RSS

Τ’ απόγευμα ενός φαύνου—Σ.Μαλαρμέ

soul3

Ο ΦΑΥΝΟΣ: Αυτές τις νύμφες να τις απαθανατίσω θέλω. Ανάλαφρο, πώς φτερουγίζει, καθαρό, το σαρκικό τους χρώμ’ απ’ ύπνους δασιούς αγουροξυπνημένο· μα να’ταν όνειρ’ αυτό π’ αγάπησα; Αμφιβολία, αρχαίας νύχτας φλέβα, λεπτά κλωνάρια ξεπετάς μα σαν αυτόν το λόγγο ’δώ δε μαραγγιάζεις, αλίμονο, για να αποδείξεις ότι εγώ σε μένα πρόσφερα σα θρίαμβο ιδανικό τ’ απατηλό των ρόδων. —Άσε με τώρα να σκεφτώ…

Φαύνε, παραμιλάς, μήπως δεν ήταν οι γυναίκες σου τής αίσθησης τής παραδείσιας ’κόνισμα τής πεθυμιάς σου γέννημα; Σα μια πηγή που κλαίει δε χύνεται η χίμαιρα από τής μιας τής πιο σεμνής τα παγερά τα γαλανά τα μάτια; Την άλλη γι’ αλλιώτικη δεν την περνάς ’κείνη που βογγά κι αγκομαχά σα ζεστός μπάτης απάνω στην προβιά σου; Όμως δεν είναι έτσι, κι αν δροσερό παλεύει το πουρνό με τις αναθυμιάσεις, νωθρό και λιγωμένο, απ’ τη φλογέρα χύνεται το γάργαρο νεράκι, ποτίζοντας το σύδεντρο με μουσική· μόν’ η ανάσα ξεπηδά απ’ το διπλό καλάμι, γύρω σκορπίζοντας τον ήχο της σαν άνυδρη βροχούλα· τής μούσας είν’ το στέναγμα που στον ουρανό παλιννοστεί, γλυκιά φτιαστή πνοή στ’ άπτυχα τού ορίζοντα τα βάθη ν’ αχνοτρέμει.

Βάλτου ασάλευτου όχθες σικελικές, που η έπαρση μου κούρσευε, ζηλεύοντας τους ήλιους, βουβές και φως ανθίζοντας τώρα ΔΙΗΓΗΘΕΙΤΕ «πως — όταν έκοβ’ εδωνά τα κούφια τα καλάμια που ’μέρευε η τέχνη μου — απ’ τους γλαυκούς ορίζοντες τους βλαστερούς, που κληματσίδες τάζανε στις νερομάννες, για μια στιγμή σπαρτάρησε μια ζωντανή ασπράδα· και πως ότανε ’γεννήθη το σουραύλι, με τις αργές τις πρώτες του τις νότες ξάφνιασε των κύκνων το κοπάδι — όχι, νεράιδες ήτανε — που πέταξε στον ουρανό ή στο νερό ’βυθίστη…»

Όλα νωθρά στην ώρα την ξανθή ανάβουν μα δε δείχνουνε πώς λάκισ’ ο υμέναιος, πόθος αυτού που επίμονα το «λα» αναζητούσε· τότ’ ο πυρετός απότομα θα με σκουντούσ’ ο πρώτος, μόνος κι όρθιος σ’ αρχαίο χείμαρρο φωτός λουσμένος να ξυπνήσω, κρίν’ άδολο τη θέση μου να πάρω δίκια ’νάμεσα στ’ άλλα κρίνα.

Πέρ’ απ’ το γλυκόλογο που πλέει στον αέρα, ψιθυριστό φιλί στις άπιστες φανάρι να βαστάει, στο στήθος νιώθ’ αμόλυντ’ απ’ αγάπης σύμβολο δαγκωματιά κρυφή π’ άφησε σεπτό δόντι. Μα στάσου, τού μυστικού τής δύναμης τής σκοτεινής φύλακας είν’ το διπλό πλατύ καλάμι που στο γαλάζιο θόλο αντηχεί, μονωδικά μακρόσυρτα, μια μελωδία κούφια κι ανιαρή, καθώς τής παρειάς νοσφίζεται την πύρα, νομίζοντας πως ανεμοσκορπά τ’ όνειρο το καθημερνό μιας πλάτης ή τής αγνής γαστέρας που τα κλειστά μου μάτια ’κόμα κυνηγούν, αφού θέλει σε δύναμη να παραβγεί την άστατη αγάπη δολώνοντας με το νόθ’ αμάλγαμα π’ ανύποπτο το τραγούδι φτιάνει την ομορφιά τής φύσης.

Δοκίμασ’ όργανο φυγής, ω σύριγγα πανούργα, στις λίμνες όπου με καρτερείς ξανά να μπουμπουκιάσεις! Με μουρμουρητά περήφανα για τις θεές εγώ θα τραγουδώ, χασομερώντας, όταν με σκαιά ’κονίσματα, κρυφά, θα τους σηκώνω λίγο-λίγο πιο ψηλά το γυροφούστανό τους· κι όταν το φως των σταφυλιών θα το’χω ’λο ρουφήξει μια σκιά τύψης ξορκίζοντας που γλύτωσε απ’ τής τέχνης μου τ’ ακονισμένα νύχια, αντίδωρο θα δίνω γελαστός στον ουρανό τον καλοκαιρνό τ’ άδειο το τσαμπί τους· ψιθυριστά στις λαμπερές τους φλούδες θα μιλώ, αχόρταγο μεθύσι, και μέσ’ απ’ τα τσίπουρα γύρω θα κοιτώ μέχρι να πέσ’ η νύχτα.

Νεράιδες, ας γκαστρώσουμε σωρούς τις ΕΝΘΥΜΗΣΕΙΣ! «Μέσ’ απ’ τα βούρλα κάρφωνα το μάτι στ’ αΐδια τα λαιμά τους π’ αναθεματίζουνε τού δάσους το φεγγίτη, στο κύμα καταπνίγοντας την κάψα τους· πετράδια σε πετράδια, των μαλλιών το λαμπρό τους το λουτρό σ’ αναλαμπές και ρίγη σβήνει. Να τις προφτάσω τρέχω· και ξαφνικά ταλαίπωρες απ’ τής περίπτυξής του το χτικιό στα πόδια μου τις νιώθω κουβάρι να κοιμούντ’ ανάμεσα στ’ ανύπαντρα παράτολμά τους μπράτσα· τις ξεπετάω και τις δυο μα δεν τις ξεχωρίζω· και τρέχω ’δω στο σύθαμνο που το μισεί το φύλλωμα τ’ ασύνετο των ρόδων, όπου ξεραίνεται ο μόσκος τους στο μεσημεριανό τον ήλιο· τα ίδια που θα πάθαινε και το ’ρωτικό παιχνίδι». Πώς σε λατρεύ’ οργή παρθενική τέρψ’ αμέρωτη τής άγιας τής γυμνής μυλόπετρας που σαν αστραπή σκιρτάς και ξεγλιστράς απ’ το φλόγινο το χείλι που πίνει και που πίνει το μυστικό τής σάρκας το λαχτάρισμ’ απ’ τα πόδια τ’ άστοργα τής μιας μέχρι τα κόρφια τα σεμνά τής σιγαλής τής άλλης, π’ απάντεχα την παρατ’ απ’ τα δάκρυα τα τρελά νωπ’ ή απ’ αχνούς λιγότερο στεναχτικούς μι’ αγνοσύνη. «Τ’ ομολογώ! Χαρούμενος που σύντριψα τους μουλωχτούς τους φόβους, στα δυ’ ο κακούργος έκοψα των φιλιών τους το κουβάρι που το’ χαν έγνοια οι θεοί να μείνει μπερδεμένο, γιατί μόλις στ’ άδυτα τα γαληνά τής μιας να κρύψω έκανα τού κάκου γέλιο φλογερό — κρατώντας με το δάχτυλο την άβγαλτη, που δε ροδοκοκκίνιζε¸ τη μικροκαμωμένη, ώστ’ απ’ τής αδερφής τον πυρετό που φούντωνε να πάρει χρώμα το πτιλωτό της το λευκό — απ’ τη λαβή που λύνει κάποιος σκοτεινός αποθαμός ανάλγητο παντοτινά το θήραμα ξεφεύγει με χλεύη για τ’ αναφιλητό π’ ακόμα με μεθούσε».

Λίγο που με νοιάζει! Δεμέν’ από τα κέρατα άλλες πλεξούδες θα βρεθούν για να με σούρουν στην εδέμ· γιατριά γλυκιά, καημέ μου, μελισσοβούισμα γρικάς, όποτ’ ώριμ’ ολοπόρφυρα τα ρόιδια σκάνε· ερωτοφίλητο το αίμα μας θα χύνεται σπονδή στ’ αείρυτο τής πεθυμιάς το σμάρι… Στις ξέθωρες τις φυλλωσιές φουντώνει κάποιο γλέντι τότε που το δάσος βάφεται με χρυσάφια και με στάχτες· Αίτνα, τη λάβα σ’ ανέμελα πατούν τής Κύπριδας οι φτέρνες, όταν θλιμμένος ύπνος αντηχεί κι ο λύχνος έχει σβήσει. Αν τη Βασίλισσ’ άρπαξα, κακό τού κεφαλιού μου…

Όχι, των λόγων η άδεια η ψυχή και το καταβλημένο σώμα αργ’ αργά σκλαβώνονται στ’ αγέρωχου τού μεσημεριού τη νέκρα. Να γείρω ν’ αποκοιμηθώ, στην αυχμηρή την άμμο, να πνίξω τον ανίερο απόηχο τής πράξης, να λάβω τ’ άστρο τού δυνατού πιοτού μεταλαβιά, καθώς το’ χω συνήθειο.

Στο καλό ζευγάρι μου, τη σκιά που ’γινες πηγαίνω να ονειρευτώ.

 
Σχολιάστε

Posted by στο 22/11/2016 in Ποίηση

 

Ετικέτες:

Η μέθοδος τού Μαλαρμέ—A.Badiou

pierre_soulages3a

Η μέθοδος τού Μαλαρμέ: Αφαίρεση και ΑπομόνωσηA.Badiou
(Μόνο για φιλόλογους και μεταφραστές. Οι υπόλοιποι, παρακαλώ προσπεράστε) [pdf]

«Η στιγμή τής Έννοιας ενός αντικειμένου είναι ακριβώς […] η στιγμή τής αντανάκλασης, στον εαυτό του, τής καθαρής του παρουσίας ή τής παρούσας καθαρότητάς του».
Σ.Μαλαρμέ

1. «Πιο βουβό κι απ’ το σύννεφο βαρύ» [À la nue accablante tu]

Χωρίς περιστροφές, ο Μαλαρμέ επισημαίνει ότι όσον αφορά τη λογική του, τη μέθοδο που ακολουθεί, το ποίημα θα αποτυπώνει ακριβώς την απουσία της· με άλλα λόγια, πρόκειται για αυτό που το ποίημα θα «αποσιωπά» [taire]. Για παράδειγμα, αναφέρει ότι το ποίημα είναι η «αποσιωπημένη [tue], μελωδική κωδικοποίηση των συστατικών μοτίβων μιας λογικής». Παραφράζοντας, μπορούμε επομένως να πούμε ότι, ως άσκηση σκέψης, το ποίημα «εξαιρεί», αφήνει δηλαδή στην άκρη την σκέψη τής εν λόγω σκέψης· το ίδιο το ποίημα αποτελεί την πράξη τής εν λόγω εξαίρεσης.

Το πολυσύνθετο τού ποιήματος προκύπτει, επομένως, από δύο παράγοντες:

α) τον άδηλο χαρακτήρα τού στοιχείου που το διέπει·
β) την πληθώρα των πράξεων αφαίρεσης, οι οποίες κάθε άλλο παρά ταυτίζονται με την (διαλεκτική;) απλότητα τής άρνησης. Όπως θα δείξω στη συνέχεια, υπάρχουν τα εξής τρία είδη «άρνησης» στον Μαλαρμέ: η έκλειψη/έλλειψη, η ακύρωση και η διάκλειση.

Το κατευθυντήριο νήμα τού εξηγητικού εγχειρήματος είναι συντακτικής υφής και δεν έχει καθόλου να κάνει με την ερμηνεία ή τη σημασιολογία. Ως προς το σημείο αυτό ο Μαλαρμέ είναι κατηγορηματικός: «Ποιος άξονας κατανοησιμότητας προϋποτίθεται σε αυτές τις αντιθέσεις; Ποιο είναι το εχέγγυο που πρέπει να διαθέτουμε; — Η σύνταξη».

Όσον αφορά το εγχείρημα τής φιλοσοφικής διασκευής τής ποίησης τού Μαλαρμέ, το οποίο προϋποθέτει την αποκατάσταση και ανασύνθεση τού ελλείποντος όρου (δηλαδή, τη σκέψη των [αποσιωπημένων] πράξεων σκέψης υπό το πρίσμα τής αλήθειας), λαμβάνουμε πάντα ως σημείο αφετηρίας την [πεζή] «μετάφραση» τού συντακτικού γίγνεσθαι τού ποιήματος, η οποία ουσιαστικά αποτελεί ένα είδος δισδιάστατης προβολής — ή στίξης[1] — τού κειμένου του.

Έστω το εξής ποίημα:

Πιο βουβό κι απ’ το σύννεφο βαρύ, μπάσο το ίδιο λάβας και βασάλτη, κι απ’ τους αντίλαλους ακόμα σκλάβους τής ξέπνοης μπουρούς,
Ποιο νεκρικό ναυάγιο (αφρέ, το ξέρεις, μα σαλιάζεις) γκρέμισε το κατάρτι του γυμνό, ύστατο, στα συντρίμμια ανάμεσα·
Ή: ποια μανία, απλωμέν’ η άβυσσος όλη, αντί για μια πληγή θεία, άκαρπη,
Στο λυτό τόσο λευκό λινάρι, άπληστα, να’χει πνίξει την παιδική υστέρα μιας σειρήνας.
[2]

Έχοντας, λοιπόν, ως φιλοσοφική πυξίδα τη γραμματική δομή τού ποιήματος, καταλήγουμε στα εξής:

— το «tu» [βουβό] τού πρώτου στίχου είναι μετοχή παρακειμένου τού ρήματος «taire» [αποσιωπώ],[3] η οποία αναφέρεται στο ναυάγιο («ποιο ναυάγιο, “κρυφά” από το σύννεφο, γκρέμισε το γυμνό κατάρτι του;»)·
— η προθετική φράση «par une trompe sans vertu» [από μια ξέπνοη μπουρού] προσδιορίζει τη μετοχή («ποιο ναυάγιο “απέκρυψε” από το σύννεφο η ξέπνοη μπουρού;»)·
— η πρόθεση «à même»[4] αναφέρεται στο «μπάσο» («το σύννεφο, μπάσο λάβας και βασάλτη, “εφάπτεται” των αντίλαλων,[5] που είναι “δέσμιοι” τής μπουρούς»)·
— το δεύτερο τετράστιχο[6] αποτελεί ερώτηση («ποιο ναυάγιο …;»)·
— στο προτελευταίο τρίστιχο, πρέπει να βάλουμε κόμμα μετά από το «furibond» και το «faute» («[ποια] μανία, … αντί για μια πληγή θεία, … η άβυσσος όλη»)·[7]
— τέλος, το επίθετο[8] «furibond» [μανιασμένη, λυσσασμένη] προσδιορίζει την άβυσσο, που από τη λύσσα της[9] έπνιξε [ίσως] τη σειρήνα.

Με βάση αυτές τις κατευθυντήριες οδηγίες, οι οποίες επιτρέπουν την πλήρη αφομοίωση τού υλικού τού ποιήματος, ολοκληρώνεται το πρώτο στάδιο ανασύνθεσής του, στο πλαίσιο τού οποίου το ποίημα αποσπάται από τον ποιητικό λόγο, έχοντας αναχθεί στο λανθάνον πεζολογικό στοιχείο του, προκειμένου κατ’ αυτόν τον τρόπο να αποτελέσει εκ νέου αντικείμενο αυστηρά φιλοσοφικής πραγμάτευσης:

Σε ποιο ναυάγιο άραγε να χάθηκε ακόμα και το γυμνό κατάρτι κάποιου πλοίου, το τελευταίο από τα συντρίμμια του; Ο αφρός τής θάλασσας — το μόνο ίσως ίχνος τής καταστροφής — το ξέρει, αλλά δεν λέει τίποτα. Κάποιες ενδείξεις θα μπορούσε ίσως να δώσει ο ήχος μιας μπουρούς, που όμως, ξέπνοος, μόλις και μετά βίας ξεχωρίζει από το φόντο τού ανταριασμένου ουρανού και τής φουρτουνιασμένης θάλασσας, που έχουν το χρώμα ηφαιστειακής πέτρας και που καταπνίγουν ακόμα και τον ήχο κινδύνου που ίσως εξέπεμψε η μπουρού τού πλοίου. — Εκτός ίσως αν η άβυσσος (θάλασσα και ουρανός μαζί), από τη λύσσα της γιατί δεν μπόρεσε να ρουφήξει κάποιο πλοίο, κατάπιε μια σειρήνα, οπότε, στην πραγματικότητα, ο λευκός αφρός δεν ήταν τίποτε άλλο από μια τούφα από τα μαλλιά της.

Το ποίημα ξεκινά με την αναγνώριση μιας διαφοράς: υπάρχει ο τόπος, η κατάσταση (δηλ. ο ουρανός και η θάλασσα μαζί), αλλά υπάρχει και ο αφρός που προσδιορίζεται ως το ίχνος ενός συμβεβηκότος (ή, σύμφωνα με την ορολογία που χρησιμοποιώ, το «όνομα ενός συμβάντος»). Το ποίημα οφείλει λοιπόν να πραγματευτεί το ίχνος απεικονίζοντάς το με πιστότητα.

Το ίχνος (ο αφρός) λειτουργεί ως όνομα που περικλείει μεν γνώση («αφρέ, το ξέρεις»), αλλά η γνώση αυτή παραμένει άδηλη και κρύφια («μα σαλιάζεις»). Επομένως, το ποίημα θα κάνει να ακουστεί το όνομα, δηλαδή θα το αξιοποιήσει ως συμβαντική ονομασία. Το εγχείρημα αυτό θα στηριχθεί σε δύο εναλλακτικές υποθέσεις, πράγμα που δηλώνεται με το διαζευκτικό μόριο «ή»:[10]

α) ο αφρός, λοιπόν, είτε θα είναι το ίχνος που άφησε στον τόπο το ναυάγιο ενός πλοίου,
β) είτε θα είναι το ίχνος τής βύθισης μιας σειρήνας.

Με αφετηρία επομένως τον αφρό που προστίθεται στην ερημιά τού τόπου, διαπιστώνουμε ότι το «πλοίο» και η «σειρήνα» αποτελούν δύο φευγαλέους, αμυδρά αντιληπτούς όρους, στους οποίους αποτυπώνεται η πρώτη διαδικασία αφαίρεσης που αφορά ακριβώς στο συμβάν, καθόσον αυτό παρουσιάζεται πάντα ως εξηλειμμένο. Ο «αφρός» δεν είναι παρά το όνομα που αντιστοιχίζεται σε αυτή την εξαφάνιση. Επομένως, το ναυάγιο προϋποθέτει το πλοίο, όπως ακριβώς ο πνιγμός ή η καταβύθιση προϋποθέτει τη σειρήνα.

Θέλοντας να υπογραμμίσει ότι το όνομα τού συμβάντος συνάγεται αποκλειστικά και μόνο από το γεγονός τής εξάλειψής του, ο Μαλαρμέ κατασκευάζει με βάση τον φευγαλέο όρο, που ενσαρκώνει τρόπον τινά την εξαφάνιση αυτή, μια σειρά από μετωνυμικές αλυσίδες με τις οποίες το υποθετικό αυτό σώμα[11] «ρινίζεται» μέχρι σημείου εκμηδένισης. Πράγματι, το πλοίο υποδηλώνεται από την εξαφάνιση ενός μέρους του, από την εξαφάνιση δηλαδή τού καταρτιού του, τού τελευταίου από τα συντρίμμια του, ή από τον υποτιθέμενο ανεπαίσθητο ήχο τού σήματος κινδύνου τής μπουρούς, ενώ η σειρήνα ταυτίζεται ουσιαστικά με τα παιδικά μαλλιά της, από τα οποία τελικά απομένει μια μόνο λευκή τούφα.

Αν κατά σύμβαση απεικονίσουμε την αφαιρετική πράξη τής εξάλειψης τού όρου που υποτίθεται ότι εμφανίζεται ως πλεόνασμα στον τόπο (το συμβάν-«πλοίο» ή το συμβάν-«σειρήνα») με μια μπάρα, με το σύμβολο τής ακύρωσης, τότε οι δύο αλυσίδες που αντιδιαστέλλονται με τη χρήση τού μορίου «ή» εμφανίζονται με την εξής μορφή:

image_metonymy

Οι εξηλειμμένοι όροι έχουν όλα τα χαρακτηριστικά τής συμβαντικής ονοματοδοσίας:

α) το ότι είναι δύο διαφορετικοί όροι σημαίνει ότι υπάγονται στην έννοια τής αναποφανσιμότητας (πρέπει να ισχύει είτε το ένα, είτε το άλλο
β) οι δύο όροι καλούν να παρουσιαστεί το κενό ως στοιχείο τής κατάστασης ή τού τόπου, δηλαδή το Είναι-του-ως-τέτοιο (—το πλοίο έχει καταποντιστεί, την σειρήνα την έπνιξε η «άπληστη» άβυσσος), ενώ θα λέγαμε ότι αντλούν την αποτελεσματικότητά τους ακριβώς από την απορρόφησή τους στην κενή χοάνη τής θαλάσσιας αβύσσου, καθώς στην επιφάνεια τής αβύσσου, στον διφορούμενο αφρό, λειτουργούν ως φευγαλέες αναπαραστάσεις της.

Ωστόσο, το γεγονός ότι χρησιμοποιούνται δύο διαφορετικές υποθέσεις, δύο εξαφανίσεις, προκειμένου να προσδεθεί το ίχνος (ο αφρός) στην εξαφάνιση αυτού που ίσως έλαβε χώρα δείχνει ότι για τον Μαλαρμέ οι εν λόγω όροι δεν αποτελούν απλώς σύμβολο τής αναποφανσιμότητας. Και τούτο γιατί η εμφάνιση τής σειρήνας προϋποθέτει μια δεύτερη, διαφορετικού τύπου άρνηση. Υπό το πρίσμα, βεβαίως, τής διφορούμενης υπόθεσης τού ναυαγίου, το πλοίο έρχεται να προστεθεί δύο φορές στον τόπο: τα πανιά σκίστηκαν, η μπουρού (που είναι και αυτή σειρήνα, αλλά σειρήνα κινδύνου) σίγησε, το τελευταίο από το συντρίμμια του εξαφανίστηκε στην άβυσσο, αλλά στη συνέχεια τίθεται εν αμφιβόλω όχι μόνο το περιστατικό τού ναυαγίου, αλλά και η ίδια η ύπαρξη τού πλοίου. Ίσως επρόκειτο για τον πνιγμό μιας σειρήνας. Με την πρώτη μεν αφαίρεση αναπαριστάται η εξαφάνιση τού υποθετικού όρου, η οποία [εξαφάνιση] εξιστορείται πιθανώς από τον αφρό, με τη δεύτερη δε ακυρώνεται το ίδιο το γεγονός τής εξαφάνισης. Στο πλαίσιο αυτής τής ακύρωσης έρχεται να πραγματοποιηθεί η απαλοιφή[12] τού τελικού φευγαλέου όρου (τής σειρήνας).

Ο δεύτερος αυτός όρος αποτυπώνεται στο κείμενο μέσα από την πλήρη απόσυρση ή αποσιώπηση τού πρώτου όρου, υπό την έννοια ότι η πράξη αυτή τής αποσιώπησης δεν αφορά πλέον τον όρο αυτόν καθ’ εαυτόν (δηλαδή το πλοίο) αλλά την εξαφάνισή του (το ναυάγιο). Με τη χρήση, επομένως, τής διάζευξης «ή», με την οποία συντελείται η εξαφάνιση τού ήδη εξαφανισθέντος και η οποία λειτουργεί ως σχάση που απαιτεί την ακύρωση τής μιας εκ των δύο υποθέσεων, επισημαίνεται η αναποφανσιμότητα τού συμβάντος.

Εάν λοιπόν η συμβαντικότητα τού συμβάντος έγκειται στον αναποφάνσιμο χαρακτήρα του, τότε θα πρέπει να χαρακτηριστεί ως αβέβαιο και το ίδιο το ενδεχόμενο τής εξαφάνισής· με άλλα λόγια, να αφεθεί μετέωρη η πρώτη πράξη αφαίρεσης στο πλαίσιο τής οποίας δόθηκε το πρωταρχικό όνομα «αφρός» στο καθαυτό συμβάν. Θα χρησιμοποιήσω στο εξής τον όρο «ακύρωση» για να χαρακτηρίσω τη δεύτερη αυτή πράξη αφαίρεσης, η οποία συνιστά, θα έλεγα, αφαίρεση υψωμένη στη δεύτερη δύναμη.[13]

Προκειμένου το ποίημα να μετασχηματιστεί σε σκέψη τού συμβάντος ως τέτοιου, πρέπει πρώτα το image_ship_cancel, αυτό δηλαδή που έλαβε χώρα, να ακροβατήσει ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία και μόνο κατόπιν μπορεί να εμφανιστεί η ιδεατή image_siren, που στο εξής θα αντιπροσωπεύει το συμβάν, υπό τον όρο ότι το εν λόγω συμβάν θα έχει ήδη εδραιώσει τον συμβαντικό του χαρακτήρα έχοντας περάσει από τη δοκιμασία τού αφανισμού τής εξαφάνισής του. Μόνο έτσι μπορεί το ποίημα να προσφέρει το συμβάν μαζί με την αναποφανσιμότητά του. Τέλος, η «ακύρωση» είναι αυτό που προσθέτει στην εφήμερη διαδικασία αφαίρεσης [=εξαφάνισης] τού ίδιου τού συμβάντος το στοιχείο τής ανάγκης λήψης απόφασης επί τού ζητήματος τής ονομασίας του. Γιατί με ποιον άλλο τρόπο θα μπορούσε να σκηνοθετήσει ο ποιητής την εν λόγω απόφαση παρά αποσύροντας το πρώτο υποθετικό όνομα μέσω τής συντακτικής δήλωσης τής σχέσης διάζευξης («[αυτό] ή [αυτό]»);

Το ποίημα λοιπόν αυτό σκέφτεται τη σκέψη τού συμβάντος υποβάλλοντας ένα συγκεκριμένο όνομα («αφρός») — το οποίο ακόμη στερείται εννοίας, καθώς αφήνει μετέωρο το ενδεχόμενο τής σύγκλησης ή συνεκφοράς[14] τού κενού ως τού καθαυτό είναι τού τόπου — στη δοκιμασία μιας καθαρής, αφηρημένης επιλογής (—αφηρημένης μέχρι σημείου αναποφανσιμότητας) μεταξύ δύο εξίσου εφήμερων όρων («πλοίο/σειρήνα»), οι οποίοι καλούνται να επιτελέσουν τη λειτουργία τής υπόμνησης τού συμβεβηκέναι. Η ακύρωση έχει, επομένως, την έννοια ότι τίθεται υπό διαγραφή η εξαφάνιση τού συμβάντος μέσω τής αναγκαιότητας μιας απόφασης που απορρέει από την εξ ορισμού αναποφανσιμότητα τού αποσβενόμενου ή διαφεύγοντος στοιχείου, το οποίο έρχεται να προστεθεί, για το διάστημα που διαρκεί η διαδικασία εξαφάνισής του, στην ατονία τού τόπου.

2.Αφιερώνοντας τον όνυχα των διάφανων νυχιών της [Ses purs ongles très haut]

Η όλη διαδικασία τής αφαίρεσης βρίσκει τη διαχρονικά εμβληματική ποιητική της έκφραση στο ποίημα με τίτλο «Ses purs ongles très haut», για το οποίο ο Μαλαρμέ ήταν ιδιαίτερα περήφανος. Ο ποιητής περιγράφει το εν λόγω ποίημα ως «κενό σονέτο που παντοιοτρόπως αντανακλά τον εαυτό του» καθώς και ως «σονέτο-αλληγορία τού εαυτού του» (όπως το τιτλοφόρησε στην αρχική εκδοχή του).

Πράγματι, στο συγκεκριμένο ποίημα, που, ως είθισται για τον Μαλαρμέ, αφιερώνεται στη σκέψη τού καθαρού συμβάντος με αφετηρία το κριθέν ίχνος του, βλέπουμε τον ποιητή να εφαρμόζει το σύνολο των προαναφερθέντων αφαιρετικών διαδικασιών, καθώς στην έκλειψη/εξαφάνιση και την ακύρωση προσθέτει τον μηχανισμό τής διάκλεισης εισάγοντας έτσι τον αναγνώστη στην προβληματική τού ακατονόμαστου.

Στη συνέχεια, στο πλαίσιο μιας πρώτης προσέγγισης, παραθέτουμε το ποίημα μαζί με την πεζολογική του απόδοση, παραλείποντας να αναφερθούμε λεπτομερώς στον συντακτικό εξαρτισμό του:

 Αφιερώνοντας τον όνυχα των διάφανων νυχιών της, στο μεσονύχτι, λαμπαδηφόρα στενάζει η Αγωνία· τα ’σπερνά ονείρατα που της παραναλοί ο Φοίνιξ δεν τα περμάζεψε καμία τεφροδόχη.
Στο ντρεσουάρ τού άδειου σαλονιού, ούτε μια πτύχα, κάποιο σπασμένο μπιμπελό βαρύγδουπης μωρίας, (διότι «απουσιάζει ο Κύριος, ν’ αρμέξει πήγε τα δάκρυα τής Στύγας», με τού κενού ζωσμένος το μόνο καύχημα).
Μα, στο βορεινό κούφωμα δίπλα, κάτι χρυσό ψυχορραγεί, ίσως γιατί οι ανάγλυφοι μονόκεροι τη φλόγα τους ξερνούν στην ξωτικιά,
Που γυμνή μες στον καθρέφτη κείται, νεκρή, καθώς κορνιζωμέν’ η λήθη ανακλά μεμιάς το είδωλο τού λαμπερού σεπτέτου.[15]

Τα μεσάνυχτα, σε κάποια σάλα, κυριαρχεί μόνο η αγωνία, που την τροφοδοτεί η απώλεια τού φωτός. Σαν[16] να πρόκειται για τη σβηστή φλόγα κάποιου πυρσού, στον τοίχο, σε σχήμα χεριών ενωμένων σε ικεσία, η αγωνία τού κενού μάταια γυρεύει γιατρειά στα απομεινάρια τού δειλινού ή στις στάχτες των ονείρων της που θα εναποτίθεντο σε κάποια τεφροδόχο. Ο ποιητής-οικοδεσπότης έφυγε με προορισμό τη Στύγα παίρνοντας μαζί του κάποιο σημαίνον που δεν αντιστοιχεί σε τίποτε το υπαρκτό (την «πτύχα»). Ωστόσο, στο βορεινό παράθυρο, τρεμοφέγγει η χρυσή ανάγλυφη κορνίζα ενός καθρέφτη, όπου απεικονίζονται μονόκεροι να κυνηγούν μια νερονύφη. Η σκηνή σβήνει μέσα στο σκοτάδι, λες και πνίγεται η ξωτικιά μέσ’ το νερό τού καθρέφτη, όπου όμως σχηματίζεται ξαφνικά το είδωλο τού αστερισμού τής Μεγάλης Άρκτου.

Το συμβάν που προϋποτίθεται στο ποίημα είναι προφανώς η δύση τού ήλιου, το «εσπερινό όνειρο», που είναι η πλέον χρησιμοποιούμενη μεταφορά για την εξαφάνιση στο έργο τού Μαλαρμέ. Το σονέτο καταπιάνεται με τον εντοπισμό και την επεξεργασία — εντός τού τόπου, που δεν είναι πια η θάλασσα και ο ουρανός, αλλά μια άδεια σάλα — των «ιχνών» τής μεγαλοπρεπούς αυτής εξαφάνισης, δηλαδή των πρωταρχικών ονομάτων που, αποδιδόμενα στο συμβάν, λειτουργούν ως οχήματα αποτύπωσης τής αναποφανσιμότητάς του (κατά τρόπο ανάλογο με τη λειτουργία που επιτελεί ο «αφρός» στο προηγούμενο ποίημα).

Η στρυφνότητα τού ποιήματος προκύπτει αυτή τη τη φορά από το γεγονός ότι οι δύο πρώτες στροφές πραγματεύονται την προφανή απουσία οποιουδήποτε ίχνους. Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο τίθεται φραγμός στη φαινομενικά παντοδύναμη πράξη τής ονοματοδοσίας τού συμβάντος. Όσον αφορά λοιπόν τη συμβαντική εξαφάνιση, θα μπορούσε κάποιο στοιχείο τού τόπου ή τής κατάστασης να είναι τόσο αλλόκοτο και απόκοσμο, ώστε να πρέπει να θεωρείται ακατονόμαστο.

Από την άλλη πλευρά, τα τρίστιχα διέπονται από την υπόρρητη λογική τής εξαφάνισης και τής ακύρωσης, την οποία εξετάσαμε ανωτέρω. Θα αναλύσουμε πρώτα τις φράσεις που έπονται τού συνδέσμου «μα» [mais], ο οποίος, ας σημειωθεί εδώ, λειτουργεί στο ποίημα ως αντίδοτο στην αγωνία που προκαλεί η κρύφια ύπαρξη τού ακατονόμαστου.

Όπως ήδη αναφέραμε, ο ήλιος που δύει είναι το συμβάν που τοποθετείται στο μεταίχμιο τής ημέρας και τής νύχτας. Αρχικά, το συμβάν ως στοιχείο τής κατάστασης ή τού τόπου (τής άδειας σάλας) εκφράζεται μεταφορικά με τη διαίρεση τού καθρέφτη: η χρυσή ανάγλυφη κορνίζα του με τους μονόκερους αντιδιαστέλλεται από την σκοτεινή του επιφάνεια. Βλέπουμε λοιπόν ότι ο ήλιος που βασιλεύει υποδηλώνεται από τη χρυσή κορνίζα, ενώ η νύχτα από την επιφάνεια τού καθρέφτη. Το «ψυχορράγημα» τής χρυσής πατίνας δίνει το έναυσμα για την εμφάνιση τής ξωτικιάς που αποτελεί η ίδια μια ακόμα ενσάρκωση τής φευγαλέας αυτής σχάσης: προκειμένου να ξεφύγει από τη φλογερή ανάσα των μονόκερων, φεύγει από το κάδρο και, ως άλλη σειρήνα, βυθίζεται στο σκοτάδι τού καθρέφτη. Αυτός ο χαρακτηριστικός εφήμερος όρος πρέπει με τη σειρά του να απαλειφθεί, προκειμένου έτσι να επιβεβαιωθεί η αναποφανσιμότητα τού συμβάντος. Η ξωτικιά θα έπρεπε λοιπόν να θαφτεί κάτω από την επιφάνεια τού καθρέφτη («γυμνή … νεκρή»), αν δεν συνέβαινε να εμφανιστεί το είδωλο τού αστερισμού (εξέλιξη που δηλώνεται κλασικότροπα με τον σύνδεσμο «καθώς» [encore que] στο πλαίσιο τής διαδικασίας ακύρωσης[17]).

Εστιάζοντας στα τρίστιχα, βλέπουμε τα εξής στοιχεία:

α) τον «καθρέφτη»: το αρχικό υπόβαθρο στα πλαίσια τού οποίου τίθεται το διακύβευμα τής ονοματοδοσίας τού συμβάντος-«ήλιου»·
β) την «ξωτικιά», έναν εφήμερο όρο που προτείνεται στο πλαίσιο μιας πρώτης απόπειρας ονοματοδοσίας·
γ) τον «αστερισμό», δηλαδή έναν δεύτερο όρο, που παραπέμπει στον πρώτο[18] ακυρώνοντας την εξαφάνισή του και ο οποίος στο εξής θα αποτελεί το «έρεισμα» για μια ενδεχόμενη νυχτερινή προσήλωση στο αφανισμένο συμβάν.

Μέσω λοιπόν τής επιλογής τού ονόματος «αστερισμός», που ακυρώνει ή απορρίπτει την εναλλακτική λύση τής «ξωτικιάς» δείχνοντας έτσι προς την κατεύθυνση τού αναποφάνσιμου, μας προσφέρεται το συμβάν-«ήλιος» ως κάτι που έρχεται να προστεθεί στο κενό τής σάλας.

Ποια είναι, λοιπόν, η σημασία και ο σκοπός τής προπαρασκευαστικής οργάνωσης των δύο πρώτων τετράστιχων;

Σε αντίθεση με άλλα ποιήματα τού Μαλαρμέ, όπου εξαρχής πραγματοποιείται η παραπλήρωση τού τόπου με την προσθήκη ενός πλεονάζοντος όρου (όπως λ.χ. θάλασσα+αφρός), το σονέτο που αναλύουμε ξεκινάει με μια μάταιη επιθεώρηση τού τόπου και μόνο αργότερα αναγνωρίζεται ο καθρέφτης ως το στοιχείο εκείνο που μπορεί να υπερβεί την «αντικειμενική» μηδαμινότητα τού τόπου. Είναι σαφές πως οι όροι «τεφροδόχη», «κύριος (σε ταξίδι στη Στύγα)» και «(ανύπαρκτη) πτύχα», οι οποίοι προτείνονται διαδοχικά, λειτουργούν ως τριπλό «ανάθεμα» επί τού αφαιρετικού. Ο νεκρικός αμφορέας περιέχει μόνο στάχτες, ο οικοδεσπότης είναι μακαρίτης και η «πτύχα» είναι μια λέξη που δε λέει απολύτως τίποτα. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι εντός τής κατάστασης δεν μπορεί με κανένα τρόπο να επιβεβαιωθεί η παρουσία κανενός από αυτούς: «καμία τεφροδόχη», «απουσιάζει ο Κύριος», «καμία πτύχα». Οι οντότητες αυτές έχουν όπως φαίνεται τον χαρακτήρα τού «εφήμερου όρου», εμπίπτουν δηλαδή στο πεδίο τής συμβαντικής ονοματοδοσίας, καθώς αντλούν το είναι τους από το γεγονός ακριβώς ότι αποτελούν ονοματικούς προσδιορισμούς τού μη-είναι. Ωστόσο, δεν μπορούν οι ίδιοι να εξαφανιστούν, διότι, καθόσον εκφέρονται εντός τού τόπου, τελούν υπό το κράτος μιας ριζικής απουσίας και επομένως δεν παράγουν κανένα προσδιορίσιμο αποτέλεσμα. Ως προς το σημείο αυτό διαφέρουν ουσιωδώς τόσο από το υποθετικό πλοίο, τού οποίου η ύπαρξη συνάγεται από τον αφρό, όσο και από τον καθρέφτη που διακρίνεται στο ημίφως. Οι εν λόγω όροι δεν αποτυπώνουν τίποτε το συγκεκριμένο, το μόνο που κάνουν είναι να απουσιάζουν.

Επιπλέον, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι τρεις αυτοί όροι έχουν υποστεί ακύρωση, όπως συμβαίνει με την «ξωτικιά» (ή το «πλοίο»). Κι αυτό γιατί, προκειμένου να ακυρωθεί ένας εφήμερος όρος ούτως ώστε να χρησιμοποιηθεί η εν λόγω αφαίρεση για την παρουσίαση τού αναποφάνσιμου, θα πρέπει επιπλέον ο συγκεκριμένος όρος να βασίζεται και να παραπέμπει σε κάποιο ίχνος (όπως λ.χ. στον αφρό ή τον καθρέφτη), με αποτέλεσμα η ακύρωση να αποτελεί ένδειξη τού ότι το ίχνος δύναται να λάβει μια διάδοχη ονομασία (για παράδειγμα, «σειρήνα» ή «αστερισμός»).

Η τεφροδόχος, ο οικοδεσπότης και η πτύχα είναι οντότητες που φέρουν όλα τα γνωρίσματα τού εφήμερου όρου με την εξαίρεση τής εικαζόμενης πράξης τής απόσυρσης [=έκλειψης], η οποία μόνη προσδιορίζει την ικανότητά του[19] να υπομιμνήσκει το συμβάν. Επιπλέον, φέρουν, ομοίως, όλα τα γνωρίσματα τού ακυρωθέντος όρου, με τη διαφορά ότι ακυρώσιμο είναι μόνο ό,τι μπορεί να υποτεθεί ως εφήμερος όρος κατά τρόπον ώστε να καταφάσκεται η αναποφανσιμότητά του.

Θα μπορούσαμε επίσης να προσθέσουμε ότι στη θέση τους δεν μπορεί να τοποθετηθεί κανένας άλλος όρος, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με τη «σειρήνα» που υποκαθιστά το «πλοίο» (ή τον «αστερισμό» που εμφανίζεται στη θέση τής «ξωτικιάς»). Οι εν λόγω όροι έχουν την ιδιότητα τού αναντικατάστατου.

Επομένως, σε αυτούς τους όρους πρέπει να αποδοθεί μια άλλου τύπου αφαιρετική λειτουργία, η οποία δεν ταυτίζεται ούτε με την έκλειψη/έλλειψη, η οποία παραπέμπει στο συμβάν, αλλά ούτε και με την αυτόβουλη ακύρωση, που παραπέμπει στην αναποφανσιμότητα. Για τη λειτουργία που αυτοί επιτελούν θα χρησιμοποιήσουμε τον όρο «διάκλειση». Με τη χρησιμοποίηση όρων αυτού τού τύπου δηλώνεται το ότι η δύναμη τής αλήθειας που διαχέεται από το συμβάν στο πλαίσιο μιας κατάστασης δεν καλύπτει συνολικά την εν λόγω κατάσταση. Εκτός τού πεδίου αυτής τής δύναμης τίθεται η ύπαρξη τού εξηρημένου ως τέτοιου, η ύπαρξη τής αχαρακτήριστης ή απροσδιόριστης έλλειψης, τού πράγματος εκείνου που δεν μπορεί να προσεγγιστεί και να λάβει όνομα, ούτε καν στο πλαίσιο τής πιστής αποτύπωσης τού ίχνους τού συμβάντος (όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει αντιθέτως στην περίπτωση τού «αστερισμού» που θα λέγαμε ότι αποτελεί το γράφημα τού συμβάντος-«ήλιου»).

Αν, όσον αφορά την απεικόνιση τού συμβάντος, το διακύβευμα εστιάζεται κατά πρώτον στους πρωταρχικούς όρους («αφρός», «καθρέφτης») που οριοθετούν και προσδιορίζουν τον συμβαντικό χώρο· αν, επιπλέον, με τους αρχικούς εφήμερους όρους («πλοίο», «ξωτικιά») υλοποιείται με αφαιρετικό τρόπο η απεικόνιση αυτή, και αν, τέλος, οι όροι που προκύπτουν από τη διαδικασία τής ακύρωσης («σειρήνα», «αστερισμός») παραπέμπουν στην αναποφανσιμότητα προετοιμάζοντας έτσι το έδαφος για τον θρίαμβο τής σκέψης, τότε με τους υπό διάκλειση όρους θα χαράσσεται εντός τού τόπου το περίγραμμα τής ζώνης τού ακατονόμαστου υπό μορφή απουσίας τού τόπου από τον εαυτό του. Οι εν λόγω όροι θα λειτουργούν πλέον ως φραγμός.

Όσον αφορά λοιπόν την πολυσυνθετότητα των ποιητικών αφαιρετικών λειτουργιών, θα πρέπει να διακρίνουμε τις εξής κατηγορίες:

α) την εξαφάνιση/έκλειψη, η οποία έχει τη σημασία τής οριοθέτησης [τού συμβαντικού χώρου
β) την ακύρωση, που λειτουργεί ως πειστήριο αναποφανσιμότητας και ως σκαλωσιά για την ανάπτυξη τής διαδικασίας τής αλήθειας·
γ) και, τέλος, τη διάκλειση η οποία επιτρέπει τη σύνδεση με το ακατονόμαστο τής κατάστασης, δηλαδή με ό,τι συνιστά ανυπέρβλητο φραγμό για τη συγκεκριμένη διαδικασία αλήθειας.

Πέραν τού ότι το ακατονόμαστο εκφράζεται μεταφορικά ως ριζική απουσία, ως αυτό που τίθεται εκτός τού πεδίου επενέργειας τής δύναμης τής μετασυμβαντικής αλήθειας, τι ακριβώς μας λέει το ποίημα όσον αφορά το «περιεχόμενο» τού ακατονόμαστου;

— Καταρχάς, ότι ο κύριος (δηλ. ο ποιητής) πήγε στη Στύγα, πράγμα που υποδηλώνει ότι, ως στοιχείο τής ζώνης απουσίας τού τόπου από τον εαυτό του, ο οικοδεσπότης συμβολίζει την αφαίρεση τού υποκειμένου. Το ότι η κατασκευή τού ποιητικού τόπου απαιτεί ως τίμημα τη διάκλειση τού υποκειμένου του αποτελεί, κατά κυριολεξία, θεώρημα τού Μαλαρμέ: «το δικαίωμα κάποιου να φέρει εις πέρας κάτι που να ξεφεύγει από τα πλαίσια τού συνηθισμένου, που να περιφρονεί τις αναίσχυντες μηχανορραφίες, αποκτάται με τίμημα την παράλειψη τού ονόματός του ή μάλλον με τον θάνατό του ως κυρίου τάδε». Εν προκειμένω, με τη διάκλειση εκφράζεται το γεγονός ότι εντός των ορίων τού ποιητικού τόπου ο δημιουργός του θα παραμένει άγνωστος και ανώνυμος. Γενικότερα, θα λέγαμε ότι δεν μπορεί από το εσωτερικό μιας διαδικασίας αλήθειας να κατονομαστεί το υποκείμενό της.

— Δεύτερον, ότι δεν υπάρχει «καμία τεφροδόχη». Στην περίπτωση αυτή, η αφαίρεση αφορά τον θάνατο. Η θετική δύναμη μιας αλήθειας, που στο συγκεκριμένο ποίημα βρίσκει έρεισμα στον «αστερισμό» υπό την εξηλειμμένη συνθήκη τού συμβάντος-«ήλιου» , προσκρούει στον θάνατο ως αυτό που δεν είναι ποτέ εκεί.

— Τέλος, ότι η πτύχα δεν είναι απλώς «κάποιο σπασμένο μπιμπελό βαρύγδουπης μωρίας», δηλαδή σημαίνον χωρίς σημασία, αλλά συγχρόνως και «τού Κενού το μόνο καύχημα», δηλαδή υλικότητα χωρίς συγκεκριμένο σημείο αναφοράς, ένα αντικείμενο άνευ αντικειμένου.[20] Είναι προφανές ότι, εν προκειμένω, πρόκειται για τη γλώσσα αυτή καθ’ εαυτή, για την ποιητική τού ποιήματος, που ως μόνη εγγύηση έχει την ίδια τη γλώσσα, με την έννοια ότι το μη-όλο της δεν έχει καμία επαληθεύσιμη αναφορά πέραν τού Κενού επί τού οποίου εδράζεται το ποιητικό της διάκενο.[21]

Επομένως, με τους υπό διάκλειση όρους εκφράζεται το γεγονός ότι το ακατονόμαστο δηλώνεται πολλαχώς: ως υποκείμενο, ως θάνατος, αλλά και ως γλώσσα. Όσο μεγάλη κι αν είναι η νίκη που επιτυγχάνει (έστω και στην αρένα τού καθρέφτη τού ποιήματός μας, όπου βλέπουμε να αποσοβείται τελικά ο κίνδυνος τής σκοτεινής λήθης που απειλεί να καλύψει την κατάσταση), μια ποιητική αλήθεια δεν μπορεί λοιπόν ποτέ να καθηλώσει στο πεδίο τού λέγειν ούτε το εννοούμενο υποκείμενό της (τον ποιητή), ούτε την παύση που επωάζει (τον θάνατο), αλλά ούτε και το υλικό που επεξεργάζεται (τη γλώσσα «καθ’ εαυτή»).

Εν κατακλείδι, το γνώρισμα τής μη υποκαταστασιμότητας που χαρακτηρίζει τους συγκεκριμένους όρους δεν σημαίνει παρά ότι στη θέση τού ακατονόμαστου εντοπίζεται μια ενικότητα που δεν δύναται να αρθεί διαλεκτικά με τη χρήση οποιουδήποτε είδους μεταφοράς.

3. Πρόζα (για τον ντεζ Εσέντ)

Οι τρεις αφαιρετικές πράξεις (τής έκλειψης, ακύρωσης και τής διάκλεισης), καθώς και τα αντίστοιχα νοητικά αντικείμενα αναφοράς τους (δηλ. το συμβάν, το αναποφάνσιμο και το ακατονόμαστο) συνιστούν μεν, αφενός, τους όρους δυνατότητας ύπαρξης τού ποιήματος (πράγμα που σημαίνει ότι στο ποίημα πρέπει να συμβεί κάτι άλλο πέρα από τον ίδιο του τον τόπο) και, αφετέρου, τα όριά του (με την έννοια ότι το ποιητικό λέγειν δεν μπορεί να καλύπτει το παν), πλην όμως δεν καθορίζουν το τελικό του διακύβευμα. Το ύστατο ζήτημα είναι αυτό τής αλήθειας (τής Ιδέας ή τής Έννοιας), η παρουσίαση τής οποίας προϋποθέτει σχήματα ρήξης και πρωτόκολλα συγκεκριμενοποίησης που δεν μπορεί να προσφέρει από μόνη της η αρνητική διαλεκτική.

Κατά πρώτον, ας παραμερίσουμε κάποιες προφάσεις εν αμαρτιαίς που συχνά προβάλλονται όσον αφορά το διακύβευμα τής ποίησης.

Καταρχάς, δεν τίθεται καν θέμα άμβλυνσης των ατελειών τού κόσμου μέσω ατάκτως ερριμμένων παραμυθητικών επινοήσεων. Καθώς «ο νεωτερικός άνθρωπος απεχθάνεται τη φαντασία»,[22] η πράξη τού ποιητή που προσεγγίζει τον τόπο τής αλήθειας συνίσταται στο να «αποκλείει την είσοδο σε αυτόν τής  ονειροφαντασίας, που λειτουργεί ως πρόσκομμα στην εκτέλεση τού καθήκοντός του».

Επιπλέον, δεν είναι σκόπιμο να επιχειρείται η αποτύπωση μιας φυσικής Παρουσίας. Όταν, λοιπόν, ο Μαλαρμέ γράφει ότι «η Φύση έχει ήδη λάβει χώρα· τι μπορεί κανείς να προσθέσει σε αυτή;» ή ακόμα ότι «[σ]το δροσερό πρωινό … απ’ τη φλογέρα μου χύνεται το νερό που κελαρύζει»,[23] θέλει να πει ότι καμιά φυσική έκσταση δεν μπορεί να αναμετρηθεί με την πρόκληση τής ποιητικής παραγωγής.

Τέλος, το ποίημα δεν έχει τον χαρακτήρα προσωπικής εκμυστήρευσης. Έχουμε ήδη αναφέρει ότι στο ποίημα το υποκείμενο έχει τη θέση τού ακατονόμαστου.

Επομένως, η ποίηση τού Μαλαρμέ δεν είναι ούτε ελεγειακή ούτε λυρική ούτε δοξαστική. Αλλά τότε τι είναι αυτό που εξωτερικεύει; Όπως αναφέρει ρητά ο ποιητής, το διακύβευμα τού ποιήματος συνίσταται στην Έννοια, που απεικονίζεται μεταφορικά, μεταξύ άλλων, και από τον Αριθμό. Τι είναι όμως μιας έννοια; «Η στιγμή τής Έννοιας ενός αντικειμένου είναι ακριβώς […] η στιγμή τής αντανάκλασης, στον εαυτό του, τής καθαρής του παρουσίας ή τής παρούσας καθαρότητάς του».[24] Το χαρακτηριστικό της γνώρισμα είναι επομένως η καθαρότητα. Σε αυτό λοιπόν συνίσταται το διακύβευμα τού ποιήματος· η ποιητική κατασκευή έχει χαρακτήρα αφαιρετικό, στο μέτρο ακριβώς που αποσκοπεί στον εξαγνισμό.

Προς επιβεβαίωση, θυμίζουμε μερικά μόνο από τα δεκάδες παραδείγματα που συναντάμε στα κείμενα τού Μαλαρμέ:

— ο σχηματισμός τού τυχαίου Αριθμού τής ζαριάς· κάτι που συμβαίνει ιδεωδώς ως «αστρική απόρροια»·
— τη μεταφορική παρθενικότητα τής Ηρωδιάδας·
— «το καθαρό δοχείο που δεν σπίλωσε ποτέ ποτό»·[25]
— «την αγνότερη σημασία» που προσδίδει ο ποιητής στις «φατριακές λέξεις»·[26]
— τον «άμωμο ήρωα τής μεταθανάτιας προσμονής»·[27]
— την «καθαρή στίλβη» τού Κύκνου·
— τις σημειώσεις για το τελευταίο μέρος τού Ίγκιτουρ, όπου διαβάζουμε το εξής: «με το κενό φευγάτο απομένει τής αγνότητας το κάστρο».

Τι είναι όμως αυτή η «καθαρότητα»; Πρόκειται, πιστεύω, για την κατασκευή μιας Ιδέας κατά τρόπο ώστε αυτή να μην περιλαμβάνεται σε καμία σχέση, δηλαδή μιας Ιδέας που να αναδεικνύει εκείνη τη διάσταση τού είναι που ελευθερώνεται από κάθε δεσμό, τη χωριστή του μαρμαρυγή, την πολλαπλότητά του από την οποία δεν προκύπτει καμία Ολότητα· την παγερότητά του («[αστερισμός] παγερός από τη λήθη και την αχρηστία»[28]· την απόζευξή του, σύμβολο τής οποίας είναι η θάλασσα που «αποσυνδέεται κυριολεκτικά από τη φύση»·[29] την παρθενικότητά του με την έννοια τής ειδοποιού λευκότητας, τής αυτόδηλης αποτομής (όπως συμβαίνει στο περίφημο εκείνο κείμενο όπου η καθαρή Διττότητα τού λευκού [τής κόλλας τού χαρτιού] (δηλ. ό,τι υπάρχει προ τής αποτύπωσης τού λόγου, αλλά και ό,τι απομένει μετά τη γραφή) αποτελεί το μόνο τεκμήριο τής Ιδέας: «παρθενικότητα που μοναχικά, μπροστά στη διαύγεια ενός καίριου βλέμματος, μοιάζει να διαιρείται από μόνη της σε σπαράγματα αληθολογίας, το καθένα τους γαμικό σύμβολο τής Ιδέας»[30]).

Η καθαρή παρουσία τής Έννοιας, που εκμαιεύεται μέσω τής διάρθρωσης τού ποιήματος, σημαίνει πρωτίστως την έρημη μοναξιά τού είναι, την αναποτελεσματικότητα κάθε νόμου, κάθε συμβόλου, που το ενοποιεί και το επανενοποιεί. Το ποίημα δηλώνει ότι το να μη συνδέεται με τίποτα άλλο αποτελεί συνθήκη τού είναι («τίποτα, τούτος ο αφρός, παρθένος στίχος»[31]). Το μεγαλείο τού ποιήματος-σκέψης λέγεται με τις εξής τρεις λέξεις: α) την «άρνηση» (κάθε φυσικής σχέσης)· β) τον «φραγμό», που πρέπει να υπερβαθεί και που δεν είναι άλλος από τον εαυτό, το υποκείμενο που το κατατρώει η αγωνία τής μη-σχέσης· και γ) τον «θρίαμβο» τής Ιδέας. Με αυτές, λοιπόν, τις τρεις λέξεις που συμπλέκονται στο κείμενο τού στίχου:

— «τη μοναξιά, την ξέρα και τ’ αστέρι» ή[32]
— «νύχτα, απελπισία και πετράδια».[33]

Διαμάντι, άστρο, κύκνος,[34] «ρόδο στα σκότη…:[35] — Έχοντας αποσπαστεί από το κανονιστικό πεδίο κάθε δυνατής σχέσης, έχοντας τεθεί εκτός φύσης και συνειδησιακού πάθους, αντίκρυ στο κενό που ενέχει το καθαρό πολλαπλό, το είναι λάμπει απόμακρα πάνω στο φόντο τού μηδενός. Μπορεί, εντούτοις, να σταθμιστεί με γνώμονα την αλήθεια. Όπως συμβαίνει και με την κίνηση τής χορεύτριας,[36] η καθαρότητα του, που αποτυπώνεται στην ποιητική κατασκευή, αποκαλύπτει «το γυμνό των εννοιών [της]» μεταφράζοντας «το θέαμά [της] στη γλώσσα τού Συμβόλου που η ίδια ενσαρκώνει».

Η αποτύπωση αυτή προϋποθέτει, πέραν των βασικών πράξεων αφαίρεσης με τις οποίες τυποποιείται το συμβάν ως όρος τής δυνατότητας ύπαρξης κάθε σκέψης, την εφαρμογή σχημάτων και πρωτοκόλλων αποτομής, που αποσκοπούν ακριβώς στη διάρρηξη των σχέσεων και των δεσμών στις οποίες εμπλέκεται αρχικά η ποιητική σκηνογραφία, στη διάλυση δηλαδή τής απεικονιστικής αυταπάτης των φυσικών ή συμβατικών σχέσεων.

Δύο είναι τα βασικά σχήματα ρήξης: ο αποχωρισμός και η απομόνωση.

Ο αποχωρισμός συνίσταται ουσιαστικά στην απότμηση ενός «άμα τη εμφανίσει του, κλειστού»[37] πολλαπλού από το φαινομενικό συνεχές τής χωρικής και χρονικής εμπειρίας. Πρόκειται για ένα είδος ντεκουπάζ από όπου προκύπτει μια σκηνή τής οποίας όλα τα στοιχεία μπορούν να απαριθμηθούν και να καταγραφούν. Έτσι καθίσταται δυνατή η μετάβαση από την υβριδική κατάσταση τής σχεσιακής αντίληψης τού δεσμού στην αποκαθαρμένη συνείδηση τής απαρίθμησης, δηλ. τής απλής παράθεσης των στοιχείων ενός κατ’ αυτόν τον τρόπο απο-ολοποιημένου πολλαπλού.

Με την απομόνωση, από την άλλη πλευρά, κατασκευάζεται γύρω από το αποχωρισμένο πολλαπλό και με υλικό το κενό ένας δακτύλιος που αποκόπτει τη δεδομένη κατάσταση από κάθε σχέση συγγένειας ή γειτνίασης με οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο. Ξεκινώντας έτσι από το αριθμήσιμο ή συνεκτικό πολλαπλό περνάμε στο μη-υπαρκτό πολλαπλό-είναι, που εξαιρείται από την καταμέτρηση και που φέρει το γνώρισμα τής οντολογικής καθαρότητας.

Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι ο αποχωρισμός αποτελεί αλγεβρική κατασκευή, καθόσον αποβλέπει στο ξήλωμα των σχεσιακών νόμων χάριν τής αριθμητικής παράθεσης, ενώ η απομόνωση είναι τοπολογικής υφής, καθώς καταργεί τις σχέσεις συγγένειας ή γειτνίασης που προκύπτουν είτε λόγω ομορότητας είτε λόγω τής εφαρμογής των ισχυόντων κάθε φορά κανόνων παραγωγής τής ακολουθίας στην οποία συμβαίνει να ανήκει το δεδομένο πολλαπλό.

Και ναι μεν ο αποχωρισμός αποτελεί αναγκαία προπαρασκευαστική διαδικασία, προκειμένου να καθοριστεί ο αριθμητικός τόπος, το σκηνικό εφαρμογής τού σχήματος τής απομόνωσης, αλλά η δεύτερη αυτή διαδικασία κατέχει την πλέον εξέχουσα θέση στη μαλαρμική ποιητική, καθόσον αυτή συνιστά εγχείρημα που αποβλέπει στην αλήθεια. Πράγματι, η μαλαρμική Ιδέα αποτελεί απόρροια τής εν λόγω διαδικασίας, όπως άλλωστε επισημαίνεται από τον ίδιο τον ποιητή: «Η ποίηση […] προχωρεί κατά μόνας μέσα από ασκητικές κρίσεις, πραγματοποιώντας πειράματα, ενώ εξελίσσεται η άλλη επώαση».[38] Η απομόνωση είναι αυτή που προσδιορίζει κατ’ ουσίαν τον στίχο, ο οποίος σύμφωνα με τον Μαλαρμέ «επιτυγχάνει τη ζητούμενη απομόνωση τής ομιλίας», δίνοντας «το τελειωτικό χτύπημα στο τυχαίο που εξακολουθεί να εμφιλοχωρεί στους λεκτικούς όρους».[39] Παρομοιάζοντας την ποίηση τού Γκοτιέ[40] με «κατανυκτικό σκίρτημα τής ζωντανής πνοής τού λόγου», προσφέρει στον μακαρίτη το μεγαλύτερο δυνατό έπαινο γράφοντας ότι ο στίχος του είναι αυτό που «απομονώνει το διάφανο βλέμμα του στις ώρες και τις αχτίδες τού φωτός». Ο νεκρός ποιητής γνώριζε ότι η διαδικασία αυτή έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή μιας αλήθειας, την κατασκευή τού «αιώνιου τόπου των θαλερών αλσών μας».

Ταγμένο στο καθήκον τής Ιδέας, το ποίημα επιχειρεί να απομονώσει «σπαράγματα αληθολογίας».

Στη συνέχεια θα επιχειρήσω να επισημάνω τα συνεργιστικά αποτελέσματα των δύο αυτών διαδικασιών στο χαρακτηριστικά μαλαρμικό τεχνούργημα που επιγράφεται «Πρόζα (για τον ντεζ Εσέντ)». Ακολουθεί το ποίημα:

Υπερβολή! απ’ τη μνήμη θριαμβικά δεν ξέρεις, σολομωνική, πώς σήμερα ν’ανασκιρτήσεις σιδερόδετη·
Γιατί κατέχω ’γω την επιστήμη να σταλάξω των ανοιχτόμυαλων καρδιών τον ύμνο στο έργο τής υπομονής, στα βοτανολόγια μου, τους χάρτες και τις λειτουργίες.
Περπατώντας πιανότανε το βλέμμα μας στα βρόχια τού τοπίου — ήμαστε δυο, αλήθεια λέω — αντιβάλλοντάς τα προς τα δικά σου, αδερφούλα.
Τής αυθεντίας οι μέρες σκοτεινιάζουν, όταν χωρίς λόγο λέμε, γι’ αυτή τη μεσημβρία που ανασκάφτει η διπλή μας αγνωσία,
Ότι ο τόπος της, των μυρίων ιριδιδών η γη (πραγματική; αυτοί το ξέρουν) κανένα δεν έχει απ’ όσ’ ονόματα σαλπίζει το καλοκαιρινό χρυσάφι.
Σ’ ένα νησί ναι στον άνεμο μεστό από βλέμμ’ αθέατο ανοίγοντας χωρίς μιλιά τ’ άνθη όλα γέμιζαν,
Ώσπου πελώρια καθένα τους αρμονικά κοσμούνταν με χείλι λαμπρό απ’ τα περβόλια χώρια.
Δόξα τού αρχαίου ίμερου των ιδεών αγάλλετο το είναι μου, καθώς γεννιότανε στο νέο τους προορισμό το γένος των ιρίδων.
Μα λοξοκοιτώντας, φρόνιμη η αδερφή και τρυφερή, χαμογελά και, σα’ συνεννοημένος, με πιάνει ο αρχαίος ο καημός μου.
Ω, Πνεύμα τής αντιδικίας, την ώρα αυτή τής σιωπής μας, μάθε πως τού στίφους των κρίνων ο μίσχος παραθέριεψε για το φτωχό το νου μας.
Μα όχι όπως μονότονα παρηγορεί το περιγιάλι πως τάχα από μόνη της η απεραντοσύνη θα’ρθει· κι ας λένε ό,τι λένε και τ’ άστρα και ο χάρτης και το κύμα που απ’ τ’ αλαφιασμένο βήμα μου τραβιέται, πως η χώρα αυτή ποτέ δεν είχ’ υπάρξει.
Μα η τετραπέρατη παιδούλα ανανήφει προφέροντας τ’ αγέννητο «Αναστάσης», σ’ άφθαρτη περγαμηνή για να γραφθεί,
Πριν κάποιος τάφος κάπου να καγχάσει πως, κρυμμένο στη γιγάντεια της σκιά, που ρίχνει η γλαδιόλα, τ’ όνομα τής νόνας η ταφόπετρ’ αναγράφει: «Πουλχερία»!

Για τη φιλοσοφική ανασύνθεση τού εγγενούς πεδίου εφαρμογής των διαδικασιών τής μαλαρμικής ποίησης, θα δανειστούμε από το σχετικά πρόσφατο βιβλίο τού Γκάρντνερ Ντέιβις την πεζολογική απόδοση τού συγκεκριμένου ποιήματος, όπου ο κριτικός τής ποίησης, πιστός στη ρήση τού Μαλαρμέ, καταφέρνει να αναδημιουργήσει «το κατ’ ελάχιστον αναγκαίο υπόστρωμα κατανοησιμότητάς του».[41] Ακολουθεί η σύνοψη τού ποιήματος:

Στον πρώτο στίχο ο ποιητής επικαλείται το γνώριμό του σχήμα λόγου τής υπερβολής για να τον βοηθήσει, ως άλλη Μούσα, να ανασύρει από τη μνήμη μια καβαλιστική επωδή που θα άξιζε να περιληφθεί σε ένα αρχαίο σιδερόδετο γριμόριο. Κι αυτό γιατί, όπως ο ίδιος δηλώνει, παρομοιάζοντας μάλιστα το έργο του με τη σύνταξη ατλάντων, την κατασκευή φυτολογίων ή και τη σύνθεση θείων λειτουργιών, ο ποιητής έχει ως αποστολή του την επιστημονική απόδοση τής ενθουσιώδους έξαρσης των ιδεών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δηλώνεται το θέμα τού ποιήματος. Στη συνέχεια, ο ποιητής αναπολεί έναν καλοκαιρινό περίπατο που έκανε με τη μικρή του αδερφή σε ένα τοπίο τόσο όμορφο όσο και η ίδια. Όσοι εμφανίζονται στα μάτια των παιδιών ως αυθεντία έχουν κάθε λόγο να ανησυχούν όταν τα ακούουν να λένε αθώα ότι σε αυτόν τον τόπο με τα μύρια λουλούδια, που τον εξερευνούν με όργανο την παιδική τους φαντασία, δεν αντιστοιχεί κανένα από τα ονόματα που μπορεί να διαβάσει κανείς στα τουριστικά φυλλάδια. Γιατί, αντίθετα με τους συνηθισμένους ανθόκηπους, στο παράξενο αυτό νησί, όπου ο αέρας έμοιαζε να ενθαρρύνει τη διείσδυση τού βλέμματος [τού επισκέπτη], αντί να τροφοδοτεί τη λάμψη των πραγμάτων, κάθε λουλούδι μεγάλωνε αρμονικά ώσπου πελώριο στολιζόταν με φωτοστέφανο. Ο ποιητής έβλεπε με ενθουσιασμό τις ίριδες να εκπληρώνουν τον πρωτόγνωρο αυτό προορισμό τους, καθώς θεωρούσε ότι έτσι πραγματωνόταν ο παλιός του πόθος να προσεγγίσει τον τόπο των ιδεών. Ωστόσο, τη στιγμή αυτή, η παιδούλα τού έριξε ένα σοβαρό αλλά τρυφερό βλέμμα, προκαλώντας την αμηχανία του. Για να προλάβει τις όποιες σχολαστικές ενστάσεις, ο ποιητής δηλώνει χωρίς περιστροφές ότι, όσο οι δυο τους μοιράζονταν τη σιωπή, οι μίσχοι των αλλόκοτων λουλουδιών είχαν ψηλώσει τόσο που ξεπερνούσαν κατά πολύ τα όρια τής ανθρώπινης κατανόησης. Προσθέτει μάλιστα ότι η γιγάντωσή τους δεν πραγματοποιούνταν σταδιακά, με τον ρυθμό των κυμάτων που σπάνε στην ακτή. Μια τέτοια μονότονη διαδικασία δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει η αιτία για να γεννηθεί στον νου η έννοια τής απεραντοσύνης. Άλλωστε, δεν θα πάψει ποτέ να τον εκπλήσσει το γεγονός ότι ως αποδείξεις για την ανυπαρξία τού νησιού παρατίθενται επ’ άπειρον τα ίδια πάντα δεδομένα, δεδομένα που έχουν αποτυπωθεί σε κάθε είδους χάρτες. Θυμάται όμως ότι κάποια στιγμή η τετραπέρατη παιδούλα, βγαίνοντας από την εκστατική της σιωπή, πρόφερε τη λέξη «Αναστάσης», όνομα που έμελλε να απαθανατιστεί στις σελίδες τού αιώνιου γριμορίου. Η παιδούλα έδωσε τον χρησμό της, πριν να υπάρξει κάποιος τάφος με την προγονική επιγραφή «Πουλχερία» (το «κάλλος» από το οποίο η ίδια έλκει την καταγωγή της) —επιγραφή, που, εν πάση περιπτώσει, θα παραμείνει κρυμμένη στη συμβολική σκιά ενός από τα γιγάντεια άνθη. [Γκ. Ντέιβις]

Επί τη βάσει τής προφιλοσοφικής πεζής απόδοσης τού ποιήματος θα καταστεί δυνατή η επάνοδος στην ποιητική του ουσία, αφού όμως πρώτα υπογραμμιστούν πέντε σημεία σε σχέση με τον ακριβή τρόπο εφαρμογής από τον Μαλαρμέ των δύο προαναφερθέντων σχημάτων — δηλαδή τού αποχωρισμού και τής απομόνωσης — με τα οποία επιχειρείται η διάρρηξη τής φαινομενικότητας τού πλέγματος των σχέσεων, προκειμένου έτσι να ανατείλει το άστρο τού είναι.

α) Στις δύο πρώτες στροφές, όπου ουσιαστικά ο Μαλαρμέ διατυπώνει τους προγραμματικούς στόχους για το συγκεκριμένο ποίημα, γίνεται μια βασική διάκριση μεταξύ [ποιητικής] «επιστήμης» (μέσω τής οποίας «ενσταλάζεται [στο έργο] ο ύμνος [των καρδιών] …») και «υπομονής». Η «υπομονή» έχει εδώ την έννοια τής επίπονης προσπάθειας («το έργο τής υπομονής μου»), με την οποία προετοιμάζεται το σκηνικό για την αιφνίδια ανακάλυψη που παρουσιάζεται στις επόμενες στροφές.

Από τη στιγμή που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορική του περιγραφή αντικείμενα ή όροι εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα, το «υπομονετικό» αυτό «έργο» μπορεί άνευ άλλου τινός να εξομοιωθεί με τη «γνώση» (κατ’ αντιδιαστολή με το περιεχόμενο αλήθειας τής ίδιας τής ποιητικής «επιστήμης»). Πράγματι, οι όροι «βοτανολόγια, χάρτες και λειτουργίες» παραπέμπουν στη λεξικογραφική, ταξινομική γνώση, δηλαδή σε συνδεδεμένα μεταξύ τους πολλαπλά-αντικείμενα που ενσωματώνονται σε κάποια ολότητα. Αντιθέτως, η αλήθεια που περιέχεται στην ποιητική «επιστήμη» φαίνεται να συγγενεύει με τις δημιουργίες εκ τού μηδενός των αλχημιστών ή με τις επωδές ενός γριμορίου. Άλλωστε, όπως βλέπουμε στους τελευταίους στίχους, για την αιώνια σωτηρία τής καθαρής Ιδέας τού ωραίου αρκεί να ειπωθεί μία και μόνη λέξη: «Αναστάσης» [Ανάσταση]. Το συγκεκριμένο αυτό όνομα αποχωρίζεται από το πυκνό φόντο που συνθέτουν οι παραδεδομένες γνώσεις. Θα λέγαμε μάλιστα ότι με το άκουσμα τού ονόματος αυτού διαλύεται το πυκνό σχεσιακό πλέγμα των εγκυκλοπαιδικών γνώσεων, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι απαραίτητη η επίπονη και εξαντλητική ενασχόληση με το περιεχόμενό τους. Η αιφνίδια διάρρηξη των δεσμών τού είναι δεν αποτελεί παρά αποτέλεσμα τής όλης διαδικασίας, έστω και αν απαιτείται για αυτό η επίκληση τού τυχαίου.

β) Η εμπειρία από την οποία προκύπτει η Ιδέα προϋποθέτει μια Δυάδα. Βλέπουμε πράγματι ότι αντικρούεται κατηγορηματικά ο υπονοούμενος ισχυρισμός ότι κάτι τέτοιο είναι ανώφελο («ήμαστε δυο, αλήθεια λέω»). Ας επισημανθεί ότι αυτή η Δυάδα παίρνει αρχικά τη μορφή τής εκστατικής και σιωπηρής συνεύρεσης στον χώρο όπου γιγαντώνονται τα ιδεατά άνθη («η διπλή μας αγνωσία», «χωρίς μιλιά», «την ώρα αυτή τής σιωπής μας», «η παιδούλα ανανήφει»). Το μόνο που επικοινωνείται μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών είναι, αφενός, μια ανεπαίσθητη έξαψη ενθουσιασμού από την πλευρά τού ποιητή («αγάλλετο το είναι μου»), και, αφετέρου, από την πλευρά τής αδερφής, μια πρόσχαρη και γαλήνια στάση προσήλωσης στα τεκταινόμενα («λοξοκοιτώντας … χαμογελά»). Επιπλέον, καθώς αυτή η σιωπηλή γαλήνη φαίνεται να αποτελεί την αληθινή οδό προς την καθαρότητα τής Έννοιας, ο ποιητής βρίσκεται υποχρεωμένος να προσανατολίσει την παλιά του επιθυμία προς την κατεύθυνση που υποδεικνύεται από την αδερφή του. Και τούτο γιατί, όπως προκύπτει από την πλατωνική αναλυτική τού έρωτα, η λειτουργία που επιτελεί η Δυάδα συνίσταται ακριβώς στην επίκληση ή συνεκφορά τής Ιδέας επί τη βάσει τού αισθητού. Ωστόσο, δεν υφίσταται διαλογική ή διαλεκτική επικοινωνία ανάμεσα στην Ιδέα και την Δυάδα. Από τη στιγμή που το άπειρο τού ουσιώδους άνθους αναδύεται επιβλητικά στο επέκεινα τού υπολογιστικού λόγου, ο εκστατικός ενθουσιασμός πρέπει να θεωρείται ύποπτος και αμφιλεγόμενος, ενώ τα πολλά λόγια δεν ωφελούν πλέον σε τίποτα.

γ) Με την μετάβαση από τη σκηνή τού περιπάτου τής τρίτης στροφής στον μαγικό ανθισμένο Τόπο, που αναδύεται ολόκληρος μέσα από τους στίχους τής έκτης στροφής, βλέπουμε να εφαρμόζονται τα δύο προαναφερθέντα σχήματα, και πρωτίστως αυτό τού αποχωρισμού. Από τη μεταμόρφωση αυτή προκύπτει το πολλαπλό εντός τού οποίου έρχεται τελικά να εμφανιστεί το άστρο τού είναι — πράγμα που, όπως αναφέραμε, εξαρτάται από το απρόβλεπτο στοιχείο τής πρότερης εκφοράς κάποιου ονόματος. Ο μετασχηματισμός αυτός προετοιμάζει την απομόνωση τής Ιδέας.

Ως παιδική ανάμνηση, το αρχικό πολλαπλό τής σκηνής τού περιπάτου είναι μεν ασαφές και μη-οριοθετημένο, αλλά είναι συνάμα συνεχές και πολυσχιδές. Επιπλέον, το εν λόγω πολλαπλό γίνεται αντικείμενο σχολιασμού, σύγκρισης και συσχέτισης με άλλα πολλαπλά («αντιβάλλοντας … τα βρόχια τού τοπίου, [με] τα δικά σου, αδερφούλα»). Στην πέμπτη μάλιστα στροφή βλέπουμε να πραγματοποιείται η οριοθέτησή του, ενώ συγχρόνως επιχειρείται καταμέτρηση των στοιχείων του («των μυρίων ιριδιδών η γη»). Ωστόσο, την ίδια στιγμή, το πολλαπλό αυτό τίθεται εκτός τού πεδίου τής εγκυκλοπαιδικής γνώσης, δηλαδή ανακηρύσσεται μη προσβάσιμο σε αυτού τού είδους τη γνώση, καθώς δηλώνεται ότι δεν μπορεί να του δοθεί κανένα ήδη γνωστό όνομα ή, εναλλακτικά, ότι το όποιο όνομά του είναι άρρητο και ανεκλάλητο («κανένα δεν έχει απ’ όσ’ ονόματα σαλπίζει το καλοκαιρινό χρυσάφι»). Βλέπουμε μάλιστα ότι στα λαμπρά άνθη που σκεπάζουν όλο τον τόπο, φωτίζοντάς τον άπλετα, δίδονται αλλεπάλληλες εφήμερες ονομασίες: «ιριδίδες», «ίριδες», «τ’ άνθη [όλα]», «στίφος των κρίνων», «γλαδιόλα». Εκείνο, λοιπόν, που προέχει είναι η δημιουργία ενός νοητού τόπου, η κατασκευή δηλαδή ενός καθαρού πολλαπλού το οποίο, αφενός, συντίθεται από φως, αλλά που, αφετέρου, δεν συνδέεται ή καλύτερα δεν μπορεί να συνδεθεί με οποιοδήποτε εμπειρικό σχηματισμό ή δομή («μεστό από βλέμμ’ αθέατο»).

Εν προκειμένω, η διαδικασία τού αποχωρισμού συνδυάζει τα εξής στοιχεία: τον αριθμό («μύρια ιριδοειδή», «στίφος των κρίνων»), την ερμητική κλειστότητα τού οριοθετημένου πολλαπλού και, τέλος, την επιβλητική σιωπή υπό την έννοια τής άρσης κάθε αμφισημίας που προκύπτει από την ένταξή του σε κάποιο σχεσιακό πλέγμα — και, επομένως, τής υπέρβασης των παλινωδιών. Η διαδικασία ολοκληρώνεται επιτυχώς με τη χρήση τής χωρικής μεταφοράς τού απομονωμένου νησιού, που κατά κάποιο τρόπο αποτελεί το απόλυτο αντίθετο τού αρχικού ελκυστικού τοπίου (πβ. «πιανότανε το βλέμμα μας στα βρόχια τού τοπίου»).

δ) Με το ανθισμένο νησί, με την μεταφορική απεικόνιση τού τόπου των ιδεών, αποσκοπείται η παρουσίαση ενός αποσυσχετισμένου πολλαπλού τού οποίου η δομή είναι καθεαυτή μη απεικονίσημη και μη αναπαραστάσιμη και το οποίο δεν σχηματίζει και δεν ανήκει σε καμία ολότητα [sans Tout]. Ο τύπος τού απείρου στον οποίο ανήκει ένα τέτοιο πολλαπλό δεν υπόκειται σε μέτρηση ή σύγκριση. Πριν ακόμη από την οριστική απομόνωση τής Ιδέας, το ποίημα δηλώνει ότι ο καθαυτό δεσμός, η σχέση ως τέτοια, στερείται τού Είναι.

Όσον αφορά τώρα τη μεταβολή τού «προορισμού» για την οποία κάνει λόγο το ποίημα, πρέπει να επισημανθεί ότι αυτή η διαδικασία αναπροσανατολισμού προς την καθαρή έννοια δεν επηρεάζει τον τόπο ή κάποιας άλλης μορφής ενοποιημένη πολλαπλότητα, αλλά το «γένος των ιριδιδών»· με άλλα λόγια, αφορά το ίδιο το πολλαπλό των ιδεατών ανθών που είναι το μόνο που μπορεί να αντιστοιχηθεί με αυτό των ιδεών («δόξα τού αρχαίου ίμερου των ιδεών»). Πέραν αυτού, τα στοιχεία τού συγκεκριμένου πολλαπλού είναι αποσυνδεδεμένα μεταξύ τους. Πράγματι, το κάθε άνθος απομονώνεται από τα υπόλοιπα φαινομενικά ομοειδή άνθη, καθώς καθένα τους στολίζεται με «χείλι λαμπρό απ’ τα περβόλια χώρια». Με την προσθήκη τού φωτοστέφανου, που είναι φτιαγμένο από το τίποτα («χείλι λαμπρό») και με το οποίο περιβάλλεται κάθε άνθος χωριστά, επιτυγχάνεται σε πρώτο στάδιο η απόσπαση τού τόπου από το σχεσιακό πλέγμα στο οποίο αρχικά ανήκε.

Ο Γκάρντνερ Ντέιβις υπογραμμίζει σωστά ότι με τον αποχωρισμό από το περιβόλι επισημαίνεται η ιδεατότητα τού άνθους που δεν φυτρώνει σε κανέναν τόπο (όπως συμβαίνει και με το περίφημο λουλούδι που «λείπει από κάθε μπουκέτο»[42]). Ωστόσο, με την μεταφορά τού «χείλους» υπονοείται κάτι το βαθύτερο, διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο απορρίπτεται και η υπόθεση τού ιδεατού περιβολιού, που θα αποτελούσε το σχεσιακό πλαίσιο στο οποίο θα εντάσσονταν τα υπεραισθητά άνθη. Εδώ λοιπόν ξεδιπλώνονται σε όλο τους το εύρος οι συνέπειες τής διαδικασίας τής απομόνωσης, τής χρήσης δηλαδή ενός τελεστή που αποσκοπεί ακριβώς στην ακύρωση των σχέσεων γειτνίασης, στη διάρρηξη όλων των τοπολογικών δεσμών. Οι ίριδες είναι ξένες προς κάθε ολότητα και, αν μπορούσαν να μιλήσουν, θα δανείζονταν τα λόγια τής Ηρωδιάδας: «ναι, έρμη, για μένα μόν’ ανθίζω». Με τον αποχωρισμό προσφέρεται στο «βλέμμα» τού ποιητή ένα πολλαπλό που δεν μπορεί να ολοποιηθεί, μια ποικιλία «καθαρών» ανθών που δεν ανταποκρίνεται σε καμία ήδη γνωστή έννοια ή κατηγορία.

Για τον ίδιο λόγο το γιγάντεμα των λουλουδιών, με το οποίο συμβολίζεται το άπειρο τής ιδέας, δεν προσφέρεται για ποιοτική σύγκριση, αλλά ούτε και μπορεί να μετρηθεί με βάση κάποια κλίμακα. Και αυτό σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με την αέναη κίνηση, το παρηγορητικό τροπάρι των κυμάτων, όπου αναγνωρίζεται χωρίς αμφιβολία η κίβδηλη εγελιανή απειρότητα που, όπως είναι γνωστό, επαναλαμβάνεται «επ’ άπειρον». Ακόμα και όταν ενσαρκώνεται σε κάποιο πολλαπλό, η πραγματική απειρότητα τού είναι δεν μπορεί να παγιδευτεί στα δεσμά τού υπολογιστικού λόγου, ούτε και μπορεί να κατανοηθεί υπό το πρίσμα τής αναλογίας. Αυτό το νόημα έχει το ότι ο μίσχος των λουλουδιών «παραθέριεψε για το φτωχό το νου μας». Άλλωστε, οι τελευταίοι στίχοι τού ποιήματος αναφέρονται στο άμετρο τού είναι. Η πανύψηλη γλαδιόλα αποτελεί το έσχατο θριαμβικό σύμβολο τού αποκαθαρμένου είναι, στη σκιά τού οποίου βυθίζεται πλέον η εξουσία τού θανάτου («κάποιος τάφος») — στην οποία, όμως, εξακολουθεί να υπόκειται το «ωραίο» που συμβολίζει το όνομα «Πουλχερία». Με άλλα λόγια, το λειψό αποσυνδεδεμένο πολλαπλό, που δεν σχηματίζει και δεν ανήκει σε καμία ολότητα και το οποίο προκύπτει από τις διαδικασίες τού αποχωρισμού και τής απομόνωσης, αντιπροσωπεύει το πλεόνασμα χάριτος από το οποίο εξαρτάται η σωτηρία τής Ιδέας.

ε) Τέλος, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η ανυπαρξία τού νοητού Τόπου θα πρέπει μάλλον να συμπεριληφθεί μεταξύ των σχημάτων ρήξης, όχι κατ’ αντιπαραβολή προς το αρχικό σκηνικό (την ανάμνηση τού εξοχικού περιπάτου), αλλά αυτή τη φορά σε σχέση με τις οντότητες των οποίων η ύπαρξη μπορεί να επαληθευθεί με βάση τις αποκτηθείσες «εγκυκλοπαιδικές γνώσεις», με βάση δηλαδή τα δεδομένα που περιέχονται στους «άτλαντες, τα φυτολόγια και τις ιεροτελεστίες». Όπως φαίνεται, ο συγκεκριμένος υπαρκτικός ισχυρισμός υποβάλλεται σε ενδελεχή εξέταση. Σε ρόλο κατηγόρου εμφανίζονται οι ρεαλιστές και οι φυσιοδίφες που απαιτούν να αποδειχθεί η ύπαρξη τού νησιού (πβ. «οι μέρες τής αυθεντίας σκοτεινιάζουν …» «ω, πνεύμα τής αντιδικίας»). Στην τέταρτη ήδη στροφή τού ποιήματος, οι «κατήγοροι» φαίνεται να διακατέχονται από σκεπτικισμό, καθώς διαπιστώνεται ότι καμία καταγεγραμμένη ονομασία δεν αντιστοιχεί στον ιδεατό αυτό τόπο. Στην προτελευταία μάλιστα στροφή επιστρατεύεται ολόκληρο το οπλοστάσιο των γνώσεών τους (χάρτες, περίπλοι, τα δεδομένα των οργάνων ναυσιπλοΐας), προκειμένου να αποδειχθεί ότι «η χώρα αυτή ποτέ δεν είχ’ υπάρξει».

Όμως τη στιγμή ακριβώς που η σκηνή τού ιδεατού πολλαπλού τίθεται εκτός τού πεδίου τής εγκυκλοπαιδικής γνώσης, η αδερφή συνέρχεται από την ηδονική έκσταση που της προκαλεί η ιδέα τού αληθινού («ανανήφει») και, ως ένδειξη συγκατάβασης προς τη «γνώση» («τετραπέρατη»), προφέρει το όνομα «Αναστάσης». Με μια τέτοια λέξη, χρησιμοποιούμενη ως προσδιορισμός τού μη-υπαρκτού, απαθανατίζεται για πάντα το καθαρό του είναι. Καθώς απομακρύνεται το φάσμα τού θανάτου,[43] εμφανίζεται σε πρώτο πλάνο η πανύψηλη γλαδιόλα, μια ενική ύπαρξη που σχετίζεται αποκλειστικά και μόνο με τον εαυτό της και με την οποία συμβολίζεται ο διανοητικός θρίαμβος τού ποιήματος.

Αυτή η νίκη συνίσταται στο γεγονός ότι μπορεί πλέον να γεννηθεί η «λέξη» — το ίδιο το ποίημα ως πλήρωμα τής δύναμης τής γραφής — ούτως ώστε, στη συνέχεια, να απαθανατιστεί στις άφθαρτες σελίδες τού γριμορίου. Επομένως, το βασικό φιλοσοφικό δίδαγμα που αποκομίζουμε από το ποίημα είναι ότι για την επίτευξη αυτής τής νίκης απαιτείται η χρήση των διαδικασιών τού αποχωρισμού και τής απομόνωσης ως αντίδοτο στις επίμονες ψευδαισθήσεις, τις δοξασίες που αναπτύσσονται στο έδαφος τού δεσμού, τής σχέσης, τής ομοιότητας, τού οικείου και τού γειτονικού.

— Αλήθεια μπορεί να υπάρξει μόνο όταν «το άπειρο εγκαταλείψει επιτέλους την οικογενειακή εστία».[44]


[1] [Να σημειωθεί ότι το ποίημα που αναλύεται στη συνέχεια δεν έχει σημεία στίξης, με την εξαίρεση μιας παρένθεσης, δύο κομμάτων και τής τελείας στο τέλος].
[2] Α la nue accablante tu/ Basse de basalte et de laves/ Α même les échos esclaves/ Par une trompe sans vertu
Quel sépulcral naufrage (tu/ Le sais, écume, mais y baves)/ Suprême une entre les épaves/ Abolit le mât dévêtu
Ou cela que furibond faute/ De quelque perdition haute/ Tout l’abîme vain éployé/
Dans le si blanc cheveu qui traîne/ Avarement aura noyé/ Le flanc enfant d’une sirène.
[3] [«taire qch à qn»: αποσιωπώ, κρύβω κάτι από κάποιον. Εν προκειμένω, όπως θα δούμε στη συνέχεια, το ποιητικό αίτιο είναι η «ξέπνοη μπουρού» [«par une trompe sans vertu»], η οποία «αποσιωπά» το ναυάγιο από το σύννεφο. Στη μετάφραση χρησιμοποίησα τη μεταφορά τής «βωβότητας» αντί αυτής τής «αποσιώπησης», ενώ αντικατέστησα τη σχέση αιτίου-αιτιατού με αυτή τής ηχητικής σύγκρισης ανάμεσα στο «ναυάγιο» (δηλ. τον αφανή, απόλυτα σιωπηλό όρο), τους (ξέπνοους) «αντίλαλους» τής (καταποντισμένης) μπουρούς και το βαρύ «σύννεφο» («μπάσο λάβας και βασάλτη») (δες κατωτέρω «μπάσο/à même»)].
[4] «à même»: σύρριζα, ξυστά· π.χ. «dormir à même le sol»: κοιμάμαι καταγής.
[5] [=το μπάσο τού σύννεφου δύσκολα διακρίνεται από τους αντίλαλους]
[6] «Quel sépulcral naufrage le mât dévêtu»
[7] [Εννοεί ότι πρέπει να διαβάσουμε «faute/ De quelque perdition haute» [αντί για μια πληγή θεία] ως προθετική παρενθετική φράση].
[8] [Στη μετάφραση, χρησιμοποίησα παραθετικό/επεξηγηματικό προσδιορισμό: «μανία» αντί για «μανιασμένη»].
[9] [=από τη λύσσα της που δεν μπόρεσε να βυθίσει κάποιο καράβι («άκαρπη»· βλ. κατωτέρω)]
[10] «ou cela que»: ή
[11] [=αφρός]
[12] [Εδώ ο μεταφραστής τής αγγλικής έκδοσης διαβάζει εσφαλμένα «s’élève» [=προβάλλει] αντί για «s’enlève» [=εξαλείφεται, απαλείφεται]].
[13] «soustraction à soi de la soustraction même»
[14] [συνεκφέρω: φέρω έξω, φανερώνω. παρουσιάζω, εκφράζω ομού ή συγχρόνως (Δημητράκ.)]
[15] Ses purs ongles très haut dédiant leur onyx, / L’Angoisse, ce minuit, soutient, lampadophore, / Maint rêve vespéral brûlé par le Phénix / Que ne recueille pas de cinéraire amphore
Sur les crédences au salon vide : nul ptyx, / Aboli bibelot d’inanité sonore, / (Car le Maître est allé puiser des pleurs au Styx / Avec ce seul objet dont le Néant s’honore).
Mais proche la croisée au nord vacante, un or / Agonise selon peut-être le décor / Des licornes ruant du feu contre une nixe,
Elle, défunte nue en le miroir, encore / Que, dans l’oubli fermé par le cadre, se fixe / De scintillations sitôt le septuor.
[16] [Telle une [torche]: εισάγει σύγκριση].
[17] [βλ.αμέσως κατωτέρω]
[18] [η «ξωτικιά»]
[19] [=τού εφήμερου όρου]
[20] [=χώρα]
[21] [ποιητικό διάκενο: πρόκειται για κυριολεξία (βλ. τις αναφορές στον Μαλαρμέ, στο «La clameur de l’être»]
[22] [Divagations]
[23] [«Απόγευμα ενός Φαύνου»]
[24] [«Σημειώσεις για τη γλώσσα»]
[25] [«Surgi de la croupe et du bond» (“προβάλλοντας από την κοίλη βάση του και τον κορμό” [αναφορά στο φύσημα τού γυαλιού]) ]
[26] [«Ο τάφος τού Έντγκαρ Πόε»]
[27] [«Πένθιμη Πρόποση»]
[28] [«Coup des dés»]
[29] [Divagations]
[30] [«Μυστήριο των γραμμάτων»]
[31] [Πρόποση]
[32] [Πρόποση]
[33] [Au seul souci de voyager (“με μόνη έγνοια το ταξίδι”) [«πετράδια»: οι βράχοι τής ακτής]
[34] [«Ηρωδιάδα»]
[35] [δες σημ.25]
[36] [Divagations]
[37] [«Coup des dés»]
[38] [Divagations («η άλλη επώαση»: πιθανώς η «εκδήλωση» τού Πλήθους)].
[39] [«Avant-dire au Traité du verbe de René Ghil»]
[40] [«Πένθιμη Πρόποση»]
[41] [Gardner Davies, Mallarmé ou «la couche suffisante d’intelligibilié» (1988)]
[42] [«Crise de Vers»]
[43] [πβ. Dylan Thomas, And death shall have no dominion]
[44] [Igitur]

 
1 σχόλιο

Posted by στο 17/09/2016 in Ποίηση, Φιλοσοφία

 

Ετικέτες: ,

Τρία ποιήματα τού Μαλαρμέ

Πρόζα (για τον Ντεζ Εσέντ)

Υπερβολή! απ’ τη μνήμη θριαμβικά δεν ξέρεις, σολομωνική, πώς σήμερα ν’ανασκιρτήσεις σιδερόδετη·
Γιατί κατέχω ’γω την επιστήμη να σταλάξω των ανοιχτόμυαλων καρδιών τον ύμνο στο έργο τής υπομονής, στα βοτανολόγια μου, τους χάρτες και τις λειτουργίες.
Περπατώντας πιανότανε το βλέμμα μας στα βρόχια τού τοπίου — ήμαστε δυο, αλήθεια λέω — αντιβάλλοντάς τα προς τα δικά σου, αδερφούλα.
Τής αυθεντίας οι μέρες σκοτεινιάζουν, όταν χωρίς λόγο λέμε, γι’ αυτή τη μεσημβρία που ανασκάφτει η διπλή μας αγνωσία,
Ότι ο τόπος της, των μυρίων ιριδιδών η γη (πραγματική; αυτοί το ξέρουν) κανένα δεν έχει απ’ όσ’ ονόματα σαλπίζει το καλοκαιρινό χρυσάφι.
Σ’ ένα νησί ναι στον άνεμο μεστό από βλέμμ’ αθέατο ανοίγοντας χωρίς μιλιά τ’ άνθη όλα γέμιζαν,
Ώσπου πελώρια καθένα τους αρμονικά κοσμούνταν με χείλι λαμπρό απ’ τα περβόλια χώρια.
Δόξα τού αρχαίου ίμερου των ιδεών αγάλλετο το είναι μου, καθώς γεννιότανε στο νέο τους προορισμό το γένος των ιρίδων.
Μα λοξοκοιτώντας, φρόνιμη η αδερφή και τρυφερή, χαμογελά και, σα’ συνεννοημένος, με πιάνει ο αρχαίος ο καημός μου.
Ω, Πνεύμα τής αντιδικίας, την ώρα αυτή τής σιωπής μας, μάθε πως τού στίφους των κρίνων ο μίσχος παραθέριεψε για το φτωχό το νου μας.
Μα όχι όπως μονότονα παρηγορεί το περιγιάλι πως τάχα από μόνη της η απεραντοσύνη θα’ρθει· κι ας λένε ό,τι λένε και τ’ άστρα και ο χάρτης και το κύμα που απ’ τ’ αλαφιασμένο βήμα μου τραβιέται, πως η χώρα αυτή ποτέ δεν είχ’ υπάρξει.
Μα η τετραπέρατη παιδούλα ανανήφει προφέροντας τ’ αγέννητο «Αναστάσης», σ’ άφθαρτη περγαμηνή για να γραφθεί,
Πριν κάποιος τάφος κάπου να καγχάσει πως, κρυμμένο στη γιγάντεια της σκιά, που ρίχνει η γλαδιόλα, τ’ όνομα τής νόνας η ταφόπετρ’ αναγράφει: «Πουλχερία»!

 

Αφιερώνοντας τον όνυχα των διάφανων νυχιών της

Αφιερώνοντας τον όνυχα των διάφανων νυχιών της, στο μεσονύχτι, λαμπαδηφόρα στενάζει η Αγωνία· τα ’σπερνά ονείρατα που της παραναλοί ο Φοίνιξ δεν τα περμάζεψε καμία τεφροδόχη.
Στο ντρεσουάρ τού άδειου σαλονιού, ούτε μια πτύχα, κάποιο σπασμένο μπιμπελό βαρύγδουπης μωρίας, (διότι «απουσιάζει ο Κύριος, ν’ αρμέξει πήγε τα δάκρυα τής Στύγας», με τού κενού ζωσμένος το μόνο καύχημα).
Μα, στο βορεινό κούφωμα δίπλα, κάτι χρυσό ψυχορραγεί, ίσως γιατί οι ανάγλυφοι μονόκεροι τη φλόγα τους ξερνούν στην ξωτικιά,
Που γυμνή μες στον καθρέφτη κείται, νεκρή, καθώς κορνιζωμέν’ η λήθη ανακλά μεμιάς το είδωλο τού λαμπερού σεπτέτου.

 

archosaur

Πιο βουβό κι απ’ το σύννεφο βαρύ

Πιο βουβό κι απ’ το σύννεφο βαρύ, μπάσο το ίδιο λάβας και βασάλτη, κι απ’ τους αντίλαλους ακόμα σκλάβους τής ξέπνοης μπουρούς,
Ποιο νεκρικό ναυάγιο (αφρέ, το ξέρεις, μα σαλιάζεις) γκρέμισε το κατάρτι του γυμνό, ύστατο, στα συντρίμμια ανάμεσα·
Ή: ποια μανία, απλωμέν’ η άβυσσος όλη, αντί για μια πληγή θεία, άκαρπη,
Στο λυτό τόσο λευκό λινάρι, άπληστα, να’χει πνίξει την παιδική υστέρα μιας σειρήνας.

 

 
1 σχόλιο

Posted by στο 27/08/2016 in Ποίηση

 

Ετικέτες:

Φυσική Απειρότητα—A.Badiou

rodchenko_belij_krug

 

Στοχασμός 14—Η οντολογική απόφαση: «υπάρχει άπειρο στα φυσικά πολλαπλά»

(L’Être et l’événement, σελ. 169-179 [pdf])

Δεδομένου, αφενός, ότι η οντολογική δομή[1] για τα φυσικά πολλαπλά παρέχεται από την έννοια τού διατακτικού αριθμού και, αφετέρου, ότι η [αυθεντική] ιστορικότητα[2] τής απόφασης επί τού είναι τού απείρου αποτυπώνεται στη θέση ότι «η φύση είναι άπειρη» (και όχι, βεβαίως, στη θέση περί τής απειρότητας τού Θεού), η δήλωση «υπάρχει κάποιο άπειρο διατακτικό» θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εύλογη και λογική διατύπωση ενός αξιώματος για το άπειρο.[3] Ωστόσο, το εν λόγω αξίωμα στερείται νοήματος· και τούτο διότι, εφόσον εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι το άπειρο έχει ήδη εδραιωθεί στη θέση τού είναι του, υποπίπτει στο σφάλμα τής λήψεως τού ζητουμένου. Εκείνο, λοιπόν, που απαιτείται είναι να μετασχηματιστεί η έννοια τού απείρου σε κατηγορική μορφή που θα έχει μάλιστα εκφραστεί στη γλώσσα τής συνολοθεωρίας και θα είναι επιπλέον συμβατή με τις ήδη παραδεκτές Ιδέες [=αξιώματα] για το πολλαπλό.

Θα πρέπει, επίσης, να αποκλειστεί εκ των προτέρων η επιλογή ορισμού τής φυσικής απειρότητας βάσει τής ολότητας των διατακτικών. Έχει ήδη αποδειχτεί (πβ. κεφ. 12) ότι, κατά αυτόν τον τρόπο νοούµενη, η Φύση στερείται ύπαρξης, διότι το υποτιθέμενο πολλαπλό που παρουσιάζει κάθε διατακτικό αριθμό — και, επομένως, όλα τα πιθανά όντα των οποίων η μορφή είναι φυσική — αντιβαίνει στην απαγόρευση τού να ανήκει στον εαυτό του και, ως εκ τούτου, δεν έχει ύπαρξη. Πρέπει εν προκειμένω να υιοθετηθεί η θέση τού Καντ ότι είναι απαράδεκτη κάθε κοσμολογική αντίληψη για το Όλο. Αν, επομένως, υποτεθεί ότι το άπειρο υπάρχει, τότε η ύπαρξή του πρέπει να λάβει τη μορφή ενός ή περισσοτέρων φυσικών όντων και όχι αυτή τής «Μεγάλης Ολότητας». Τόσον όσον αφορά το άπειρο όσο και γενικότερα, το πολλαπλό-ένα [=πολλαπλή μονάδα] — το αποτέλεσμα, δηλαδή, τής παρουσίασης — θα υπερισχύει έναντι τής χίμαιρας τού υπερσυνόλου όλων των συνόλων.

Ένα πρόσθετο εμπόδιο που αντιμετωπίζουμε έχει να κάνει με την ομοιογένεια τού οντολογικού σχήματος των φυσικών πολλαπλών. Εάν η ποιοτική αντίθεση μεταξύ απείρου και πεπερασμένου διαπερνά την έννοια τού διατακτικού, αυτό οφείλεται στο ότι υπάρχουν δύο θεμελιωδώς διαφορετικά είδη φυσικών πολλαπλών όντων. Εάν όντως απαιτείται, εν προκειμένω, μια απόφαση, αυτή θα συνίσταται στην αποδοχή τής ειδοποιού διαφοράς μεταξύ των δύο ειδών και, ως εκ τούτου, στη διάσπαση/διχοτόμηση τής παρουσιαστικής ομοιογένειας τού φυσικού είναι. Το να καθορίσουμε τον τόπο μιας τέτοιας απόφασης σημαίνει ουσιαστικά να σκεφτούμε, όσον αφορά τον ορισμό των διατακτικών, πού ακριβώς εντοπίζεται το εν λόγω ρήγμα — η εννοιολογική ασυνέχεια, η οποία, προκειμένου να θεμελιωθεί η διάκριση των δύο ειδών, προϋποθέτει ως αναγκαία συνθήκη τη νομοθέτηση επί τής ύπαρξής τους. Για το σκοπό αυτό θα χρησιμοποιήσουμε ως οδηγό μας την (ήδη αναληφθείσα) ανασκόπηση τής ιστορίας τής έννοιας τού απείρου (βλ. κεφ. 13).

1. Σημείο-τού-είναι και τελεστής τής διάνυσης/μετάβασης

Όπως ήδη επισημάνθηκε, πρέπει να διαθέτουμε τρία πράγματα προκειμένου να σκεφτούμε την ύπαρξη τού απείρου. Πιο συγκεκριμένα, χρειαζόμαστε κάποιο αρχικό σημείο-τού-είναι, έναν κανόνα για την παραγωγή τού «ίδιου άλλου» και, τέλος, μια υπαρξιακή ένδειξη-σφραγίδα μέσω τής οποίας θα ορίζεται, για το «άλλο», ο τόπος τού Άλλου.

Για την οντολογία, το όνομα τού κενού (\varnothing ) αποτελεί το αφετηριακό σημείο-τού-είναι. Επιπλέον, όπως έχει ήδη αναφερθεί (πβ. κεφ. 12), τίποτε δεν απαγορεύει να χρησιμοποιηθεί η συγκεκριμένη ονομασία για τον προσδιορισμό κάποιου φυσικού πολλαπλού. Πρόκειται, εξάλλου, για τη μόνη μέχρι τούδε αποδεκτή υπαρξιακή Ιδέα,[4] ενώ, επιπροσθέτως, η αποδοχή τής ύπαρξης πολλαπλών βάσει τού ονόματος τού κενού (όπως, για παράδειγμα, τής ύπαρξης τού μονοσυνόλου \{\varnothing\} ) είναι συμβατή και με τα υπόλοιπα αξιώματα — τις κατασκευαστικές Ιδέες — τής θεωρίας των συνόλων.

Η διατύπωση ενός κανόνα για τη μετάβαση από το ένα φυσικό πολλαπλό στο άλλο με σημείο αφετηρίας το \varnothing επιτρέπει την αδιάκοπη κατασκευή και άλλων υπαρκτών πολλαπλών, δηλαδή την «αέναη» διαδικασία παραγωγής «ενός ακόμη» μεταβατικού[5] πολλαπλού τού οποίου τα στοιχεία είναι επίσης μεταβατικά και τού οποίου, επιπλέον, η ύπαρξη θα κρίνεται αποδεκτή σύμφωνα πάντα με τις αξιωματικές Ιδέες τής παρουσίασης τού καθαρού πολλαπλού.

Ως σημείο αναφοράς λαμβάνουμε την υπαρκτή μορφή τού Δύο (κεφ. 12), δηλαδή το πολλαπλό \{\varnothing,\{\varnothing\}\} , που έχει ως στοιχεία το κενό και το μονοσύνολο με στοιχείο το ίδιο το κενό. Από το αξίωμα τής αντικατάστασης (κεφ. 5)[6] συνεπάγεται ότι, από τη στιγμή που υπάρχει το Δύο, θα υπάρχουν επίσης και όλα τα σύνολα που προκύπτουν από την αντικατάσταση των στοιχείων τού εν λόγω Δύο[7] από άλλα στοιχεία των οποίων η ύπαρξη θεωρείται ήδη δεδομένη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αποκτούμε την αφηρημένη έννοια τού Δύο: εάν, λοιπόν, υπάρχουν τα στοιχεία α και β, τότε θα υπάρχει και το σύνολο \{\alpha,\beta\} που περιέχει τα στοιχεία α και β και μόνον αυτά (δηλαδή, το σύνολο που κατασκευάζω αντικαθιστώντας τα στοιχεία \varnothing και \{\varnothing\} τού υπαρκτού Δύο με τα α και β αντιστοίχως). Το σύνολο \{\alpha,\beta\} ονομάζεται «ζεύγος» των α και β. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για την πρόσδοση δυαδικής μορφής [mise-en-deux] στα [ξεχωριστά] στοιχεία α και β.

Με βάση, λοιπόν, το «ζεύγος», ορίζουμε στη συνέχεια την κλασσική πράξη τής ένωσης δύο συνόλων, δηλ. το σύνολο \alpha\cup\beta , που θα περιέχει («συνενωμένα» [mis ensemble]) τα στοιχεία τού α και τού β [και μόνον αυτά]. Έστω λοιπόν το ζεύγος \{\alpha,\beta\} . Το αξίωμα τής ένωσης (κεφ. 5)[8] ορίζει ότι υπάρχει το σύνολο το οποίο έχει στοιχεία τα στοιχεία των στοιχείων ενός δεδομένου συνόλου (δηλαδή, ότι υπάρχει η «διασπορά» [dissémination] τού εν λόγω [υπαρκτού] συνόλου). Εάν, λοιπόν, υπάρχει το ζεύγος \{\alpha,\beta\} ¸ τότε θα υπάρχει και η ένωσή του \cup\{\alpha,\beta\} , που έχει στοιχεία τα στοιχεία των στοιχείων τού ζεύγους, δηλαδή τόσο τα στοιχεία τού α όσο και τα στοιχεία τού β. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, καταλήγουμε στο ζητούμενο. Κατόπιν, ορίζουμε ότι \alpha\cup\beta  είναι κανονική έκφραση για το \cup\{\alpha,\beta\} . Επιπλέον, όπως μόλις είδαμε, εάν υπάρχουν τα α και β, τότε θα υπάρχει και η ένωσή τους \alpha\cup\beta .

Επομένως, ο κανόνας τής μετάβασης λαμβάνει την εξής μορφή:

\alpha\rightarrow\alpha\cup\{\alpha\}

Με βάση, λοιπόν, ένα δεδομένο διατακτικό [εν προκειμένω, το α], ο συγκεκριμένος κανόνας «παράγει» ένα νέο πολλαπλό, τ.έ. την ένωση τού εν λόγω διατακτικού και τού μονοσυνόλου του. Επομένως, η ένωση θα παρουσιάζει ως στοιχεία όχι μόνο τα στοιχεία τού ίδιου τού α αλλά επιπλέον και το ίδιο το α, που, μάλιστα, θα λέγαμε πως παρουσιάζεται εδώ «αυτοπροσώπως», καθόσον αποτελεί το μοναδικό στοιχείο τού μονοσυνόλου του [δηλ. τού \{\alpha\} ]. Με λίγα λόγια, θα έχουμε προσθέσει στο διατακτικό α το όνομά του — ή, κατ’ ισοδύναμη διατύπωση, το πολλαπλό-ένα[9] α στα πολλαπλά που αυτό παρουσιάζει.

Να σημειωθεί ότι με αυτόν τον τρόπο κατασκευάζουμε κάτι-άλλο. Πράγματι, είδαμε ότι το α είναι μεν στοιχείο τού [πολλαπλού] \alpha\cup\{\alpha\} , όχι όμως και στοιχείο τού εαυτού του (τού α), και τούτο διότι αποκλείεται να ισχύει \alpha\in\alpha . Επομένως, βάσει τού αξιώματος τής έκτασης,[10] το α είναι διάφορο τού \alpha\cup\{\alpha\} , διότι διαφέρει από αυτό κατά ένα πολλαπλό (τ.έ. το ίδιο το α).

Στο εξής, γράφουμε το \alpha\cup\{\alpha\} με τη μορφή S(\alpha) , το οποίο διαβάζεται «ο διάδοχος [ή επόμενος διατακτικός] τού α». Ο εν λόγω κανόνας μάς επιτρέπει να «μεταβούμε» από έναν διατακτικό αριθμό στον διάδοχό του.

Αυτό το «άλλο», που είναι ο διάδοχος διατακτικός αριθμός, είναι συγχρόνως και ένα «ίδιο», λόγω τού ότι ο επόμενος ενός διατακτικού είναι και ο ίδιος διατακτικός αριθμός. Πρόκειται, λοιπόν, για έναν κανόνα μετάβασης που ενυπάρχει στα φυσικά πολλαπλά. Ας το αποδείξουμε.

Εν προκειμένω, ισχύει αφενός ότι όλα τα στοιχεία τού S(\alpha) είναι μεταβατικά. Πράγματι, εφόσον το α είναι διατακτικός αριθμός, τότε τόσο ο ίδιος όσο και τα στοιχεία του είναι μεταβατικά, ενώ γνωρίζουμε ήδη ότι το S(\alpha)  αποτελείται ακριβώς από όλα τα στοιχεία τού α, με την επιπλέον προσθήκη τού ίδιου τού α.

Αφετέρου το πολλαπλό S(\alpha) είναι και το ίδιο μεταβατικό. Πράγματι, έστω \beta\in S(\alpha) . Τότε,

— είτε ισχύει ότι \beta\in\alpha και επομένως \beta\subset\alpha [11] (λόγω τού ότι το α είναι μεταβατικό). Αλλά, καθώς ισχύει ότι S(\alpha)=\alpha\cup\{\alpha\} , πρέπει να ισχύει και ότι \alpha\subset S(\alpha) . Αλλά, εφόσον το υποσύνολο ενός υποσυνόλου είναι και το ίδιο υποσύνολο,[12] τότε έχουμε ότι \beta\subset S(\alpha) ·

— είτε ότι \beta=\alpha και, επομένως, ότι \beta\subset S(\alpha) , λόγω τού ότι \alpha\subset S(\alpha) .

Επιπλέον, κάθε πολλαπλό που ανήκει στο S(\alpha) περιέχεται σε αυτό. Από τα ανωτέρω προκύπτει, λοιπόν, ότι το S(\alpha) είναι μεταβατικό.

Από τη στιγμή, λοιπόν, που το α είναι διατακτικός αριθμός, το ίδιο θα ισχύει και για το S(\alpha) , αφού, όπως δείξαμε, το S(\alpha) είναι μεταβατικό πολλαπλό τού οποίου όλα τα στοιχεία είναι επίσης μεταβατικά.

Εξάλλου, ο όρος «επόμενος διατακτικός» έχει πολύ συγκεκριμένη σημασία. Το να πούμε ότι ο S(\alpha) είναι ο επόμενος διατακτικός, ότι δηλαδή είναι ο διατακτικός αριθμός που έπεται αμέσως τού α, σημαίνει ακριβώς ότι κανένας άλλος διατακτικός δεν μπορεί να παρεμβληθεί «μεταξύ» τού α και τού S(\alpha) . Σύμφωνα με ποιον κανόνα διάταξης ισχύει κάτι τέτοιο; Σύμφωνα με την ίδια τη σχέση τού «ανήκειν» που, όσον αφορά τους διατακτικούς, είναι σχέση ολικής διάταξης (πβ. κεφ.12), υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να υπάρχει κανένας διατακτικός β τέτοιος ώστε \alpha\in\beta\in S(\alpha) .

Δεδομένου ότι S(\alpha)=\alpha\cup\{\alpha\} , η έκφραση \beta\in S(\alpha) σημαίνει:

— είτε ότι \beta\in\alpha , πράγμα που επίσης σημαίνει ότι αποκλείεται να ισχύει \alpha\in\beta ¸ διότι ως σχέση διάταξης μεταξύ διατακτικών αριθμών η σχέση τού ανήκειν είναι μεταβατική και τότε εκ των \beta\in\alpha και \alpha\in\beta θα συναγόταν η σχέση \beta\in\beta , που είναι άτοπο.

— είτε ότι \beta\in\{\alpha\} , που ισοδυναμεί με το ότι \beta=\alpha , καθώς το α είναι το μοναδικό στοιχείο τού μονοσυνόλου του \{\alpha\} . Αλλά είναι προφανές ότι από την ισότητα \beta=\alpha προκύπτει ότι αποκλείεται να ισχύει \alpha\in\beta , λόγω τού ότι η σχέση τού ανήκειν-εις-εαυτόν απορρίπτεται πάντοτε ως άτοπη.

Σε κάθε, λοιπόν, περίπτωση, ισχύει ότι δεν μπορεί να παρεμβληθεί κάποιος διατακτικός β μεταξύ τού α και τού S(\alpha) . Βλέπουμε επομένως ότι ο κανόνας τής διαδοχής έχει μία και μόνο σημασία.[13] Επιτρέπει τη μετάβαση από έναν διατακτικό στον μοναδικό επόμενο διατακτικό σύμφωνα με τη σχέση τού ανήκειν η οποία, όπως αναφέρθηκε, είναι σχέση ολικής διάταξης.

Παίρνοντας ως αρχικό σημείο-τού-είναι το \varnothing κατασκευάζουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο την ακολουθία των υπαρκτών διατακτικών (δεδομένου ότι υπάρχει το \varnothing) :

succesionΚατά μια πρώτη, «διαισθητική» προσέγγιση, θα μπορούσε εύλογα να υποστηριχθεί ότι έτσι «κατασκευάσαμε εκ τού μηδενός» μια απειρία διατακτικών και ότι, ως εκ τούτου, αποφανθήκαμε υπέρ τής φυσικής απειρότητας. Ωστόσο, αυτό θα σήμαινε ότι υποκύψαμε στα απατηλά θέλγητρα τής Ολότητας. Το ότι αυτό που προκύπτει μέσω τής επανάληψης τού αποτελέσματος που υπαγορεύεται από κάποιο κανόνα είναι η απροσδιοριστία των «ίδιων άλλων» και όχι κάποιο υπαρκτό άπειρο ήταν, στην πραγματικότητα, κοινός τόπος για όλους τους κλασικούς φιλοσόφους. Εξάλλου, µπορεί να διαπιστωθεί διαισθητικά ότι οι παραγόμενοι με αυτόν τον τρόπο διατακτικοί είναι όλοι τους ανεξαιρέτως πεπερασμένοι. Ως ο νι-οστός διάδοχος τού ονόματος τού κενού, καθένας εξ αυτών θα έχει ν στοιχεία, όλα τους κατασκευασμένα από το κενό με την επαναληπτική διαδικασία τής ενο-ποίησης [mise-en-un].[14] Εξάλλου, καμία από τις αξιωματικές Ιδέες τού καθαρού πολλαπλού δεν μας επιτρέπει να συνθέσουμε σε ένα ενιαίο σύνολο τους διατακτικούς που μας είναι προσιτοί μέσω τής εφαρμογής τού κανόνα τής διαδοχής. Καθένας εξ αυτών υπάρχει σε συνάρτηση με τη διαδικασία παραγωγής «ενός ακόμη» διατακτικού,[15] δυνάμει τής οποίας η ετερότητα κάθε διατακτικού προσδιορίζεται αναδρομικά ως ταυτότητα. Με άλλα λόγια, θα προσδιορίζεται τελικά ως όμοιος μεταξύ ομοίων, παραμένοντας στις παρυφές τής διαδικασίας τής επανάληψης στην οποία υπόκειται. Ωστόσο, η Ολότητα είναι απρόσιτη.[16] Εδώ ανοίγεται ένα αβυσσαλέο χάσμα που μπορεί να γεφυρωθεί μέσω μόνο μιας απόφασης.

2. Διαδοχή και όριο

Μεταξύ των διατακτικών αριθμών, των οποίων η ύπαρξη θεμελιώνεται στον κανόνα κατασκευής τής ακολουθίας τους, διακρίνεται καταρχάς ο \varnothing ως απολύτως εξαιρετική περίπτωση, τόσο εν γένει, όσο και ως προς τη σημασία του για την οντολογία στο σύνολό της. Στην ακολουθία των διατακτικών, κάθε διατακτικός διάφορος τού \varnothing θα έπεται ενός άλλου. Γενικότερα, μπορούμε να δώσουμε τον ακόλουθο ορισμό καθολικής ισχύος: «Ένας διατακτικός α λέγεται επόμενος διατακτικός (και γράφεται ως Sc(\alpha)) ,[17] εάν υπάρχει κάποιος διατακτικός β τού οποίου έπεται ο α: Sc(\alpha)\leftrightarrow(\exists\beta)[\alpha=S(\beta)] ».

Δεν υφίσταται καμία αμφιβολία ως προς την ύπαρξη των επόμενων διατακτικών, καθώς κατασκευάσαμε ήδη μια σειρά από αυτούς. Το πραγματικό διακύβευμα τής απόφασης όσον αφορά το άπειρο εντοπίζεται στην ύπαρξη ή μη διατακτικών αριθμών που δεν είναι επόμενοι. Δίνουμε, λοιπόν, τον εξής ορισμό: «Ένας διατακτικός α καλείται οριακός διατακτικός (και γράφεται ως lim(\alpha)) , αν δεν έπεται κανενός άλλου διατακτικού (πχ. κάποιου β): lim(\alpha)\leftrightarrow\neg Sc(\alpha)\leftrightarrow\neg(\exists\beta)[\alpha=S(\beta)] ».

Αν επομένως υποθέσουμε ότι υπάρχει κάποιος οριακός διατακτικός, τότε η εσωτερική του δομή πρέπει να να διαφέρει από αυτή τού επόμενου διατακτικού. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται μια ποιοτική ασυνέχεια στο ομοιογενές σύμπαν των φυσικών πολλαπλών. Όσον αφορά λοιπόν το άπειρο, το στοίχημα επικεντρώνεται σε αυτού τού είδους την ασυνέχεια και τούτο διότι ο οριακός διατακτικός θα αντιπροσωπεύει, για την ακολουθία των «ίδιων άλλων» που ανήκουν σε αυτόν, τον τόπο τού Άλλου.

Το κρίσιμο σημείο είναι το εξής: εάν κάποιος διατακτικός [β] ανήκει σε έναν οριακό διατακτικό, το ίδιο θα ισχύει και για τον επόμενό του διατακτικό.[18] Πράγματι, εάν ισχύει ότι \beta\in\alpha (όπου α κάποιος οριακός διατακτικός), τότε αποκλείεται να ισχύει \alpha\in S(\beta) ¸ γιατί στην περίπτωση αυτή ο α θα παρεμβαλλόταν μεταξύ τού β και τού S(\beta) (και μόλις δείξαμε[19] ότι κάτι τέτοιο θα ήταν άτοπο). Επιπλέον, αποκλείεται να ισχύει ότι S(\beta)=\alpha , διότι ως οριακός διατακτικός ο α δεν είναι[20] επόμενος κάποιου άλλου. Επομένως, καθώς η σχέση τού ανήκειν είναι σχέση ολικής διάταξης για τους διατακτικούς, από το άτοπο που προκύπτει από τις σχέσεις \alpha\in S(\beta) και \alpha=S(\beta) συμπεραίνουμε λοιπόν ότι S(\beta)\in\alpha .

Εν όψει των ανωτέρω προκύπτει ότι μεταξύ ενός οριακού διατακτικού και ενός διατακτικού που του ανήκει παρεμβάλλεται μια «απειρία» διατακτικών αριθμών (όπου ο όρος «απειρία» νοείται εδώ με τη διαισθητική έννοια). Πράγματι, εάν \beta\in\alpha  και ο α είναι οριακός, τότε έχουμε ότι S(\beta)\in\alpha , S(S(\beta))\in\alpha κ.ο.κ. Είναι προφανές ότι ο οριακός διατακτικός είναι ο Άλλος-τόπος όπου εγγράφεται αενάως ο άλλος τής διαδοχής. Βλέπουμε λοιπόν ότι, στο σύνολό της, η ακολουθία των επόμενων διατακτικών που κατασκευάζονται διαδοχικά βάσει τού κανόνα S έχοντας ως αφετηρία κάποιον διατακτικό που ανήκει σε έναν οριακό διατακτικό, θα ξεδιπλώνεται «στο εσωτερικό» τού δεδομένου οριακού, με την έννοια ότι θα ανήκουν σε αυτόν όλοι οι όροι τής εν λόγω ακολουθίας. Συγχρόνως, όμως, ο ίδιος ο οριακός θα είναι Άλλος, καθώς δεν μπορεί ποτέ να είναι ο «ακόμη ένας» διατακτικός που διαδέχεται κάποιον άλλο.

Άλλη μια δομική διαφορά που παρατηρούμε ανάμεσα στους επόμενους και τους οριακούς διατακτικούς είναι ότι οι πρώτοι, σε αντίθεση με τους δεύτερους, περιέχουν εντός τους ένα μέγιστο πολλαπλό. Αυτό συμβαίνει γιατί εάν κάποιος διατακτικός α είναι τής μορφής S(\beta) , τ.έ. \beta\cup\{\beta\} , τότε ο β που του ανήκει θα είναι ο μέγιστος μεταξύ όλων των διατακτικών που συνθέτουν τον α (όπου η σύγκριση θα γίνεται σύμφωνα με τη σχέση διάταξης τού «ανήκειν»). Έχουμε ήδη δει ότι κανένας διατακτικός δεν παρεμβάλλεται μεταξύ τού \beta και τού S(\beta) . Επομένως, ο διατακτικός β είναι αναμφίβολα το μέγιστο πολλαπλό μεταξύ αυτών που περιέχονται στο S(\beta) . Απεναντίας, κανένας μέγιστος όρος που να έχει αυτή τη μορφή δεν μπορεί να ανήκει σε κάποιον οριακό διατακτικό. Διότι, έστω ότι ισχύει ότι \beta\in\alpha . Τότε, εφόσον ο α είναι οριακός, θα υπάρχει κάποιος γ τέτοιος ώστε \beta\in\gamma\in\alpha . Όσον αφορά λοιπόν τους επόμενους διατακτικούς, το οντολογικό σχήμα τού «διατακτικού» ταιριάζει σε αυστηρά ιεραρχημένα — τρόπον τινά «κλειστά» — φυσικά πολλαπλά, όπου μπορεί να προσδιοριστεί, κατά σαφή και εγγενή τρόπο, ο όρος που κυριαρχεί. Αντιθέτως, οι οριακοί διατακτικοί αποτελούν τυποποίηση τής οντολογικής υποδομής των «ανοικτών» φυσικών πολλαπλών, υπό την έννοια ότι στην εσωτερική τους διάταξη δεν περιέχεται κανένας μέγιστος όρος, με αποτέλεσμα να είναι τρόπο τινά άνευ πέρατος και ορίου. Εν προκειμένω, ο οριακός διατακτικός θα αποτελεί τον κυρίαρχο όρο τής διάταξης, παραμένοντας ωστόσο εκτός αυτής. Πράγματι, εφόσον αποκλείεται να ανήκει στον εαυτό του, ο οριακός θα ίσταται εκτός [ek-siste] τής ακολουθίας για την οποία αποτελεί το όριο.

Ο οριακός διατακτικός είναι άμοιρος[21] τού ταυτού, που περιέχεται στο έτερο φέροντας την ένδειξη «ακόμη [-ένα]». Ο οριακός είναι το μη-ταυτό για όλη την ακολουθία των επόμενων διατακτικών που προηγούνται αυτού· δεν είναι «ένας ακόμη» διατακτικός, αλλά η πολλαπλή-Μονάδα[22] όπου, υπό μορφή εξαίρεσης [ek-sistance],[23] συντελείται αδιάκοπα η εφαρμογή τού κανόνα τής ακολουθίας. Όσον αφορά τις ακολουθίες διατακτικών, όπως αυτή που κατασκευάσαμε πιο πάνω περνώντας διαδοχικά από τον έναν διατακτικό στον επόμενό του, ο οριακός διατακτικός είναι εκείνο μέσω τού οποίου καταγράφεται ως εξαίρεση — πέρα δηλαδή από τη χωριστή ύπαρξη καθενός από τους όρους τής δεδομένης ακολουθίας — η καθαυτό διαδικασία τής διάνυσης. Πρόκειται για το πολλαπλό-υπόβαθρο όπου αποτυπώνονται ο ένας μετά τον άλλο οι διανυθέντες διατακτικοί. Στον οριακό διατακτικό, στον οποίο, όπως αναφέρθηκε, ανήκουν όλοι οι όροι μιας δεδομένης ακολουθίας, συναιρείται ο τόπος τής ετερότητας με το σημείο-τού-Άλλου, καθώς το όνομά του θα χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό ενός και μοναδικού διατακτικού α που βρίσκεται επέκεινα εκείνων που εμφανίζονται στη δεδομένη ακολουθία. Εξ αυτού απορρέει και η ονομασία του ως οριακού, καθώς, ως «τελικός» όρος[24] τον οποίο προσεγγίζει επ’ άπειρον μια δεδομένη ακολουθία, θα καθορίζει την ύπαρξή της ως ενιαίου και συνεκτικού πολλαπλού.

Η εν λόγω «συναίρεση», η οποία πραγματοποιείται οριακά μεταξύ τού τόπου τού Άλλου και τής μονάδας[25] του, έχοντας ως σημεία αναφοράς ένα δεδομένο αρχικό σημείο-τού-είναι (εν προκειμένω, το κενό σύνολο (\varnothing )) και έναν κανόνα μετάβασης (εν προκειμένω, τον κανόνα τής ακολουθίας), μας δίνει την γενική έννοια τού απείρου.

3. Η δεύτερη υπαρξιακή σφραγίδα

Στο παρόν στάδιο τής ανάλυσης, τίποτε δεν μας υποχρεώνει να αποδεχτούμε την ύπαρξη ενός οριακού διατακτικού. Όλες οι αξιωματικές Ιδέες για το πολλαπλό τις οποίες χρησιμοποιήσαμε μέχρι τώρα (δηλ. τα αξιώματα τής έκτασης, τής συμπερίληψης, τής ένωσης, τού διαχωρισμού, τής αντικατάστασης και τού κενού) — ακόμα και αν προσθέσουμε σε αυτές τα αξιώματα τής θεμελίωσης [ή κανονικότητας] και τής επιλογής (βλ. κεφ.18 & 22 αντίστοιχα) — είναι απόλυτα συμβατές με τη μη-ύπαρξη ενός τέτοιου διατακτικού. Έχουμε, βέβαια, διαπιστώσει την «ύπαρξη» μιας ακολουθίας διατακτικών, η οποία κατασκευάστηκε έχοντας ως αρχικό σημείο-τού-είναι το κενό, αλλά η οποία δεν μπορεί να διανυθεί πλήρως με βάση τον κανόνα τής διαδοχής. Επομένως, αν θέλουμε να ακριβολογήσουμε, θα πρέπει να πούμε ότι, εν προκειμένω, αυτό που υπάρχει δεν είναι η ακολουθία αυτή καθ’ εαυτήν, αλλά εις έκαστος εκ των (πεπερασμένων) όρων της. Μόνο μια νέα αξιωματική απόφαση θα μας επέτρεπε να συνθέσουμε σε ενιαίο όλο την ίδια την ακολουθία των διατακτικών. Η εν λόγω απόφαση, η οποία, στο επίπεδο τού οντολογικού σχήματος των φυσικών πολλαπλών, καταφάσκει την ύπαρξη τού απείρου, δίνοντας τυπική μορφή στην ιστορική τομή που πραγματοποιήθηκε από τους φυσικούς φιλοσόφους τού 17ου αιώνα, μπορεί να διατυπωθεί απλά ως εξής: «υπάρχει κάποιο οριακό διατακτικό». Η εν λόγω υπαρξιακή δήλωση, η οποία είναι η δεύτερη που διατυπώνουμε μετά την αποδοχή τής ύπαρξης τού ονόματος τού κενού, αποτελεί λοιπόν τη δεύτερη υπαρξιακή σφραγίδα επί τής οποίας θεμελιώνεται η απειρότητα τού είναι.

4. Επιτέλους ένας ορισμός για το άπειρο

Το να πούμε ότι «υπάρχει κάποιο οριακό διατακτικό» συνιστά, λοιπόν, τη δεύτερη υπαρξιακή δήλωση στην οποία προβαίνουμε μετά από εκείνη για την ύπαρξη τού ονόματος τού κενού. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι έτσι πραγματοποιείται μια νέα συρραφή μεταξύ τού οικοδομήματος των αξιωματικών Ιδεών για το πολλαπλό και τού είναι-ως-τέτοιου. Όπως συμβαίνει και για τα υπόλοιπα πολλαπλά, το πρωταρχικό σημείο-τού-είναι ενός οριακού διατακτικού είναι το ίδιο το κενό, ενώ τα στοιχεία του[26] δεν είναι παρά δομές που αποτελούν συνδυασμούς τού κενού με τον εαυτό του και οι οποίες διέπονται από τα αξιώματα τής συνολοθεωρίας. Από αυτή την άποψη, το άπειρο δεν συνιστά επ’ ουδενί ένα «δεύτερο είδος» τού Είναι που θα ερχόταν να προστεθεί στο οντολογικό είδος που προκύπτει από το κενό. Χρησιμοποιώντας τη γλώσσα τής αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας, θα λέγαμε επομένως ότι δεν υπάρχουν δύο Αρχές (δηλαδή, το κενό και το άπειρο), και τούτο παρά την παραδοχή, εκ μέρους μας, των δύο αντίστοιχων υπαρξιακών αξιωμάτων. Η «ύπαρξη» επομένως τού απείρου είναι δεύτερη τη τάξει, γιατί εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι το κενό είναι ήδη στοιχείο του (πράγμα που καθίσταται προφανές από την αξιωματική τυποποίηση τής αντίστοιχης απόφασης). Στην πραγματικότητα, με την παραδοχή τού εν λόγω αξιώματος έρχεται στην ύπαρξη ο Άλλος των άλλων, δηλαδή ο τόπος όπου πραγματοποιείται μια επανάληψη, το πεδίο όπου εφαρμόζεται ένας συγκεκριμένος τελεστής (αυτός τής διαδοχής). Κατ’ αντιδιαστολή, το \varnothing συγκαλεί στην οντολογική παρουσίαση το Είναι-ως-τέτοιο. Η απόφαση για την ύπαρξη ενός οριακού διατακτικού αφορά τη δύναμη τού Είναι και όχι το καθαυτό του Είναι. Το άπειρο δεν εγκαινιάζει ένα δόγμα περί συμμείξεως, όπου το Είναι θα προέκυπτε συνολικά από το διαλεκτικό παιχνίδι δύο ετερογενών μορφών. Το μόνο που υπάρχει είναι το κενό και οι [αξιωματικές] Ιδέες. Εν ολίγοις, στο αξίωμα ύπαρξης ενός οριακού διατακτικού υποκρύπτεται μια Ιδέα με τη μορφή, απλώς, μιας υπαρξιακής πρότασης. Και πιο συγκεκριμένα, η Ιδέα ότι μέσω μιας επανάληψης (τού «ακόμη ένα») θα καλείται να εμφανιστεί η συναίρεση τού τόπου και τού εν-είναι της[27] προκειμένου αυτή[28] να λάβει μια δεύτερη υπαρξιακή σφραγίδα («σημείο» που αποτυπώνεται υποδειγματικά στον στίχο τού Μαλαρμέ: «μακριά μέχρι εκεί που συναιρείται ένας τόπος με ένα επέκεινα»).[29] Και καθώς στην οντολογία η ύπαρξη ταυτίζεται με το πολλαπλό-ένα, ο εντοπισμός και η αναγνώριση τού τόπου που είναι και ένα επέκεινα λαμβάνει τη μορφή τής επέκτασης [adjonction] τού σώματος των πολλαπλών με έναν ακόμη διατακτικό.

Παρόλα αυτά, δεν έχουμε καταφέρει ακόμη να δώσουμε έναν ορισμό για το άπειρο. Δηλώσαμε απλώς ότι υπάρχει κάποιο οριακό διατακτικό. Από τη δήλωση όμως αυτή δεν συνάγεται ότι η έννοια τού απείρου ταυτίζεται με την έννοια τού οριακού διατακτικού και ότι, ακολούθως, η έννοια τού πεπερασμένου με εκείνη τού επόμενου διατακτικού. Και τούτο γιατί αν α είναι ένας οριακός διατακτικός, ο επόμενος διατακτικός S(\alpha) θα είναι «μεγαλύτερος» από αυτόν, καθώς ισχύει ότι \alpha\in S(\alpha) . Αν λοιπόν υποθέταμε ότι η έννοια τού επόμενου ταυτίζεται με την έννοια τού πεπερασμένου και ότι, αντίστοιχα, η έννοια τού οριακού με αυτή τού απείρου, θα προέκυπτε αμέσως το εξής «αδιανόητο»: ο «πεπερασμένος» επόμενος S(\alpha)  θα ήταν μεγαλύτερος από τον «άπειρο» οριακό α που προηγείται αυτού, πράγμα που θα είχε ως αποτέλεσμα να καθίσταται αναστρέψιμη η χειρονομία «μετάβασης στο άπειρο». Η απόφαση για το άπειρο τού φυσικού-Είναι αφορά μεν πράγματι τους οριακούς, αλλά ο ορισμός πάνω στον οποίο στηρίζεται η εν λόγω απόφαση είναι εντελώς άλλης φύσης, πράγμα που μπορεί να εκληφθεί ως πρόσθετη απόδειξη τού ότι το «πραγματικό» — ο σκόπελος στον οποίο προσκρούει η σκέψη — σπανίως έχει να κάνει με την εύρεση ενός ορθού ορισμού. Θα λέγαμε μάλλον ότι κάθε επαρκής ορισμός προκύπτει από την εστίαση στο ενικό και έκκεντρο σημείο όπου γίνεται για πρώτη φορά αισθητή η ανάγκη να τεθεί εκ νέου το ζήτημα τού προσανατολισμού [sens],[30] έστω και αν κάτι τέτοιο φαντάζει άσχετο με το αρχικό πρόβλημα. Η λογική τού ριψοκίνδυνου ελιγμού υπαγορεύει τον αναπροσανατολισμό τού υποκειμένου προς την κατεύθυνση ενός σημείου που απέχει ανυπολόγιστα από το αρχικό του αντικείμενο. Και είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο δεν υπάρχει μία και μοναδική Μέθοδος.

Στο κεφάλαιο 12, επισημάνθηκε ότι η ελαχιστότητα αποτελεί μια θεμελιώδη ιδιότητα των διατακτικών. Πιο συγκεκριμένα, αν υπάρχει κάποιος διατακτικός που ικανοποιεί μια δεδομένη ιδιότητα, τότε υπάρχει μοναδικός διατακτικός που είναι \in -ελάχιστος για τη συγκεκριμένη ιδιότητα (πράγμα που σημαίνει ότι η εν λόγω ιδιότητα δεν ικανοποιείται από κανένα από τα στοιχεία του). Επιπλέον, η ιδιότητα τού «να είναι οριακός διατακτικός» πρέπει να εκφράζεται από έναν τύπο \lambda(\alpha)  με μια ελεύθερη μεταβλητή, ενώ το αξίωμα ότι «υπάρχει κάποιος οριακός» δηλώνει ουσιαστικά ότι υπάρχει τουλάχιστον ένας διατακτικός που ικανοποιεί τη συγκεκριμένη ιδιότητα. Από τα ανωτέρω, λοιπόν, συμπεραίνουμε ότι υπάρχει μοναδικός διατακτικός που είναι \in -ελάχιστος για την εν λόγω ιδιότητα.[31] Έτσι προκύπτει ο ελάχιστος οριακός διατακτικός, «κάτω από» τον οποίο δεν υπάρχουν παρά μόνο επόμενοι διατακτικοί (εξαιρουμένου τού κενού). Το συγκεκριμένο οντολογικό σχήμα[32] είναι θεμελιώδους σημασίας, διότι προσδιορίζει το κατώφλι τού απείρου. Με άλλα λόγια, ορίζει το πολλαπλό που ήδη από την εποχή τής αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας είχε αξία υποδείγµατος για τη μαθηματική σκέψη. Πρόκειται για το πολλαπλό \omega_{0} \aleph_{[0]} ή άλεφ-μηδέν, όπως καθιερώθηκε να αποκαλείται). Το όνομα \omega_{0} λειτουργεί ως φορέας για την παρουσίαση, με τη μορφή ενός πολλαπλού, τής πρώτης ύπαρξης που συνεπάγεται η απόφαση για την απειρότητα τού είναι. Έτσι, τίθεται η εν λόγω απόφαση σε εφαρμογή, με τη μορφή ενός συγκεκριμένου καθαρού πολλαπλού. Στο πλαίσιο τής φυσικής ομοιογένειας, ο \omega_{0} αντιπροσωπεύει το χείλος τού ρήγματος που χωρίζει την (κλειστή και ιεραρχική) ακολουθία των επόμενων από την ανοικτή ακολουθία των οριακών, η οποία σφραγίζεται από την ύπαρξη ενός εξ-ιστάμενου όρου.

Η θεμελίωση τού ορισμού τού απείρου γίνεται στο χείλος αυτής τής αβύσσου: ένας οριακός θα καλείται άπειρος εάν είναι ο \omega_{0} ή εάν του ανήκει ο \omega_{0} , ενώ θα καλείται πεπερασμένος εάν ανήκει στον \omega_{0} .

Όσον αφορά λοιπόν τα φυσικά πολλαπλά, «\omega_{0} » είναι το όνομα που προσδιορίζει τη διαίρεσή τους σε πεπερασμένα και άπειρα. Σε επίπεδο φυσικής διάταξης, το μαθήμιο τού απείρου προϋποθέτει απλώς ότι ο \omega_{0} προσδιορίζεται από την ιδιότητα τής ελαχιστότητας τού ορίου — βάσει τής οποίας ορίζεται ένας μοναδικός διατακτικός (πράγμα που άλλωστε δικαιολογεί τη χρήση συγκεκριμένης ονομασίας [\omega_{0} ]):

lim(\omega_{0})\,\land\,(\forall\alpha)[[(\alpha\in\omega_{0})\,\land\,(\alpha\neq\varnothing)]\rightarrow Sc(\alpha)]

ενώ, όσον αφορά τους άπειρους (Inf) και τους πεπερασμένους (Fin) διατακτικούς, τίθενται οι εξής πρόσθετοι ορισμοί:

Inf(\alpha)\leftrightarrow[(\alpha=\omega_{0})\,\lor\,(\omega\in\alpha)]

Fin(\alpha)\leftrightarrow(\alpha\in\omega_{0})

Ο \omega_{0} θα «παρουσιάζει»[33] πεπερασμένα φυσικά πολλαπλά. Αντιθέτως, κάθε τι που «παρουσιάζει»[34] τον \omega_{0} είναι άπειρο. Ο \omega_{0} , στο σημείο τής διαίρεσης, θα αποκαλείται άπειρος, καθώς, αφού βρίσκεται στην πλευρά τού ορίου, δεν έπεται κανενός άλλου διατακτικού.[35]

Από τα άπειρα σύνολα, κάποια θα είναι «επόμενοι διατακτικοί» (π.χ. ο επόμενος τού \omega_{0} : \omega_{0}\cup\{\omega_{0}\} ), ενώ άλλα θα είναι «οριακοί» (π.χ. ο \omega_{0} ). Αντιθέτως, κάθε πεπερασμένο σύνολο είναι επόμενος διατακτικός (εξαιρουμένου τού \varnothing ). Βλέπουμε λοιπόν ότι, όσον αφορά τη φυσική παρουσίαση, ο κρίσιμος για τον διαχωρισμό τελεστής (βάσει, δηλαδή, τού οποίου διακρίνονται οι επόμενοι από τους οριακούς διατακτικούς) δεν συστοιχίζεται με τον διαχωρισμό μεταξύ απείρου/πεπερασμένου, όπως αυτός προκύπτει από την εφαρμογή του.

Από αυτή την άποψη, πρέπει να επισημανθεί ο εξαιρετικός χαρακτήρας τού \omega_{0} . Λόγω τής ιδιότητας τής ελαχιστότητας, ο \omega_{0} είναι, πράγματι, ο μόνος άπειρος διατακτικός στον οποίο δεν ανήκει κανένας οριακός. Σε όλους τους υπόλοιπους οριακούς θα ανήκει τουλάχιστον ο οριακός \omega_{0} , ο οποίος βεβαίως δεν μπορεί να ανήκει στον εαυτό του. Υπάρχει. λοιπόν, μια αγεφύρωτη άβυσσος ανάμεσα στους πεπερασμένους διατακτικούς (σε όσους, δηλαδή, ανήκουν στον \omega_{0} ) και τον ίδιο τον \omega_{0} .

Το να γνωρίζουμε εάν στο σώμα των άπειρων πολλαπλών διανοίγεται εκ νέου ένα ανάλογο ρήγμα είναι ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η διδασκαλία τού πολλαπλού (πρόβλημα που, ας σημειωθεί, έχει γίνει γνωστό ως θεωρία των «μεγάλων πληθικών αριθμών»). Εν προκειμένω, το ζήτημα που τίθεται είναι αν μπορεί να υπάρχει ένας άπειρος διατακτικός μεγαλύτερος από τον \omega_{0} , τέτοιος ώστε να μην μπορεί να προσεγγιστεί με βάση τις διαθέσιμες κατασκευαστικές διαδικασίες. Πρόκειται, δηλαδή, για το ζήτημα τής απουσίας κάθε δυνατής διαμεσολάβησης μεταξύ τού εν λόγω διατακτικού και των άπειρων πολλαπλών που προηγούνται αυτού, κατά τρόπο ανάλογο με αυτό που συμβαίνει όσον αφορά τους πεπερασμένους διατακτικούς και τον Άλλο τους (τον \omega_{0} ).

Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό ότι για την κατάφαση μιας τέτοιας ύπαρξης[36] απαιτείται μια νέα απόφαση, η διατύπωση ενός νέου αξιώματος για το άπειρο.

5. Δεύτερο και καταϊδρωμένο, το πεπερασμένο[37]

Σε επίπεδο ύπαρξης, το πεπερασμένο είναι πρώτο τη τάξει, διότι το \varnothing εκλαμβάνεται ως η αρχική οντότητα, από την οποία κατασκευάζονται όλα τα υπόλοιπα «πεπερασμένα» πολλαπλά (\{\varnothing\}, S(\varnothing),\ldots , κ.ο.κ.). Ωστόσο, σε επίπεδο έννοιας, το πεπερασμένο έρχεται δεύτερο. Πράγματι, τα σύνολα \varnothing,\{\varnothing\},\ldots χαρακτηρίζονται «πεπερασμένα» δυνάμει μόνον τού αναδρομικού αποτελέσματος τής ύπαρξης τού οριακού διατακτικού \omega_{0} . Διαφορετικά, τα εν λόγω πολλαπλά δεν θα είχαν καμία άλλη ιδιότητα εκτός αυτής τού υπαρκτού πολλαπλού-ένα [un-multiple existant].[38] Στο μαθήμιο τού πεπερασμένου (δηλ. στην έκφραση Fin(\alpha)\leftrightarrow(\alpha\in\omega_{0}) ) βλέπουμε ότι το σχετικό κριτήριο εξαρτάται από την προγενέστερη απόφαση για την ύπαρξη οριακών διατακτικών. Το γεγονός ότι στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία το είναι ταυτίζεται με το πεπερασμένο οφείλεται στο ότι, εν απουσία μιας απόφασης για την ύπαρξη τού απείρου, κάθε τι που υπάρχει δεν μπορεί, τελικά, παρά να ταυτίζεται με το «πεπερασμένο». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ουσία τού πεπερασμένου δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή τού πολλαπλού-Είναι ως τέτοιου. Ωστόσο, από τη στιγμή που λαμβάνεται η απόφαση υπέρ τής ύπαρξης άπειρων φυσικών πολλαπλών, το πεπερασμένο αντιμετωπίζεται πλέον, ως ένα από τα υποπεδία τού είναι, ως μια ελάσσονα μορφή τής παρουσίας του. Η έννοια τού πεπερασμένου μπορεί να αποσαφηνιστεί αποκλειστικά και μόνο βάσει τής εγγενούς φύσης τού απείρου. Μία απó τις πιο βαθιές διαισθήσεις τού Κάντορ ήταν η πεποίθησή του ότι, στο μαθηματικό βασίλειο τής σκέψης, ο αέναος πολλαπλασιασμός των άπειρων οντοτήτων αντιπροσώπευε, πράγματι, τον «παράδεισο» (όπως το έθετε ο Χίλμπερτ), ενώ το πεπερασμένο ερχόταν σε δεύτερη θέση.

Στην πραγματικότητα, η αριθμητική, η βασίλισσα τής ελληνικής σκέψης μέχρι τη «γεωμετρίζουσα» επανάσταση τού Ευδόξου, δεν είναι άλλη από την επιστήμη τού πρώτου οριακού διατακτικού \omega_{0} . Αγνοώντας όμως τη λειτουργία του ως Άλλου, η αριθμητική παραμένει δέσμια τής στοιχειακής εμμένειας των πολλαπλών που του ανήκουν, δηλαδή των πεπερασμένων διατακτικών. Η δύναμή της έγκειται στην υπολογιστική κυριαρχία που εξασφαλίζεται μέσω τής διάκλεισης [forclusion][39] τού ορίου και τής ακραιφνούς εφαρμογής τής διαδικασίας συναλύσωσης των «ίδιων άλλων», ενώ η αδυναμία της εντοπίζεται στο ότι αγνοεί την παρουσιαστική ουσία των πολλαπλών που χρησιμοποιεί για τους υπολογισμούς της — άγνοια η οποία αίρεται μόνον εφόσον καταλήξουμε στην απόφαση ότι η ακολουθία των άλλων δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο στον τόπο τού Άλλου και ότι η διαδικασία τής επανάληψης προϋποθέτει το έκτοπο εκείνο σημείο[40] όπου, έχοντας διακοπεί, η όλη διαδικασία θα παραπέμπει μετωνυμικά [en abîme] στην ολότητα της — δηλαδή στο πολλαπλό-ένα που τη συνιστά και το οποίο στο εξής θα αποκαλείται «άπειρο».


[1] [=μορφή, σχήμα]
[2] [=επιστημολογική τομή]
[3] [contra Zermelo ή contra Μοσχοβάκη;· πβ. Σ.Καπελλίδης, Σημειώσεις στη Θεωρία Συνόλων [ΣΘΣ], σελ.228]
[4] [=αξίωμα ύπαρξης: πβ. «Αξίωμα τού κενού συνόλου: Εξασφαλίζει την ύπαρξη κενού συνόλου. Υπάρχει σύνολο χωρίς στοιχεία και μόνον. (\exists A)(\forall y)(\neg y\in A) (Σ.Καπελλίδης, ΣΘΣ,, σελ.232) [εναλλακτικά, (\exists\beta)[\neg(\exists\alpha)(\alpha\in\beta)] ]]
[5] [«Ένα σύνολο Α λέγεται μεταβατικό, αν και μόνον αν τα στοιχεία των στοιχείων τού Α είναι επίσης στοιχεία τού Α, δηλαδή x\in y\land y\in A\Rightarrow x\in A » (Καπελλίδης, ό.π. σελ.232).]
[6] [πβ.«Αξίωμα τής αντικατάστασης: Έστω P(x,y) τύπος τής θεωρίας των συνόλων, ο οποίος ορίζει απεικόνιση — δηλαδή για κάθε x υπάρχει ακριβώς ένα y, τέτοιο ώστε ο P(x,y) να είναι αληθής. Τότε για κάθε σύνολο A υπάρχει ακριβώς ένα σύνολο B, του οποίου τα στοιχεία είναι τα y και μόνον αυτά που για κάποιο x\in A επαληθεύουν τον τύπο P(x,y) , δηλ. \forall A\exists B(\forall y(y\in B\Leftrightarrow(\exists x\in A)P(x,y))) » (Καπελλίδης, ό.π. σελ.228-29).]
[7] [Εδώ, ο μεταφραστής τής αγγλικής έκδοσης μεταφράζει άλλα αντί άλλων]
[8] [«Αξίωμα τής ένωσης: Αν ένα σύνολο Α έχει ως στοιχεία σύνολα Β, τότε επιτρέπεται να κατασκευάσουμε το σύνολο, το οποίο θα έχει στοιχεία τα στοιχεία των Β και μόνον αυτά: (\forall A)(\exists B)((\forall X)(x\in B\Leftrightarrow(\exists C)(x\in C\land C\in A)) » (Καπελλίδης, ό.π. σελ.228) [εναλλακτικά, (\forall\alpha)(\exists\beta)[(\delta\in\beta)\leftrightarrow(\exists\gamma)[(\gamma\in\alpha)\land(\delta\in\gamma)]]  ]
[9] [=πολλαπλή μονάδα, πολλαπλό σύνολο]
[10] [«Αξίωμα τής έκτασης [ή εκτατικότητας]: Ορίζει την έννοια τής ισότητας συνόλων. Δύο σύνολα είναι ίσα, όταν έχουν ακριβώς τα ίδια στοιχεία. (\forall A,B),((\forall z)(z\in A\Leftrightarrow z\in B)\Rightarrow A=B) ή αλλιώς ένα σύνολο καθορίζεται πλήρως από τα στοιχεία του και μόνον (εξ ου και η έκφραση έκταση)» (Καπελλίδης, ό.π. σελ.227). [εναλλακτικά, (\forall\gamma)[(\gamma\in\alpha)\leftrightarrow(\gamma\in\beta)]\rightarrow(\alpha=\beta)  ]
[11] [β γνήσιο υποσύνολο τού α]
[12] [τού αρχικού υπερσυνόλου]
[13] [=μονόσημος]
[14] [=μοναδο-ποίησης]
[15] [εναλλακτικά, «σε συνάρτηση με το επόμενο “ακόμα ένα”»]
[16] [Εδώ αναφέρεται εμμέσως και στο ζήτημα των μεγάλων πληθάριθµων (large cardinals)]
[17] [NB: Sc(\alpha) δεν είναι το ίδιο με S(\alpha) · Sc(\alpha) σημαίνει ότι ο α είναι επόμενος διατακτικός, ενώ S(\alpha) σημαίνει τον επόμενο τού α.]
[18] [δηλ. ο διατακτικός που έπεται τού β θα ανήκει στον οριακό διατακτικό στον οποίο ανήκει και ο β]
[19] [πβ. ανωτέρω «Σε κάθε, λοιπόν, περίπτωση, ισχύει ότι δεν μπορεί να παρεμβληθεί … κ.ο.κ.»
[20] [=εξ ορισμού]
[21] [=εξαιρείται, τίθεται εκτός τού συνόλου των «ίδιων άλλων» διατακτικών]
[22] [=πολλαπλό-Εν]
[23] [=εξαίρεσης από την ακολουθία των επόμενων· πβ. εξαιρώ: αφαιρώ, εκβάλλω τι εκ τινος, βγάζω από μέσα· το πρωτότυπο έχει ως εξής: «cet Un-multiple où ek-siste l’insistance de la règle — de la succession»]
[24] [=terminus ad quem]
[25] [δηλ. τού συνόλου, τού «ένα» τής ακολουθίας]
[26] [=τα στοιχεία τού οριακού]
[27] [=τής επανάληψης, τής ακολουθίας]
[28] [=η επανάληψη, η ακολουθία]
[29] [«Un Coup de dés»]
[30] [=ο «στραβισμός» τού υποκειμένου]
[31] [=«οριακότητα»]
[32] [=μορφή]
[33] [=Στον \omega_{0} θα ανήκουν … ]
[34] [=κάθε τι στο οποίο ανήκει ο \omega_{0} ]
[35] [=δεν είναι επόμενος]
[36] [=δηλαδή, τής ύπαρξης ενός απείρου διατακτικού μεγαλύτερου από τον \omega_{0} , τέτοιος ώστε κ.ο.κ.]
[37] [=Ζήνων]
[38] [=υπαρκτής πολλαπλής-μονάδας]
[39] [=καταναγκαστικό αποκλεισμό]
[40] [=όριο]

 
Σχολιάστε

Posted by στο 28/07/2016 in Φιλοσοφία

 

Ετικέτες:

Όριο, Φραγμός, Άπειρο: διαλεκτικό άλμα (στο κενό) —A.Badiou

Α.Ροντσένκο, Μη-Αντικειμενικός Πίνακας 1917

Α.Ροτσένκο, Μη-Αντικειμενικός Πίνακας 1917

[—Σε όσους επιχειρήσουν την ανάγνωση συνιστώ να διαβάσουν πρώτα στα γρήγορα τις ενότητες 2 και 4 και έπειτα να μελετήσουν όλο το κείμενο. Το βασικό που πρέπει να συγκρατήσετε είναι ότι ο Μπαντιού αποδέχεται, με ορισμένες επιφυλάξεις, τη διδασκαλία τού Χέγκελ για το ποιοτικό άπειρο και απορρίπτει ως πεπαλαιωμένη [θεολογική] την εγελιανή επεξεργασία τής έννοιας τού ποσοτικού [μαθηματικού] απείρου.]


«Κάποτε που είχα ρευματισμούς και δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου, διάβασα τη Μεγάλη Λογική τού Χέγκελ. Ένα από τα χιουμοριστικά αριστουργήματα τής παγκόσμιας λογοτεχνίας. Κάτι σαν τους βίους των αγίων, με πρωταγωνιστές όμως τις έννοιες· το βιβλίο περιγράφει την ανεύθυνη, την άσωτη, την πανούργα τη ζωή τους, πώς δηλαδή αλληλοβρίζονται, πώς αλληλομαχαιρώνονται και πώς μετά κάθονται να φαν’ μαζί, λες και δεν τρέχει τίποτα. Πώς να στο εξηγήσω; Να, οι έννοιες πηγαίνουν πάντα σαν τους Χιώτες· το ταίρι τους το διαλέγουν με κριτήριο την ασυμφωνία των χαρακτήρων τους· πάντα ανά δύο κανονίζουν τους λογαριασμούς τους, δυο δυο υπογράφουν τα συμβόλαια και μετά αλληλομηνύονται· δυο δυο δημοσιεύουν σπουδαία βιβλία, δυο δυο σχεδιάζουν ληστείες και διαρρήξεις, και δυο δυο πηγαίνουν στην αστυνομία για ένορκη κατάθεση· αλλά πάντα θα αλληλοτρώγονται. Εκεί που ο κύριος Λόγος πιάνει την εφημερίδα να ξελασκάρει, και λέει τι ωραία ησυχία, τσουπ, πετάγεται από το πουθενά η αξιαγάπητη σύζυγος, η κυρία Αναμπουμπούλα, και άντε πάλι από την αρχή τα εξ αμάξης. Ούτε μαζί μπορούν, ούτε χώρια.»

Flüchtlingsgespräche (Προσφυγικοί διάλογοι), Μπ. Μπρεχτ


Στοχασμός 15-Χέγκελ (Όριο, Φραγμός, Άπειρο)
(L’Être et l’événement, σελ. 181-190) [το κείμενο σε pdf]

«Η απειρότητα είναι καθεαυτήν το άλλο τού κενού άλλως-Είναι»*[1]

Το οντολογικό αδιέξοδο στο οποίο προσκρούει η σκέψη τού Χέγκελ έγκειται, ουσιαστικά, στον ισχυρισμό του περί υπάρξεως τού Ενός ή, ακριβέστερα, στον ισχυρισμό ότι η παρουσίαση επαρκεί για την παραγωγή τής δομής, ότι δηλαδή το καθαρό πολλαπλό περικλείει εγγενώς τη διαδικασία [=νόμο] τής καταρίθμησης/καταμέτρησης. Θα μπορούσε μάλιστα να ειπωθεί ότι το έργο του αποτυπώνει, ακατάπαυστα, τη μη-διαφοροποιημένη ενότητα τού άλλου και τού Άλλου. Με αυτόν τον τρόπο, απορρίπτει κατ’ αρχήν την αντίληψη ότι η οντολογία μπορεί, καθεαυτή, να συνιστά κατάσταση. Εν είδει αποδείξεως, μπορούμε να αναφέρουμε τις ακόλουθες συνέπειες τού συγκεκριμένου στοχαστικού προσανατολισμού:

α) Ακριβώς λόγω τού ότι οι έννοιες τού «κανόνα», τού «[κάτι-]άλλου» και τού «Άλλου [τόπου]»[2] συναρθρώνονται στην έννοια τού απείρου, είναι προδιαγεγραμμένο ότι το εν λόγω αδιέξοδο θα προκύψει σε συνάρτηση με αυτήν την τελευταία έννοια. Μάλιστα, η διάκριση/αντιδιαστολή μεταξύ άλλου και Άλλου, που ο Χέγκελ επιχειρεί να εξαλείψει, επανεμφανίζεται στο κείμενο τής Λογικής υπό τη μορφή δύο διαλεκτικών αναπτύξεων οι οποίες είναι ταυτόσημες και συνάμα αποσυνδεδεμένες μεταξύ τους.

β) Επιπλέον, καθώς είναι η μαθηματική επιστήμη που συγκροτεί και κατασκευάζει την οντολογική κατάσταση, ο Χέγκελ αισθάνεται την ανάγκη να υποβιβάσει τη σημασία της. Ως εκ τούτου, στο κεφάλαιο για το ποσοτικό άπειρο προστίθεται μια εκτενέστατη «παρατήρηση» για την έννοια τού απείρου στα μαθηματικά, όπου ο Χέγκελ επιχειρεί να υποστηρίξει ότι, σε σύγκριση με την «έννοια», η μέθοδος που χρησιμοποιεί η συγκεκριμένη επιστήμη δεν έχει εγκυρότητα, με συνέπεια να αντιπροσωπεύει μια σαφώς «υποδεέστερη» κατάσταση τής σκέψης.

1. Επανεξέταση τού μαθημίου τού απείρου

Η μήτρα παραγωγής τής εγελιανής έννοιας τού απείρου εντοπίζεται στο εξής: «[Όσον αφορά την ποιοτική και την ποσοτική απειρότητα, πρέπει να επισημανθεί ότι] το πεπερασμένο δεν [υπερβαίνεται …] από μια δύναμη παρούσα έξω απ’ αυτό· απεναντίας, είναι [η προσδιοριστικότητα που, αυτο-αναιρούμενη, υπερβαίνει] τον εαυτό της» (ΕτΛ, Α´, Τμήμα Ι´, σελ 276).[3]

Τα δομικά συστατικά τής έννοιας είναι επομένως η προσδιοριστικότητα (Bestimmtheit), που αποτελεί το σημείο εκκίνησης κάθε διαλεκτικής, και η υπέρβαση (hinausgehen über).[4] Διαπιστώνουμε εύκολα ότι οι δύο αυτές έννοιες βρίσκονται σε σχέση αντιστοιχίας με το εννοιολογικό ζεύγος που απαρτίζεται από το αφετηριακό σημείο-τού-είναι και τον τελεστή τής διάνυσης [τής διαδρομής][5] — ή. όπως το αποκάλεσα, το ζεύγος «ήδη-προσέτι» (πβ. κεφάλαιο 13). Χωρίς υπερβολή θα έλεγα ότι ολόκληρη η εγελιανή φιλοσοφία θα μπορούσε να συνοψιστεί στο ότι το «προσέτι» είναι εμμενές[6] στο «ήδη»,[7] στο ότι δηλαδή κάθε τι είναι ήδη «προσέτι» [=κάτι το επιπλέον].

Για τον Χέγκελ, το «κάτι» — ο καθαυτό παρουσιαζόμενος όρος — είναι προσδιορισμένο μόνον εφόσον μπορεί να νοηθεί ως διαφοροποιημένο από ένα άλλο. Επομένως, η σημασία τού νόμου τής καταρίθμησης/καταμέτρησης[8] έγκειται στο ότι το καταμετρημένο σημείο φέρει εντός του την ένδειξη «κάτι-άλλο από αυτό που είναι». Ή, καλύτερα, το «ένα» θα αποδίδεται ως κατηγόρημα στο «είναι» υπό την προϋπόθεση μόνον ότι το «είναι» περικλείει εντός εαυτού το δικό του χαρακτηριστικό «μη-είναι», δηλαδή μόνο εφόσον το «είναι» είναι άλλο από αυτό που είναι: «η εξωτερικότητα τού άλλως-Είναι […] είναι εντός τής ιδίας εσωτερικότητας τού Κάτι»[9] Κατά τον Χέγκελ, υπάρχει ταυτότητα μεταξύ τού γίγνεσθαι τού υπάρχειν (τής παρουσίασης καθ’ εαυτήν) και τού υπάρχειν τού ενός (τής δομής), η οποία μάλιστα διαμεσολαβείται από την εσωτερικότητα τού αρνητικού. Ο Χέγκελ κάνει την παραδοχή ότι το «κάτι» οφείλει να φέρει διακριτικό τής ταυτότητάς του. Εξ αυτού προκύπτει ότι κάθε σημείο-τού-είναι είναι τοποθετημένο «μεταξύ» τού εαυτού του και τής σήμανσης που το ίδιο φέρει. Η προσδιοριστικότητα συνίσταται, ουσιαστικά, στο ότι για τη θεμελίωση τού Ταυτού [=τής ταυτότητας] απαιτείται να υπάρχει Άλλος[10] μέσα στο άλλο. Από εδώ απορρέει το άπειρο.

Στο σημείο αυτό η αποδεικτική ανάλυση είναι λεπτομερώς επεξεργασμένη. Εάν το εν τού σημείου-τού-είναι (το αποτέλεσμα τής καταμέτρησης ενός παρουσιαζόμενου όρου· με άλλα λόγια, το όριο του, ό,τι δηλαδή το διακρίνει) προκύπτει εκ τού ότι το εν λόγω σημείο-τού-είναι φέρει εντός του την ένδειξη «άλλο» (δηλαδή εκ τού ότι είναι εκείνο που δεν είναι αυτό το ίδιο), τούτο συνεπάγεται ότι το είναι τού εν λόγω σημείου — ως ένα-κάτι — συνίσταται στο να χωρεί πέρα και πάνω από το όριό του: «Το ίδιον όριο τού Κάτι,[11] έτσι τεθειμένο από τούτο ως ένα αρνητικό,[12] […] δεν είναι μόνο όριο ως τέτοιο, αλλά φραγμός» (ΕτΛ, Α´, Τμήμα Ι´, σελ 244).

Η μετάβαση από το καθαυτό όριο (Grenze) στον φραγμό (Schranke) λειτουργεί ως μηχανισμός παραγωγής μιας απειρότητας αναγκαίως απαιτούμενης από το το σημείο-τού-είναι.

Η δήλωση ότι κάποιο πράγμα φέρει εντός του την ένδειξη «ένα» νοείται υπό δύο έννοιες, και τούτο διότι το κάτι μετατρέπεται, κατ’ αυτόν τον τρόπο,[13] στον κενό χώρο, το διάκενο, που υφίσταται ανάμεσα στο είναι του και στο εν-είναι τού είναι του. Επομένως, στη μια πλευρά τού διάκενου θα βρίσκεται προφανώς το κάτι που είναι ένα, ήτοι περιορισμένο από ό,τι αυτό δεν είναι. Εδώ, λοιπόν, βλέπουμε το στατικό αποτέλεσμα τής σήμανσης/διάκρισης, δηλαδή το όριο (Grenze). Στην άλλη, όμως, πλευρά τού διάκενου, βλέπουμε ότι το κάτι δεν είναι πλέον αυτό που είναι· το κάτι έχει γίνει ένα άλλο από τον εαυτό του. Εδώ θα έχουμε τον φραγμό, τον περιορισμό του (Schranke). Αλλά ο φραγμός θα εμφανίζεται ως το δυναμικό αποτέλεσμα τής διάκρισης/σήμανσης,[14] διότι το κάτι υπερβαίνει, αναπόφευκτα, τον φραγμό του. Πράγματι, ο φραγμός είναι η μηδαμινότητα[15] μέσω τής οποίας ανακύπτει το όριο. Ωστόσο το κάτι είναι [καθεαυτό]. Το είναι του ολοκληρώνεται [=πληρούται] μέσω τής υπέρβασης τού μη-είναι [τού είναι του], μέσω δηλαδή τής υπέρβασης τού φραγμού/περιορισμού.[16] Η εν λόγω κίνηση εδράζεται στο ότι, καθώς θα περικλείει εντός εαυτού την διάκριση τού είναι,[17] το ένα[18] θα αναιρείται[19] από το είναι που το ίδιο διακρίνει. Ο Χέγκελ είχε πλήρη επίγνωση τού ότι η καταμέτρηση συνιστά νόμο. Αλλά, επιδιώκοντας πάση θυσία να αναγορεύσει τον εν λόγω νόμο σε νόμο τού είναι,[20] τον μετατρέπει σε υποχρέωση. Συνεπώς, το είναι-τού-ενός θα έγκειται στο ότι οφείλει να υπερβεί τον περιορισμό του. Το κάτι θα είναι η προσδιοριστικότητά του υπό την έννοια ότι αυτό που [είναι και] οφείλει να είναι δεν είναι παρά ό,τι είναι παρόν εντός του ως μη-είναι:[21] «το καθεαυτό-Είναι [τού προσδιορισμού ως τέτοιου], ως η [αρνητική] αναφορά στο [διαφοροποιημένο επίσης απ’ αυτό] όριο του, [δηλαδή] ως η [αρνητική] αναφορά στον εαυτό του ως φραγμό, είναι δέον» (ΕτΛ, Α´, Τμήμα Ι´, σελ.245).[22]

Εφόσον λοιπόν υφίσταται, το ένα θα συνιστά υπέρβαση τού μη-είναι του. Επομένως, το εν-είναι (το προσδιορισμένο-είναι) θα ολοκληρώνεται [=πληρούται] ως υπέρβαση τού φραγμού. Αλλά, ταυτόχρονα, το εν-είναι είναι καθεαυτό δέον-είναι· με άλλα λόγια, το είναι του συνίσταται στην υποχρέωση [=την επιτακτική ανάγκη] να χωρήσει πέρα και πάνω από τον εαυτό του, δηλαδή πέρα και πάνω από την εν-ότητά του.[23] Το υπερβαίνειν-εαυτόν, και συνεπώς και η διαλεκτική τού πεπερασμένου και τού απείρου, απορρέει εκ τού ότι το πάντοτε διακριτό σημείο-τού-είναι περικλείει εντός του το ένα:[24] «Στο δέον-είναι [εμφανίζεται, για πρώτη φορά, η κατηγορία τής περατότητας εν γένει, και συγχρόνως] αρχίζει [εκεί] να εκτυλίσσεται η πράξη τής υπέρβαση τής περατότητας, δηλαδή αρχίζει η απειρότητα. Το δέον [μάλιστα περιέχει εκείνο που] [σε επόμενη ανάπτυξη] θα παρουσιαστεί ως η πρόοδος στο άπειρο» (ΕτΛ, Α´, Τμήμα Ι´, σελ.249)[25]

Σε αυτό το σημείο τής ανάλυσης, η εγελιανή θέση για το άπειρο συνοψίζεται στο εξής: λόγω τού ότι είναι πάντα εγγενώς διακριτό, το σημείο-τού-είναι παράγει αφ’ εαυτού τον τελεστή τού απείρου, τ.έ. την υπέρβαση, που, όπως ισχύει για κάθε τέτοιου είδους τελεστή, θα συνδυάζει το επόμενο-βήμα (το «προσέτι» [=διαδοχή βημάτων]), που, εν προκειμένω, αντιστοιχεί στον φραγμό, και τον αυτοματισμό τής επανάληψης (εν προκειμένω, το δέον-είναι).

Στο πλαίσιο μιας αφαιρετικής οντολογίας επιτρέπεται ή/και απαιτείται να υπάρχει το εξωγενές [extrinsèque], και τούτο διότι [εδώ] η διαδικασία καταμέτρησης[26] δεν αποτελεί απόρροια τής μη-συνεκτικής παρουσίασης. Στο πλαίσιο όμως τής εγελιανής διδασκαλίας, που ουσιαστικά αποτελεί μια γενετική οντολογία, το κάθε τι είναι ενδογενές, διότι το άλλως-είναι δεν είναι άλλο από το εν-τού-είναι, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα το κάθε τι να εμπερικλείει ένα σημείο ταυτότητας υπό τη μορφή τής εσωτερικότητας [=τού εντός-εαυτού-είναι] τού μη-είναι. Εξ αυτού προκύπτει ότι για τον Χέγκελ η απειρότητα συνιστά νόμο [τού είναι], ενώ αντιθέτως, για την αφαιρετική οντολογία, το άπειρο αποτελεί (οντολογική) απόφαση. Στο πλαίσιο επομένως τής εγελιανής ανάλυσης, εκ τού ότι το είναι-τού-ενός[27] είναι εσωτερικό στο είναι-εν-γένει συνάγεται, επομένως, το συμπέρασμα ότι η απειρότητα[28] αποτελεί ίδιον γνώρισμα τής εν-ότητας.[29]

Με μεγάλη μαεστρία, ο Χέγκελ επιχειρεί να κατασκευάσει τόσο το πεπερασμένο όσο και το άπειρο με μόνο υλικό το σημείο-τού-είναι. Με αυτόν τον τρόπο, το άπειρο καθίσταται εσωτερικός λόγος [ύπαρξης] για το ίδιο το πεπερασμένο, μετατρέπεται δηλαδή σε απλό κατηγόρημα τής εμπειρίας εν γένει. Και τούτο γιατί το άπειρο προκύπτει ως συνέπεια τού καθεστώτος-τού-ενός· εμφανίζεται, θα λέγαμε, στο σταυροδρόμι όπου βρίσκεται το «κάτι», δηλαδή στο σημείο συρραφής τού είναι του[30] με το εν-είναι του.[31] Τουτέστιν, το είναι οφείλει να είναι άπειρο: «η περατότητα είναι αυτή η υπέρβαση τού εαυτού της, και τούτο το [αρνητικό ή] υπερπέραν/επέκεινα τού πεπερασμένου είναι το άπειρο».[32]

2. Πώς μπορεί κάποιο άπειρο να εκμαυλιστεί;

Αλλά, περί τι είδους απείρου πρόκειται; Η εννοιολογική διάκριση μεταξύ ορίου και φραγμού είναι ικανή να θεμελιώσει το δέον-Είναι τού πεπερασμένου, δηλαδή την επαναληπτικότητα [insistance] τής διαδικασίας κατά την οποία το πεπερασμένο χωρεί πέρα και πάνω από τον εαυτό του. Πιο συγκεκριμένα, το δέον-Είναι προκύπτει ως συνέπεια τού γεγονότος ότι ο τελεστής τής διάνυσης [τής διαδρομής][33] ανάγεται άμεσα στο σημείο-τού-είναι (την προσδιοριστικότητα). Υπάρχει άραγε ένα μόνο άπειρο εδώ; Ή μήπως πρόκειται απλώς για την επανάληψη τού πεπερασμένου και μάλιστα υπό τον νόμο τού ενός; Σε αυτό που αποκάλεσα μαθήμιο τού απείρου, βλέπουμε ότι η επανάληψη τού όρου ως «ίδιου άλλου» δεν αποτελεί καθεαυτήν «άπειρο». Για να υπάρχει το άπειρο, πρέπει να υπάρχει και ο Άλλος-τόπος[34] όπου ανακύπτει αενάως [insiste] το άλλο. Έχω ήδη χρησιμοποιήσει την έκφραση «απαίτηση θέσης τής δεύτερης υπαρξιακής σφραγίδας», για να αναφερθώ σε αυτή την προαπαίτηση, δυνάμει τής οποίας το αρχικό σημείο-τού-είναι καλείται να εγγράψει την επανάληψή του στον τόπο τού Άλλου. Και μόνον αυτή η δεύτερη μορφή ύπαρξης αξίζει πραγματικά την ονομασία «άπειρο». Είναι προφανής ο τρόπος με τον οποίο ο Χέγκελ κατασκευάζει τον τελεστή τής διάνυσης έχοντας ως σημείο εκκίνησης την πάγια και εγγενή ταυτότητα τού «κάτι». Αλλά πώς αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εφαλτήριο για την ανασκόπηση τής όλης διαδικασίας τής μετάβασης;

Είναι προφανές ότι ο Χέγκελ έχει επίγνωση αυτής τής δυσκολίας. Ενδεικτικό αυτού είναι το γεγονός ότι ο Χέγκελ αποκαλεί την εν λόγω μετάβαση — δηλαδή, το δέον-Είναι, την επ’ άπειρον πρόοδο — «κακό [ή κίβδηλο] άπειρο», αποδίδοντάς της περιορισμένη σημασία. Πράγματι, από τη στιγμή που η υπέρβαση αποτελεί εσωτερικό, εγγενή νόμο τού σημείου-τού-είναι, το είναι τού εξ αυτής απορρέοντος απείρου δεν είναι άλλο από αυτό τού σημείου-τού-είναι. Εν προκειμένω, δεν ισχύει πλέον ότι το πεπερασμένο είναι άπειρο, αλλά μάλλον ότι το εν λόγω άπειρο είναι ένα «πεπερασμενοποιημένο άπειρο».[35] Ή, κατ’ ακριβέστερη διατύπωση, ότι το εν λόγω άπειρο δεν είναι παρά το κενό όπου διενεργείται η λειτουργία τής επανάληψης τού πεπερασμένου. Σε κάθε διαδοχικό βήμα θα καλείται, τρόπον τινά, να εμφανιστεί το κενό, ο μόνος τόπος όπου μπορεί να πραγματοποιηθεί το αμέσως επόμενο βήμα: «Σε τούτο το [εκείθεν τού πεπερασμένου] κενό, τι ανακύπτει; […] τούτο το νέο όριο είναι το ίδιο μόνο ένα τέτοιο που πρέπει να αναιρεθεί ή να υπερβαθεί. Ως εκ τούτου, και πάλι ανακύπτει το κενό, το Μηδέν, στο οποίο εξίσου συναντάμε εκείνη την προσδιοριστικότητα,[36] ένα νέο όριο — και ούτω καθεξής ως το άπειρο». (ΕτΛ, Α΄, Τμήμα Ι΄, σελ.266-67)

Επομένως, δεν θα έχουμε παρά μια απλή εναλλαγή ανάμεσα στο όριο και το κενό: την «μονοτονία μιας ανιαρής επανάληψης που παραμένει μία και η αυτή»,[37] μιας επανάληψης όπου οι καταφατικές κρίσεις «το πεπερασμένο είναι άπειρο» και «το άπειρο είναι πεπερασμένο» διαδέχονται εν-τω-δέοντι η μια την άλλη. Όπως φαίνεται, αυτή η μονοτονία αποτελεί ίδιον τού κακού απείρου, πράγμα που επιβάλλει ένα καθήκον ανώτερης τάξης: την υπέρβαση τής [αφηρημένης αυτής] υπέρβασης, την ολική[38] κατάφαση τού νόμου τής επανάληψης. Με άλλα λόγια, καλείται πλέον να παραστεί επί σκηνής ο μεγάλος Άλλος.

Αλλά, αυτή τη φορά, το προς επίλυση πρόβλημα είναι ιδιαίτερα ακανθώδες. Άλλωστε, για τον Χέγκελ, το κίβδηλο άπειρο είναι κίβδηλο για τον ίδιο ακριβώς λόγο για τον οποίο καθίσταται καλό, δηλαδή για το ότι δεν διαρρηγνύει την οντολογική εμμένεια τού ενός (ή, καλύτερα, επειδή, σε τελευταία ανάλυση, ανάγεται σε αυτό). Ο περιορισμένος (ή πεπερασμένος) χαρακτήρας του οφείλεται στο ότι δεν μπορεί να οριστεί παρά μόνο σε τοπικό επίπεδο, μέσω δηλαδή τής εφαρμογής τού τελεστή «προσέτι» [αὖθις] επί τού «ήδη» που αντιπροσωπεύει η προσδιοριστικότητα. Όπως και να έχει, το τοπικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται[39] παρέχει επαρκές έρεισμα για το ένα, δεδομένου ότι η καταμέτρηση (ή «διάκριση») κάθε όρου διεξάγεται πάντοτε σε τοπικό επίπεδο. Αλλά, η αναγωγή στο όλο, η μετάβαση στο «καλό άπειρο», δεν επιβάλλει άραγε τη διατύπωση μιας διαζευκτικής κρίσης που θα σημάνει το παρέρχεσθαι [=τον αφανισμό] τού ενός;

3. Η επιστροφή και η ονοματοδοσία

Καθώς το πρόβλημα πρέπει να επιλυθεί χωρίς να διασπαστεί η όλη διαλεκτική συνέχεια, βρισκόμαστε υποχρεωμένοι να επανέλθουμε στην εγελιανή θεματική τού «κάτι». Πέρα από τις έννοιες τού «είναι», τού «ενιαίου-Είναι»,[40] τού «ορίου», τού «φραγμού» και τέλος τού «δέοντος-Είναι», όπου το «κάτι» επαναλαμβάνεται αενάως, διαθέτουμε άλλα μέσα που θα επέτρεπαν — καθ’ υπέρβαση τής εγελιανής υπέρβασης — την ολιστική σύλληψη και κατανόηση μιας μη-κενής άπειρης ολότητας; Όσον αφορά το συγκεκριμένο πρόβλημα, ο Χέγκελ είχε την ιδιοφυή (ή ίσως και «θεία») έμπνευση να στρέψει ξανά το βλέμμα του προς την καθαρή παρουσία, την ασυστασία [inconsistance] καθ’ εαυτήν, προκειμένου να υποστηρίξει ότι το καλό άπειρο συνίσταται ακριβώς στην παρουσία τού κακού. Η «φαυλότητα», λοιπόν, τού κακού απείρου έγκειται ακριβώς στο ότι το εν λόγω άπειρο αδυνατεί να «δικαιολογήσει» την ενεργό πραγματικότητά του. Επιπλέον τού ότι επαναλαμβάνεται, το «κάτι» θα περιέχει, εν είδει [ανεξάντλητου] αποθέματος, την ουσιώδη, εν δυνάμει παρούσα ικανότητά του να αυτο-επαναλαμβάνεται.

Επομένως, η αντικειμενική (ή κακή) απειρότητα θα είναι η περιοδική ταλάντωση, η επαναλαμβανόμενη συνάντηση ρουτίνας μεταξύ τού πεπερασμένου ως δέοντος-είναι και τού κενού απείρου. Αντιθέτως, ως δυνητικότητα που εμπερικλείεται στην καθαρή παρουσία τού πεπερασμένου, η αυθεντική απειρότητα θα είναι υποκειμενική. Ως εκ τούτων, η αντικειμενικότητα τής αντικειμενικής επανάληψης θα είναι [ήδη] καταφατική απειρότητα, δηλαδή παρουσία: «η ενότητα τού πεπερασμένου και τού απείρου είναι [ήδη] καθεαυτήν [=δυνάμει] παρούσα».[41] Θεωρούμενο ως παρουσία τής διαδικασίας τής επανάληψης, το «κάτι» διαρρηγνύει πλέον την εξωτερική του σχέση προς το άλλο, από το οποίο ελάμβανε τον προσδιορισμό του. Από τούδε και στο εξής θα είναι αυτο-αναφορά (καθαρή εμμένεια), καθώς το άλλο [του] θα έχει καταστεί ενεργά πραγματικό [effectif] υπό τη μορφή τού απείρου κενού [άπειρης μηδαμινότητας], όπου το εν λόγω κάτι θα επαναλαμβάνεται. Εν τέλει, το καλό άπειρο θα συνίσταται στο εξής: στην επαναληπτικότητα τής επανάληψης ως το άλλο τού κενού. «[Αυτό] το άπειρο […] ως άλλο τού κενού άλλως-Είναι* [είναι] συντελεσθείσα-επιστροφή-εντός εαυτού [και] αναφορά τού εαυτού προς εαυτόν».[42]

Η εν λόγω υποκειμενική απειρότητα, η οποία όντας για-τον-εαυτό-της αποτελεί την «καλή» παρουσία τής «κίβδηλης» [διαλεκτικής] πράξης δεν είναι πλέον απεικονίσιμη, διότι εκείνο που την απεικονίζει είναι απλώς η επανάληψη τού πεπερασμένου. Αυτό όμως που δεν μπορεί να επαναληφθεί από την επανάληψη είναι η παρουσία της καθ’ εαυτήν· εδώ, [στην καθαυτό παρουσία της,] η επανάληψη επαναλαμβάνεται άνευ επαναλήψεως. Βλέπουμε λοιπόν να χαράσσεται μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα:

— στο κακό άπειρο, δηλ. την αντικειμενική διαδικασία, την υπερβατικότητα (το δέον-είναι), την απεικόνιση· και
— στο καλό άπειρο, δηλ. την υποκειμενική δυνητικότητα, την εμμένεια, το μη-απεικονίσιμο.

Σε σχέση, λοιπόν, με την πρώτη, η δεύτερη αυτή έννοια εμφανίζεται, θα λέγαμε, σε ρόλο κασκαντέρ. Επιπλέον προκαλεί εντύπωση ότι για τη σύλληψή της ο Χέγκελ αναγκάζεται να προσφύγει στις έννοιες τής καθαρής παρουσίας και τού κενού, έννοιες οι οποίες αποτελούν θεμελιακές κατηγορίες τής οντολογίας.

Παραμένει ακόμη αναπάντητο το ερώτημα γιατί, ακόμη και εδώ, στο σύμπαν δηλαδή τού καλού απείρου, η παρουσία (η δυνητικότητα) εξακολουθεί να αποκαλείται «άπειρο». Όσον αφορά το φαύλο άπειρο, αντιλαμβανόμαστε τη σύνδεσή του με το μαθήμιο, μέσω δηλαδή των εννοιών τής προσδιοριστικότητας (τού αρχικού σημείου-τού-είναι) και τής υπέρβασης (τού τελεστή τής επανάληψης). Αλλά τι τρέχει με το καλό άπειρο;

Στην πραγματικότητα, η εν λόγω ονομασία είναι το τελικό αποτέλεσμα ολόκληρης τής διαδικασίας, η οποία μπορεί να συνοψιστεί στα εξής έξι στάδια:

α) Το «κάτι» τίθεται ως ένα [«κάτι»] βάσει μιας εξωτερικής διαφοράς (είναι κάτι-άλλο από το-άλλο-του).

β) Αλλά, καθώς οφείλει να είναι εγγενώς [δηλ. καθαυτό] διακρίσιμο, είμαστε υποχρεωμένοι να σκεφτούμε ότι πρέπει να φέρει, μέσα στον ίδιο του τον εαυτό, την εξής ένδειξη: «έτερον τού ενός-κάτι-που-είναι». Ενδοβάλλοντας την εξωτερική διαφορά, το κάτι θα «κενώνει» το άλλο-κάτι που μετατρέπεται έτσι, όχι σε έναν άλλο όρο, αλλά σε έναν κενό χώρο, σε ένα άδειο-άλλο.[43]

γ) Καθώς θα περικλείει εντός εαυτού το μη-είναι του, το κάτι-που-είναι «βλέπει» ότι το όριό του είναι επίσης και φραγμός, ότι όλο-του-το-είναι είναι ένα υπερβαίνειν (ότι, δηλαδή, το είναι του έχει πλέον τη μορφή τού δέοντος-είναι).

δ) Από το σημείο β προκύπτει ότι η υπέρβαση γίνεται στο κενό. Προκύπτει. λοιπόν, μια εναλλαγή ανάμεσα σε αυτό το κενό και την επανάληψη τού «κάτι» (το οποίο θα θέτει εκ νέου το όριό του και, στη συνέχεια, θα το ξαναξεπερνά, καθόσον αυτό[44] θα είναι παρόν μέσα του ως φραγμός). Αυτό είναι το κακό άπειρο.[45]

ε) Η εν λόγω επανάληψη είναι παρούσα. Η καθαρή παρουσία τού κάτι περικλείει εν δυνάμει τόσο την παρουσία τής επανάληψης όσο και τον νόμο της. Θα αντιπροσωπεύει την ολική διάσταση τής διαδικασίας που τοπικά θα εμφανίζεται με τη μορφή διαδοχικών ταλαντώσεων μεταξύ πεπερασμένου (τού προσδιορισμένου [κάτι][46] και απείρου (τού κενού).

στ) Όσον αφορά τώρα την ονοματοθεσία τής εν λόγω δυνητικότητας, θα πρέπει να εξάγω το όνομά της από το κενό· και αυτό γιατί, στο σημείο που βρισκόμαστε, η καθαρή παρουσία ως σχέση προς εαυτόν θα ταυτίζεται με το ίδιο το κενό. Αφού, λοιπόν, το κενό αντιπροσωπεύει εδώ την υπερπεπερασμένη πολικότητα[47] τού κακού απείρου, το (καλό) «άπειρο» θα είναι η πλέον ενδεδειγμένη ονομασία για την εν λόγω δυνητικότητα.

Επομένως, ο όρος «άπειρο» αναφέρεται στην εν δυνάμει αναγωγική ταύτιση[48] τής επανάληψης με την παρουσία τού επαναλαμβανόμενου[49] — αναγωγή που αποκαλείται «άπειρο» βάσει τού κενού[50] στο οποίο καταλήγει η επανάληψη. Το «καλό άπειρο» είναι η ονομασία για αυτό που επισυμβαίνει στο επαναλήψιμο [στοιχείο] τού κακού απείρου — ονομασία που προκύπτει από το κενό με το οποίο γειτνιάζει η εν λόγω διαδικασία, η οποία είναι μεν μονότονη, αλλά που οφείλει να αναγορευτεί υποκειμενικά άπειρη, από τη στιγμή που αντιμετωπίζεται ως παρουσία [στο πλαίσιο πάντα τής εγελιανής διαλεκτικής].

Η διαλεκτική τού απείρου φαίνεται να έχει πλήρως ολοκληρωθεί. Και το ερώτημα που εύλογα τίθεται είναι: Γιατί, λοιπόν, ξαναρχίζει από την αρχή;

4. Τα μυστήρια τής ποσότητας

Το άπειρο διασπάται, κατά πρώτον, σε καλό και σε κακό άπειρο. Στη συνέχεια, όμως, βλέπουμε ότι διασπάται εκ νέου σε ποσοτικό και σε ποιοτικό άπειρο (—το οποίο τελευταίο εξετάστηκε μόλις ανωτέρω σε συνάρτηση με την αρχή που το διέπει).

Το κλειδί για την περιστρεφόμενη αυτή πόρτα βρίσκεται κρυμμένο στους λαβυρίνθους τού Ενός. Ο λόγος για τον οποίο πρέπει να καταπιαστούμε ξανά με το ζήτημα τού απείρου είναι ότι, στην ποσότητα, το-είναι-τού-ενός [=τού-κάτι][51] λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο από ό,τι στην ποιότητα. Ή, καλύτερα, η ποσοτική κατασκευή τού σημείου-τού-είναι (δηλ. τής προσδιοριστικότητας) συνδέεται κατ’ ανάστροφο τρόπο με την ποιοτική του δόμηση.

Έχω ήδη επισημάνει ότι κατά το πέρας τής πρώτης διαλεκτικής [κίνησης], το κάτι θα σχετίζεται αποκλειστικά και μόνο με τον εαυτό του. Στο «καλό» άπειρο, το είναι είναι για-τον-εαυτό του, δηλαδή θα έχει τρόπον τινά «κενώσει» το άλλο του. Πώς όμως θα διατηρεί εντός του την ένδειξη-τού-ενός που το καθιστά διακριτό; Το ποιοτικό «κάτι» θα διακρίνεται από το ότι έχει το άλλο του σε αυτό το ίδιο. Αντίθετα, στο ποσοτικό «κάτι» λείπει το άλλο του, με αποτέλεσμα η προσδιοριστικότητά του να έχει γίνει αδιάφορη.[52] Θα πρέπει εδώ να γίνει αντιληπτό ότι το ποσοτικό Ένα είναι το είναι-τού-καθαρού-Ενός, το οποίο δεν διαφέρει από κανένα άλλο [κάτι]. Το θέμα δεν είναι ότι το εν λόγω Ένα είναι μη-διακρίσιμο. Απεναντίας, διακρίνεται έναντι παντός άλλου λόγω ακριβώς τού ότι είναι το μη-διακρίσιμο-τού-Ενός.

Η κατάσταση μη-διαφοροποίησης τής διαφοράς (δηλ. το ανώνυμο Ένα) είναι αυτό ακριβώς που θεμελιώνει και καθιστά διακριτή την ποσότητα. Αλλά εάν το ποσοτικό εν-είναι είναι άνευ διαφοράς, τότε κατ’ ανάγκη το όριό του είναι τέτοιο μόνο κατ’ όνομα, διότι, όπως είδαμε, κάθε όριο προκύπτει από την ενδοβολή ενός άλλου-κάτι. Ο Χέγκελ θα εξετάσει, στη συνέχεια, εκείνη την «προσδιοριστικότητα που, [έχοντας] καταστεί αδιάφορη απέναντι στο είναι, [αποτελεί] ένα όριο που εξίσου δεν είναι τέτοιο».[53] Αλλά ένα όριο χωρίς τον χαρακτήρα ορίου θα είναι διαπερατό. Το ποσοτικό Ένα, δηλαδή το αδιάφορο/αδιαφοροποίητο Ένα που συνιστά τον αριθμό, θα συνιστά επίσης και τις πολλαπλές-μονάδες[54] [=αριθμητικά σύνολα]· και τούτο γιατί το μη-διαφοροποιημένο-είναι του συνίσταται και στον συνεχή αναδιπλασιασμό τού όμοιου-προς-εαυτό έξω από τον εαυτό του. Πράγματι, το Ένα τού οποίου το όριο είναι συγχρόνως και μη-όριο πραγματώνεται «στην εξωτερική προς εαυτήν πολλαπλότητα, τής οποίας αρχή και μονάδα αποτελεί το αδιαφοροποίητο Ένα».[55]

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, γίνεται πλέον κατανοητή η διαφορά ανάμεσα στις δύο [διαλεκτικές] κινήσεις με τις οποίες παράγονται το ποιοτικό και το ποσοτικό άπειρο. Όσον αφορά το ποιοτικό κάτι, το ουσιώδες χρονοδιάστημα θα αντιστοιχεί στον χρόνο ενδοβολής τής ετερότητας (δια μέσου τής οποίας το όριο μετατρέπεται σε φραγμό), ενώ, για το ποσοτικό κάτι, θα αντιστοιχεί στον χρόνο εξωτερίκευσης τής ταυτότητας. Στην πρώτη περίπτωση, όπου το ένα παίζει με το είναι [του], θα πρόκειται για το μεσοδιάστημα όπου το δέον θα συνίσταται στην υπέρβαση τού φραγμού. Στη δεύτερη, όμως, περίπτωση, όπου το Ένα μετασχηματίζεται σε πολλαπλές-Μονάδες, θα πρόκειται για τη [χρονική] ενότητα όπου η κατάσταση στάσης του θα συνίσταται στον εκτός εαυτού αναδιπλασιασμό [=εξάπλωση, «διάπλωση»]. Η ποιότητα είναι άπειρη σύμφωνα με μια διαλεκτική ταύτισης, όπου το ένα απορρέει από το έτερο. Κατ’ αντιδιαστολή, η ποσότητα είναι άπειρη σύμφωνα με μια διαλεκτική αναδιπλασιασμού, όπου το ταυτό προκύπτει από το Ένα.

Επομένως, το εξωτερικό τού αριθμού δεν είναι το κενό όπου εκτελείται αενάως [insiste] η επανάληψη. Το εξωτερικό τού αριθμού είναι ο ίδιος ο αριθμός ως πολλαπλή διάπλωση [=συνεχής αναδιπλασιασμός]. Θα μπορούσε επίσης να λεχθεί ότι το ποιοτικό και το ποσοτικό διαφέρουν ως προς τους χρησιμοποιούμενους τελεστές. Ο τελεστής τού ποιοτικού απείρου είναι η υπέρβαση, ενώ ο αναδιπλασιασμός θα παίζει τον ρόλο τού ποσοτικού τελεστή. Ο πρώτος τελεστής θα επανα-θέτει το κάτι («προσέτι»), ενώ ο άλλος θα το α-θετεί [=θα το παρακάμπτει] («εσαεί»).[56] Στην ποιότητα, η διαδικασία που επαναλαμβάνεται είναι η εξής: το έτερο είναι εκείνο το εσωτερικό που οφείλει να υπερβεί το όριό του. Αντιθέτως, στο ποσοτικό, το στοιχείο τής επανάληψης έγκειται στο ότι το ταυτό είναι εκείνο ακριβώς το εξωτερικό που οφείλει να εξαπλωθεί [=αναδιπλασιαστεί].

Κρίσιμη συνέπεια τής ύπαρξης αυτών των διαφορών είναι το ότι το καλό ποσοτικό άπειρο δεν μπορεί να ταυτιστεί με την καθαρή παρουσία, την εσωτερική δυνητικότητα, δηλαδή με το «υποκειμενικό», διότι ακόμη και εκεί εξαπλώνεται [=πολλαπλασιάζεται][57] το ταυτό τού ποσοτικού Ενός. Ενώ στο εξωτερικό του το ταυτό είναι άμεσα και αδιαλείπτως αριθμός (τ.έ. το απειρομέγιστο), αντίθετα στο εσωτερικό του [το ταυτό] παραμένει κάτι το εξωτερικό· είναι, δηλαδή, το απειροελάχιστο. Η μετάσταση [dissémination][58] τού Ενός εντός τού εαυτού του αντισταθμίζει [=ακυρώνει] τον [εξωτερικό] πολλαπλασιασμό του [prolifération]. Δεν υπάρχει καμία παρουσία τού ποσοτικού στην εσωτερικότητά του. Το ταυτό θα α-θετεί [=παρακάμπτει, απορρίπτει] παντού το όριο, διότι αυτό θα του είναι αδιάφορο.[59] Ο αριθμός ως διάταξη τού ποσοτικού απείρου μοιάζει να είναι καθόλα «κίβδηλος».

Αντιμέτωπος με το αδιέξοδο αυτό τής παρουσίας (πράγμα που βεβαίως αποτελεί για εμάς χαράς ευαγγέλιο, καθόσον διαπιστώνουμε ότι ο αριθμός επιτάσσει την ανάληψη τού κινδύνου τού αφαιρετικού, τ.έ. τού ρίσκου τής μη-παρουσίας), ο Χέγκελ θα δώσει την εξής οδηγία για την επίλυσή του: το αδιάφορο όριο είναι εκείνο που τελικά παράγει την πραγματική διαφορά. Το γνήσιο (ή καλό) ποσοτικό άπειρο θα αποτελεί τη διαφοροποίηση[60] τού αδιαχώριστου.[61] Έτσι θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί, για παράδειγμα, ότι, πέραν τού Ενός/Μονάδας που πολλαπλασιαζόμενο/-η συνθέτει κάποιον αριθμό, το άπειρο τού αριθμού θα συνίσταται ακριβώς στο είναι του ως αριθμού. Επομένως, το ποσοτικό άπειρο θα είναι η ποσότητα ως ποσότητα, ο αναδιπλασιαστής τού αναδιπλασιασμού· δηλαδή, απλώς, η ποιότητα τής ποσότητας, το ποσοτικό ως τέτοιο, όπως αυτό μπορεί να διακριθεί ποιοτικά έναντι παντός άλλου προσδιορισμού.

Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, πρόκειται περί αποτυχημένης απόπειρας. Η αποτυχία της εντοπίζεται μάλιστα στο στοιχείο τής ονοματοθεσίας. Ουδεμία αντίρρηση όσον αφορά την ύπαρξη μιας συγκεκριμένης ποιότητας που συνιστά την ουσία τού ποσοτικού. Γιατί όμως θα πρέπει να αποκαλέσουμε αυτή την ποιότητα «άπειρο»; Εξηγμένο από το κενό, το όνομα αυτό ταίριαζε στο ποιοτικό άπειρο, διότι στην εν λόγω περίπτωση το κενό αντιπροσώπευε, πράγματι, την υπερπεπερασμένη πολικότητα[62] τής όλης διαδικασίας. Αντιθέτως, στον αριθμητικό αναδιπλασιασμό¸[63] δεν υφίσταται κενό, διότι εν προκειμένω το εξωτερικό τού Ενός δεν είναι παρά το εσωτερικό του, αποτελεί δηλαδή τον καθαρό νόμο δυνάμει τού οποίου εξαπλώνεται [=αναδιπλασιάζεται] το ταυτό τού Ενός. Η παραδοχή περί ριζικής απουσίας «άλλου» (τ.έ. το αδιάφορο/αδιαχώριστο) καθιστά αβάσιμο τον ισχυρισμό ότι είναι άπειρη η ουσία τού πεπερασμένου αριθμού (δηλαδή, η αριθμητικότητά του).

Με άλλα λόγια, ο Χέγκελ αποτυγχάνει να παρέμβει επί τού αριθμού. Και τούτο γιατί η ονομαστική ισοδυναμία που προτείνει ανάμεσα στην εντός τού κενού καθαρή παρουσία τής υπέρβασης (το καλό ποιοτικό άπειρο) και την ποιοτική έννοια τής ποσότητας (το καλό ποσοτικό άπειρο) δεν είναι παρά μια οφθαλμαπάτη, ένας ψευδαισθητικός διάκοσμος τού θεωρησιακού θεάτρου. Δεν υφίσταται συμμετρία ανάμεσα στο ταυτό και το έτερο, ανάμεσα στον αναδιπλασιασμό και την ταύτιση. Όσο ηρωικό και να είναι, το εγχείρημά του προσκρούει εκ των πραγμάτων στην ίδια την εξωτερικότητα τού καθαρού πολλαπλού. Τα μαθηματικά εμφανίζονται εδώ με τη μορφή ασυνέχειας στην ίδια τη διαλεκτική. Είναι αυτό ακριβώς το μάθημα που ο Χέγκελ επιχειρεί να το περάσει στο ντούκου, όταν χρησιμοποιεί τον ίδιο όρο («άπειρο») προκειμένου να συρράψει μεταξύ τους δύο διαφορετικές τάξεις τού λόγου.

 5. Η διάζευξη

Στο σημείο αυτό το εγελιανό εγχείρημα έρχεται αντιμέτωπο με το πραγματικό του υπό τη μορφή τής αδυνατότητας τής καθαρής διάζευξης. Ακόμη και αν υιοθετήσουμε τις ίδιες παραδοχές με αυτές τού Χέγκελ, οφείλουμε εν τέλει να διαπιστώσουμε ότι η επανάληψη τού Ενός στον αριθμό δεν είναι δεκτική άρσης από την εσωτερικότητα τού αρνητικού. Ο Χέγκελ αδυνατεί να διανοηθεί τη διαφορά μεταξύ ταυτού και ταυτού, δηλαδή την καθαρή θέση δύο [διακριτών] γραμμάτων. — Κάθε τι στο [εγελιανό] ποιοτικό πηγάζει από την εν λόγω πρόσμειξη που απαιτεί όπως το δεδομένο σημείο-τού-Είναι λάβει την ένδειξη τού ενός από το έτερο. Αντιθέτως, στο [εγελιανό] ποσοτικό η έκφραση τού Ενός δεν δύναται να λάβει ένδειξη, με αποτέλεσμα κάθε αριθμός να είναι διακριτός έναντι παντός άλλου και συνάμα συντεθειμένος από το ταυτό. Αν όμως στόχος είναι το άπειρο, τότε τίποτε δεν μπορεί να αποσοβήσει την απόφαση δυνάμει τής οποίας διαζευγνύεται ο τόπος τού Άλλου από την ομαλή και αέναη επανάληψη των «ίδιων άλλων». Επιθυμώντας αφενός μεν να διατηρήσει αδιάσπαστη τη συνέχεια τής διαλεκτικής και πέραν τού σημείου όπου αρχίζουν οι μαίανδροι τού καθαρού πολλαπλού, αφετέρου δε να τη συναγάγει εκ μόνου τού σημείου-τού-Είναι, ο Χέγκελ χάνει το ραντεβού του με το άπειρο· με άλλα λόγια, δεν μπορεί να αναβάλλεται επ’ αόριστον η θέση τής δεύτερης υπαρξιακής «σφραγίδας» [βλ. ανωτέρω].

Έχοντας τεθεί εκτός τού πεδίου τής εμπειρίας και τής αναπαράστασης, η απόφαση διάζευξης κάνει την επιστροφή της στο ίδιο το κείμενο τής Λογικής μέσα από το χάσμα που ανοίγεται ανάμεσα στις δύο διαλεκτικές τής ποσότητας και τής ποιότητας, οι οποίες, ωστόσο, είναι τόσο όμοιες μεταξύ τους ώστε το μόνο που μας απαλλάσσει από το καθήκον τής βυθομέτρησης τής αβύσσου τής διδυμότητάς τους και τού εντοπισμού τού παραδόξου τής παραφωνίας τους είναι αυτή η ακριβώς η εύθραυστη λεκτική γέφυρα που ρίχνεται από τη μια στην άλλη και η οποία φέρει το όνομα «άπειρο».

Το «καλό ποσοτικό άπειρο» δεν αποτελεί παρά φρεναπάτη τού ίδιου τού Χέγκελ. Άλλωστε και ο ίδιος ο Κάντορ θα υποχρεωθεί αργότερα να αντλήσει τα μέσα για τη θεμιτή ονοματοθεσία των άπειρων πολλαπλοτήτων από μια άλλου τύπου ψυχωτική φαντασίωση, αυτή τής ασυστασίας τού Θεού,[64] πληρώνοντας όμως το τίμημα τής μετάδοσης σε αυτές τού στοιχείου τού συνεχούς αναδιπλασιασμού [prolifération],[65] που, καθότι «κίβδηλο», ο Χέγκελ πίστευε ότι θα μπορούσε να το ελέγξει μέσω τού τεχνάσματος τού διχότομου αδιαφοροποίητου.[66]


[1] [βλ. σημ.42 κατωτέρω]
[2] [βλ. κατωτέρω: ««απαίτηση θέσης τής δεύτερης υπαρξιακής σφραγίδας»]
[3] [Το πλήρες παράθεμα έχει ως εξής: «Το πεπερασμένο δεν αναιρείται από το άπειρο σαν από μια δύναμη παρούσα έξω απ’ αυτό· απεναντίας, η απειρότητά του έγκειται στο να αναιρεί τον ίδιο τον εαυτό του» (ΕτΛ, Α´, Τμήμα Ι´, σελ 276). — Να σημειωθεί ότι με αγκύλες επισημαίνονται στο κύριο κείμενο οι διαφοροποιήσεις τού γαλλικού πρωτοτύπου σε σύγκριση με την ελληνική μετάφραση τής Λογικής, ενώ με πλάγιους χαρακτήρες, οι δικές μου προσθήκες.]
[4] [«χωρώ πέρα και πάνω από»]
[5] [δηλ. τής διαδρομής κατά την οποία το κάτι/ το πεπερασμένο «χωρεί πέρα και πάνω από τον εαυτό του, προκειμένου να συμπέσει με τον εαυτό του» (ΕτΛ, Α΄, Τμήμα Ι΄, σελ.256)· πβ. κατωτέρω]
[6] [immanence-insistance (εμμένεια, αέναη επανάληψη) είναι οιονεί συνώνυμα· πβ. κατωτέρω]
[7] [«προσέτι»=διαδοχή βημάτων, τελεστής τής διάνυσης· «ήδη»=η προσδιοριστικότητα, το προσδιορισμένο-είναι»· πβ. κατωτέρω]
[8] [compte-pour-un: μοναδοποίηση, το να καταμετρείται κάτι ως μία μονάδα]
[9] [Στο γαλλικό πρωτότυπο έχουμε τη φράση: «…είναι η ίδια η εσωτερικότητα τού κάτι»]
[10] [βλ. κατωτέρω: «ο τόπος τού Άλλου, ο Άλλος-τόπος» [V-not-identical-to-L].
[11] [Στο γαλλικό πρωτότυπο έχουμε τη φράση: «το όριο που προσδιορίζει το κάτι»]
[12] [Στο γαλλικό πρωτότυπο έχουμε: «ως ένα μη-είναι» όπου «ως ένα αρνητικό»]
[13] [=μέσω τής σήμανσης, διάκρισης]
[14] [=τής σήμανσης με την ένδειξη «ένα κάτι», δηλ. το να διακρίνεται το κάτι ως ένα]
[15] [=το μη-είναι]
[16] [πβ. «Επειδή το πεπερασμένο, ας πούμε, ένα Κάτι, είναι το ίδιο το μη τού μη-Είναι τού Είναι του. Και τούτο το μη δεν είναι ένα τίποτα, ένα μηδέν που υποδηλώνει πλήρη αφανισμό, αλλά ένα τέτοιο, όπως λέει ο Χέγκελ στην αρχή τής Λογικής, που αφανίζεται μέσα στο Είναι και έτσι γίνεται μια στιγμή, μια φάση και μια πτυχή τού προσδιορισμένου Είναι, γίνεται Κάτι. Το κάθε Κάτι ωστόσο έχει δειχθεί ότι είναι, κατ’ αναγκαιότητα, πεπερασμένο […]· επομένως πρέπει ο αφανισμός, η φθορά (Vergehen), να έχει ως αποτέλεσμα την παρουσία ενός άλλου Κάτι και ενός άλλου κ.ο.κ. ως το άπειρο» (ΕτΛ¸ Α´, Τμήμα Ι´, σελ 255 [σημείωση τού μεταφραστή τής Λογικής]).]
[17] [πβ. «Το προσδιορισμένο-Είναι ωστόσο, ως εκείνο που περικλείει εντός εαυτού το μη-Είναι, είναι προσδιορισμένο Είναι, ένα Είναι που στο εσωτερικό τού εαυτού του έχει υποστεί άρνηση» (ΕτΛ, Α´, Τμήμα Ι´, σελ.215)]
[18] [το ένα-κάτι]
[19] [στο γαλλικό κείμενο, χρησιμοποιείται το ρήμα «υπερβαίνεται»]
[20] [=σε οντολογικό νόμο]
[21] [«La chose est déterminité en tant que devoir-être cet un qu’elle est en ne l’étant pas»: για τη μετάφραση προτίμησα τη διατύπωση που χρησιμοποιείται στη σελ. 247 τής ελληνικής μετάφρασης («Το καθεαυτό-Είναι τού Κάτι στον προσδιορισμό του υποβιβάζεται λοιπόν σε ένα δέον, επειδή το ίδιο, που συνιστά το καθεαυτό-Είναι τού Κάτι, από τη μια και την αυτή άποψη, είναι παρόν ως μη-Είναι»)]
[22] [Το πλήρες παράθεμα έχει ως εξής: «Το ίδιον όριο τού Κάτι, έτσι τεθειμένο από τούτο ως ένα αρνητικό, το οποίο συγχρόνως είναι ουσιαστικό, δεν είναι μόνο όριο ως τέτοιο, αλλά φραγμός. Ο φραγμός όμως δεν είναι μόνο ό,τι έχει τεθεί ως τέτοιο που έχει υποστεί άρνηση· η άρνηση είναι δίκοπη, καθόσον εκείνο που ετούτη θέτει ως τέτοιο που έχει υποστεί άρνηση είναι το όριο· αυτό-εδώ δηλαδή είναι εν γένει το κοινό στο Κάτι και στο άλλο, επίσης προσδιοριστικότητα τού καθεαυτό-Είναι τού προσδιορισμού ως τέτοιου. Ετούτο το καθεαυτό-Είναι συνεπώς, ως η αρνητική αναφορά στο διαφοροποιημένο επίσης απ’ αυτό όριο του, ως η αρνητική αναφορά στον εαυτό του ως φραγμό, είναι δέον» (ΕτΛ, Α´, Τμήμα Ι´, σελ.245). — Να σημειωθεί ότι με αγκύλες επισημαίνονται στο κύριο κείμενο οι διαφοροποιήσεις τού γαλλικού πρωτοτύπου σε σύγκριση με την ελληνική μετάφραση τής Λογικής, ενώ με πλάγιους χαρακτήρες, οι δικές μου προσθήκες].
[23] [πβ. ενδεικτικά σημ.28 και 31]
[24] [=εν-είναι, κάποιο-είναι, ένα-είναι]
[25] [Να σημειωθεί ότι η φράση: «[t]he concept of the finite is inaugurated, in general, in having-to-be; and, at the same time, the act of transgressing it, the infinite, is born; having-to-be contains what presents itself as progress towards infinity», η οποία χρησιμοποιείται στην αγγλική μετάφραση τού βιβλίου τού Μπαντιού για την απόδοση τού «[d]ans le devoir-être s’inaugure en général le concept de la finité et par là en même temps l’acte de la transgresser, l’infinité; le devoir-être contient cela même qui se présente comme le progrès à l’infini» δεν εμφανίζεται στο κείμενο τής μετάφρασης τού A.V. Miller. Κατά πάσα πιθανότητα, πρόκειται για απόδοση κατά παράφραση τής φράσης που αντιστοιχεί στο εξής: «Στο δέον αρχίζει να εκτυλίσσεται η υπέρβαση τής περατότητας, δηλαδή αρχίζει η απειρότητα. Το δέον είναι εκείνο που, σε επόμενη ανάπτυξη, σύμφωνα με την εν λόγω αδυνατότητα, [=την αμοιβαία αναφορά τού ενός στο άλλο, τού φραγμό στο δέον και τούμπαλιν] θα παρουσιαστεί ως η πρόοδος στο άπειρο» (ΕτΛ, Α´, Τμήμα Ι´, σελ.249).]
[26] [compte-pour-un: μοναδοποίηση, το να καταμετρείται κάτι ως μία μονάδα]
[27] [=τού κάτι, τής μονάδας]
[28] [το να είναι, δηλαδή, άπειρη η μονάδα/εν-ότητα]
[29] [=αποτελεί συστατικό γνώρισμα τής ουσίας ενός κάτι, καθόσον αυτό αντιμετωπίζεται ως ενιαία μονάδα (ως ένα κάτι) — einsein: μονάδα-ουσία, εν-είναι, ενιαίο-είναι]
[30] [η αντωνυμία αναφέρεται στο «κάτι»]
[31] [einssein: εν-είναι, ενιαίο-είναι, το να-είναι-μονάδα]
[32] [Να σημειωθεί ότι η φράση «[t]he finite is therefore itself that passing over of itself, it is itself the fact of being infinite», η οποία χρησιμοποιείται στην αγγλική μετάφραση για την απόδοση τού «le fini est donc lui-même cette relève de soi, il est lui-même le fait d’être infini» δεν εμφανίζεται στο κείμενο τής μετάφρασης τού A.V. Miller. Όσον αφορά την τελευταία αυτή φράση, πιθανώς πρόκειται για απόδοση κατά παράφραση είτε τής φράσης που αντιστοιχεί στο εξής: «το πεπερασμένο, από την πλευρά του, είναι εκείνο που πρέπει να υπερβαίνεται, η άρνηση τού εαυτού του απ’ αυτό το ίδιο, και τούτη η άρνηση είναι η απειρότητα» (ΕτΛ, Α´, Τμήμα Ι´, σελ.271)· είτε τής φράσης: «η περατότητα είναι παρούσα μόνο ως μια υπέρβαση τού εαυτού της· περιέχει επομένως την απειρότητα, το άλλο τού ίδιου τού εαυτού της» (ΕτΛ, Α´, Τμήμα Ι´, σελ.276)· είτε τέλος τής φράσης: «[π]ρώτον, υπάρχει το πεπερασμένο· έπειτα, η κίνηση χωρεί πέρα και πάνω απ’ αυτό, και τούτο το αρνητικό ή υπερπέραν/επέκεινα τού πεπερασμένου είναι το άπειρο» (ΕτΛ, Α´, Τμήμα Ι´, σελ.279).]
[33] [δηλ. τής διαδρομής κατά την οποία το κάτι/ το πεπερασμένο «χωρεί πέρα και πάνω από τον εαυτό του, προκειμένου να συμπέσει με τον εαυτό του» (ΕτΛ, Α΄, Τμήμα Ι΄, σελ.256)]
[34] [τόπος τού Άλλου]
[35] [ΕτΛ, Α΄, Τμήμα Ι΄, σελ.274 («verendlichtes Unendliches»)]
[36] [Οι γάλλοι μεταφραστές γράφουν: «…στο οποίο μπορεί επίσης να τεθεί εκείνη η προσδιοριστικότητα…»]
[37] [ΕτΛ, Α΄, Τμήμα Ι΄, σελ.268 «Η πρόοδος ως το άπειρο είναι, συνεπώς, μόνο η αυτο-επαναλαμβανόμενη ομοιομορφία [=μονοτονία], η μια και η αυτή ανιαρή εναλλαγή αυτού τού πεπερασμένου και τού απείρου»]
[38] [ολική: στο ολική επίπεδο, σε επίπεδο όλου]
[39] [ως υποκείμενο νοείται το κακό άπειρο]
[40] [Einssein: εν-Είναι]
[41] [Κατά πάσα πιθανότητα, το συγκεκριμένο παράθεμα αντιστοιχεί στο εξής: «σε τούτο το αλληλοπροσδιορίζειν τού πεπερασμένου και τού απείρου, εναλλασσόμενο από το ένα στο άλλο και πίσω πάλι, η αλήθεια τους είναι ήδη καθεαυτήν [=δυνάμει] παρούσα […] Αυτό το εναλλάσσεσθαι από το ένα στο άλλο και πίσω πάλι συγκροτεί την εξωτερική πραγματοποίηση τής έννοιας· σε τούτη την πραγματοποίηση είναι τεθειμένο ό,τι περιέχει η έννοια, αλλά τεθειμένο εξωτερικά, ως εκείνο που συμβαίνει χωριστά· ό,τι χρειάζεται είναι μόνο η σύγκριση αυτών των διαφορετικών φάσεων· ετούτη η σύγκριση αποφέρει την ενότητα, η οποία δίνει την ίδια την έννοια. (ΕτΛ, Α΄, Τμήμα Ι΄, σελ.270 [καταφατική απειρότητα]).]
[42] (ΕτΛ, Α΄, Τμήμα Ι΄, σελ.283: «Αυτό το άπειρο, ως συντελεσθείσα-επιστροφή-εντός εαυτού, ως αναφορά τού εαυτού προς εαυτόν είναι Είναι»). — Να σημειωθεί ότι η φράση «as other of the void being-other»,* η οποία χρησιμοποιείται στην αγγλική μετάφραση τού βιβλίου τού Μπαντιού για την απόδοση τού «autre de l’être-autre vide» δεν εμφανίζεται στο κείμενο τής μετάφρασης τού A.V. Miller. Όσον αφορά την τελευταία αυτή φράση, πιθανώς πρόκειται για απόδοση κατά παράφραση τής φράσης που αντιστοιχεί στο εξής: «[ως άλλο] τού μη-Είναι τού άλλως-Είναι» (ΕτΛ, Α΄, Τμήμα Ι΄, σελ.231 [«το-εντός-εαυτού-Είναι είναι το μη-Είναι τού άλλως-Είναι τού Κάτι»]· πβ. επίσης αυτόθι, σελ.233, σημ.160).
[43] [πβ. «το Κάτι αναφέρεται στο όριο σαν σε ένα μη-ον» (ΕτΛ, Α΄, Τμήμα Ι, σελ.245).]
[44] [το όριο]
[45] [ΕτΛ, Α΄, Τμήμα Ι, σελ.246).]
[46] [ή προσδιορισμένου-Είναι]
[47] [το κενό είναι ο πόλος προς τον οποίο προσανατολίζεται το κακό άπειρο]
[48] [contraction: συρρίκνωση, συστολή· εναλλακτικά «ο όρος “άπειρο” αναφέρεται στην εν δυνάμει συστολή τής επανάληψης προκειμένου αυτή να ταυτιστεί με την [καθαρή] παρουσία τού επαναλαμβανόμενου»]
[49] [επαναλαμβανόμενου: επαναλαμβανόμενης διαδικασίας]
[50] [=εκμηδένισης]
[51] [δηλ. το να είναι κάποιο πράγμα ένα «κάτι»]
[52] [πβ. ΕτΛ, Α΄ [Τμήμα Ι, Κεφάλαιο Β΄, «Το προσδιορισμένο είναι»] σελ. 196 σημ.90]
[53] [Science of Logic, μετάφρ. A. V. Miller (Λονδίνο: George Allen & Unwin, 1969), [Βιβλίο Α´, Τμήμα ΙΙ] σελ.185] (η συγκεκριμένη ενότητα δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά).]
[54] [multiples-uns]
[55] [Μου ήταν αδύνατο να εντοπίσω το συγκεκριμένο παράθεμα στην αγγλική έκδοση τής Λογικής. Ο μεταφραστής τής αγγλικής έκδοσης τού βιβλίου τού Μπαντιού φαίνεται να μεταφράζει επί λέξει το εν λόγω παράθεμα.]
[56] [dis-pose]
[57] [prolifère]
[58] [πβ. métastase: Figure de pensée, par laquelle un orateur rejette sur le compte d’autrui ce qu’il est contraint d’avouer (GrRob) [ρητορικό σχήμα όπου ο ρήτορας καταλογίζει στον αντίπαλό του ό,τι ο ίδιος αναγκάζεται να παραδεχτεί].
[59] [το όριο είναι αδιάφορο]
[60] [τη θέση-εν-διαφορά τής αδιαφορίας/τού αδιάφορου/αδιαχώριστου]
[61] [gleichgültig/untrennbar—Gleichgültigkeit/Untrennbarkeit· πβ. «ακριβώς αυτή η μηδαμινότητα [τού πεπερασμένου[ είναι η απειρότητα, από την οποία αυτό είναι αχώριστο, αναπόσπαστο», ΕτΛ, Α΄, Τμήμα Ι σελ. 271]
[62] [δηλ. τον άλλο — τον «υπερπεπερασμένο» — πόλο τής διαδικασίας]
[63] [δηλ. στην ακολουθία των αριθμών]
[64] [inconsistance du Dieu, Dieu inconsiste: θεία ασυναρτησία, ο Θεός «α-συνέχεται»]
[65] [αναδιαπλασιασμός: πολλαπλασιασμός απείρων]
[66] [différenciable indifférence: το διχότομο αδιαφοροποίητο [τού στοιχείου] τού αναδιπλασιασμού: πβ. ανωτέρω («[α]ντιθέτως, στο [εγελιανό] ποσοτικό η έκφραση τού Ενός δεν δύναται να λάβει ένδειξη, με αποτέλεσμα κάθε αριθμός να είναι διακριτός έναντι παντός άλλου και συνάμα συντεθειμένος από το ταυτό»)· εναλλακτικά «τού επινοήματος τού διαφοροποιήσιμου αδιαφοροποίητου»]

 

Ετικέτες:

«Συσχέτιση Δυνάμεων» (Χέγκελ)—A.Badiou [4/3/1975]

rodchenko-forceagainst

Α. Ροτσένκο, Μη-Αντικειμενικός Πίνακας αρ.80 [Μαύρο-σε-Μαύρο]

4 Μαρτίου 1975

Χέγκελ: «η ενεργητικότητα τής δύναμης είναι ουσιαστικά μια [ενεργητικότητα] που αντιδρά ενάντια στον εαυτό»
(Théorie du Sujet, σελ.47-54) [pdf]

Το αίνιγμα τής συσχέτισης — Δύναμη: από την ενεργητικότητα/παθητικότητα στην ποιοτική χωροκατακτητικότητα — Το Όλο, η δύναμη και η αλληλοδιαπλοκή εσωτερικού/εξωτερικού

1

Σήμερα θα εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας στην έννοια τής συσχέτισης, που αποτελεί το αίνιγμα τής αντίφασης. Όπως μπορείτε να διαπιστώσετε και οι ίδιοι, η συσχέτιση ως στοιχείο ενοποίησης των αντιθέτων αντιφάσκει την αντίφαση στο εσωτερικό της.

Ο Λένιν λέει ότι ολόκληρη η διαλεκτική απορρέει από την αρχή τής ενότητας των αντιθέτων. Αυτό είναι μεν ορθό, αλλά, αν περιωριζόμεθα στη συγκεκριμένη διατύπωση, αυτό θα σήμαινε ότι η διαλεκτική θα κυριαρχείτο ακριβώς από το στοιχείο εκείνο που την αποκηρύττει. Εξάλλου, όταν τα αντίθετα νοούνται, κατά τρόπο αυστηρό και απαρέγκλιτο, στο πλαίσιο τής ενότητάς τους, τότε η μεταξύ τους αντίθεση θα έχει δευτερογενή χαρακτήρα, θα πρόκειται τρόπο τινά για μία ήδη αρθείσα αντίφαση.

Σημειώστε επιπλέον ότι αν περιοριστείτε στη δομική εκδοχή τού εν λόγω αινίγματος, γλιτώνετε από όλους τους μπελάδες, διότι στην περίπτωση αυτή το πρόβλημα παύει να υφίσταται· η συσχέτιση θα αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στο δύο ως τέτοιο. Ωστόσο, στο χέρι θα σας έχει μείνει στο μεταξύ μόνο το Ένα, επειδή ακριβώς σπεύσατε να αδράξατε αυτό το δύο.[1] Με άλλα λόγια, μετά από μια πρόχειρη επιθεώρηση τού χώρου τοποθέτησης και των όσων αυτός αφήνει στην άκρη (τ.έ. τού εκτόπου), θα μπορούσατε να θέσετε την ενότητα τής όλης διαδικασίας υπό τη μορφή τού αποκλεισμού [=εξαίρεσης] λέγοντας: «υπάρχει αυτό-εδώ, που δεν είναι το ίδιο με αυτό-εκεί».[2]

Η προφανής ένσταση στην αντίληψη αυτή είναι ότι έτσι το Ένα τής αντίφασης αφομοιώνεται ομαλά στο Ένα τού χώρου τής τοποθέτησης. Είναι σαν να λέμε ότι η ενότητα τής αντίφασης μεταξύ αστικής τάξης και προλεταριάτου δεν θέτει κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα, καθώς θα ταυτίζεται με το ιστορικό είναι  … τής αστικής κοινωνίας, την οποία βεβαίως διέπει η εν λόγω αντίφαση. Ως έκτοπο το προλεταριάτο θα μετέχει τού τόπου. Το ένα τής ενότητάς του με το έτερόν του ήμισυ θα είναι το έτερόν του ήμισυ ως Όλο.

Κατά τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαμε να πούμε ότι η σημαίνουσα αλυσίδα επί τής οποίας εμφανίζεται το λακανικό υποκείμενο θα έπρεπε να νοηθεί ως … καταναγκασμός για επανάληψη, καθόσον είναι αυτή που επιτελεί την ενότητα τής επανάληψης και τής ορμής κ.ο.κ.

Η δομικότητα εμφανίζεται αδύναμη απέναντι στο ένα τού χώρου τής τοποθέτησης (απέναντι στο «υπάρχειν τού ενός»,[3] όπως λέει και ο Λακάν). Η εν λόγω διαλεκτική πραγματικότητα μοιάζει — και είναι — άχρωμη και αδιάφορη.

Ειδικά στη χώρα μας, υπάρχουν αρκετοί μεταξύ των επαγγελματιών τής λεγόμενης «μαρξιστικής» πολιτικής που θεωρούν κεκτημένο τους δικαίωμα να παραμένουν σε αυτήν την κατάσταση αδυναμίας· μελετούν, λοιπόν, με προσήλωση τους «νόμους» τής αστικής κοινωνίας, από τους οποίους, μάλιστα, αντλούν τα κατάλληλα συμπεράσματα όσον αφορά το-είναι-και-το-δέον-πράττειν, προς όφελος, εννοείται, τού προλεταριάτου. Αυτό που τους διαφεύγει είναι ότι η «προλεταριακή κοινωνία» (—αν θα μπορούσε να επιτραπεί η αδιανόητη και ακατανόητη αυτή έκφραση) ή, εναλλακτικά, ο «σοσιαλισμός», στο όνομα τού οποίου ομνύουν όπου σταθούν και όπου βρεθούν, διέπεται εξίσου από την αντίφαση μπουρζουαζίας/προλεταριάτου, πράγμα που αποδεικνύεται παταγωδώς από τις πολιτιστικές επαναστάσεις. Διότι τι άλλο μπορεί να σηματοδοτεί το νέο αυτό δεδομένο πέρα από το ότι η έκφραση «ενότητα των αντιθέτων» δεν έχει το νόημα που συνήθως της αποδίδεται;

Δείτε επίσης τους γιάνκηδες ψυχαναλυτές τής μεταπολεμικής μπελ επόκ οι οποίοι, στρατόκαυλοι όντες, ήθελαν σώνει και καλά να «ενισχύσουν τις άμυνες» τού κακομοιριασμένου «Εγώ» των ασθενών τους. Και πού στο διάολο νομίζετε ότι αναζητούσαν την ενότητα μεταξύ τού «επιτιθέμενου» (τού οικτρά ακοινώνητου φροϋδικού «Εκείνου») και τού «αμυνόμενου» (τού «Εγώ» των αβρών ομαλοτήτων), αν όχι στο ομαλό μονοπάτι τής ομαλότητας που, όχι χωρίς λόγο, αποκαλείται αμερικανικός «τρόπος ζωής»;

Και, για να μη μείνουν παραπονεμένοι και οι ρώσοι, οφείλω εδώ να ομολογήσω ότι αυτοί μας άφησαν άφωνους με την τελευταία νούμερο-ένα ατραξιόν τους τού Ενός: λόγω ακριβώς τού «παλλαϊκού» του χαρακτήρα, ο κρατικός μηχανισμός των γερομπαμπαλήδων δεν αναγνωρίζει καμία άλλη μορφή διαφωνίας πέραν τής φρενοβλάβειας, εξού και το φρενοκομείο ως τόπος τοποθέτησης τού ρωσικού εκτόπου.

Αλλά αρκετά με τις ιστορίες για λωλούς.

Για τη διεξοδική ανάλυση τής έννοιας τής συσχέτισης, θα πρέπει πρώτα να διατυπωθεί ολόκληρο το αίνιγμα τής ενότητας των αντιθέτων ως εξής: θα υπάρχει διαλεκτική ενότητα — με την έννοια ότι η εν λόγω ενότητα δεν θα συνθέτει σε ενιαίο Όλο τα μέρη που συσχετίζει — τότε και μόνο τότε, όταν τα συσχετιζόμενα αντίθετα θα είναι ετερογενή και μη ευθυγραμμίσιμα [=ασυμβίβαστα]· όταν δηλαδή κανένας «ανακρεόντειος»[4] τόπος τού χώρου τοποθέτησης δεν θα μπορεί να αποτελέσει δέλεαρ για το έκτοπο.[5]

Η διάκριση τού Ενός από το Όλο: το απλό και υπέρτατο τέλος. Έχετε υπόψιν πως σε αυτόν τον διαχωρισμό εντοπίζεται όλη η προβληματική τού Υποκειμένου.

Αυτός είναι όμως και ο λόγος που η έκθεση τού ζητήματος προσκρούει σε ένα σοβαρότατο πρόβλημα: είναι αδύνατο να σχηματοποιηθεί η συσχέτιση ετερογενών ποιοτήτων. Μπορεί μόνο μόλις και μετά βίας να εκφραστεί. Κάθε σχήμα διανέμει θέσεις και, επομένως, οδηγεί πίσω στις δομές. Κάθε λόγος καθορίζει τον χώρο τοποθέτησης ακόμη και για όλα όσα αποσιωπά.

Η παρουσίαση υπονομεύεται από το «όλο» και τις «θέσεις» που η ίδια παράγει ως αποτέλεσμα: τιθέμενο μονόπλευρα, το Ένα τής αντίφασης αλλοιώνεται.

Όσον αφορά το σχήμα τής διαλεκτικής ακολουθίας, καμιά χρωμοτυπία δεν μπορεί να αποτυπώσει πλήρως τη συσχέτιση — δηλ. το A_{p}, δυνάμει τού οποίου ο όρος (εν προκειμένω, το έκτοπο) επηρεάζεται ή καλύτερα μολύνεται από το συγκεκριμένο του αντίθετο (τον χώρο τής τοποθέτησης). Ο υπό στενή έννοια συσχετισμός, στην πρακτική διάσταση τού οποίου παραπέμπει άλλωστε η λέξη «πάλη», υπάγεται στο πεδίο μιας έμμεσης έρευνας και μιας έννοιας χωρίς απεικονίσιμη αντιστοίχιση.

Επομένως, η λέξη «δύναμη» παραπέμπει σε εκείνο που επικαθορίζει την εξαίρεση [=εκτόπιση] κάθε τόπου όπου εμφανίζεται το έκτοπο.

2

Τι είναι εκείνο που μπορεί να συσχετίσει δύο ετερογενείς ποιότητες; Είναι αποκλειστικά και μόνο η αλληλεπίδρασή τους ως επεκτεινόμενες δυνάμεις που παραμένουν ουδέτερες έναντι οιουδήποτε τρίτου πράγματος.

«Συσχέτιση» σημαίνει «δύναμη εναντίον δύναμης». Είναι ο «συσχετισμός των δυνάμεων».

Ας ξεμπερδεύουμε ευθύς εξαρχής με τις υποτροπές (τις παρεκκλίσεις), στις οποίες υπόκειται η εισέτι σκοτεινή αυτή ιδέα: — Aν ξεκινήσουμε με το θέμα τής περιστολής ή παρεμπόδισης μιας «παθητικής» (αντιδρώσας) δύναμης από μια άλλη «ενεργητική» (δρώσα) δύναμη, θα διαπιστώσουμε ότι διολισθαίνουμε στον στατισμό [=στατική] τής ασυμμετρίας [των δυνάμεων]. Η ποιοτική ετερογένεια αποσυντίθεται εκ νέου στο αφαιρετικό ζεύγος ενεργητικότητα/παθητικότητα. Η δεύτερη (αντιδρώσα) δύναμη θα προσδιορίζεται κατά τρόπο αρνητικό από την πρώτη μόνο δύναμη· ο χώρος τοποθέτησης θα έχει εκ των προτέρων καθορίσει τη θέση τού εκτόπου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού τού είδους των υποτροπών αποτελεί η καθαρά αντι-κατασταλτική αντίληψη για τη πολιτική που οφείλει να ασκεί ο λαός. Οι άνθρωποι «κινητοποιούνται» γιατί υπόκεινται σε «ακραία» κακομεταχείριση εκ μέρους τής μόνης, ουσιαστικά, «δρώσας» δύναμης στο πολιτικό πεδίο (εκ μέρους, δηλαδή, τού Κράτους, των εργοδοτών, των αστυνομικών αρχών). Οι καταχθόνιες αυτές οντότητες, που ως γνωστόν απεργάζονται διαρκώς σκοτεινά σχέδια, δείχνουν ξαφνικά να ξεπερνούν «κάθε όριο». Ξεσηκώνεται γενική κατακραυγή: «Κάτω η καταστολή!» Ο αγανακτισμένος μικροαστός αφρίζει από το κακό του.

Προσέξτε όμως: ο μικροαστός μας έχει βασικά δίκιο, ενώ επιπλέον τα εν λόγω «δεινά» — που στην πραγματικότητα δεν έπαψαν ποτέ να ταλανίζουν τις λαϊκές τάξεις — μπορούν να αποτελέσουν και μιας πρώτης τάξης ευκαιρία προκειμένου να απαλλαγεί από τη μόνιμη απόγνωση που τον βασανίζει (—ή από την αυταρέσκειά του).

Αλλά η φιλοσοφία που διαπνέει την εν λόγω αντίληψη δεν μπορεί να πάει μακριά και αυτό γιατί, ουσιαστικά, αρνείται κάθε ενεργό αυτονομία, κάθε πραγματική ανεξαρτησία, κάθε πραγματική θετική δυνητικότητα σε αυτό που ορθώνεται με τη μορφή τού άδολου στασιαστή. Το σύνθημα «κάτω η καταστολή» μπορεί το πολύ πολύ να οδηγήσει στην τεθειμένη αντίδραση [=αντίσταση], όπου η δύναμη τού λαού δεν θα είναι παρά ο μαύρος ίσκιος που ρίχνει η βαρβαρότητα τού Κράτους και όπου η ανταγωνιστική συσχέτιση θα παραμένει παγιδευμένη στην ενοποιητική αδυναμία τής δομικότητας.

Πώς θα μπορέσω, μέσα στη θύελλα των ύβρεων και των καταγγελιών κατά τής καταστολής, να εδραιώσω την ικανότητά μου να καταστείλω την καταστολή; Εδώ βρίσκεται το κλειδί για να κατανοήσουμε πώς το κρασί τής εξέγερσης μετουσιώνεται σε χολή και ξίδι.

Επομένως, το συμπέρασμα στο οποίο πρέπει να οδηγηθούμε είναι ότι αυτό που με θέτει ως αντιδρώσα δύναμη έναντι τής ενεργητικότητας τού Άλλου πρέπει επίσης να ταυτίζεται με την ενεργητικότητα μιας δύναμης όπου πλέον δεν απεικονίζεται αυτός ο Άλλος. Έστω κι αν επιτάσσεται [=επιστρατεύεται] από την κατασταλτική υπερβολή τής αντίπαλης δύναμης, η δύναμη που ορθώνεται ενάντια στην καταπίεση είναι εσωτερικά πλεοναστική έναντι τής εν λόγω επίταξης. Αυτό είναι κάτι που ο Χέγκελ σαφώς αντιλαμβάνεται με οξυδέρκεια.

3

Θα πρέπει εδώ να διαβάσουμε ολόκληρο ένα από τα αξιολογότερα κομμάτια τής Μεγάλης Λογικής, το κεφάλαιο που επιγράφεται «Η ουσιώδης σχέση», πράγμα αρκετό για να υποδηλώσει την αναφορά του στο αίνιγμα τού συσχετισμού.

Ως πρόγευση ακολουθεί ένα απόσπασμα, όπου ο Χέγκελ πραγματεύεται ρητά την ιδέα ότι η ουσία τής αντίδρασης [=αντίστασης] συνίσταται κατ’ ανάγκη στην ενεργό εσωτερικότητα, με την επιφύλαξη βέβαια τής περίπτωσης που υπολείπεται των απαιτήσεων τής «ουσιώδους σχέσης», δηλαδή τού συσχετισμού με την αυστηρή έννοια τού όρου.

[Τ]ο γεγονός ότι μια ώθηση σε μια δύναμη συμβαίνει μέσω μιας άλλης δύναμης, ότι στην ίδια αναλογία [=επομένως, υπό αυτό το πρίσμα] η πρώτη δύναμη συμπεριφέρεται [= δέχεται την ώθηση] παθητικά, αλλά εκ νέου μεταβαίνει από τούτη την παθητικότητα στην ενεργητικότητα, [το γεγονός αυτό είναι] η επάνοδος τής δύναμης σ’ αυτή την ίδια. Η δύναμη εξωτερικεύεται. Η εξωτερίκευση είναι αντίδραση με την έννοια ότι αυτή θέτει την εξωτερικότητα ως δικό της ιδιαίτερο στάδιο και έτσι αναιρεί [sursume[6]] το γεγονός ότι αυτή έχει διεγερθεί από μια άλλη δύναμη. (ΕτΛ, Α΄, ΙΙ, σελ.303)[7]

Εδώ κρύβεται όλη η ουσία τής υπόθεσης: όταν ακριβώς η δύναμη θα «θέτει την εξωτερικότητα ως δικό της ιδιαίτερο στάδιο», τότε ακριβώς θα αποκτά χαρακτήρα αυτόκεντρου [=αυτόνομου] ποιοτικού συσχετισμού, με την έννοια ότι η μετωπική αντιπαράθεση των δυνάμεων δεν θα εξασθενίζει την ανομοιογένειά τους. Συνακόλουθα, όταν ο λαός θα έχει σχηματίσει ιδία αντίληψη για τη μορφή τού «αντιπάλου», ενσωματώνοντάς την στη δική του πολιτική, τότε ακριβώς θα «αναιρεί» την αντι-κατασταλτική [=αντι-κρατική] του εξάρτηση, θα αυτο-εξαιρείται από κάθε συμπερίληψη και θα είναι σε θέση να επιχειρήσει μια καταφατική σχάση.

Ο στοχασμός πάνω στη συσχέτιση είναι και στοχασμός τής ενεργού δύναμης — τής δύναμης εκείνης που μπολιάζεται σε μια άλλη δύναμη — υπό την οπτική όμως τής άτεγκτής της ποιότητας [irréductible qualité], για την οποία ο χώρος τοποθέτησης δεν αντιπροσωπεύει πλέον παρά την κατεδαφιστέα διαμεσολάβησή της.[8]

Θα προσέθετα, μάλιστα, ότι, παρά την ιδεαλιστική του εφεκτικότητα, το συγκεκριμένο κεφάλαιο τής Λογικής συγκεφαλαιώνει τα κυριότερα ζητήματα τού εγχειρήματός μας.

Ας δούμε τώρα τη δομή του.

Το κεφάλαιο αποτελείται από τις εξής τρεις ενότητες:

(1) την προβληματική τού όλου και των μερών·
(2) τη δύναμη·
(3) το εσωτερικό και το εξωτερικό.

Αυτός είναι και ο δικός μας χάρτης πορείας, γιατί η σχέση όλου και μερών δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια θεωρία για τον χώρο τής τοποθέτησης, όπου επαληθεύεται ότι, από πλευράς δομής, κάθε αντιφατική συσχέτιση δεν είναι παρά ένας αποκλεισμός, ένα έκτοπο, για το οποίο η σχέση τής συμπερίληψης (δηλαδή το μέρος ως αυτό που μετέχει τού γένους τού όλου [=τού συντεθειμένου]) θα αντιπροσωπεύει την αρχή τής ενότητας.

Όπως ήδη είδαμε, η δύναμη έρχεται να επικαθορίσει — μέσω τής μη-αναγώγιμης θέσης [position irréductible] τής ποιοτικής εσωτερικότητας στο πλαίσιο τής αντιπαράθεσης των δυνάμεων — το ενοποιητικό αδιέξοδο στο οποίο επανανάγεται η δομή τής συμπερίληψης στο όλο.

Προαναγγέλλοντας κατά τρόπο απροσδόκητο τον Λακάν, ο Χέγκελ αποτυπώνει το αδιέξοδο αυτό με τη μορφή τού παλμού, τής ταλάντευσης, τής εναλλασσόμενης έκλειψης:

Στο βαθμό τώρα που το υπάρχον είναι μέρος, δεν είναι όλο, δεν [είναι] κάτι το συντεθειμένο [δεν είναι σύνολο: pas du tout]· άρα [είναι] απλό. Αλλ’ εφόσον η αναφορά σε ένα όλο [=η σχέση προς ένα όλο] είναι εξωτερική σ’ αυτό, τότε αυτή [η αναφορά/σχέση] δεν το αφορά καθόλου· το αυθύπαρκτο [l’autonome], έτσι, δεν είναι, επίσης, καθεαυτό μέρος· [διότι μέρος θα ήταν] μόνο μέσω εκείνης τής αναφοράς [σχέσης]. [‒] Αλλ’ εφόσον τώρα αυτό δεν είναι μέρος, τότε είναι όλο, γιατί μόνο τούτη η σχέση όλου και μερών είναι παρούσα [=παρουσιάζεται], και το αυθύπαρκτο [l’autonome] είναι ένα από τα δύο. Αλλ’ εφόσον αυτό είναι όλο, τότε είναι εκ νέου συντεθειμένο [composé]· αποτελείται πάλι από μέρη και ούτω καθεξής επ’ άπειρον. — Τούτη η απειρότητα δεν έγκειται σε τίποτε άλλο παρά στη διαρκή εναλλαγή των δύο όρων τής σχέσης, μέσα στον καθένα εκ των οποίων ο άλλος ανακύπτει [surgit: αναφαίνεται] άμεσα, έτσι ώστε το τεθειμένο-Είναι καθενός να [συνίσταται στον] εξαφανισμό [=έκλειψη] αυτού τού ίδιου. (ΕτΛ, Α΄, ΙΙ, σελ. 295) [9]

Αν λοιπόν αφήσουμε κατά μέρος τη δύναμη,[10] θα πρέπει να πούμε ότι αυτό το τεθειμένο-Είναι, τού οποίου η ουσία έγκειται στο να εξαφανίζεται στο πλαίσιο μιας αέναης εναλλαγής, αυτός, επομένως, ο εφήμερος όρος, στον οποίο συρράπτεται η διαλεκτική τού Όλου, θα αντιπροσωπεύει τον μοναδικό προορισμό και κατάληξη, αφενός μεν, τού εκτόπου — που εδώ τίθεται εξαρχής ως μέρος [=υποσύνολο]) και το οποίο αποκτά τη θέση του [στο Όλο] υπό την προϋπόθεση ότι ως αυτόνομο [=αυθύπαρκτο] αυτοαποκλείεται από αυτή,[11] και, αφετέρου, τού ίδιου τού χώρου-τοποθέτησης (εν προκειμένου τού Όλου), που, ως ρυθμιστής των τόπων, επιδέχεται το έκτοπο μέσω μόνο τής πλήρους αυτοκατάργησής του.[12]

Με αυτόν τον τρόπο επιβεβαιώνεται ότι η αέναη ταλάντωση ανάμεσα σε αυτό που είναι με μόνο προορισμό το μη-Είναι και σε αυτό που δεν είναι [=τίθεται εκτός είναι] προς-χάριν-τού-Είναι αντιπροσωπεύει τη μόνη μορφή διαδικασίας ανεκτής από τη δομική διαλεκτική. Με αυτόν τον τρόπο γίνεται εδώ νοητή η συσχέτιση ως καθαρή σχάση, καθόσον το να πούμε ότι τα δύο είναι ένα σημαίνει ότι δεν είναι πλέον δύο· ενώ εάν πούμε ότι [τα δύο] είναι δύο, εννοώντας δύο-φορές-το-ένα, αυτό θα σημαίνει ότι το Ένα ταυτίζεται με το Δύο κ.ο.κ. — Ειρήσθω εν παρόδω, η συγκεκριμένη διαδικασία δεν παύει να είναι εξαιρετικά σημαντική, καθώς η συνεπής και συνεκτική πραγμάτευση τού εφήμερου όρου [τής διαλεκτικής τού Όλου] αντιπροσωπεύει το ρεαλιστικό απόγειο τής δομικής διαλεκτικής.

Ωστόσο, ο Χέγκελ δεν πρόκειται να σταματήσει εδώ, πόσω μάλλον, εφόσον επιδιώκει την κυκλική τελείωση, πράγμα στο οποίο άλλωστε έγκειται το σφάλμα τής αλήθειας του. Βγάζοντας από το μανίκι του τον άσο τής δύναμης, θα καμωθεί πως τη συνάγει από τη δομή τής ταλάντωσης, παρόλο που η δύναμη αντιπροσωπεύει έναν μη επαγώγιμο, πρωταρχικό και ουσιώδη επικαθορισμό τής τελευταίας.

Η δύναμη όμως είναι αυτή που συνέχει και συνθέτει τα μέρη στο πλαίσιο τής κίνησης τού όλου: διοχετευόμενη στην ποικιλότητα των μερών, χωρίς ωστόσο να εξαντλείται εκεί, η δύναμη αντιπροσωπεύει τη μη αριθμητική ποιότητα τού όλου, τη συνεκτικότητά του. Είναι το ποιητικό αίτιο όχι απλώς τής λειτουργίας τού όλου στο πλαίσιο τού συστήματος τού χώρου τοποθέτησης (δηλ. τού συστήματος τής διανομής των θέσεων των μερών), αλλά πλέον τής εν κινήσει συνεκτικότητάς του, τής έμπρακτης ενοποίησής του.

Η θεωρία τής δύναμης αντιπροσωπεύει την «ιστορική» (ενο-ποιητική) όψη τής θεωρίας τού διαλεκτικού συσχετισμού, που ναι μεν βρίσκει έρεισμα στον εν-εκλείψει συσχετισμό τού συστήματος των θέσεων, αλλά δεν προκύπτει αναγωγικά από αυτόν (παρά τις ανειλικρινείς διαβεβαιώσεις τού Χέγκελ περί τού αντιθέτου).

4

Αυτή η ιστορικότητα τής συσχέτισης εμβαθύνεται στη χαρακτηριστικά εγελιανή τρισκελή[13] προσέγγιση τού ζητήματος, όπου κατά πρώτον τίθεται το «ευρισκόμενο-υπό-συνθήκες-Είναι» τής δύναμης, με άλλα λόγια, η καθαρή της ουσία ως συσχετισμός. Η δύναμη αυτή καθ’ εαυτή δεν νοείται παρά μόνο ως δραστηριότητα σχετιζόμενη με μια άλλη δύναμη: «Το ευρισκόμενο-υπό-συνθήκες-Είναι μέσω μιας άλλης δύναμης είναι, έτσι, καθεαυτό η δράση τής ίδιας τής δύναμης» (ΕτΛ, σελ.300). Εδώ ακριβώς — στη διαπίστωση ότι ο συσχετισμός συνιστά «δράση»[14] — βρίσκεται η καρδιά τού μη απεικονίσιμου. Η σχάση ως τόπος των δυνάμεων θέτει, ως απόλυτα πρότερη, την πρακτική ύπαρξη έναντι τής κατανοησιμότητας τής συσχέτισης.

Κατά δεύτερον, χρησιμοποιώντας, όπως είδαμε, τον όρο «διέγερση τής δύναμης», ο Χέγκελ αποσαφηνίζει την ερμηνεία τής συσχέτισης με άξονα το δίπολο δραστηριότητα/παθητικότητα. Πιο συγκεκριμένα, αναδεικνύει το εσωτερικό ενεργό της[15] θεμέλιο¸ καθώς η παθητικότητα δεν είναι παρά καθαρή φαινομενικότητα, ένας παρεπόμενος εμπειρικός συσχετισμός.

Στο οξυδερκέστερο κομμάτι τής ανάλυσής του, ο Χέγκελ ορίζει ότι, δεδομένου ότι η δύναμη παρουσιάζεται ως ουσιωδώς ενεργητική στη συσχέτισή της με μια άλλη δύναμη, η «προϋποθέτουσα ενέργεια» [=το προϋποθέτειν της],[16] που καταρχάς εμφανίζεται ως μια άλλη εξωτερική δύναμη [=διεγείρουσα δύναμη], εντοπίζεται στην πραγματικότητα στο εσωτερικό της. Επομένως, η κίνηση μέσω τής οποίας η δύναμη εκδιπλώνεται και αναπτύσσεται προς το εξωτερικό της, έναντι δηλαδή τής άλλης δύναμης, διέπεται μάλλον από το στοιχείο τής χωροκατακτητικής απόσπασης από τον ίδιο της τον εαυτό.

Με την πραγμάτωση τής εσωτερικής της ενότητας, την αποκάθαρσή της από τον «προσδιορισμό» (δηλ. την εσωτερική της διαίρεση) που της έχει επιβληθεί από τη μπουρζουαζία, η εργατική τάξη προβάλλει τον εαυτό της μεγεθυμένο στο πεδίο τής πάλης για την καταστροφή τού ιμπεριαλιστικού χώρου τοποθέτησης.[17] «Διεγερμένη» από την αστική καταπίεση, ενεργεί πλέον ως «δύναμη» και παίρνει μέρος στην ανταγωνιστική της συσχέτιση με τον «αντίπαλο»¸ έχοντας αυτοπροσδιορισθεί ενάντια στον εαυτό της, ενάντια στην εσωτερική μορφή τής πρότερης αδυναμίας της. — Ομοίως και το άτομο θα μπορέσει, στο πλαίσιο των δεδομένων συνθηκών στις οποίες βρίσκεται, να ανοίξει τη στρόφιγγα τής δικής του δύναμης, μόνο εάν συγκρουστεί με το πλέγμα των αδρανών συνηθειών που του υπαγορεύουν οι περιστάσεις.

Η καθαρή ικανότητα χωροκατακτητικής επέκτασης μιας ετερογενούς ποιότητας συνιστά τη μη-απεικονίσιμη εσωτερική κινητήρια δύναμη τής συσχέτισης.

Ή, όπως το θέτει ο Χέγκελ, «η ενεργητικότητα είναι ουσιαστικά μια [ενεργητικότητα] που αντιδρά ενάντια στον εαυτό» (ΕτΛ, σελ.304).

Αυτό το στοιχείο τής απόσπασης από τον εαυτό, ή, αν προτιμάτε, τής εσωτερικής εξωτερίκευσης, ο Χέγκελ το αποκαλεί «άπειρο [ή απειρότητα] τής δύναμης». Πρόκειται δε για το τρίτο σκέλος τής παρουσίασης τού ζητήματος. Το να κάνει κανείς λόγο για την άπειρη διάσταση τής δύναμης ισοδυναμεί με τον χαρακτηρισμό τής πράξης ως συσχέτισης, ισοδυναμεί δηλαδή με την αναγνώριση τής πρωτοκαθεδρίας τής πρακτικής. Το «άπειρο τής δύναμης» δεν είναι τίποτε άλλο από το αξίωμα τού Φάουστ τού Γκαίτε: «εν αρχή ην η πράξη».

Το εν λόγω άπειρο τής εξωτερίκευσης οδηγεί στην τελική διαλεκτική τού κεφαλαίου, όπου βλέπουμε το εσωτερικό και το εξωτερικό να αλληλοσυμπλέκονται:

Το Εξωτερικό και το Εσωτερικό είναι η προσδιοριστικότητα που έχει τεθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε [καθένας] από τούτους τους δύο προσδιορισμούς όχι μόνο να προϋποθέτει τον άλλο και να μεταβαίνει μέσα σ’ αυτόν σαν στην αλήθεια του, αλλά στο μέτρο που αυτός είναι τούτη η αλήθεια τού άλλου, να παραμένει τεθειμένος ως προσδιοριστικότητα και να παραπέμπει στην ολότητα αμφοτέρων. (ΕτΛ, σελ.308)

Ένα μάτι εκπαιδευμένο στη λακανική θεωρία θα αναγνωρίσει εδώ την καίρια[18] εμφάνιση τής τοπολογίας τού Υποκειμένου η οποία απεικονίζεται μέσω των μη-προσανατολίσιµων επιφανειών, όπως είναι για παράδειγμα η ταινία τού Μέμπιους. Όσο για εμάς, αναγνωρίζουμε εν προκειμένω ότι, στο πλαίσιο τής λογικής των δυνάμεων, ο χώρος τής τοποθέτησης και το έκτοπο συσχετίζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι πλέον δυνατό να τεθεί ο δεύτερος όρος ως απλό εξηρημένο εξωτερικό τού πρώτου.

Στο πλαίσιο τής λογικής των δυνάμεων, η ιστορική ουσία τής ενότητας των αντιθέτων έγκειται στο ότι η εν λόγω ενότητα δεν συνιστά προσανατολίσιμη συσχέτιση — και αυτό παρόλο που το μη-προσανατολίσιμο μπορεί μόνον να οριοθετηθεί δυνάμει ενός υποκειμένου (δομικού) προσανατολισμού.

Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, το προλεταριάτο ως πολιτική τάξη (νοούμενο δηλαδή ως «δύναμη») θα έρχεται σε «σχέση» με τη μπουρζουαζία με τη μορφή μιας καθόλα ιστορικής ενότητας τής πάλης [των αντιθέτων], τής οποίας[19] δεν θα είναι δυνατή η «κατανομή»[20] ανά πεδίο τού κοινωνικού όλου και η οποία [ενότητα], επιπλέον, θα παρέχει δομή σε ένα και το αυτό ον (τον λαό) — πράγμα που όχι μόνο δεν απαγορεύει αλλά, αντίθετα, επιβάλλει τον [ανα-]προσανατολισμό τής ταξικής «θέσης» προς το τεθειμένο/τοποθετημένο της θεμέλιο: τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής.

Ενδεικτικό τής σημασίας που έχει η εν λόγω τοπολογική ενότητα των αντιθέτων, η οποία, υπό την κυριαρχία τής δύναμης, προβαίνει στη συσχέτιση εσωτερικού και εξωτερικού, είναι, αφενός μεν, ότι αντιπροσωπεύει για τον Χέγκελ, ούτε λίγο ούτε πολύ, την «ενότητα τής ουσίας και τής ύπαρξης» (ΕτΛ, σελ. 315), αφετέρου δε, ότι αποτελεί το κομβικό μεταβατικό σημείο γύρω από το οποίο περιστρέφεται το κείμενο τής Μεγάλης Λογικής.

Όσον αφορά την υλιστική διαλεκτική, αν συναντήσετε κάτι προχωρώντας στα τυφλά μέσα στον λαβύρινθο τής δύναμης — στον λαβύρινθο τού έξω και τού μέσα, τής νύχτας και τής καταχνιάς, εκεί όπου ο χώρος ούτε τοποθετεί ούτε εκτοπίζει — αυτό δεν θα είναι άλλο από το Υποκείμενο, έναν Μινώταυρο χωρίς Θησέα.[21]

Τότε, λοιπόν, το υποκείμενο (κάθε υποκείμενο) θα έχει την ευκαιρία να επιβάλει τη θέση του,[22] στο μέτρο που η ιδιαίτερη ποιότητά του συνίσταται στον στραβισμό του [d’être désorienté].[23]


[1] [πβ. το μεταγενέστερο κείμενο τού P. Macherey “Eins teilt sich in zwei” (γερμ. μτφρ) [1988] (που δημοσιεύθηκε μεταφρασμένο στις «Θέσεις» [1995]· [Histoires de dinosaure-Faire de la philosophie-1965/1997]]
[2] [Il y a ceci, dont cela n’est pas: στου οποίου την ταυτότητα (ή το είναι) δεν μετέχει αυτό-εκεί]
[3] [Y-a d’l’un: η φράση έχει μεταφραστεί στα αγγλικά ποικιλοτρόπως («υπάρχει κάτι σαν το ένα», «υπάρχει το Ένα», «το μόνο που υπάρχει είναι το ένα» κ.ο.κ.)]
[4] [conviviale]
[5] [sollicite: διεγείρει· βλ. κατωτέρω]
[6] [sursumer: νεολογισμός των γάλλων μεταφραστών τής Λογικής, από το λατινικό «sursum corda» («άνω σχώμεν τας καρδίας»)]
[7] [Επιστήμη τής Λογικής, Α Τόμος, Βιβλίο ΙΙ, εκδ. Δωδώνη, 1998, (Μετφρ. Δ.Τζωρτζόπουλος)]
[8] [ο χώρος τοποθέτησης είναι η διαμεσολάβηση τής ποιότητας]
[9] [Μετφρ. τροποποιημένη· σε αγκύλες με πλάγιους χαρακτήρες οι δικές μου προσθήκες/τροποποιήσεις]
[10] Αν δεν καταλαβαίνετε τι λέει, να διαβάσετε το παραμύθι τού Χ.Κρ. Άντερσεν «Κάθε τι στη θέση του» [Alt på sin rette plads], όπου η μουσική τής φλογέρας παίζει το ρόλο τής εγελιανής «δύναμης»]
[11] [από αυτή: από τη θέση του ή από το όλο στο οποίο εμπεριέχεται· s’en exclure: η αντωνυμία en παραπέμπει είτε στη θέση είτε στο Όλο]
[12] [αυτοκατάργηση: ως υποκείμενο νοείται ο «χώρος τοποθέτησης» και όχι το «έκτοπο»]
[13] [τριαδική]
[14] [tätigkeit: πράξη, έργο κ.ο.κ.]
[15] [«τής διέγερσης»]
[16] [«Η παρούσα για τη δύναμη εσωτερικότητα είναι, λοιπόν, η ίδια η δική της προϋποθέτουσα ενέργεια, η οποία το πρώτον είναι τεθειμένη ως μια άλλη δύναμη» (ΕτΛ, σελ.300)]
[17] [se projette expansivement dans la lutte destructrice contre l’esplace impérialiste: πρόκειται για σύμφυρση τής κυριολεκτικής και μεταφορικής έννοιας τής φράσης «se projette dans» («χωρική προβολή» και «αντίληψη/κατανόηση τής θέσης της»)]
[18] [cruciale: κρίσιμη αλλά και «χιαστί»]
[19 [τής οποίας: ενότητας]
[20] [πβ. ανωτέρω: «Η δύναμη όμως είναι αυτή που συνέχει και συνθέτει τα μέρη στο πλαίσιο τής κίνησης τού όλου: διοχετευόμενη στην ποικιλότητα των μερών — χωρίς ωστόσο να εξαντλείται εκεί — η δύναμη αντιπροσωπεύει τη μη αριθμητική ποιότητα τού όλου, τη συνεκτικότητά του. Είναι το ποιητικό αίτιο κ.λπ. »— Στο εξής, θα υπάρχουν δύο δομούσες ολικές «ποιότητες»]
[21] [χωρίς Θησέα: «χωρίς απεικονίσιμη αντιστοίχιση» (βλ. ανωτέρω)]
[22] [ή εναλλακτικά, «να προσπερνά τη θέση που του έχει ανατεθεί»]
[23] [στο λεξικό τού Μπαμπινιώτη διαβάζουμε: «αλλήθωρος ή αλλοίθωρος: […] η παλαιότερη γραφή τής λέξης με -οι- στηρίζεται στην παραγωγής της από το «ἀλλοῖα θεωροῦντες > ἀλλοιόθωρος > ἀλλοίθωρος»· πβ. επίσης ἀλλοῖος: ο άλλου είδους, άλλης φύσεως, άλλης ποιότητας, διαφορότροπος [Δημητράκ.]]

 

Ετικέτες:

7 Ιανουαρίου,1975 — A. Badiou

kino
Théorie du Sujet, σελ. 21-30 (Διόρθωση τής μετάφρασης) [pdf]

7 Ιανουαρίου,1975

Καθετί που ανήκει σ’ ένα όλο αποτελεί φραγμό [Schranke] προς το όλο, στον βαθμό που περιέχεται σε αυτό.

Ο παλιός Χέγκελ χωρισμένος στα δύο — Σχάση, προσδιορισμός, όριο — Χώρος-θέσης και έκτοπο — Αριστερές και δεξιές παρεκκλίσεις

1

Υπάρχουν δύο διαλεκτικές μήτρες στον Χέγκελ και είναι αυτό που μετατρέπει την περίφημη ιστορία τού κουκουτσιού και τής σάρκας σε μια πραγματική σπαζοκεφαλιά. Στον Χέγκελ, είναι ο ίδιος ο πυρήνας που είναι διαρρηγμένος, όπως σε αυτά τα ροδάκινα που είναι επί πλέον ενοχλητικό να τα τρως και των οποίων το σκληρό εσωτερικό αντικείμενο σπάει γρήγορα σε δύο μέρη που περιστρέφονται ανάμεσα στα δόντια.

Στο ροδάκινο υπάρχει όμως και ο πυρήνας τού κουκουτσιού, η πικρή ψίχα τής αναπαραγωγής του ως δέντρο. Αλλά από την εγελιανή διαίρεση δεν θα επιχειρήσουμε εδώ να συναγάγουμε κάποια δευτερογενή ενότητα, ούτε καν μια ενότητα πικρή σαν φαρμάκι.

Πρέπει να κατανοήσουμε αυτό που ο Λένιν δεν έπαψε ποτέ να επαναλαμβάνει: το συνοπτικό ευαγγέλιο τού υλισμού τής εγελιανής φιλοσοφίας! Τι νόημα άλλωστε θα είχε να αντιδιαστέλλουμε έναν (υποτιθέμενα αποδεκτό) διαλεκτικό πυρήνα από το (βδελυρό) ιδεαλιστικό του περίβλημα; Η διαλεκτική, καθόσον είναι ο νόμος τού είναι, είναι κατ’ ανάγκη υλιστική. Αν ο Χέγκελ την άγγιξε, τότε θα πρέπει να ήταν υλιστής. Η άλλη ερμηνευτική εκδοχή θα ήταν αυτή μιας εγελιανής «ιδεαλιστικο-διαλεκτικής», εν ολίγοις μιας «διαλεκτικής» χωρίς ίχνος πραγματικού, ούτε καν με τη μορφή μιας ανεστραμμένης συμβολικής ένδειξης (που, όπως το έθεσε ο Μαρξ, θα στεκόταν πάνω στο κεφάλι της).

Οπότε στην καρδιά τής εγελιανής διαλεκτικής πρέπει να διακρίνουμε δύο διαδικασίες, δύο έννοιες τής κίνησης, και όχι απλώς μια κατ’ αρχήν μεν ορθή οπτική για το γίγνεσθαι, που, υποτίθεται, θα διαβρωθεί στη συνέχεια από ένα «υποκειμενικό» γνωσιακό σύστημα.

Επομένως, θα πρόκειται:

α) αφενός, για μια διαλεκτική μήτρα που θα καλύπτεται από τον όρο τής αλλοτρίωσης· την ιδέα, δηλαδή, τής εκδίπλωσης ενός απλού όρου στο πλαίσιο τής διαδικασίας τού «έτερον-γίγνεσθαι», κατά τρόπον ώστε να επιστρέφει στον εαυτό του ως απόλυτη έννοια·

β) και, αφετέρου, για μια διαλεκτική μήτρα τής οποίας τελεστής είναι η σχάση· με άλλα λόγια, το μοτίβο ότι κάθε ενότητα είναι διαιρεμένη, χωρίς καμία επιστροφή-στον-εαυτό [της] και χωρίς καμία σύνδεση μεταξύ αρχής και τέλους (ούτε καν με τη μορφή τού «ολοκληρωμένου κομμουνισμού» ως «επιστροφή» — μετά το στάδιο τής εξωτερίκευσης στο Κράτος — στην [απόλυτη] «έννοια», σε σχέση με την οποία ο «πρωτόγονος κομμουνισμός» θα είχε το ρόλο [ή τη θέση] τής απλής αμεσότητας.

Αλλά τα πράγματα απέχουν πολύ από το να είναι τόσο απλά.

2

Ας ξεκινήσουμε από μια «κούφια» έννοια, δηλαδή από μια περιορισμένη και συνάμα εξαιρετικά γενική έννοια και, πιο συγκεκριμένα, από την έννοια τού «κάτι», που είναι η πρώτη μορφή τού είναι-εκεί στη Λογική τού Χέγκελ.

Σε αυτό το «κάτι» ο Χέγκελ θεμελιώνει την ίδια τη δυνατότητα έναρξης τής διαλεκτικής τού Ενός και των πολλών, τού απείρου και τού πεπερασμένου· με άλλα λόγια, την αρχή εκείνου που εμείς οι ορθόδοξοι μαρξιστές αποκαλούμε ποσοτική συσσώρευση, που ως γνωστόν θεωρείται ότι συντελεί στην πραγματοποίηση τού ποιοτικού άλματος.

Επιπλέον, εκείνο που προκαλεί απορία είναι ότι στη Λογική τού Χέγκελ όλα αυτά θα τα βρείτε κάτω από την επικεφαλίδα «ποιότητα», που, όσον αφορά τη σειρά παρουσίασης, προηγείται τής ποσότητας.

Ωστόσο, όπως πάντα, αποδεικνύεται ότι ο Χέγκελ είναι αυτός που έχει δίκιο. Κι αυτό γιατί τίποτε δεν μπορεί να λεχθεί για το Ένα χωρίς την ενασχόληση με το ποιοτικό και τη δύναμη. Αυτός είναι ο λόγος που ένας από τους στόχους τής παρούσας συζήτησης είναι η απόδειξη τού ότι το διάσημο «άλμα» από το ποσοτικό στο ποιοτικό ουδόλως συνιστά τον «αντικειμενικό» πήχη που κάνει όλα τα [πολιτικά] θερμόμετρα να χτυπάνε [κομμουνιστικό] «κόκκινο», αλλά, απεναντίας, συνεπάγεται και εμπεριέχει ένα «υποκειμενικό» αποτέλεσμα.

Εν πάση περιπτώσει, στον βαθμό που η ιδεαλιστική του τάση τον ωθεί πάντοτε να συναγάγει το «όλο» επί τη βάσει ενός απλού όρου, ο Χέγκελ καταπιάνεται με την κατασκευή τού πολλαπλού (τού αριθμήσιμου). Αλλά πώς μπορεί το πολλαπλό να έλκει την καταγωγή του από το Ένα, και μάλιστα κατ’ αποκλειστικότητα; Αυτό είναι ένα ερώτημα τόσο παλιό όσο η φιλοσοφία, που όμως πάντοτε αποκτά ιδιαίτερη σημασία για όσους ισχυρίζονται ότι ιστορικοποιούν το Όλο, αντί απλώς να περιγράφουν τον νόμο τής εγκαθιδρυμένης τάξης του. Ήδη από τους Πατέρες τής Εκκλησίας, αυτούς τους σπουδαίους θεμελιωτές τής εννοιακής ιστορίας, θεωρήθηκε αναγκαίο να δικαιολογηθεί το παράδοξο ότι ο Θεός, η απόλυτη μορφή τού Ενός, ήταν σε θέση να συντρίψει ένα αενάως πολλαπλό σύμπαν.[1] Είναι ένα πράγμα το να αποδείξει κανείς τον Θεό από τα φαινόμενα τής φύσης — από τον βάτραχο μέχρι τον μονόκερο (παραβλέποντας το ότι ο μονόκερος αποδεικνύει μάλλον την ύπαρξη τού Διαβόλου)· ωστόσο, πολύ δυσκολότερη είναι η απόδειξη των φυσικών θαυμάτων από την ίδια την ύπαρξη τού Θεού, καθόσον ο Θεός [το Ένα] είναι κατ’ ανάγκη το θαύμα των θαυμάτων.

Ο Χέγκελ είναι ο μοντέρνος ταχυδακτυλουργός αυτού τού εκκλησιαστικού παραδόξου. Αντί να υποστηρίξει ότι το Ένα δημιουργεί το Όλο, ο Χέγκελ θα δείξει ότι το Όλο είναι η ιστορία τού Ενός, δηλαδή ότι ο χώρος τού πολλαπλού είναι το αποτέλεσμα τού χρόνου που απαιτείται για την ανάπτυξη τής απόλυτης έννοιας. Ο Χέγκελ αντικαθιστά το στοιχείο τής «επίδειξης ισχύος» εκ μέρους τού θαυματουργού Δημιουργού με τον μόχθο, την οδύνη και την κυκλική διάρκεια ενός είδους αυτο-παρουσίασης, μέσω τής οποίας το απόλυτο φτάνει στην πλήρως εμφανισμένη ενατένιση/ανασκόπηση τού εαυτού του. Κατά συνέπεια, για τον Χέγκελ, η ολότητα τού κόσμου δεν συνίσταται παρά σε αυτήν την ιστορική διαδρομή εντός τής δαιδαλώδους πινακοθήκης τού Ενός.

Βεβαίως, η αρχική πράξη ισχύος,[2] που έχει κατ’ αυτόν τον τρόπο συσκοτιστεί, ξεμυτίζει σε κάθε επόμενη παράγραφο τού κειμένου. Θα λέγαμε μάλιστα ότι στη συσσώρευση των αυθαίρετων αυτών τοπικών διαταγμάτων έγκειται τόσο η υπομονετική κατασκευή τού οξυδερκούς αλλά ημιτελούς πλαισίου τού εγελιανού υλισμού, όσο και η κινητήρια δύναμη τού δυσκίνητου μηχανισμού τού όλου Συστήματος.

3

Ευθύς εξαρχής, ο Χέγκελ δεν περιορίζεται στο να θέσει απλώς και μόνο το «κάτι», αλλά θέτει συγχρόνως τη διαφορά ανάμεσα σε αυτό το κάτι και σε κάτι άλλο (Etwas und Anderes). Επομένως, αυτό που ομολογείται είναι ότι καμία διαλεκτική δεν είναι νοητή αν δεν προϋποθέτει τη διαίρεση. Είναι το Δύο που δίνει την έννοιά του στο Ένα, και όχι το αντίστροφο.

Φυσικά, ο Χέγκελ επιδίδεται σε κάθε είδους ακροβασίες προκειμένου να συγκαλύψει αυτή την ομολογία. Ειδικά στην πρώτη έκδοση τού 1812 — η οποία είναι περισσότερο ιδεαλιστική, διότι αντίθετα από ό,τι μερικές φορές ακούγεται, ο όψιμος Χέγκελ θα στηρίζεται ολοένα και περισσότερο σε κάποια μορφή τής αρχής τής πραγματικότητας — κάθε τι συμβαίνει ως εάν το «κάτι άλλο» να αποτελεί τη μετάθεση-μετατόπιση τού «κάτι», το κατηγορικό του γίγνεσθαι. Αλλά πρόκειται για προπέτασμα καπνού. Στην πραγματικότητα, ο Χέγκελ θα μελετήσει τη σχάση τού «κάτι» στο πλαίσιο μιας κίνησης που έχει ήδη δομηθεί στη βάση μιας πρότερης σχάσης, η οποία παραμένει, τρόπον τινά, κρυμμένη, διότι είναι κατ’ ουσίαν επαναληπτική: μιας σχάσης που επαναλαμβάνει το «κάτι» ως άλλο (ως κάτι-άλλο) στη θέση τού εαυτού του. Αυτόν ακριβώς τον ρόλο επιτελεί η εισαγωγή τής Λογικής, όπου βλέπουμε το είναι και το μη-είναι να είναι το ίδιο πράγμα τεθειμένο δύο φορές. Εδώ, διαπιστώνει ξανά κανείς ότι η διαδικασία τής σχάσης μιας κατηγορίας μπορεί να γίνει αντικείμενο «παρατήρησης», μόνο επειδή έχει ρητά ή σιωπηρά προϋποτεθεί ως δυνατότητα αυτό το πρωταρχικό ελάχιστο διαφορικό: ο διπλασιασμός τού Ενός.

Χρησιμοποίησα τη διατύπωση αυτή, ότι δηλαδή πρόκειται για το «ίδιο πράγμα» που έχει τεθεί δύο φορές, διότι η ετερότητα δεν διαθέτει εδώ κανένα ποιοτικό στήριγμα. Βρισκόμαστε, αν θέλετε, στην αυγή τού ποιοτικού, έχοντας απέναντί μας τον δομικό του σκελετό. Αυτό-εδώ θα διαφέρει από εκείνο-εκεί λόγω ακριβώς τής δήλωσης τής διαφοράς τους, λόγω τής τοποθέτησής τους μέσω τής χρήσης ενός γραμματικού δείκτη. Κάποιος μπορεί να ονομάσει αυτήν τη χρονικά απειροελάχιστη στάση [ή αναστολή] τής αντίφασης δεικτική στάσησυγκειμενική αναστολή]. Υπάρχει το Α, αλλά υπάρχει και το \mathrm{A_{p}} (όροι που διαβάζονται ως εξής: «το Α ως τέτοιο» και «το Α κάπου αλλού», δηλαδή, στη θέση/τόπο p που αντιστοιχείται από τον χώρο τής τοποθέτησης, δηλ. από τον P).

Πρόκειται, επομένως, για το ίδιο Α δύο φορές κατονομασμένο, δηλαδή δύο φορές τοποθετημένο, πράγμα υπεραρκετό για την αλληλοδιαφθορά των δύο όρων.

Και αυτό γιατί το Α μπορεί να εξεταστεί είτε ως προς την καθαρή, κλειστή του ταυτότητα, είτε ως προς τη δεικτική διαφορά του έναντι τής δεύτερης εμφάνισής του. Το Α είναι μεν ο εαυτός του, αλλά συγχρόνως συνίσταται και στη δύναμή του να επαναλαμβάνεται, στην αναγνωσιμότητά του σε απόσταση από τον εαυτό του, στο γεγονός ότι στον τόπο p, στον άλλο τόπο, είναι πάντα το ίδιο Α που διαβάζουμε — παρά το ότι είναι «άλλο» [διαφέρει] από τον τόπο όπου στέκεται (πράγμα που ισχύει ακόμη και όταν βρίσκεται στο πουθενά) — και αυτό για τον απλό λόγο ότι εμφανίζεται επίσης και εκεί.

Ο Χέγκελ ονομάζει αυτούς τους δύο προσδιορισμούς το κάτι-καθ’ εαυτό και το κάτι-για-το-άλλο. Το «κάτι», ως καθαρή κατηγορία, είναι η ενότητα αυτών των δύο προσδιορισμών, η κίνηση τής δυαδικότητάς τους.

Αυτό είναι απόδειξη τού ότι για να σκεφτεί κανείς διεξοδικά ένα οποιοδήποτε πράγμα, πρέπει πρώτα να το χωρίσει στα δύο.

Ποιο είναι το νόημα τού κάτι-καθ’ εαυτό και τού κάτι-για-το-άλλο; Πρόκειται ακριβώς για την καθαρή και την τεθειμένη ταυτότητα· για το γράμμα και τον χώρο όπου σημειώνεται το γράμμα· για τη θεωρία και την πράξη.

Το δεδομένο τής ελάχιστης διαφοράς (το «κάτι» και το «κάτι άλλο») ανάγεται υποχρεωτικά στον σταθερό όρο τής διαφοράς, τ.έ. στο «πράγμα», είτε αυτό είναι κάτι είτε κάτι-άλλο. Όπως επισημάνθηκε, το Α (—και εδώ, στο Α, βρίσκεται η ουσία τής όλης υπόθεσης), είναι συγχρόνως Α και \mathrm{A_{p}} , όπου το \mathrm{A_{p}} είναι ο γενολογικός όρος όσον αφορά κάθε δυνατή τοποθέτηση τού Α. Μπορεί επομένως να έχουμε \mathrm{A}_{\mathrm{p}1},\mathrm{A}_{\mathrm{p}2},\mathrm{A_{p3}\ldots} κ.ο.κ., όπου τα \mathrm{p}_{1},\mathrm{p}_{2}\ldots,\mathrm{p}_{n}\ldots έχουν ως πεδίο αναφοράς, για παράδειγμα, το P. Πράγματι, όπως θα δούμε στη συνέχεια, υπάρχει το άπειρο των τόπων. Το \mathrm{A_{p}} είναι το Α υπό την ενική-γενική μορφή τής τοποθέτησής του. Ωστόσο, είναι πάντοτε με αυτόν τον τρόπο (δηλαδή ως τοποθετημένο) που το Α φανερώνεται κρυπτόμενο (διότι, ως τοποθετημένο, δεν είναι πλέον μόνο ο εαυτός του, Α, αλλά είναι συγχρόνως και ο τόπος του, το \mathrm{A_{p}}) . Επιπλέον, αυτό είναι κάτι που αληθεύει γενικά, για το άλβα ή βήτα πράγμα αλλά και για οποιοδήποτε εν γένει πράγμα.

Πρέπει λοιπόν να τεθεί η εξής καταστατική σχάση: \mathrm{A}=(\mathrm{A}\mathrm{A}_{p}) .

Ο δείκτης p παραπέμπει στον χώρο τής τοποθέτησης P, στον τόπο κάθε δυνατού αναδιπλασιασμού τού Α. Σημειώστε ότι ο τόπος αυτός δεν χρειάζεται να είναι χωρικός ή γεωμετρικός: ο αναδιπλασιασμός μπορεί να είναι χρονικός ή ακόμη και πλασματικός.

Αυτό που ο Χέγκελ δεν λέει ξεκάθαρα είναι ότι, κατ’ αρχήν, το πραγματικό αρχικό αντίθετο τού «κάτι», τού Α, δεν είναι ένα άλλο πράγμα, ούτε καν το ίδιο το Α «τοποθετημένο» (το \mathrm{A_{p}} ). Όχι, το πραγματικό καμουφλαρισμένο αντίθετο τού Α είναι ο χώρος τής τοποθέτησης P, ο οποίος ακριβώς θέτει σε αντιστοιχία τον δείκτη με το «κάτι». Με άλλα λόγια, η δεδομενικότητα τού εσχασμένου Α, με τη διττή μορφή:

– τού καθαρού του είναι (Α) και

– τού τοποθετημένου-είναι του (\mathrm{A_{p}} ) (ή, όπως θα έλεγε ο Χάιντεγκερ, τού οντολογικού και τού οντικού του είναι),

είναι το αποτέλεσμα, επί τού Α, τής αντίφασης η οποία υφίσταται μεταξύ τής καθαρής ταυτότητάς του και τού δομημένου χώρου στον οποίο αυτό ανήκει, δηλαδή τής αντίφασης μεταξύ τού είναι του και τού Όλου. Η διαλεκτική διαιρεί το Α πάνω στη βάση τής αντίφασης μεταξύ τού Α και τού P, τής αντίφασης μεταξύ τού υπαρκτού και τού τόπου του. Είναι αυτή η αντίφαση, το κρυφό μοτίβο τής οποίας είναι μαλλάρμειο («Δεν θα έχει λάβει τόπο τίποτα, πάρεξ ο τόπος»), η οποία, ενδοβολημένη στο Α, θεμελιώνει το πραγματικό του είναι ως σχάση.

Όλα αυτά αποτελούν σε πολύ μεγάλο βαθμό μια προεικόνιση, διότι, στην πραγματικότητα, η αντίφαση μεταξύ τού Α και τού P αντιτάσσει μια δύναμη στο σύστημα των τόπων και δεν έχουμε φθάσει ακόμη σε αυτό το σημείο τής συζήτησης.

Ας μου επιτραπεί όμως εδώ να ρίξω — άπλετο — φως στην εν λόγω υπόθεση:

Το πραγματικό αντώνυμο τού προλεταριάτου δεν είναι η μπουρζουαζία, αλλά ο αστικός κόσμος, η ιμπεριαλιστική κοινωνία, συστατικό στοιχείο τής οποίας αποτελεί κατά κοινή ομολογία το προλεταριάτο και μάλιστα με τη διττή μορφή τής κύριας παραγωγικής δύναμης και τού ανταγωνιστικού πολιτικού πόλου, πράγμα το οποίο πρέπει να υπογραμμιστεί. Η περίφημη αντίφαση μεταξύ μπουρζουαζίας και προλεταριάτου είναι ένα περιορισμένο δομικό σχήμα που αδυνατεί να συλλάβει τη διαδικασία στρέψης τού Όλου, το δυναμικό διάγραμμα τής οποίας[3] καταρτίζεται από το ίδιο το προλεταριάτο ως υποκείμενο. Το να συνεχίζουμε να μιλάμε για την αντίθεση προλεταριάτου και μπουρζουαζίας είναι σαν να παίζουμε την κολοκυθιά εγκλωβισμένοι εντός των ορίων τού εγελιανού επινοήματος. Έτσι, κουβέντα να γίνεται για το «κάτι» και το «κάτι-άλλο». Και γιατί αυτό; Επειδή το σχέδιο τού προλεταριάτου, το ενδόμυχό του είναι, δεν συνίσταται στο να αντικρούει τους ισχυρισμούς τής μπουρζουαζίας ή στο να πριονίζει τα πόδια της. Το σχέδιό του δεν είναι άλλο από τον κομμουνισμό. Συνίσταται δηλαδή στην κατάργηση κάθε τόπου όπου μπορεί να εγκατασταθεί κάτι παρόμοιο με το προλεταριάτο. Το πολιτικό σχέδιο τού προλεταριάτου είναι επομένως η εξαφάνιση τού χώρου τής τοποθέτησης των τάξεων. Συνίσταται, όσον αφορά το συγκεκριμένο ιστορικό «κάτι» [δηλ. όσον αφορά το προλεταριάτο], στην εξάλειψη κάθε εν γένει δείκτη τής τάξης.

Θα μου πείτε, και τι γίνεται με τον σοσιαλισμό, όπου, στην πραγματικότητα, η μπουρζουαζία και το προλεταριάτο βρίσκονται περισσότερο από ποτέ σε πόλεμο, πόλεμο που, μεταξύ άλλων μπορεί να λάβει και τη πρωτόγνωρη μορφή των λεγόμενων πολιτιστικών επαναστάσεων; Λοιπόν, ο σοσιαλισμός δεν υπάρχει. Είναι απλώς ένα όνομα που παραπέμπει σε ένα σκοτεινό και παράδοξο σύμπλεγμα νέων συνθηκών στις οποίες η αντίθεση μεταξύ καπιταλισμού και κομμουνισμού καθίσταται κάπως ευκρινέστερη. Ο όρος «σοσιαλισμός» χαρακτηρίζει μια εμφανιζόμενη μετάλλαξη στον χώρο τοποθέτησης των τάξεων. Ο σοσιαλισμός είναι το P´ στη θέση τού P. Αν υπάρχει κάποιο σημαντικό στοιχείο στον Μαρξισμό, το οποίο ο 20ός αιώνας επιβεβαιώνει σχεδόν μέχρι αηδίας, αυτό είναι ότι δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να διογκώνουμε τη σημασία τού ζητήματος τού «σοσιαλισμού» και τής «οικοδόμησής» του. Το πραγματικό ερώτημα — ή καλύτερα το ακριβές ερώτημα — είναι ο κομμουνισμός. Αυτός είναι ο λόγος που ανέκαθεν η πολιτική επεκρέματο τού Κράτους, χωρίς να ανάγεται περιοριστικά σε αυτό. Όλα αυτά δεν μπορούν ποτέ να αναχθούν στη δυαδική φτώχεια τής αντίφασης μεταξύ των δύο όρων, τού προλεταριάτου και τής μπουρζουαζίας. Ο Μαρξισμός αρχίζει πέρα από αυτή την αντίφαση.

4

Ακολουθώντας, λοιπόν, τον Χέγκελ, θέτουμε τη σχάση \mathrm{A}=(\mathrm{A}\mathrm{A}_{p}) , η οποία αντιπροσωπεύει το αποτέλεσμα τής πλήρως αποκρυμμένης συγκρουσιακής σχέσης που υφίσταται ανάμεσα στο Α και τον «διαμοιραστή» των θέσεων/τόπων με τους οποίους αυτό συνδέεται. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, κάθε τι που υπάρχει είναι συγχρόνως ο εαυτός του και ο εαυτός-του-σύμφωνα-με-τη-θέση του.

Ωστόσο ο Χέγκελ λέει ότι αυτό που καθορίζει τον εσχασμένο όρο, αυτό που του δίνει τη μοναδικότητα τής ύπαρξής του, δεν είναι βεβαίως το Α — ο έγκλειστος στον εαυτό του γενολογικός όρος, ο οποίος δεν επιδέχεται κανενός είδους διαλεκτικής — αλλά μάλλον το \mathrm{A_{p}} , δηλαδή το Α νοούμενο σύμφωνα με το αποτέλεσμα τής διαδικασίας δόμησης τού όλου εντός τού οποίου αυτό εγγράφεται.

Δείτε, για παράδειγμα, την εξής περίπτωση: αν η εργατική τάξη είναι διαιρεμένη στο εσωτερικό της — ακόμη και κατά τη διάρκεια των πλέον δραματικών επεισοδίων που σημαδεύουν τα μαζικά κινήματα — διαιρεμένη ανάμεσα στο προσάναμμα τής πραγματικής πολιτικής της ταυτότητας και τη λανθάνουσα διάβρωσή της από τις αστικές ή ιμπεριαλιστικές ιδέες και πρακτικές, τότε αυτό οφείλεται σίγουρα στην επίδραση τού παράγοντα εκείνου που εξακολουθεί να υπαγορεύει τη θέση τής εργατικής τάξης μέσα σε ένα (εθνικό ή παγκόσμιο) Όλο, το οποίο κυβερνάται από το κεφάλαιο και τις αυτοκρατορίες. Αυτός λοιπόν είναι ο παράγοντας που, στα πλαίσια τής πρακτικής ενότητας μιας εξέγερσης, θα συγκολλά μεταξύ τους δύο τόσο ασύμφωνους προσανατολισμούς εντός των κόλπων τής εργατικής τάξης και ο οποίος, στο πλαίσιο τής διαιρέσιμης επαφής τής εργατικής τάξης με το αντίθετό της, θα μετατρέπει την καθαρή ανάδυση τού εαυτού της σε μια διαδικασία εκκαθάρισης.[4]

Αυτό ισχύει ακόμα και στον σοσιαλισμό. Το 1967, σε όλα τα μεγάλα κινεζικά εργοστάσια, οπλισμένες φράξιες έρχονται μεταξύ τους σε σύγκρουση. Ο Μάο, λοιπόν, δηλώνει: «τίποτα το σημαντικό δεν διαιρεί την εργατική τάξη». Πρόκειται μήπως για μια διαπίστωση όσον αφορά την ύπαρξη ενός σταθερού και πάγιου τόπου; Όχι. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια Οδηγία μάχης, που υποδεικνύει ότι το προλεταριάτο πρέπει να πρωτοστατήσει στην επανάσταση και ότι αυτός είναι ο ιστορικός προσανατολισμός τον οποίο πρέπει να ακολουθήσει, προκειμένου να διασφαλιστεί η ενότητά του, με άλλα λόγια, η ίδια του η ύπαρξη (ως πολιτικό υποκείμενο).

Επομένως, το καθετί θα αυτοσχετίζεται απέχοντας από εκείνο που επέχει τη θέση τού εαυτού του.[5]

Άρα, αν έχουμε τη σχέση \mathrm{A}=(\mathrm{A}\mathrm{A}_{\mathrm{p}}) , τότε αυτή η σχέση θα καθορίζεται από την επίδραση που ασκείται στο A από τον χώρο P μέσω τής αντιστοίχισης ενός δείκτη. Θα γράψουμε έτσι: \mathrm{A}_{\mathit{\mathrm{p}}}(\mathrm{A}\mathrm{A}_{\mathrm{p}}) , πράγμα που συνιστά μια πρώτη τυποποίηση τού προσδιορισμού τής σχάσης, ένα πρώτο αλγόριθμο για την ενότητα των αντιθέτων.

Με άλλα λόγια, πρόκειται για αυτό το οποίο ο Χέγκελ αποκαλεί Bestimmung.

Ο προσδιορισμός [Bestimmung] θα διαιρείται, με τη σειρά του, από αυτό που ο ίδιος ενοποιεί. Ένα από τα ισχυρά σημεία τής διαλεκτικής είναι η κατανόηση τού τρόπου με τον οποίο το «Ένα» τής ενότητας των αντιθέτων θεμελιώνει, μέσα στο ίδιο του το είναι, την εναντιότητα.

Ας αρχίσουμε δίνοντας το εξής παράδειγμα: στη συγκεκριμένη ιστορική της έκφανση, η εργατική τάξη θα είναι πάντοτε η αντιφατική ενότητα τού εαυτού της ως προλεταριάτου και τής κάθε φορά συγκεκριμένης αστικής αναστροφής της (—που, σήμερα, αντιπροσωπεύεται από τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό, από το ΚΚΓ, από τα συνδικάτα, καθώς και από οτιδήποτε άλλο οργανώνει την προσχώρηση τής εργατικής τάξης στην ιμπεριαλιστική κοινωνία, συμπεριλαμβανομένης και τής υιοθέτησης τής ιδέας τής διαχείρισης τής κοινωνίας αυτής προς άμεσο όφελος και για λογαριασμό τής εργατικής αριστοκρατίας, πράγμα που δικαιολογείται εν μέρει από το φαινόμενο τού κρατικο-γραφειοκρατικού καπιταλισμού). Η εν λόγω ενότητα των αντιθέτων θα προσδιορίζεται (υπό την έννοια τού εγελιανού Bestimmung) από τον εν γένει αστικό χώρο, που θα αποτελεί συγχρόνως το πεδίο τής πιθανής συγκρότησης τής ενότητας τού πολιτικά ενεργού, μαρξιστικού προλεταριάτου αλλά και τής εργατικής τάξης ως Τόπου τής νέας κρατικο-γραφειοκρατικής μπουρζουαζίας (τού ρεβιζιονισμού). Επομένως θα έχουμε: Α = “εργατική τάξη” και P = “σύγχρονη ιμπεριαλιστική κοινωνία”. Αυτό μας δίνει τη σχέση \mathrm{A}_{\mathrm{p}}= “μοντέρνος ρεβιζιονισμός” και τον αλγόριθμο \mathrm{A}\shortrightarrow\mathrm{A}_{\mathrm{p}}(\mathrm{A}\mathrm{A}_{\mathrm{p}}) , ο οποίος δηλώνει ότι το στοιχείο που προσδιορίζει σήμερα τη διαλεκτική ενεργό πραγματικότητά τού προλεταριάτου είναι το εσωτερικό του διαζύγιο από τον σύγχρονο ρεβιζιονισμό.

Αλλά τι σημαίνει εδώ «προσδιορισμός»; Δύο πράγματα:

— Αφενός μεν ότι ο μαχητικός μαρξιστικός πυρήνας τής εργατικής τάξης προσδιορίζεται από τη νέα ρεβιζιονιστική μπουρζουαζία. Πρόκειται για διαλεκτικό προσδιορισμό με την αυστηρή έννοια τού όρου, πράγμα που μπορεί να γραφτεί ως εξής: \mathbf{A}_{\mathbf{p}}(\mathbf{A}) .

— Αφετέρου δε ότι, σε τελική ανάλυση, ο ρεβιζιονισμός αποτελεί, ολοένα και περισσότερο, τη συγκεκριμένη, ομοιογενή και προσαρμοσμένη στην εργατική τάξη μορφή τού γενικού αστικού και ιμπεριαλιστικού χώρου P. Στον αγώνα αυτοκάθαρσής του από το άγος τού ρεβιζιονισμού, το προλεταριάτο ξεμπροστιάζει (—αυτή είναι η αρμόζουσα διατύπωση) το μέρος τού εαυτού του που εμπλέκεται με τον ρεβιζιονισμό, αντιμετωπίζοντάς το πλέον ως αναπόσπαστο μέρος τού εξωτερικού ανταγωνιστικού όρου, ο οποίος, όπως είδαμε, δεν είναι η μπουρζουαζία, αλλά η ιμπεριαλιστική κοινωνία τής οποίας το ΚΚΓ, τα συνδικάτα κ.ο.κ. είναι οι σύγχρονοι, ενεργοί και δυναμικοί φορείς. Επομένως, ο προσδιορισμός θα επανασυσπειρώνει — θα επαναλαμβάνει — απλώς και μόνο τον χώρο τής τοποθέτησης, τη γενική ετερότητα P, όπου το p θα είναι δείκτης για το Α. Αυτό μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: \mathbf{A}_{\mathbf{p}}(\mathbf{A_{p}})=\mathbf{P} , πράγμα το οποίο αντιπροσωπεύει τρόπον τινά τον νεκρό κλάδο τής διαλεκτικής διαδικασίας, υπενθυμίζοντάς μας ότι ο προσδιορισμός τής σχάσης, δηλ. \mathrm{A}[=](\mathrm{A}\mathrm{A}_{\mathrm{p}}) , προέρχεται από το γεγονός ότι το Α εξ-ίσταται[6] αποκλειστικά και μόνο εντός τού τόπου P. Πρόκειται λοιπόν για το αδρανές διαιρετό τμήμα τού συνολικού προσδιορισμού, ενώ το άλλο κομμάτι του (που σημειώνεται ως εξής: \mathbf{A}_{\mathbf{p}}(\mathbf{A})) θα αντιπροσωπεύει, για το A, τον ενδόμυχο πυρήνα τού προσδιορισμού. Μπορούμε γενικά να πούμε ότι ο προσδιορισμός οποιουδήποτε εσχασμένου υπαρκτού είναι επιμεριστικός:

diagram_b

Μιλάει άραγε ο Χέγκελ για αυτούς τους νεκρούς κλάδους τής διαλεκτικής διαδικασίας; Βεβαίως. Τις αποκαλεί μάλιστα «υποτροπές» (Rückfalle). Είναι η σκιά που ρίχνει ο τόπος στην καθαρή υποβλητική του διάσταση, ενώ ο προσδιορισμός θα αντιπροσωπεύει το καινοφανές στοιχείο.

Σε αυτό λοιπόν το στάδιο, έχουμε πλέον στη διάθεσή μας τις εξής σπουδαίες διαλεκτικές έννοιες, οι οποίες μάλιστα έχουν απόλυτα γενική οντολογική εφαρμογή:

α) τη διαφορά τού πράγματος από τον εαυτό του, Α και \mathrm{A}_{\mathrm{p}} , η οποία θα κυριαρχείται από την αντίφαση που υφίσταται μεταξύ τής δύναμης Α και τού χώρου τής τοποθέτησης P, η δεικτική περίπτωση[7] τού οποίου [χώρου], όσον αφορά το A, θα αντιπροσωπεύεται από το \mathrm{A}_{\mathrm{p}} . Το ουσιαστικό σημείο που πρέπει να τονισθεί είναι ότι είναι η αντίφαση που κυριαρχεί επί τής διαφοράς, και όχι το αντίστροφο.

β) τη σχάση ως τη μόνη μορφή ύπαρξης κάθε εν γένει πράγματος: \mathrm{A}=(\mathrm{A}\mathrm{A}_{\mathrm{p}}) .

γ) τον προσδιορισμό ως ενότητα τής σχάσης, που μπορεί να νοηθεί αποκλειστικά και μόνο με βάση τον δεικτοδοτημένο όρο (και όχι με βάση τον καθαρό όρο): \mathrm{A}_{\mathrm{p}}(\mathrm{A}\mathrm{A}_{\mathrm{p}}) .

δ) τη σχάση τού προσδιορισμού που θα λαμβάνει τις ακόλουθες μορφές, ανάλογα με τον όρο στον οποίο εφαρμόζεται ο προσδιορισμός:

– προσδιορισμός τού νέου, \mathbf{A}_{\mathbf{p}}(\mathbf{A}) ·

– υποτροπή: \mathbf{A}_{\mathbf{p}}(\mathbf{A_{p}})=\mathbf{P} .

Η ουσία τής υποτροπής έγκειται στον χώρο τής τοποθέτησης, δηλ. στον τόπο P.

Ορολογική παρατήρηση: αν επιλέξουμε να αντιδιαστείλουμε την έννοια τής «δύναμης» από αυτήν τής «θέσης» (—επιλογή που προκρίνεται στο παρόν κείμενο), θα ενδείκνυται, εν πάση περιπτώσει, η χρήση τού όρου «χώρος τής τοποθέτησης», προκειμένου να δηλωθεί η δράση τής δομής· προτιμότερο όμως θα ήταν να εισάγουμε τον νεολογισμό «χώρο-θέσης» [=«χώρος τής τοποθέτησης»]. —Αν, αντιθέτως, χρησιμοποιήσουμε τον όρο «τόπο», που παραπέμπει περισσότερο στον Μαλαρμέ, τότε θα χρειαστεί να κάνουμε λόγο, χρησιμοποιώντας το ιδίωμα τού Λακάν, για «τοποτηρητεία» αντί για «θέση». Τότε όμως θα ήταν παράταιρο να χρησιμοποιηθεί ο όρος «δύναμη» για τον χαρακτηρισμό τής α-δομικής τοπολογικής, οπότε προτιμότερο θα ήταν να αντικατασταθεί ο όρος «δύναμη» με τον όρο «έκτοπο».

Στη γεμάτη πριονίδια αρένα τής κατηγοριακής πάλης, η διαλεκτική θα είναι το έκτοπο έναντι τού τόπου.

5

Η υποτροπή θα είναι το αδρανές αρνητικό τού αυστηρού προσδιορισμού [δηλ. τού \mathbf{A}_{\mathbf{p}}(\mathbf{A}) ], μόνον εάν ο αυστηρός προσδιορισμός θα ενσωματώνει μια ειδική αντίσταση τού όρου Α, υπό την έννοια ότι ο συγκεκριμένος όρος δεν θα επιτρέπει τον εξαντλητικό του προσδιορισμό από την δεικτική του εξειδίκευση \mathrm{A_{p}} . Διαφορετικά, το \mathbf{A}_{\mathbf{p}}(\mathbf{A}) θα καταποντίζεται στο \mathrm{A_{p}} . Με άλλα λόγια, θα έχουν εκδηλωθεί μόνον υποτροπές. Αυτή είναι η αρχή τού στρουκτουραλισμού σε όλες τις πιθανές εκφάνσεις του.

Αλλά ούτε εγώ ούτε ο Χέγκελ είμαστε στρουκτουραλιστές. Για παράδειγμα, εγώ πιστεύω ότι, στην ειδική μορφή τού ανταγωνιστικού του προσδιορισμού από τη νέα ρεβιζιονιστική μπουρζουαζία, το προλεταριάτο εμφανίζεται ως μια λαμπρή θετική καινοφάνεια, με τη μορφή μάλιστα ενός ολοκληρωτικά μετασχηματισμένου μαρξισμού (μαοϊσμός). Αυτό συνέβη, δειλά, στη διάρκεια τού Μάη ’68 στην Γαλλία, και, με μεγάλο ντόρο, τον Ιανουάριο 1967 στην Κίνα. Η προσιδιάζουσα στο Α εσωτερικότητα έρχεται έτσι να προσδιορίσει τον προσδιορισμό: στην Πολιτιστική Επανάσταση είναι ο εξεγερμένος λαός που, σε τελική ανάλυση, προσδιορίζει τη νέα γραφειοκρατική μπουρζουαζία, η οποία, όπως επισημάνθηκε, αντιπροσωπεύει τον ολικό προσδιορισμό τού ίδιου τού επαναστατικού ανταγωνισμού. Με την επιφύλαξη τής περίπτωσης που το νεοφανές τής διαλεκτικής διαδικασίας θα ακυρωθεί μέσω τής καθαρής υποτροπής του στον P (τον τόπο ή τον χώρο τής τοποθέτησης), είναι επομένως απαραίτητο να θέσουμε και τον προσδιορισμό τού προσδιορισμού, δηλαδή: \mathbf{A}(\mathbf{A}_{\mathbf{p}}(\mathbf{A})) .

Πρόκειται, λοιπόν, για μια διαδικασία στρέψης, μέσω τής οποίας η δύναμη [εργατική τάξη] επανεφαρµόζεται σε αυτό [ρεβιζιονιστική μπουρζουαζία] από το οποίο έλκει την εναντιωματική της ύπαρξη.

Με τη σειρά του, ο προσδιορισμός τού προσδιορισμού θα διαιρείται κατά τρόπο επιμεριστικό, όπως ακριβώς και ο ίδιος ο προσδιορισμός. [βλ. διάγραμμα]

Μπορεί έτσι να πρόκειται για μια απλή επανεπιβεβαίωση τής καθαρής ταυτότητας τού Α: \mathbf{A(A)} , δηλαδή, για μια καθαρή ανάδυση τού εαυτού του, σε εναντίωση με (αλλά έξω από) τον προσδιορισμό, — και μάλιστα κατ’ αυστηρό παραλληλισμό με τη διαδικασία υποτροπής στο P [βλ. διάγραμμα, β΄ κλάδο]. Στην περίπτωση αυτή θα υπάγεται, για παράδειγμα, μια εξέγερση χωρίς μέλλον, όπου το μαχητικό τμήμα τής [γαλλικής] εργατικής τάξης θα ερχόταν αντιμέτωπο με τη νέα μπουρζουαζία τού ΚΚΓ και των συνδικάτων αποκλειστικά και μόνο εν’ ονόματι τής χαμένης τους καθαρότητας και, επομένως, με μόνο επίδικο ζήτημα την «προδοσία» τού ΚΚΓ, χωρίς, ωστόσο, να γίνεται κατανοητή η εσωτερική ιδιομορφία τού συγκεκριμένου νεοαστικού φαινομένου [τής «προδοσίας τού ΚΚΓ»]. Κάτι τέτοιο συνέβη, σε μεγάλο βαθμό, τον Μάη τού ’68, οδηγώντας αρκετούς να ονειρεύονται είτε ένα «ανακαινισμένο» ΚΚΓ, είτε μια νέα κεκαθαρμένη εργατική τάξη στα πρότυπα των μεγάλων προγόνων της τού 19ου αιώνα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ενδόμυχη δύναμη τού Α θα επανασυσπειρώνεται με σκοπό να συμμετάσχει στην ψευδαισθητική αναπαράσταση τού δράματος τού αυτοεγκλεισμού της και τής παρεπόμενης αδυναμίας της να επωμιστεί τον προσδιορισμό.

Επομένως, θα υπάρχει η παρέκκλιση «στα δεξιά», η οποία παρεκτείνει την αντικειμενική βαρβαρότητα τού τόπου P, αναιρώντας τη δυνατότητα ύπαρξης τού νέου που ενυπάρχει στο παλιό. Αλλά θα υπάρχει και η αναπόφευκτη παρέκκλιση «στα αριστερά», η οποία θα διεκδικεί την πρωταρχική, αυθεντική καθαρότητα τής δύναμης, καθώς θα αρνείται, τρόπο τινά, να αναγνωρίσει το παλιό που ενυπάρχει στο νέο, δηλαδή, τον προσδιορισμό. Τα σχήματα για αυτές τις δύο παρεκκλίσεις είναι \mathbf{A_{p}(A_{p})=P} , και \mathbf{A(A)=A} .

Αλλά εάν το ζητούμενο δεν είναι αυτή η επανεδραίωση των ουσιωδών [απ]αρχών, τότε επίδικο δεν μπορεί παρά να είναι η αποτελεσματική διαδικασία περιορισμού τού προσδιορισμού, η επενέργεια τής δύναμης πάνω στον τόπο, η διαφορική απόκλιση τού Α, που, επιστρέφοντας στον προσδιορισμό του, επιχειρεί να περιορίσει το πεδίο τής δεσμευτικής εφαρμογής τού προσδιορισμού. Θα πρόκειται, λοιπόν, για το \mathbf{A(A_{p})} , για την άμεση, περιοριστική εφαρμογή τής δράσης τού Α πάνω στον προσδιορισμό που το συγκροτεί.

Καθετί που ανήκει σε έναν τόπο επιστρέφει σε εκείνο το μέρος τού εαυτού του που προσδιορίζεται από τον τόπο, προκειμένου να μετατοπίσει τη θέση του, να προσδιορίσει τον προσδιορισμό του και να διασχίσει το όριό του.

Αυτή την αντι-διαδικασία ο Χέγκελ τη βαφτίζει «όριο» (Grenze), όρος που πρέπει να γίνει κατανοητός με τον ίδιο τρόπο όπως και η φράση «περιορισμός τού αστικού δικαίου» — που δεν σημαίνει τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από τη μείωση τού χάσματος μεταξύ διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας, μεταξύ πόλης και υπαίθρου, μεταξύ γεωργίας και βιομηχανίας κ.ο.κ. Το όριο και ο φραγμός αποτελούν την ουσία τής εργασίας τού θετικού.

Καθετί που ανήκει σ’ ένα όλο αποτελεί φραγμό [Schranke] προς το όλο, στο βαθμό που περιέχεται σε αυτό.

Αυτός είναι ο λόγος που ο «ολοκληρωτισμός» δεν υπάρχει. Είναι απλώς μια δομική σχηματοποίηση χωρίς κανένα ιστορικό έρμα. Πρόκειται ουσιαστικά για την ιδέα ότι σε αυτό τον κόσμο υπάρχουν μονάχα η δεσμευτική δεξιά υποτροπή και ο ανίσχυρος αυτοκτονικός αριστερισμός. Είναι η διπλοβάρδια τού \mathrm{A_{p}(A_{p})} και τού \mathrm{A(A)} , δηλαδή, τού P και τού Α στην αδρανή τους εξωτερικότητα.

Το Κράτος και η πλέμπα.

Αλλά οι πραγματικοί όροι κάθε ιστορικής ζωής αντιπροσωπεύονται μάλλον από το \mathbf{A_{p}(A)} , δηλ. τον προσδιορισμό, και από το \mathbf{A(A_{p})} , το όριο· όροι μέσω των οποίων, από τη μια μεριά, το Όλο θα καταφάσκει τον εαυτό του χωρίς να ολοκληρώνεται και, από την άλλη, το στοιχείο θα εμπεριέχεται σ’ αυτό [το όλο], χωρίς να αυτοκαταργείται.


[1] [δηλ. το παράδοξο πώς το «ένα» ως ένα μπορεί να υπερισχύει τού απείρου-πολλαπλού]
[2] η δημιουργία τού κόσμου]
[3] [στρέψης]
[4] [ασύμφωνους προσανατολισμούς-δρόμους: αναφέρεται στους δύο δρόμους τού Μάο, τον αντιδραστικό και τον «άλλο» δρόμο.]
[5] [ή «Το καθετί αυτοσχετίζεται διαφέροντας από τον εαυτό του εξαιτίας τού τόπου όπου βρίσκεται»]
[6] [ex-siste: αποχωρίζεται από τον εαυτό του, διαιρούμενο και κατ’ αυτόν τον τρόπο αποκτά ύπαρξη]
[7] [ή δεικτική εξειδίκευση]

 

Ετικέτες:

 Δυτικός «μαρξισμός» και φιλοϊμπεριαλιστές «κομμουνιστές» (ή το «αυγό τού κούκου»)—Samir Amin (1977)

rodchenko-black-on-black

Νόμος τής Αξίας και ιστορικός υλισμός (1977/80, σελ.128 και επ.), Μετάφρ. Μ. Κρητικού

Η αντικειμενική βάση τής φιλοϊμπεριαλιστικής τάσης μέσα στο μαρξισμό [οφείλεται] στην ηγεμονία τής σοσιαλδημοκρατικής και ρεβιζιονιστικής ιδεολογίας στις εργατικές τάξεις τού κέντρου. Στο θεωρητικό πεδίο, η τάση αυτή εκδηλώνεται με τη διαρκή προσπάθεια εξάλειψης τού ζητήματος τής συλλογικής και παγκόσμιας γένεσης και κατανομής τής υπεραξίας. Αυτή η τάση οδηγεί σε αποτελέσματα που συμφωνούν, σε όλα τα πεδία, με τις απαιτήσεις τής προοπτικής τής κρατικιστικής έκβασης. Πράγματι, η εξάλειψη τού συγκεκριμένου ζητήματος βάζει τέλος στον προλεταριακό διεθνισμό που στην εποχή μας δεν μπορεί να συνίσταται παρά στην αντι-ιμπεριαλιστική αλληλεγγύη με τους λαούς τής περιφέρειας. Επιπλέον συμβάλλει στη διατήρηση τής οικονομιστικής ιδεολογίας των εμπορευματικών σχέσεων στις εργατικές τάξεις τού κέντρου. Με αυτόν τον τρόπο, δικαιολογεί επίσης τη διαιώνιση τόσο τής εσωτερικής εκμετάλλευσης (ανανεώνοντας τα οικονομικά επιχειρήματα σχετικά με την ουδετερότητα τής τεχνολογίας, τον καταμερισμό τής εργασίας, τις διαφορές τής παραγωγικότητας κ.λπ.) όσο και τής εξωτερικής (διαφορές παραγωγικότητας σε παγκόσμια κλίμακα) […]

[Αξίζει να επισημάνουμε ότι] όποιες και να είναι οι σχολές ή οι κατευθύνσεις έρευνας [τού δυτικού «μαρξισμού»], τα επιχειρήματα που δίνονται ενάντια στις αναλύσεις που παίρνουν θέση στο πεδίο των ταξικών αγώνων σε παγκόσμια κλίμακα είναι πάντα τα ίδια: […] η δογματική επιβεβαίωση για ένα αποκλειστικό [και υποκριτικότατο] ενδιαφέρον για τις σχέσεις παραγωγής (περιορισμένες στην πραγματικότητα στα πλαίσια τής στοιχειώδους καπιταλιστικής μονάδας στον αναπτυγμένο καπιταλισμό), πράγμα που επιτρέπει να αποφεύγεται, με το πρόσχημα τού «αντι-κυκλοφορισμού» [Μηλιός και Σια], η ανάλυση τής συλλογικής και παγκόσμιας γένεσης τής υπεραξίας. Αλλά πίσω από τον θεωρητικό δογματισμό κρύβεται συνήθως η αντίδραση, πράγμα γνωστό από τον καιρό τού Κάουτσκι και τής σοβιετικής Ακαδημίας, Οι «κριτικοί» μας έχουν ξεχάσει το αλφαβητάρι τού μαρξισμού: η αξία δεν είναι μια κατηγορία τής διαδικασίας τής παραγωγής, αλλά τής συνολικής διαδικασίας τής παραγωγής και τής κυκλοφορίας. Ο δογματισμός αυτός κρύβει έναν ουσιώδη οικονομισμό: όλα τα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν ενάντια στην ανάλυση των ταξικών σχέσεων μέσα σε ένα σύστημα που χωρίζεται σε κέντρα και περιφέρειες [η «θεωρία» τής ιμπεριαλιστικής «πυραμίδας», για «παράδειγμα»] είναι ιδεολογικές δικαιολογίες τής υπερεκμετάλλευσης τής περιφέρειας που μοιάζουν σαν δύο σταγόνες νερό με τα επιχειρήματα που δικαιολογούν τις διαφορές των μισθών στην επιχείρηση ανάλογα με τις διαφορές τής παραγωγικότητας, τής κατάρτισης, τής ευθύνης κ.λπ.

Η θεωρητική και πρακτική στειρότητα τού φιλοϊμπεριαλιστικού ρεύματος στον μαρξισμό αναγνωρίστηκε τελευταία από ένα θύμα αυτού τού ρεύματος, τον Πέρι Άντερσον. Αυτός χαρακτηρίζει ως «δυτικό μαρξισμό» το σύνολο των ρευμάτων που ο ίδιος παραδέχεται ότι είναι «βγαλμένα από την ήττα τού εργατικού κινήματος» […] Αλλά ξεχνά, πολύ περίεργα, να εξηγήσει τους λόγους τής σοσιαλδημοκρατικής ηγεμονίας μέσα στις εργατικές τάξεις των προηγμένων κέντρων. […] Όταν ο [ίδιος] συγγραφέας περιγράφει τα ρεύματα τού «μη δυτικού» μαρξισμού, επεκτείνεται στον τροτσκισμό [ο κούκος στη φωλιά τού «μη δυτικού» μαρξισμού], αλλά ξεχνά την Κίνα και τον μαοϊσμό. […] [Ο Άντερσον δεν διστάζει] να τοποθετήσει τον «δυτικό μαρξισμό» στον χώρο τής θεωρίας [ή ακόμα και τού ακαδημαϊσμού]. […] Η πρακτική στειρότητα τού εν λόγω «μαρξισμού» είναι ακόμα πιο έκδηλη από τη θεωρητική του στειρότητα. Ποιο είναι οι λόγοι αυτής τής πρακτικής στειρότητας; Μπορούμε να ξεχάσουμε εδώ την ηγεμονία τής σοσιαλδημοκρατίας και των κομμουνιστικών κομμάτων; Πού στοχεύουν οι επαναστατικές προσπάθειες; Γιατί υπάρχει όντως ένα επαναστατικό ρεύμα, έστω και μειοψηφικό, που εκφράζεται σε όλη τη νότια Ευρώπη. Ο περιορισμός τού ρεύματος αυτού, προς το παρόν τουλάχιστον, στην Πορτογαλία ή στην Ιταλία, δεν οφείλεται αποκλειστικά στην αδυναμία σύλληψης μιας κοινωνίας έξω από το ιμπεριαλιστικό σύστημα. Δεν είναι μόνο οι απαιτήσεις τής Ατλαντικής Συμμαχίας που [λειτουργούν ως ανασταλτικός παράγοντας]. Είναι η καθημερινή πραγματικότητα τής ατλαντικής και ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης και των συμφερόντων των ιμπεριαλιστικών μονοπωλίων που έχει παγιδεύσει τους λαούς τής Δύσης επιβάλλοντάς τους μιαν αλληλεγγύη ενάντια στον τρίτο κόσμο, που δεν εκδηλώνεται μόνο με τον χυδαίο φασισμό [«σύγκρουση “εθνικισμών”=φασισμών στην Ουκρανία»]: ο αντικινεζικός φανατισμός τού αναρχισμού και τού τροτσκισμού, η «θεωρία» τού ασιατικού τρόπου παραγωγής και οι αντιτριτοκοσμικές διαμαρτυρίες, έστω και αν εκφράζονται σε αριστερίστικη γλώσσα, αποτελούν επίσης μέρος της. Ο τροτσκισμός νομίζει ότι απαντά στο πρόβλημα ξεφεύγοντας προς τα μπρος με λόγια που απαλλάσσουν από τη δράση: «η επανάσταση θα είναι παγκόσμια». Εν τω μεταξύ, όμως, η επανάσταση δεν είναι παγκόσμια και ο κινητήρας τής Ιστορίας [εξακολουθεί να είναι] η πάλη των τάξεων που στην περιφέρεια τού συστήματος έχει ως πλαίσιο τον εθνικο-απελευθερωτικό αντι-ιμπεριαλιστικό αγώνα. […] Αρνούμενος να δει την εθνική απελευθέρωση σαν μέρος τής κρίσης τού καπιταλισμού και τής μετάβασης στο σοσιαλισμό και όχι τής ανάπτυξης τού καπιταλισμού, ο δυτικός μαρξισμός εκφράζει έτσι την φιλοϊμπεριαλιστική του τάση. […] Η οργάνωση τής εργατικής τάξης [στα ιμπεριαλιστικά κέντρα] κάτω από τη σοσιαλδημοκρατική ηγεμονία ενσωματώνει τους εργαζομένους στο αστικό έθνος και τους κάνει αλληλέγγυους με την αστική τους τάξη στον εξωτερικό ανταγωνισμό. […] Αυτή είναι η καθημερινή έκφραση των κυρίαρχων εργατικών, σοσιαλδημοκρατικών και ρεβιζιονιστικών «κυβερνητικών προγραμμάτων».

Αλλά και στον τομέα τής θεωρίας, τα παραδείγματα τού φιλοϊμπεριαλιστικού ρεύματος δεν είναι λιγότερο συχνά. […] Πρώτο παράδειγμα: η επιστροφή στην αστική θεωρία των σταδίων ανάπτυξης που αντικαθιστά τη λενινιστική θεωρία τού ιμπεριαλισμού και τής άνισης ανάπτυξης. Ένα θαυμάσιο παράδειγμα μας προσφέρει ο άγγλος τροτσκιστής Τζέφρι Κέι, που «αποδείχνει» ότι οι υπανάπτυχτες χώρες είναι τέτοιες όχι γιατί τις υπερεκμεταλλεύεται το κεφάλαιο, αλλά γιατί δεν τις υπερεκμεταλλεύεται αρκετά. [Πρόκειται για «μαρξισμό»] «σύμφωνα με τις αρχές τού Σέσιλ Ρόουντς» […]

Δεύτερο παράδειγμα: η αντικατάσταση τού ιστορικού υλισμού με την πολιτική οικονομία των πολυεθνικών. […] Το συγκεκριμένο ρεύμα αρνείται να θεωρήσει την κρίση [τού 1971] έτσι όπως αυτή είναι: μια κρίση στις εθνικές και διεθνείς ταξικές συμμαχίες που είναι αποτέλεσμα των αλλαγών που συνδέονται με τους ταξικούς αγώνες σε παγκόσμια κλίμακα, [… δηλ.] μια κρίση τού διεθνούς καταμερισμού τής εργασίας. Έχοντας απορρίψει αυτόν τον προσανατολισμό, οι συγγραφείς [τού συγκεκριμένου ρεύματος] γυρεύουν [μάταια] τα αίτια τής κρίσης στο εσωτερικό των οικονομιών τού κέντρου [«τα ποσοστά τού κέρδους» που … πέφτουν … και …πέφτουν ….] στις ΗΠΑ, αλλά δεν μας προσφέρουν περισσότερα από ό,τι οι αναρίθμητοι αστοί αναλυτές τού φαινομένου.

Τρίτοι παράδειγμα: [οι «μαρξολόγοι»] που αποτελούν τον κύριο όγκο τής τροτσκιστικής φάλαγγας, καθώς και οι ρεβιζιονιστές ακαδημαϊκοί. Στους συγγραφείς αυτούς, η ανάλυση τού ιμπεριαλισμού παίρνει τη θέση ενός επιφαινομένου. [Για παράδειγμα] η έκθεση τού Βαλιέ για τον ιμπεριαλισμό ξεχνά την πολιτική πλευρά τού ζητήματος (σοσιαλδημοκρατική ηγεμονία) για να θυμηθεί μόνο την τεχνική του πλευρά (τα μονοπώλια). Ο εργατισμός που χαρακτηρίζει αυτό το ρεύμα συνοδεύεται πάντα απο μια ανέκκλητη καταδίκη των εθνικο-απελευθερωτικών, «αγροτικών» και «αστικών» αγώνων, που εννοείται δεν παρουσιάζουν κανένα «ενδιαφέρον».

Τέταρτο παράδειγμα: η [μαρξο-φεμινιστική] «εθνογραφία» που «συμπληρώνει» τους τρόπους παραγωγής που βασίζονται στην ταξική εκμετάλλευση με ένα λεγόμενο «οικιακό» τρόπο παραγωγής υπεριστορικού χαρακτήρα, χώρο τής «αιώνιας» εκμετάλλευσης τής γυναίκας από τον άντρα. Έτσι ο Μ. Σάλινς και άλλοι έκριναν ότι μπορούσαν να αντικαταστήσουν την ανάλυση των προκαπιταλιστικών αγροτικών τρόπων παραγωγής με τον οικιακό τρόπο και να σβήσουν έτσι τον τρόπο λειτουργίας τής ειδικής εκμετάλλευσης που ο ιμπεριαλισμός επιβάλλει στους δυναστευόμενους αγρότες τής περιφέρειας. [Σύμφωνα, όμως, με την ανάλυση τού Ρέι,] πίσω από κάθε υπερεκμεταλλευόμενο προλετάριο τής πειρφέρειας, υπάρχουν δέκα αγρότες στην ίδια κατάσταση. Η εκμετάλλευση εκδηλώνεται με την προμήθεια τού γεωργικού πλεονάσματος που είναι αναγκαίο για την αναπαραγωγή τής εργατικής δύναμης τού προλετάριου σε συνθήκες όπου τα αγαθά που παράγονται, μέσα σε πλαίσια μη καπιταλιστικά, πουλιούνται πάντοτε κάτω από την αξία τους [τυπική υπαγωγή]. Υπάρχει εδώ μια θεωρητική βάση για την επαναστατική εργατοαγροτική συμμαχία, που αποδείχνει ότι ο μαρξισμός είναι πάντα επαναστατικός.

Πέμπτο παράδειγμα: η ιστοριογραφία τού «ευρωπαϊκού θαύματος» [εμφάνιση τού καπιταλισμού] και η αναντίρρητη βεβαίωση ότι όλες οι μη ευρωπαϊκές προκαπιταλιστικές κοινωνίες ήταν ανέκκλητα καταδικασμένες σε στασιμότητα. Ο Τόκεϊ και οι μαθητές του έκαμαν έτσι τον «ασιατικό τρόπο παραγωγής» ένα όπλο αντι-μαοϊκής πολεμικής με κάποια μούχλα φασισμού. Κατόπιν, η θέση αυτή αποδείχτηκε ότι ήταν ο Δούρειος Ίππος μέσω τού οποίου οι «νέοι φιλόσοφοι» τού «αντι-ολοκληρωτισμού» εισήγαγαν λαθραία [στην «δυτικό μαρξισμό»] την ιδεαλιστική κοινωνιολογία τού Βέμπερ […], θέτοντάς την στην υπηρεσία τής πολιτικής τής αστικής τάξης.

5. Η διαλεκτική ανάμεσα στους ταξικούς αγώνες και την οικονομική βάση, η οποία αποτελεί την ουσία τού ιστορικού υλισμού, δεν έχει νόημα παρά μόνο αν τοποθετήσουμε καθένα από τους όρους της στο αληθινό του πλαίσιο, που είναι το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα. [Εδώ] εντοπίζεται η τομή ανάμεσα στον προ-λενινιστικό μαρξισμό και τον μαρξισμό-λενινισμό-μαοϊσμό. […] Όπως και ο μαρξισμός τού Μαρξ, ο λενινισμός δεν μπορεί να νοηθεί σαν ένα κλειστό δόγμα, μια θρησκεία εξ αποκαλύψεως. […] Είναι αξιοσημείωτο ότι η συζήτηση στη Δύση για τον λενινισμό στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τον Λένιν τού «Τι να κάνουμε;», δηλ. γύρω από το ζήτημα τής οργάνωσης τής εργατικής τάξης και τής πρωτοπορίας της. Αντίθετα, […] η σημασία τού «Ιμπεριαλισμού» τού Λένιν ευνουχίζεται. Εμείς καταλαβαίνουμε τον λενινισμό εντελώς διαφορετικά. Ο «Ιμπεριαλισμός» προσδιορίζει τις νέες συνθήκες των ταξικών αγώνων σε παγκόσμια κλίμακα: […] η ιστορική φάση των αστικών επαναστάσεων έχει τελειώσει, αρχίζει πλέον η εποχή των σοσιαλιστικών επαναστάσεων, η σοσιαλδημοκρατία στο κέντρο έχει σαν αντικειμενική βάση την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση, το εθνικο-απελευθερωτικό κίνημα αποτελεί στο εξής αναπόσπαστο μέρος τής ανερχόμενης σοσιαλιστικής επανάστασης και όχι πια τής αστικής επανάστασης. […] Ωστόσο, ο Λένιν εισάγει την στρατηγική τής αδιάκοπης επανάστασης κατά στάδια, βασισμένη στην ηγεμονία τού προλεταριάτου στην αστική φάση τής επανάστασης. […] Στην περιφέρεια, όμως, η αστική δημοκρατία δεν υπάρχει (υπάρχει στο κέντρο μόνο δια μέσου και χάρη στον κυρίαρχο ιμπεριαλισμό και την ενσωμάτωση τής εργατικής τάξης). Στην περιφέρεια, το προλεταριάτο είναι μειοψηφία. Μπορεί και οφείλει να παρασύρει μεγάλες αγροτικές μάζες που δεν μπορούν να οργανωθούν σαν την εργατική τάξη. Η διανόηση, που στο κέντρο είναι στην υπηρεσία τού κεφαλαίου, στην περιφέρεια είναι στο στρατόπεδο τής επανάστασης κ.λπ. […] [Ο ιμπεριαλισμός] δεν σημαίνει απλώς τον «καπιταλισμό των μονοπωλίων», αλλά επιπλέον τον καπιταλισμό των μονοπωλίων που αποσπούν ένα αυξανόμενο μέρος υπερεργασίας από την εκμετάλλευση των λαών τής περιφέρειας. Η αναπαραγωγή τής σοσιαλδημοκρατικής τάξης πραγμάτων στο κέντρο συνεπάγεται υποχρεωτικά την ανάπτυξη μιας επαναστατικής κατάστασης στην περιφέρεια.

Χωρίς αμφιβολία μπορεί κανείς να συζητήσει ή και να απορρίψει την λενινιστική θέση. Αυτή ήταν η περίπτωση των σοσιαλδημοκρατών που αρνούνταν να παραδεχτούν ότι η εποχή τής ανάπτυξης τού καπιταλισμού [στις περιφέρειες] είχε περάσει, γιατί σαν δυτικοκεντρικοί κοροϊδεύανε τον υπόλοιπο κόσμο και γίνονταν ανοιχτά οι συνένοχοι τής ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης. Ήταν όμως και η περίπτωση πολλών δυτικών επαναστατών. [Ορισμένοι από αυτούς] είχαν προαισθανθεί ορισμένες ανεπάρκειες τής ρωσικής επανάστασης. Υπήρξαν έτσι μερικοί διάλογοι, είτε σαφείς είτε με υπονοούμενα, ανάμεσα στον Λένιν, τη Λούξεμπουργκ, τον Γκράμσι, τον Πάνεκουκ, τον Άντλερ κ.ά. και τους «κομμουνιστές των συμβουλίων», τους «αριστεριστές» κ.ο.κ. […] Αξίζει να σημειωθεί ότι στη Δύση η σύγχρονη κριτική τού λενινισμού είναι δεξιά. Ο τροτσκισμός, που κι αυτός ισχυρίζεται ότι είναι λενινιστικός, δεν είναι καθόλου τέτοιος: η αυστηρά δυτικοκεντρική του θεώρηση τον υποχρεώνει να τελματώνεται στη δογματική εξήγηση. […] Αντίθετα, η αριστερή κριτική τού λενινισμού, η λύση στα πρακτικά προβλήματα που αυτός έθεσε, αποτελεί τη συνεισφορά τού μαοϊσμού. […] Η πρακτική και η θεωρία τής πάλης των τάξεων στη φάση τής σοσιαλιστικής μεταβατικής περιόδου […] αναπτύχθηκαν από τον μαοϊσμό πάνω στη βάση τού λενινισμού και στα πλαίσια ενός μαρξισμού που παραμένει ο μαρξισμός τής εποχής τού ιμπεριαλισμού και τής κρίσης του.

 
Σχολιάστε

Posted by στο 29/07/2015 in Uncategorized

 

Ο παγκοσμιοποιημένος νόμος τής αξίας – Samir Amin

Η θεμελιώδης σημασία τού νόμου τής αξίας—Samir Amin
[La loi de la valeur mondialisée, σελ.15-61] [η μετάφραση σε pdf]

Έχοντας αφιερώσει τον πρώτο τόμο τού Κεφαλαίου στην εξέταση των θεμελιακών γνωρισμάτων τού νόμου τής αξίας, ο Μαρξ ασχολείται στον δεύτερο τόμο με την κατασκευή μιας — εκ πρώτης όψεως — καθαρά «οικονομικής» απόδειξης. Προσπαθεί αφενός να αποδείξει ότι σε ένα καπιταλιστικό σύστημα είναι θεωρητικά δυνατή η συσσώρευση και αφετέρου να προσδιορίσει τις συνθήκες για την επίτευξη δυναμικής ισορροπίας στο συγκεκριμένο σύστημα. Όπως προκύπτει από τα επεξηγηματικά παραδείγματα που χρησιμοποιεί, το συγκεκριμένο σύστημα διακρίνεται από μια σειρά μεγεθών και αναλογιών που είναι προφανές ότι σχετίζονται στο σύνολό τους με το πεδίο τής οικονομίας. Πρώτον, πρόκειται για τις αναλογίες κατανομής τής εργατικής δύναμης και των μέσων παραγωγής στους δύο τομείς που ορίζουν τις βάσεις τού κοινωνικού καταμερισμού τής εργασίας, πράγμα που επιτρέπει τη σύγχρονη παραγωγή μέσων παραγωγής και μέσων κατανάλωσης. Δεύτερον, πρόκειται για τις αναλογίες που χαρακτηρίζουν την ένταση χρησιμοποίησης των μέσων παραγωγής από την άμεση εργασία, πράγμα που λειτουργεί ως μέτρο τού επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Τρίτον, πρόκειται για την μεταβολή των αναλογιών που συνοδεύει τη μετάβαση από τη μια φάση στην άλλη και η οποία δίνει το μέτρο τής κατεύθυνσης και τού ρυθμού προόδου των παραγωγικών δυνάμεων. Τέταρτον, τέλος, πρόκειται για τον βαθμό εκμετάλλευσης τής εργασίας (ποσοστό υπεραξίας). Ο Μαρξ παρουσιάζει μεν μια σειρά παραδειγμάτων όπου όλα αυτά τα μεγέθη εκφράζονται σε αξίες, αλλά το συμπέρασμα που συνάγει από τα συγκεκριμένα παραδείγματα (τ.έ. τις οικονομικές συνθήκες τής διευρυμένης αναπαραγωγής) μπορεί κάλλιστα να συναχθεί και από ένα μοντέλο εκφρασμένο σε τιμές παραγωγής, όπου το κέρδος είναι ανάλογο προς το χρησιμοποιούμενο κεφάλαιο και όχι προς την εκμεταλλευόμενη εργασία. Στο συγκεκριμένο και περιορισμένο αυτό πλαίσιο, οι δύο μορφές «οικονομικής» επιχειρηματολογίας είναι ισοδύναμες.[1] Για τους λόγους αυτούς, διατύπωσα ένα μοντέλο διευρυμένης αναπαραγωγής όπου λαμβάνεται υπόψη και η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και το οποίο ορίζεται, σε γενικές γραμμές, ως εξής:

Φάση 1
Τομέας Ι: παραγωγή μέσων παραγωγής

1e+ah=pe

(όπου a, οι ώρες [h] άμεσης εργασίας [a\cdot h] που απαιτούνται για την παραγωγή p μονάδων εξοπλισμού [p\cdot e] με τη χρησιμοποίηση πρώτων υλών και μιας μονάδας εξοπλισμού [1\cdot e]).

Τομέας ΙΙ: παραγωγή καταναλωτικών αγαθών

1e+bh=qc

(όπου b, οι ώρες άμεσης εργασίας [b\cdot h] που απαιτούνται για την παραγωγή q μονάδων καταναλωτικών αγαθών [q\cdot e] με τη χρησιμοποίηση πρώτων υλών και μιας μονάδας εξοπλισμού [1\cdot e]).

Φάση 2

Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων ορίζεται από την ικανότητα χρησιμοποίησης μεγαλύτερου όγκου πρώτων υλών και αγαθών εξοπλισμού για την παραγωγή μεγαλύτερου όγκου κεφαλαιουχικών και καταναλωτικών αγαθών με την ίδια όμως ποσότητα άμεσης εργασίας (a και b). Έχουμε επομένως τις ακόλουθες εξισώσεις (όπου λ και γ, όντας μικρότερα τής μονάδας [λ και γ <1], εκφράζουν το μέγεθος τής ανάπτυξης τής παραγωγικότητας της εργασίας):

1e+a\lambda h=pe

1e+b\gamma h=qc

Από το πολύ γενικό αυτό πλαίσιο καταλήγουμε στα εξής συμπεράσματα:

(1) Η επίτευξη δυναμικής ισορροπίας είναι δυνατή, υπό τη μόνη προϋπόθεση ότι η εργατική δύναμη (a+b) θα χρησιμοποιείται σε κατάλληλες αναλογίες στους δύο τομείς παραγωγής.

(2) Ο ρυθμός συσσώρευσης, που μετράται βάσει τής αύξησης τής παραγωγής μέσων παραγωγής, είναι ο παράγοντας εκείνος που καθορίζει το επίπεδο τής απασχόλησης (συμπέρασμα που βρίσκεται στον αντίποδα των παραδοχών τής επικρατούσας οικονομικής θεωρίας).

(3) Η δυναμική ισορροπία προϋποθέτει ότι τα καταναλωτικά αγαθά που παράγονται κατά τη διάρκεια μιας φάσης καταναλώνονται κατά την ίδια φάση. Τα αγαθά εξοπλισμού[3] που παράγονται κατά τη διάρκεια μιας φάσης αγοράζονται στην αρχή τής επόμενης περιόδου. Καθώς η υπεραξία που παράγεται κατά τη διάρκεια μιας φάσης μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο κατά τη διάρκεια τής επόμενης περιόδου, η δυναμική ισορροπία προαπαιτεί επίσης την ορθή κεντρική διαχείριση τής πίστωσης.

(4) Αν το σύνολο τής οικονομίας περιλαμβάνει αποκλειστικά τους δύο αυτούς τομείς, τότε η δυναμική ισορροπία προϋποθέτει αύξηση μισθών σε ποσοστό που προκύπτει από τον συνδυασμό των παραμέτρων λ και γ.[4] Ομοίως, τα ποσοστά υπεραξίας και οι οργανικές συνθέσεις μεταβάλλονται ανάλογα με τις τιμές των λ και γ. Το ποσοστό κέρδους παραμένει ως επί το πλείστον σταθερό.

(5) Αν οι πραγματικοί μισθοί δεν σημειώνουν την απαραίτητη πρόοδο, η ισορροπία είναι δυνατή μόνο υπό τον όρο τής παράλληλης ανάπτυξης ενός τρίτου τομέα για τη μη παραγωγική κατανάλωση τής παραχθείσας υπεραξίας [τομέας III].

Ένα απλό παράδειγμα για την επεξήγηση τού μοντέλου

Το μοντέλο αποτυπώνει με άμεσο τρόπο τις τεχνολογικές σχέσεις παραγωγής (εισροές άμεσης εργασίας και εξοπλισμού, εκροές παραγωγής), για παράδειγμα ως εξής:

Τομέας I: 1e+4h\rightarrow3e

Τομέας II: 1e+4h\rightarrow6c

Οι εισροές σταθερού κεφαλαίου δίνονται απευθείας σε μονάδες κεφαλαιουχικών αγαθών (e) και οι εισροές άμεσης εργασίας σε ώρες (h). Όσον αφορά τον τον τομέα I¸ οι εκροές δίνονται σε μονάδες κεφαλαιουχικών αγαθών (e), ενώ όσον αφορά τον τομέα II οι εκροές δίνονται σε μονάδες καταναλωτικών αγαθών (c). Στο συγκεκριμένο παράδειγμα διαπιστώνουμε ότι η οργανική σύνθεση είναι η ίδια και για τους δύο τομείς παραγωγής.

Θεωρούμε ότι και στους δύο τομείς το προϊόν τής εργασίας κατανέμεται με την ίδια αναλογία ανάμεσα στον προλετάριο και τον καπιταλιστή (δηλ. τα ποσοστά υπεραξίας είναι ίσα και στους δύο τομείς). Θεωρούμε επίσης ότι οι μισθοί αποτελούν τη μόνη πηγή ζήτησης καταναλωτικών αγαθών (c) — ή, με άλλα λόγια, ότι η αγοραστική δύναμη που εκφράζεται με τη μορφή τής αμοιβής τής εργασίας επιτρέπει την απορρόφηση τού συνόλου τής παραγωγής τού τομέα II σε κάθε διαδοχικό κύκλο παραγωγής. Αντιθέτως, το σύνολο τής υπεραξίας «αποταμιεύεται» με σκοπό τη χρηματοδότηση τής ακαθάριστης επένδυσης (αντικαταστάσεις και προσθήκες). Με άλλα λόγια, η αγοραστική δύναμη η οποία εκφράζεται με τη μορφή τής υπεραξίας που παράγεται στη διάρκεια μιας φάσης επιτρέπει την εγκατάσταση τού αναγκαίου εξοπλισμού για την επίτευξη δυναμικής ισορροπίας κατά την επόμενη φάση.

Όσον αφορά τώρα τη δυναμική ισορροπία, η πρόοδος που επιτυγχάνεται από τη μια φάση στην άλλη ορίζεται με βάση τον ρυθμό αύξησης τής παραγωγικότητας τής εργασίας (δηλ. τον λόγο τού προϊόντος προς την εισροή άμεσης εργασίας). Για παράδειγμα, αν και στους δύο τομείς η παραγωγικότητα διπλασιάζεται από φάση σε φάση, η τεχνολογία για τη δεύτερη φάση θα ορίζεται ως εξής:

Τομέας I: 2e+4h\rightarrow 6e

Τομέας II: 2e+4h\rightarrow 12c

 

Η ίδια ποσότητα άμεσης εργασίας χρησιμοποιεί διπλάσιες ποσότητες εξοπλισμού, πρώτων υλών κ.λπ. [6e], ώστε να παραχθεί διπλάσιο προϊόν [12c], ενώ διπλασιάζονται και οι οργανικές συνθέσεις κεφαλαίου.

Υπό τις συνθήκες αυτές, πώς διατηρείται η ισορροπία από τη μια φάση στην άλλη; Υποθέτουμε ότι είναι δεδομένες εκ των προτέρων οι ποσότητες τής διαθέσιμης εργασίας (π.χ. 120h) και το απόθεμα μέσων παραγωγής (30e). Η κατανομή τους μεταξύ των δύο τομέων, το ποσοστό υπεραξίας και ο ρυθμός ανάπτυξης (το πλεόνασμα παραγωγής τού τομέα I πέραν των αναγκών αντικατάστασης) βρίσκονται σε σχέση ταυτόχρονης αλληλεξάρτησης. Για παράδειγμα, έχουμε:

Φάση 1 Εξοπλισμός Αναγκαία εργασία Υπερεργασία Προϊόν
Τμήμα I 20e + 40h + 40h  →  60e
Τμήμα II 10e + 20h + 20h  →  60c
Σύνολο 30e 120h

 

Σε αυτή την περίπτωση, το προϊόν τού τμήματος Ι κατά τη φάση 1 είναι διπλάσιο από το απαιτούμενο για την αντικατάσταση τού κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, επιτρέποντας έτσι τον διπλασιασμό τής απόδοσης κατά τη φάση 2 [βλ. πίνακα κατωτέρω]. Διαπιστώνουμε ότι οι αναλογίες \frac{2}{3} και \frac{1}{3} , που εκφράζουν την ανά τομέα κατανομή των παραγωγικών δυνάμεων,[5] και ένα αμετάβλητο ποσοστό υπεραξίας ύψους 100% (πράγμα που σημαίνει διπλάσιους πραγματικούς μισθούς) αποτελούν τις προϋποθέσεις για τη διατήρηση τής δυναμικής ισορροπίας κατά τη φάση 2, η οποία περιγράφεται ως εξής:

Φάση 2 Εξοπλισμός Αναγκαία εργασία Υπερεργασία Προϊόν
Τμήμα Ι 40e + 40h + 40h  →  120e
Τμήμα ΙΙ 20e + 20h + 20h  →  120c
Σύνολο 60e 120h

 

Διαπιστώνουμε εδώ ότι η αγοραστική δύναμη των μισθών που αντιστοιχούν σε 120 ώρες εργασίας (εκ των οποίων 60 είναι ώρες αναγκαίας εργασίας) εξασφαλίζει την αγορά 60c[6] κατά τη φάση 1 και 120c κατά τη φάση 2 — πράγμα που σημαίνει ότι οι πραγματικοί μισθοί θα έχουν διπλασιαστεί, ακολουθώντας τον ρυθμό αύξησης τής παραγωγικότητας τής εργασίας. Το σύνολο τής παραγωγής κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, που διπλασιάζεται από φάση σε φάση, απορροφάται κατά τη διάρκεια τής επόμενης φάσης. Παρατηρούμε ότι το ποσοστό αύξησης τού διαθέσιμου κεφαλαιουχικού εξοπλισμού είναι αυτό που καθορίζει τη συνολική ποσότητα τής χρησιμοποιούμενης εργασίας, και όχι το αντίστροφο. Επομένως πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η συσσώρευση τού κεφαλαίου καθορίζει το επίπεδο τής απασχόλησης, και όχι το αντίστροφο (όπως υποστηρίζεται γενικά από τη χυδαία οικονομολογία και ειδικότερα από τη θεωρία τού μαρζιναλισμού). Στην περίπτωσή μας τα επίπεδα απασχόλησης δεν μεταβάλλονται από φάση σε φάση ακριβώς λόγω τής επιλογής των υποθέσεων εργασίας μας. Ωστόσο, αν υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι έχουμε και φυσιολογική αύξηση τού ενεργού πληθυσμού, τότε ο ρυθμός συσσώρευσης δεν θα εξασφαλίζει την πλήρη απασχόληση.

Το πολύ απλό αυτό μοντέλο εξηγεί επαρκώς τη φύση τής αντικειμενικής σχέσης που υφίσταται μεταξύ τής αξίας τής εργατικής δύναμης και τού επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Δεν κερδίζουμε τίποτε εάν κάνουμε χρήση ενός κοινού παρονομαστή, προκειμένου έτσι να αθροιστούν οι εισροές (περισσότερα για το «νόμιμο χρήμα», βλ. κατωτέρω [σελ. 30, pdf]), εάν στους υπολογισμούς μας χρησιμοποιήσουμε τιμές αντί για αξίες («εξίσωση τού ποσοστού κέρδους», που στην περίπτωσή μας είναι, ούτως ή άλλως, ίσο με το ποσοστό υπεραξίας, δεδομένου τού ότι οι οργανικές συνθέσεις είναι οι ίδιες και για τους δυο τομείς) ή, τέλος, εάν χρησιμοποιήσουμε περισσότερο περίπλοκες παραδοχές (διαφορετικές οργανικές συνθέσεις και/ή διαφορετικές αυξήσεις τής παραγωγικότητας ανά τομέα).

Με βάση το μοντέλο μας μπορούμε για παράδειγμα να διατυπώσουμε, με ομοιογενείς όρους, τις προϋποθέσεις για την επίτευξη δυναμικής ισορροπίας. Εάν η τιμή μονάδας για τα καταναλωτικά αγαθά C ισούται με ένα φράγκο (1F), το ωρομίσθιο[7] με 0,50F και η τιμή μονάδας για τα αγαθά εξοπλισμού είναι ίση με 2F, τότε η υπεραξία, που ισούται εδώ με το κέρδος, υπολογίζεται μέσω αφαίρεσης,[8] οπότε έχουμε:


Φάση 1 Εξοπλισμός Μισθοί Υπεραξία Προϊόν
Τμήμα Ι 20e x 2 = 40F 80h x 0,5 = 40F 40F 60e x 2 = 120F
Τμήμα ΙΙ 10e x 2 = 20F 40h x 0,5 = 20F 20F 60c x 1 = 60F
Σύνολο 60F 60F 60F 180F

Αν θεωρήσουμε ότι στην επόμενη φάση οι τιμές παραμένουν σταθερές,[9] η ισορροπία θα συνεπάγεται τον διπλασιασμό τόσο τού ονομαστικού μισθού όσο και τής παραγωγικότητας.

Φάση 2 Εξοπλισμός Μισθοί Υπεραξία Προϊόν
Τμήμα Ι 40e x 2 = 80F 80h x 1 = 80F 80F 120e x 2 = 240F
Τμήμα 2 20e x 2 = 40F 40h x 1 = 40F 40F 120c x 1 = 120F
[120F] [120F] [120F] [360F]

 

Μπορούμε να επαληθεύσουμε ότι δεν υφίστανται δυσκολίες απορρόφησης. Οι μισθοί που καταβάλλονται στη φάση 1 (60F) επιτρέπουν την αγορά τού συνόλου τής παραγωγής καταναλωτικών αγαθών που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια τής ίδιας φάσης. Όσον αφορά δε τα μέσα παραγωγής που παρήχθησαν κατά τη φάση 1 (120F), η παραγωγή απορροφάται από τους καπιταλιστές για την κάλυψη των αναγκών τής φάσης 2 (από τον πίνακα διαπιστώνουμε ότι, σε αυτή την φάση, η αξία τού εγκατεστημένου εξοπλισμού ισούται πράγματι με 120F). Πιο συγκεκριμένα, αυτά τα αγαθά εξοπλισμού χρησιμοποιούνται αφενός για την αποκατάσταση τής παραγωγικής ικανότητας[10] στα επίπεδα τής φάσης 1 και αφετέρου για τη δημιουργία πρόσθετης παραγωγικής ικανότητας (χρηματοδοτούμενης μέσω τής υπεραξίας που πραγματοποιήθηκε στη φάση 1, που, όπως είδαμε, ισούται με 60F). Από φάση σε φάση, τα πραγματικά ωρομίσθια διπλασιάζονται, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα επίπεδα παραγωγής καταναλωτικών αγαθών.

Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι τα μέσα παραγωγής που παρήχθησαν κατά τη διάρκεια μιας φάσης δεν έχουν τις ίδιες αξίες χρήσης με εκείνα που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή τους. Η εγκατάσταση 20e [μονάδων παραγωγής] κατά τη φάση 1 επιτρέπει την παραγωγή 60 μονάδων νέου τύπου. Για παράδειγμα, με τη χρήση ατμομηχανών θα παράγονται στο εξής ηλεκτρικές μηχανές και κινητήρες και όχι περισσότερες ατμομηχανές.[11] Διαφορετικά δεν θα είχαμε διπλασιασμό τής αποδοτικότητας κατά την επόμενη φάση. Αν τα μέσα παραγωγής ήταν τού ίδιου τύπου, τότε η αποδοτικότητα θα παρέμενε στα ίδια επίπεδα· με άλλα λόγια, θα παρέμενε αμετάβλητος ο λόγος μέσων παραγωγής‒άμεσης εργασίας. Αν η ίδια ποσότητα άμεσης εργασίας επιτρέπει τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού διπλάσιας αξίας για την παραγωγή διπλάσιου τελικού προϊόντος, αυτό συμβαίνει διότι τα νέα μέσα παραγωγής είναι διαφορετικού τύπου και αποδοτικότητας. Με βάση την παρατήρηση αυτή μπορούμε να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στο «εντατικό» και στο «εκτατικό» μοντέλο διευρυμένης αναπαραγωγής. Στο εκτατικό μοντέλο παράγονται σε αυξανόμενες ποσότητες μέσα παραγωγής τού ίδιου τύπου, πράγμα που σημαίνει ότι αυτού τού είδους η διευρυμένη αναπαραγωγή απαιτεί παράλληλη αύξηση τής χρησιμοποιούμενης ποσότητας εργατικού δυναμικού. Τούτο δεν ισχύει κατ’ ανάγκη στην περίπτωση τού μοντέλου εντατικής συσσώρευσης, το οποίο άλλωστε παρουσιάζει και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Πρέπει να τονισθεί ότι η πραγματοποίηση τής υπεραξίας έχει ως αναγκαίο προαπαιτούμενο τη μεσολάβηση τής τραπεζικής πίστης. Αν κατά τη φάση 1 το πιστωτικό σύστημα καταβάλει ως προχρηματοδότηση ποσό 120F στους καπιταλιστές, προκειμένου αυτοί να μπορέσουν να αγοράσουν τα αναγκαία μέσα παραγωγής (60F) και να πληρώσουν τους μισθούς (60F), με τους οποίους οι εργάτες καλύπτουν τις καταναλωτικές τους ανάγκες, τότε, στο τέλος τής πρώτης φάσης, οι καπιταλιστές θα έχουν εισπράξει από τις πωλήσεις καταναλωτικών αγαθών ποσό 60F και από τις μεταξύ τους αγορές μέσων παραγωγής προς αντικατάσταση χρησιμοποιημένου εξοπλισμού επίσης ποσό 60F. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουν να επιστρέψουν την εισπραχθείσα προκαταβολή (120F). Ωστόσο, για να μπορέσουν κατά τη φάση 2 να αυξήσουν την παραγωγή τους με την αγορά πρόσθετων μέσων παραγωγής, θα πρέπει να λάβουν προκαταβολή ποσού ύψους 240F, που θα χρησιμοποιήσουν σύμφωνα με το ίδιο μοντέλο και το οποίο θα επιστρέψουν κατά το τέλος τής φάσης 2 και ούτω καθεξής. Σε απάντηση των επιχειρημάτων τής Ρόζα Λούξεμπουργκ σε σχέση με το «ζήτημα των εμπορικών διεξόδων», παραπέμπω τον αναγνώστη σε προηγούμενα κείμενα μου για τον ρόλο που διαδραματίζει εδώ η τραπεζική πίστη. — Είναι επίσης προφανές ότι μπορούμε να αναπτύξουμε ένα παρόμοιο σκεπτικό κάνοντας την παραδοχή ότι κατά τη φάση 2 οι ονομαστικοί μισθοί θα παραμείνουν αμετάβλητοι, ενώ συγχρόνως θα έχουν μειωθεί οι τιμές και αυξηθεί οι πραγματικοί μισθοί.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: Το γενικό μοντέλο διευρυμένης αναπαραγωγής

Παράμετροι τού συστήματος

Θα παρουσιάσω σε πολύ γενικές γραμμές το μοντέλο που συνδέει τους πραγματικούς μισθούς (καθώς και τα ποσοστά υπεραξίας) με τους ρυθμούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Για κάθε φάση παραγωγής, οι τομείς Ι-ΙΙ (όπου I είναι ο τομέας παραγωγής μέσων παραγωγής και ΙΙ ο τομέας παραγωγής καταναλωτικών αγαθών) ορίζονται από εξισώσεις που εκφράζονται σε αξίες και οι οποίες έχουν την ακόλουθη μορφή:

Φάση 1

Τμήμα Ι: e+a=pe
Τμήμα ΙΙ: e+b=qc

όπου e αντιπροσωπεύει μια μονάδα μέσων παραγωγής[12] και a και b τις ποσότητες τής άμεσης εργασίας που χρησιμοποιούνται σε κάθε μονάδα μέσων παραγωγής, ενώ p και q αντιπροσωπεύουν αντίστοιχα τις παραγόμενες ποσότητες μέσων παραγωγής και καταναλωτικών αγαθών.

Τα ζεύγη των παραμέτρων a-b και p-q ορίζουν το συγκεκριμένο τεχνολογικό σύστημα. Οι συγκεκριμένοι παράμετροι καθορίζουν τις τιμές ισορροπίας για τις μονάδες εξοπλισμού και κατανάλωσης e και c αντίστοιχα. Επιπλέον, το επίπεδο τεχνολογικής προόδου ορίζεται από τις παραμέτρους λ και γ που λαμβάνουν τιμές μικρότερες τής μονάδας. Οι συγκεκριμένοι παράμετροι καθορίζουν την εξέλιξη τού συστήματος κατά τις επόμενες φάσεις. Επομένως έχουμε:

Φάση 2

Τμήμα Ι: e+a\lambda=pe
Τμήμα ΙΙ: e+b\gamma=qc

Φάση 3

Τμήμα Ι: e+a\lambda^2=pe
Τμήμα ΙΙ: e+b\gamma^2=qc
κ.ο.κ.

Με μια συνολική ποσότητα εργασίας + — που είναι θα μικρότερη από a+b [καθώς λ και γ <1]— και με τη σωστή κατανομή και διάρθρωση τού εξοπλισμού, επιτυγχάνονται τα ίδια επίπεδα παραγωγής.

Ο πρώτος όρος κάθε εξίσωσης e εκφράζει την αξία τού σταθερού κεφαλαίου Ε, αναγόμενου σε μια υλική μονάδα εξοπλισμού χρησιμοποιούμενου στην παραγωγική διαδικασία, όπου e είναι η αξία κάθε μονάδας εξοπλισμού (e_{1}\neq e_{2}\neq e_{3} κ.ο.κ.), ενώ ο δεύτερος όρος εκφράζει την υλική ποσότητα άμεσης εργασίας — συμπεριλαμβανομένης τόσο τής αναγκαίας εργασίας όσο και τής υπερεργασίας — που αναλώνεται συνολικά ανά μονάδα Ε, σε καθένα από τους δύο τομείς και σε κάθε φάση τής παραγωγής. Η υλική παραγωγή κάθε τομέα, p και q αντίστοιχα, αποτιμάται σε μονάδες αξίας e και c — όπου c είναι η αξία μονάδας κατανάλωσης (με c_{1}\neq c_{2}\neq c_{3} κ.ο.κ.).

Για κάθε ζεύγος εξισώσεων που αντιστοιχεί σε κάθε φάση, το σύστημα περιλαμβάνει τρία ζεύγη παραμέτρων (a-b, p-q και λ-γ) και δύο αγνώστους (e και c). Οι παράμετροι a και b μετρούν την ένταση τής υλικής εργασίας που χρησιμοποιείται στις παραγωγικές διαδικασίες (—να σημειωθεί εδώ ότι τα αντίστροφα κλάσματα των παραμέτρων συνδέονται με τις οργανικές συνθέσεις κεφαλαίου), ενώ οι παράμετροι p και q αντιπροσωπεύουν το υλικό προϊόν των παραγωγικών διαδικασιών το οποίο προκύπτει σε κάθε φάση με τη χρησιμοποίηση μιας μονάδας εξοπλισμού E. Τέλος, οι παράμετροι λ και γ μετρούν τον ρυθμό τής τεχνολογικής προόδου που σημειώνεται σε κάθε τομέα. Είναι προφανές ότι οι συγκεκριμένοι παράμετροι λαμβάνουν τιμές μικρότερες τής μονάδας [λ και γ <1], καθώς η τεχνολογική πρόοδος επιτρέπει την αύξηση τού παραγόμενου προϊόντος με τη χρησιμοποίηση μικρότερης ποσότητας άμεσης εργασίας ανά μονάδα παραγωγής.

Καθορισμός των τιμών μονάδας

Οι εξισώσεις επιτρέπουν τον υπολογισμό των ζευγών e και c:[13]

e_{1}=\dfrac{a}{p-1} c_{1}=\dfrac{a+b(p-1)}{q(p-1)}

e_{2}=\dfrac{a\lambda}{p-1} c_{2}=\dfrac{a \lambda+b\gamma(p-1)}{q(p-1)}

e_{3}=\dfrac{a\lambda^2}{p-1} c_{3}=\dfrac{a\lambda^2+b\gamma^2(p-1)}{q(p-1)}

Από τις εξισώσεις φαίνεται ότι, καθώς η παραγωγή μέσων παραγωγής γίνεται με τη χρησιμοποίηση μέσων παραγωγής και άμεσης εργασίας, οι τιμές ανά μονάδα e των μέσων παραγωγής μειώνονται ανάλογα με τον ρυθμό αύξησης τής παραγωγικότητας στον τομέα Ι [παράμετρος λ]. Όσον αφορά, αντιθέτως, τα καταναλωτικά αγαθά, που επίσης παράγονται με τη χρήση μέσων παραγωγής και άμεσης εργασίας, οι τιμές ανά μονάδα προϊόντος c φθίνουν με ρυθμό που δίνεται από τον συνδυασμό των παραμέτρων λ και γ.

Εξισώσεις για τη διευρυμένη αναπαραγωγή

Τα μέσα παραγωγής E κατανέμονται μεταξύ των τομέων Ι και ΙΙ σε αναλογίες n_{1} και 1-n_{1} όσον αφορά τη φάση 1 και σε αναλογίες n_{2} και 1-n_{2} όσον αφορά τη φάση 2. Μπορούμε στη συνέχεια να αναλύσουμε τους όρους a-aλ και b-bγ σε μισθούς και υπεραξίες εισάγοντας τις παραμέτρους \mathrm{S}_{1} και \textnormal{S}_{2} οι οποίες στο σύστημα των τιμών e και c αντιπροσωπεύουν τους ονομαστικούς μισθούς για τις φάσεις 1 και 2 αντίστοιχα. Τέλος, K είναι ένας παράγοντας αναλογικότητας. Το παραγωγικό σύστημα σε κατάσταση δυναμικής ισορροπίας, η οποία, ας σημειωθεί, εξαρτάται από τις παραμέτρους τής τεχνολογικής ανάπτυξης λ και γ, διατυπώνεται με την εξής μορφή:

Φάση 1

Τομέας Ι:

n_{1}e_{1}+n_{1}\,a\,\mathrm{S}_{1}+n_{1}\,a\,(\mathrm{K-S_{1})=}n_{1}\,pe_{1}

Τομέας ΙΙ:

(1-n_{1})\,e_{1}+(1-n_{1})\,b\,\mathrm{S}_{1}+(1-n_{1})\,b\,(\mathrm{K-S_{1})=}(1-n_{1})\,qc_{1}

Φάση 2

Τομέας Ι:

n_{2}e_{2}+n_{2}\,a\,\mathrm{S}_{2}\,\lambda+n_{2}\,a\,(\mathrm{K-S_{2})\,\lambda=}n_{2}\,pe_{2}

Τομέας ΙΙ:

(1-n_{2})\,e_{2}+(1-n_{2})\,b\,\mathrm{S}_{2}\gamma+(1-n_{2})\,b\,(\mathrm{K-S_{2})\,\gamma=}(1-n_{2})\,qc_{2}

Το σύστημα εκφράζεται σε αξίες και όχι σε τιμές παραγωγής, καθώς τα ποσοστά υπεραξίας είναι τα ίδια και για τους δύο τομείς. Η δυναμική ισορροπία εξαρτάται από την πλήρωση των εξής δύο προϋποθέσεων:

(1) ότι οι συνολικοί μισθοί που καταβάλλονται σε κάθε φάση στους δύο τομείς επιτρέπουν την αγορά τού συνόλου των καταναλωτικών αγαθών που παράγονται κατά την ίδια φάση.

(2) ότι η συνολική υπεραξία που παράγεται σε κάθε φάση στους δύο τομείς επιτρέπει την αγορά μιας ποσότητας μέσων παραγωγής ίσης με την ποσότητα μέσων παραγωγής που θα προστεθεί στην παραγωγική διαδικασία κατά την επόμενη φάση.[14]

Επομένως, η δυναμική ισορροπία προϋποθέτει:

(α) την εξίσωση τής προσφοράς και τής ζήτησης καταναλωτικών αγαθών, η οποία διατυπώνεται ως εξής:

Φάση 1

n_{1}\,a\mathrm{\,S\,_{1}\mathnormal{+\mathnormal{(}1-n_{1})b\,S_{1}=\mathnormal{(1-}n_{1})\,qc_{1}}}

Φάση 2

n_{2}a\,\lambda\,\mathrm{S_{2}\mathnormal{+\mathnormal{(}1-n_{2})\,b\,\gamma\,S_{2}=\mathnormal{(1-}n_{2})\,qc_{2}}}

και (β) την εξίσωση τής προσφοράς και τής ζήτησης μέσων παραγωγής, η οποία διατυπώνεται ως εξής:

Φάση 1

n_{1}\,p\,e_{1}=e_{2}

Φάση 2

n_{2}\,p\,e_{2}=e_{3}

Οι ονομαστικοί μισθοί S μπορούν λοιπόν να εκφραστούν ως συνάρτηση των παραμέτρων που ορίσαμε:

\mathrm{S_{1}}=\dfrac{(1-n)\,[a+b\,(p-1)]}{(p-1)\,[an+b\,(1-n)]}

\mathrm{S_{2}}=\dfrac{(1-n)\,[a\,\lambda+b\,\gamma\,(p-1)]}{(p-1)\,[a\,\lambda\,n+b\,\gamma\,(1-n)]}

Με n=\dfrac{\lambda}{p} (n_{1}=n_{2}=n_{3}\ldots)

Οι πραγματικοί μισθοί \mathrm{S^\prime}_{1}=\dfrac{\mathrm{\mathrm{S\,}{}_{1}}}{c_{1}} και \mathrm{S^\prime}_{2}=\dfrac{\mathrm{\mathrm{S\,}{}_{2}}}{c_{2}} δίνονται από τις εξισώσεις:

\mathrm{S^\prime}_{1}=\dfrac{(1-n)\,q}{a\,n+b\,(1-n)}

\mathrm{S^\prime}_{2}=\dfrac{(1-n)\,q}{a\,\lambda\,n+b\,\gamma\,(1-n)}

Επαληθεύεται ότι \mathrm{S^\prime}_{2}>\mathrm{S^\prime}_{1} (αφού ο αριθμητής παραμένει αμετάβλητος, ενώ ο παρονομαστής μειώνεται από τη μία φάση στην επόμενη). Ως εκ τούτου, η δυναμική ισορροπία προϋποθέτει την αύξηση των πραγματικών μισθών με ρυθμό που καθορίζεται από τον συνδυασμό των ρυθμών αύξησης τής παραγωγικότητας λ και γ.

Το μοντέλο που ορίσαμε μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ποικίλους τρόπους. Πιο συγκεκριμένα, μπορούμε να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλονται οι οργανικές συνθέσεις κεφαλαίου και τα ποσοστά υπεραξίας (που μπορούν να υπολογιστούν βάσει τής σχέσης υπεραξίας και μισθού,[15] δεδομένου τού ότι τα μεγέθη αυτά προκύπτουν από τις εξισώσεις ισορροπίας) ή ακόμα και τα «ποσοστά κέρδους» (που υπολογίζονται βάσει τής σχέσης που συνδέει την παραχθείσα υπεραξία με την αξία των χρησιμοποιηθέντων μέσων παραγωγής). Κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι, όταν σημειώνεται μεγαλύτερη αύξηση τής παραγωγικότητας στον τομέα ΙΙ[16] (λ > γ), τότε αυξάνονται τα ποσοστά υπεραξίας και οι οργανικές συνθέσεις και ότι, αντιστρόφως, τα μεγέθη αυτά μειώνονται, όταν σημειώνεται μεγαλύτερη αύξηση τής παραγωγικότητας στον τομέα Ι (γ > λ). Με δεδομένο λοιπόν ότι η οργανική σύνθεση κεφαλαίου και το ποσοστό υπεραξίας μεταβάλλονται προς την ίδια κατεύθυνση, το ποσοστό κέρδους στην κατάσταση δυναμικής ισορροπίας τείνει να παραμείνει αμετάβλητο, καθώς, υπό συνθήκες δυναμικής ισορροπίας όσον αφορά την προσφορά και τη ζήτηση, οι αυξομειώσεις των ποσοστών υπεραξίας πρέπει να αντισταθμίζουν τις μεταβολές στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, που εξαρτώνται ακριβώς από τη σχέση που συνδέει τους όρους λ και γ.

Αριθμητικά παραδείγματα

Εξετάζουμε τις εξής έξι περιπτώσεις:

Περίπτωση 1: ίδιες οργανικές συνθέσεις (a = b) και ίσες αυξήσεις τής παραγωγικότητας (λ = γ) στους δύο τομείς.

Περίπτωση 2: διαφορετικές οργανικές συνθέσεις (a\neq b) και ίσες αυξήσεις τής παραγωγικότητας (λ = γ) στους δύο τομείς.

Περίπτωση 3: ίδιες οργανικές συνθέσεις (a = b) και διαφορετικές αυξήσεις τής παραγωγικότητας (\lambda\neq\gamma) στους δύο τομείς και, πιο συγκεκριμένα, [μεγαλύτερη αύξηση τής παραγωγικότητας στον τομέα ΙΙ] λ > γ.

Περίπτωση 4: η αντίστροφη περίπτωση τής προηγούμενης (λ < γ).

Περίπτωση 5: η οριακή περίπτωση τής 3, όπου αύξηση τής παραγωγικότητας σημειώνεται αποκλειστικά στον τομέα ΙΙ (λ=1 και γ=1/2).

Περίπτωση 6: η οριακή περίπτωση τής 4, όπου αύξηση τής παραγωγικότητας σημειώνεται αποκλειστικά στον τομέα Ι (λ=1/2 και γ=1).

Στον κατωτέρω πίνακα[17] δίνονται ανά περίπτωση τα αποτελέσματα των υπολογισμών για τις παραμέτρους τού μοντέλου δυναμικής ισορροπίας.

Περιπτώσεις 1 2 3 4 5 6
Παράμετροι
a 4 4 4 4 4 4
b 4 8 4 4 4 4
p 3 3 5 5 30 3
q 6 10 6 6 1 6
λ 0,5 0,5 0,75 0,5 1 0,5
γ 0,5 0,5 0,5 0,75 0,5 1
Τιμές
e1 2 2 1 1 0,14 2
e2 1 1 0,75 0,5 0,14 1
c1 1 1 0,83 0,83 4,14 1
c2 0.5 0,5 0,46 0,58 2,14 0,83
Αναλογίες
n 0,17 0,17 0,15 0,10 0,03 0,17
Ονομαστικοί μισθοί
S1 1,25 1,14 1,06 1,13 1 1,21
S2 1,25 1,14 1,09 1,09 1 1,14
Πραγματικοί μισθοί
S ΄1 1,25 1,14 1,28 1,35 0,24 1,45
S ΄2 2,50 2,28 2,37 1,86 0,47 1,96

2. Η πραγματοποίηση τού υπερπροϊόντος και ο ενεργός ρόλος τής τραπεζικής πίστης

Το πρώτο σημαντικό συμπέρασμα που συνάγουμε με βάση το γενικό μοντέλο τής διευρυμένης αναπαραγωγής είναι ότι η κατάσταση δυναμικής ισορροπίας απαιτεί την ύπαρξη ενός πιστωτικού συστήματος που να θέτει εκ των προτέρων στη διάθεση των καπιταλιστών το εισόδημα που θα πραγματοποιήσουν κατά τη διάρκεια τής επόμενης παραγωγικής φάσης. Η απόδειξη αυτή, πάνω στην οποία στηρίζεται η μαρξιστική (αντι-ποσοτική) θεωρία τού χρήματος, αποσαφηνίζει τη μαρξιστική θέση κατά την οποία η προσφορά τού χρήματος προσαρμόζεται στη ζήτηση (που αντιμετωπίζεται ως κοινωνική ανάγκη). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η συγκεκριμένη κοινωνική ανάγκη ανάγεται στις προϋποθέσεις τής συσσώρευσης. Αυτό το σημαντικό στοιχείο διαφεύγει τής προσοχής όσων περιορίζονται απλώς σε εξηγητικές αναλύσεις, μη τολμώντας να συνεχίσουν το θεωρητικό έργο τού Μαρξ. Επιπλέον, η ενσωμάτωση στη θεωρία τής συσσώρευσης τού μηχανισμού τής πίστης αποτελεί τη μόνη απάντηση στο πρόβλημα των εμπορικών διεξόδων που τέθηκε από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ.[18]

3. Είναι δυνατή η συσσώρευση σην περίπτωση που οι μισθοί παραμένουν στάσιμοι;

Θα πρέπει τώρα να εξετάσουμε αν υπάρχει λύση στο πρόβλημα τής δυναμικής ισορροπίας όταν η αύξηση των πραγματικών μισθών δεν συμβαδίζει με την αύξηση τής παραγωγικότητας (για παράδειγμα, στην περίπτωση που τα πραγματικά ωρομίσθια παραμένουν στάσιμα). Για το συγκεκριμένο πρόβλημα υπάρχουν δύο μόνο οικογένειες λύσεων: μια «έμμεση» προσέγγιση που προτάθηκε από τον Τουγκάν-Μπαρανόφσκι και η οποία οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα και μια δεύτερη που εισάγει το στοιχείο τής κατανάλωσης τής υπεραξίας και η οποία ανταποκρίνεται περισσότερο στην πραγματικότητα.

Παρεμβαίνοντας στη διπλή συζήτηση για τις αγορές και τον οικονομικό κύκλο, ο Τουγκάν-Μπαρανόφσκι είχε ήδη στις αρχές τού 20ού αιώνα διατυπώσει την υπόθεση ότι είναι δυνατή η διαδοχή φάσεων δυναμικής ισορροπίας ακόμη και στην περίπτωση που τα πραγματικά ωρομίσθια παραμένουν στάσιμα. Τα πρόσθετα μέσα παραγωγής που παράγονται κατά τη διάρκεια κάθε φάσης σε ολοένα και μεγαλύτερες ποσότητες — λόγω ακριβώς τής αύξησης τής παραγωγικότητας — χρησιμοποιούνται στον τομέα Ι, για να παραχθούν περισσότερα μέσα παραγωγής κατά τη διάρκεια τής επόμενης φάσης (με τη διαδικασία αυτή να επαναλαμβάνεται επ’ αόριστον). Αντιθέτως, καθώς τα πραγματικά ωρομίσθια παραμένουν αμετάβλητα, ο τομέας ΙΙ διευρύνεται μόνο όταν η χρησιμοποίηση [πρόσθετων] μέσων παραγωγής απαιτεί αύξηση τού εργατικού δυναμικού. Στο ακόλουθο παράδειγμα, όπου η παραγωγικότητα των δύο τομέων διπλασιάζεται σε κάθε φάση, έχουμε:

Φάση 2

Τομέας Ι:

50e+100h\,\,(25h,\,75h)\rightarrow150e [19]

Τομέας ΙΙ:

10e+20h\,\,(5h,\,15h)\rightarrow60c

Σύνολο:

60e 120h (30h, 90h)

Φάση 3

Τομέας Ι:

137,5e+137,5h\,\,(17,5h,\,120h)\rightarrow412,5e

Τομέας ΙΙ:

12,5e+12,5h\,\,(1,5h,\,11h)\rightarrow75c

Σύνολο:

150e 150h (19h, 131h), κ.ο.κ.

Η χρησιμοποίηση 60e, που παρήχθησαν κατά τη φάση 1, απαιτεί 120h άμεσης εργασίας κατά τη φάση 2.[20] Καθώς οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν στάσιμοι, οι εργάτες μπορούν να αγοράσουν 60c, για την παραγωγή των οποίων απαιτούνται μόνο 10e και 20h άμεσης εργασίας.[21] Η χρησιμοποίηση των υπολοίπων 50e επιτρέπει την παραγωγή 150e,[22] πράγμα που συνεπάγεται αφενός τη χρησιμοποίηση κατά την επόμενη φάση 150h άμεσης εργασίας[23] και αφετέρου την αύξηση τής παραγωγής τού τομέα ΙΙ στο επίπεδο των 75c (για την παραγωγή των οποίων θα απαιτούνται μόνο 12,5h άμεσης εργασίας). Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι, ενώ η παραγωγικότητα και οι οργανικές συνθέσεις κεφαλαίου στους δύο τομείς διπλασιάζονται από τη μια φάση στην επόμενη, η ισορροπία επιτυγχάνεται αφενός μέσω τής στρέβλωσης τής κατανομής των παραγωγικών δυνάμεων προς όφελος τού τομέα Ι και αφετέρου μέσω τής αύξησης τού ποσοστού τής υπεραξίας· και αυτό, παρά το γεγονός ότι τα πραγματικά ωρομίσθια παραμένουν στάσιμα:

Φάση 1 Φάση 2 Φάση 3
Οργανική σύνθεση 30e/120h 60e/120h 150e/150h
(δείκτης) 100 200 400
Παραγωγικότητα στον τομέα Ι 60e/80h 150e/100h 412,5e/137,5h
(δείκτης) 100 200 400
Παραγωγικότητα στον τομέα ΙΙ 60c/40h 60c/20h 75c/12,5h
(δείκτης) 100 200 400
Κατανομή Ι/(Ι+ΙΙ) 2/3 5/6 0,91
(ποσοστό υπεραξίας) 100% 300% 690%

Προφανώς, η «έμμεση» αυτή προσέγγιση οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα, καθώς η επίτευξη ισορροπίας μεταξύ κατανάλωσης και μέσων παραγωγής δεν μπορεί να μετατίθεται επ’ αόριστον, αλλά πρέπει να πραγματοποιείται κατά τη μετάβαση από τη μια φάση στην άλλη. Εάν η διάρκεια κάθε φάσης ταυτίζεται με τη διάρκεια ζωής των μέσων παραγωγής, το συγκεκριμένο αυτό χρονικό διάστημα θα συμπίπτει με την περίοδο «σχεδιασμού» των επενδυτικών πρωτοβουλιών. Ωστόσο, σε κάθε φάση, η παραγωγή μέσων παραγωγής τελεί υπό την προϋπόθεση ότι τα καταναλωτικά προϊόντα που παράγονται με τη βοήθεια των διαθέσιμων μέσων παραγωγής θα βρίσκουν εμπορικές διεξόδους. Πράγματι, εάν τα ωρομίσθια παραμένουν στάσιμα, τότε ήδη κατά τη φάση 2 επέρχεται κρίση υπερπαραγωγής, καθώς είναι αδύνατη η χρησιμοποίηση τού συνόλου των μέσων παραγωγής που παρήχθησαν κατά τη φάση 1, με αποτέλεσμα η υποχρησιμοποίηση τού παραγωγικού δυναμικού να συνεπάγεται συρρίκνωση τής ζήτησης εργασίας. Ακριβώς εδώ εντοπίζεται ο πυρήνας τής κεϋνσιανής προβληματικής: η μεγάλη κρίση οφειλόταν στη «βλάβη» που υπέστη το σύστημα (αδρανή μέσα παραγωγής και ανεργία), πράγμα που σήμαινε ότι η αύξηση των μισθών αποτελούσε τη μοναδική προϋπόθεση για την αποκατάσταση των δυσλειτουργιών του.

Περιέργως, η λύση τού Τουγκάν-Μπαρανόφκσι, η οποία είναι παράλογη στα πλαίσια τού υπαρκτού καπιταλισμού, εμφανίζεται εύλογη στην περίπτωση που μια κεντρικά σχεδιαζόμενη κρατικίστικη οικονομία διαθέτει τα μέσα για να εξασφαλίσει την επ’ αόριστον επιμήκυνση τού χρονικού ορίζοντα τής προσαρμογής τής παραγωγής μέσων παραγωγής και τής κατανάλωσης (όπως συνέβαινε και στην περίπτωση τού σοβιετικού συστήματος κατά τη σταλινική εποχή).

Το παράδοξο αποφεύγεται, αν γίνει δεκτή η υπόθεση τής κατανάλωσης τής υπεραξίας. Στο απλουστευμένο μοντέλο μας θεωρούμε ότι η υπεραξία θα «αποταμιευθεί» στο σύνολό της. Ωστόσο, ακόμα και αν υποθέσουμε ότι θα καταναλώνεται ένα ποσοστό μόνο τής υπεραξίας, το οποίο θα παραμένει αμετάβλητο, αυτό δεν αλλάζει τίποτε όσον αφορά τον χαρακτήρα των οικονομικών ισορροπιών. Εάν λοιπόν οι μισθοί παραμένουν στάσιμοι ή ακόμα εάν η αύξηση των μισθών υστερεί έναντι τής αύξησης τής παραγωγικότητας, τότε η δυναμική ισορροπία προϋποθέτει την κατανάλωση ενός αυξανόμενου τμήματος τής υπεραξίας. Πράγματι, σε αντίθεση με τα όσα υποστηρίζει η θεωρία τού «καταστροφισμού», τής «γενικής κρίσης» κ.ο.κ., δεν υπάρχουν «ανυπέρβλητες» αντιφάσεις, αλλά μόνο διαφορετικές εναλλακτικές για την επίλυσή τους — και, πιο συγκεκριμένα, αφενός αυτές που προτείνει ο καπιταλισμός, με σκοπό τη διατήρηση των βασικών χαρακτηριστικών τού συστήματος, και αφετέρου αυτές που προτείνει ο σοσιαλισμός, αποβλέποντας στην υπέρβασή του.

Στον καπιταλισμό μπορούν να δοθούν τρεις λύσεις στο πρόβλημα που μας απασχολεί:

(1) Η πρώτη «λύση» η οποία συνίσταται στην ατομική κατανάλωση εκ μέρους των καπιταλιστών ενός αυξανόμενου ποσοστού τής υπεραξίας δεν μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογική στο πλαίσιο τού συστήματος, αφενός διότι η «αποταμίευση» τής υπεραξίας επιβάλλεται από τον ανταγωνισμό μεταξύ των καπιταλιστών και αφετέρου διότι η συγκεκριμένη «λύση» αντιβαίνει στην κυρίαρχη ιδεολογία που αντανακλά τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά τού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

(2) Η δεύτερη «λύση» διαμορφώθηκε από το ίδιο το σύστημα για την υπέρβαση των αντιφάσεών του. Όπως επισημάνθηκε από τον Μπαράν και τον Σουίζι, ο μονοπωλιακός ανταγωνισμός, η συμπερίληψη τού «κόστους πωλήσεων» στις τιμές των προϊόντων και η συνακόλουθη γιγάντωση τού παρασιτισμού τού τριτογενούς τομέα — φαινόμενα που είχαν αναλυθεί προ πολλού από τον Τσάμπερλιν και τη Τζόαν Ρόμπινσον — αποτελούν τη λύση που παρέχεται ενδογενώς από το σύστημα.[24]

(3) Η τρίτη «λύση» προϋποθέτει την ενεργή παρέμβαση τού κράτους στη διαδικασία απορρόφησης μέσω τής πραγματοποίησης δημοσίων δαπανών (στρατιωτικών, πολιτικών κ.ο.κ.). Η πραγματικότητα επιβεβαίωσε τη διαίσθηση τού Μπαράν,[25] ο οποίος είχε από νωρίς αντιληφθεί ότι, στο εξής, η ανάλυση τής δυναμικής ισορροπίας δεν θα μπορούσε να περιοριστεί στα στενά πλαίσια τού «καθαρού» διτομεακού μοντέλου, αλλά θα έπρεπε να διευρυνθεί ώστε να περιλάβει έναν πρόσθετο τομέα, ο οποίος ταυτίζεται ουσιαστικά με τη λειτουργία τού Κράτους (που πλέον οφείλει να καταναλώνει ένα διαρκώς αυξανόμενο ποσοστό τού παραγόμενου «πλεονάσματος»). Απόρροια, λοιπόν, τής συγκεκριμένης ανάλυσης ήταν η εισαγωγή και η υιοθέτηση τής έννοιας τού «πλεονάσματος», που είναι ευρύτερη από αυτή τής «υπεραξίας» και η οποία συνδέεται εγγενώς με την έννοια τής παραγωγικότητας τής εργασίας.

Η υιοθέτηση αυτών των «λύσεων» συνεπάγεται άραγε την αναίρεση τής αντικειμενικής υπόστασης τής εργατικής δύναμης; Η απάντηση είναι καταφατική για όσους ερμηνεύουν τον χαρακτήρα της υπό το πρίσμα τού οικονομισμού. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, οι εν λόγω «λύσεις» παραπέμπουν απλώς στη διαλεκτική αλληλεπίδραση των αντικειμενικών και υποκειμενικών δυνάμεων. Και αυτό γιατί η παρέμβαση τού Κράτους αποκτά νόημα μόνο εάν εξεταστεί στο πλαίσιο τής ταξικής πάλης. Η διαλεκτική δεν έχει το νόημα τής αντιπαράθεσης αυτόνομων στοιχείων και παραγόντων. Οι πολύμορφες εκφάνσεις τής ταξικής πάλης, οι οποίες αποτυπώνονται σχηματικά στο μοντέλο μας, δεν «αποκαλύπτουν» τις αντικειμενικές συνθήκες τής ισορροπίας. Η ταξική πάλη δύναται να μεταβάλει τις ίδιες τις αντικειμενικές αναγκαιότητες. Αντιδιαστελλόμενο προς την πραγματικότητα το μοντέλο μας δεν μπορεί παρά να είναι μονόπλευρο. Τα αποτελέσματα τής ταξικής πάλης μπορούν να μεταβάλουν τις προϋποθέσεις και τις παραδοχές στις οποίες στηρίζεται οποιοδήποτε «μοντέλο», επιδρώντας, για παράδειγμα, στην κατανομή των πόρων, στο ποσοστό ανάπτυξης, στους ρυθμούς τής παραγωγικότητας κ.ο.κ. Οι αντικειμενικές συνθήκες και οι υποκειμενικές δυνάμεις βρίσκονται σε σχέση αλληλεπίδρασης.

Κλείνοντας, πρέπει να επισημανθεί ότι στην ανάλυσή μου απέφυγα να εισάγω υποθέσεις αναφορικά με την τάση τού ποσοστού κέρδους. Επί τού παρόντος δεν θα εισέλθω στη συζήτηση για τον «νόμο τής πτωτικής τάσης τού ποσοστού κέρδους». Ακολουθώντας τα βήματα τού Πολ Σουίζι, επεχείρησα στο παρελθόν να διατυπώσω ορισμένες σκέψεις που κινούνται πέραν των όσων έγραψε επί τού θέματος ο Μαρξ. Πρότεινα, λοιπόν, η εξέταση των δεδομένων που μπορούν να διαπιστωθούν όσον αφορά τις διακυμάνσεις τού ποσοστού κέρδους να γίνει σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο που να περιλαμβάνει διαδοχικές φάσεις οι οποίες θα καθορίζονται από διαφορετικούς συνδυασμούς των δεικτών αύξησης τής παραγωγικότητας (λ και γ) σε καθένα από τους δύο τομείς τού μαρξιστικού μοντέλου.

4. Τιμές παραγωγής και τιμές αγοράς

Ο παράγοντας τού «ανταγωνισμού» μεταξύ μερίδων τού κεφαλαίου επαρκεί μεν για την εξήγηση τού μετασχηματισμού των αξιών σε τιμές παραγωγής, αλλά θα πρέπει να εξεταστεί μια ακόμη ομάδα παραγόντων που με τη σειρά τους επιδρούν καθοριστικά στη διαδικασία μετασχηματισμού των τιμών παραγωγής σε τιμές αγοράς.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η ύπαρξη των ολιγοπωλίων, που ακυρώνει τη φιλελεύθερη παραδοχή αναφορικά με τη λειτουργία τού «ανταγωνισμού». Τα ολιγοπώλια — που, τόσο από τον Μαρξ, όσο αργότερα και από τον Μπροντέλ, θεωρήθηκαν ότι αποτελούν καθοριστικό γνώρισμα τού υπαρκτού καπιταλισμού (πβ. Les Défis de la mondialisation, σελ. 131-45) — είναι σήμερα σε θέση να αποσπούν από την παγκόσμια παραγόμενη υπεραξία μονοπωλιακές προσόδους, εξασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ποσοστά κέρδους ανώτερα από εκείνα που αποκομίζουν τα εξαρτημένα από αυτά τμήματα τού κεφαλαίου. Συνεχίζοντας την ανάλυση αυτή, διατύπωσα τη θέση ότι ο υψηλός βαθμός συγκεντροποίησης τού κεφαλαίου, που χαρακτηρίζει πλέον τον σύγχρονο καπιταλισμό, μας επιτρέπει να κάνουμε λόγο για ένα σύστημα γενικευμένων, παγκοσμιοποιημένων και χρηματιστικοποιημένων ολιγοπωλίων, που αποτελεί θεμέλιο τής διαμόρφωσης τού συλλογικού ιμπεριαλισμού τής τριάδας (ΗΠΑ-Ευρώπη-Ιαπωνία). Πρόκειται για μια άποψη την οποία λίγοι μαρξιστές τολμούν να αποδεχτούν, καθώς διακατέχονται από την αδικαιολόγητη, κατά τη γνώμη μου, ανησυχία ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο προσχωρούν στις καουτσκικές θέσεις περί «υπεριμπεριαλισμού» (πβ. Au-delà du capitalisme sénile, σελ. 63 και επ.).

Όσον αφορά τον δεύτερο καθοριστικό παράγοντα στη διαδικασία σχηματισμού των τιμών αγοράς, θεωρώ ότι επιβάλλεται ο εμπλουτισμός τής ανάλυσης τής λειτουργίας τού νομισματικού κανόνα. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν, εν προκειμένω, οι μαρξιστικές θέσεις αναφορικά με τη σχέση που υφίσταται ανάμεσα στο «πρότυπο εμπόρευμα» (χρυσό) και τη δημιουργία/καταστροφή χρήματος μέσω τού μηχανισμού τής πίστης (— για τη συμβολή μου στη σχετικά συζήτηση, στο πλαίσιο των νέων συνθηκών που διαμορφώθηκαν μετά την γενική εγκατάλειψη τού μεταλλικού κανόνα, παραπέμπω τον αναγνώστη στο κείμενο με τίτλο Le Développement inégal, σελ. 74-6). Ωστόσο, λόγω τού φαινομένου τής αλλοτρίωσης, και ακριβέστερα λόγω τού φαινομένου τής εμπορευματικής αλλοτρίωσης που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό, οι ανθρώπινες κοινωνίες εξακολουθούν να έχουν ανάγκη ενός «φετίχ». Στον «σύγχρονο» κόσμο μας, ο χρυσός εξακολουθεί να έχει λειτουργία φετίχ, πράγμα ιδιαίτερα εμφανές σε περιόδους κρίσης συσσώρευσης, όπως αυτή που ζούμε σήμερα.

Τέλος, δεν πρέπει να παραλείψουμε να αναφερθούμε σε ένα σύνολο ανομοιογενών παραγόντων που επίσης επιδρούν στη διαμόρφωση των τιμών που παρατηρούνται στις αγορές και οι οποίοι προσδιορίζουν είτε τη φύση τής γενικής συγκυρίας (π.χ. περιόδους αλματώδους ανάπτυξης έναντι περιόδων όξυνσης τού ανταγωνισμού των κεφαλαίων), είτε τη φύση των ειδικών συγκυρίων (π.χ. παραγωγή «νέων» προϊόντων που εκτοπίζουν προϊόντα τομέων με περιορισμένη πλέον δυναμική ανάπτυξης).

Ο άκρατος εμπειρισμός, που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα τις αγγλοσαξονικές κουλτούρες, οδηγεί τη χυδαία οικονομολογία στην επαγωγική διατύπωση «νόμων», οι οποίοι επιτρέπουν, υποτίθεται, την κατανόηση τής «οικονομικής ζωής», μέσα από την άμεση παρατήρηση τής πραγματικότητας (λ.χ. βάσει των παρατηρούμενων τιμών). Όπως θα φανεί, στη συνέχεια, από την ανάλυση τού σραφιανού μοντέλου, η διανοητική αποτυχία των προσεγγίσεων αυτών αποκαλύπτει τον ιδεολογικό τους χαρακτήρα: η «οικονομική ορθοδοξία» δεν είναι παρά αερολογίες προορισμένες να παράσχουν νομιμοποίηση στις πρακτικές τού κεφαλαίου.

5. Η αξία ως αναπόδραστος σταθμός για την κατανόηση τής οικονομικής πραγματικότητας

Αλλά τι είναι ο νόμος της αξίας; Ο νόμος της αξίας μάς λέει ότι τα εμπορευματοποιημένα προϊόντα έχουν μετρήσιμη αξία, ότι μέτρο τής αξίας τους είναι η ποσότητα τής αφηρημένης εργασίας που είναι κοινωνικά αναγκαία για την παραγωγή τους και τέλος ότι η ποσότητα αυτή ισούται με το άθροισμα των ποσοτήτων άμεσης και έμμεσης («μεταβιβασθείσας») εργασίας που χρησιμοποιούνται στην παραγωγική διαδικασία. Η έννοια τού εμπορεύματος συνδέεται άρρηκτα με τον νόμο τής αξίας. — Τι δεν λέει ο νόμος τής αξίας: ότι τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται ανάλογα με την αξία τους και ότι η άμεση εργασία είναι «παρούσα» εργασία, ενώ η έμμεση εργασία είναι παρωχημένη εργασία που έχει «αποκρυσταλλωθεί» με τη μορφή μέσων παραγωγής (πράγματι, ο δεύτερος τόμος τού Κεφαλαίου στηρίζεται στη βασική διαπίστωση ότι η παραγωγή μέσων παραγωγής και η παραγωγή μέσων κατανάλωσης δεν είναι χρονικά διαδοχικές διαδικασίες, αλλά πραγματοποιούνται ταυτόχρονα, πράγμα που καθορίζει τον ουσιώδη χαρακτήρα τού κοινωνικού καταμερισμού τής εργασίας). Το ότι ένα εμπόρευμα έχει αξία δεν σημαίνει ότι θα ανταλλάσσεται στην αναλογία αυτή. Ο Μαρξ επισημαίνει ωστόσο ότι στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται βάσει των σχέσεων που καθορίζονται από την τιμή παραγωγής τους. Πρόκειται μήπως για αντίφαση ή για περιττή παρέκβαση; Τίποτε από τα δύο. Οι τιμές παραγωγής αντιμετωπίζονται ως αποτέλεσμα τής συνεργιστικής λειτουργίας τού νόμου τής αξίας και τού νόμου τού κεφαλαιακού ανταγωνισμού, οι οποίοι νόμοι λειτουργούν σε διαφορετικά επίπεδα. Ο νόμος, μάλιστα, τής αξίας δρα σε ένα βαθύτερο, δυσδιάκριτο επίπεδο. Ο νόμος τής αξίας, που εν προκειμένω αποτελεί τον θεμελιωδέστερο παράγοντα, θα συνεπαγόταν την ανταλλαγή εμπορευμάτων σύμφωνα με τις αξίες τους στα πλαίσια μόνον ενός τρόπου παραγωγής που θα συρρικνωνόταν στο στοιχείο τής κυριαρχίας τού εμπορεύματος — με άλλα λόγια μόνον στην περίπτωση τής απλής εμπορευματικής παραγωγής. Ο εν λόγω τρόπος παραγωγής, που στην καθαρή του μορφή δεν υφίσταται πλέον, δεν ταυτίζεται ποσώς με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ο οποίος χαρακτηρίζεται, πέρα από την κυριαρχία τού εμπορεύματος, από τον κατακερματισμό και τον ανταγωνισμό των κεφαλαίων (και των καπιταλιστών).

Οι εμπειρικά παρατηρήσιμες τιμές παραγωγής είναι, λοιπόν, αποτέλεσμα τού συνδυασμού των δύο αυτών νόμων, οι οποίοι δρουν σε διαφορετικά επίπεδα. Μπορεί άραγε το πρόβλημα τού μετασχηματισμού των αξιών σε τιμές παραγωγής να εκφραστεί με ποσοτική μορφή, λαμβανομένης υπόψη τής λειτουργίας των δύο αυτών νόμων; Είναι αλήθεια ότι, στον τρίτο τόμο τού Κεφαλαίου, ο Μαρξ δίνει, όπως συνηθίζει, αριθμητικά παραδείγματα για τις διάφορες δυνατές περιπτώσεις. Ωστόσο, αποφεύγει να προτείνει διαδοχικές προσεγγίσεις, περιοριζόμενος σε μια πρώτη αριθμητική εκτίμηση: το σταθερό κεφάλαιο υπολογίζεται σε αξίες και όχι σε τιμές παραγωγής. Το πρόβλημα τού μετασχηματισμού μπορεί πράγματι να λυθεί με κομψό τρόπο με την κατασκευή ενός συστήματος εξισώσεων, χωρίς να χρειαστεί να προσφύγουμε στη μέθοδο των διαδοχικών προσεγγίσεων. Είναι θεμιτή η προσέγγιση αυτή; Βεβαίως και είναι, γιατί δεν ισχύει ότι η έννοια τής αξίας εμπίπτει αποκλειστικά στο πεδίο τής παραγωγικής διαδικασίας, κατ’ αντιδιαστολή προς τις τιμές, που υποτίθεται ότι ανήκουν στη σφαίρα τής κυκλοφορίας. Αξία και τιμή είναι κατηγορίες τής όλης διαδικασίας. Η αξία πραγματοποιείται και αποκτά υπόσταση μόνο μέσω τής ανταλλαγής. Μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο λαμβάνει επιπλέον χώρα τόσο η μετατροπή τής συγκεκριμένης εργασίας σε αφηρημένη όσο και η αναγωγή της σύνθετης εργασίας σε απλή. Στην πραγματικότητα, η δυνατότητα αναγωγής τής συγκεκριμένης εργασίας σε μια ποσότητα αφηρημένης εργασίας αποτελεί τη μόνη προϋπόθεση για τον μετασχηματισμό. Άλλωστε, η μετατροπή τής συγκεκριμένης εργασίας σε αφηρημένη, που συντελείται μέσω τής υπαγωγής τής εργασίας [στο κεφάλαιο] και τής υποβάθμισης τού επιπέδου των εργασιακών δεξιοτήτων, αποτελεί πραγματική τάση για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Το γεγονός ότι οι συγγραφείς που επιχείρησαν πρώτοι να αναπτύξουν το σκεπτικό τού τρίτου τόμου προσπάθησαν ταυτόχρονα να δώσουν λύση σε ένα, αποδεδειγμένα πλέον, ανεπίλυτο πρόβλημα συνέβαλε στη συσκότιση τού ζητήματος. Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να επιλύσουν το ζήτημα, υιοθέτησαν την περιοριστική υπόθεση ότι το ποσοστό κέρδους που υπολογίζεται από το σύστημα εξισώσεων σε όρους τιμής θα ισούται με το ποσοστό κέρδους που προκύπτει από το ποσοστό υπεραξίας στο πλαίσιο τού μοντέλου που εκφράζεται σε όρους αξίας. Αν όμως απορριφθεί η υπόθεση αυτή, τότε αίρονται και οι δυσκολίες στην επίλυση τού προβλήματος τού μετασχηματισμού. Πρέπει να μας ενοχλεί το γεγονός ότι τα δύο ποσοστά κέρδους διαφέρουν μεταξύ τους; Η απάντηση είναι αρνητική γιατί αυτό είναι κάτι το φυσιολογικό. Το συγκεκριμένο συμπέρασμα, που αποτελεί απόρροια τής προβληματικής τού μετασχηματισμού, είναι μια από τις βασικές ανακαλύψεις τής θεωρίας τού μαρξισμού.

Στους τρόπους παραγωγής στους οποίους αναπτύσσονται διαφανείς εκμεταλλευτικές σχέσεις, το ποσοστό εκμετάλλευσης είναι άμεσα εμφανές. Ο δουλοπάροικος, για παράδειγμα, εργάζεται τρεις μέρες στη γη του και τρεις μέρες στη γη τού κυρίου του. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος αγνοούν το γεγονός αυτό. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, οι σχέσεις εκμετάλλευσης είναι αδιαφανείς. Από τη μια μεριά, ο προλετάριος πουλάει την εργατική του δύναμη, ενώ εμφανίζεται να πουλάει την εργασία του — η αμοιβή του υποτίθεται ότι αντιστοιχεί στις οκτώ ώρες εργασίας που πραγματικά παρέχεται, και όχι στις τέσσερις ώρες αναγκαίας εργασίας. Από την άλλη, ο αστός αποκομίζει κέρδη που υπολογίζονται ανάλογα με το κεφάλαιο που διαθέτει, και όχι ανάλογα με την εργασία που εκμεταλλεύεται. Από την πλευρά του, λοιπόν, θεωρεί ότι η παραγωγικότητα είναι ίδιον τού κεφαλαίου. Επί τη βάσει τής διάκρισης που υφίσταται ανάμεσα στις διαφανείς σχέσεις εκμετάλλευσης στους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής και στον αδιαφανή τρόπο απόσπασης υπερεργασίας στον καπιταλισμό πρότεινα, στο παρελθόν, μια σειρά θέσεων αναφορικά με τις διαφορές στο περιεχόμενο τής προκαπιταλιστικής και τής καπιταλιστικής ιδεολογίας (φυσική έναντι εμπορευματικής αλλοτρίωσης), καθώς και τις διαφορετικές μορφές συνάρθρωσης βάσης-εποικοδομήματος σε αυτούς τους τρόπους παραγωγής (κυριαρχία τής ιδεολογίας στους προκαπιταλιστικούς τρόπους έναντι τής άμεσης κυριαρχίας τής οικονομικής βάσης στον καπιταλισμό). Συνέδεσα, επομένως, την εμφάνιση των «οικονομικών νόμων» και τής «επιστήμης τής οικονομίας» με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Η χυδαία οικονομολογία επιχειρεί να συλλάβει και να διατυπώσει τους νόμους τής αναπαραγωγής τού συστήματος μέσα από τα άμεσα εμπειρικά δεδομένα. Υιοθετεί, λοιπόν, την οπτική τού καπιταλιστή, σύμφωνα με την οποία, πέραν τής εργασίας, το κεφάλαιο θεωρείται, αυτό καθαυτό, ως παραγωγικός συντελεστής.

Ωστόσο, η κατανόηση τού καπιταλισμού δεν περιορίζεται μόνο στη γνώση των οικονομικών νόμων, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στη σύνδεση που υφίσταται μεταξύ των νόμων αυτών και των γενικότερων συνθηκών για την κοινωνική αναπαραγωγή τού συστήματος, με άλλα λόγια προϋποθέτει την εξέταση τής λειτουργίας τού ιδεολογικού παράγοντα σε σχέση με την οικονομική βάση. Η αξία είναι έννοια καίριας σημασίας, διότι μας επιτρέπει ακριβώς να συλλάβουμε την κοινωνική πραγματικότητα σε όλο της το εύρος. Όσοι υιοθετούν τη στρεβλή οπτική που ανάγει την πραγματικότητα στη λειτουργία των οικονομικών νόμων οδηγούνται αναπόφευκτα στην αποδοχή τής αντίληψης ότι ο σοσιαλισμός δεν είναι παρά «καπιταλισμός χωρίς καπιταλιστές».

Βέβαια, το βασικότατο αυτό στοιχείο δεν συνιστά το μοναδικό αντεπιχείρημα. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, η «εμπειρική» προσέγγιση τού ζητήματος, που έχει ως αφετηρία την «άμεση» σύλληψη τής πραγματικότητας στη βάση των «τιμών αγοράς» και η οποία θεωρεί ως «περιττή παρέκβαση» τη χρησιμοποίηση τής έννοιας τής αξίας, καταλήγει σε αδιέξοδο. Αλλά τι συμβαίνει πραγματικά, αν προκρίνουμε, αντί τής ανάλυσης που παρουσιάσαμε βασιζόμενοι στον δεύτερο τόμο τού Κεφαλαίου, τη χρήση ενός σραφιανού μοντέλου εκφρασμένου σε τιμές;

Το σχήμα τού Σράφα[26]

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο αυτές μεθόδους εντοπίζεται σε δύο σημεία που πρέπει να διακρίνονται επιμελώς μεταξύ τους: (1) τη χρησιμοποίηση τιμών στη θέση των αξιών και (2) την υιοθέτηση ενός συστήματος παραγωγής που περιλαμβάνει n κλάδους αντί τού συστήματος δύο τομέων (οι οποίοι, όπως είδαμε, εξειδικεύονται στην παραγωγή κεφαλαιουχικών και καταναλωτικών αγαθών αντίστοιχα).

Έστω ότι έχουμε δύο γραμμές παραγωγής (1) και (2), που και οι δύο παράγουν συγχρόνως μέσα παραγωγής και καταναλωτικά αγαθά· ότι a_{ij} είναι οι συντελεστές των εισροών που είναι αναγκαίες για την παραγωγή των αγαθών αυτών· ότι p_{1} και p_{2} είναι οι τιμές μονάδας τους· ότι w είναι η μονάδα μισθού (οι ποσότητες εργασίας, στις οποίες εφαρμόζονται οι συντελεστές a_{01}και a_{02})· και τέλος ότι r είναι το ποσοστό κέρδους. Ως εκ τούτου, έχουμε:

(a_{11}p_{1}+a_{12}p_{2}+a_{01}w)(1+r)=p_{1}

(a_{21}p_{1}+a_{22}p_{2}+a_{02}w)(1+r)=p_{2}

 

Στο σύστημα αυτό αντιστοιχεί το ακόλουθο σύστημα εκφρασμένο σε αξίες:

a_{11}v_{1}+a_{12}v_{2}+a_{01}=v_{1}

a_{21}v_{1}+a_{22}v_{2}+a_{02}=v_{2}

Υπενθυμίζουμε ότι, καθώς οι δύο γραμμές παραγωγής προϊόντων (1) και (2) δεν προορίζονται από τη φύση τους για την παραγωγή αποκλειστικά μέσων παραγωγής ή μέσων κατανάλωσης, το σύστημα δεν περιγράφει μια ισορροπία προσφοράς και ζήτησης για τον κάθε τομέα. Οι προϋποθέσεις για την επίτευξη τής ισορροπίας, η οποία θεωρείται δεδομένο ότι έχει πραγματοποιηθεί, είναι εξωγενείς ως προς το μοντέλο.

Ορίζονται δύο παράμετροι βελτίωσης τής παραγωγικότητας \pi_{1} και \pi_{2}, για τους κλάδους (1) και (2) αντίστοιχα. Υποθέτουμε, χάριν απλούστευσης, ότι το \pi είναι το ίδιο για τους δύο κλάδους.

Υποθέτουμε επίσης ότι για τη φάση 1 το σύστημα εξισώσεων σε αξίες είναι το εξής:

0,2v_{1}+0,4v_{2}+0,4=v_{1}

0,5v_{1}+0,1v_{2}+0,6=v_{2}

(από όπου έχουμε v_{1}=1,15 και v_{2}=1,30)

Αν υποθέσουμε ότι η ίδια ποσότητα άμεσης εργασίας είναι ικανή να χρησιμοποιήσει διπλάσιο κεφαλαιουχικό εξοπλισμό και διπλάσιες πρώτες ύλες (και, χάριν απλούστευσης, κατά τις ίδιες αναλογίες a_{ij}), προκειμένου να παραχθούν διπλάσιες ποσότητες τελικών προϊόντων (πράγμα που συμβαίνει αν \pi=0,5), τότε για τη φάση 2 έχουμε:

0,4v^\prime_{1}+0,8v^\prime_{2}+0,4=2v^\prime_{1}

1,0v^\prime_{1}+0,2v^\prime_{2}+0,6=2v^\prime_{2}

(από όπου έχουμε v^\prime_{1}=0,58 και v^\prime_{2}=0,65)

Ο κατωτέρω πίνακας[27] δίνει την εξέλιξη τού συστήματος των αξιών, που παρήχθησαν με την ίδια, αμετάβλητη, συνολική ποσότητα εργασίας:

Φάση 1 Φάση 2
(με v΄1 = 2⋅0, 58 = 1, 16 και v΄2 = 2⋅0, 65 = 1, 30)
Παραγωγή 1, 0v1 + 1, 0v2 = 2, 45 2, 0v΄1 + 2, 0v΄2 = 4, 92
— Παραγωγική κατανάλωση 0, 7v1 + 0, 5v2 = 1, 45 1, 4v΄1 + 1, 0v΄2 = 2, 92
= Καθαρό προϊόν 0, 3v1 + 0, 5v2 =  1, 00 0, 6v΄1 + 1, 0v΄2 =  2, 00

 

Η βελτίωση τής παραγωγικότητας συνοδεύεται είτε από μειώσεις τιμών (οπότε τα ονομαστικά εισοδήματα παραμένουν αμετάβλητα), είτε από αυξήσεις των ονομαστικών εισοδημάτων (οπότε οι τιμές παραμένουν στάσιμες). Για την κατάρτιση τού ανωτέρω πίνακα υιοθετήσαμε τη δεύτερη αυτή παραδοχή, ότι δηλαδή οι τιμές των όρων v^\prime_{1} και v^\prime_{2} διπλασιάζονται: v^\prime_{1}=2\cdot~0,58=1,16 και v^\prime_{2}=2\cdot~0,65=1,30.

Τα αποτελέσματα, δηλαδή η αύξηση τού καθαρού προϊόντος (από 100 σε 200), είναι ανεξάρτητα από την κατανομή (πράγματι, στις παραπάνω εξισώσεις, δεν έγινε καμία υπόθεση σχετικά με τους μισθούς ή το ποσοστό κέρδους).

Αντιθέτως, αν εξετάζαμε την εξέλιξη ενός συστήματος εκφρασμένου σε τιμές, θα έπρεπε να εισάγουμε μια υπόθεση σχετικά με την κατανομή τού εισοδήματος.

Το προηγούμενο σύστημα εκφρασμένο σε τιμές, με την εξής μορφή:

(0,2p_{1}+0,4p_{2}+0,4w)(1+r)=p_{1}

(0,5p_{1}+0,1p_{2}+0,6w)(1+r)=p_{2}

και συμπληρωμένο με μια υπόθεση σχετικά με τους μισθούς, π.χ. ότι:

w=0,2p_{1}+0,2p_{2}

μπορεί να αναχθεί σε ένα σύστημα «παραγωγής εμπορευμάτων μέσω εμπορευμάτων», ως εξής:

(0,28p_{1}+0,48p_{2})(1+r)=p_{1}

(0,62p_{1}+0,22p_{2})(1+r)=p_{2}

το οποίο έχει λύσεις:[28]

p_{1}/p_{2}=0,93

Για την επόμενη φάση, το σύστημα παίρνει τη μορφή:

(0,4p_{1}+0,8p_{2}+0,4w)(1+r)=2p_{1}

(1,0p_{1}+0,12p_{2}+0,6w)(1+r)=2p_{2}

Τα αποτελέσματα (σχετικές τιμές και ποσοστό κέρδους) θα εξαρτώνται από την εξέλιξη των μισθών. Αν υποθέσουμε ότι οι πραγματικοί μισθοί μένουν αμετάβλητοι, ότι δηλαδή:

w^\prime=w=0,2p_{1}+0.2p_{2}

το απλοποιημένο[30] σύστημα εξισώσεων έχει ως εξής:

(0,24p^\prime_{1}+0,44p^\prime_{2})(1+r^\prime)=p^\prime_{1}

(0,56p^\prime_{1}+0,16p^\prime_{2})(1+r^\prime)=p^\prime_{2}

το οποίο έχει λύσεις:[31]

{p^\prime_{1}}/{p^\prime_{2}}=\mathbf{0,98}

Με βάση τα ανωτέρω μπορούμε να συντάξουμε τον ακόλουθο συγκριτικό πίνακα (εκφρασμένο σε τιμές):

Φάση 1 Φάση 2
Παραγωγή 1, 0p1 + 1, 0p2 = 2, 08 2, 0p΄1 + 2, 0p΄2 = 4, 0 4
— Παραγωγική κατανάλωση 0, 7p1 + 0, 5p2 = 1, 24 1, 4p΄1 + 1, 0p΄2 = 2, 42
= Καθαρό προϊόν 0, 3p1 + 0, 5p2 =  0, 84 0, 6p΄1 + 1, 0p΄2 =  1, 62
— στο οποίο περιλαμβάνονται οι μισθοί:
0, 2p1 + 0, 2p2 = 0, 42 0, 2p΄1 + 0, 2p΄2 = 0, 40
και τα κέρδη:
0, 1p1 + 0, 3p2 = 0, 42 0, 4p΄1 + 0, 8p΄2 = 1, 22

Παρατηρούμε ότι η σύγκριση των δύο φάσεων δυσχεραίνεται από το γεγονός ότι η λύση τού συστήματος δίνει σχετικές τιμές p1p2 και p΄1p΄2 που διαφέρουν ανάλογα με την εξέλιξη τού μισθού. Βεβαίως, γνωρίζουμε εξ υποθέσεως ότι το σύστημα τής δεύτερης φάσης επιτρέπει, με την ίδια συνολική ποσότητα εργασίας, τον διπλασιασμό τού φυσικού προϊόντος (των αξιών χρήσης) (1) και (2). Αλλά, αν θέσουμε ότι p1 = p΄1 = 1, τότε έχουμε p2 ≠ p΄2, καθώς οι τιμές των λόγων p1p2 και p΄1p΄2 εξαρτώνται από τον καταμερισμό τού εισοδήματος (οπότε, στην περίπτωση αυτή, έχουμε: p2 = 1, 08 και p΄2 = 1, 02). Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η μέτρηση τής αύξησης τού καθαρού προϊόντος σε αξία είναι ανεξάρτητη από την κατανομή (στο μοντέλο μας, το καθαρό προϊόν σε αξία καταγράφει αύξηση από 1,00 σε 2,00). Όταν όμως αναλύουμε την εξέλιξη τού συστήματος σε τιμές, υπό την υπόθεση ότι οι μισθοί παραμένουν αμετάβλητοι, βλέπουμε ότι το καθαρό προϊόν αυξάνεται από 0,84 σε 1,62 (ποσοστό αύξησης ίσο με 193%).

Το κύριο μειονέκτημα τής ανάλυσης σε όρους τιμής σε σύγκριση με την ανάλυση σε όρους αξίας δεν απορρέει από τον «ανοικτό» χαρακτήρα τού σραφιανού μοντέλου, δηλαδή από το γεγονός ότι η δυναμική ισορροπία τής προσφοράς και τής ζήτησης των προϊόντων (κεφαλαιουχικών και καταναλωτικών αγαθών) δεν τυποποιείται ως εσωτερική συνθήκη τού μοντέλου, αλλά θεωρείται απλώς ότι έχει πραγματοποιηθεί με όρους εξωγενείς ως προς αυτό (—και τούτο, σε αντιδιαστολή προς τον «κλειστό» χαρακτήρα τού μαρξιανού μοντέλου, το οποίο ενσωματώνει την εν λόγω ισορροπία). Στην πραγματικότητα, το μειονέκτημα έγκειται στην αντικατάσταση των αξιών — οι οποίες δεν εξαρτώνται από την κατανομή — από τις τιμές, που είναι εξαρτημένες από αυτή. Για τον λόγο αυτό, η έννοια τής βελτίωσης τής παραγωγικότητας, που αποτελεί μέτρο τής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και η οποία είναι απόλυτα αντικειμενική στον Μαρξ (δεδομένου τού ότι δεν εξαρτάται από το ποσοστό τής υπεραξίας), δεν προσλαμβάνει αντικειμενικό χαρακτήρα στο μοντέλο τού Σράφα ή σε οποιαδήποτε άλλο μοντέλο εκφρασμένο σε τιμές.

Το σραφιανό μοντέλο δεν προσφέρεται λοιπόν για την ανάλυση των συνθηκών τής δυναμικής ισορροπίας, διότι, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με το μοντέλο τού Μαρξ, δεν ασχολείται με την ισορροπία τής προσφοράς και τής ζήτησης για κάθε τύπο προϊόντος. Για παράδειγμα, είναι αδύνατο να συνάγουμε από το σραφιανό μοντέλο τις θέσεις που διατυπώθηκαν ανωτέρω όσον αφορά τη διευρυμένη αναπαραγωγή. Πρόκειται επομένως για ένα εμπειρικό, φτωχό μοντέλο, που επιτρέπει, το πολύ, την περιγραφή μιας διαπιστωθείσας εξέλιξης, αλλά όχι και την εξαγωγή των νόμων που την διέπουν.

Βεβαίως, από τη στιγμή που δίνεται το ύψος τού πραγματικού μισθού, κάθε σύστημα που ορίζεται άμεσα σε τιμές είναι πλήρως καθορισμένο, καθώς επιτρέπει τον υπολογισμό των σχετικών τιμών και τού ποσοστού κέρδους. Τότε όμως τίθεται το ζήτημα τού «κριτηρίου» [«προτύπου»],[32] που ο Σράφα, ακολουθώντας τη ρικαρντιανή παράδοση, ορίζει ως εξής: υπάρχει ένα κριτήριο που να αφήνει αμετάβλητο το καθαρό προϊόν, παρά το ότι η κατανομή (w ή r) μεταβάλλεται αυτόνομα; Ωστόσο, η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα είναι αρνητική. Ας δούμε γιατί.

Ο Σράφα δεν αναλύει το σύστημα με τον ίδιο τρόπο όπως ο Μαρξ. Πιο συγκεκριμένα, δεν περιλαμβάνει την εργατική δύναμη στη διαδικασία τής παραγωγής, θεωρώντας μάλιστα τον μισθό όχι ως την αξία τής εργατικής δύναμης, αλλά ως κατηγορία που εμπίπτει στη σφαίρα τής κατανομής. Για τον λόγο αυτό, διατυπώνει το σύστημα ως εξής:

(0,2p_{1}+0,4p_{2})(1+r)\mathbf{+0,4w}=p_{1}

(0,5p_{1}+0,1p_{2})(1+r)\mathbf{+0,6w}=p_{2}

Ως γνωστόν, προτείνει επιπλέον ως «κριτήριο» την τιμή τού καθαρού προϊόντος, δηλαδή:

0,3p_{1}+0,5p_{2}=1

Κάνοντας χρήση τού συγκεκριμένου «κριτηρίου», διαπιστώνουμε ότι τα r και w συνδέονται με μια γραμμική συνάρτηση που είναι ανεξάρτητη από τις τιμές των p:

r=R\,(1-w)

[Βλέπουμε, για παράδειγμα, ότι:[33]

(α) για w=1, r=0, p1 = 1, 15 και p2 = 1, 30 (οι τιμές εδώ είναι οι αξίες),[34] το σύστημα παίρνει τη μορφή:

0,2p_{1}+0,4p_{2}+0,4=p_{1}

0,5p_{1}+0,1p_{2}+0,6=p_{2}

\boldsymbol{0,3p_{1}+0,5p_{2}=1}

και ότι (β) για w=0, r=R=70% και p1 = 1,22 και p2 = 1,27, το σύστημα παίρνει τη μορφή:

(0,2p_{1}+0,4p_{2})(1+R)=p_{1}

(0,5p_{1}+0,1p_{2})(1+R)=p_{2}

\boldsymbol{0,3p_{1}+0,5p_{2}=1}

απ’ όπου, συνδυάζοντας τις δύο πρώτες εξισώσεις, προκύπτει:

5p_{1}^2-p_{1}p_{2}-4p_{2}^2=0

]

Επομένως, για το συγκεκριμένο κριτήριο, η γραμμική συνάρτηση που συνδέει τους όρους r και w περιγράφει μια ευθεία D (βλ. διάγραμμα κατωτέρω), ενώ, για ένα οποιαδήποτε άλλο κριτήριο, η σχέση που συνδέει τους όρους r και w δεν είναι ούτε γραμμική ούτε μονοτονική, αλλά περιγράφεται από μια οικογένεια καμπυλών C (βλ. διάγραμμα κατωτέρω).

Το «κριτήριο» αυτό είναι προτιμότερο από οποιοδήποτε άλλο; Η απάντηση είναι αρνητική, αφενός διότι:

(1) το συγκεκριμένο «κριτήριο» προϋποθέτει την αντιμετώπιση τού μισθού υπό το πρίσμα τού Σράφα· αν ο μισθός συμπεριληφθεί στην παραγωγική διαδικασία ως μεταβλητό κεφάλαιο, τότε οι τιμές τού «κριτηρίου» μεταβάλλονται μαζί με το w (με άλλα λόγια, το «κριτήριο» δεν είναι πλέον ανεξάρτητο από τις τιμές)·

(2) και αφετέρου διότι, ακόμα και στο πλαίσιο τής σραφιανής διατύπωσης, όταν το καθαρό προϊόν μεταβάλλεται με το χρόνο (ως αποτέλεσμα τής ανάπτυξης), το «κριτήριο» δεν είναι πλέον ανεξάρτητο από τις τιμές, αλλά είναι ελαστικό.

Αν, όπως οφείλουμε, συμπεριλάβουμε τους μισθούς w στην παραγωγική διαδικασία, τότε βλέπουμε ότι, ανεξαρτήτως «κριτηρίου», θα έχουμε τρεις εξισώσεις με τέσσερις αγνώστους (p1, p2, r και w). Μπορούμε βέβαια πάντα να εκφράσουμε το r σε συνάρτηση με το w, αλλά η σχέση που συνδέει τα μεγέθη αυτά εκφράζεται πλέον από μια συνάρτηση η οποία δεν είναι ούτε γραμμική, ούτε κατ’ ανάγκη φθίνουσα μονοτονική.

Αντίθετα, το κριτήριο-αξία επιτρέπει τη μέτρηση τής προόδου των παραγωγικών δυνάμεων από τη μια φάση στην επόμενη.

Θα αδικούσαμε τον Μαρξ, αν ερμηνεύαμε περιοριστικά την πρότασή του για τη χρησιμοποίηση τής αξίας ως κριτηρίου για τις τιμές. Με άλλα λόγια, αν περιοριζόμαστε στο επιχείρημα ότι το συγκεκριμένο κριτήριο «δουλεύει» στην πράξη, επιτρέποντας τον μετασχηματισμό των αξιών σε τιμές. Οφείλουμε δε να επισημάνουμε ότι, όσο μελάνι και αν έχει χυθεί επί τού θέματος, η σχετική συζήτηση για τον «μετασχηματισμό» δεν αποτελεί παρά καθαρή φιλολογία, αν δεν ιδωθεί υπό το πρίσμα τής προβληματικής που υιοθετήσαμε εδώ.

Στην πραγματικότητα, ο Μαρξ αναζητούσε ένα εργαλείο που να επιτρέπει τη μέτρηση τής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Το εργαλείο αυτό δεν είναι άλλο από την αξία. Πράγματι, η ποσότητα τής κοινωνικά αναγκαίας εργασίας είναι σε τελική ανάλυση ο μόνος «πλούτος» που διαθέτει η κοινωνία. Η αξία είναι επιπλέον ανεξάρτητη από την κατανομή.

Το κριτήριο-αξία επιτρέπει ουσιαστικά να συγκρίνουμε την πρόοδο που σημειώνεται κατά τη μετάβαση από ένα παραγωγικό σύστημα (0) σε ένα άλλο (1), (2) κ.ο.κ. κατά μήκος τού κάθετου άξονα w (βλ. διάγραμμα). Κατά μήκος αυτού τού άξονα, οι τιμές τού r είναι ίσες με 0 (r=0), οπότε οι μισθοί απορροφούν ολόκληρο το καθαρό προϊόν. Αν επομένως ένα παραγωγικό σύστημα μεγιστοποιεί την τιμή τού w (για r=0), τότε αυτό σημαίνει ότι το εν λόγω σύστημα θα μεγιστοποιεί το εισόδημα ή, ισοδυνάμως, ότι θα ελαχιστοποιεί τον χρόνο τής κοινωνικής εργασίας που είναι αναγκαία για να παραχθεί μια δεδομένη ποσότητα αξιών χρήσης. Επομένως, το συγκεκριμένο σύστημα θα αντιστοιχεί σε ένα ανώτερο επίπεδο ανάπτυξης και αποδοτικότητας των παραγωγικών δυνάμεων.

Αντιθέτως, η χρησιμοποίηση τού κριτηρίου τού Σράφα συνεπάγεται τη σύγκριση συστημάτων κατά μήκος τού άξονα των τεταγμένων r. Για w=0, έχουμε r=R, οπότε το κέρδος απορροφά ολόκληρο το προϊόν. Η υπόθεση w ≠ 0 δεν αλλάζει τίποτε, διότι ο Σράφα «απαλείφει» τους μισθούς, υποκαθιστώντας τους με τα αγαθά που καταναλώνουν οι μισθωτοί. Ο Σράφα συγκρίνει επομένως τα συστήματα κατά μήκος ενός άξονα που είναι παράλληλος προς τον άξονα των r και ο οποίος τέμνει σε κάποιο τυχαίο σημείο τον κάθετο άξονα [βλ. διάγραμμα]. Από αυτή τη σκοπιά, το σύστημα που θα μεγιστοποιούσε το ποσοστό κέρδους R θα έπρεπε να θεωρείται ως βέλτιστον.

Οι δύο μέθοδοι σύγκρισης είναι άραγε ισοδύναμες; Σαφώς όχι.[35] Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό; Διότι, αν θέσουμε r=0,[36] τότε η σύγκριση λαμβάνει υπόψη, ταυτόχρονα, τους τέσσερις συντελεστές a11, a12, a21 και a22, που αντιστοιχούν στις εισροές εμπορευμάτων και τους δύο συντελεστές a01, a02, που προσδιορίζουν τις εισροές άμεσης εργασίες (για σύστημα δύο προϊόντων). Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή, για r=0, τα παραγωγικά συστήματα παίρνουν τη μορφή:

(a_{11}p_{1}+a_{12}p_{2}+a_{01}w)=p_{1}

(a_{21}p_{1}+a_{22}p_{2}+a_{02}w)=p_{2}

ενώ διαπιστώνουμε, επίσης, ότι οι τιμές p είναι, τότε, όμοιες προς τις αξίες.

Αντιθέτως, η σύγκριση των παραγωγικών συστημάτων επί τού άξονα των τετμημένων (w=0) σημαίνει ότι λαμβάνουμε υπόψη μόνο τους τέσσερις πρώτους συντελεστές («παραγωγή εμπορευμάτων μέσω εμπορευμάτων», και όχι μέσω εμπορευμάτων και άμεσης εργασίας), παραβλέποντας τους δύο συντελεστές εισροών άμεσης εργασίας. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή (δηλ. για w=0), το σύστημα παίρνει την εξής μορφής:

(a_{11}p_{1}+a_{12}p_{2})(1+r)=p_{1}

(a_{21}p_{1}+a_{22}p_{2})(1+r)=p_{2}

Το κριτήριο-αξία είναι προτιμότερο, διότι μόνο αυτό αντιμετωπίζει την παραγωγική διαδικασία ως αποτέλεσμα τής δράσης όλων των τεχνικών συντελεστών που χρησιμοποιήσαμε για την περιγραφή της. Το θεμελιώδες συμπέρασμα που προκύπτει από την ανάλυση αυτή είναι ότι το κοινωνικό σύστημα που, για ένα δεδομένο μισθό, μεγιστοποιεί το ποσοστό κέρδους δεν μεγιστοποιεί υποχρεωτικά και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (δηλαδή μέσω τής μείωσης τής αναγκαίας ποσότητας κοινωνικής εργασίας). Δεν υπάρχει τρόπος να παρακάμψουμε τη θεωρία τής αξίας, διότι μόνο αυτή επιτρέπει την αναγωγή όλων των οικονομικών μεγεθών (τιμών και εισοδημάτων) σε έναν κοινό παρονομαστή (την αξία, τ.έ. την ποσότητα τής κοινωνικά αναγκαίας εργασίας), ανεξαρτήτως των κανόνων κατανομής, και τούτο τόσο όσον αφορά τον χαρακτηρισμό μιας δεδομένης φάσης (συγχρονική-στατική ανάλυση), όσο και τη μέτρηση τού ρυθμού ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων που σημειώνεται κατά τη μετάβαση από τη μια φάση στην άλλη (δυναμική-διαχρονική ανάλυση).

Sraffa

Το πραγματικό διακύβευμα που κρύβεται πίσω από τη συζήτηση για την κατά προτίμηση χρησιμοποίηση τής αξίας ως κριτηρίου αφορά, επομένως, τον καθορισμό ενός αντικειμενικού μέτρου εκτίμησης τής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Επιπλέον, αν χρησιμοποιηθεί το ίδιο κριτήριο για την περιγραφή δύο παραγωγικών συστημάτων — είτε αυτά συνυπάρχουν χρονικά είτε διαδέχονται το ένα το άλλο — τότε η σχέση που συνδέει τα μεγέθη w και r θα περιγράφεται, υποχρεωτικά, είτε από δύο καμπύλες παρόμοιες με την καμπύλη C τού διαγράμματος είτε από μια ευθεία D και μια καμπύλη C.

Ωστόσο, στο σραφιανό μοντέλο, δεν υπάρχει κάποιο κοινό κριτήριο για τη σύγκριση διαφορετικών συστημάτων. Επιπροσθέτως, στο εν λόγω μοντέλο οι μισθοί και τα καταναλωτικά αγαθά που προορίζονται για τους εργαζόμενους θεωρούνται ως μεγέθη ισοδύναμα μεταξύ τους, πράγμα που σημαίνει ότι η αντικατάσταση τού μισθού με τα αγαθά κατανάλωσης συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι ο όρος «εργασία» απαλείφεται από τις σχετικές εξισώσεις, ότι τα εμπορεύματα θεωρούνται πλέον ότι παράγονται αποκλειστικά με τη χρησιμοποίηση άλλων εμπορευμάτων (χωρίς τη διαμεσολάβηση τής εργασίας, η οποία, τρόπο τινά, αποσύρεται από το προσκήνιο), καθώς και ότι η παραγωγή τού πλεονάσματος αποδίδεται αποκλειστικά στον συντελεστή-κεφάλαιο, που πλέον εκλαμβάνεται ως ο μόνος συντελεστής παραγωγής. Πρόκειται, λοιπόν, για το άκρον άωτον τής αλλοτρίωσης: τα εμπορεύματα (συμπεριλαμβανομένων εδώ και των βασικών αγαθών διαβίωσης) παράγουν «απογόνους» (δηλ. μεγαλύτερες ποσότητες εμπορευμάτων), χωρίς να απαιτείται καμία παρέμβαση τού παράγοντα-εργασία! Η συγκεκριμένη κοσμοθεώρηση είναι ανάλογη με αυτή των χρηματοοικονομικών επενδυτών, οι οποίοι, καθώς «παράγουν» χρήμα από χρήμα, είναι φυσικό να θεωρούν ότι το χρήμα είναι καθαυτό παραγωγικό (βλ. Κεφ. 11). Ή, ακόμη χειρότερα, όλες οι υλικές εισροές θα μπορούσαν να αντικατασταθούν με «ισοδύναμες» ποσότητες «παρωχημένης» εργασίας, με αποτέλεσμα να έχουμε ένα σύστημα με ένα και μόνο συντελεστή παραγωγής, την «παρωχημένη» εργασία, που ουσιαστικά ισοδυναμεί με τον συντελεστή «παραγωγικό χρόνο» (α λα Μπεμ-Μπαβέρκ).

Η ορθόδοξη οικονομική θεωρία μετά τον Μαρξ προσπάθησε, προκειμένου να προσβάλλει την αξιοπιστία τού μαρξισμού, να αποδώσει τα αίτια τής «ανάπτυξης» σε μια πληθώρα παραγόντων διαφορετικών τής κοινωνικής εργασίας. Σε αυτό άλλωστε οφείλεται η επινόηση τής έννοιας τής ειδικής παραγωγικότητας ανά συντελεστή παραγωγής, καθώς και η απόπειρα αναγωγής όλων των συντελεστών παραγωγής σε έναν ενιαίο συντελεστή, ανεξαρτήτως αν αυτός ονομάζεται «εμπόρευμα» (Σράφα: «παραγωγή εμπορευμάτων μέσω εμπορευμάτων»), «χρήμα» (που «γεννάει χρήμα»), «χρόνος» (που είναι επίσης «χρήμα», πβ. την έννοια τής «προεξόφλησης τού μέλλοντος» στον Μπεμ-Μπαβέρκ) ή, τέλος, «επιστήμη» (βλέπε, σχετικά, τη σημερινή συζήτηση περί «γνωσιακού καπιταλισμού» — μια έννοια που έχει τις ρίζες της στην κεϊνσιανή θεωρία τής οριακής παραγωγικότητας τού κεφαλαίου). Εν προκειμένω, δεν πρόκειται παρά για εκφάνσεις τού φαινομένου τής αλλοτρίωσης που χαρακτηρίζει ουσιωδώς τη συμβατική-αστική κοινωνική σκέψη.

Ο Μαρξ ολοκλήρωσε την κριτική τής καπιταλιστικής πραγματικότητας με τη μεθοδική αποδόμηση μιας σειράς κειμένων που στόχευαν στη νομιμοποίηση των πρακτικών τού κεφαλαίου — είτε επρόκειτο για τα έργα των μεγάλων κλασικών-θεμελιωτών τής σύγχρονης σκέψης στον νέο επιστημονικό τομέα τής πολιτικής οικονομίας (Σμιθ, Ρικάρντο), είτε για τα πονήματα τής χυδαίας οικονομικής θεωρίας τής εποχής του (Μπαστιά κ.ά.). Παραμένει, ωστόσο, επιτακτική η ανάγκη κριτικής ενασχόλησης με τα γραπτά των σύγχρονων μετα-μαρξιστών οικονομολόγων, και αυτό παρά την πολύτιμη συνεισφορά στο πεδίο αυτό ορισμένων καλών μαρξιστών, που κατόρθωσαν να υπερβούν τους περιορισμούς τής εξηγητικής ερμηνείας τού έργου τού Μαρξ και οι οποίοι, δυστυχώς, θεωρούνται σήμερα «ξεπερασμένοι» (για περισσότερα, παραπέμπω τον αναγνώστη στο βιβλίο μου με τίτλο «Άνιση Ανάπτυξη», όπου ασκώ κριτική στην απόπειρα συνέχισης τού έργου των κλασικών από σημαντικούς συγγραφείς, όπως ο Κέινς, ο Σράφα κ.ά., καθώς και στα λεγόμενα «οικονομικά τής μόδας», τη «μαγεία τής εποχής μας», όπως έγραψα τότε αναφερόμενος στις σύγχρονες μορφές τής χυδαίας οικονομολογίας).

«Κριτήριο» και «νόμιμο χρήμα»

Η χυδαία οικονομολογία συγχέει επιπόλαια το «κριτήριο», με την έννοια που προσδώσαμε στον όρο κατά την κριτική εξέταση τής σραφιανής εμπειρικής προσέγγισης τού ζητήματος που μας απασχολεί, με το «νόμιμο χρήμα», δηλ. τον «κοινό παρονομαστή» που επιτρέπει την έκφραση των μεγεθών των εξισώσεων τής δυναμικής ισορροπίας (είτε αυτές δίνονται σε όρους τιμής είτε σε όρους αξίας) σε ομοιογενείς μονάδες (αποκαλούμενες φράγκα, ευρώ, δολάρια κ.ο.κ.). Ο Μαρξ αποφεύγει να υποπέσει στο σφάλμα αυτό, παρά το γεγονός ότι κατά την εποχή του ίσχυε ακόμα ο κανόνας χρυσού. Ωστόσο, η εγκατάλειψη τού κανόνα χρυσού δεν καθιστά άνευ αντικειμένου τη διάκριση μεταξύ τής έννοιας τού «κριτηρίου» και αυτής τού «νομίμου χρήματος». Ο ορισμός τού νομίσματος μπορεί κάλλιστα να είναι αυθαίρετος, υπό την έννοια ότι δεν μεταβάλλει επ’ ουδενί τα συμπεράσματα τής ανάλυσης των συνθηκών τής συσσώρευσης. Οι σχετικές τιμές [όπως και το ποσοστό κέρδους] είναι ανεξάρτητες από το νόμισμα. Μόνο οι απόλυτες τιμές εξαρτώνται από την επιλογή ενός νομίσματος. Λίγη σημασία θα είχε, αν επιλέγαμε αυθαίρετα ένα οποιοδήποτε νόμισμα ή αν η επιλογή μας πληρούσε τον έναν από τους δύο εναλλακτικούς όρους που έθεσε ο Μαρξ [37] ή, τέλος, αν επιλέγαμε ένα πραγματικό νόμισμα (λ.χ. τον χρυσό).

Σε επίπεδο εμπειρικής παρατήρησης, το υπό εξέταση σύστημα[38] παρουσιάζεται άμεσα ως ένα σύστημα τεσσάρων εξισώσεων (για δύο κλάδους παραγωγής):

(α) παραγωγικό σύστημα-κλάδος (1):

(0,2p_{1}+0,4p_{2})(1+r)+0,4w=p_{1}

(β) κλάδος (2):

(0,5p_{1}+0,1p_{2})(1+r)+0,6w=p_{2}

(γ) μισθοί:

w=0,2p_{1}+0,2p_{2}

(δ) νόμισμα:

f~(p_{1}~p_{2})=1

Όσον αφορά τον ορισμό τού νομίσματος (που, όπως ειπώθηκε, δεν πρέπει να συγχέεται με την έννοια τού «κριτηρίου»), η απλούστερη αλγεβρική μορφή που μπορεί να χρησιμοποιηθεί είναι η εξής:

p1 + p2 = 1

Οι τέσσερις αυτές εξισώσεις δεν αποτελούν παρά μαθηματικοποίηση τής άμεσης πραγματικότητας, δηλ. των μεγεθών p1, p2, w, r και τού εμπειρικού «νομίσματος», καθώς και των μεταξύ τους σχέσεων.

6. Οικονομικοί νόμοι τού καπιταλισμού και ταξικοί αγώνες: από την πολιτική οικονομία στον ιστορικό υλισμό

Το σχήμα τής διευρυμένης αναπαραγωγής φαίνεται να αποκαλύπτει ότι η οικονομία διέπεται από ακριβείς νόμους, οι οποίοι, ως τέτοιοι, έχουν αντικειμενική υπόσταση, πράγμα που σημαίνει ότι ισχύουν υποχρεωτικά για όλους. Στη μορφή που μας παραδόθηκε, το κείμενο τού δεύτερου τόμου τού Κεφαλαίου είναι μεγάλης σπουδαιότητας, καθώς δείχνει ότι, στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, η κοινωνική αναπαραγωγή εμφανίζεται καταρχήν με τη μορφή τής οικονομικής αναπαραγωγής. Ενώ, λοιπόν, στους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής, που χαρακτηρίζονταν από διαφανείς σχέσεις εκμετάλλευσης, η αναπαραγωγή απαιτούσε την αδιαμεσολάβητη παρέμβαση τού εποικοδομήματος, δεν ισχύει πλέον το ίδιο και για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Εδώ θα πρέπει να υπογραμμιστεί, για άλλη μια φορά, η ποιοτική αυτή διαφορά.

Μέχρι τώρα δεν θίξαμε το ζήτημα τής πάλης των τάξεων, η οποία, εκ πρώτης αναγνώσεως, απουσιάζει από το κείμενο τού δεύτερου τόμου τού Κεφαλαίου. Ο Μαρξ μπορεί να μην είχε καμία σχέση με τον «οικονομισμό», δεν συνέβαινε όμως το ίδιο και με τον ιστορικό μαρξισμό. Η γραμμική-μηχανιστική αναγωγή των κοινωνικών νόμων στους νόμους τής οικονομίας, που συνδεόταν με μια επιστημονίστικη αντίληψη για την «πρόοδο», ήταν η κυρίαρχη τάση στους κόλπους τής Β΄ Διεθνούς. Η τάση αυτή ενισχύθηκε περαιτέρω μετά τον Β΄ ΠΠ, όταν πλέον η σοσιαλδημοκρατία είχε αποκηρύξει την κληρονομιά τού μαρξισμού.

Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη περί ιστορίας, η ταξική πάλη, που φέρνει αντιμέτωπους αστούς και προλετάριους για τη διανομή τού προϊόντος (το ποσοστό τής υπεραξίας), υποτάσσεται στους νόμους τής οικονομίας. Η πάλη των τάξεων δεν μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, παρά να «αποκαλύψει» το ποσοστό που είναι αντικειμενικά αναγκαίο για την επίτευξη ισορροπίας. Υπό το πρίσμα αυτό, εκπληρώνει μια λειτουργία ανάλογη με αυτή τού «αόρατου χεριού» τής αστικής πολιτικής οικονομίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι πομφόλυγες περί τής «παγκόσμιας αρμονίας» των κοινωνικών συμφερόντων εξαφανίζονται για να παραχωρήσουν τη θέση τους στα φληναφήματα περί τής «αντικειμενικής αναγκαιότητας τής προόδου». Στο πλαίσιο αυτό, ο μαρξισμός ταυτίζεται κατ’ ουσίαν με την λεγόμενη «μαρξιστική πολιτική οικονομία», η οποία, υπό τη ρουμπρίκα «marxian economics» [μαρξιανά οικονομικά], φοριέται πολύ στις αγγλοσαξονικές ιδίως χώρες.[39] Οι οικονομικοί νόμοι παρουσιάζονται έτσι ως αντικειμενικές αναγκαιότητες που λειτουργούν ανεξάρτητα από την ταξική πάλη. Σε αυτή τη βάση, είναι αδύνατο να συλλάβουμε την προοπτική μιας κοινωνίας χωρίς τάξεις: η αταξική κοινωνία δεν μπορεί παρά να μοιάζει σαν δυο σταγόνες νερό με την ταξική κοινωνία, καθώς θα εξακολουθεί να διέπεται από τον διιστορικό παράγοντα τής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Η εν λόγω ανάπτυξη υπόκειται στους δικούς της νόμους (τ.έ. την όλο και μεγαλύτερη εμβάθυνση τού καταμερισμού τής εργασίας με τις μορφές που γνωρίζουμε σήμερα). Ο υπαρκτός καπιταλισμός είναι υπεύθυνος μόνο για το ότι δεν μπορεί πλέον να λειτουργεί με την ίδια αποτελεσματικότητα όπως και στο παρελθόν, καθώς θέτει προσκόμματα στην «πορεία τής προόδου». Όσο για τα κείμενα τού Μαρξ, στα οποία στηλιτεύεται η μυωπία τού φαρισαίου-μικροαστού που αδυνατεί να οραματιστεί ένα μέλλον όπου κάποιος δεν θα ασκεί το επάγγελμα τού ζωγράφου ή τού τορναδόρου, όλα αυτά δεν είναι παρά ουτοπικές ονειροφαντασίες. Κατά βάθος, ο καπιταλισμός είναι ένα «αιώνιο πρότυπο». Τα μοναδικά του μειονεκτήματα είναι η κοινωνική «σπατάλη» που αντιστοιχεί στην κατανάλωση των καπιταλιστών και η αναρχία τής παραγωγής, η οποία οφείλεται στον ανταγωνισμό των κεφαλαίων. Ο «σοσιαλισμός» θα βάλει τέλος στις καταχρήσεις αυτές, διαμορφώνοντας και υλοποιώντας έναν «ορθολογικό σχεδιασμό» στη βάση τής κρατικής συγκεντροποίησης τής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να φτάσουμε σε αυτόν τον κρατικό τρόπο παραγωγής (που αποτελεί το ύστατο στάδιο τής ιστορικής εξέλιξης και που, εκτός αυτού, μαρτυρεί και τη συνετή υποταγή στους «αντικειμενικούς νόμους» τού κοινωνικού προτσές τής παραγωγής) προς όφελος και τέρψη ολόκληρης τής κοινωνίας; Μέσω τής οδού των μεταρρυθμίσεων! Τα συνδικάτα, που είναι σε θέση να επιβάλλουν τη σύναψη ενός «κοινωνικού συμβολαίου» για το μοίρασμα των κερδών τής παραγωγικότητας, όχι μόνο προετοιμάζουν από τώρα το έδαφος για την οριστική απαλλοτρίωση των καπιταλιστών-κηφήνων, αλλά χρησιμεύουν και ως «σχολές διοίκησης», παρέχοντας εκπαίδευση σε επίλεκτα στελέχη, που «εκπροσωπούν» την «εργατική τάξη» και τα οποία έχουν ήδη «εκδηλώσει» την κλίση τους στην «οργάνωση και διοίκηση επιχειρήσεων»! Η αποδέσμευσή μας από το ασφυκτικό πλαίσιο τού οικονομισμού που χαρακτηρίζει τα «μαρξιανά οικονομικά» — προκειμένου, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να ανταπεξέλθουμε στις απαιτήσεις τής ιστορικοϋλικής ερμηνείας τού υπαρκτού καπιταλισμού — προϋποθέτει, κατά πρώτο λόγο, την ενεργή απόρριψη αυτού τού είδους τής ανάλυσης. Υπογραμμίζουμε, λοιπόν, την πρωταρχικότητα τής ταξικής πάλης, που δεν έφυγε ποτέ από το προσκήνιο. Ο μισθός δεν προκύπτει από τους αντικειμενικούς νόμους τής διευρυμένης αναπαραγωγής, αλλά αποτελεί το άμεσο αποτέλεσμα τής ταξικής αναμέτρησης. Η διαδικασία τής συσσώρευσης προσαρμόζεται, ει δυνατόν, στο αποτέλεσμα τής πάλης των τάξεων. Διαφορετικά, το σύστημα εισέρχεται σε κρίση και αυτό είναι όλο.

Στην συνέχεια, θα διατυπώσω τέσσερις θέσεις αναφορικά με τη σχέση που υφίσταται ανάμεσα στους οικονομικούς «νόμους» τής καπιταλιστικής συσσώρευσης και των υπό την ευρεία τού όρου έννοια ταξικών αγώνων, τού συνόλου δηλαδή των κοινωνικοπολιτικών, εθνικών και διεθνών, αγώνων και συγκρούσεων.

Θέση 1: Αυτοί οι αγώνες, με όλη τους την ποικιλομορφία, διαμορφώνουν τόσο το παγκόσμιο σύστημα όσο και τα επιμέρους «εθνικά» συστήματα — συστήματα που κινούνται από ανισορροπία σε ανισορροπία, χωρίς ποτέ να προσεγγίζουν την ιδεατή κατάσταση ισορροπίας που προβλέπεται από τα μοντέλα τόσο τής συμβατικής όσο και τής λεγόμενης «μαρξιανής» οικονομικής θεωρίας (η οποία, κατά τη γνώμη μου, έχει μικρή ή και καμία σχέση με τον μαρξισμό).

Θέση 2: Η εγγενής λογική τού καπιταλισμού, η οποία έγκειται στη μεγιστοποίηση τού ποσοστού κέρδους και τού συνολικού όγκου τής υπεραξίας, δημιουργεί δυνητικά μια κατάσταση ανισορροπίας, η οποία εκ των πραγμάτων λειτουργεί, αφενός, προς όφελος των εχόντων και των κατεχόντων (δηλ. τής, υπό την ευρεία του όρου έννοια, αστικής τάξης) και, αφετέρου, εις βάρος των κάθε είδους εργατικών αποδοχών. Εξ αυτού και μόνο τού λόγου, η καπιταλιστική αναπαραγωγή θα έπρεπε να καθίσταται «αδύνατη». Βεβαίως, η ιστορία τού καπιταλισμού δεν είναι μια ιστορία «συνεχούς ανάπτυξης» — μια ομαλή και αδιατάρακτη διαδικασία που (υποτίθεται ότι) εξασφαλίζει τη συνεχή αύξηση τής παραγωγής και τής κατανάλωσης, παρά τους όποιους «σκοπέλους» — αλλά μια ιστορία μακρόχρονων κρίσεων (1873-1945· η κρίση τού 1971, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, αλλά αναμφίβολα θα συνεχιστεί και στο μέλλον), όπου οι περίοδοι ταχείας και «απρόσκοπτης» ανάπτυξης δεν είναι, στην πραγματικότητα, παρά η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα (όπως συνέβη και με τη «λαμπρή τριακονταετία» από το 1945 έως το 1975· πβ. Itinéraire intellectuel, σελ. 187, και La Crise, σελ. 10-12).

Θέση 3: Παρά τα διαρκώς επιδεινούμενα προβλήματα, ο καπιταλισμός κατόρθωσε, μέχρι σήμερα, να βγει από τα αδιέξοδα που δημιουργεί η λειτουργία του, επινοοώντας νέους τρόπους και μέσα, προκειμένου να ανταποκριθεί στις προκλήσεις που αντιπροσωπεύουν οι αλλαγές τού συσχετισμού των κοινωνικών δυνάμεων σε εθνική και παγκόσμια κλίμακα. Αυτό μάς υπενθυμίζει ότι ο ρυθμός και ο προσανατολισμός τής προόδου των παραγωγικών δυνάμεων δεν είναι αυτόνομα εξωγενή δεδομένα, αλλά αποτελούν απόρροια τής ίδιας τής ταξικής πάλης. Η αναπτυξιακή διαδικασία ενσωματώνεται στις σχέσεις παραγωγής και διαμορφώνεται με πρωτοβουλία τής αστικής τάξης. Τόσο το παρωχημένο πλέον σύστημα τού τεϋλορισμού όσο και η αυτοματοποίηση και η «τεχνολογική επανάσταση» τής εποχής μας ήρθαν ως απαντήσεις στους εργατικούς αγώνες, πράγμα που επίσης ισχύει και για το φαινόμενο τού ιμπεριαλισμού, για τη διαδικασία συγκεντροποίησης τού κεφαλαίου, το κύμα μετεγκαταστάσεων επιχειρήσεων κ.ο.κ. Ποτέ δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι, όσο ο καπιταλισμός δεν ανατρέπεται, η μπουρζουαζία θα έχει πάντα τον τελευταίο λόγο στους ταξικούς αγώνες, πράγμα που σημαίνει ότι οι κρίσεις, αν δεν έχουν ως τελική έκβαση την ανατροπή, θα επιλύονται πάντοτε προς όφελος τής αστικής τάξης. Έτσι, για παράδειγμα, οι «υπέρογκοι» μισθοί θα ροκανίζονται από τον πληθωρισμό, μέχρις ότου η εργατική τάξη υποκύψει έχοντας εξαντλήσει τις όποιες αντοχές της — ή, εναλλακτικά, μέχρις ότου ευοδωθεί η προοπτική τής «εθνικής ενότητας» που θα επιτρέψει τη μετάθεση των βαρών σε άλλους ώμους.

Η ταξική πάλη αποτελεί απότοκο μιας συγκεκριμένης κατάστασης που αντανακλά την πραγματικότητα μιας ιστορικά καθορισμένης οικονομικής βάσης. Η ταξική πάλη μπορεί να μεταβάλει την οικονομική βάση, αλλά, ενόσω υφίσταται το καπιταλιστικό σύστημα, η μεταβολή αυτή θα υπόκειται στους νόμους τής οικονομικής αναπαραγωγής του. Οι μισθολογικές μεταβολές επηρεάζουν το ποσοστό κέρδους, πράγμα που προκαλεί την αντίδραση τής αστικής τάξης, η οποία εκδηλώνεται, μεταξύ άλλων, με τη μεταβολή τού ρυθμού τής «ανάπτυξης», τον αναπροσανατολισμό των αναπτυξιακών επιλογών, τον ανακαταμερισμό τής κοινωνικής εργασίας ανάμεσα στους δύο τομείς κ.ο.κ. Στο πλαίσιο τού καπιταλιστικού συστήματος, οι μεταβολές αυτές υπόκεινται στους γενικούς όρους τής καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Εν κατακλείδι, για να μην μακρηγορώ, η ταξική πάλη αποτελεί ενεργό παράγοντα διαμόρφωσης τής οικονομικής βάσης, στο πλαίσιο πάντα των εγγενών συνθηκών και νόμων τού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Τα σχήματα τής διευρυμένης αναπαραγωγής περιγράφουν αυτόν, ακριβώς, τον θεμελιώδη νόμο, που δηλώνει ότι η αξία τής εργατικής δύναμης εξαρτάται από το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Με άλλα λόγια, ότι η αξία αυτή αυξάνεται (ή οφείλει να αυξάνεται) παράλληλα με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτή την ερμηνεία δίνουμε στο «ιστορικό στοιχείο»[40] που επικαλείται ο Μαρξ, όταν αναφέρεται στο ζήτημα τού καθορισμού τής αξίας τής εργατικής δύναμης. Η μόνη άλλη ερμηνεία θα ήταν ότι η αξία τής εργατικής δύναμης θα έπρεπε να καθορίζεται αποκλειστικά με βάση το κριτήριο τής «συντήρησης τού κατόχου της»[41] (άποψη που υποστηρίζεται, μεταξύ άλλων, από τους Ρικάρντο, Μάλθους και Λασάλ).

Ωστόσο, η αντικειμενική αυτή νομοτέλεια[42] δεν είναι αυθόρμητη συνέπεια τής λειτουργίας τού συστήματος. Στην πραγματικότητα, η ανάγκη αυτή προσκρούει διαρκώς στην αντίθετη τάση που είναι επίσης εγγενής στο καπιταλιστικό σύστημα και η οποία έγκειται στη διαρκή επιδίωξη αύξησης τού ποσοστού τής υπεραξίας. Τελικά, η αντιφατική αυτή τάση αποδεικνύεται κυρίαρχη. Με αυτό τoν τρόπο, μάλιστα, ερμηνεύουμε τον «νόμο τής συσσώρευσης» και τη συναφή τάση τής «απόλυτης και σχετικής εξαθλίωσης». Ο συγκεκριμένος νόμος επιβεβαιώνεται εμπειρικά, αλλά οι σχετικές εμπειρικές αποδείξεις πρέπει να αναζητηθούν σε παγκόσμια κλίμακα, και όχι στο επίπεδο μεμονωμένων ιμπεριαλιστικών κέντρων. Και αυτό γιατί ενώ, στα κέντρα τού ιμπεριαλισμού, η σταδιακή αύξηση των μισθών, που παρατηρούνταν κατά τον τελευταίο αιώνα, συμβάδιζε με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, στις περιφέρειες, αντιθέτως, βλέπουμε να εκδηλώνεται με τον πιο ακραίο και σκληρό τρόπο η τάση απόλυτης εξαθλίωσης των εκμεταλλευομένων παραγωγών. Αυτό είναι το αγκάθι στο πλευρό των φιλοϊμπεριαλιστικών ρευμάτων τού μαρξισμού, διότι ο μαρξισμός αποκτά πραγματικά ανατρεπτικό χαρακτήρα, μόνο όταν αντικρίσει κατάματα αυτή την πραγματικότητα (θα ασχοληθούμε ξανά με το ζήτημα τής ταξικής πάλης σε σχέση με την συσσώρευση σε παγκόσμια κλίμακα στο κεφ. IV).

Το κεφάλαιο κατορθώνει να υπερπηδήσει την εγγενή αυτή αντίφαση μέσω τής ανάπτυξης ενός «τρίτου τομέα» που ρόλος του είναι να απορροφά το πλεόνασμα τής υπεραξίας, η οποία δεν μπορεί να απορροφηθεί στους τομείς Ι και ΙΙ λόγω ακριβώς τής ανεπαρκούς αύξησης του πραγματικού μισθού των παραγωγικών εργατών. Αυτή η θεωρητική συμβολή των Μπαράν και Σουίζι, την οποία θεωρούμε καίρια για την κατανόηση τής σύγχρονης πραγματικότητας, αγνοήθηκε και εξακολουθεί να αγνοείται από τους «εξηγητές», που παραμένουν προσκολλημένοι στο γράμμα τού Κεφαλαίου. Αρχής γενομένης από τη δεκαετία τού ’30, αλλά κυρίως μετά το 1945, ο υπαρκτός καπιταλισμός διήλθε από μια διαδικασία βαθύτατης μεταμόρφωσης, που είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν σε πρωτόγνωρα επίπεδα οι δραστηριότητες τού λεγόμενου «τριτογενούς» τομέα. Στο φαινόμενο αυτό δόθηκε μια απολογητική και επιφανειακή ερμηνεία από τους συμβατικούς οικονομολόγους, συμπεριλαμβανομένου και τού Ζαν Φουραστιέ, που ασχολήθηκε πρώτος με την εξέλιξη αυτή. Η δική μας ανάλυση τού φαινομένου βρίσκεται στον αντίποδα των προσεγγίσεων αυτών. Κατ’ αρχάς, θα μπορούσε εύλογα να υποστηριχθεί η άποψη ότι το φαινόμενο κάθε άλλο παρά νέο είναι, καθώς είναι αδιανόητο να υπάρξει μια καπιταλιστική κοινωνία χωρίς το Κράτος, οι κυριαρχικές λειτουργίες τού οποίου έχουν κοινωνικό κόστος που καλύπτεται από τη φορολογία (με άλλα λόγια, εκτός τού πλαισίου τής αγοράς). Επιπλέον, μεταξύ των αιτίων τής ταχείας ανάπτυξης τού «τριτογενούς» τομέα συγκαταλέγονται η ευρεία διάδοση τής πρακτικής τής συμπερίληψης τού «κόστους πωλήσεων» στις τιμές των προϊόντων (η οποία, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον μονοπωλιακό ανταγωνισμό), καθώς και η σχετική αυτονόμηση των εμπορικών και χρηµατοπιστωτικών δραστηριοτήτων. Τέλος, δεν πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε τη διεύρυνση των δημοσίων υπηρεσιών (παιδεία, υγεία, κοινωνική ασφάλιση), που αποτέλεσε συνέπεια των κατακτήσεων των λαϊκών αγώνων. Χωρίς να εισέλθουμε σε λεπτομέρειες για τις ετερόκλητες δρατηριότητες που περιλαμβάνονται στον τριτογενή τομέα, θα ήθελα να υπενθυμίσω τις θέσεις που είχα διατυπώσει στο παρελθόν σχετικά με τη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στη διόγκωση τού τομέα ΙΙΙ, που η λειτουργία του έγκειται στην απορρόφηση τής υπεραξίας, και τον ιμπεριαλιστικό παράγοντα και, πιο συγκεκριμένα, τη συγκέντρωση τού ελέγχου τού παγκόσμιου συστήματος στα χέρια των κρατών τής ιμπεριαλιστικής τριάδας (ΗΠΑ, Ευρώπη, Ιαπωνία) μέσω τής συγκρότησης των «πέντε μονοπωλίων τού συλλογικού ιμπεριαλισμού τής τριάδας» (κατά τη διατύπωση που χρησιμοποίησα στο παρελθόν). Μόνο οι λαϊκοί αγώνες που αποβλέπουν στον στρατηγικό, δημοκρατικό έλεγχο των εν λόγω δραστηριοτήτων μπορούν να λειτουργήσουν ως αποτελεσματικό αντίβαρο στις πρακτικές τού κεφαλαίου, που προκειμένου να διευρύνει το πεδίο κερδοφορίας του επιδιώκει να διατηρήσει υπό τον έλεγχο του τη διαδικασία γιγάντωσης των δραστηριοτήτων τού «τριτογενούς τομέα» μέσω τής ιδιωτικοποίησης τής διαχείρισής τους (δηλ. μέσω τής εκποίησης [τού δημοσίου] πλούτου και σαφώς όχι μέσω τής «δημιουργίας νέου πλούτου»). Ασφαλώς, η ιλλιγιώδης ανάπτυξη τού τομέα ΙΙΙ — ο οποίος ναι μεν λειτουργεί συμπληρωματικά με τους τομείς Ι-ΙΙ που αναφέρονται στο Κεφάλαιο, αλλά έχει πλέον καταστεί «κυρίαρχος», υπό την έννοια ότι αντιστοιχεί στα δύο τρίτα, ή και περισσότερο, τού δείκτη που η συμβατική οικονομολογία αποκαλεί «ακαθάριστο εγχώριο προϊόν» — καθιστά έως ένα σημείο προβληματικές τις κλασσικές διατυπώσεις τού νόμου τής αξίας. Αξίζει εδώ να επισημάνουμε ότι γύρω από αυτό το δεδομένο περιστρέφονται τα επιχειρήματα όσων υποστηρίζουν ότι ο νόμος τής αξίας είναι κάτι το «παρωχημένο».

Θέση 4: Ο καπιταλισμός απαντά στις προκλήσεις τις οποίες αντιπροσωπεύουν οι αγώνες και οι συγκρούσεις που διατρέχουν την ιστορία του με τον ίδιο πάντα τρόπο: με την επιτάχυνση τής καταστροφής των «πηγών πλούτου», δηλ. των ανθρωπίνων όντων, που περιέρχονται στην κατάσταση τού εμπορεύματος («εργατική δύναμη»), και τής φύσης, που αντιμετωπίζεται επίσης ως εμπόρευμα. Η «υπέρβαση» τής πρώτης μεγάλης καπιταλιστικής κρίσης που ξέσπασε το 1873 είχε ως αντίτιμο πολέμους και επαναστάσεις που διήρκεσαν μια τριαντακονταετία (1914-1945). Με τη χρηματοπιστωτική κατάρρευση τού 2008, η δεύτερη μεγάλη κρίση τού καπιταλισμού, που ξεκίνησε το 1971, πέρασε πλέον στη δεύτερη, χαοτική φάση της, η οποία εγκυμονεί φρικτούς κινδύνους και καταστροφές που απειλούν ολόκληρη την ανθρωπότητα. Σαν κοινωνικό σύστημα, ο καπιταλισμός έχει φάει τα ψωμιά του (πβ. Au-delà du capitalisme sénile).

Είναι «ξεπερασμένος» ο νόμος τής αξίας;

Βεβαίως, η εστίαση στον παράγοντα-αξία ως κεντρικού άξονα τής κριτικής ανάλυσης τής καπιταλιστικής οικονομίας συναντά επιπλέον προβλήματα πέραν αυτών που σχετίζονται με τη συσκότιση τής λειτουργίας της στο πλαίσιο τής πραγματικής διαδικασίας μετασχηματισμού των αξιών σε τιμές. Οι σχετικές αναλύσεις τού Μαρξ προσφέρονται ως τροφή για περαιτέρω σκέψη και προβληματισμό, τουλάχιστον στους μαρξιστές που έχουν πάψει να ασχολούνται με το σπορ τής εγχειριδιακής μαρξολογίας. Πιο συγκεκριμένα, τα ανοικτά ζητήματα αφορούν: (α) τον τρόπο αντιμετώπισης μορφών συγκεκριμένης εργασίας με διαφορετικά επίπεδα εξειδίκευσης και την υπαγωγή τους στην έννοια τής αφηρημένης εργασίας· (β) το πρόβλημα τού χρόνου που απαιτείται για την παραγωγή, την κυκλοφορία και τήν πραγματοποίηση τής υπεραξίας και το συναφές πρόβλημα τής σχέσης ανάμεσα στη ζωντανή και τη νεκρή («μεταβιβασθείσα») εργασία· (γ) τον προσδιορισμό των αξιών χρήσης· (δ) το πρόβλημα τής διαχείρισης των φυσικών πόρων, είτε αυτοί έχουν γίνει αντικείμενο ιδιωτικής ιδιοποίησης είτε όχι· (ε) την ανάγκη ενός κατάλληλου ορισμού που θα καθιστά σαφή την έννοια τής «κοινωνικής εργασίας» στο πλαίσιο τού καπιταλισμού, προκειμένου να αναλυθεί η σχέση της με άλλες μορφές εργασίας· και, τέλος, (στ) τον εντοπισμό και ανάδειξη των μορφών απορρόφησης τής υπεραξίας στο πλαίσιο τής λειτουργίας τού τομέα ΙΙΙ.

Οι εξελίξεις που γνώρισε ο καπιταλισμός από την εποχή τού Μαρξ έως και σήμερα, καθώς και οι τεράστιοι μετασχηματισμοί που επέφερε στον κόσμο, δεν μπορεί να αφήνουν αδιάφορους τους σύγχρονους θεωρητικούς τού μαρξισμού. Μια προσέγγιση που φιλοδοξεί να λέγεται «κριτική» και η οποία επιθυμεί πραγματικά να εμβαθύνει τη μαρξιστική ανάλυση τού καπιταλισμού δεν μπορεί να θεωρεί δεσμευτικές τις απαντήσεις που έδωσε ο Μαρξ σε αυτά τα ακανθώδη ζητήματα. Ορισμένοι μαρξιστές, μεταξύ των οποίων και εγώ, προσπαθούμε να ανταποκριθούμε στην πρόκληση αυτή (για περισσότερα, παραπέμπω στο βιβλίο μου με τίτλο Du Capitalisme à la civilisation, κυρίως σελ. 84-95, όπου παρουσιάζονται συνοπτικά οι ανά καιρούς παρεμβάσεις μου στις σχετικές συζητήσεις, καθώς και οι θέσεις που πρότεινα επ’ αυτών των ανοικτών ζητημάτων). Το κλίμα τής εποχής μας δεν ευνοεί ιδιαίτερα τις προσπάθειες εμπλουτισμού τού μαρξισμού, ο οποίος δεν πρέπει να γνωρίζει όρια, κατά το μέτρο, ακριβώς, που συνιστά ουσιαστική κριτική τού υπαρκτού καπιταλιστικού κόσμου. Αντί γι’ αυτό, φαίνεται να επικρατεί η τάση ολοκληρωτικής απόρριψης και/ή η προβολή τής υποτιθέμενης ανάγκης «ριζικής επαναθεμελίωσης» τού μαρξισμού. Έκοντες άκοντες, καταλήγουμε έτσι δέσμιοι τής αγοραίας, άκριτης σκέψης. Ας μου επιτραπεί εδώ να αναφέρω ως σχετικό παράδειγμα την κριτική στην οποία υπέβαλα την τάση ταύτισης τής «ανάπτυξης» με την αύξηση τού ΑΕΠ (Du Capitalisme à la civilisation, κεφ.ΙΙΙ, σελ. 98 και επ.) και, σε αντίστιξη, την προτεινόμενη εξομοίωση τής προόδου με την χειραφέτηση (Modernité, Religion et Démocratie, εισαγ. κεφ.), δύο θεωρητικές θέσεις που, κατά τη γνώμη μου, πηγαίνουν ενάντια στο ρεύμα των καιρών.

Σήμερα είναι τής μόδας να λέγεται ότι ο νόμος τής αξίας είναι «ξεπερασμένος», ότι ο νόμος αυτός ανταποκρινόταν στο μεταποιητικό-βιομηχανικό στάδιο τού καπιταλισμού που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί λόγω τής εμφάνισης τού σύγχρονου «γνωσιακού καπιταλισμού». Κατ’ αυτόν τον τρόπο παραβλέπεται το γεγονός ότι, τόσο στο παρελθόν όσο και σήμερα, ο καπιταλισμός είναι εκ φύσεως σύστημα το οποίο βασίζεται σε κοινωνικές σχέσεις που ευνοούν και εξασφαλίζουν την κυριαρχία τού κεφαλαίου και την εκμετάλλευση τής εργασίας που υπάγεται σε αυτό. Δεν υπάρχει «άλλος» καπιταλισμός. Η επινόηση τής έννοιας τού «γνωσιακού καπιταλισμού» οφείλεται στην άκριτη υιοθέτηση των μεθόδων τής χυδαίας οικονομολογίας που επιδιώκει να καθορίσει το «μέτρο» τής ειδικής παραγωγικότητας κάθε «συντελεστή παραγωγής» (εργασία, κεφάλαιο, φύση). «Ανακαλύφθηκε» λοιπόν ότι η καταγεγραμμένη «αύξηση» των εν λόγω παραγοντικών παραγωγικοτήτων αντιστοιχεί σε ποσοστό μεταξύ 50% και 70% τής όλης οικονομικής «προόδου» (τ.έ. τής «ανάπτυξης»). Η παρατηρούμενη διαφορά αποδίδεται στους παράγοντες τής επιστήμης και τής τεχνολογίας, που θεωρούνται ότι συνιστούν από κοινού έναν τέταρτο, ιδιαίτερο «συντελεστή παραγωγής». Ορισμένοι μάλιστα ισχυρίζονται ότι πρόκειται για την εκ νέου ανακάλυψη τού παράγοντα τής «γενικής διάνοιας», η σπουδαιότητα τού οποίου είχε επισημανθεί από τον ίδιο τον Μαρξ στο πλαίσιο τού ορισμού τής παραγωγικότητας τής κοινωνικής εργασίας. Ωστόσο, δεν υπάρχει τίποτα το ιδιαίτερο νέο στην προσέγγιση αυτή, καθώς σε όλα τα στάδια τής ανθρώπινης ιστορίας η εργασία ήταν — και παραμένει — άρρηκτα συνδεδεμένη με τις κάθε φορά τρέχουσες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις (πβ. Du Capitalisme à la civilisation, Παράρτ. 2, σελ. 113-123). Η μεθοδολογία που ακολουθείται από τη συμβατική οικονομική θεωρία διαχωρίζει τεχνητά και αυθαίρετα την εργασία (καθώς και τα εργαλεία που αυτή μεταχειρίζεται στο σύνηθες πλαίσιο τής χρησιμοποίησής της) από τις απαραίτητες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις, χωρίς τις οποίες είναι αδιανόητη η ίδια η έννοιά της (αυτόθι σελ. 77-84). Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει παρά μία μόνο παραγωγικότητα, αυτή τής κονωνικής εργασίας που χρησιμοποιεί τα κατάλληλα εργαλεία σε ένα δεδομένο φυσικό περιβάλλον και στη βάση συγκεκριμένων τεχνικών και επιστημονικών γνώσεων που συγκροτούν ένα ενιαίο και αδιαίρετο όλο. Ο Μαρξ συνθέτει ό,τι αποσυντίθεται στις ψευδοέννοιες τής χυδαίας οικονομολογίας, αναδεικνύοντας τη θεμελιώδη σημασία τής έννοιας τής αξίας, η οποία, με τη σειρά της, γίνεται εργαλείο αποτελεσματικής κριτικής τής καπιταλιστικής πραγματικότητας. Ο «γνωσιακός καπιταλισμός» είναι σχήμα οξύμωρο: μπορεί κανείς να κάνει λόγο για «γνωσιακή οικονομία», μόνο όταν θα έχουν εγκαθιδρυθεί κοινωνικές σχέσεις διαφορετικές από εκείνες στις οποίες στηρίχτηκε μέχρι σήμερα ο καπιταλισμός. Κόντρα στις σειρήνες των καιρών μας, επιχείρησα να κατανοήσω τις μεταβολές στις μορφές εκδήλωσης τού νόμου τής αξίας που οφείλονται στους μετασχηματισμούς τού σύγχρονου καπιταλισμού.

Στο βιβλίο μου Critique de l’air du temps (κεφ. V, σελ.66-80), έκανα την υπόθεση, εν είδει νοητικού πειράματος, ότι ο «καπιταλισμός» είχε ήδη πλήρως αναπτύξει τη δυναμική που προσδιορίζεται από την τάση μείωσης τής ποσότητας εργασίας που χρησιμοποιείται στην παραγωγή υλικών αγαθών (ήτοι υλικός εξοπλισμός, μεταποιημένα προϊόντα και διατροφικά αγαθά) μέσω τής γενίκευσης τής αυτοματοποίησης τής παραγωγής. Υπέθεσα, λοιπόν, ότι οι παραγωγικοί τομείς θα απασχολούσαν πλέον ελάχιστο τμήμα τού διαθέσιμου εργατικού δυναμικού — εκ τού οποίου ένα ποσοστό θα απασχολείτο στην παραγωγή επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης (software), που θα ήταν αναγκαία για την παραγωγή υλικών αγαθών, ενώ ένα άλλο ποσοστό θα απασχολείτο στις υπηρεσίες κατανάλωσης. Κάτω από αυτές τις (υποθετικές) συνθήκες, οι σχέσεις κυριαρχίας τού κεφαλαίου θα εκφράζονται με την άνιση κατανομή τού παγκοσμίου εισοδήματος, με αποτέλεσμα η έννοια τής «αξίας» να αποκτά νόημα, μόνο εφόσον ληφθεί υπόψη η παγκόσμια διάσταση τού συστήματος. Η έννοια τής «αξίας» θα εξακολουθεί να υφίσταται εξαιτίας τής συνεχιζόμενης οικονομικής αλλοτρίωσης, καθώς η κοινωνία θα παραμένει εγκλωβισμένη στο σχήμα τής γενικής σπανιότητας των πόρων. Θα μπορούσε ένα τέτοιο σύστημα να αποκαλείται «καπιταλισμός»; Κατά πάσα πιθανότητα όχι, διότι θα επρόκειτο για ένα «νεο-δοσιματικό» (néo-tributaire) πολιτικό σύστημα που, σε συνδυασμό με τις ιδεολογικές πρακτικές νομιμοποίησής του, θα στηρίζεται στη συστηματική άσκηση πολιτικής βίας με σκοπό τη διαιώνιση τής ανισότητας. Δυστυχώς, το σενάριο αυτό δεν ανήκει στην επιστημονική φαντασία. Ένα παγκόσμιο σύστημα αυτού τού τύπου βρίσκεται ήδη υπό κατασκευή. Για την περιγραφή του χρησιμοποίησα τον όρο «απαρτχάιντ σε παγκόσμια κλίμακα». Προς αυτή την κατεύθυνση τείνει η λογική των δυνάμεων που δημιουργούν τους όρους για την αναπαραγωγή τού καπιταλισμού. Με άλλα λόγια, προς την κατεύθυνση τής δημιουργίας ενός «άλλου εφικτού κόσμου» που θα ξεπερνά σε βαρβαρότητα όλες, ακόμα και τις πιο απάνθρωπες, ταξικές κοινωνίες που γνώρισε ποτέ η ιστορία.


[1] [Δηλαδή, ισοδύναμα είναι τα δύο μοντέλα, εκφρασμένα είτε σε αξίες, είτε σε τιμές παραγωγής.]
[2] [Στην αγγλική μετάφραση, αναφέρεται εσφαλμένα ότι λ και γ >1.]
[3] [μέσα παραγωγής, κεφαλαιουχικά αγαθά]
[4] [Στην αγγλική μετάφραση, αναφέρεται εσφαλμένα: «μέσω τού συνδυασμού λ και 1e [αντί για γ]», βλ. κατωτέρω, παράρτημα «Καθορισμός των τιμών μονάδας».]
[5] [Στήλη «εξοπλισμός» 20e/30e και 10e/30e και στήλες «αναγκαία εργασία‒υπερεργασία» 80h/120h και 40h/120h.
[6] [μονάδων καταναλωτικών αγαθών]
[7] [Βλ. παράρτημα]
[8] [Τελευταία γραμμή τού πίνακα: 180F-(60F+60F)=60F· Προϊόν-(Εξοπλισμός+Μισθοί)=Υπεραξία]
[9] [Να σημειωθεί ότι, για τη σύνταξη τού δεύτερου πίνακα στη σελίδα 21 τής αγγλικής μετάφρασης, χρησιμοποιήθηκε η παραδοχή ότι, κατά τη φάση 2, οι τιμές των προϊόντων είναι μειωμένες κατά το ήμισυ (ενώ τα ωρομίσθια διπλασιάζονται, όπως συμβαίνει και εδώ). Για παράδειγμα, αντί για 120e x 2 = 240F, έχουμε 120e x 1 = 120F και, αντί για 120c x 1 = 120F, 120c x 0.5 = 60F.]
[10] Δεχόμαστε πάντα ότι τα επίπεδα παραγωγικής ικανότητας εκφράζονται σε αξίες.
[11] [Αυτή είναι η έννοια τής εντατικής συσσώρευσης, βλ. κατωτέρω.]
[12] [Στην αγγλική μετάφραση, παρεμβάλλεται η φράση: «ο πρώτος όρος τής εξίσωσης [1e] εκφράζει την αξία τού χρησιμοποιούμενου σταθερού κεφαλαίου Ε, αναγόμενου σε μια υλική μονάδα εξοπλισμού, όπου e η αξία κάθε μονάδας εξοπλισμού (e1 ≠ e2 ≠ e3 κ.ο.κ.)». Παρόμοιο σκεπτικό και για το c (αξία μονάδας καταναλωτικών αγαθών· βλ. κατωτέρω). Επίσης, στη θέση των παραμέτρων λ & γ χρησιμοποιούνται, με την ίδια έννοια, οι παράμετροι δ & ρ. Τέλος, χρησιμοποιείται μια επιπλέον παράμετρος [h: ah, bh, aδh, bρh κ.ο.κ.], που «μετράει το προϊόν μιας ώρας εργασίας εκφρασμένο σε αξία [και που] δεν πρέπει να συγχέεται με το ωρομίσθιο».]
[13] [Λύνουμε ως προς e (π.χ. e=a/(1-p)) και αντικαθιστούμε στη δεύτερη εξίσωση κ.ο.κ.]
[14] [Εναλλακτική ισοδύναμη διατύπωση στην αγγλική μετάφραση: «η συνολική υπεραξία που παράγεται στους δύο τομείς κατά τη διάρκεια μιας φάσης καθιστά δυνατή, [στη διάρκεια τής ίδιας φάσης], την αγορά τού συνόλου τής παραγωγής τού τομέα Ι».]
[15] [Με μισθό s [<1], 1-s υπεραξία, ποσοστό υπεραξίας t=(1-s)/s, για οργανικές συνθέσεις βλ. Imperialism and unequal development σελ.245.]
[16] [Εδώ υπάρχει λάθος στη γαλλική έκδοση, όπου αναφέρεται εσφαλμένα Ι αντί για ΙΙ.]
[17] [Με έντονους χαρακτήρες δηλώνονται τα λάθη στο αγγλικό κείμενο. Έλεγξα τις περιπτώσεις 3 και 4 (μέχρι και τους «ονομαστικούς μισθούς»).]
[18] Για τη συζήτηση σχετικά με τις «αγορές», βλ. Λένιν, Ο Οικονομικός Ρομαντισμός [«Χαρακτηρισμός του οικονομικού ρομαντισμού. Ο Σισμοντί και οι οπαδοί του στη χώρα μας» (1897)], επίσης Ρόζα Λούξεμπουργκ, Η συσσώρευση τού Κεφαλαίου (όπου εξετάζεται διεξοδικά η βιβλιογραφία τής εποχής) και Τουγκάν-Μπαρανόφσκι, Οι βιομηχανικές κρίσεις στην σύγχρονη Αγγλία (1η γερμανική έκδοση: 1901). Για την παρέμβασή μου στη συζήτηση αυτή, βλ. Le Développement inégal [«Άνιση Ανάπτυξη»] σελ. 146 και επ.
[19] [25h:αναγκαία εργασία, 75h: υπερεργασία, 150e: προϊόν κ.ο.κ. Στην αγγλική μετάφραση, η στήλη «υπερεργασία» τού πίνακα τής σελ. 24 περιλαμβάνει εσφαλμένα και τις ώρες αναγκαίας εργασίας.]
[20] [Φάση 2, τελευταία σειρά, «Σύνολο»].
[21] [Φάση 2, Τομέας ΙΙ: 10e+20h]
[22] [Φάση 2, Τομέας Ι].
[23] [Φάση 3, 137,5h+12,5h=150h]
[24] E. H. Chamberlin, The Theory of Monopolist Competition, Βοστώνη 1931, Joan Robinson, Imperfect Competition, Λονδίνο 1935· Baran et Sweezy, Le Capitalisme monopolistique, Maspero 1968.
[25] P. Baran, L’Économie politique de la croissance, Maspero 1964· H. Magdoff, L’âge de l’impérialisme, Maspero 1970.
[26] [Για την ενότητα που ακολουθεί, χρησιμοποίησα την ελληνική μετάφραση των αποσπασμάτων στο «Νόμος τής Αξίας και ο ιστορικός υλισμός». (σελ. 37 και επ., 110 και επ.]
[27] [Στην αγγλική μετάφραση, δίνονται λανθασμένες τιμές για v΄1 και v΄2]
[28] [Από τις εξισώσεις, έχουμε 0.62p_{1}{}^{2}-0.48p_{2}{}^{2}-0.06p_{1}p_{2}=0,
με λύσεις p_{2}=-\frac{(\sqrt{2985}+3)\cdot p_{1}}{48}, p_{2}=-\frac{(\sqrt{2985}-3)\cdot p_{1}}{48}.
Στη συνέχεια λύνουμε ως προς p_{1}/p_{2}=0,9295=0,93]
[29] [Στη δεύτερη φάση, διπλασιάζονται οι συντελεστές των εξισώσεων: για παράδειγμα, όπου 0,2p1, έχουμε 0,4p1 κ.ο.κ. Να σημειωθεί επίσης ότι στην απλοποιημένη μορφή τού συστήματος, όπως προκύπτει μετά την αντικατάσταση των όρων w (w = 0.2p1 + 0.2p2), έχουμε p΄1 = 2p1 κ.ο.κ., με συνέπεια να διαιρούνται με το 2 οι συντελεστές των εξισώσεων.]
[30] [βλ. σημείωση 29]
[31] [ 0.56\cdot p_{1}{{}^2}-0.44\cdot p_{2}{{}^2}-0.08\cdot p_{1}\cdot p_{2}=0,
λύση: 0,96, όχι 0.98[;] (check again).]
[32] [Για την εκλογή «νομίσματος», δες «Νόμος τής Αξίας και Ιστορικός Υλισμός», σελ. 101 και επ.]
[33] [Το απόσπασμα σε αγκύλες υπάρχει μόνο στην αγγλική έκδοση και στην πρώτη έκδοση τού «Νόμου τής Αξίας» (πβ. κατωτέρω «Κριτήριο και νόμιμο χρήμα» [f (p1p2) = 1]).]
[34] [Πβ. πίνακα σελ. 23, όπου, για παράδειγμα, 0, 3p1 + 0, 5p2 = 0, 84.]
[35] [Εδώ παραλείπεται τμήμα τής επιχειρηματολογίας («περιβάλλουσες μη τεμνόμενες καμπύλες»), πβ. «Νόμος τής Αξίας και Ιστορικός Υλισμός», σελ. 115.]
[36] [σύγκριση κατά μήκος τού άξονα των τετμημένων w]
[37] [«ισότητα τιμών-αξιών» ή «ισότητα κερδών-υπεραξίας», πβ. «Νόμος τής Αξίας και Ιστορικός Υλισμός», σελ.103-05: «Η εκλογή νομίσματος δεν έχει λοιπόν σημασία σ’ ότι αφορά το πρόβλημα τού μετασχηματισμού … Αλλά αν η εκλογή τού νομίσματος μπορεί να είναι αυθαίρετη στην οικονομική θεωρία, δε συμβαίνει το ίδιο στο πεδίο τού ιστορικού υλισμού. Οι τιμές δεν σχηματίζονται ως σχετικές τιμές, αλλά ως απόλυτες τιμές που εκφράζονται σε νομισματικές μονάδες. Το χρήμα είναι βασική κατηγορία τής εμπορευματικής ανταλλαγής … »· και σελ. 49-50: «Στην εποχή τού Μαρξ, όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις ανταγωνισμού μεταξύ των κεντρικών κεφαλαιοκρατικών σχηματισμών, ο κανόνας χρυσού (διπλή, εσωτερική και εξωτερική μετατρεψιμότητα) αποτελούσε τον κανόνα τού παιχνιδιού. Οι ροές τού κίτρινου μετάλλου επιδρούσαν στη διαφοροποίηση των επιτοκίων. Η πρακτική τής νομισματικής πολιτικής, δηλ. ο χειρισμός των επιτοκίων, αποτελούσε ένα μέσο παρέμβασης όσον αφορά τον προσανατολισμό των σχέσεων ανάμεσα στους εθνικούς σχηματισμούς … [Ωστόσο,] μια “οικονομική” θεωρία των διεθνών σχέσεων είναι αδύνατη.»]
[38] [το σραφιανό μοντέλο]
[39] Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να βρει καλύτερο παράδειγμα από το βιβλίο τού Μίσιο Μορισίμα με τίτλο Marx’s Economics (Cambridge UP, 1973).
[40] [«ο καθορισμός της αξίας της εργατικής δύναμης περιέχει ένα ιστορικό και ηθικό στοιχείο», Κεφάλαιο τόμ. ΙΙΙ]
[41] [Ενδεικτικά: «την αξία των μέσων συντήρησης που είναι αναγκαία για τη συντήρηση του κατόχου της», Κεφάλαιο Ι]
[42] [«ανάγκη αύξησης των μισθών παράλληλα με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων»].

 
3 σχόλια

Posted by στο 29/07/2015 in Κράτος, Οικονομία

 

Δόξα στο φωτεινό κουράγιο του ελληνικού λαού!—Samir Amin

Ο ελληνικός λαός δίνει το παράδειγμα στην Ευρώπη και τον κόσμο

Με σθένος και διαύγεια, ο ελληνικός λαός απέρριψε το απεχθές τελεσίγραφο της διεθνούς και ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής δεσποτείας. Κατάφερε μια πρώτη νίκη επιβεβαιώνοντας ότι η δημοκρατία δεν υφίσταται παρά μόνο εάν μπορεί να τεθεί στην υπηρεσία της κοινωνικής προόδου. Ο ελληνικός λαός ξεσκέπασε τη «δημοκρατική» φάρσα που αποδέχεται την υποταγή στη χειροτέρευση των κοινωνικών συνθηκών την οποία απαιτεί η χρηματοπιστωτική δικτατορία.

Ντροπή στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις

Ντροπή σε όλους όσοι αποδέχτηκαν ότι η «τρόικα» εκπροσωπεί τους ευρωπαϊκούς λαούς. Ντροπή στις κυβερνήσεις οι οποίες τοποθέτησαν στην προεδρία της Ευρώπης «τους» έναν Λουξεμβουργιανό κρατικό υπάλληλο που υπηρετεί έναν φορολογικό παράδεισο. Ντροπή στις κυβερνήσεις οι οποίες διόρισαν επικεφαλής της «κεντρικής τράπεζάς» τους ένα άτομο που έκανε καριέρα στην Goldman & Sachs, την τράπεζα που είναι ανακατεμένη σε όλες τις χρηματοπιστωτικές αχρειότητες του αιώνα. Ντροπή στις κυβερνήσεις οι οποίες έθεσαν επικεφαλής του ΔΝΤ μια «καλή μαθήτρια» που είναι ανίκανη να κατανοήσει οτιδήποτε άλλο πέρα από αυτό που της έχουν διδάξει. Δεν πρόκειται για πολιτικούς άνδρες και γυναίκες, οιασδήποτε παράταξης, αλλά για κατάπτυστα άτομα.

Η ηρωική Ελλάδα απελευθερώθηκε δίχως καμιά βοήθεια, μόνη της, από τους Ιταλούς φασίστες και τους Γερμανούς ναζί. Ντροπή στην κυρία Μέρκελ, της οποίας η κυβέρνηση παριστάνει να αγνοεί ότι ο ελληνικός λαός δικαιούται αποζημιώσεων.

Ο αγώνας συνεχίζεται. Η Ευρώπη των δισεκατομμυριούχων αεριτζήδων δεν σκοπεύει να παραιτηθεί από το στόχο της: Να σφαγιάσει τον ελληνικό λαό.

Οι ευρωπαϊκοί λαοί οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Με τους Podemos, ο ισπανικός λαός έδωσε άλλο ένα σινιάλο αφύπνισης. Τώρα εναπόκειται στους Γάλλους, τους Γερμανούς, τους Βρετανούς και τους υπόλοιπους λαούς της ευρωπαϊκής ηπείρου να κατανοήσουν ότι ο αγώνας του ελληνικού λαού είναι δικός τους!

(link)

 
2 σχόλια

Posted by στο 06/07/2015 in Uncategorized