση τής συνοχής και τής ισχύος τού έθνους. Από την επιτέλεση τού σκοπού αυτού εξαρτάται η αποδοχή της εκ μέρους τού προλεταριάτου, το οποίο εξακολουθεί να πωλεί την εργατική του δύναμη, και για τον λόγο αυτό οι «εξωτερικές της επιτυχίες» είναι σε μεγάλο βαθμό αποφασιστικής σημασίας για τη διαιώνιση τού συστήματος.

Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, η «δημοκρατία» προκύπτει από δύο εγγενείς απαιτήσεις τού συστήματος: αφενός από τον ανταγωνισμό μεταξύ των ιδιωτών καπιταλιστών και αφετέρου από την κυριαρχία τής οικονομικής λειτουργίας και τον «οικονομίστικο» χαρακτήρα τής ιδεολογίας τού συστήματος. Ωστόσο, στη Ρωσία, η απουσία «δημοκρατίας» και οι όποιοι περιορισμοί τής «ελευθερίας τής γνώμης» δεν αντιπροσωπεύουν «ανεπάρκειες» και «παρεκκλίσεις», πόσο μάλλον «υπολείμματα τού παρελθόντος». Απεναντίας, αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία ενός συστήματος, το οποίο δεν θα μπορούσε να επιβιώσει, αν ετίθετο υπό αμφισβήτηση η ελιτίστικη και εθνικιστική του ιδεολογία.

Η συσσώρευση συνιστά τον θεμελιώδη νόμο τού καπιταλιστικού τρόπου, που «ενσωματώνει και εσωτερικεύει» την οικονομική πρόοδο — η οποία, ας σημειωθεί, δεν αποτελεί εγγενή όρο τής αναπαραγωγής στους μη καπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής. Στον ανταγωνισμό οφείλεται αυτή η ιδιαιτερότητα τού καπιταλιστικού τρόπου, ο οποίος, σε αντίθεση με τους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής που βασίζονται στην απλή αναπαραγωγή, δεν γνωρίζει παρά μόνο τη διευρυμένη αναπαραγωγή. Η εξαφάνιση τού ανταγωνισμού, η οποία συνεπάγεται την εκ νέου «εξωτερίκευση» τής οικονομικής προόδου, αποτελεί προϋπόθεση προκειμένου η ίδια η κοινωνία να ανακτήσει τον έλεγχο τού μέλλοντός της, δίνοντας έτσι τέλος στην αλλοτρίωση. Κατά τον τρόπο αυτόν, ο σοσιαλιστικός τρόπος θα ανακτήσει τον χαρακτήρα που διακρίνει τους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής, στους οποίους δεν κυριαρχεί η οικονομική λειτουργία. Ενώ όμως οι προκαπιταλιστικοί τρόποι χαρακτηρίζονται από ελλιπή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ο σοσιαλιστικός τρόπος παραγωγής μπορεί να επιλέξει μια διευρυμένη αναπαραγωγή η οποία θα διαφέρει από την καπιταλιστική αναπαραγωγή κατά το ότι θα τελεί υπό τον έλεγχο τής κοινωνίας.

Ο σοβιετικός τρόπος παραγωγής αποκλείει τον ανταγωνισμό, κατά το μέτρο τουλάχιστον που τα κεφαλαιουχικά αγαθά δεν αποτελούν εμπορεύματα. Ο στόχος τής μέγιστης επιτάχυνσης τής συσσώρευσης, προκειμένου να «καλυφθεί το χαμένο έδαφος» έναντι των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών, αποτελεί το βασικό κίνητρο τής οικονομικής προόδου, με άμεση αντανάκλαση στο επίπεδο τής ιδεολογίας και τής πολιτικής. Η κυριαρχία τής πολιτικής λειτουργίας επιτρέπει όντως την επιτάχυνση τής συσσώρευσης, απελευθερώνοντας εν μέρει το οικονομικό επίπεδο από τους περιορισμούς που επιβάλλει η αγορά. Στο συγκεκριμένο στάδιο, η επιταχυνόμενη συσσώρευση συνιστά τον θεμελιώδη νόμο τού σοβιετικού τρόπου παραγωγής. Η κύρια αντίφαση που χαρακτηρίζει αυτόν τον τρόπο παραγωγής δεν πρέπει να αναζητηθεί στο οικονομικό επίπεδο, αλλά εντοπίζεται μεταξύ τού οικονομικού και τού πολιτικο-ιδεολογικού επιπέδου. Ο διακηρυχθείς στόχος τού σοσιαλισμού και οι επιδιώξεις και μέθοδοι που υπαγορεύονται από την επιταχυνόμενη συσσώρευση αποτελούν τους δύο όρους τής αντίφασης.

Η σταδιακή υπέρβαση τής αντίφασης αυτής έγινε δυνατή μέσω τού εκφυλισμού των σοσιαλιστικών στοιχείων τού συστήματος και τής ολοένα και εντονότερης ενίσχυσης τού μοντέλου τού «καπιταλισμού χωρίς καπιταλιστές». Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο συγκεκριμένος τρόπος παραγωγής τείνει να εξελιχθεί προς την κατεύθυνση τής επαναφοράς τού εμπορευματικού χαρακτήρα των κεφαλαιουχικών αγαθών, χωρίς αυτό να συνεπάγεται κατ’ ανάγκη την εισαγωγή τού στοιχείου τού ανταγωνισμού. Εάν όμως συμβεί κάτι τέτοιο μέσω τής ανάπτυξης μιας πραγματικής αγοράς, όπως συνέβη στη Γιουγκοσλαβία, η επικράτηση τής εμπορευματικής οικονομικής ιδεολογίας οδηγεί εκ νέου στην αλλοτρίωση των ανταγωνιζομένων εργατικών ομάδων με αποτέλεσμα τη διάρρηξη τής κοινωνικής συνοχής. Στην περίπτωση αυτή, το σοσιαλιστικό σχέδιο περνάει σε δεύτερη μοίρα και η οικονομική πρόοδος που τυχόν πραγματοποιείται, έχοντας επανασυγχωνευτεί στον οικονομικό μηχανισμό, οδηγεί στην απώλεια τής κοινωνικής κυριαρχίας. Σε περίπτωση, όμως, που δεν αποκατασταθεί ο ανταγωνισμός (με το πλάνο να υποκαθιστά τον ρόλο τής αγοράς, σύμφωνα με τις θέσεις τού Μπαρόνε), η οικονομική πρόοδος παραμένει μεν ανεξάρτητη από τον οικονομικό μηχανισμό, εξακολουθεί όμως να βρίσκεται σε άμεση εξάρτηση με το πολιτικό επίπεδο. Ωστόσο, η ιδεολογία που χαρακτηρίζει αυτόν τον μη σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής δεν παύει να είναι μια ιδεολογία εμπορευματικής οικονομικής αλλοτρίωσης, που λειτουργεί ως προϋπόθεση για την αναπαραγωγή μιας ταξικής κοινωνίας — τής οποίας νόμος είναι η άνιση ανάπτυξη των τομέων τής παραγωγικής δραστηριότητας. Οι τομείς των οποίων η πρόοδος θεωρείται αποφασιστικής σημασίας για την ενίσχυση τού κυρίαρχου ιδεολογικού επιπέδου ευνοούνται συστηματικά από τους μηχανισμούς κατανομής πόρων, πράγμα που αποβαίνει εις βάρος τής προόδου των λοιπών τομέων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο εξηγούνται τα εντυπωσιακά επιτεύγματα στον στρατιωτικό τομέα (απ’ όπου εξαρτάται η αποδοχή τής ιδεολογίας τού εθνικισμού), καθώς επίσης και στους τομείς που συνδέονται με την «προνομιακή κατανάλωση» (απαραίτητη προϋπόθεση για την αποδοχή τού ελιτισμού). Με τον ίδιο όμως τρόπο εξηγείται και η συνεχής αναποτελεσματικότητα στους υπόλοιπους τομείς και κυρίως στους τομείς παραγωγής προϊόντων που προορίζονται για την αναπαραγωγή τής εργατικής δύναμης, που αντιμετωπίζεται και η ίδια ως εμπόρευμα.

Ο «εκφυλισμός» στον οποίο έχει οδηγηθεί το σοβιετικό φαινόμενο αποδίδεται συνήθως στην κατάσταση καθυστέρησης τής Ρωσίας. Στην πραγματικότητα όμως οι εγγενείς τάσεις τού καπιταλιστικού κέντρου εξελίσσονται αυθόρμητα προς την ίδια κατεύθυνση και μπορούμε εύλογα να υποστηρίξουμε ότι η ιδεολογία τού οικονομισμού, που αποτέλεσε εξαρχής χαρακτηριστικό γνώρισμα των σοβιετικών προσανατολισμών, προήλθε από το αναπτυγμένο κέντρο.

Στις αρχές τού 20ού αιώνα, η Ρωσία δεν αποτελούσε περιφέρεια, αλλά μια κεντρική χώρα καθυστερημένου καπιταλισμού. Οι δομές της διέφεραν από εκείνες τής «υπανάπτυξης», δηλαδή από τις δομές τού εξαρτημένου καπιταλισμού. Και, παρά το γεγονός ότι ο «σοσιαλισμός» αποτέλεσε δεδηλωμένη πρόθεση των μπολσεβίκων, η επανάσταση τού 1917 επέτρεψε μεν την επιτάχυνση τής διαδικασίας συσσώρευσης, χωρίς όμως να μεταβάλλει ουσιαστικά το μοντέλο τής καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η κατάργηση τής ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, που περιήλθαν στην ιδιοκτησία τού Κράτους, ήταν η προϋπόθεση για την επιτάχυνση τής συσσώρευσης. Η ιστορία έδειξε ότι, ακολουθώντας το πρότυπο τού κεντρικού καπιταλισμού, ήταν μεν δυνατή η επίτευξη τού στόχου τής συσσώρευσης υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν στη Ρωσία, στο πλαίσιο όμως διαφορετικών μορφών ιδιοκτησίας. Το γεγονός αυτό αντικατοπτρίζεται στη σοβιετική θεωρία για τη «σοσιαλιστική επανάσταση» — η οποία ταυτίζεται περιοριστικά με την ανατροπή των ιδιοκτησιακών μορφών, προκειμένου να επιτευχθεί με αυτόν τον τρόπο η προσαρμογή τους στο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (ή, ακριβέστερα, στο μελλοντικό δυνητικό τους επίπεδο που θα ανταποκρίνεται στον προς επίτευξη τελικό στόχο τής εκβιομηχάνισης). Απόρροια τής θεωρίας αυτής είναι μια ιδεολογία «οικονομίστικου» χαρακτήρα όσον αφορά τη μετάβαση, η οποία μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: προτεραιότητα στην ανάπτυξη τής βαριάς βιομηχανίας έναντι τής ελαφράς βιομηχανίας, προτεραιότητα στην ανάπτυξη τής βιομηχανίας έναντι τής γεωργίας, αντιγραφή των τεχνολογιών και των καταναλωτικών προτύπων τής Δύσης κ.ο.κ., με απώτερο πάντα σκοπό τη σύγκλιση με τις προηγμένες χώρες. Θα μπορούσε, μάλιστα, να ειπωθεί ότι, καθώς η Αγγλία αποτέλεσε τη γενέτειρα τού βιομηχανικού καπιταλισμού, οι χώρες που είναι σήμερα αναπτυγμένες παρουσίαζαν στο παρελθόν «αναπτυξιακή καθυστέρηση» σε σχέση με τη χώρα αυτή. Ωστόσο καμία από αυτές δεν ήταν χώρα περιφερειακή. Η ηπειρωτική Ευρώπη και η βόρεια Αμερική, εφαρμόζοντας πρότυπα παρόμοια με το βρετανικό, μπόρεσαν με κάποια χρονική καθυστέρηση να φθάσουν το επίπεδο ανάπτυξης τής Αγγλίας (ενώ μάλιστα οι ΗΠΑ και η Γερμανία μπόρεσαν στη συνέχεια να υπερφαλαγγίσουν τη χώρα αυτή). Η Ιαπωνία κατάφερε με μεγάλη επιτυχία να εφαρμόσει το ίδιο καπιταλιστικό μοντέλο, αλλά ήδη κατά την περίοδο τής μετάβασης οι μορφές που προσέλαβε η καπιταλιστική ανάπτυξη στη εν λόγω χώρα παρουσίασε ορισμένες ενδιαφέρουσες ιδιαιτερότητες, όπως για παράδειγμα τον κεντρικό ρόλο που διαδραμάτισε το κράτος στη διαδικασία αυτή. Η περίπτωση τής ΕΣΣΔ αποτελεί πρόσφατο παράδειγμα επιτυχούς εφαρμογής ενός παρόμοιου μοντέλου συσσώρευσης, με την πρωτοτυπία ότι η κρατική ιδιοκτησία δεν αποτελεί απλώς μια μεταβατική μορφή.

Σε όλα αυτά τα μοντέλα, η περίοδος τής μετάβασης χαρακτηρίστηκε από το στοιχείο τής υποταγής των μαζών και τού περιορισμού τους στον παθητικό ρόλο τού διαθέσιμου εργατικού δυναμικού [εφεδρικού στρατού εργασίας], που επρόκειτο να διοχετευθεί σταδιακά στους σύγχρονους παραγωγικούς τομείς, η επέκταση των οποίων επέτρεψε, εν τέλει, την απορρόφηση τής πλειονότητας τού εργατικού δυναμικού τής κοινωνίας. Αυτήν ακριβώς τη λειτουργία επιτέλεσαν τόσο τα κολχόζ και η διοικητική καταστολή στην ΕΣΣΔ, όσο και οι νόμοι των φτωχών και οι νόμοι των περιφράξεων στην Αγγλία.

Η με κάθε τίμημα επιδίωξη τής μέγιστης δυνατής ανάπτυξης αντικατοπτρίζεται στο σύνθημα τής εποχής τού Στάλιν «φτάστε και ξεπεράστε τις ΗΠΑ σε όλους τους τομείς τής παραγωγής». Έχοντας διατυπωθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, τόσο σε επίπεδο θεωρίας όσο και πρακτικής, ο εν λόγω στόχος παραβλέπει το περιεχόμενο τής μετρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο, οι συγκεντρωτικοί δείκτες των εθνικών λογαριασμών απεικονίζουν μόνο μεγέθη ανταλλακτικών αξιών, δηλαδή μεγέθη που σχετίζονται αποκλειστικά με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Η προσήλωση στον δείκτη τού ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος ισοδυναμεί με αγνόηση τού γεγονότος ότι σε τελική ανάλυση η αύξηση τού ΑΕΠ μπορεί να επιτευχθεί ακόμα και με την καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων, τουτέστι τής ανθρωπότητας και των φυσικών πόρων. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, οι παραγωγικές δυνάμεις αντιμετωπίζονται ως μέσα για την εξυπηρέτηση ενός και μοναδικού σκοπού, αυτού τής μεγιστοποίησης τού κέρδους. Με «οικονομολογικούς» όρους, η διαπίστωση αυτή μπορεί να διατυπωθεί και ως εξής: «ο υπολογισμός τής κερδοφορίας τής επιχείρησης ενσωματώνει τις εξωτερικές οικονομίες[3]» — που προέρχονται ακριβώς από την καταστροφή τού ανθρώπινου δυναμικού και των φυσικών πόρων. Για τον λόγο αυτό ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής παρουσιάζει μεγαλύτερη «ικανότητα ανάπτυξης» — με την οικονομική/οικονομίστικη έννοια τού όρου — σε σύγκριση όχι μόνο με όλους τους προγενεστέρους τρόπους παραγωγής, αλλά, αναμφίβολα, και με τον σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι σε αυτόν τον τρόπο παραγωγής ο άνθρωπος θα έχει όντως τεθεί πάνω από το κέρδος.

Στους προκαπιταλιστικούς τρόπους, ο άνθρωπος μπορεί μεν να παραμένει αλλοτριωμένος στη σχέση του με τη φύση, αλλά αναπτύσσει διαφανείς κοινωνικές σχέσεις, εξού και η κυριαρχία τού ιδεολογικού επιπέδου σε αυτούς τους τρόπους παραγωγής. Εν προκειμένω, η ένδεια περιορίζει τους ανθρώπους σε ένα μοντέλο απλής αναπαραγωγής, που ωστόσο νομιμοποιείται ιδεολογικά μέσω μιας «εξωχρονικής» κοσμοθεώρησης. Γι’ αυτό άλλωστε οι άνθρωποι έχτιζαν τότε πυραμίδες και καθεδρικούς. Ο καπιταλιστικός τρόπος ενσωματώνει στο επίπεδο τής οικονομίας την τεχνολογική πρόοδο, πράγμα που επιτρέπει την ταχεία συσσώρευση και, ως εκ τούτου, την «άρση τής φυσικής αλλοτρίωσης». Παράλληλα, όμως, η αλλοτρίωση μεταφέρεται στο κοινωνικό επίπεδο. Η επιτάχυνση τής συσσώρευσης έχει ως τίμημα την υποταγή τής κοινωνίας στον νόμο τού κέρδους και εκδηλώνεται με τη μορφή τής συρρίκνωσης τής ανθρώπινης ύπαρξης στο επίπεδο τής εργατικής δύναμης και τής υποτίμησης τού φυσικού οικολογικού περιβάλλοντος. Ο καπιταλισμός δεν ανεγείρει πλέον καθεδρικούς, χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται τη χειραφέτηση τής ανθρωπότητας. Ο βραχύς χρονικός ορίζοντας που χαρακτηρίζει το σύστημα δημιουργεί πλέον ανεξέλεγκτα κοινωνικά προβλήματα.

Έχοντας αναγάγει την καπιταλιστική συσσώρευση σε απόλυτη αξία, ο οικονομισμός απορρίπτει την ύπαρξη τού παγκόσμιου συστήματος, θεωρώντας το ως απλό άθροισμα των επιμέρους εθνικών συστημάτων. Και ναι μεν αναγνωρίζει ότι τα συστήματα αυτά είναι ανισόμετρα αναπτυγμένα, αρνείται όμως ότι είναι ιεραρχημένα και ενσωματωμένα σε ένα ενιαίο σύνολο. Για τον οικονομισμό, οι περιφερειακές χώρες είναι καταδικασμένες σε παρακμή, έστω και αν εγκαθιδρυθεί σε αυτές μια πολιτική εξουσία με σοσιαλιστικές προθέσεις. Το θαύμα τής σοσιαλιστικής επανάστασης δεν μπορεί παρά να προκύψει από το κέντρο. Αξιοπρόσεκτο είναι εν προκειμένω το γεγονός ότι η προτεραιότητα που κατά μηχανιστικό τρόπο αποδίδεται στις παραγωγικές δυνάμεις έχει ως συνέπεια οι θέσεις αυτές να προσεγγίζουν σε μεγάλο βαθμό εκείνες των — βαθιά «αστικών» — «φιλοσοφιών τής Ιστορίας». Ήδη από το τέλος τού 19ου αιώνα, η γερμανική σοσιαλδημοκρατία ερμήνευε τον Μαρξ υπό το πρίσμα τού οικονομισμού. Αυτή η μηχανιστική γραμμική προσέγγιση — η οποία θέτει ως δεδομένη την αλληλουχία η οποία, ξεκινώντας από την «τεχνολογία», καταλήγει, μέσω των «παραγωγικών δυνάμεων», στις «σχέσεις παραγωγής» και την «ταξική συνείδηση» — εκτόπισε σταδιακά τις διαλεκτικές αναλύσεις τού ίδιου τού Μαρξ όσον αφορά τη σχέση βάσης και εποικοδομήματος. Ο Κάουτσκι εκλαΐκευσε και διέδωσε τη μηχανιστική αυτή ιδεολογία, που βρήκε πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξή της όχι στις καθυστερημένες περιοχές τού καπιταλιστικού κόσμου, αλλά στα πλέον αναπτυγμένα κέντρα τού καπιταλισμού: στη Γερμανία με «μαρξιστικό» περίβλημα· στην Αγγλία σε μια καθαρά εκλεκτική εκδοχή που επεξεργάστηκε το «Εργατικό Κόμμα»· και τέλος στις ΗΠΑ, όπου εμφανίστηκε με την πλέον αλλοιωμένη της μορφή λόγω τής κυριαρχίας τής φιλελεύθερης ιδεολογίας. Το προλεταριάτο τού κέντρου τού καπιταλιστικού κόσμου ήταν και εξακολουθεί να είναι διαποτισμένο από την αστική ιδεολογία, έχοντας αποδεχτεί, όπως άλλωστε και η κεντρική μπουρζουαζία, τον φετιχισμό τού εμπορεύματος και την ιδεολογία τού οικονομισμού.

Οι αντιλήψεις τού Κάουτσκι όσον αφορά την οργάνωση τής εργατικής τάξης δεν είναι ασύνδετες με την ιδεολογία τού οικονομισμού. Λαμβάνοντας ως αφετηρία το 1870, μπορούμε να κάνουμε τη διαπίστωση ότι η ιδέα ενός κόμματος που υποτίθεται ότι λειτουργεί ως εξωτερική συνείδηση τού προλεταριάτου, μιας ελίτ που θα μελετά και θα εφαρμόζει τις κοινωνικές επιστήμες, αποτέλεσε απόρροια τής επιφανειακής υιοθέτησης από την ευρωπαϊκή εργατική τάξη τού «μαρξισμού». Ενώ πριν από το 1870 το προλεταριάτο έδινε πίστη στις κομμουνιστικές ουτοπίες, η ιδεολογική αλλοτρίωση τής εργατικής τάξης οδήγησε πλέον, όσον αφορά τα λεγόμενα μαρξιστικά κόμματα, στην απόσπαση τής θεωρίας από την πρακτική και στην αντικατάσταση τής «φιλοσοφίας τής πράξης» από τον δογματισμό τού οικονομισμού. Παρ’ όλ’ αυτά οι μπολσεβίκοι επρόκειτο να χρησιμοποιήσουν αυτές τις μορφές οργάνωσης, που στη Γερμανία αντανακλούσαν την ελιτίστικη ιδεολογία τού οικονομισμού, διότι στην καταπιεστική Ρωσία, όπου η εργατική τάξη ήταν μειοψηφική και η ιντελιγκέντσια βρισκόταν στη αντιπολίτευση, ο συγκεντρωτισμός ανταποκρινόταν σε μια πρακτική και ζωτική αναγκαιότητα (εξού και ο διάλογος κωφών  ανάμεσα στον Λένιν — που «αιφνιδιάστηκε» από την «προδοσία» τού Κάουτσκι — και στη Ρόζα Λούξεμπουργκ, που έδειχνε να την κατανοεί καλύτερα από τον μπολσεβίκο ηγέτη). Επομένως, από το 1917 και μετά, οι μπολσεβίκοι, πιεζόμενοι από τις περιστάσεις (καταστροφικός εμφύλιος, γεωγραφικός κατακερματισμός τού προλεταριάτου κ.ο.κ.), κινήθηκαν σ’ αυτή την κατεύθυνση, που οδήγησε στη σημερινή Ρωσία. Και είναι αλήθεια ότι ο Λένιν είχε εκφράσει σχετικές ανησυχίες, τις οποίες όμως δεν συμμεριζόταν ούτε ο Τρότσκι ούτε ο Στάλιν, που εκπροσωπούσαν τις δυο όψεις τού ίδιου νομίσματος τού οικονομισμού, με τον πρώτο να περιμένει το θαύμα τής απελευθέρωσης από τη Δύση και τον δεύτερο να τρέφει την πεποίθηση ότι εκείνο που προείχε ήταν η μίμησή της — «η γεφύρωση τού χάσματος» ως προαπαιτούμενο για την τελική υπερφαλάγγισή της. Αντιθέτως, η κινεζική επανάσταση αποκατέστησε τον Μαρξ, δίνοντας πραγματικό νόημα στον νόμο τής ανισομερούς ανάπτυξης και ερχόμενη σε ρήξη με τη γραμμή τής προσαρμογής των σχέσεων παραγωγής στο επίπεδο τής αυτόνομης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Η ιστορία τής Κίνας δεν είναι η μόνη απόδειξη ότι ο σοβιετικός τρόπος παραγωγής ανταποκρίνεται καλύτερα στα δεδομένα των προηγμένων χωρών. Ακόμη και στην Ανατολική Ευρώπη, οι ικανοποιητικότερες επιδόσεις σε οικονομικό επίπεδο σημειώθηκαν στην Ανατολική Γερμανία — και όχι στην καθυστερημένη Ρωσία (παρά το στοιχείο τού συγκεντρωτισμού) ή στην εξίσου καθυστερημένη Γιουγκοσλαβία (παρά το στοιχείο τής αποκέντρωσης). Η εργατική τάξη τού κέντρου τού καπιταλιστικού κόσμου — η οποία για δεκαετίες διαμορφώθηκε υπό την επίδραση τής καπιταλιστικής αλλοτρίωσης, όπως προκύπτει και από το γεγονός τής προσχώρησής της στην ιδεολογία τού οικονομισμού — ωρίμασε για την υπέρβαση των αντιφάσεων τού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, όχι όμως και για την χειραφέτησή της από την αλλοτρίωση. Έτσι εξηγείται και γιατί αποδέχτηκε τον φασισμό στο παρελθόν και συνεχίζει και σήμερα να αποδέχεται τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και το ελιτίστικο κόμμα ως υποψήφιο διάδοχο τής μπουρζουαζίας, προκειμένου κατ’ αυτόν τον τρόπο να επιτευχθεί ο απαιτούμενος βαθμός συγκέντρωσης για την υπέρβαση τής αντίθεσης μεταξύ τού κοινωνικού χαρακτήρα τής παραγωγής και των περιοριστικών μορφών τής ιδιωτικής ιδιοκτησίας.

Οι εγγενείς τάσεις τού συστήματος

Η ιστορική εμπειρία τής σοβιετικής Ρωσίας υπενθυμίζει ότι η αυθόρμητη τάση τού καπιταλιστικού συστήματος δεν οδηγεί στον σοσιαλισμό. Εν απουσία συνειδητής δράσης, το καπιταλιστικό σύστημα υπερβαίνει τις αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν το συγκεκριμένο κάθε φορά στάδιο ανάπτυξής του, χωρίς όμως να αποβάλει το ουσιώδες και καθοριστικό στοιχείο τής εμπορευματικής αποξένωσης. Με αυτόν τον τρόπο γίνεται δυνατή η μετάβαση σε ένα νέο — ανώτερο, αλλά ποτέ «ανώτατο» — στάδιο τού καπιταλισμού, όπου η θεμελιώδης αντίφαση αυτού τού τρόπου παραγωγής εκφράζεται με νέες μορφές. Στο σύστημα τού καπιταλιστικού κέντρου, η συνείδηση τού ανήκειν σε μια κοινωνική ομάδα (για παράδειγμα, στο προλεταριάτο) δεν καθορίζει από μόνη της τη «συνείδηση τής τάξης», που πιθανόν να είναι «ρεφορμιστική». Ωστόσο, είναι αδύνατη η διαμόρφωση μιας τέτοιας κοινωνικής συνείδησης στην περιφέρεια, διότι εκεί η αντικειμενική λειτουργία τού συστήματος δεν συνεπάγεται και την ενσωμάτωση των μαζών. Ως εκ τούτου, στην περιφέρεια, η συνειδητοποίηση τής κατάστασης οδηγεί υποχρεωτικά στην απόρριψη τού συστήματος. Εν προκειμένω, το μόνο ζήτημα που τίθεται είναι αν σε μια περιφερειακή χώρα οι λαϊκές μάζες που έχουν ήδη προλεταριοποιηθεί ή οι οποίες βρίσκονται στο στάδιο τής προλεταριοποίησης αποδίδουν την κατάστασή τους στην αντικειμενική λειτουργία τού καπιταλισμού — ή αντιθέτως σε παράλογες ή (γιατί όχι και) «υπερφυσικές» δυνάμεις, οπότε η δράση τους είναι καταδικασμένη να παραμείνει στο στάδιο των εξεγέρσεων χωρίς στρατηγική [sans stratégie]. Στο κέντρο, η παρουσία μιας «σοσιαλδημοκρατικού» τύπου συνείδησης, που έχει αλλοτριωθεί από την ιδεολογία τού οικονομισμού, σε συνδυασμό πάντα με τη λειτουργία των νόμων τής αυξανόμενης συγκέντρωσης τής οικονομικής εξουσίας, επιταχύνει απλώς την τάση προς κάποιου είδους κρατικό καπιταλισμό. Κατά τη διάρκεια τής ιστορικής εξέλιξης τού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, προέκυψαν διαδοχικές λύσεις όσον αφορά τη θεμελιώδη αντίφαση που χαρακτηρίζει αυτόν τον τρόπο παραγωγής, όπως ήταν, για παράδειγμα, αρχικά η ανώνυμη εταιρεία και αργότερα το τραστ, η εταιρεία επενδύσεων χαρτοφυλακίου, ο επιχειρηματικός όμιλος κ.ο.κ. Αυτός ο συνδυασμός σοσιαλδημοκρατίας‒τεχνοκρατίας μάς επιτρέπει να συνάγουμε ότι υπάρχει όντως πεδίο σύγκλισης ανάμεσα στα δυτικά καπιταλιστικά συστήματα φιλελεύθερης προέλευσης και στα συστήματα σοβιετικού τύπου. Όπως μας υπενθυμίζει το «1984» τού Όργουελ και ο «Μονοδιάστατος Άνθρωπος» τού Μαρκούζε, αυτή η προοπτική όχι μόνο δεν πρέπει να θεωρείται απίθανη, αλλά, αντιθέτως, εγγράφεται στο πλαίσιο τής αυθόρμητης εξέλιξης των εν λόγω συστημάτων.

Στην περιφέρεια, υπάρχει σαφής τάση προς την κατεύθυνση τής προσαρμογής σε νέες, ανώτερες μορφές εξάρτησης. Θα μπορούσε μια τέτοια αυθόρμητη εξέλιξη να δημιουργήσει τις συνθήκες για την υπέρβασή της στο πλαίσιο πάντα τού συστήματος, οπότε και θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι συνιστά αναγκαίο στάδιο; Κάτι τέτοιο είναι αμφίβολο, διότι το μοντέλο στο οποίο βασίζεται συνίσταται ακριβώς στην αναπαραγωγή των συνθηκών που την διέπουν. Η εμβάθυνση τού μοντέλου τής εξαρτημένης περιφερειακής ανάπτυξης στρέφεται, εκ των πραγμάτων, σε κατευθύνσεις που ευνοούν τη διαμόρφωση των βασικών μελλοντικών μορφών προχωρημένης υπανάπτυξης. Στην περιφέρεια, η τεχνολογική υπεροχή και κυριαρχία [τής Δύσης] έχει ως άμεση απόρροια να αποδίδεται προτεραιότητα στην ανάπτυξη των διεθνώς ανταγωνιστικών τομέων, είτε πρόκειται για τους τομείς των εξαγωγών, είτε για τους τομείς των ειδών πολυτελείας,[4] η ενίσχυση των οποίων αντανακλά, βεβαίως, την υιοθέτηση των δυτικών καταναλωτικών προτύπων διαβίωσης.

Καθώς στα πρώτα στάδια τής διαμόρφωσης των περιφερειακών οικονομιών το τεχνολογικό χάσμα μεταξύ κέντρου και περιφέρειας ήταν σχετικά μικρό, το κυρίαρχο κεντρικό κεφάλαιο υποχρεώθηκε να αναλάβει τον άμεσο έλεγχο των αναπτυσσόμενων σύγχρονων τομέων τής περιφέρειας, διασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι η λειτουργία τού συστήματος θα αποβεί προς όφελός του. Εξίσου αναγκαία ήταν και η άσκηση άμεσου πολιτικού ελέγχου, εξού και το φαινόμενο τού αποικισμού. Σε πιο προχωρημένα στάδια τής περιφερειακής ανάπτυξης, η συνεχής διεύρυνση τού τεχνολογικού χάσματος έναντι των περιφερειακών οικονομιών, σε συνδυασμό με την ύπαρξη κοινωνικών στρωμάτων και τάξεων, που είχαν στο μεταξύ ενσωματωθεί στο σύστημα μέσω τής υιοθέτησης των νέων καταναλωτικών προτύπων και τής αντίστοιχης ιδεολογίας, εξασφάλισε τις συνθήκες για την αναπαραγωγή τού συστήματος, αναιρώντας τόσο την ανάγκη πραγματοποίησης άμεσων επενδύσεων «ελέγχου»[5] όσο και την ανάγκη άμεσων πολιτικών παρεμβάσεων. Αυτή ακριβώς είναι η σημασία τού νεοαποικισμού και τού νεοϊμπεριαλισμού. Στην περίπτωση αυτή, είναι πιθανό οι εθνικές αποταμιεύσεις — τού ιδιωτικού, αλλά κυρίως τού δημοσίου τομέα — των περιφερειακών χωρών να κληθούν να αναλάβουν το βάρος των επενδύσεων. Η ενδεχόμενη ανάπτυξη ενός συχνά υπερτροφικού δημόσιου τομέα δεν βρίσκεται σε καμία αντίφαση με την συνολική εξάρτηση τού περιφερειακής οικονομίας, συμπεριλαμβανομένου και τού δημοσίου της τομέα, από τον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο. Ο συσχετισμός των τοπικών κοινωνικών δυνάμεων — έστω και αν αυτές έχουν προσλάβει την οργανωτική μορφή ενός «κρατικού καπιταλισμού» που αυτοαποκαλείται «σοσιαλιστικός» — λειτουργεί ως προϋπόθεση για τη διαιώνιση τής εξάρτησης. Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι, σε ένα πολύ προχωρημένο στάδιο, η ανάπτυξη βαριάς βιομηχανίας, και μάλιστα με τη μορφή τού δημοσίου τομέα, μπορεί να λειτουργεί ως υπόβαθρο για την εξαρτημένη ανάπτυξη τού συνόλου τής περιφερειακής οικονομίας. Σε αυτήν την περίπτωση, η περιφερειακή μικροαστική τάξη θα αποτελεί ταυτόχρονα φορέα τού εξαρτημένου τοπικού κρατικού καπιταλισμού και βασικό ιμάντα μεταβίβασης τής ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας, υποκαθιστώντας τον ρόλο που έπαιζαν στο παρελθόν οι ντόπιες τάξεις των μεταπρατών και των μεγαλοκτηματιών, φορείς τού εξαρτημένου ιδιωτικού καπιταλισμού τής παρελθούσης περιόδου.

Υπάρχει περίπτωση οι πλέον αναπτυγμένες χώρες τής περιφέρειας να μπορέσουν, μετά την πάροδο ενός αρκετά μεγάλου χρονικού διαστήματος, να απελευθερωθούν από την εξάρτηση αναπαράγοντας τα χαρακτηριστικά των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κέντρων; Όσον αφορά τις ημι-εκβιομηχανισμένες οικονομίες μεγάλου μεγέθους, όπως είναι κυρίως η Βραζιλία, το Μεξικό και η Ινδία, θα πρέπει να αποκλειστεί κατηγορηματικά το ενδεχόμενο τής εσωστρεφούς καπιταλιστικής ανάπτυξης; Δεν θα μπορούσε το Μεξικό, ακολουθώντας το παράδειγμα τού Καναδά, να μετατραπεί σε μια πλήρως αναπτυγμένη επαρχία των ΗΠΑ, με την έννοια τού σταδιακού περιορισμού των φαινομένων περιθωριοποίησης, που σήμερα χαρακτηρίζουν τη χώρα, έως ότου αυτά εξαφανιστούν πλήρως; Τότε, όμως, το βάρος τής εσωστρεφούς ανάπτυξης θα το επωμιζόταν το κεφάλαιο των ΗΠΑ και όχι το μεξικάνικο κεφάλαιο, που θα έπρεπε να περιοριστεί στον ρόλο τού υποδεέστερου εταίρου. Στην περίπτωση αυτή, θα πρόκειται για μετατόπιση τής αντίφασης από το επίπεδο τής οικονομίας σε αυτό τής πολιτικής και τής κουλτούρας.

Αναφερθήκαμε ήδη σε τρία από τα συμπτώματα που χαρακτηρίζουν την υπανάπτυξη: ανισομετρία όσον αφορά την παραγωγικότητα ανά τομέα, αποδιάρθρωση και ξένη επικυριαρχία. Το φαινόμενο τής αποδιάρθρωσης δεν εμφανίζεται με τον ίδιο τρόπο στη Βραζιλία ή στην τροπική Αφρική. Στην περίπτωση των ημι-εκβιομηχανισμένων χωρών τής Λατινικής Αμερικής (Βραζιλία, Μεξικό, Αργεντινή), υπάρχουν ήδη ολοκληρωμένα βιομηχανικά συμπλέγματα που τείνουν προς την κατεύθυνση τής «εσωστρέφειας» με την εξής όμως ιδιοτυπία: σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στον αναπτυγμένο κόσμο, τα βιομηχανικά συμπλέγματα των χωρών αυτών δεν βασίζονται σε μια μεγάλη εσωτερική αγορά που να καλύπτει το σύνολο τού πληθυσμού, αλλά σε μια μερικώς μόνο αναπτυγμένη αγορά που καλύπτει τις ανάγκες μόνο τού «πλούσιου» και ενσωματωμένου τμήματος τού πληθυσμού. Εν προκειμένω, η ανάπτυξη τής βιομηχανίας συνεπάγεται τον εξοβελισμό από την αγορά και τη συνακόλουθη περιθωριοποίηση μιας μερίδας τού πληθυσμού, που αποτελείται όχι μόνο από τη μεγάλη μάζα των κατοίκων τής υπαίθρου, αλλά και από όσους εγκαταλείπουν την ύπαιθρο για να εγκατασταθούν στις αστικές παραγκουπόλεις. Η γεωργική εργασία και παραγωγή, η οποία είχε αναπτυχθεί σε προηγούμενα στάδια τής ενσωμάτωσης τής περιφέρειας στο παγκόσμιο σύστημα, εξακολουθεί να διατηρεί τον εξαγωγικό προσανατολισμό της και ως εκ τούτου πλήττεται από το φαινόμενο των εξαιρετικά χαμηλών και στάσιμων αποδοχών. Η αποδιάρθρωση ναι μεν δεν εκδηλώνεται στο επίπεδο τής βιομηχανικής παραγωγής, αλλά εμφανίζεται σε εθνικό επίπεδο και πιο συγκεκριμένα στο επίπεδο διασύνδεσης βιομηχανίας-αγροτικής παραγωγής. Όπως φαίνεται από το παράδειγμα τής Βραζιλίας, το φαινόμενο αυτό οδηγεί σε μια ιδιότυπη διάρθρωση τού εξωτερικού εμπορίου, καθώς οι εξαγωγές ανταποκρίνονται στο κλασικό υπόδειγμα των υπανάπτυκτων χωρών (προτεραιότητα στην παραγωγή πρωτογενών αγαθών και κυρίως αγροτικών προϊόντων), ενώ οι εισαγωγές είναι παρόμοιες με αυτές των αναπτυγμένων χωρών (υπεροχή των εισαγωγών ενέργειας, ημικατεργασμένων προϊόντων, κεφαλαιουχικών αγαθών και τροφίμων — όχι όμως και των εισαγωγών βιομηχανικών καταναλωτικών προϊόντων[6]). Επιπλέον, τίθεται το ερώτημα, εάν, σε περίπτωση που η αποδιάρθρωση περιοριστεί μέσω τής σταδιακής ενσωμάτωσης των περιθωριοποιημένων τομέων, η υπανάπτυξη θα λάβει νέες μορφές, ίσως εντελώς διαφορετικές από αυτές που γνωρίζουμε σήμερα.

Προς το παρόν, οι διαγραφόμενες προοπτικές δεν επιβεβαιώνουν την εκτίμηση ότι θα μειωθεί το χάσμα μεταξύ κέντρου και περιφέρειας, στο πλαίσιο εν πάση περιπτώσει τού καπιταλισμού. Σήμερα, οι πολυεθνικές εταιρείες εκμεταλλεύονται ακριβώς τις επιπτώσεις τού εν λόγω χάσματος και πιο συγκεκριμένα το άνισο επίπεδο των αμοιβών τής εργασίας. Στη Σιγκαπούρη, το Χονγκ Κονγκ, την Ταϊβάν και τη Νότια Κορέα, βλέπουμε ήδη τα αποτελέσματα τής εγκατάστασης των πολυεθνικών. Η μαζική μετεγκατάσταση βιομηχανιών εντάσεως εργασίας, τα προϊόντα των οποίων προορίζονται για εξαγωγή στις ΗΠΑ και στην Ιαπωνία, επιταχύνει την εφαρμογή ενός νέου αλλά πάντα άνισου καταμερισμού εργασίας, στο πλαίσιο τού οποίου οι βιομηχανίες με περιορισμένες δυνατότητες επέκτασης «κληροδοτούνται» στην περιφέρεια, ενώ το κέντρο διατηρεί εκείνες που διαθέτουν ιδιαίτερα σημαντικό δυναμικό προόδου.

Βεβαίως, το αυξανόμενο χάσμα μεταξύ τού κέντρου και τής περιφέρειας έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση τού μεταναστευτικού ρεύματος από τις υπανάπτυκτες προς τις αναπτυγμένες χώρες. Αυτή η τάση εγκαινιάστηκε με τη λεγόμενη «διαρροή εγκεφάλων» που παρατηρήθηκε μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όσον άφορά τα άτομα με υψηλότερα προσόντα. Όπως συμβαίνει πάντα, οι εργαζόμενοι υποχρεώνονται να ακολουθούν τις ορέξεις τού κεφαλαίου. Αλλά, ακόμη και αν οι ροές αυτές επρόκειτο να αποκτήσουν κεντρικό ρόλο, το κεφάλαιο μπορεί πάντα να εκμεταλλευτεί τις εθνικές και πολιτισμικές διαφορές στους κόλπους τής εργατικής τάξης, όπως δείχνει η σημερινή εμπειρία αναφορικά με το καθεστώς ανισότητας των μεταναστών εργαζομένων στον αναπτυγμένο κόσμο. Στη χειρότερη περίπτωση, η μετακίνηση τού εργατικού δυναμικού κινδυνεύει να δημιουργήσει ένα καθεστώς «εσωτερικής αποικιοκρατίας», όπως βλέπουμε να γίνεται στη Νότια Αφρική.

Από την άλλη πλευρά, η παρατηρούμενη σήμερα συγκέντρωση των παραγωγικών δραστηριοτήτων των πολυεθνικών σε ορισμένες χώρες τού Τρίτου Κόσμου, όπως και η ανάπτυξη και ενεργοποίηση, στις χώρες αυτές, τού δημοσίου τους τομέα στο πεδίο κυρίως των βασικών βιομηχανιών, δημιουργεί ένα νέο τύπο ιεραρχίας στο εσωτερικό τής ίδιας τής περιφέρειας. Από τη γεωγραφική συγκέντρωση των βιομηχανιών παραγωγής ειδών «πολυτελείας» και κεφαλαιουχικών αγαθών στο έδαφός τους, ορισμένες περιοχές τής περιφέρειας αντλούν πράγματι οφέλη όχι μόνο σε συνάρτηση με την εθνική εσωτερική τους αγορά, αλλά και σε σχέση με την αγορά των γειτονικών τους χωρών, που περιορίζονται στον ρόλο τής δεξαμενής φτηνού εργατικού δυναμικού. Οι τάσεις αυτές δεν εμφανίζονται μόνο σε ορισμένα μεγάλα κράτη τού Τρίτου Κόσμου (—με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτό τής Βραζιλίας· όμως εδώ θα πρέπει να δούμε και τον ρόλο που μπορεί να κληθεί να διαδραματίσει η Ινδία στο πλαίσιο αυτό), αλλά και σε περιοχές μικρότερης κλίμακας στον αραβικό κόσμο ή ακόμα και στη «μαύρη» Αφρική [ο λεγόμενος «υποϊμπεριαλισμός»].

Η προβληματική τής μετάβασης

Για την περιφέρεια, το δίλημμα τίθεται στην πραγματικότητα, ως εξής: είτε εξαρτημένη ανάπτυξη, είτε εσωστρεφής ανάπτυξη, που υποχρεωτικά θα λάβει μορφές που θα διαφέρουν ριζικά από αυτές των σημερινών αναπτυγμένων χωρών. Και εδώ εμφανίζεται για άλλη μία φορά ο νόμος τής ανισομερούς ανάπτυξης των πολιτισμών: η περιφέρεια δεν μπορεί να περιοριστεί απλώς στην αναπαραγωγή τού καπιταλιστικού μοντέλου τού κέντρου, αλλά πρέπει να το ξεπεράσει. Πιο συγκεκριμένα, πρέπει να αναθεωρηθεί ριζικά το καπιταλιστικό μοντέλο κατανομής πόρων και να παραμεριστούν οι κανόνες τής αποδοτικότητας. Και αυτό γιατί, στο πλαίσιο τής δομής των σχετικών τιμών που επιβάλλει η ενσωμάτωση στο παγκόσμιο σύστημα, κάθε επιλογή που βασίζεται στην αποδοτικότητα συντελεί στη διαιώνιση και αναπαραγωγή τού μοντέλου τής αυξανόμενης άνισης κατανομής των εισοδημάτων (εξ ου και το φαινόμενο τής περιθωριοποίησης), με απώτερο επακόλουθο τον επανεγκλωβισμό στο περιφερειακό μοντέλο κατανομής πόρων. Το εγχείρημα τής βελτίωσης τής διαδικασίας κατανομής πόρων πρέπει σε μεγάλο βαθμό να αναληφθεί εκτός τού πλαισίου των κανόνων τής αγοράς και πιο συγκεκριμένα μέσω τής άμεσης εκτίμησης κάθε είδους αναγκών: διατροφικών αναγκών, αναγκών στέγασης, εκπαίδευσης, πολιτισμού κ.ο.κ. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι κάθε σοβαρή προσπάθεια τής περιφέρειας να αποτινάξει την πολιτική κυριαρχία τού κέντρου οδηγεί σε συγκρούσεις, που επαναφέρουν στο προσκήνιο τη σοσιαλιστική προοπτική. Ανάλογα με τις περιστάσεις, η προοπτική αυτή μπορεί να καθυστερήσει να πραγματοποιηθεί, μπορεί να παραμορφωθεί ή ακόμα και να αφομοιωθεί ξανά στο σύστημα. Ωστόσο, παραμένει γεγονός ότι η Κούβα δρομολόγησε τη διαδικασία τής σοσιαλιστικής επανάστασης θέλοντας και μη, ότι, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στη Ρωσία, η κουβανέζικη αγροτιά αποδέχτηκε την κολεκτιβοποίηση και τέλος ότι οι προοπτικές μετάβασης είναι ευνοϊκότερες για την Κούβα, παρά για την Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Ούτε είναι τυχαίο ότι η Κίνα ήταν η χώρα στην οποία συντελέστηκε το έργο τής αποκατάστασης τού μαρξισμού.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η μετάβαση πρέπει να ξεκινήσει με τη χειραφέτηση τής περιφέρειας. Οι περιφερειακές χώρες πρέπει εκ των πραγμάτων να προσανατολιστούν σε ένα προκαταρκτικό μοντέλο εγχώριας συσσώρευσης. Στις τρέχουσες συνθήκες ανισότητας μεταξύ των κρατών, η «ανάπτυξη» δεν μπορεί να σημαίνει την ανάπτυξη τής υπανάπτυξης, αλλά πρέπει να είναι συγχρόνως εθνική, λαϊκο-δημοκρατική και σοσιαλιστική, καθόσον ακριβώς εντάσσεται σε ένα ευρύτερο, παγκόσμιο πλαίσιο. Δεδομένης τής πλανητικής διάστασης τού καπιταλιστικού συστήματος και τής διαμόρφωσης των σχέσεων παραγωγής που το χαρακτηρίζουν, ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο σε παγκόσμιο επίπεδο. Επομένως, η περίοδος τής μετάβασης θα εμπερικλείει μια σειρά από αντιφάσεις που θα απορρέουν αφενός μεν από τον τελικό στόχο τού σοσιαλισμού, ο οποίος έχει καθολικό και παγκόσμιο χαρακτήρα, αφετέρου δε από το αναγκαστικά εθνικό πλαίσιο τής μετάβασης. Κάθε άξια τού ονόματός της στρατηγική μετάβασης δεν πρέπει ουδέποτε να θυσιάσει στο βωμό τής οικονομικής προόδου την προοπτική τής ανάπτυξης και ωρίμανσης τής σοσιαλιστικής συνείδησης, πράγμα που ωστόσο απαιτεί κάτι περισσότερο από την επέκταση τής δημόσιας ιδιοκτησίας και την κατά προτεραιότητα ανάπτυξη τής βαριάς βιομηχανίας. Διότι στην περιφέρεια η επίμονη επιδίωξη των στόχων αυτών ενέχει τον κίνδυνο διαιώνισης τού μοντέλου τής εξαρτημένης ανάπτυξης, εφόσον δεν συνοδεύεται από τον ριζικό επανακαθορισμό των οικονομικών προτεραιοτήτων, έστω και αν αυτό θα συνεπάγεται την αναθεώρηση προς τα κάτω των προβλέψεων για τη μέγιστη δυνατή ανάπτυξη. Επομένως, βασική προτεραιότητα είναι να δημιουργηθούν σύγχρονες βιομηχανικές εγκαταστάσεις, προκειμένου να προωθηθούν άμεσα βελτιώσεις στους φτωχούς τομείς που συγκεντρώνουν την πλειοψηφία τού πληθυσμού, με άλλα λόγια να χρησιμοποιηθεί η σύγχρονη τεχνολογία κατά τέτοιο τρόπο ώστε να βελτιωθεί άμεσα η παραγωγικότητα και η οικονομική κατάσταση των μαζών. Η άμεση επίτευξη τού στόχου αυτού θα επιτρέψει ακριβώς την απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων, την ανάπτυξη πρωτοβουλιών και την πραγματική κινητοποίηση τού συνόλου τού πληθυσμού. Η χρήση σύγχρονων τεχνολογιών για την άμεση βελτίωση τής κατάστασης των μαζών προϋποθέτει με τη σειρά της τη ριζική αναθεώρηση των κατευθύνσεων τής τεχνολογικής και επιστημονικής έρευνας. Η αντιγραφή των τεχνολογιών τού αναπτυγμένου κόσμου δεν αποτελεί απάντηση στα σημερινά προβλήματα τού υπανάπτυκτου κόσμου. Ωστόσο, η διαλεκτική τής μετάβασης δεν συνεπάγεται την απόρριψη τής προοπτικής τού εκσυγχρονισμού. Στον δυτικό κόσμο, με αφορμή τη λεγόμενη «κριτική τής καθημερινότητας» και μέσα από ένα πρίσμα που συνδυάζει την κριτική τής πραγματικότητας τού καπιταλιστικού κόσμου, την ιδεολογία των χίπις, την επιστροφή στο μύθο τού «ευγενούς αγρίου» και την αναβάθμιση τής σημασίας των τεχνολογιών εντάσεως εργασίας, τα κινήματα διαμαρτυρίας επέφεραν μεν τη συνειδητοποίηση ότι ο στόχος τής μέγιστης δυνατής ανάπτυξης δεν μπορεί να επιδιώκεται με κάθε τίμημα, αλλά η στρεβλή αυτή αντίληψη επέτρεψε σε κάποιους να ερμηνεύσουν λανθασμένα ορισμένες πτυχές τής κινεζικής πολιτικής, αγνοώντας το πλαίσιο στο οποίο ανήκουν. Το σοσιαλιστικό σχέδιο δεν μπορεί μεν να προσεγγίζεται με «οικονομίστικους» όρους, οφείλει ωστόσο να ενσωματώνει το επίπεδο τής οικονομίας.

Ο ολοκληρωμένος σοσιαλισμός θα βασίζεται υποχρεωτικά σε μια σύγχρονη οικονομία υψηλής παραγωγικότητας. Οποιαδήποτε αντίθετη άποψη σημαίνει και απόρριψη τής σύγχρονης τεχνολογίας ως «πηγής κάθε κακού», όχι όμως και τού κοινωνικού συστήματος, που αποτελεί το ευρύτερο πλαίσιο εντός τού οποίου αυτή λειτουργεί. Στην πραγματικότητα, ο ίδιος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αναιρεί την προοπτική τού εκσυγχρονισμού, παραμορφώνοντας τη δυναμική τής τεχνολογίας. Πολλά έχουν γραφτεί για τις καταστροφικές συνέπειες τής κατακερματισμένης και μονότονης βιομηχανικής εργασίας. Αυτή η μορφή εργασίας θα αποδειχτεί ότι αποτελεί ίδιον τού καπιταλισμού, όταν αυτός ο τρόπος παραγωγής θα έχει εκπληρώσει τον ιστορικό του ρόλο (δηλαδή, την πραγματοποίηση συσσώρευσης), προετοιμάζοντας έτσι τις συνθήκες τής υπέρβασής του. Η σύγχρονη τεχνολογική επανάσταση θα οδηγήσει στην εκτόπιση τής ανειδίκευτης και κατακερματισμένης εργασίας — που αποτέλεσε από την εποχή τής μηχανοποίησης την κύρια μορφή εργασίας — από την «αυτοματοποίηση», επιτρέποντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την αύξηση τού διαθέσιμου μη εργάσιμου χρόνου και τη δημιουργία νέων μορφών εργασίας υψηλής ειδίκευσης. Τι συνεπάγεται, όμως, η προοπτική αυτή στο πλαίσιο τού σημερινού συστήματος; Όχι βεβαίως την αυγή τής χειραφέτησης τής ανθρωπότητας, αλλά την απειλή τής μαζικής ανεργίας και την αυξανόμενη περιθωριοποίηση ενός μεγάλου τμήματος τού παγκόσμιου πληθυσμού, κυρίως τού Τρίτου Κόσμου, σε σχέση με ένα σύστημα που δεν ενσωματώνει παρά μόνο μια μειοψηφία. Αυτή είναι η φυσική τάση τού υπολογισμού τής κερδοφορίας, τής οικονομικής αλλοτρίωσης που συνεπάγεται την αντιμετώπιση των ανθρώπων ως «εργατικού δυναμικού». Η απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων τής ανθρωπότητας προϋποθέτει την κοινωνική απελευθέρωση από τα δεσμά τής ιδεολογίας τού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Δεν υφίσταται καμία αντίφαση ανάμεσα στην ανάπτυξη και την κατασκευή ενός παγκόσμιου σοσιαλιστικού πολιτισμού.


[1] [Εννοεί στη σοβιετική βιβλιογραφία.]
[2] [Η μετάφραση είναι ανακριβής. Ορθότερος αλλά αδόκιμος ο όρος «φοροϋποτελειακός». N.B. Η «δυτική» φεουδαρχία αποτελεί τον περιφερειακό σχηματισμό τού εν λόγω τρόπου παραγωγής.]
[3] [εξωγενείς παράγοντες που συμβάλλουν στη μείωση τού κόστος παραγωγής].
[4] [Διαρκή καταναλωτικά αγαθά εγχώριας παραγωγής]
[5] [Επενδύσεων για την εξασφάλιση τού ελέγχου των περιφερειακών επιχειρήσεων· σήμερα, το δημόσιο χρέος υποκαθιστά τον ρόλο των άμεσων επενδύσεων.]
[6] [Πβ. υποσημείωση 4.]

 
1 σχόλιο

Posted by στο 08/05/2015 in Uncategorized

 

Ετικέτες:

China bashing — Samir Amin

82302324

Κίνα: η αναδυόμενη χώρα—Σαμίρ Αμίν (The Implosion of Capitalism, κεφ.3)

Δεν θεωρώ πειστικές τις τρέχουσες συζητήσεις που αφορούν το παρόν και το μέλλον τής Κίνας ως «αναδυόμενης» δύναμης. Μερικοί ισχυρίζονται ότι, έχοντας επιλέξει οριστικά τον «καπιταλιστικό δρόμο», η Κίνα προτίθεται μάλιστα να επιταχύνει την ενσωμάτωσή της στη σύγχρονη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση. Επιπλέον,  δηλώνουν αρκετά ευχαριστημένοι με την προοπτική αυτή, ελπίζοντας ότι η εν λόγω «επιστροφή στην ομαλότητα» (με «δεδομένο» το ότι ο καπιταλισμός είναι το «τέλος τής ιστορίας») θα συνοδευτεί από τη σταδιακή ανάπτυξη μιας δημοκρατίας δυτικού τύπου (πολυκομματισμός, εκλογές, ανθρώπινα δικαιώματα). Επιπροσθέτως, πιστεύουν ή έχουν ανάγκη να πιστεύουν ότι, από πλευράς κατά κεφαλήν εισοδήματος, η Κίνα θα μπορέσει κατ’ αυτόν τον τρόπο να «καλύψει την απόσταση» που τη χωρίζει από τις πλούσιες δυτικές κοινωνίες — πράγμα που εγώ θεωρώ αδύνατο. Η κινεζική «δεξιά» συμμερίζεται την άποψη αυτή. Κάποιοι άλλοι πάλι αποδοκιμάζουν τις εξελίξεις αυτές στο όνομα των αξιών ενός «σοσιαλισμού που προδώθηκε». Ορισμένοι μάλιστα ευθυγραμμίζονται με τις κυρίαρχες εκφράσεις τής καταγγελτικής στάσης έναντι τής Κίνας [China bashing] που επικρατεί στο δυτικό κόσμο. Υπάρχουν όμως και κάποιοι — οι ιθύνοντες τού Πεκίνου — που περιγράφουν την επιλεγείσα πορεία ως «σοσιαλισμό κινεζικού τύπου» χωρίς περαιτέρω εξειδικεύσεις. Μπορεί ωστόσο κάποιος να διακρίνει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα τού εν λόγω «σοσιαλισμού» στηριζόμενος στην προσεκτική ανάγνωση επίσημων κρατικών κειμένων και, πιο συγκεκριμένα, των πενταετών σχεδίων, που όχι μόνο χαρακτηρίζονται από σαφήνεια, αλλά και τα οποία λαμβάνονται πολύ σοβαρά υπόψη.

Το ερώτημα αν είναι η Κίνα καπιταλιστική ή σοσιαλιστική τίθεται με εσφαλμένο τρόπο. Δεν μπορεί να δοθεί καμία λογική απάντηση σε ένα τόσο γενικό και αφηρημένο ερώτημα, διατυπωμένο μάλιστα υπό τη μορφή αποκλειστικής διάζευξης. Στην πραγματικότητα, η Κίνα ακολουθεί, ήδη από το 1950, (ή ίσως από την επανάσταση των Ταϊπίνγκ κατά τον 19ο αιώνα) τη δική της ιδιότυπη πορεία. Θα επιχειρήσω εδώ να διευκρινίσω τη φύση τής πορείας αυτής, όπως αυτή αναπτύχθηκε σε διαδοχικά στάδια που καλύπτουν την περίοδο από το 1950 έως και σήμερα (2012).

Το αγροτικό ζήτημα

Σύμφωνα με τον Μάο, η επανάσταση που πραγματοποιήθηκε στην Κίνα από το κομμουνιστικό της κόμμα ήταν «αντιϊμπεριαλιστική/αντιφεουδαρχική» καθ’ οδόν προς τον σοσιαλισμό. Έχοντας αντιμετωπίσει με επιτυχία τον ιμπεριαλισμό και τη φεουδαρχία, ο Μάο δεν θεώρησε ποτέ ότι ο κινεζικός λαός είχε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, «οικοδομήσει» μια σοσιαλιστική κοινωνία. Απεναντίας, πίστευε ότι η εν λόγω «οικοδόμηση» αποτελούσε το πρώτο στάδιο στη μακρά πορεία τής χώρας προς τον σοσιαλισμό.

Οφείλω να υπογραμμίσω τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο η κινεζική επανάσταση αντιμετώπισε το αγροτικό ζήτημα. Οι κατανεμημένες αγροτικές εκτάσεις δεν ιδιωτικοποιήθηκαν, αλλά εξακολούθησαν να είναι ιδιοκτησία τού κινεζικού έθνους εκπροσωπούμενου από τις αγροτικές κομμούνες. Η χρήση τους μάλιστα περιήλθε αποκλειστικά σε αγροτικές οικογένειες — και αυτό σε αντίθεση με ό,τι είχε συμβεί στη Ρωσία, όπου ο Λένιν, έχοντας βρεθεί ενώπιον τού τετελεσμένου γεγονότος τής εξέγερσης των φτωχών αγροτών κατά το 1917, αναγνώρισε την ιδιωτική ιδιοκτησία των επωφεληθέντων από την πραγματοποιηθείσα κατανομή των γαιών.

Σε τι αποδίδεται το γεγονός ότι στην Κίνα (και στο Βιετνάμ) μπόρεσε να εφαρμοστεί η αρχή τής μη εμπορευματοποίησης τής αγροτικής γης; Ακούμε να διατυπώνεται πολύ συχνά το επιχείρημα ότι το μόνο που επιθυμούν οι φτωχοί αγρότες ανά τον κόσμο είναι η ιδιοκτησία στη γη. Αν αυτό ίσχυε για την Κίνα, τότε η απόφαση εθνικοποίησης τής γης θα έπρεπε να είχε οδηγήσει σε έναν ατέλειωτο αγροτικό πόλεμο, όπως ακριβώς συνέβη όταν ο Στάλιν άρχισε να εφαρμόζει την πολιτική τής υποχρεωτικής κολεκτιβοποίησης στη Σοβιετική Ένωση. Η στάση των φτωχών αγροτών στην Κίνα και στο Βιετνάμ (και πουθενά αλλού στον κόσμο) δεν μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι οι εν λόγω αγρότες ήταν φορείς μιας υποτιθέμενης «παράδοσης» στο πλαίσιο τής οποίας «αγνοούσαν» την ιδιοκτησία. Αντιθέτως, ήταν αποτέλεσμα ενός ευφυούς και ιδιότυπου πολιτικού προσανατολισμού που υιοθετήθηκε στην πράξη από τα κομμουνιστικά κόμματα των δύο χωρών.

Η δεύτερη Διεθνής εξέλαβε ως δεδομένη την επιτακτική επιθυμία των αγροτών για ιδιοκτησία, πράγμα που σε μεγάλο βαθμό ανταποκρινόταν στα ευρωπαϊκά δεδομένα τού 19ου αιώνα. Στη μακρά ευρωπαϊκή μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό (1500-1800), οι προγενέστερες θεσμοποιημένες μορφές πρόσβασης στη γη μέσω δικαιωμάτων κατανεμημένων μεταξύ τού βασιλιά, των φεουδαρχών κυρίων και των χωρικών δουλοπάροικων άρχισαν σταδιακά να εξαφανίζονται και να αντικαθίστανται από τη σύγχρονη αστική ατομική ιδιοκτησία, βάσει τής οποίας η γη αντιμετωπιζόταν πλέον ως εμπόρευμα — με άλλα λόγια ως αγαθό το οποίο ο ιδιοκτήτης του μπορούσε να διαθέτει ελεύθερα (ελευθερία αγοραπωλησίας). Οι σοσιαλιστές τής δεύτερης Διεθνούς αποδέχθηκαν — αν και με μισή καρδιά — ως τετελεσμένο γεγονός την εν λόγω «κατάκτηση» τής «αστικής επανάστασης». Θεωρούσαν επιπλέον ότι η μικρή αγροτική ιδιοκτησία ήταν προορισμένη να εξαφανιστεί, ότι το μέλλον ανήκε στη μεγάλη μηχανοποιημένη αγροτική επιχείρηση, που θα διαμορφωνόταν στα πρότυπα τής βιομηχανικής παραγωγής, και ότι τέλος η καπιταλιστική ανάπτυξη θα οδηγούσε από μόνη της σε αυτού τού είδους την ιδιοκτησιακή συγκέντρωση και στις πλέον αποτελεσματικές μορφές εκμετάλλευσής της (βλέπε τα σχετικά κείμενα τού Κάουτσκι). Η ιστορία, όμως, τους διέψευσε, καθώς η γεωργική παραγωγή των χωρικών αντικαταστάθηκε αρχικά από την καπιταλιστική οικογενειακή γεωργία, υπό την έννοια ότι επρόκειτο, αφενός, για αγοραία παραγωγή (δεδομένου τού ότι η κατανάλωση για τις ανάγκες τού αγροκτήματος κατέστη ασήμαντη) και, αφετέρου, για παραγωγή που χρησιμοποιούσε σύγχρονο εξοπλισμό, βιομηχανικές εισροές και τραπεζικές πιστώσεις. Επιπλέον, σε σύγκριση με τα μεγάλα αγροκτήματα, η καπιταλιστική οικογενειακή γεωργική παραγωγή αποδείχτηκε αρκετά αποδοτική όσον αφορά τον όγκο παραγωγής ανά εκτάριο ανά εργαζόμενο/έτος. Η παρατήρηση αυτή δεν παραβλέπει το γεγονός ότι ο σύγχρονος καπιταλιστής αγρότης υφίσταται την εκμετάλλευση τού γενικευμένου μονοπωλιακού κεφαλαίου που ελέγχει την προμήθεια των εισροών και πιστώσεων στα προηγούμενα στάδια τής παραγωγής και, στη συνέχεια, την εμπορία των παραγόμενων προϊόντων. Οι εν λόγω αγρότες λειτουργούν πλέον ως υπεργολάβοι τού κυρίαρχου κεφαλαίου. Έχοντας σχηματίσει τη λανθασμένη αντίληψη ότι σε κάθε τομέα παραγωγής (βιομηχανία, υπηρεσίες και γεωργία), οι μεγάλες επιχειρήσεις υπερείχαν σε αποδοτικότητα σε σύγκριση με τις μικρές επιχειρήσεις, οι ριζοσπάστες σοσιαλιστές τής δεύτερης Διεθνούς θεώρησαν ότι η κατάργηση τής έγγειας ιδιοκτησίας (εθνικοποίηση τής γης) θα επέτρεπε να δημιουργηθούν μεγάλα σοσιαλιστικά αγροκτήματα (παρόμοια με τα μεταγενέστερα σοβιετικά σοβχόζ και κολχόζ). Ωστόσο, δεν μπόρεσαν να θέσουν σε εφαρμογή τέτοια μέτρα, καθώς στις χώρες τους, τα ιμπεριαλιστικά κέντρα, η επανάσταση δεν ήταν στην ημερήσια διάταξη. Μέχρι το 1917, οι μπολσεβίκοι συμμερίζονταν τις θέσεις αυτές και είχαν την πρόθεση να εθνικοποιήσουν τις μεγάλες ιδιοκτησίες τής ρωσικής αριστοκρατίας, αφήνοντας στους φτωχούς χωρικούς τις κοινόχρηστες εκτάσεις. Στη συνέχεια, ωστόσο, οι μπολσεβίκοι κατελήφθησαν εξ απήνης από την εξέγερση των χωρικών, που πήραν στην κατοχή τους τις μεγάλες έγγειες ιδιοκτησίες.

Ο Μάο άντλησε διδάγματα από την ιστορία αυτή και διαμόρφωσε μια εντελώς διαφορετική γραμμή πολιτικής δράσης. Ξεκινώντας τη δεκαετία τού 1930 στη νότια Κίνα, κατά τη διάρκεια τού πολυετούς εθνοαπελευθερωτικού εμφυλίου πολέμου, ο Μάο βάσισε την αυξανόμενη δράση και παρουσία τού κομμουνιστικού κόμματος πάνω σε μια σταθερή συμμαχία με τους φτωχούς και ακτήμονες αγρότες (που αποτελούσαν την πλειοψηφία), ενώ φρόντισε να διατηρήσει φιλικές σχέσεις με τους μεσαίους χωρικούς και να απομονώσει, σε όλα τα στάδια τού πολέμου, τους πλούσιους αγρότες (κουλάκους), χωρίς όμως κατ’ ανάγκη να τους αντιμετωπίζει με προκλητικότητα. Η επιτυχία τής πολιτικής αυτής γραμμής προετοίμασε τη μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων των αγροτικών περιοχών προκειμένου να συμφωνήσουν σε μια λύση που δεν προϋπέθετε την ατομική ιδιοκτησία επί των αγροτεμαχίων που αποκτήθηκαν μέσω διανομής. Πιστεύω ότι οι ιδέες τού Μάο, καθώς και η επιτυχής εφαρμογή τους, έχουν τις ιστορικές τους ρίζες στην επανάσταση των Ταϊπίνγκ, που έλαβε χώρα κατά τον 19ο αιώνα. Ο Μάο πέτυχε εκεί που απέτυχε το μπολσεβίκικο κόμμα, δηλαδή να δημιουργήσει μια ισχυρή συμμαχία με τη μεγάλη αγροτική πλειοψηφία. Στη Ρωσία, τα τετελεσμένα γεγονότα τού καλοκαιριού τού 1917 υπονόμευσαν εκ των προτέρων τη δυνατότητα μιας συμμαχίας με τους φτωχούς και μεσαίους χωρικούς απέναντι στους πλούσιους αγρότες, διότι οι πρώτοι επιδίωκαν να υπερασπιστούν την ατομική ιδιοκτησία που απέκτησαν και, ως εκ τούτου, προτίμησαν στη συνέχεια να ακολουθήσουν τους κουλάκους και όχι τους μπολσεβίκους. Αυτή η «κινεζική ιδιαιτερότητα» έχει μείζονος σημασίας συνέπειες και, ακόμα και σήμερα, δεν δικαιολογεί με κανένα τρόπο τον χαρακτηρισμό τής σύγχρονης Κίνας ως «καπιταλιστικής», αφού ο καπιταλιστικός δρόμος ανάπτυξης βασίζεται στη μετατροπή τής γης σε εμπόρευμα.

Το παρόν και το μέλλον τής μικρής παραγωγής

Από τη στιγμή που γίνει αποδεκτή η εν λόγω αρχή, η χρήση τού κοινού αυτού αγαθού (τής γης των αγροτικών κοινοτήτων) μπορεί να λάβει ποικίλες μορφές. Για να γίνει αυτό κατανοητό, θα πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στη μικροπαραγωγή και τη μικροϊδιοκτησία. Σε όλες τις προγενέστερες κοινωνίες η αγροτική και βιοτεχνική μικροπαραγωγή κατείχε κυρίαρχη θέση, ενώ, αναπόσπαστα πλέον συνδεδεμένη με την μικροϊδιοκτησία, εξακολούθησε να παίζει σημαντικό ρόλο στον σύγχρονο καπιταλισμό και, πιο συγκεκριμένα, στη γεωργία, στις υπηρεσίες και σε ορισμένα ακόμη τμήματα τής βιομηχανίας. Βεβαίως, στις χώρες τής κυρίαρχης τριάδας (ΗΠΑ, Ευρώπη και Ιαπωνία), η μικροπαραγωγή χαρακτηρίζεται από συνεχή υποχώρηση. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η εξαφάνιση των μικροεπιχειρήσεων και η αντικατάστασή τους από μεγάλες εμπορικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, η αλλαγή αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, άνευ άλλου τινός, ως «πρόοδος», ακόμη και σε επίπεδο αποδοτικότητας, ιδίως αν ληφθούν υπόψη οι κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτισμικές διαστάσεις τής διαδικασίας αυτής. Στην πραγματικότητα, η τάση αυτή αποτελεί παράδειγμα τής στρέβλωσης που προκαλείται από την κυριαρχία των προσανατολισμένων προς την προσοδοθηρία γενικευμένων μονοπωλίων. Είναι, επομένως, πιθανό, σε έναν μελλοντικό σοσιαλισμό, η μικροπαραγωγή να κληθεί εκ των πραγμάτων να ανακτήσει τη σημασία της. Εν πάση περιπτώσει, στη σύγχρονη Κίνα, η μικροπαραγωγή, χωρίς να συνδέεται κατ’ ανάγκην με την μικροϊδιοκτησία, εξακολουθεί να κατέχει σημαντική θέση στην εθνική παραγωγή — και μάλιστα όχι μόνο στη γεωργία, αλλά και σε ευρείς τομείς τής αστικής ζωής.

Η Κίνα γνώρισε ποικιλόμορφες ή και ακόμα και αντιφατικές μορφές χρήσης τής γης ως κοινού αγαθού. Εν προκειμένω, πρέπει να εξετάσουμε αφενός την αποδοτικότητα (όγκος παραγωγής ανά εκτάριο ανά εργαζόμενο/έτος) και αφετέρου τη δυναμική των δρομολογημένων μεταβολών. Οι μορφές αυτές μπορούν είτε να ενισχύσουν τις τάσεις καπιταλιστικής ανάπτυξης, θέτοντας έτσι εν αμφιβόλω τον μη-εμπορευματοποιημένο χαρακτήρα τής γης, είτε να ενταχθούν στο πλαίσιο μιας ανάπτυξης σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Τα ερωτήματα αυτά μπορούν να απαντηθούν μόνο μετά από συγκεκριμένη εξέταση των επίμαχων μορφών χρήσης τής γης, όπως αυτές εφαρμόστηκαν σε διαδοχικά στάδια τής κινεζικής ανάπτυξης από το 1950 έως και σήμερα. Στην αρχή, κατά τη δεκαετία τού 1950, οι μορφές που υιοθετήθηκαν ήταν αυτές τής μικρής οικογενειακής παραγωγής σε συνδυασμό με απλούστερες μορφές συνεργασίας για τη διαχείριση τής άρδευσης, τής εργασίας που απαιτούσε συντονισμό και τής χρήσης ορισμένων ειδών εξοπλισμού. Επιπλέον, η οικογενειακή αυτή μικροπαραγωγή ενσωματωνόταν στο πλαίσιο μιας κρατικής οικονομίας που διατηρούσε μονοψώνιο όσον αφορά τα προϊόντα που προορίζονταν για την εσωτερική αγορά και μονοπώλιο στην παροχή πιστώσεων και συντελεστών παραγωγής. Και όλα αυτά, στη βάση σχεδιασμένων τιμών που αποφασίζονταν από τους φορείς κεντρικού σχεδιασμού.

Η εμπειρία των κομμούνων, η οποία αποκτήθηκε μετά τη σύσταση παραγωγικών συνεταιρισμών κατά τη δεκαετία τού 1970, βρίθει διδαγμάτων. Το ζητούμενο δεν ήταν απαραίτητα η μετάβαση από την μικροπαραγωγή στις μεγάλες αγροκτηματικές μονάδες, παρ’ όλο που ορισμένοι από τους υποστηρικτές των συνεταιρισμών ήταν επηρεασμένοι από την ιδέα τής υπεροχής των μεγάλων αγροκτημάτων. Τα βασικά σημεία τού εγχειρήματος πρέπει να αναζητηθούν στις προσδοκίες για μια αποκεντρωμένη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Οι κομμούνες δεν ήταν επιφορτισμένες μόνο με τη διαχείριση τής αγροτικής παραγωγής των μεγάλων χωριών ή και ομάδων χωριών και οικισμών (ας σημειώσω εν παρενθέσει ότι η οργάνωση αυτή ήταν ένα μίγμα μορφών οικογενειακής μικροπαραγωγής σε συνδυασμό με περισσότερο φιλόδοξους στόχους για την ανάπτυξη εξειδικευμένης παραγωγής), αλλά παρείχαν επιπλέον το πλαίσιο για τη σύνδεση με βιομηχανικές δραστηριότητες όπου απασχολούνταν εποχιακά διαθέσιμοι αγρότες. Παράλληλα δε με τις παραγωγικές οικονομικές δραστηριότητες, οι κομμούνες ασχολούνταν και με τη διαχείριση κοινωνικών υπηρεσιών (εκπαίδευση, υγεία, στέγαση), πραγματοποιώντας τα πρώτα βήματα προς την κατεύθυνση τής αποκέντρωσης τής πολιτικής διαχείρισης τής κοινωνίας. Όπως είχε οραματιστεί η παρισινή κομμούνα, το σοσιαλιστικό κράτος επρόκειτο να μετατραπεί, εν μέρει τουλάχιστον, σε μια ομοσπονδία σοσιαλιστικών κομμούνων. Δεν χωρά αμφιβολία ότι από πολλές απόψεις οι κομμούνες προπορεύονταν τής εποχής τους, ενώ η διαλεκτική ανάμεσα στην αποκέντρωση όσον αφορά την εξουσία λήψης αποφάσεων και στον διάχυτο κεντρικό έλεγχο που εκπορευόταν από το κομμουνιστικό κόμμα δεν λειτουργούσε πάντοτε ορθά. Σε αντίθεση όμως προς τα όσα ισχυρίζεται η δεξιά [στη Δύση], τα καταγεγραμμένα αποτελέσματα κάθε άλλο παρά καταστροφικά ήταν. Μια κομμούνα στην περιοχή τού Πεκίνου, που δεν συμμορφώθηκε με την εντολή διάλυσης τού συστήματος, συνεχίζει να παρουσιάζει εξαιρετικά οικονομικά αποτελέσματα σε συνδυασμό με τη διεξαγωγή πολιτικών συζητήσεων υψηλής ποιότητας, που αλλού έχουν εκλείψει. Τα τρέχοντα σχέδια για την «αγροτική ανασυγκρότηση» (2012), που εφαρμόζονται από αγροτικές κοινότητες σε διάφορες περιοχές τής Κίνας, φαίνεται να αντλούν έμπνευση από την εμπειρία των κομμούνων.

Η απόφαση για τη διάλυση των κομμούνων, που ελήφθη από τον Ντενγκ Ξιαοπίνγκ το 1980, συνέβαλε στην ενίσχυση τής οικογενειακής μικροπαραγωγής και στη διατήρηση τού κυρίαρχου ρόλου της κατά τις τρεις επόµενες δεκαετίες (1980-2012). Συγχρόνως, όμως, διευρύνθηκε σημαντικά το φάσμα των δικαιωμάτων των χρηστών γης (είτε πρόκειται για αγροτικές κοινότητες είτε για οικογενειακές μονάδες). Δόθηκε έτσι η δυνατότητα στους κατόχους των δικαιωμάτων χρήσης να «εκμισθώνουν» τη γη (όχι όμως και να την «πωλούν») σε άλλους μικροπαραγωγούς — διευκολύνοντας ιδίως την αστική μετανάστευση νεαρών μορφωμένων ατόμων που δεν επιθυμούν να παραμείνουν στην ύπαιθρο — ή σε επιχειρήσεις για τη λειτουργία εκσυγχρονισμένων αγροτικών μονάδων, σημαντικά μεγαλύτερων από τις οικογενειακές φάρμες (ας σημειωθεί όμως εδώ ότι δεν υπάρχουν λατιφούντια στην Κίνα). Σκοπός εδώ είναι η ενθάρρυνση τής εξειδικευμένης παραγωγής (π.χ. ποιοτική οινοπαραγωγή, για την οποία μάλιστα ζητήθηκε η συνδρομή ειδικών από τη Βουργουνδία) ή η δοκιμασία νέων επιστημονικών μεθόδων, όσον αφορά, για παράδειγμα, την καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων οργανισμών κ.λ.π..

Θεωρώ παράλογη την εκ των προτέρων απόρριψη ή αποδοχή των ποικίλων αυτών συστημάτων και πρέπει να υπογραμμίσω, για άλλη μια φορά, ότι εκείνο που προέχει είναι η συγκεκριμένη ανάλυση καθενός από αυτά τόσο από πλευράς σχεδιασμού όσο και υλοποίησης. Ωστόσο, παραμένει το γεγονός ότι η ευρηματική ποικιλία των μορφών κοινοχρησίας τής γης συντέλεσε στην επίτευξη πρωτοφανών αποτελεσμάτων. Κατ’ αρχάς, από την άποψη τής οικονομικής αποδοτικότητας και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το ποσοστό τού αστικού πληθυσμού τής χώρας αυξήθηκε από 20% σε 50%, η Κίνα κατάφερε να μεγεθύνει την αγροτική της παραγωγή συμβαδίζοντας με τις γιγαντιαίες ανάγκες τής αστικοποίησης. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό και εξαιρετικό αποτέλεσμα, χωρίς ανάλογο στις χώρες τού «καπιταλιστικού» Νότου. Η Κίνα διατήρησε και ενίσχυσε την επισιτιστική της αυτάρκεια και κυριαρχία, παρά το γεγονός ότι αντιμετωπίζει το εξής σημαντικό μειονέκτημα: η γεωργική της παραγωγή καλύπτει τις διατροφικές ανάγκες τού 22% τού παγκόσμιου πληθυσμού, μολονότι η χώρα κατέχει μόλις το 6% των αρόσιμων εκτάσεων σε παγκόσμια κλίμακα. Επιπλέον, από πλευράς τρόπου (και επιπέδου) διαβίωσης των αγροτικών πληθυσμών, τα κινεζικά χωριά δεν έχουν πλέον τίποτα το κοινό με τις συνθήκες που επικρατούν στις άλλες χώρες τού καπιταλιστικού Τρίτου Κόσμου. Οι άνετες και κατάλληλα εξοπλισμένες μόνιμες δομές που συναντά κανείς σήμερα έρχονται σε έντονη αντίθεση όχι μόνο με τα φαινόμενα ακραίας φτώχειας και πείνας που χαρακτήριζαν την παλιά Κίνα, αλλά και με τις ακραίες μορφές φτώχειας που ακόμα επικρατούν στην ύπαιθρο τής Ινδίας και τής Αφρικής. Τα πρωτοφανή αυτά αποτελέσματα, που οφείλονται στις εφαρμοσθείσες αρχές και πολιτικές (κοινοχρησία γης, υποστήριξη τής μικροπαραγωγής, χωρίς όμως το στοιχείο τής μικροϊδιοκτησίας), επέτρεψαν τη σχετικώς ελεγχόμενη μετανάστευση από την ύπαιθρο προς τις πόλεις. Αρκεί κανείς να συγκρίνει, για παράδειγμα, την περίπτωση τής Κίνας με τα αποτελέσματα τού καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης που επέλεξε η Βραζιλία, όπου η ατομική ιδιοκτησία στη γεωργική γη οδήγησε στην αποψίλωση τού πληθυσμού στις περιοχές τής υπαίθρου — ο πληθυσμός τής υπαίθρου αντιπροσωπεύει σήμερα μόνο το 11% τού συνολικού πληθυσμού τής χώρας. Επιπλέον, τουλάχιστον το 50% των κατοίκων των πόλεων ζουν σε παραγκουπόλεις (φαβέλες) και επιβιώνουν χάρη στην «παραοικονομία» (συμπεριλαμβανομένου εδώ και τού οργανωμένου εγκλήματος). Δεν υπάρχει τίποτα παρόμοιο στην Κίνα, όπου ο αστικός πληθυσμός στο σύνολό του απολαύει επαρκούς απασχόλησης και στέγασης, ακόμα και σε σύγκριση με πολλές «αναπτυγμένες χώρες», χωρίς καν να λάβουμε υπόψη τις χώρες των οποίων το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι στο ίδιο επίπεδο με αυτό τής Κίνας. Η πληθυσμιακή μετακίνηση από τις πυκνοκατοικημένες περιοχές τής κινεζικής υπαίθρου — ανάλογοι δείκτες πυκνοκατοίκησης σημειώνονται μόνο στο Βιετνάμ, το Μπαγκλαντές και την Αίγυπτο — ήταν απαραίτητη για τη βελτίωση των συνθηκών τής αγροτικής μικροπαραγωγής, διότι συνέβαλε στο να καταστούν διαθέσιμες περισσότερες εκτάσεις γης. Αν και εν μέρει ελεγχόμενη — και ας μου επιτραπεί εδώ να επαναλάβω το αυτονόητο, ότι δηλαδή τίποτα δεν είναι τέλειο στην ιστορία τής ανθρωπότητας, είτε στην Κίνα είτε αλλού — αυτή η πληθυσμιακή μετακίνηση κινδυνεύει να αυξηθεί με υπερβολικά γρήγορους ρυθμούς. Το πρόβλημα όμως αυτό έχει ήδη προκαλέσει συζητήσεις στην Κίνα.

Ο κινεζικός κρατικός καπιταλισμός

«Κρατικός καπιταλισμός»: αυτό είναι το πρώτο πράγμα που έρχεται στο νου όσων επιχειρούν να περιγράψουν τη σύγχρονη κινεζική πραγματικότητα. Καλώς, αλλά αν δεν εξειδικευθεί αναλυτικά το περιεχόμενό της, η περιγραφή αυτή εξακολουθεί να παραμένει αόριστη και επιφανειακή. Καταρχάς πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι πρόκειται πράγματι για καπιταλισμό, υπό την έννοια ότι οι φορείς οργάνωσης τής παραγωγής επιβάλλουν στους εργαζόμενους μια σχέση ανάλογη με εκείνη που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό: εξαρτημένη, πειθαρχημένη και αποξενωμένη εργασία, απόσπαση υπερεργασίας. Στη σημερινή Κίνα συναντά κανείς βάρβαρες μορφές ακραίας εκμετάλλευσης, για παράδειγμα, στα ανθρακωρυχεία και στα συνεργεία και εργαστήρια όπου απασχολούνται γυναίκες, πράγμα σκανδαλώδες για μια χώρα που ισχυρίζεται ότι επιθυμεί να βαδίσει στον δρόμο τού σοσιαλισμού. Ωστόσο, η καθιέρωση ενός κρατικο-καπιταλιστικού καθεστώτος αποτελεί και θα συνεχίσει να αποτελεί παντού μια αδήριτη αναγκαιότητα. Οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες πρέπει υποχρεωτικά να περάσουν από την πρώτη αυτή φάση προκειμένου να βαδίσουν στον δρόμο τού σοσιαλισμού (προοπτική που βέβαια σήμερα δεν είναι ορατή). Είναι το αναγκαίο προκαταρκτικό βήμα που πρέπει να κάνει κάθε κοινωνία η οποία επιθυμεί ειλικρινά να απελευθερωθεί από τα δεσμά τού ιστορικού καπιταλισμού και να πορευθεί το μακρύ δρόμο προς το σοσιαλισμό/κομουνισμό. Η κοινωνικοποίηση και η αναδιοργάνωση τού οικονομικού συστήματος σε όλα τα επίπεδα — ξεκινώντας από την επιχείρηση, τη στοιχειώδη μονάδα, και καταλήγοντας στο εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο — απαιτούν παρατεταμένο αγώνα σε χρονικό ορίζοντα μιας ιστορικής περιόδου που δεν μπορεί να συρρικνωθεί κατά βούληση. Μετά από τις αρχικές αυτές σκέψεις, οφείλουμε να περιγράψουμε συγκεκριμένα τον κινεζικό κρατικό καπιταλισμό, αναδεικνύοντας τον χαρακτήρα τού κινεζικού κράτους και το γενικότερο σχέδιο που αυτό υλοποιεί, και αυτό γιατί δεν υπάρχει ένας μόνο τύπος κρατικού καπιταλισμού, αλλά περισσότεροι. Για παράδειγμα, το σύστημα τού κρατικού καπιταλισμού που ίσχυσε από το 1958 έως το 1975 κατά την πέμπτη γαλλική δημοκρατία δεν αποτελούσε έκφραση τής δέσμευσης τής χώρας να ακολουθήσει το σοσιαλιστικό δρόμο ανάπτυξης, αλλά ήταν ταγμένο στην εξυπηρέτηση και ενίσχυση των συμφερόντων των ιδιωτικών γαλλικών μονοπωλίων.

Ο κινεζικός κρατικός καπιταλισμός οικοδομήθηκε με σκοπό την επίτευξη των εξής τριών στόχων: (1) τη δημιουργία ενός σύγχρονου, ολοκληρωμένου και αυτάρκους, βιομηχανικού συστήματος· (2) τη διαχείριση τής σχέσης τού συστήματος αυτού με την αγροτική μικροπαραγωγή· (3) τον έλεγχο τής διαδικασίας ενσωμάτωσης τής χώρας στο παγκόσμιο σύστημα, που κυριαρχείται από τα γενικευμένα μονοπώλια τής ιμπεριαλιστικής Τριάδας. Η επιδίωξη των τριών αυτών πρωταρχικών στόχων συνιστά υποχρεωτική αναγκαιότητα. Το αποτέλεσμα είναι ότι κάτι τέτοιο αφήνει μεν περιθώρια για πιθανή πρόοδο προς σοσιαλιστική κατεύθυνση, συγχρόνως όμως ενισχύει τις τάσεις εγκατάλειψης τής προοπτικής αυτής χάριν τής επιδίωξης μιας καθαρά καπιταλιστικής ανάπτυξης. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτό ότι η αντίφαση αυτή προβάλλει και θα προβάλλει ως αναπόδραστη αναγκαιότητα. Στη συνέχεια, το ερώτημα που τίθεται είναι ποια από τις δύο προοπτικές ευνοούν οι συγκεκριμένες επιλογές τής Κίνας.

Κατά την πρώτη φάση τού κινεζικού κρατικού καπιταλισμού (1954-1980), επιβλήθηκε η εθνικοποίηση όλων των επιχειρήσεων, ανεξαρτήτως μεγέθους, σε συνδυασμό με την εθνικοποίηση των γεωργικών γαιών. Έπειτα, ακολούθησε το άνοιγμα στην εθνική και διεθνή ιδιωτική επιχειρηματικότητα και η απελευθέρωση τής αγροτικής και αστικής μικροπαραγωγής (μικρές επιχειρήσεις, εμπόριο, υπηρεσίες). Ωστόσο, οι μεγάλες βασικές βιομηχανίες και το πιστωτικό σύστημα, που είχαν δημιουργηθεί στη μαοϊκή εποχή, δεν απεθνικοποιήθηκαν, και αυτό παρά τις μεταβολές των οργανωτικών μορφών ενσωμάτωσής τους στην «οικονομία τής αγοράς». Οι επιλογές αυτές συνοδεύτηκαν με την καθιέρωση μέσων ελέγχου τής ιδιωτικής πρωτοβουλίας και τής σκοπούμενης συνεργασίας με το ξένο κεφάλαιο. Απομένει να διαπιστωθεί κατά πόσον τα μέσα αυτά εξακολουθούν να επιτελούν τον ρόλο για τον οποίο δημιουργήθηκαν ή εάν έχουν καταντήσει άδεια κελύφη με την επικράτηση μορφών συμπαιγνίας με το ιδιωτικό κεφάλαιο (σε συνδυασμό με τη «διαφθορά» των διοικητικών μηχανισμών). Παρ’ όλ’ αυτά, κατά την περίοδο μεταξύ τού 1950 και τού 2012, ο κινεζικός κρατικός καπιταλισμός πέτυχε ιδιαίτερα εντυπωσιακά αποτελέσματα. Κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο, σύγχρονο, αύταρκες και κυρίαρχο παραγωγικό σύστημα που ανταποκρίνεται στην κλίμακα τής γιγαντιαίας αυτής χώρας. Κατόρθωσε να ξεπεράσει το σοβαρό αρχικό μειονέκτημα τής τεχνολογικής εξάρτησης (τ.έ. εισαγωγή σοβιετικών και κατόπιν δυτικών προτύπων), αναπτύσσοντας αυτόνομες ικανότητες στον τομέα παραγωγής τεχνολογικών καινοτομιών. Ωστόσο, δεν μπόρεσε (ακόμη;) να θέσει σε κίνηση τη διαδικασία αναδιοργάνωσης τής εργασίας υπό την προοπτική τής κοινωνικοποίησης τής οικονομικής διαχείρισης. Εδώ θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το Σχέδιο (και όχι το «άνοιγμα στην οικονομία τής αγοράς») αποτέλεσε το βασικό μέσο υλοποίησης τής συστηματικής οικονομικής οικοδόμησης.

Κατά τη μαοϊκή φάση τού αναπτυξιακού σχεδιασμού, το Σχέδιο δεν απέβαλλε ποτέ τον επιτακτικό του χαρακτήρα (όσον αφορά, για παράδειγμα, τη φύση και τόπο των νέων εγκαταστάσεων, τους παραγωγικούς στόχους, τις τιμές κ.λπ.). Στο στάδιο αυτό, δεν υπήρχε εύλογη εναλλακτική λύση. Αναφέρω, χωρίς περαιτέρω επεξηγήσεις, τις ενδιαφέρουσες συζητήσεις σχετικά με τον χαρακτήρα τού νόμου τής αξίας που αποτέλεσαν υπόβαθρο για τον σχεδιασμό τής περιόδου αυτής. Η επιτυχία — και όχι η αποτυχία — τής πρώτης αυτής φάσης κατέστησε απαραίτητη την τροποποίηση των μέσων για την επίτευξη ενός σχεδίου επιταχυμένης ανάπτυξης. Το «άνοιγμα» στην ιδιωτική πρωτοβουλία — ξεκινώντας από το 1980, αλλά κυρίως από το 1990 και μετά — κρίθηκε αναγκαίο για την αποφυγή τής στασιμότητας, που αποδείχθηκε μοιραία για την ΕΣΣΔ. Κατά τη γνώμη μου και παρά το γεγονός ότι το «άνοιγμα» συνέπεσε με τον παγκόσμιο θρίαμβο τού νεοφιλελευθερισμού, με όλες τις αρνητικές συνέπειες που αυτό συνεπάγεται (βλ. κατωτέρω), η επιλογή υπέρ ενός «σοσιαλισμού τής αγοράς», ή μάλλον υπέρ ενός «σοσιαλισμού με αγορά», που αναγνωρίστηκε ως θεμελιώδης στο πλαίσιο τής δεύτερης φάσης ταχείας ανάπτυξης, ήταν σε μεγάλο βαθμό δικαιολογημένη. Τα αποτελέσματα τής επιλογής αυτής — και το υπογραμμίζω άλλη μια φορά — ήταν εντυπωσιακά. Μέσα σε λίγες δεκαετίες, η Κίνα κατόρθωσε να πυροδοτήσει μια διαδικασία παραγωγικής βιομηχανικής αστικοποίησης, η οποία περιέλαβε 600 εκ. ανθρώπους, τα δύο τρίτα των οποίων αστικοποιήθηκαν κατά τις δυο τελευταίες δεκαετίες (αριθμός σχεδόν ίσος με τον πληθυσμό τής Ευρώπης!). Το επίτευγμα αυτό οφείλεται στο Σχέδιο και όχι στην αγορά. Η Κίνα διαθέτει σήμερα ένα πραγματικά αύταρκες και κυρίαρχο παραγωγικό σύστημα. Με την εξαίρεση τής Ν. Κορέας και τής Ταϊβάν, καμία άλλη χώρα τού Νότου δεν έχει πετύχει κάτι ανάλογο. Για παράδειγμα, στην Ινδία και την Βραζιλία, συναντά κανείς μόνο κάποιες σκόρπιες ενδείξεις που παραπέμπουν δυνητικά σε ένα ανάλογο κρατικό σχέδιο, αλλά τίποτε περισσότερο.

Υπό τις νέες αυτές συνθήκες, επήλθε μεταβολή των μεθόδων επεξεργασίας και εφαρμογής τού Σχεδίου. Από τη μια μεριά, το Σχέδιο διατηρεί τον επιτακτικό του χαρακτήρα σε σχέση με τις τεράστιες επενδύσεις υποδομών που απαιτεί το όλο εγχείρημα: την επαρκή στέγαση των 400 εκ. νέων κατοίκων των αστικών περιοχών, την κατασκευή ενός απαράμιλλου δικτύου αυτοκινητοδρόμων, δρόμων, σιδηροδρόμων, φραγμάτων και σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, τη διάνοιξη και σύνδεση τού συνόλου σχεδόν τής κινεζικής υπαίθρου, τη μεταφορά τού κέντρου βάρους τής ανάπτυξης από τις παράκτιες στις δυτικές ηπειρωτικές περιοχές. Το Σχέδιο διατηρεί, εν μέρει τουλάχιστον, τον αναγκαίο και επιτακτικό χαρακτήρα του και σε σχέση με τους στόχους και τους χρηματοδοτικούς πόρους των δημοσίων — εθνικών, επαρχιακών, κοινοτικών — επιχειρήσεων. Κατά τα άλλα, κινείται προς την κατεύθυνση προώθησης πιθανών και δυνατών στόχων όσον αφορά την ανάπτυξη τής μικρής, αστικής εμπορευματικής παραγωγής, καθώς επίσης και όσον αφορά βιομηχανικές και άλλες ιδιωτικές δραστηριότητες. Οι στόχοι και οι προτεραιότητες αυτές λαμβάνονται σοβαρά υπόψη, ενώ επίσης προσδιορίζονται και εξειδικεύονται οι οικονομικοί και πολιτικοί πόροι που είναι αναγκαίοι για την πραγματοποίησή τους. Σε γενικές γραμμές, τα επιτευχθέντα αποτελέσματα δεν αποκλίνουν κατά πολύ από τις προβλέψεις τού Σχεδίου. Το αναπτυξιακό σχέδιο τού κινεζικού κρατικού καπιταλισμού περιλαμβάνει εμφανώς «κοινωνικές» διαστάσεις (αποφεύγω εδώ να χρησιμοποιήσω τον προσδιορισμό «σοσιαλιστικές»). Οι στόχοι αυτοί είχαν τεθεί ήδη από την μαοϊκή εποχή: εξάλειψη τού αναλφαβητισμού, βασική καθολική υγειονομική περίθαλψη κ.λπ. Κατά την πρώτη φάση τής μετα-μαοϊκής περιόδου (δεκαετία τού ’90), δεν υπάρχει αμφιβολία ότι διαπιστώθηκε τάση χαλάρωσης των προσπαθειών στους τομείς αυτούς. Θα πρέπει όμως να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι η κοινωνική διάσταση τού εγχειρήματος ανέκτησε, στο μεταξύ, τη σημασία της, ενώ αναμένεται να σημειωθεί μεγαλύτερη πρόοδος υπό την πίεση ισχυρών και δυναμικών κοινωνικών κινημάτων. Η νέα αστικοποίηση δεν έχει ανάλογο σε άλλη χώρα τού καπιταλιστικού Νότου. Στη σημερινή Κίνα, υπάρχουν βεβαίως πολυτελείς (και λιγότερο πολυτελείς) συνοικίες, όχι όμως και παραγκουπόλεις, που συνεχίζουν να ξεπηδούν στα αστικά κέντρα των χωρών τού Τρίτου Κόσμου.

Η ενσωμάτωση τής Κίνας στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση

Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε την ανάλυση τού κινεζικού κρατικού καπιταλισμού ή, όπως αποκαλείται από την κινεζική κυβέρνηση, τού «σοσιαλισμού τής αγοράς», χωρίς πρώτα να λάβουμε υπόψη την ενσωμάτωσή του στην παγκοσμιοποίηση. Το όραμα τού σοβιετικού κόσμου προέβλεπε την «αποσύνδεση» από το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα σε συνδυασμό με την οικοδόμηση ενός ολοκληρωμένου σοσιαλιστικού συστήματος που θα συμπεριελάμβανε την ΕΣΣΔ και την Ανατολική Ευρώπη. Σε σημαντικό βαθμό, η ΕΣΣΔ έφερε σε πέρας τον στόχο τής «αποσύνδεσης», θέλοντας και μη, λόγω τού επιβληθέντος αποκλεισμού που συντέλεσε στην απομόνωσή της από την εχθρική Δύση. Ωστόσο, παρά τις πρωτοβουλίες τού συμφώνου τής Κομεκόν, δεν σημειώθηκε σημαντική πρόοδος ως προς το σκέλος που αφορούσε την ενσωμάτωση τής Ανατολικής Ευρώπης. Οι λαοί τής Ανατολικής Ευρώπης εξακολούθησαν να βρίσκονται σε αβέβαιη και ευάλωτη θέση έχοντας μεν επιτύχει, εν μέρει και σε αυστηρά εθνική βάση, την αποσύνδεση αυτή, επιχειρώντας ωστόσο άνοιγμα προς τη Δυτική Ευρώπη, αρχής γενομένης από το 1970. Ουδέποτε είχε τεθεί θέμα ενσωμάτωσης των οικονομιών τής ΕΣΣΔ και τής Κίνας και αυτό όχι μόνο γιατί ο κινεζικός εθνικισμός δεν επέτρεπε κάτι τέτοιο, αλλά κυρίως γιατί μια τέτοια ενσωμάτωση δεν περιλαμβανόταν στους στόχους προτεραιότητας τής Κίνας. Η μαοϊκή Κίνα εφάρμοσε με τον δικό της τρόπο την πολιτική τής «αποσύνδεσης». Το ερώτημα επομένως είναι αν η ενσωμάτωσή της στην παγκοσμιοποίηση, που ξεκίνησε από τη δεκαετία τού 1990, πρέπει να ερμηνευτεί ως πλήρης και οριστική απόρριψη τής επιλογής τής αποσύνδεσης.

Η Κίνα μπήκε στον δρόμο τής παγκοσμιοποίησης με την προώθηση τής ταχείας ανάπτυξης των εξαγωγών μεταποιημένων προϊόντων στο πλαίσιο των δυνατοτήτων τού παραγωγικού της συστήματος, δίνοντας μάλιστα απόλυτη προτεραιότητα στις εν λόγω εξαγωγές, οι οποίες, στη συνέχεια, σημείωσαν ρυθμούς ανώτερους των ρυθμών ανάπτυξης τού Α.Ε.Π τής χώρας. Κατά τη διάρκεια τής δεκαπενταετίας 1990-2005, ο θρίαμβος τού νεοφιλελευθερισμού αποτέλεσε ευνοϊκό παράγοντα για την επιτυχία αυτής τής επιλογής. Ο προσανατολισμός όμως αυτός είναι αμφισβητήσιμος όχι μόνο εξαιτίας των γενικότερων αρνητικών πολιτικών και κοινωνικών συνεπειών του, αλλά και επειδή έχει πλέον τεθεί εν αμφιβόλω λόγω τής κατάρρευσης τού νεοφιλελεύθερου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, η οποία ως γνωστόν ξεκίνησε το 2007. Αυτό φαίνεται να έχει γίνει αντιληπτό από την κινεζική κυβέρνηση, η οποία φρόντισε πολύ έγκαιρα να προβεί σε διορθωτικές ενέργειες¸ δίνοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στην εσωτερική αγορά και στην ανάπτυξη τής δυτικής Κίνας.

Η κατά κόρον επαναλαμβανόμενη άποψη ότι η επιτυχία τής Κίνας πρέπει να αποδοθεί στην εγκατάλειψη τού μαοϊσμού (που «απέτυχε παταγωδώς»), στο άνοιγμα προς τα έξω τής οικονομίας της και στην είσοδο τού ξένου κεφαλαίου στη χώρα είναι πέρα για πέρα ανόητη. Η οικοδόμηση τής μαοϊκής περιόδου έθεσε τις απαραίτητες βάσεις για την επιτυχία τού εγχειρήματος τού ανοίγματος στην οικονομία τής αγοράς. Για να πειστεί κανείς, αρκεί να συγκρίνει την περίπτωση τής Κίνας με αυτή τής Ινδίας, η οποία δεν γνώρισε μια ανάλογη επανάσταση. Εξίσου ανόητη είναι και η άποψη ότι η κινεζική επιτυχία οφείλεται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, στις πρωτοβουλίες τού ξένου κεφαλαίου. Η οικοδόμηση τού κινεζικού βιομηχανικού συστήματος, η κατασκευή των υποδομών και η επιτυχής διαδικασία τής αστικοποίησης δεν έγιναν από το πολυεθνικό κεφάλαιο. Τα επιτεύγματα αυτά οφείλονται κατά 90% στο κυρίαρχο κρατικό σχέδιο. Βεβαίως, το άνοιγμα στο ξένο κεφάλαιο προσέφερε χρήσιμες υπηρεσίες, για παράδειγμα όσον αφορά την αύξηση των εισαγωγών νέων τεχνολογιών. Ωστόσο, χάρη στις μεθόδους εταιρικής σχέσης που χρησιμοποιήθηκαν, η Κίνα μπόρεσε να αφομοιώσει τις τεχνολογίες αυτές και είναι σήμερα σε θέση να να τις αναπτύξει περαιτέρω. Δεν υπάρχει κάτι ανάλογο πουθενά στον κόσμο, ούτε στην Ινδία, ούτε στην Βραζιλία, πόσο μάλλον δε στην Ταϊλάνδη, τη Μαλαισία, τη Ν. Αφρική κ.ο.κ. Η διαδικασία ενσωμάτωσης τής Κίνας στην παγκοσμιοποίηση παραμένει μερική και ελεγχόμενη (ή, έστω, δεν έχει ακόμα καταστεί ανεξέλεγκτη). Η χώρα δεν συμμετέχει στη σύγχρονη χρηματοοικονομική παγκοσμιοποίηση. Το τραπεζικό της σύστημα διατηρεί απόλυτα τον εθνικό του χαρακτήρα, εστιάζοντας στην εσωτερική πιστωτική αγορά. Η διαχείριση τού γιουάν εξακολουθεί να ανήκει στην αποκλειστική εξουσία τού κράτους. Το εθνικό νόμισμα δεν υπόκειται στο ευέλικτο καθεστώς συναλλαγματικών ισοτιμιών που επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση. Έτσι η κυβέρνηση τού Πεκίνου μπορεί σήμερα να πει στην Ουάσινγκτον ότι το γιουάν «είναι νόμισμά μας, αλλά πρόβλημά σας» — όπως ακριβώς είχε δηλώσει το 1971 στους Ευρωπαίους ο τότε υπουργός των Οικονομικών των ΗΠΑ («το δολάριο είναι νόμισμά μας, αλλά πρόβλημά σας»). Επιπλέον, η Κίνα είναι σε θέση να διοχετεύσει μεγάλη ρευστότητα στο εθνικό πιστωτικό σύστημα. Το δημόσιο χρέος είναι αμελητέο σε σύγκριση με τα (θεωρούμενα ως) υπερβολικά επίπεδα χρέους των ΗΠΑ, τής ΕΕ, τής Ιαπωνίας, αλλά και πολλών άλλων χωρών τού Νότου. Ως εκ τούτου, η Κίνα μπορεί να αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο σοβαρής αύξησης τού πληθωρισμού.

Η προσέλκυση ξένων κεφαλαίων αποτέλεσε μεν ευεργετικό παράγοντα, αλλά δεν υπήρξε η κινητήρια δύναμη για την επιτυχία τού κινεζικού σχεδίου. Απεναντίας ήταν η επιτυχία τού σχεδίου που προσέλκυσε το επενδυτικό ενδιαφέρον των δυτικών πολυεθνικών. Οι υπόλοιπες χώρες τού Νότου που άνοιξαν διάπλατα τις πόρτες τους στο ξένο κεφάλαιο, υποκύπτοντας ανεπιφύλακτα στις επιταγές τής χρηματοοικονομικής παγκοσμιοποίησης, υπολείπονται σε επενδυτική ελκυστικότητα. Επιπλέον, οι λόγοι προσέλκυσης τού ξένου κεφαλαίου δεν είναι η δυνατότητα ανεξέλεγκτης λεηλασίας των φυσικών πόρων τής χώρας ή η εξωτερική ανάθεση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, μη συνοδευόμενη από μεταφορά τεχνολογίας. Ούτε είναι η εκμετάλλευση τού χαμηλού μισθολογικού καθεστώτος ή των πλεονεκτημάτων που συνδέονται με την παραγωγική ενσωμάτωση εξωχώριων μονάδων, που, όπως συμβαίνει στο Μαρόκο ή στην Τυνησία, απασχολούν μεν εξειδικευμένο δυναμικό, αλλά λειτουργούν ανεξάρτητα από τα — εν προκειμένω ανύπαρκτα — εθνικά παραγωγικά συστήματα των χωρών «επενδυτικού ενδιαφέροντος». Ούτε βέβαια η «αξιοποίηση» από τις τράπεζες τού ιμπεριαλιστικού πυρήνα τής ευκαιρίας να «δημεύσουν» τις εθνικές αποταμιεύσεις μέσω οικονομικών επιδρομών, όπως συνέβη στο Μεξικό, στην Αργεντινή και στη νοτιανατολική Ασία. Στην Κίνα, αντίθετα, οι ξένοι επενδυτές μπορούν να επωφεληθούν από τους χαμηλούς μισθούς και να πραγματοποιήσουν μεγάλα κέρδη, υπό την προϋπόθεση μόνο ότι τα σχέδιά τους εναρμονίζονται με τις κινεζικές προτεραιότητες και διευκολύνουν τη μεταφορά τεχνολογίας. Εν ολίγοις, πρόκειται για «φυσιολογικά» κέρδη, που μπορούν δυνητικά να προσαυξηθούν με την ανοχή και συμπαιγνία των κινεζικών αρχών.

Κίνα: η αναδυόμενη δύναμη

Κανείς σήμερα δεν αμφιβάλλει ότι η Κίνα είναι μια αναδυόμενη δύναμη. Σύμφωνα με μία τρέχουσα αντίληψη, η Κίνα επιχειρεί απλώς να ανακτήσει τη θέση που κατείχε για αιώνες και την οποία απώλεσε κατά το 19ο αιώνα. Η ιδέα αυτή, η οποία βέβαια είναι ορθή και συνάμα κολακευτική, βοηθά λίγο στην κατανόηση τού χαρακτήρα και των πραγματικών προοπτικών τής αναδυόμενης χώρας στο πλαίσιο τού σύγχρονου κόσμου. Παρεμπιπτόντως, όσοι επικαλούνται, γενικά και αόριστα, την άποψη αυτή αδιαφορούν για το αν η Κίνα ως αναδυόμενη χώρα έχει ενστερνιστεί τις αρχές τού καπιταλισμού (πράγμα που, κατά τη γνώμη τους, είναι μάλλον αναγκαίο) ή αν παίρνει στα σοβαρά το σχέδιο για έναν «σοσιαλισμό με κινεζικά χαρακτηριστικά». Σε ό,τι με αφορά, θεωρώ ότι, αν η Κίνα είναι πράγματι μια αναδυόμενη δύναμη, αυτό οφείλεται στο ότι δεν έχει διαβεί, ανεπιστρεπτί, τον Ρουβίκωνα τού καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης και ότι, ως εκ τούτου, το σχέδιο ανάδυσης θα διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο αποτυχίας, αν η χώρα αποφάσιζε οριστικά να δεσμευθεί προς την κατεύθυνση αυτή. Η συγκεκριμένη άποψη συνεπάγεται την απόρριψη τής ιδέας ότι η αλληλουχία των αναγκαίων σταδίων δεν είναι υποχρεωτικά δεσμευτική για τους λαούς. Ως εκ τούτου, η Κίνα θα όφειλε να περάσει από το [κρατικο-]καπιταλιστικό στάδιο, πριν εξετασθεί το ενδεχόμενο τού σοσιαλιστικού της μέλλοντος. Να σημειωθεί εδώ ότι η σχετική συζήτηση ανάμεσα στα διάφορα μαρξιστικά ρεύματα ποτέ δεν κατέληξε σε σαφή συμπεράσματα. Ο ίδιος ο Μαρξ στάθηκε διστακτικός απέναντι στο ζήτημα αυτό. Γνωρίζουμε όμως ότι, μετά τις πρώτες ευρωπαϊκές επιθέσεις (τους πολέμους τού οπίου), έκανε την παρατήρηση ότι, την επόμενη φορά που εσείς, οι Άγγλοι, θα στείλετε τον στρατό σας στην Κίνα, να ξέρετε ότι θα γίνει δεκτός με λάβαρα που θα γράφουν «Προσοχή! Εδώ είναι τα σύνορα τής αστικής Δημοκρατίας τής Κίνας». Πρόκειται για μια εξαιρετική ιδέα που ναι μεν εκφράζει την εμπιστοσύνη του στην ικανότητα τού κινεζικού λαού να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, αλλά η οποία αποδείχθηκε λανθασμένη, διότι το λάβαρο πλέον γράφει «Εδώ είναι τα σύνορα τής Λαϊκής Δημοκρατίας τής Κίνας». Ωστόσο γνωρίζουμε επίσης ότι, όσον αφορά τη Ρωσία, ο Μαρξ δεν απέρριψε την ιδέα τής παράκαμψης τού καπιταλιστικού σταδίου (βλ. την αλληλογραφία του με την Βέρα Ζασούλιτς). Σήμερα κάποιος θα μπορούσε, λοιπόν, να ισχυριστεί ότι η πρώτη του εκτίμηση ήταν η σωστή και ότι πράγματι η Κίνα βρίσκεται στον δρόμο τής καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Ωστόσο, ο Μάο είχε κατανοήσει, ίσως καλύτερα από τον Λένιν, ότι ο καπιταλιστικός δρόμος δεν θα οδηγούσε πουθενά και ότι η αναγέννηση τής χώρας θα ήταν έργο των ίδιων των κομμουνιστών. Ως απάντηση στην πρόκληση τής Δύσης, η δυναστεία των Τσινγκ στα τέλη τού 19ου αιώνα, όπως και στη συνέχεια ο Σουν Γιατ-Σεν και το Κουομιντάνγκ, είχαν στα σκαριά σχέδια για την αναγέννηση τής Κίνας, που όμως δεν ξέφευγαν από τα στενά όρια τού καπιταλισμού. Και αυτό γιατί δεν είχαν τον απαραίτητο διανοητικό εξοπλισμό προκειμένου να αντιληφθούν τι πραγματικά σημαίνει καπιταλισμός και γιατί αυτός ο δρόμος ανάπτυξης ήταν και εξακολουθεί να είναι κλειστός για την Κίνα, όπως άλλωστε και για όλες τις περιφερειακές χώρες τού παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Με το ανεξάρτητο πνεύμα που τον διέκρινε, ο Μάο κατέληξε εν προκειμένω στα σωστά συμπεράσματα. Επιπλέον, κατανόησε ότι, παρά τη νίκη τού 1949, ο πόλεμος δεν είχε ακόμη κριθεί και ότι η αντίφαση ανάμεσα στην προσήλωση στον δρόμο τού σοσιαλισμού και τον πειρασμό επιστροφής στους κόλπους τού καπιταλισμού θα είχε καθοριστική σημασία για το άμεσο μέλλον. Η ανάλυση αυτή τού Μάο με έβρισκε πάντα σύμφωνο και θα επανέλθω στο ζήτημα αυτό, κάνοντας ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τον ρόλο τής εξέγερσης των Ταϊπίνγκ, η οποία μπορεί να θεωρηθεί σαν μακρινό προοίμιο τού μαοϊσμού, και τής επανάστασης τού 1911, όπως επίσης άλλων επαναστάσεων που ξέσπασαν σε χώρες τού Νότου στις αρχές τού 20ού αιώνα. Οι αρχικές συζητήσεις τής περιόδου που εγκαινίασε η διάσκεψη τής Μπαντούνγκ, όπως άλλωστε και η ανάλυση των πολλαπλών αδιεξόδων στα οποία οδηγήθηκαν οι αναδυόμενες χώρες τού Νότου που επέλεξαν τον καπιταλιστικό δρόμο, δεν οδήγησαν πουθενά. Οι σκέψεις αυτές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την κεντρική μου θέση όσον αφορά την πόλωση (τ.έ. την εμφάνιση τής αντίθεσης κέντρου-περιφέρειας) που χαρακτηρίζει εγγενώς την παγκόσμια ανάπτυξη τού ιστορικού καπιταλισμού. Η πόλωση αυτή καταργεί τη δυνατότητα των περιφερειακών χωρών να «καλύψουν το χαμένο έδαφος» έναντι των πλουσίων χωρών στο πλαίσιο τού καπιταλισμού. Άρα το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε είναι ότι, εφόσον είναι αδύνατη η εξάλειψη τής ανισομετρίας των περιφερειών, τότε κάτι άλλο πρέπει να γίνει. Και αυτό το «κάτι άλλο» είναι η επιλογή τού σοσιαλιστικού δρόμου.

Η αφετηρία τής ιδιότυπης πορείας που επέλεξε η Κίνα πρέπει να τοποθετηθεί χρονικά το 1950 και όχι το 1980. Και ναι μεν οι διαδοχικές φάσεις τής πορείας αυτής διαφέρουν μεταξύ τους από πολλές απόψεις, πλην όμως η χώρα έχει κατορθώσει να αναπτύξει ένα συνεκτικό κυρίαρχο κρατικό σχέδιο που ανταποκρίνεται στις δικές της ανάγκες. Το βέβαιο είναι ότι δεν πρόκειται για καπιταλισμό, γιατί κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε την εμπορευματοποίηση τής αγροτικής γης. Επιπλέον, το σχέδιο αυτό διατηρεί τον αυτάρκη και αυτόνομο χαρακτήρα του, καθόσον η χώρα εξακολουθεί να μην συμμετέχει στη σύγχρονη χρηματοοικονομική παγκοσμιοποίηση. Το ότι το κινεζικό σχέδιο δεν έχει καπιταλιστικό χαρακτήρα δεν συνεπάγεται άνευ άλλου τινός ότι πρόκειται για σοσιαλισμό, αλλά απλώς και μόνο ότι το σχέδιο αυτό επιτρέπει να σημειωθούν βήματα προόδου στον μακρύ δρόμο τού σοσιαλισμού. Ωστόσο, δεν έχει ακόμη εξαλειφθεί ο κίνδυνος απόκλισης από τη χαραχθείσα πορεία και επιστροφής στον καθαρό καπιταλισμό. Επομένως, η πορεία ανάδυσης τής χώρας οφείλεται αποκλειστικά στο αυτόνομο αυτό σχέδιο και υπό αυτή την έννοια η Κίνα, μαζί με την Κορέα και την Ταϊβάν, στις οποίες θα αναφερθώ στη συνέχεια, πρέπει να θεωρηθούν ως οι μόνες πραγματικά αναδυόμενες χώρες. Καμία από τις άλλες χώρες που, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, χαρακτηρίζονται ως «αναδυόμενες», δεν έχουν στην πραγματικότητα την ιδιότητα αυτή, διότι καμία από αυτές δεν επιδιώκει την υλοποίηση ενός ανάλογου σχεδίου. Οι χώρες αυτές, μάλιστα, έχουν αποδεχτεί τις αρχές τού καπιταλισμού, ακόμη και στους δυνητικά κρατικο-καπιταλιστικούς τομείς τής οικονομίας τους, ενώ επίσης έχουν υιοθετήσει πλήρως τη λογική τής υποταγής στην παγκοσμιοποίηση, συμπεριλαμβανομένης και τής χρηματοοικονομικής της διάστασης. Ως προς τα ανωτέρω μερική εξαίρεση αποτελούν η Ρωσία και η Ινδία (όχι όμως και η Βραζιλία ή η Ν. Αφρική κ.ο.κ). Σε ορισμένες περιπτώσεις εντοπίζει κανείς κάποια ψήγματα «εθνικής βιομηχανικής πολιτικής», αλλά δεν υπάρχει τίποτα συγκρίσιμο με το συστηματικό κινεζικό σχέδιο οικοδόμησης ενός πλήρους, ολοκληρωμένου και κυρίαρχου βιομηχανικού συστήματος (ιδίως στον τομέα τής τεχνογνωσίας και των καινοτομιών). Ως εκ τούτου, οι χώρες αυτές, παρά τον πρόωρο χαρακτηρισμό τους ως «αναδυόμενες», εξακολουθούν να είναι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό ευάλωτες, σε σύγκριση τουλάχιστον με την Κίνα. Επιπλέον, το φαινόμενο τής οικονομικής ανάδυσης, τού οποίου χαρακτηριστικά γνωρίσματα είναι οι αξιόλογοι αναπτυξιακοί ρυθμοί και η ικανότητα εξαγωγών μεταποιημένων προϊόντων, συνδέεται κατά κανόνα με διαδικασίες περιθωριοποίησης και εξαθλίωσης που επηρεάζουν την πλειοψηφία τού πληθυσμού των αναδυόμενων χωρών και κυρίως την αγροτική τους τάξη, πράγμα που όμως δεν συμβαίνει στην περίπτωση τής Κίνας. Η αύξηση των ανισοτήτων είναι βέβαια φαινόμενο που παρατηρείται παντού και όχι μόνο στην Κίνα, αλλά η επιφανειακή αυτή διαπίστωση οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα. Είναι άλλο πράγμα η ανισότητα ως προς την κατανομή των οφελών που απορρέουν από την εφαρμογή ενός αναπτυξιακού μοντέλου που δεν αποκλείει κανέναν και επιπλέον συμβάλλει στην μείωση θυλάκων φτώχειας (πράγμα που όντως συμβαίνει στην Κίνα) και άλλο πράγμα η ανισότητα που συνδέεται με μια οικονομική ανάπτυξη από την οποία επωφελείται μόνο μια μειοψηφία τού πληθυσμού (τής τάξης τού 5 έως 30%, ανάλογα με την περίπτωση), ενώ οι υπόλοιποι αφήνονται στη μοίρα τους. Όσοι συμμετέχουν στην εκστρατεία δυσφήμισης τής Κίνας αγνοούν ή κάνουν ότι αγνοούν τη σημαντική αυτή διαφορά. Η διαπίστωση τής ανισότητας που βασίζεται στο γεγονός ότι σε κάποια χώρα υπάρχουν αφενός οικιστικές περιοχές με πολυτελείς βίλες και αφετέρου συνοικίες με άνετες κατοικίες για τη μεσαία και την εργατική τάξη δεν είναι ταυτόσημη με την αντίστοιχη διαπίστωση που βασίζεται στην ύπαρξη πολυτελέστατων συνοικιών και άνετων οικισμών για τη μεσαία τάξη που έρχονται σε εξόφθαλμη αντίθεση με τις εκτεταμένες παρουγκοπόλεις, όπου ζει η πλειοψηφία τού πληθυσμού. Εν προκειμένω, ο συντελεστής Gini είναι χρήσιμος για την καταγραφή μεταβολών από έτος σε έτος, εφόσον όμως πρόκειται για συστήματα καθορισμένης δομής. Ωστόσο, σε περίπτωση διεθνών συγκρίσεων μεταξύ συστημάτων διαφορετικής δομής, οι εκτιμήσεις με βάση τον δείκτη αυτό στερούνται νοήματος, πράγμα που ισχύει για όλους τους δείκτες μακροοικονομικών μεγεθών των εθνικών λογαριασμών. Επιπλέον, οι υπόλοιπες αναδυόμενες χώρες είναι συγχρόνως και «αναδυόμενες αγορές», ανοικτές στη διείσδυση των μονοπωλίων τής ιμπεριαλιστικής Τριάδας, που είναι σε θέση να αποσπούν, προς δικό τους όφελος, σημαντικό μέρος τής υπεραξίας που παράγεται στις εν λόγω χώρες. Η περίπτωση τής Κίνας είναι διαφορετική: πρόκειται για μια αναδυόμενη χώρα, το οικονομικό σύστημα τής οποίας επιτρέπει την εσωτερική παρακράτηση τού μεγαλύτερου μέρους τής υπεραξίας που παράγεται εκεί.

Η Κορέα και η Ταϊβάν είναι οι δύο μόνες πραγματικές περιπτώσεις ανάδυσης εντός και μέσω τού καπιταλισμού. Οι χώρες όμως αυτές έτυχαν προνομιακής μεταχείρισης εκ μέρους των ΗΠΑ. Η αντίθεση ανάμεσα στην ενεργό υποστήριξη που παρείχαν οι ΗΠΑ στην ανάπτυξη τού κρατικού καπιταλισμού των δύο αυτών χωρών και την απροκάλυπτη υπονόμευση τής κρατικοκαπιταλιστικής οικονομίας τής νασερικής Αιγύπτου ή τής Αλγερίας τού Μπουμεντιέν είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Επομένως, η επιτυχία τους οφείλεται σε καθαρά γεωστρατηγικούς λόγους. Δεν θα εξετάσω εδώ τη (μεγάλη κατ’ εμέ) πιθανότητα ανάπτυξης και υλοποίησης αναλόγων σχεδίων ανάδυσης στο Βιετνάμ και την Κούβα ή τις αναγκαίες συνθήκες για τη συνέχιση τής προόδου προς αυτή την κατεύθυνση στη Ρωσία. Δεν θα ασχοληθώ επίσης με το ζήτημα των στρατηγικών στόχων πάλης των προοδευτικών δυνάμεων στην Ινδία, στη νοτιανατολική Ασία, στη Λατινική Αμερική, στον αραβικό κόσμο, στην Αφρική και σε άλλα μέρη τού καπιταλιστικού Νότου. Πάλη, που θα συμβάλλει στην υπέρβαση των σημερινών αδιεξόδων και στην εμφάνιση αυτόνομων σχεδίων που θα έρχονται σε ρήξη με την κυρίαρχη καπιταλιστική λογική.

Μεγάλες επιτυχίες, νέες προκλήσεις

Η Κίνα δεν βρίσκεται για πρώτη φορά σε κρίσιμη καμπή. Στην πραγματικότητα, από το 1950 και μετά, η χώρα βρίσκεται σε περίοδο διαρκών ανακατατάξεων και συγκρούσεων μεταξύ δεξιών και αριστερών κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, που διαδραμάτισαν και διαδραματίζουν ενεργό ρόλο στην κοινωνία και στο κόμμα. —Ποια είναι η προέλευση τής κινεζικής δεξιάς; Βεβαίως, η κομπραδόρικη και γραφειοκρατική μπουρζουαζία τού Κουομιντάνγκ είχε αποκλειστεί από την εξουσία. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια τού απελευθερωτικού πολέμου, μεγάλες μερίδες των μεσαίων στρωμάτων, των βιομηχάνων, των επαγγελματιών και κρατικών υπαλλήλων, έχοντας απογοητευτεί από την αναποτελεσματικότητα τού Κουομιντάνγκ έναντι τής ιαπωνικής επιθετικότητας, προσέγγισαν ή εντάχθηκαν στο κομμουνιστικό κόμμα. Πολλοί από αυτούς παρέμειναν εθνικιστές και τίποτα περισσότερο. Στη συνέχεια, παράλληλα με το άνοιγμα στην ιδιωτική πρωτοβουλία που πραγματοποιήθηκε κατά τη δεκαετία τού 1990, εμφανίστηκε μια νέα ισχυρότερη δεξιά, η οποία δεν συσπειρώνει μόνο «επιτυχημένους επιχειρηματίες», που, αφού απέκτησαν σε ορισμένες περιπτώσεις κολοσσιαίες περιουσίες, μπορούν πλέον να υπολογίζουν στην υποστήριξη τής «πελατείας» τους (— συμπεριλαμβανομένων και αρκετών κρατικών και κομματικών αξιωματούχων, οι οποίοι, όσον αφορά την άσκηση τού ελεγκτικού τους έργου, είτε εθελοτυφλούν είτε είναι «συνεταίροι» στη διαφθορά). Όπως είναι αναμενόμενο σε τέτοιες περιπτώσεις, η «επιτυχία» αυτή ενθαρρύνει την εμφάνιση και διάδοση δεξιόστροφων αντιλήψεων μεταξύ των διογκούμενων στρωμάτων τής μορφωμένης μεσαίας τάξης. Με αυτή την έννοια και παρά τις σημαντικές διαφορές που υπάρχουν σε σύγκριση με τις άλλες χώρες τού Νότου, η αυξανόμενη ανισότητα αποτελεί πράγματι σημαντικό πολιτικό κίνδυνο, διότι εν προκειμένω λειτουργεί ως όχημα για την εξάπλωση δεξιών αντιλήψεων, την ενθάρρυνση τής απολιτικοποίησης και την καλλιέργεια αφελών ψευδαισθήσεων.

Εδώ θα ήθελα να προσθέσω την εξής παρατήρηση, την οποία θεωρώ σημαντική: οι κινέζοι μικροπαραγωγοί και κυρίως οι μικροί αγρότες δεν εμφορούνται κατ’ ανάγκη από αντιδραστικές δεξιόστροφες ιδέες (διαπίστωση που βεβαίως αντιβαίνει στη διαδεδομένη λενινιστική αντίληψη, η οποία ωστόσο ανταποκρινόταν στα ρωσικά δεδομένα). Ως προς αυτό, η περίπτωση τής Κίνας διαφέρει σημαντικά από αυτή τής πρώην ΕΣΣΔ. Σε αντίθεση με ό,τι συνέβη με τους ρώσους φτωχούς αγρότες, τους οποίους οι κομμουνιστές δεν κατάφεραν πλήρως να απομακρύνουν από τους κουλάκους, η κινεζική αγροτική τάξη, κατά κανόνα, κάθε άλλο παρά αντιδραστική είναι. Και αυτό γιατί δεν είναι ταγμένη στην υπεράσπιση τής αρχής τής ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Ως εκ τούτου, οι κινέζοι μικροπαραγωγοί αγρότες (που, όπως είδαμε, δεν είναι μικροϊδιοκτήτες) αποτελούν σήμερα μια τάξη που όχι μόνο δεν προτάσσει αντιδραστικά αιτήματα, αλλά στηρίζει εκείνες τις δυνάμεις που προωθούν εξαιρετικά θαρραλέες κοινωνικές και οικολογικές πολιτικές. Απόδειξη για αυτό αποτελεί η ανάπτυξη ενός ισχυρού κινήματος για την «ανανέωση τής αγροτικής κοινωνίας». Επομένως, σε μεγάλο βαθμό, η κινεζική αγροτιά έχει ταχθεί με το αριστερό στρατόπεδο, στο πλευρό τής εργατικής τάξης. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η αριστερά διαθέτει τους δικούς της οργανικούς διανοούμενους και είναι σε θέση να ασκεί επιρροή στους κρατικούς και κομματικούς μηχανισμούς.

Η διαρκής σύγκρουση ανάμεσα στην κινεζική αριστερά και δεξιά βρήκε την αντανάκλασή της στις διάφορες πολιτικές γραμμές που υιοθετήθηκαν από το κράτος και την κομματική ηγεσία. Κατά τη μαοϊκή περίοδο, χρειάστηκε αγώνας για να επικρατήσει η αριστερή γραμμή. Εξαπολύοντας τη μεγάλη προλεταριακή πολιτιστική επανάσταση, ο Μάο επιχείρησε να ανακόψει τη διείσδυση δεξιών ιδεών και αντιλήψεων στην ηγεσία και στα μέλη τού κόμματος — εξέλιξη την οποία θεωρούσε παρόμοια με τα όσα συνέβησαν στην ΕΣΣΔ: το σύνθημα «βομβαρδίστε τα επιτελεία» στρεφόταν εναντίον των ηγετικών κλιμακίων τού κόμματος, όπου διαμορφωνόταν η «νέα μπουρζουαζία». Στα δύο πρώτα χρόνια τής πολιτιστικής επανάστασης τα αποτελέσματά της ήταν σύμφωνα με τις προσδοκίες τού Μάο, αλλά στη συνέχεια η κατάσταση αναρχίας που επικράτησε είχε ως συνέπεια την απώλεια, εκ μέρους τού Μάο και τής αριστεράς τού κόμματος, τού ελέγχου επί των εξελίξεων. Ο κρατικός και ο κομματικός μηχανισμός επιχείρησαν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους, φέρνοντας τη δεξιά πάλι στο προσκήνιο. Έκτοτε, η δεξιά διατηρεί ισχυρό ρόλο σε όλα τα ηγετικά σώματα. Ωστόσο, η αριστερά δεν έπαψε να δραστηριοποιείται προκειμένου να ωθήσει σε «κεντρώους» συμβιβασμούς την ανώτατη ηγεσία. Όσον αφορά αυτές τις «κεντρώες» λύσεις, το ερώτημα είναι αν έχουμε μετατόπιση τού κέντρου βάρους προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά.

Για να κατανοήσουμε τη φύση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει σήμερα η Κίνα, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι όσο περισσότερο θετική είναι η πορεία τής χώρας, τόσο περισσότερο θα οξύνεται ο ανταγωνισμός με τον βορειοαμερικανικό ιμπεριαλισμό και τους υποτελείς Ευρωπαίους και Ιάπωνες συμμάχους του. Υπάρχουν πράγματι πολλά πεδία αντιπαραθέσεων: η αφομοίωση και ανάπτυξη τής σύγχρονης τεχνολογίας, η πρόσβαση στους πόρους τού πλανήτη, η ενίσχυση των στρατιωτικών ικανοτήτων τής Κίνας και η εκ μέρους της επιδίωξη τού σκοπού τής αναδιοργάνωσης των διεθνών σχέσεων και τής διεθνούς πολιτικής με γνώμονα το κυρίαρχο δικαίωμα των λαών να αποφασίζουν για το πολιτικό και οικονομικό τους σύστημα. Καθένας από τους στόχους αυτούς έρχεται σε άμεση αντίφαση με τις επιδιώξεις τής ιμπεριαλιστικής Τριάδας. Ο βασικός στόχος τής πολιτικής στρατηγικής τού αμερικανικού ιμπεριαλισμού συνίσταται στον στρατιωτικό έλεγχο τού πλανήτη. Μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσει να διατηρήσει τα πλεονεκτήματα τής ηγεμονίας του. Ο στόχος αυτός επιδιώκεται μέσω των λεγόμενων προληπτικών πολέμων στη Μέση Ανατολή, που υπ’ αυτή την έννοια αποτελούν πιθανό προοίμιο ενός προληπτικού (πυρηνικού) πολέμου εναντίον τής ίδιας τής Κίνας, όπως ανοιχτά ομολογείται από το βορειοαμερικανικό κατεστημένο που πιέζει για την ανάληψη δράσης «πριν να είναι αργά». Η διαμόρφωση κλίματος εχθρότητας σε βάρος τής Κίνας είναι αναπόσπαστο κομμάτι τής παγκόσμιας αυτής στρατηγικής, πράγμα που διαφαίνεται από το γεγονός τής αμερικανικής υποστήριξης στους δουλοκτήτες τού Θιβέτ και τους ουιγούρους τού Σινκιάνγκ, από την αύξηση τής αμερικανικής ναυτικής παρουσίας στη Σινική Θάλασσα και τέλος από την αμέριστη υποστήριξη προς την Ιαπωνία σε σχέση με το σχέδιο ενίσχυσης των στρατιωτικών δυνατοτήτων τής νησιωτικής αυτής χώρας. Οι συνήθεις επικριτές τής Κίνας δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να τροφοδοτούν το γενικό κλίμα εχθρότητας εναντίον τής χώρας. Συγχρόνως, όμως, η Ουάσινγκτον, επιχειρώντας να χειραγωγήσει την κατάσταση, φροντίζει να επιδεικνύει διάθεση συμβιβασμού σε ό,τι αφορά τις ενδεχόμενες φιλοδοξίες τής Κίνας και των άλλων «αναδυόμενων» χωρών μέσω τής δημιουργίας τής Ομάδας των Είκοσι (G20) — που δεν έχει άλλο σκοπό παρά να καλλιεργεί την ψευδαίσθηση στις χώρες αυτές ότι η προσχώρηση στην παγκοσμιοποίηση θα αποβεί προς όφελός τους. Ομοίως, η ομάδα G2 (ΗΠΑ/Κίνα) λειτουργεί ως παγίδα, διότι, καθιστώντας την Κίνα πιθανό συνεργό στις ιμπεριαλιστικές περιπέτειες των ΗΠΑ, απειλεί να καταστρέψει την αξιοπιστία τής ειρηνικής εξωτερικής πολιτικής τού Πεκίνου. Εν προκειμένω, η μόνη αποτελεσματική απάντηση στις στρατηγικές επιδιώξεις των ΗΠΑ πρέπει να κινηθεί σε δύο άξονες. Ο πρώτος είναι η ενίσχυση των στρατιωτικών δυνάμεων τής Κίνας, προκειμένου να διασφαλιστεί η δυνατότητα αποτροπής απειλών. Όσον αφορά τον δεύτερο άξονα, η Κίνα θα πρέπει να έχει ως σταθερή επιδίωξη τη δημιουργία ενός πολυκεντρικού διεθνούς συστήματος στη βάση τού σεβασμού των εθνικών κυριαρχιών και, σε συνάρτηση με αυτό, την αποκατάσταση τού κύρους τού ΟΗΕ, τού οποίου η σημασία έχει παραμεριστεί προς όφελος τού ΝΑΤΟ. Θα ήθελα εδώ να υπογραμμίσω ότι ο στόχος αυτός αυτή έχει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία, διότι εν προκειμένω τίθεται ως προτεραιότητα η ανασύσταση ενός «μετώπου τού Νότου» (Μπαντούνγκ-2;),που θα λειτουργεί ως μηχανισμός για την προώθηση και στήριξη των αυτόνομων πρωτοβουλιών των χωρών και λαών τής περιφέρειας. Επιπρόσθετα, η Κίνα οφείλει να συνειδητοποιήσει ότι δεν διαθέτει τα αναγκαία μέσα για την (παράλογη) επιδίωξη ευθυγράμμισης με τις αρπακτικές πρακτικές τού ιμπεριαλισμού (λεηλασία των φυσικών πόρων τού πλανήτη). Η στρατιωτική της δύναμη υπολείπεται κατά πολύ αυτής των ΗΠΑ και, σε τελική ανάλυση, αυτός είναι ο σημαντικότερος παράγοντας για την επιτυχή προώθηση κάθε είδους ιμπεριαλιστικών σχεδίων. Από την άλλη πλευρά, η Κίνα έχει πολλά να κερδίσει, εάν τιμήσει τις υποσχέσεις της για στήριξη των προσπαθειών ανάπτυξης και βιομηχανοποίησης των χωρών τού Νότου, που υπονομεύονται από την κλειστή ιμπεριαλιστική λέσχη των «χορηγών αναπτυξιακής βοήθειας». Όσον αφορά τα διεθνή θέματα, οι εξαιρετικά συγκρατημένες και επιφυλακτικές διατυπώσεις που χρησιμοποιούν οι κινέζοι αξιωματούχοι (—και ποιος μπορεί να τους κατηγορήσει για αυτό;) δεν επιτρέπουν να γνωρίζουμε αν και κατά πόσον οι ηγέτες τής χώρας έχουν επίγνωση των ανωτέρω προκλήσεων. Το σοβαρότερο, όμως, είναι ότι οι διατυπώσεις αυτές καλλιεργούν αφελείς ψευδαισθήσεις και τάσεις απολιτικοποίησης στην εγχώρια κοινή γνώμη.

Η δεύτερη σημαντική πρόκληση αφορά το θέμα τού εκδημοκρατισμού τής κοινωνικής και πολιτικής διαχείρισης τής χώρας. Ο Μάο είχε διατυπώσει και εφαρμόσει μια γενική αρχή για την πολιτική διαχείριση τής Νέας Κίνας που μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: συσπειρώστε την αριστερά, εξουδετερώστε (αλλά μην αφανίσετε) τη δεξιά, κυβερνήστε από τα κεντροαριστερά. Κατά τη γνώμη μου, αυτός είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος για την επίτευξη προόδου μέσω διαδοχικών βημάτων με εξασφαλισμένη τη στήριξη και κατανόηση τής μεγάλης πλειοψηφίας τής κοινωνίας. Με αυτόν τον τρόπο, ο Μάο έδωσε ουσιαστικό περιεχόμενο στις έννοιες τού εκδημοκρατισμού τής κοινωνίας και τής προόδου στον μακρύ δρόμο τού σοσιαλισμού. Το όνομα που έδωσε στη μέθοδο εφαρμογής τής γενικής αυτής αρχής ήταν «μαζική γραμμή»: πηγαίντε στις μάζες, μάθετε για τους αγώνες τους, ξαναγυρίστε στην ηγεσία. Η Λιν Τσουν περιέγραψε λεπτομερώς τη μέθοδο αυτή και τα αποτελέσματα τής εφαρμογής της. Το ζήτημα ενός εκδημοκρατισμού που θα συμπορεύεται με την κοινωνική πρόοδο — σε αντίθεση με μια κατ’ επίφαση «δημοκρατία» που όχι μόνο δεν συνοδεύεται από πρόοδο, αλλά συχνά συμβαδίζει με κοινωνική οπισθοδρόμηση — αφορά όλους τους λαούς και όχι μόνο την Κίνα. Όσον αφορά το πρόβλημα αυτό, δεν υπάρχει μια ενιαία μέθοδος με γενική και διαχρονική ισχύ. Η συνταγή που προτείνεται από την προπαγάνδα των δυτικών μέσων ενημέρωσης (εκλογές, πολυκομματισμός) πρέπει σε κάθε περίπτωση να απορριφθεί. Επιπλέον, αυτού τού είδους η «δημοκρατία» εκφυλίζεται σε φάρσα ακόμη και στη Δύση, πόσο μάλλον σε χώρες τής περιφέρειας. Η μαζική γραμμή ήταν το μέσο για τη διαμόρφωση συναίνεσης σε σχέση με διαδοχικούς και συνεχώς εξελισσόμενους στρατηγικούς στόχους. Σε αντίθεση, η συναίνεση που εξασφαλίζεται μέσω τού προπαγανδιστικού μηχανισμού των ΜΜΕ και τής φάρσας των εκλογών δεν αποτελεί παρά ευθυγράμμιση με τις επιταγές τού κεφαλαίου. Όμως, με ποιο τρόπο η Κίνα θα μπορούσε σήμερα να διαμορφώσει μια μέθοδο αντίστοιχη τής μαζικής γραμμής που να ανταποκρίνεται στις νέες κοινωνικές συνθήκες; Καθόλου εύκολος στόχος, αν ληφθεί υπόψη ότι, εξαιτίας τής, σε μεγάλο βαθμό, μετατόπισης τής ηγεσίας τού κομμουνιστικού κόμματος προς τα δεξιά, η σταθερότητα τής διακυβέρνησης βασίζεται πλέον στην απολιτικοποίηση και στις παρεπόμενες αφελείς ψευδαισθήσεις. Η επιτυχία μάλιστα των αναπτυξιακών πολιτικών που ακολουθούνται ευνοεί αυτόματα τις τάσεις αυτές. Σε συνδυασμό με τον άκριτο ενθουσιασμό για τις «αμερικανικές» μεθόδους, είναι ευρύτατα διαδεδομένη η αντίληψη ότι η ακολουθούμενη πορεία αποτελεί τη βασιλική οδό για την κάλυψη τού χαμένου εδάφους όσον αφορά το επίπεδο διαβίωσης των ανεπτυγμένων πλούσιων χωρών και ότι τα κράτη τής Τριάδας δεν προτίθενται να δημιουργήσουν εμπόδια στην επιδίωξη αυτή. Η εν λόγω διαπίστωση ισχύει ιδίως για τις ταχέως διευρυνόμενες αστικές μεσαίες τάξεις, των οποίων οι συνθήκες ζωής βελτιώνονται αλματωδώς. Η πλύση εγκεφάλου που υφίστανται οι κινέζοι φοιτητές στις ΗΠΑ, ιδίως στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών, συνέβαλε, σε συνδυασμό με την απόρριψη εκ μέρους τους τού «κοινότοπου» κρατικού μαρξιστικού δόγματος, στη συρρίκνωση τού πεδίου των ριζοσπαστικών κριτικών συζητήσεων.

Η κινεζική κυβέρνηση κάθε άλλο παρά αδιάφορη είναι για το «κοινωνικό» ζήτημα, και αυτό όχι μόνο λόγω τής μακροχρόνιας παράδοσης τού κόμματος που βασίζεται στα διδάγματα τού μαρξισμού, αλλά και γιατί βρίσκεται υπό τη διαρκή πίεση τού κινεζικού λαού που ξέρει να αγωνίζεται. Και ναι μεν η «κοινωνική» διάσταση είχε παραμεληθεί κατά τη δεκαετία τού 1990 υπέρ των άμεσων προτεραιοτήτων που συνδέονταν με την επίσπευση τής ανάπτυξης, ωστόσο η τάση αυτή έχει πλέον αντιστραφεί. Την ώρα που στην πλούσια Δύση αφαιρούνται η μια μετά την άλλη οι σοσιαλδημοκρατικές κατακτήσεις τής κοινωνικής ασφάλισης, η φτωχή Κίνα εφαρμόζει ένα πρόγραμμα επέκτασης των κοινωνικών παροχών γύρω από τρεις βασικούς άξονες: υγεία, στέγαση, συντάξεις. Στην πραγματικότητα, η λαϊκή στεγαστική πολιτική που αναπτύσσει σήμερα η Κίνα και η οποία δέχεται συντονισμένα ευρωπαϊκά πυρά εκ δεξιών και αριστερών, είναι αξιοζήλευτη για τα δεδομένα όχι μόνο τής Ινδίας και τής Βραζιλίας, αλλά και των υποβαθμισμένων αστικών περιοχών τού Παρισιού, τού Λονδίνου ή τού Σικάγο! Η κοινωνική ασφάλιση και το σύστημα συνταξιοδότησης καλύπτει ήδη το 50% τού συνολικού αστικού πληθυσμού (που, όπως αναφέραμε, αυξήθηκε από 200 σε 600 εκ. κατ.), ενώ το Σχέδιο, που συνεχίζει να εφαρμόζεται, προβλέπει, για τα επόμενα χρόνια, αύξηση τού ποσοστού τού πληθυσμού που καλύπτεται από το σύστημα κοινωνικής προστασίας στο 85%. Ας μας πουν οι δυτικοί δημοσιογράφοι που συμμετέχουν στην εκστρατεία δυσφήμισης τής Κίνας, ποιες από τις χώρες που προβάλλονται ως παραδείγματα προς μίμηση — διότι «επέλεξαν τον δημοκρατικό δρόμο» — έχουν να επιδείξουν ανάλογα επιτεύγματα. Ωστόσο, η συζήτηση παραμένει ανοιχτή όσον αφορά τις μεθόδους εφαρμογής τού συστήματος κοινωνικής προστασίας. Η αριστερά προτείνει το διανεμητικό σύστημα γαλλικού τύπου, που στηρίζεται στις αρχές τής ενδογενεακής και διαγενεακής αλληλεγγύης μεταξύ των εργαζομένων (σύστημα που αρχικά προοριζόταν να αποτελέσει ένα πρώτο βήμα προς τον σοσιαλισμό), ενώ, όπως είναι αναμενόμενο, η δεξιά προτιμά το κεφαλαιοποιητικό σύστημα αμερικανικού τύπου, που διαιρεί τους εργαζόμενους και μεταθέτει τον κίνδυνο από το κεφάλαιο στην εργασία.

Ωστόσο, η απόκτηση κοινωνικών παροχών από μόνη της δεν αρκεί, αν δεν συνοδεύεται από τον εκδημοκρατισμό τής πολιτικής διαχείρισης και την εκ νέου πολιτικοποίηση τής κοινωνίας μέσω μεθόδων που θα προάγουν τις δυνατότητες επινόησης νέων μορφών με προσανατολισμό το σοσιαλιστικό/κομμουνιστικό μέλλον. Ομοίως δεν αρκεί για την αντιμετώπιση των συναφών προκλήσεων η υιοθέτηση ενός πλουραλιστικού εκλογικού συστήματος, όπως υποστηρίζεται κατά κόρον όχι μόνον από τα δυτικά ΜΜΕ και τους συνήθεις επικριτές τής χώρας, αλλά και από τους λεγόμενους «αντιφρονούντες» τού καθεστώτος που ενδύονται τον μανδύα τού «δημοκράτη». Αντιθέτως, όπως προκύπτει από την εμπειρία των χωρών στις οποίες εφαρμόστηκαν τέτοιου είδους αρχές (όπως π.χ. στη Ρωσία, στην ανατολική Ευρώπη ή στις χώρες τού αραβικού κόσμου), η συγκεκριμένη πορεία δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην κατάρρευση τού σχεδίου ανάδυσης και κοινωνικής αναγέννησης, πράγμα που αποτελεί κρυφή ελπίδα όσων προωθούν τις αρχές αυτές χρησιμοποιώντας μια κενή ρητορική τού τύπου «δεν υπάρχει άλλη λύση από τις πολυκομματικές εκλογές». Επιπλέον, όμως, ως αντίλογος στην πρόταση αυτή δεν αρκεί ούτε η άκαμπτη υπεράσπιση των προνομίων τού κόμματος, που έχει μετατραπεί σε μηχανισμό στελέχωσης τής δημόσιας διοίκησης. Η χώρα χρειάζεται κάτι άλλο. Η ουσιαστική επίτευξη των στόχων που αφορούν την επαναπολιτικοποίηση και τη δημιουργία συνθηκών που να ευνοούν την επινόηση νέων λύσεων δεν μπορεί να γίνει μέσω προπαγανδιστικών εκστρατειών. Προς τούτο χρειάζονται κοινωνικοί, πολιτικοί και ιδεολογικοί αγώνες, πράγμα που ωστόσο προϋποθέτει την πάλη για τη νομιμοποίηση των αγώνων αυτών και την εισαγωγή νομοθεσίας που να κατοχυρώνει τα συλλογικά δικαιώματα οργάνωσης, πολιτικής έκφρασης και ανάληψης νομοθετικών πρωτοβουλιών. Αυτό με την σειρά του συνεπάγεται την εμπλοκή τού κόμματος στους αγώνες, με άλλα λόγια την εκ νέου ερμηνεία τής μαοϊκής φόρμουλας τής «μαζικής γραμμής». Επιπλέον, η προσπάθεια επαναπολιτικοποίησης θα είναι χωρίς νόημα αν δεν συνοδεύεται από διαδικασίες που να ενθαρρύνουν τη σταδιακή ανάληψη τής ευθύνης διαχείρισης τής κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα (επιχειρησιακό, τοπικό, εθνικό) από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Ένα τέτοιο πρόγραμμα όχι μόνο δεν αποκλείει, αλλά προϋποθέτει τη θεσμική αναγνώριση των «ατομικών» δικαιωμάτων. Η εφαρμογή του θα μπορούσε μάλιστα να οδηγήσει στην επινόηση νέων μορφών εκλογικής ανάδειξης των ηγετικών οργάνων τής χώρας.

 
1 σχόλιο

Posted by στο 09/03/2015 in Uncategorized